ΩΡΑ...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πεζογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 17 Μαρτίου 2017

Οδηγέ, ε οδηγέ - Σωτήρης Δημητρίου


Ο Σωτήρης Δημητρίου γεννήθηκε το 1955 στην Πόβλα Θεσπρωτίας και ζει στην Αθήνα. Έχει τιμηθεί για το έργο του με το βραβείο διηγήματος της εφημερίδος «Τα Νέα» (1987), δύο φορές με το βραβείο διηγήματος του περιοδικού «Διαβάζω», ενώ το μυθιστόρημά του «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» ήταν υποψήφιο για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας. Κείμενά του έχουν μεταφερθεί πολλές φορές στον κινηματογράφο («Αμέρικα» του Σάββα Καρύδα, «Απ’ το χιόνι» του Σωτήρη Γκορίτσα, «Τα οπωροφόρα της Αθήνας» του Νίκου Παναγιωτόπουλου, κ.ά.).
Σημαντικά του έργα: τα «Ντιάλιθ’ ιμ, Χριστάκη», «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου», «Η φλέβα του λαιμού», «Η βραδυπορία του καλού», «Τους τα λέει ο Θεός».


Ο οδηγός της νταλίκας έπινε μπίρα στο σαλόνι του επιβατηγού πλοίου της γραμμής Ηγουμενίτσα - Ανκόνα. Στην συντροφιά ήταν κι άλλοι δυο συνάδελφοί του.
«Άδειος πας;» του λέει ο ένας.
«Μαλάκας είσαι;» χτύπησε την τζέπη πάνω απ’ το μπουφάν.
«Καλά τα λεφτά;»
«Αν βγάλεις τα λαδώματα και πάλι καλά είναι. Ούτε με δέκα δρομολόγια πατάτες δεν τα βγάζω».
«Στο Ρίμινι πας;»
«Στο Ρίμινι».
Στην νταλίκα είχε δυο Αφγανούς, έναν μεσήλικα κι ένα παιδαρέλι. μπάρμπας κι ανιψιός απ’ ό,τι κατάλαβε. Πήγαιναν στο Βέλγιο όπου είχε φτάσει πριν λίγα χρόνια ο αδερφός του θείου.
Στο τελείωμα του θαλάμου ακριβώς πάνω απ’ τον πίρο στο επικαθήμενο είχε διαμορφώσει έναν χώρο γύρω στο μισό μέτρο πλάτος. Εκεί χώρεσαν δυο άνθρωποι κι ένας, ας τον πούμε, πάγκος.
Όλη την νύχτα στο ταξίδι οι οδηγοί έπιναν μπίρες και φλυαρούσαν. Στην ελάχιστη κρύπτη οι δύο λαθρομετανάστες είχαν σφίξει γερά τις παλάμες τους. Κάπου κάπου ο θείος χάιδευε τον ανιψιό του στο κεφάλι.
Δεν ήθελε να φύγουνε αλλά τον έφαγε ο ανιψιός του.
«Θα φύγω μόνος μου» του είπε μια φορά και το αποφάσισε κι ο θείος.
Μέσα στο κρύο σκοτάδι άκουγαν το μακρινό αχολαητό από τις μηχανές του πλοίου.
Ήταν ο αγαπημένος του ανιψιός. Ήπιος, λίγο απόμακρος, εγκάρδιος, ευγενικός. Δεν είχε ποτέ αντιληφθεί να πλήγωσε άνθρωπο είτε με πράξη είτε με λόγο. Τόσο νέος και έμοιαζε με έμπειρο άντρα. Τώρα στο σκοτάδι είχε συνεχώς στο μυαλό του την εικόνα του εφήβου στην κρυσταλλώδη -λόγω του υψομέτρου- άνοιξη της πατρίδας τους. Να τρέχει στ’ αγριολούλουδα, να χοροπηδά, να γελάει.
Ψευτοκοιμήθηκε λίγο και ένιωσε όταν ξύπνησε το χέρι του ανιψιού του να έχει χαλαρώσει. Κοιμόταν βαριά.
Οι τρεις οδηγοί συνέχιζαν το ξενύχτι στα «φρουτάκια».
«Ρε σεις για την τύχη μας άνοιξε αυτή η φάμπρικα; Κοντεύω να ξεχρεώσω την νταλίκα».
«Εγώ θα πάρω εκείνη την κούκλα το σκάνια Ρο. Έχετε δει: Σου κόβεται η ανάσα. Είναι η πόρσε του φορτηγού. Θα τρώει πατάτες ο νομός Ιωαννίνων για κάνα μήνα με ένα ταξίδι. Θεόφιλος Χρήστου του Ιωάννου. Θα ζωγραφίσω και κάτι φρούτα, βρήκα έναν καλλιτέχνη μούρλια».
«Τι να κάνουν ρε οι δικοί σου» λέει ο τρίτος στον νταλικέρη με τους Αφγανούς. «Εντάξει με τον αέρα;»
«Δεν έχουν ανάγκη, ξέρεις τι διαόλοι είναι; Τριάντα μέρες ποδαρόδρομο έκαναν μέχρι τους Κήπους».
«Κοίτα μαλάκα μου μην κάτσει καμιά στραβή. Εύκολο είναι. Στο κάτω κάτω ψυχές είναι».
«Τρελός είσαι; Όλα υπό έλεγχο. Το πρωί θα τους βγάλω σε καμιά ερημιά. Άντε υγεία».
«Υγεία».
Το πρωί ο οδηγός αφού πέρασε τελωνείο και έλεγχο μπήκε στον δρόμο για το Ρίμινι φουλαριστός. Ένιωθε τα βλέφαρά του βαριά, μολυβένια, μια γλυκιά χαύνωση τον κυρίεψε. Δυο τρεις στιγμούλες ένιωσε την νταλίκα να πηγαίνει μόνη της.
«Α, δεν πάμε καλά» σκέφτηκε. «Θα το φας το κεφάλι σου. Στο πρώτο πάρκιγκ να τον πάρω κάνα δεκάλεπτο».
Πράγματι πάρκαρε την νταλίκα με δυσκολία κι αμέσως έπεσε τούβλο στον ύπνο. Οι δυο λαθρομετανάστες από ώρα ένιωθαν τον αέρα λιγοστό. Δεν είχε κάνει ο οδηγός ούτε μια τρύπα από φόβο.
Είχαν σηκωθεί όρθιοι -καμπουριαστά, περίπου σκυφτοί- και χτυπούσαν με μανία την λαμαρίνα. Μάτωσαν οι γροθιές τους. Τώρα που η νταλίκα ήταν αραγμένη και να περνούσε κάποιος πεζός -που δεν περνούσε- τα αυτοκίνητα που έτρεχαν ιλιγγιωδώς σκέπαζαν κάθε άλλο ήχο. Αποκαμωμένοι έκατσαν στον πάγκο και ανάπνεαν πνιγηρά, αναρροφητικά.
Σαν να ανάπνεαν από σαράντα πόντους βαμβάκι κολλημένο στη μύτη.
«Οδηγέ, ε οδηγέ» ψιθύρισε ο ηλικιωμένος. Δίπλα ο ανιψιός του έτρεμε. Έβαλε την παλάμη του στα πυκνά μαλλιά και ξάφνου πλημμύρισε εκτυφλωτικά το μυαλό του μια πλαγιά γεμάτη άσπρα κυκλάμινα. Ο ανιψιός του φέρνει αγκαλιά ένα μικρό κατσικάκι και η μάνα του -η αδερφή του- τον χαϊδεύει στο κεφάλι και τον αποκαλεί ζυγούρι μου. Ένας πικρός ωκεανός δάκρυα ανέβηκε στα μάτια του.
Γρήγορα γρήγορα να του οικονομήσει αέρα.
Έσκισε το πουκάμισό του, στούπωσε το στόμα του και κατόπι έκλεισε με το χέρι του την μύτη -τανάλια- μέχρι να έρθει η ασφυξία.

Σωτήρης Δημητρίου, Τα ζύγια του προσώπου


Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2017

Η καλύτερή μου αρχιχρονιά - Χρήστος Χρηστοβασίλης


Ο Χρήστος Χρηστοβασίλης γεννήθηκε στο Σουλόπουλο Ιωαννίνων. Ήταν γιος του εύπορου κτηματία Αναστάσιου Βασιλείου, ενώ παππούς του ήταν ο Χρήστος Βασιλείου (από όπου το ψευδώνυμο του λογοτέχνη), άρχοντας του Σουλόπουλου τον 19ο αιώνα. Η ακριβής χρονολογία γέννησής του δεν είναι γνωστή, τοποθετείται από τους μελετητές γύρω στο 1860.
Τα πρώτα γράμματα έμαθε στο Σχολαρχείο Ξάνθης και συνέχισε με τη βοήθεια του θείου του Σπυράκη Βασιλείου ως μαθητής στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Το 1875 συνελήφθη από τις Τουρκικές Αρχές με αφορμή την Ανατολική κρίση και οδηγήθηκε ως όμηρος στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από τρία χρόνια σπουδών στο εκεί Αυτοκρατορικό Λύκειο δραπέτευσε και έφυγε για την Κέρκυρα, από όπου πέρασε στην Ήπειρο, πήρε μέρος σε συμπλοκή εναντίον των Τούρκων στους Αγίους Σαράντα, αιχμαλωτίστηκε και εξορίστηκε στα Τρίκαλα. Εκεί εργάστηκε ως γραμματέας του θείου του Σπυράκη Βασιλείου επιστάτη στα κτήματα του Χρηστάκη Ζωγράφου. Το 1882 επέστρεψε στη γενέτειρά του, κατόπιν όμως νέας συμμετοχής του σε επαναστατικά κινήματα καταδικάστηκε σε θάνατο. Δραπέτευσε και επέστρεψε στη Θεσσαλία.
Στα Τρίκαλα χαιρέτησε την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλία με το μακροσκελές ποίημα «Στ’ αδέρφια μας», ενέργεια που πλήρωσε με ολιγοήμερη φυλάκιση στη Ζίτσα, όπου πήγε για να παντρευτεί τη Σιάνα Παπασταύρου.
Από το 1885 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Εκεί πραγματοποίησε την επίσημη εμφάνισή του στη λογοτεχνία με το διήγημα Η καλύτερή μου αρχιχρονιά που βραβεύτηκε στο διαγωνισμό της Ακρόπολης του Γαβριηλίδη. Στην ίδια εφημερίδα εργάστηκε από το 1889, δημοσιεύοντας διηγήματα και πολιτικά άρθρα (ως ανταποκριτής στη Ρωσία, τη Βουλγαρία και αλλού). Το 1896 παντρεύτηκε ξανά, αυτή τη φορά με την Αλεξάνδρα Γιώτη από το Καρπενήσι. Το 1899 ξεκίνησε η συνεργασία του με την Εταιρεία του Ελληνισμού του Νικόλαου Καζάζη, από τη θέση του διευθυντή και στη συνέχεια δημοσίευσε πραγματείες στο περιοδικό της Εταιρείας (ομώνυμό της) με το ψευδώνυμο Ζευς Δωδωναίος. Μια από τις πραγματείες αυτές είχε τίτλο Εθνικά Άσματα 1453-1821 και στάθηκε αφορμή διαφωνίας του με το Νικόλαο Πολίτη. Τελικά αποχώρησε από την Εταιρεία το 1909 και έφυγε για τη Σμύρνη, όπου βρισκόταν ο θείος του Σπυράκης. Το 1913 επέστρεψε στην Αθήνα, χαιρέτησε την απελευθέρωση των Ιωαννίνων με το ποίημα «Τα ελευθερωμένα Γιάννινα» από την Ακρόπολη και έφυγε για τη γενέτειρά του, όπου εξέδωσε την εφημερίδα Ελευθερία και συμμετείχε στους πολιτικούς αγώνες γύρω από το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Για τη δράση του εκτοπίστηκε στη Νάξο του 1917. Τότε (1916-1919) τοποθετείται η συγγραφή των Διηγημάτων του Μικρού Σκολειού. Εκλέχτηκε βουλευτής Ιωαννίνων το 1926 και το 1935 με το Λαϊκό Κόμμα και από το 1923 ως το θάνατό του διηύθυνε την έκδοση του περιοδικού Ηπειρωτικά Φύλλα.
Λίγο πριν το θάνατό του επισκέφτηκε ξανά την Αθήνα, όπου έλαβε βραβείο για το λογοτεχνικό του έργο από το Υπουργείο Παιδείας και τιμήθηκε με το χρυσό Σταυρό του Σωτήρα για την πατριωτική του δράση. Η έκταση του έργου του Χρηστοβασίλη (λαογραφικού, ιστορικού , διηγηματογραφικού, πεζογραφικού , ποιητικού, γλωσσικού, δραματικού, μεταφραστικού) είναι τεράστια και μεγάλο μέρος της βρίσκεται σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Το λογοτεχνικό έργο του είναι κυρίως ηθογραφικό και λαογραφικό, γραμμένο στη δημοτική και με κυρίαρχη την παρουσία ειδυλλιακών και φυσιολατρικών στοιχείων, καθώς επίσης στοιχείων επιτηδευμένης και σκόπιμα «απλής» και «αφελούς» γραφής. Η σύγχρονη κριτική επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στην ψυχογραφική διάσταση του έργου του Χρηστοβασίλη και στη μεγαλοπρέπεια των περιγραφών του επαρχιακού τοπίου.
Στο έργο του κυριαρχούν έργα πεζογραφίας όπως τα «Διηγήματα της Στάνης» (1898), «Διηγήματα της ξενιτειάς» (1899), «Διηγήματα Θεσσαλικά» (1900), «Διηγήματα· Από τα χρόνια της σκλαβιάς» (1927), «Διηγήματα του μικρού σκολειού · Απομνημονεύματα μιας ζωής» (1934), «Η αγάπη· Τριλογία» (1906), τα ποιητικά του έργα «Στ’ αδέρφια μας» (1881), «Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς» (1901), «Οι δυο Κωνσταντίνοι» (1917), «Ο Μάρκο Μπότσαρης» (1923), «Η όμορφη νύφη» (1931), «Οι θερίστρες» (1933).
Σημαντικά είναι και τα θεατρικά του έργα, όπως «Ο ερωτόληπτος υποδηματοποιός» (1893), «Αγώνες του Σουλίου - Για την πατρίδα» (1901), «Για την τιμή» (1904). Τέλος, σημαντικές είναι οι Λαογραφικές μελέτες του και τα ιστορικά του έργα, όπως «Εθνικά Άσματα (1453-1821)» (1901), «Η δύναμις του ελληνισμού εν Ηπείρω και τα δίκαια αυτού. Ήπειρος και Αλβανία» (1904), «Η Ήπειρος γεωγραφικώς και εθνολογικώς από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι σήμερον» (1905), «Ηπειρωτικά παραμύθια» (1906), «Το ιστορικόν της αρπαγής των 16 χωρίων της επαρχίας Φιλιατών» (1914), «Η Ιμπλιακοποίησις των 79 χωρίων της Ηπείρου και οι αγώνες των κατοίκων των προς ανάκτησιν αυτών επί τε Τουρκοκρατίας και Ελληνικοκρατίας» (1915).


Είχα τελειώσει τα μαθήματά μου κι έμεινα στο σπίτι μου, που είναι σ’ ένα χωριουδάκι έξ ακέριες ώρες μακριά από τα Γιάννινα. Μην έχοντας πλιο καμιά φροντίδα, ούτε τι να μελετήσω για να παρουσιαστώ ευπρόσωπος στους δασκάλους μου και στους συμμαθητάδες μου, ούτε τι δουλειά να επιχειριστώ για να βγάζω το ψωμί μου, γιατί μπορούσε τότε το σπίτι μου να θρέψει όχι μονάχα τους ανθρώπους του, αλλ’ έθρεφε καθημερινώς και πολλούς ξένους ακόμα, κατά τη συνήθεια που είχε μείνει από τους πρώτους χτίτορές του. Σκότωνα λοιπόν τον καιρό μου στα κοπάδια μου, σε περίπατους μέσα στα χωράφια, στ’ αμπέλια και στα περίχωρα, στο ψάρεμα μέσα στον μεγάλο μας ποταμό, τον Καλαμά, και στο κυνήγι μες στα λόγγα του χωριού μου, ή στ’ αντικρινά βουνά.
Μ’ είχε πιάσει μια τέτοια αποστροφή προς τα γράμματα, που δεν ήθελα να ξέρω καθόλου από χαρτί, πέννα, μελάνη και βιβλία. Τα είχα αποστραφεί τόσο πολύ, αφόντας βγήκα από το σκολειό, που μ’ έπιανε φρίκη στα σωστά, άμα έβλεπα, πράγματα, που μου θύμιζαν το διάβασμα ή το γράψιμο, κι απορούσα, όταν σκέφτομουν σε τι θα μου χρησίμευαν τα γράμματα, που είχα μάθει, αν δεν θα μπορούσα να πιάσω πέννα, χαρτί και βιβλία στη ζωή μου. Δεν ήθελα να γνωρίζω από ανάγνωση, δεν ήθελα ν’ ακούω από γράψιμο! Πολύ λίγο έμενα στο σπίτι μου, γιατί με στενοχωρούσαν οι άγριοι και χοντροί τοίχοι του και βρίσκομουν, πες, πάντα έξω.
 Κι όμως, τι δεν θα ’δινα σήμερα, κατάδικος κι αυτοεξόριστος από την αγαπημένη μου Πατρίδα, ξένος κι άγνωστος σε ξένα μέρη, βιοπαλαιστής και στενοχωρημένος, να βρεθώ μέσα στους άκομψους κι ακαλαίστητους τοίχους σου, ω πολυαγαπημένο μου Σπίτι μου, που τους είχαν χτίσει οι παππούδες μου σε πολύ πονηρές μέρες, για να φυλάγωνται όχι μοναχά από το κρύο του χειμώνα κι από τη ζέστη του καλοκαιριού, αλλά και να υπερασπίζουν τη ζωή τους και την τιμή τους από τες επιδρομές των εχτρών της Πίστης μας και της Πατρίδας μας!
 Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1878 βρέθηκα στο χειμάδι μου, γιατί είχε αρχίσει ο γέννος των προβάτων μας, δεκαριές την ημέρα. Νόμισα αναγκαίο να μείνω όλην την ημέρα στο χειμάδι, με έναν σκοπό: να τηράω τες γεννημένες προβατίνες, πώβοσκαν μέσα σ’ ένα κριθάρι και μ’ έναν άλλον ακόμα: να μπορέσω να σκοτώσω κανέναν αητό, γιατί εκεί κοντά ήταν ένα χοντρό ψοφίμι κι η μυρουδιά του τραβούσε πολλά όρνια.  Κατά το δειλινό έπιασε μια φοβερή βροχή. Νόμιζε κανείς ότι ο ουρανός είχε γίνει ένας απέραντος καταρράχτης κι ήθελε να πνίξει τη Γη. Τα όρνια και τ’ άλλα πετούμενα πιάστηκαν ανεπάντεχα από τ’ αγριοκαίρι εκεί που κυνηγούσαν ή εκεί που βοσκούσαν, κι έτρεχαν αγέλες  - αγέλες στ’ αντικρυνά βουνά, όπου είχαν τες φωλιές τους, αλλά τα βαρειά κοράκια, επειδή δεν βαστούσαν, φαίνεται, να εξακολουθήσουν τον δρόμο τους για τες φωλιές τους, μαζεύτηκαν στα πυκνά κλωνάρια των αιωνόβιων πουρναριών, που ήταν γύρα - γύρα στο χειμάδι μου, και κρακράκιζαν με μεγάλον αλαλαγμό, σαν να ’βλεπαν κανέναν τρομερό κίντυνο για τη ζωή τους.  Θα είχαμε ακόμα δυο ώρες μέρα, αλλ’ ήταν τόσο πυκνό το σκότος, που νόμιζε κανείς ότι είχε βασιλέψει ο ήλιος! Κι αυτό ακόμα το κοπάδι γελάστηκε από το πρώιμο σκοτάδι, και μ’ όλες τες προσπάθειες των πιστικών για να το μποδίσουν, πήγαινε τρέχοντας στο χειμάδι, βελάζοντας «μπααα! μπααα! μπααα!» κι ακολουθώντας τον Σιούτο, το περιφημότερο γκεσέμι όλων των κοπαδιών, που βρίσκονταν γύρα - γύρα στα περίχωρά μας και τον ζήλευαν όλα τα τσιελεγκάτα, ενώ έρχονταν πολύ μακριά πίσω από το κοπάδι οι τρεις πιστικοί λαχανιασμένοι, μαζί με τα τέσσαρα μαντρόσκυλα: τον Μούργκα, τον Γκεσούλη, τον Λιάρο και τον Κοράκη.
* * *
Ήταν χαλασμός κόσμου, ήταν οργή Κυρίου εκείνη η ώρα! Κάθε στιγμή χύνονταν στη γη μια φοβερή και απαίσια λάμψη, ακολουθουμένη από τρομερή ξεκουφαντική βροντή, που τράνταζε τα βουνά και τα θεμέλια της γης. Νόμιζε κανείς ότι έτρεμε όλη η Γη κι ότι κλονίζονταν και κυμαίνονταν σαν βάρκα απάνω στα κύματα. Σταυροκοπιόταν οι πιστικοί από τον φόβο τους, και παρακαλούσαν τον Θεό με τα «Γλύσε μας, Θεέ μου!» να τους σώσει από κείνο το διοσημειό, προντίζονταν τα πρόβατα σε κάθε βροντή, σαν να είχαν μπει στο χειμάδι δέκα λύκοι, κι ούρλιαζαν τα σκυλιά σαν να προαιστάνονταν κάποιο μεγάλο κακό. αλλά κι εγώ, αν κι ήμουν σε θέση να μην παρεξηγήσω καθόλου εκείνη τη θύελλα, που μας παρουσιάζονταν με θεϊκή αγριότητα, άρχισα να στενοχωριούμαι και να φοβούμαι κανένα αναποδογύρισμα των φυσικών νόμων, κανέναν δεύτερον κατακλυσμό, και να σκέφτομαι πώς να πιάσω τον συντομότερον  δρόμο για τ’ αντικρινό βουνό. 
Ο ποταμός, αν και δεν ήταν μακρύτερα από τριακόσια - τετρακόσια μέτρα από μας, δεν φαίνονταν καθόλου από το σκότος, αλλ’ ακούγονταν να βουΐζη άγρια σαν μυριόφωνο θεριό. Διώχνοντας με τη λογική τον φόβον, αιστάνομουν μια όρεξη μέσα μου να καταίβω στον όχτο του ποταμού, για να θαμάξω τη φοβερή μεγαλοπρέπεια της κατεβασιάς,  αλλά μ’ εμπόδιζε η βροχή. Δεν έβρεχε ούτε με τη σήττα ούτε με την αργιόσηττα, ούτε με την ποκνάδα, ούτε με τον κόσκινο, ούτε με το ντρυμόνι, αλλά με το καρδάρι. Έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε κι όλο έβρεχε! Δυο πατημασιές αν επιχειρούσα να κάνω έξω από το χειμάδι, θα χώνομουν στες λάσπες και θα γένομουν παπί από την βροχή. Σ’ αυτήν απάνω τη σκέψη μου, άκουσα τον τσιέλεγκα να διατάζει  το πιστικούδι.
 - Να πας στο χωριό ως που ’ναι γλήγορα, και να πάρεις ψωμί! Ακούς; 
- Πού να πάω μ’ αυτόν τον κατακλυσμό; θα πνιγώ! 
Απολογήθηκε το πιστικούδι. 
- Να πας γάλι -  γάλι, του απολογήθηκε ο τσιέλιγκας, κι όσο πολύ κι αν βραχείς, σε κουλουριάζω με την κάπα μου τη νύχτα  και κοιμάσαι. Μια χαψιά άνθρωπος είσαι εσύ... Τι να κάνω εγώ, αν βραχώ, που είμαι μεγάλος και δεν με χωράει η κάπα σου, κι’ απέ συ!... 
Κίνησε το καημένο το παιδί να πάει, αλλά γλιστρούσε σε κάθε του πατημασιά κι έπεφτε καταγής. Το λυπήθηκα το καημένο και το γύρισα πίσω, και διάταξα τον δεύτερο πιστικό να πάει  για ψωμί, να πη και στο σπίτι ότι θα κοιμόμουν στο χειμάδι, για να μη με καρτερούν, κι ότι θα ‘βγαινα το πρωί ολόισια στην εκκλησιά με το πρώτο σήμαντρο.


Θεωρείται ως θεάρεστο πράγμα να κοιμάται κανείς στα πρόβατα και να πηγαίνει  στην εκκλησιά, χωρίς να μπει πρώτα σε σπίτι. Ο άνθρωπος που κοιμάται στα πρόβατα - όχι όμως και στα γίδια, γιατί έχει να κάνη ο Εξαπέδως στα γίδια, επειδή γένεται κι αυτός συχνά γίδι και πειράζει τον κόσμο - είναι μακριά από την εξουσία του Διαβόλου. Κοιμάται σαν να ‘ναι στον Παράδεισο, μακριά από διαβολική πείραξη. Αυτό θα ευχαριστούσε πολύ τη μάννα μου, που ήταν πάρα -  πολύ θρήσκα, και μπορούσε να θυσιάσει όλον τον κόσμο, κι εμένα ακόμα, για να πάει  στον Παράδεισο, χωρίς να λογαριάζει γι’ αυτό κανέναν κόπο, κανέναν μόχτο, και καμιά θυσία. Ένας λόγος ακόμα πλειότερος, που αποφάσισα να μείνω εκείνη τη βραδιά στο χειμάδι, είναι και το ότι δεν έχει καμιά επισημότητα ιδιαίτερη η παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην Πατρίδα μου, αλλ’ είναι σαν όλες τες κοινές βραδιές.
 Δεν πέρασε πολλή ώρα και να σου γυρίζει με τα χέρια αδειανά και σαν φάντασμα ο πιστικός που είχε πάει για ψωμί.
- Πού ’ναι το ψωμί; 
Τον ρώτησα.
- Δεν μπόρεσα να περάσω στο χωριό... 
Μου απάντησε ξέκαρδα, ενώ η βροχή έτρεχε πουρνάρα από πάνω του.
- Και γιατί δεν μπόρεσες; 
Τον ξαναρώτησα.
- Πάει η λειάσα!... Την πήρε! 
Και λέγοντας αυτά, έκανε μια χειρονομία που μώδωκε να καταλάβω την τύχη της λειάσας. 
Λειάσα λέγεται το φτωχό γεφύρι, που ένωνε το λιβάδι που βρισκόμαστε με το χωριό. Το ποτάμι, που περνάει κάτω από τη λειάσα, δεν έχει το καλοκαίρι πλειότερο από πεντέξι μυλαύλακα νερό, ενώ τον χειμώνα γίνεται θεριό, κάθε φορά που βρέχει πολύ. Κι η φράση: «Πάει η λειάσα» δηλούσε ότι είχε πλημμυρίσει το ποτάμι και παρέσυρε το πλεχτό γεφύρι, κι ένεκα απ’ αυτό, θα είμαστε, για δυο τρεις ημέρες το λιγότερο, αποκλεισμένοι από το χωριό. 
* * *
Το πνίξιμο του πλεχτού γεφυριού, της λειάσας, δεν στοίχιζε τίποτε άλλο από κόπο, γιατί οι χωριανοί, δουλεύοντας όλοι μαζί κοινοτικώς, θαπλεχαν σε μια μέρα καινούργιο γεφύρι, χωρίς κανένα έξοδο, επειδή κι όλη η απαιτούμενη ξυλική έβγαινε από τον χωριάνικον λόγγο, και το μόνο πράγμα που μου σκότιζε τον νου ήταν πώς θα περνούσαμε εκείνη τη βραδιά χωρίς ψωμί. Είχαμε γάλα ανθό, τυρί ασκίσιο νοστιμότατο, και γκουλιάστρα αφράτη, αλλά χωρίς ψωμί όλα αυτά ήταν λειψά. Το ψωμί είναι η ψυχή του φαγιού και του τραπεζιού. Τη στιγμή όμως, πώκανα εκείνη τη σκέψη, πέρασε από τη φαντασία μου η εικόνα της μάνας μου, φορτωμένης ένα μεγάλο σακούλι γεμάτο ζωοτροφίες, κι αμέσως μου ‘ρθε η ιδέα ότι θα σκέφτονταν η μάννα μου, αμέσως ύστερα από το πνίξιμο της λειάσας, τον αποκλεισμό μας και τα λοιπά, και θα ‘κανε κάθε τρόπο να μας στείλει ψωμί από το χωριό, σφεντονίζοντάς το από τη μιαν άκρα του ποταμού ως την άλλη με κανέναν δυνατόν χωριανό μας. Εν τω άμα, λοιπόν, διατάζω πάλι τον δεύτερο πιστικό να ξαναπάει στο λειασοπόρι, και να περιμένει εκεί να του ρίξουν ψωμί από το χωριό.
Στην διαταγή μου ξεκίνησε πάλι ο πιστικός ξέκαρδα και  πριν περάσει  πολλή ώρα, να σου και γύρισε φορτωμένος ζωοτροφίες, που του είχε πετάξει από την πέρα οχτιά του ποταμού μέσα στο σακούλι ο ζευγίτης του σπιτιού μας. 
Ευχαριστήθηκα πολύ, που είχε νυχτώσει στα καλά, μπήκα στην ανθρωποκαλύβα και κάθισα σταυροπόδι κοντά στην φωτιά, που είχε ετοιμασμένη ο γεροπιστικός, ο τσιέλεγκας. 
Η ανθρωποκαλύβα, ξέρετε, είναι εκείνη η καλύβα του χειμαδιού, όπου κάθονται και κοιμούνται οι πιστικοί. Έχει σχήμα τριγωνικής σκηνής, σκεπασμένη με σάλιμα.
 Η κακοκαιρία μολαταύτα εξακολουθούσε άγρια και τρομαχτική. Νόμιζες ότι θαλυονε η καημένη η Γη από την πολλή νεροποντιά, σαν βώλος ζάχαρης, που πέφτει απάνω του μια βαριά σταλαματιά νερού. Οι αστραπές κι οι βροντές πήγαιναν η μια κοντά στην άλλη σε κάθε στιγμή, σαν να ήταν χυνόπωρος ή άνοιξη, κι’ η γη κλονίζονταν συθέμελη, σαν να την αναμόχλευαν χίλιοι Θεοί. Έρχονταν καμιά φορά τέτοιες φοβερές πνοές του Νότου, που νομίζαμε ότι θα σήκωναν στον αέρα χειμάδι, κοπάδι κι ανθρώπους. Μαίνονταν σαν λυσσιασμένα τα Στοιχειά. Γη κι Ουρανός είχαν πιαστεί μαλλιά  - μαλλιά και γροθοκοπιώνταν αλύπητα, και κάθε φορά που θέριευε πολύ ο σάλος, σταυροκοπιώνταν περίλυπος ο γεροπιστικός κι έλεγε:
- Γλύσε μας, Θεέ μου, τους αμαρτωλούς! 
Βλέποντας στα υστερνά ο γεροπιστικός ότι δεν έπαυε το αγριοκαίρι, πήρε τον βοηθό του - αυτόν, που μας είχε φέρει το ψωμί - και το πιστικούδι, και πήγαν να κόψουν καμπόσο κισσόκλαρο για τα πρόβατα, κι ανέθεσε σ’ εμένα να επιθεωρήσω με το φαναράκι τ’ αυλάκια, που ήταν γύρα στο μαντρί από την απάνω τη μεριά, μην είναι κανένα χαλασμένο ή αδύνατο, και μπει  μέσα το νερό και μας πνίξει κι εμάς και τα πρόβατα.
 Άμα τράβηξαν και βγήκαν ο γεροπιστικός κι οι άλλοι δυο πιστικοί, βγήκα κι εγώ να παρακυττάξω τ’ αυλάκια, κι όταν μπόρεσα να ιδώ και να βεβαιωθώ ότι ήταν καλά τ’ αυλάκια και δεν είχαμε κανέναν φόβο, γύρισα γλήγορα στην ανθρωποκαλύβα, σταυροποδιάστηκα δίπλα στη φωτιά, κι ακούμπησα σ’ ένα είδος σκαμνί, που χρησίμευε ως τραπέζι στους πιστικούς. Εκεί που διαλογίζομουν μόνος μου, ήρθε και κάθισε στον νου μου ολάκερο το Έτος, που τέλειωνε εκείνη την ημέρα και δεν άφηνε πίσω του ακόμα παρά λίγες μαύρες ώρες χωρίς ήλιο, σαν άκρη μαύρης ουράς. Είχε ένα πένθιμο ήθος απάνω του και το λυπήθηκα από την καρδιά μου, που πήγαινε να πνιγεί στον απέραντον ωκεανό των Περασμένων. Το λυπήθηκα προπάντων, γιατί αυτό το έτος με γλίτωσε από τα νύχια του Σκολειού, της Σκλαβιάς του Σκολειού και πλάκωσε την καρδιά μου μια μεγάλη μελαγχολία. Μου φάνηκε ότι βρίσκομουν μπροστά σ’ έναν ευεργέτη μου, που ψυχομαχούσε.
 — Τι καλό που στάθηκε αυτό το έτος για μένα! ψιθύρισα. Με παρέδωκε στην Κοινωνία φωτισμένον, ανεξάρτητον κι ευτυχισμένον. Άμποτε να μου είναι ευεργετικό και το νέο Έτος. Άμποτε να φέρει τον αιώνιον πόθο του Γένους μας, που τον καρτερούμε τετρακόσια είκοσι πέντε χρόνια. 
Τότε άφησα το πλοιαράκι μου στο πέλαγο της χρυσόφτερης φαντασίας μου... Χίλιες εικόνες, χρυσόντυτες, χαρωπές, γελαστές, διάφανες, αλαφρές σαν αγεράκι μαγιάτικο, που φυσάει πριν ανατείλη  ακόμα ο ήλιος, περνούσαν από μπροστά μου. κι ενώ έτρεχα με τον νου μου καταπόδι της μιανής και της αλληνής, σαν σκιά, κυνηγώντας σκιές, ψηλά στον κατάχρυσον αιθέρα, μπήκαν βαριοί οι πιστικοί με τα κοφτερά τους και μ’ έκαναν να βγω από εκείνη την  μαγική φαντασμαγορία και κοιτάζοντας τον γεροπιστικό, τού είπα: 
- Ε! γεροτσιέλεγκα! Τι λες; Καθόμεστε απόψε ως τα μεσάνυχτα για να ιδούμε πώς θα φύγει ο παλιός ο Χρόνος και πώς θα ‘ρθει ο καινούργιος;
- Εγώ, παιδί μου, μου απολογήθηκε μελαγχολικά ο γεροπιστικός, είμαι ογδοήντα χρονών, απάνω κάτω, άνθρωπος, πε και τα εβδομήντα χρόνια, ως τα τώρα, τα πέρασα πιστικός. Έχω περίττο από πενήντα χρόνια, ως τώρα, που είμαι συγκρατούμενα τσιέλεγκας. Ξέρεις τι θα ειπεί  πενήντα χρόνια όλο τσιέλεγκας; Μια ζωή ακέρια! Ε! πώς φορτώνονται απάνω μας τα έρημα τα χρόνια, χωρίς να το καταλαβαίνομε! Μας κλέφτουν τρίχα -  τρίχα τα νιάτα μας, τη λεβεντιά μας, την  ζωή μας, μας ζαρώνουν το πετσί, που γυαλοκοπούσε πριν, μας ασπρίζουν τα μαύρα ή τα ξανθά μαλλιά, και μας τα μαδούν, μας βγάζουν τα δόντια, μας θαμπώνουν τα μάτια, μας κουφαίνουν τ’ αυτιά, μας αδυνατίζουν τα χέρια και τα ποδάρια, μας σκρυμπόνουν το κορμί, και - ας το ειπώ κι αυτό! - μας κάνουν μισά ζώα! Τα ζώα έχουν τέσσερα ποδάρια κι εμείς οι γερόντοι τρία. Εσύ, καλότυχος, είσαι παιδί ακόμα! Αλλά... εγώ γέρασα, ακούμπησα, πάει, βασίλεψα! Εγώ, παιδί μου, αφόντας κάνω αυτό το έργος της κλύτσας, δεν βρέθηκα ποτέ με τα μάτια κοιμώμενα τη στιγμή που φεύγει ο ένας χρόνος και δίνει τα κλειδιά του Κόσμου στον άλλο, πώ’ρχεται να κάτσει στον τόπο του. Εγώ, το λοιπόν, θα κάτσω, που θα κάτσω... Εσύ κοίταξε να μην κοιμηθείς. 
- Θα καθίσω, γέρο, θα καθίσω! 
Του είπα αποφασιστικά.
- Αα! είν’ όμορφο πράγμα, παιδί μου! Γίνεται ένας κλονισμός στην Πλάση, ένα βαθυυυυύ... βαθύ βουητό, που πρέπει να ‘χεις πολυυυύ... πολύ αλαφρό αυτί για να το καταλάβεις. Γίνεται ένα τρομερό απόκοσμο κλάμα... Δεν είναι μικρό πράγμα να ‘ρχεται ένας άλλος και να σου παίρνει  από τα χέρια σου τα κλειδιά του Κόσμου! σαν καληώρα να ‘ρθει απόψε ένας άλλος και να μας πει: - «Φευγάτε από το χειμάδι! θα καθίσω εγώ!» Είδες τι πόλεμος γένηκε έξω; Τι ήταν, παντεχαίνεις, αυτή η τρομερή νεροποντή; αυτό το στοιχειοπάλεμα; αυτά τ’ αστροπελέκια; αυτά τα τραντάγματα της γης μας; Τι άλλο ήταν, παρά πόλεμος ανάμεσα του ενός χρόνου και τ’ αλλουνού; Ήθελε ακόμα να κυριέψει ο Αντίχριστος! Ήθελε να χύσει  ακόμα ανθρώπινο αίμα, χριστιανικό αίμα! Αλλ’ όσο κι αν έκανε, όσο κι αν κάνει ακόμα ως τα μεσάνυχτα... δεν θα του περάσει! θα κόψει  το  λαιμό του, και θα γκρεμοτσακιστεί να φύγει! 
* * *
 Έτσι, λοιπόν, αφού είπαμε και κάμποσα άλλα με τον γέροντα, παράθηκε ο δεύτερος πιστικός το φαγητό ψηλά στο σκαμνί, κι αρχίσαμε να τρώμε με τα ξύλινα χουλιάρια αφράτη πηχτή γκουλιάστρα.
Γκουλιάστρα λέγεται το πρώτο γάλα, ευτύς ύστερα από τον γέννο της προβατίνας ή της γίδας, κι είναι το νοστιμότερο απ’ όλα τα φαγητά, που γένονται από το ευλογημένο και τρισευλογημένο γάλα. 
Στα υστερνά, τελειώσαμε το φαγί κι αρχίσαμε τες ομιλίες, για να βαστάξωμε άγρυπνοι ως τα μεσάνυχτα, αλλά βλέποντας ο γεροπιστικός ότι με τες κουβέντες του θ’ αποκοιμόμουν, πήρε τον γλυκόφωνό του τον ταμπουρά κι άρχισε «ντιγγ -  ντιγγ!» να τον κουρτίζει.  κι αφού τον καλοκούρτισε, άρχισε να τραγουδάει  και συνάμα να βαρεί  τον ταμπουρά με δύναμη και με γλύκα άρρητη.
«Τ’ ακούσαταν τι γένηκε στου Φώτου τα χειμάδια, 
Μπήκανε Τούρκοι στα μαντριά και πήραν τα κοπάδια,
Πήραν πρατίνες με τ’ αρνιά, γίδες με τα κατσίκια,
Πήραν τον Νιάγγρο τον τρανό, τον Μπέλο, το γκεσέμι 
Πήραν τη Στρεφοκάλεσα με το λαμπρό κουδούνι,
Τέσσερους χρόνους το λαλεί κι αρνί δεν έχει κάνει
Και σκότωσαν τους πιστικούς με την αράδαν όλους
Δώδεκα αδερφοξάδερφα, καθάρια παλικάρια, 
Και ρήμαξαν τα μαντριά και ρήμαξαν οι στρούγκες
Κλαιν οι μανάδες τα παιδιά και οι αδερφές τ’ αδέρφια 
Κλαίει κι’ η  γυναίκα του Γιωβά, παρηγοριά δεν έχει
Που της σκοτώσαν τον Γιωβά, τον δόλιο της τον άντρα,
Και δεν τον χάρηκε γαμπρόν ούτε καν μια βδομάδα.»


Αυτό το τραγούδι με συγκίνησε και γιατί το τραγουδούσε όμορφα ο γεροπιστικός, και γιατί το πήγαινε καλά με τον ταμπουρά, αλλά το πλειότερο γιατί αναφέρονταν στην καταστροφή των κοπαδιών του προπροπάππου μου, που, χώρια από τα γιδοπρόβατα, που μας πήραν οι Τουρκοτσάμηδες ξημερώνοντας του Βαγγελισμού, εκατό χρόνια πριν, σκότωσαν και καμιά δεκοχτώ πιστικούς, όλους αδερφοξάδερφα, παιδιά του σπιτιού μου, αλλ’ ο Φώτος τούς πρόφτασε με τους Ραβενιώτες απάνω στη Βίγλα της Κεραμίτσας, σκότωσε καμιά τριανταριά απ’ αυτούς και γλίτωσε και τα γιδοπρόβατα από τα χέρια τους. 
* * *
Αυτό το τραγούδι μνημονεύει το τέλος της μεγάλης ποιμενικής δόξας του Σπιτιού μου, που βόσκανε ως δυόμιση χιλιάδες γιδοπρόβατα.
 Ήταν η ώρα 11½ κι η φωνή του γέροντα, σιγαλή και γλυκιά, σμίγονταν αδερφικά με τη λυγερή φωνή του ωριόηχου ταμπουρά, σαν δυο πολυαγαπημένα στόματα, που σμίγονται με πόνο στο χαρμόσυνο φιλί της αγάπης. Έξω άρχισαν να κοπάζουν και ν’ ανακωχεύουν τα στοιχεία και να συφιλιώνονται ο Ουρανός κι η Γη.
Τέλειωσε το τραγούδι κι απόθεκε τον ταμπουρά ο γέρος λέγοντάς μου:
- Πόση ώρα θέλομε ως το ζύγιασμα της Νύχτας; 
- Μισή ώρα! 
Του απολογήθηκα.
- Ααα! Τότε ας καθήσωμε καραούλι! Σιωπηηή ως που να περάσει αυτή η μισή ώρα. Σιωπηηηηηηηή!
Κι έβαλε ορθό το δάκτυλό του κάτω από την μύτη του, απάνω στην χωρίστρα των άσπρων μουστακιών του.
Ως που να περάσει αυτή η μισή ώρα, μου φάνηκε πως πέρασε ένας χρόνος, και την στιγμή που πάτησε ο λεφτοδείχτης του ωρολογιού μου απάνω στον ωροδείχτη, κι έκαναν οι δύο δείχτες μαζί μια μοναχή γραμμή απάνω στον αριθμό ΧΙΙ, μου φάνηκε ότι είδα μπροστά μου τους δύο χρόνους σαν δυο εκατόχρονους γερόντους, με μακριά άσπρα γένια και μαλλιά, που κρατούσαν ο καθένας στο χέρι του από ένα χοντρό ραβδί και στήριζαν απάνω το σκρυμπό κορμί τους. Τη στιγμή που ανταμώθηκαν οι δυο Γέροι μέσα σε ένα θεόρατο  κι απέραντο παλάτι, άφηκε ο ένας τον θρόνο, που κάθονταν, και τον έπιασε ο άλλος. Κατέβαινε ο ένας τα σκαλοπάτια  του θρόνου ζερβιά και τ’ ανέβαινε ο άλλος δεξιά. Σωστή ζωντανή εικόνα, ζωγραφισμένη με τα ζωηρότερα χρώματα του καλύτερου ζωγράφου του κόσμου.
- Καλή χρονιά, γέρο.
Του φώναξα και χωρίς να γνωρίζω γιατί, χτυπούσε «τικ - τακ» η καρδιά μου.
- Ζύγιασε η Νύχτα;
Με ρώτησε.
- Ζύγιασε. Του απήντησα. Αυτήν την στιγμή βρίσκεται απανωθιό στη ράχη...
- Ε! Καλή χρονιά το λοιπόν! Είπε και ο γέρος. Να χιλιάσει το κοπάδι μας και να μυριάσει! Σερκά παιδιά και θηλυκά αρνιά και κατσίκια! Χαβωμένος ο τρισκατάρατος λύκος. Μακριά από μας κι από τα σύνορά μας παρμάρα, αβδέλλα, ψώρα, βλογιά, αυγολήτα και κάθε άλλο κακό. Χρόνια πολλά Αμήν.
Και παίρνοντας από πλάγι του ένα πουρναρίσιο κλαδί, έκανε τρεις φορές τον σταυρό του και τ’ απόθεκε ψηλά στην φωτιά. Έφεξε πλειότερο η ανθρωποκαλύβα, και βάλαμε κι εμείς οι άλλοι από ένα πουρναρίσιο κλαδί στην φωτιά, επαναλαμβάνοντας τες ίδιες ευκές του γεροπιστικού.
Σαν νάχε λησμονήσει να ειπεί κάτι ακόμα ο γεροπιστικός, ξανάκανε τον σταυρί του και ξαναείπε!
- Να ζήσετε παιδιά μου! Ο Θεός να μας αξιώσει να διώξουμε τον εχτρό, τον Αγαρηνό, από τον τόπο μας, που μας τρώει τα σπλάχνα.
Και λέγοντας αυτά, αναστέναξε βαθειά ο καημένος ο γέρος, σαν να μην το πίστευε ότι θα ‘βλεπε με τα μάτια του εκείνη την ονειροφάνταχτη μέρα.
***
Σωπάσαμε όλοι για τέσσερα πέντε λεφτά, κι είμαστε σαν βουβοί. Μας είχε πιάσει μια μεγάλη μελαγχολία και θλίψη.  Εκείνην την στιγμήν είχαμε γηράσει όλοι κατά έναν χρόνο κι είχαμε προχωρήσει ο καθένας κατά ένα σταθμό προς τον τάφο του!
Εκείνη η σιωπή με βοήθησε ν’ ακούσω μια δυνατή φωνή πώρχονταν πέρα από το χωριό, απάνω από τη ράχη των Αγναντιών...
Βγήκα από την ανθρωποκαλύβα κι αφηκράστηκα.
Ήταν η μάννα μου, που βγήκε μεσάνυχτα στην ράχη και φώναζε να μάθει αν ήμουν καλά κι εγώ και τα πρόβατα, κι αφού της απάντησε ότι είμαστε όλοι καλά, ξαναμπήκα στην ανθρωποκαλύβα και ξαπλώθηκα παρεστιάς και αποκοιμήθηκα.
Πες όμως και δεν κοιμήθηκα καλά - καλά, όπως κοιμόμουν αλλά λαγοκοιμήθηκα μόνον κι όταν ξημέρωσε ο Θεός την ημέρα του, χαιρέτισα την πρώτη μέρα του καινούργιου χρόνου ανάμεσα στα συμπαθητικά βελάσματα των προβατιών, και στ’ αλυχτήματα των σκυλιών. Κι αφού ξαναείπαμε τες πρωτοχρονιάτικες ευκές, περάσαμε αμέσως τ’ αϊβασιλιάτικα κουλούρια στα κέρατα των κριαριών, ξαναβάλαμε πάλι κι από ένα πουρνάρι ακόμα στη φωτιά και ξαναείπαμε τα ίδια.
- «Καλή χρονιά μας.. Να χιλιάσει και να μυριάσει το κοπάδι μας.  Σερκά παιδιά και θηλυκά αρνιά και κατσίκια! Χαβωμένος ο τρισκατάρατος λύκος. Μακριά από μας κι από τα σύνορά μας παρμάρα, αβδέλλα, ψώρα, βλογιά, αυγολήτα και κάθε άλλο κακό. Χρόνια πολλά Αμήν!»
Σε λίγο άνοιξαν οι ποριές του χειμαδιού. Όλο το κοπάδι πήρε τα πλάγια του λιβαδιού κι έμειναν μοναχά οι γεννημένες οι προβατίνες για να τες βάλει το πιστικόπουλο στο χωράφι, που ήταν επίτηδες σπαρμένο κριθάρι γι’ αυτές.
Κι έτσι τελείωσε εκείνη την χρονιά η τελετή της πρωτοχρονιάς και ήταν η καλύτερη πρωτοχρονιά, πόχω περάσει στη ζωή μου.


Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Τα Χριστούγεννα των Κλεφτών - Χρήστος Χρηστοβασίλης


Τα «Χριστούγεννα των Κλεφτών» είναι ένα από τα πιο σπουδαία αφηγήματα του  μεγάλου Ηπειρώτη, από το Σουλόπουλο Ιωαννίνων, δημοσιογράφου, λογοτέχνη και πολιτικού Χρήστου Χριστοβασίλη, που ξεχώρισε για το γλαφυρό του ύφος. Η ιστορία εκτυλίσσεται χρονικά γύρω στα 1879-80, όταν ο συγγραφέας σε ηλικία μόλις 17-18 ετών εντάσσεται στους Κλέφτες και Αρματωλούς, για την εκδίωξη των Τούρκων.

«Ήταν η δεύτερη χρονιά, που έτρωγα ψωμί με τους Κλέφτες, δέκα εφτά, ως δεκοχτώ χρονών παλικάρι, με σιδερένια καρδιά και φτερωμένα ποδάρια. Καπετάνος μου τότε ήταν ο Αητόγιαννος, ξακουσμένος γεροκλέφτης, πούχε περάσει όλα τα νιάτα του κι' όσα γεράματα είχε στες πλάτες του, απάνω στο ντουφέκι και στους πολέμους με τους Τούρκους. Παλικάρια είμαστε είκοσι τέσσερα κι ο Καπετάνος μας ο Αητόγιαννος είκοσι πέντε.
Στες είκοσι τ' Αλωναριού εκείνης της χρονιάς ξημερωθήκαμε στο Μαναστήρι του Άι-Λια, απάνω στην «Όμορφη Ράχη» του Πίντου, για να γιορτάσομε κι εμείς μαζί με το Μαναστήρι, που γιόρταζε εκείνη την ημέρα την μνήμη του Προφήτ-Ηλία του, και να προσκηνύσωμε τη χάρη μιας παλιάς Παναγιάς, σκεπασμένης μ' ασήμια και με χρυσάφια, και στολισμένης με διάφορα ασημένια και χρυσαφένια κρεμαστάρια, ταξίματα γιατρεμένων ανθρώπων, που κρέμονταν από την εικόνα.
Αλλ’ ήταν κι' άλλος ένας λόγος, ακόμα, που βρεθήκαμε εκείνη την ημέρα στο Μαναστήρι του Άι-Λια: Μήπως εξαιτίας του πανηγυριού βρούμε και κανένα απόσπασμα τουρκικού στρατού, τριάντα-σαράντα αντρών, και το ματώσομε, γιατί είχαμε έναν ακέριον μήνα να πιαστούμε από ντουφέκι.
Όταν μας είδε ο Γούμενος του Μαναστηριού χάρηκε, και μας δέχτηκε μ' ανοιχτή αγκαλιά, λέγοντας μας:
— Στες είκοσι τ' Αλωναριού όλοι μ' αγαπούν κι' επισκέφτονται το Μαναστήρι μου, γιατ’ είναι καλοκαίρι, γιατ’ έχω κρύα νερά, παλιά κρασιά και παχιά αρνιά και κριάρια και γιατί δεν έχω χιόνια, αλλά τα Χριστούγεννα, που γιορτάζει η εικόνα της θαυματουργής Παναγίας μου, -προσκυνούμε τη χάρη της—, δεν πατάει κανένας εδώ ψηλά, γιατ' έχει τότε τρεις-τέσσερες πήχες χιόνι το Μαναστήρι μου, και το κρέας και τα λοιπά χρειαζούμενα τα φέρνω άλλα από τα Γιάννινα κι άλλα από τα Τρίκαλα, κι' αν μπορέσω ακόμα να το κατορθώσω να τα φέρω. Τότε γιορτάζω μόνος μου με τα καλογεράκια μου, και δεν με κάνει κανένας σας για γενιά.
Ήταν πολύς κόσμος από τα πλουσιοχώρια: Καστανιά, Βεντίστα, Γκουντουβάσντα, Μέτσοβο και λοιπά, και πολλοί τσελιγκάδες και πιστικοί, που είχαν τες στάνες ψηλά στες πλαγιές και στες ράχες του Πίντου, κι' όλοι είχαν φέρει κάτι, κατά τη δύναμη του ο καθένας, για συντρομή του Μοναστηριού: κάθε τσέλεγκας από τρεις-τέσσερις προβατίνες ή γίδες, οι απλοί πιστικοί από κανένα αρνί ή κατσίκι ο καθένας, οι πλησιοχωρίτες διάφορα τάματα: λάδι, κηρί, στάρι, πρόσφορα, χρήματα, κι' όσοι είχαν πάθος αρρώστιας διάφορα ασημένια ομοιώματα: χέρι, ποδάρι, μάτι.
Μπήκαμε στην λειτουργία κι' εκεί που ακούγαμε το Βαγγέλιο της ημέρας, έρχεται με τρόπο ο σκοπός μας και μας λέει κρυφά ότι Τούρκοι στρατιώτες μελίσσι, ένα τάγμα, ανέβαιναν στην «Όμορφη Ράχη».
Ο Γούμενος καταταράχτηκε και καταστενοχωρήθηκε και μας είπε να προσπαθήσομε να γλυτώσομε εμείς τα κεφάλια μας όπως όπως, κι' όσο γι' αυτόν, αυτός ξέρει και τους γελάει τους Τούρκους.
Βγήκαμε έξω από την Εκκλησιά, πήραμε τ' άρματα μας, που τα είχαμε αφημένα στον νάρθηκα, και πεταχτήκαμε στην άκρη της ράχης να ιδούμε πόσοι Τούρκοι ήταν και πώς έρχονταν κι' αναλόγως να συνταχτούμε. Τι να ιδούμε; Χίλιοι στρατιώτες και παραπάνω είχαν ζώσει την ράχη του Μοναστηριού από κάτω κι' ανέβαιναν παγανιστά, κι' όσο ανέβαιναν αυτοί, τόσο ο κύκλος στένευε, κι' η γραμμή τους πύκνονε. Μόνον από ένα μέρος της ράχης του Μαναστηριού ήταν ένας απότομος γκρεμός, κατάφυτος από πεύκα, που μπορούσε κανείς μόνον να τον κατέβη γλιστρώντας, κι' αδύνατον να τον ανέβη, κι αν έπιαναν οι Τούρκοι κι' αυτό το μέρος από τα κάτω είμαστε αναγκασμένοι ν' ανοίξομε ντουφέκια, να σκοτώσομε καμιά εκατοστή διακοστή Τούρκους και να σκοτωθούμε κι' εμείς ως το ένα. Δεν σύμφερε όμως αυτό, επειδή θα χαλούσαν ύστερα το Μαναστήρι οι Τούρκοι δίχως άλλο. Πήγαμε, λοιπόν όλοι, στην άκρη του γκρεμού, οπού μας έκρυφταν τα δέντρα και περιμέναμε να ιδούμε τι θάκαναν οι Τούρκοι. Περιμέναμε την ζωή ή τον θάνατο. Δέκα πέντε-είκοσι δρασκελιές τόπος χώριζε τον άλυσσο, π' ανέβαινε από το βάθος του γκρεμού.
Τότε ο Καπετάν Αητόγγιανος φώναξε προς την εικόνα της Παλιάς Παναγιάς του Μαναστηριού, που ήταν φορτωμένη στ' ασήμια και στα χρυσαφικά.
— Άκουσε, ωρή Κυρά Παναγιά! Σε προσκυνώ και σε δοξάζω μ' όλη μου την καρδιά... Εδώ σε θέλω: αν θελήσης να φωτίσης τώρα τους Τούρκους ν' αφήσουν άπιαστον αυτόν τον γκρεμό και γλυτώσομε, σου υπόσκομαι τα ερχόμενα Χριστούγεννα ναρθώ μ' όλα μου τα παλικάρια να σε προσκυνήσομε και να σε δοξάσομε και να σου κρεμάσω στην εικόνα σου μια σακούλα, μ' εκατό λίρες, για τα έξοδα του Μαναστηριού σου... Αν όμως τους αφήσεις να πιάσουν το γκρεμό, τότε ούτε κι εμείς ζωή, ούτε κι' εσύ την συντρομή μας, ούτε κι Χριστιανωσύνη κι' η Ελευτερία προκοπή!
— Άσκημα μίλησες της Παναγιάς, Καπετάνε, και θα μας οργιστή!
Είπε του Καπετάνου, ο Γεράκης, το πρωτοπαλίκαρο του.
— Είσαι παιδί εσύ (του απάντησε ο Καπετάνος) και δεν ξέρεις. Θέλουν κι' οι άγιοι φοβέρες και συμφωνίες.
Οι Τούρκοι ζύγωσαν, έφτασαν, πάτησαν στην άκρη του γκρεμού... Τους βλέπαμε ανάμεσα από τα δέντρα, χωρίς να μας βλέπουν εκείνοι καθόλου. Στάθηκαν.
— Αχ! Τους Αντίχριστους! (είπε ο Καπετάνος). Μας την έφκιασαν! Κι' εμείς θα πάμε χαμένοι, αλλά κι' αυτούς θα τους πάρει ο Διάβολος! Κρίμα όμως το καημένο το Μαναστήρι, που δεν θα μείνει πέτρα απανωτή! Τι νάχη πάθει η Παναγιά και δεν τους μποδίζει.
Άξαφνα βάρεσε μια σάλπιγγα κι ο άλυσσος, που ήταν κάτω στην άκρη του γκρεμού, ξεκόπηκε, ο μισός έκανε δεξιά, κι' ο άλλος μισός ζερβιά, κι' ενώ οι Τούρκοι ανέβαιναν, εμείς γλιστρούσαμε σαν χέλια τον κατήφορο του γκρεμού, φεύγαμε και βγαίναμε έξω από την ζώνη της πολιορκίας!
Όταν ξεμακρυνθήκαμε πολύ, κι' είμαστε πλειά στην ασφάλεια, στήσαμε τα ντουφέκια μας πυραμίδες και δοξάσαμε την Παλιά την Παναγιά με τ' ασήμια και με τα χρυσάφια, που στράβωσε τους Τούρκους και μας άφησαν ανοιχτόν τον γκρεμό να γλυτώσομε, και γλυτώσαμε μια χαρά.
Χαίρονταν όλοι και τραγουδούσαν και μονάχα εγώ λυπιόμουν, που γυρίσαμε τες πλάτες στους Τούρκους. Ήθελα ν' ανάβαμε το ντουφέκι κι' ας μην γλυτώναμε ούτε ένας! Έφτανε που θα σκοτώναμε πολλούς εχτρούς.
Πέρασε ο Αλωνάρης, ο Αύγουστος, κι' όλος ο Τρυγητής από τότε, και στες αρχές του Αϊ-Δημητριου με τες πρώτες πάχνες και τα πρώτα κρύα των βουνών κατεβήκαμε στα ξενειμαδιά, κάτω στα ριζοβούνια του Πίντου, αντίκρυ από τα Γιάννινα, κι' εκεί λημεριάζαμε πότε στη μια μεριά και πότε στην άλλη και καμιά φορά, τραβούσαμε ως το Πωγώνι από την μια μεριά κι' ως την Λάμαρη από την άλλη και κάναμε κάνα μικρό πατατράκ με κανένα τούρκικο στρατιωτικό απόσπασμα, και γυρίζαμε πάλι στα λημέρια μας με μεγάλη προσοχή κι' ησυχάζαμε σαν να ήμασταν πεθαμένοι.

Έτσι κυλήσαμε ως τες είκοσι τ' Αντριώς.
Το βράδυ διαταγή του Καπετάνου να συνταχτούμε όλοι στην Δρακοσπηλιά, εκεί ακριβώς, που σμίγουν τα δυο ποτάμια, το Μετσοβίτικο κι' ο Μπαλντούμας και κάνουν το Διπόταμο, το λεγόμενο παρακάτω Αρτηνό, δηλαδή τον Άραχτο.
Όταν συνταχτήκαμε όλοι εκεί, εξόν τρεις, που τους είχε φάγει το τούρκικο το βόλι -Θεός σχωρέσ' τους- τον Δρακογιώργο, τον Λαφοπόδη και τον Κρυφοπάτη, που τους τραγουδούσαμε κάθε μέρα τα ονόματα τους, μας είπε ο Καπετάνος:
— Έ παιδιά! Θυμάστε να 'χωμε κάνα χρέος, κάνα τάξιμο πουθενά αυτές τες ημέρες;
Όλοι κοιταχτήκαμε ο ένας με τον άλλο, χωρίς να θυμούμαστε τίποτε.
— Ωρέ παλιόπαιδα! (Μας είπε τότε με πατρικό ύφος), δεν θυμάστε ότι έχομε τάμα να πάμε τα Χριστούγεννα στον Άι-Λιά της «Όμορφης Ράχης», απάνω στα κορφοβούνια τ' Ασπροποτάμου να ευχαριστήσομε την Παλιά την Παναγιά με τ' ασήμια και με τα χρυσάφια, που μας γλύτωσε από του Χάρου το στόμα στες είκοσι τ' Αλωναριού και να της δώσομε το χρέος, που της υποσκεθήκαμε, την σακούλα με τες εκατό λίρες;
— Αλήθεια! Αλήθεια! (Φωνάξαμε όλοι). Αλλ' αν δεν μπορέσομε να σπάσωμε από τα χιόνια;
— Αυτό (είπε ο Καπετάνος) είναι λογαριασμός της Παναγιάς! Εμείς πρέπει να κάνομε το χρέος μας, να κινήσωμε τον ανήφορο, κι' όπως ορίζει αυτή ύστερα ας γένη! Τώρα, παιδιά μου να μάσωμε τες εκατό λίρες... Εμπρός! Εγώ, ως καπετάνος, βάνω το κατά δύναμη μου είκοσι πέντε λίρες. Γράψε (μου είπε εμένα) Αητόγιαννος καπετάνος, λίρες είκοσι πέντε.
Έβγαλα χαρτί και σημείωσα τες είκοσι πέντε λίρες του Καπετάνου, κι' ύστερα είπα:
— Σημειώνω κι' εγώ τ' όνομα μου με δέκα πέντε λίρες.
— Για την ηλικία σου (μου είπε ο Καπετάνος) είναι πολλές οι δεκαπέντε λίρες, αλλά συ είσαι αρχοντόπουλο και δεν έχεις ανάγκη να κάνης οικονομίες σαν εμάς. Ας είναι καλά ο πατέρας σου...
Είχαν μείνει ακόμα εξήντα λίρες να μαζευτούν για την Παναγιά, κι' επειδή οι αποδέλοιποι σύντροφοι μας ήταν είκοσι, τώβραν εύλογο να προσφέρουν από τρεις λίρες ο καθένας κι' έκλεισε ο λογαριασμός του χρέους μας προς την παλιά την Παναγιά: είκοσι πέντε και δέκα πέντε σαράντα ο Καπετάνος κι' εγώ. Κι εξήντα οι άλλοι σωστές εκατό λίρες.
Ύστερα από λίγο, φάγαμε ψωμί κι ελιές, γιατ' ήταν σαρακοστή του Σαρανταήμερου, κι' αφού μοιράσαμε την υπηρεσία της νυχτοφυλακής, γήραμε να κοιμηθούμε, έχοντας ο καθένας την μισή την κάπα στρώμα, την άλλη την μισή σκέπασμα κι' ένα κοτρώνι για προσκέφαλο.
Εγώ δεν κοιμήθηκα καθόλου εκείνη την βραδιά. Ο νους μου είχε γίνει πέλαγο από τουρκοφάγα σχέδια. Διψούσα για δόξα, να φκιάσω το τραγούδι μου, να το τραγουδούν όλες οι όμορφες Ηπειρώτισσες, και να τ' ακούν στον τάφο τους τα κόκαλα μου κι' η ψυχή μου στον Παράδεισο και να χαίρονται.
Κατά τ' άκριτα μεσάνυχτα μ' έκλεψε ο ύπνος, και μ' όλη μου την ξαγρύπνια ξύπνησα την άλλη μέρα στην συνηθισμένη ώρα μαζί με τους άλλους, «την ώρα των Κλεφτών». Εκείνο το πρωί είχε πέσει πολλή αντάρα κι' είμαστε σε μεγάλη ασφάλεια. Γι' αυτό κι' ο Καπετάνος όρισε να λημεριάσομε και την βραδιά εκείνης της ημέρας στο ίδιο μέρος, στην Δρακοσπηλιά. Πριν να διαλυθεί η αντάρα, είχαμε σκορπίσει όλοι και μόνον ένας έμενε να προσέχη την σπηλιά από μακριά για κάθε ενδεχόμενο.
Εγώ τράβηξα μονάχος και βγήκα στην ράχη κι' αγνάντευα τα Γιάννινα, που τα είχα ως δύο ώρες μακριά, και το πλιότερο διάστημα το σκέπαζε η καθαρογάλαζια Λίμνη.
Είδα την πανώρια κι' ιστορική πολιτεία, που ήταν στα χρόνια του Αλή-Πασια πρωτεύουσα όλης της καθαυτό Ελλάδας, και συνάμα ο Γολγοθάς της. Φαίνονταν, σαν δικέφαλος αητός, πεσμένος μ' ανοιγμένα τα φτερά στην άκρα της χιλιοξακουσμένης Λίμνης, όπου έπνιξε ο Αλή-Πασιας την υπέρκαλλη Κυρά Φροσύνη με τες δέκα εφτά πανέμορφες Γιαννιώτισσες αρχοντονύφες. Το Κάστρο, το περίφημο, είναι τα δυο κεφάλια του αητού που το ένα κοιτάει κατά την Ανατολή και τ' άλλο κατά την Δύση. Οι πισινές συνοικίες Καραβατιά, Ντεντερούτσι, Σιεμσιτνιά, είναι η πλατεία ουρά του αητού, κι' οι δυο μπροστινές ο Πλάτωνας και τα Γάλατα από τη μια μεριά κι' η Καλούτσιανη από την άλλη είναι οι δυο μακριές φτερούγες του. Έβγαλα το τηλεσκόπιο και κοίταζα:
— Να το Σεράγι, που κάθεται ο Πασιάς με την Διοίκηση. Είναι υπερύψηλο μεγάλο χτίριο, που δεν υπάρχει άλλο μεγαλύτερο στην Ήπειρο.
— Να κι' η Μητρόπολη, που κάθεται ο Δεσπότης. Είναι δίπλα στα φημισμένα Λιθαρίτσια.
— Να κι' η συνοικία του Πλάτωνα. Ονομάστηκε από τ' ομώνυμο δέντρο, που άξησε και τράνεψε, πίνοντας τ' άγρια και τιμημένα αίματα των προδρόμων της ελληνικής Ελευθερίας: Κατσαντώνη, Χασιώτη, Μπλαχάβα και τόσων και τόσων αντρείων ηρώων, πώγειναν τα ονόματα τους πανελλήνια τραγούδια. Ο Πλάτωνας δεν φαίνεται πλειά. Στέγνωσε από τον καιρό, που έπαψε να πίνει χριστιανικό ελληνικό αίμα...
Έβλεπα-έβλεπα την περίκαλλη ελληνική πολιτεία και μώρχονταν να γένω λαύρα, φωτιά, αστροπέλεκας, «οργισμένος βοριάς, τρομαχτικό τρικυμειό και να χυθώ απάνω της, να κάψω, να ξεριζώσω, να πνίξω, να καταστρέψω ότι αντιπροσωπεύει την τυραννία και να στήσω στους αιώνες των αιώνων τη σημαία του Σταυρού, την ελληνική Σημαία απάνω στο Κάστρο, τόσο ψηλή και τόσο μεγάλη, που να φαντάζει απ' όλα τα κορφοβούνια του Πίντου, του Τόμαρου κι' όλων των άλλων Ηπειρωτικών βουνών. Αλλά δεν μπορούσα να γένω τίποτε απ' όλα αυτά. Πέρασα την ημέρα εκεί πέρα, κλαίοντας τα σκλαβωμένα Γιάννινα, ψωμίστηκα στο Μαναστήρι της Τσούκας και το βράδυ με το μούχρωμα, βρέθηκα στην Δρακοσπηλιά, και τ' άλλο το πρωί ξεκινήσαμε για το Μαναστήρι του Άι-Λια της «Όμορφης Ράχης» να προσφέρομε τα σώστρα μας στην Παλιά την Παναγιά με τ' ασήμια και τα χρυσάφια. Πρωί-πρωί ξεκινήσαμε τον ανήφορο, πηγαίνοντας από γνωστά μονοπάτια και το βράδυ περάσαμε το Συρράκο και κοιμηθήκαμε σ' ένα εξωκλήσι των Καλαρρύτων.
Την άλλη μέρα, βαδίζοντας όλο και τον ανήφορο, τρομάξαμε να περάσομε την ράχη των Κριθαρακιών και να σκαπετήσωμε στο Χαλίκι, ένα πιντοχώρι, που φεύγουν όλοι οι κάτοικοι του τον χειμώνα και κατεβαίνουν στα Τρίκαλα να ξεχειμωνιάσουν και μένει έρημο με δυο-τρεις φυλάκους, να το φυλάγουν. Εκεί ανοίξαμε το ιστορικό αρχοντόσπιτο του Δημάκη, παμπάλαιο σπίτι, μεγάλο και με τραγούδι, που φιλοξένησε στην εποχή του τον Αλή-Πασια, ανάψαμε σε δυο τρία δωμάτια φωτιά και περάσαμε λαμπρά.
Την άλλη μέρα ξεκινήσαμε πάλε πρωί με την ιδέα ότι θα φτάναμε το βράδυ στο Μαναστήρι, αλλά δεν μπορέσαμε να προχωρήσομε παρά ως κοντά στην Γκουντουβάσντα, όπου αναγκαστήκαμε να κοιμηθούμε μέσα στα χιόνια.
Τ' αγριοκαίρι είχε ρίξει μερικά πεύκα την περασμένη χρονιά κι' ήταν ξαπλωμένα καταγής, σαν νικημένοι γίγαντες. Ανάψαμε δυο απ' αυτά, που ήταν δέκα δρασκελιές το ένα μακριά από τ' άλλο παράλληλα, στρώσαμε το μέρος που ήταν ανάμεσα στες δυο φωτιές και ξαπλωθήκαμε, έχοντας από μπρος κι' από πίσω φωτιά και ζεστασιά. Κι έτσι περάσαμε καλά.
Την άλλη πάλε την ημέρα, ξημερόντας τα Χριστούγεννα, ξεκινήσαμε, ελπίζοντας να προφτάσωμε την λειτουργία του Μαναστηριού και να μεταλάβομε, αλλά την ώρα, που γυρίζαμε την ράχη της Γκουντουβάσντας, την λεγομένη «Χέλι» κι' είχαμε το Μαναστήρι ως μισή ώρα μακριά κι' ακούγαμε με χαρά την καμπάνα να χτυπάει γλυκά-γλυκά, μας έπιασε η άγρια χιονοθύελλα, αγριότερη απ' ό,τι επεθύμησα να γένω εγώ την ημέρα, που αγνάντευα τα Γιάννενα, πριν ξεκινήσομε.
Ήταν, «γλυτωσέ μας Θεέ μου!» Αρπαχτήκαμε στην στιγμή ο ένας από τον άλλον και κάναμε την λεγόμενη «αλυσίδα», γιατί αλλιώτικα ήταν ικανός ο αγέρας, ο τρομερός Βορειάς, να μας πετάξει έναν-έναν σαν πούπουλα κάτω στην Άρτα.
Ο Πίντος, ασπροφορεμένος πατόκορφα κουνιόνταν ολόβολος. Η θύελλα, οπλισμένη με δύναμη μυριάδων θεών, μας απειλούσε να μας αφανίσει. Για μια στιγμή ένα τρομερό ανεμόχιονο μας σαβάνωσε. Ένας μεγάλος σύννεφας μας περικύκλωσε και χάσαμε αμέσως από μπροστά μας το Μαναστήρι, και δεν βλέπαμε πλιότερο από δέκα δρασκελιές τόπο γύρα-γύρα. Πάγωνε η αναπνοή μας κι έφευγε από το στόμα μας σ' εκατομμύρια μικροσκοπικά κρουσταλλένια μαργαριτάρια. Δεν πέρασαν παρά λίγα λεπτά, κι' ακούστηκε μια υπερκόσμια ταραχή κι' ένα ανήκουστο βουητό, σα να ξεριζώνονταν ο Πίντος για ν' αναποδογυριστεί, σα να χαλούσε ακέριος ο Κόσμος, σα νάσπαζαν τα ουράνια κι έπεφταν κομμάτια, σαν ν' αποδογυρίζονταν η γη! Πέρασε ο μεγάλος σύννεφας, που μας περικύκλωνε, σέρνοντας την σκοτεινιά από γύρα μας, και χίλιοι χιονόκτιστοι στύλοι, ψηλοί ως τα ουράνια, σηκώθηκαν από καταγής και προχωρούσαν χορεύοντας και πηδώντας και ξεριζώνοντας τα πεύκα και τα έλατα και τες οξιές, πώβρισκαν στο διάβα τους, κι' ενώ έφευγαν κάτω προς την Άρτα και την θάλασσα, άλλοι ξεφύτρωναν στην θέση τους, λεγεώνες αναρίθμητοι χιονοπλασμένων στοιχειών, που γύρευαν να κάνουν κάμπο το μέγα βουνό. Η φυσική ένστικτη άμυνα της ζωής μας, μας οδήγησε να γονατίσομε μέσα στο χιόνι κι' έτσι γονατισμένοι και σφιχτοπιασμένοι ο ένας με τον άλλον, να μπορέσομε ν' αντισταθούμε στον τρομερόν Βορειά.
— Ε! κακοκαιρία του Διαόλου! (Ξεφώνησε μ' αγανάκτηση ο Καπετάνιος). Έχω εξήντα χρόνια Κλέφτης και δεν αντροπιάστηκα ποτέ σαν σήμερα! Και δέκα Πασιάδες αν με πολεμούσαν, πάλι θα μπορούσα να σηκώσω το κεφάλι μου και να τους τουφεκίσω! Αλλά δεν θα σ' άφήκω κι' εσένα αντουφέκιστη. Και λέγοντας αυτά τα λόγια, έβγαλε το ντουφέκι του κάτω από την κάπα του και ντουφέκισε, νομίζοντας ότι πολεμούσε την χιονοθύελλα!
- Βόηθα, καημένη Παλιά Παναγιά, πωρχόμεστε να σ΄ ευχαριστήσομε και να σε προσκυνήσομε! Είπε ένας σύντροφος κι' ένας άλλος του απάντησε ειρωνικά:
— Φαίνεται πως μετάνιωσε η Παναγιά, που μας γλύτωσε τότε και τώρα θέλει να μας αφανίσει!
— Λες κι' άκουσε η Παναγιά την επίκληση του συντρόφου μας κι' άρχισε λίγο-λίγο η χιονοθύελλα να ξεθυμαίνει. Σηκωθήκαμε σιγά-σιγά, και περπατώντας σκυφτά-σκυφτά, βρεθήκαμε σε λίγο στην εξώθυρα του Μαναστηριού. Χτυπούμε δυνατά τον σιδερένιον κρούστη της εξώθυρας κι' ένα καλογεράκι μας άνοιξε σε λίγο, κι' ενώ αυτό έκανε τον σταυρό του, πώβλεπε νάρχωνται στο Μαναστήρι τέτοιον καιρό, και με τέτοιο τρικυμειό, εμείς τραβήξαμε ίσια στην εκκλησιά που λειτουργούσε. Εκείνη τη στιγμή ψάλλονταν το χαρμόσυνο: «Χριστός γεννάται». Ιδόντας ο Γούμενος από τ' άγιο βήμα έκανε το σταυρό του, απορώντας πως μπορέσαμε να βγούμε με τέτοιον καιρόν.
Τελειώνοντας η λειτουργία μεταλάβαμε όλοι κι' ύστερα, παίρνοντας τ' αντίδωρο, πήγαμε στην Παλιά την Παναγιά με τ' ασήμια και με τα χρυσάφια, την προσκυνήσαμε και την ευχαριστήσαμε και της κρεμάσαμε την σακούλα με τες εκατό λίρες.
Βλέποντας ο Γούμενος αυτήν την δωρεά την αναπάντεχη, πέταξε από τη χαρά του και μας έμπασε όλους στο δοξάτο, όπου βασίλευε χοντροκούτσουρη και χοντροκάρβουνη φωτιά κι' έκανε το δοξάτο το καρδιοχείμωνο στην κορφή του Πίντου, απολαυστικό λουτρό.
— Να, το λοιπόν, Άγιε Γούμενε (του είπε ο Καπετάνος, μ' ευχαρίστηση και με περηφάνια) που δεν ερχόμαστε στες είκοσι του Αλωναριού μοναχά, αλλά και στες είκοσι πέντε τ' Αντριώς, τα Χριστούγεννα!
— Δεν ξέρετε, παιδιά μου, (είπε ο Γούμενος) τι στενοχώρια είχα τότε, ως που να βεβαιωθώ ότι γλυτώσατε! Θαύμα, παιδιά μου, θαύμα της Μεγαλόχαρης — προσκυνούμε τ' όνομα της! Αυτή τους τύφλωσε τους αναθεματισμένους κι' άφηκαν ανοιχτόν τον γκρεμό! Αυτή, αυτή — προσκυνούμε και διπλοτριπλοσκυνούμε την άγια και μεγάλη χάρη της. Και λέγοντας αυτά, σταυροκοπήθηκε μ' ευλάβεια.
Σε λίγο ο Γούμενος διάταξε να στρωθεί τραπέζι.
Έφεραν ένα κριάρι ως είκοσι οκάδες, ψημένο στην σούβλα, κουκουρέτσι, αυγά, τυριά, παλιό μαύρο κρασί καστανιώτικο, μήλα και κάστανα ψημένα.
Βλόγησε ο Γούμενος κι' αρχίσαμε να τρώμε, σαν λιμασμένοι, ύστερα από τες απαραίτητες ευκές: «Καλώς ορίσατε, καλώς σας βρήκαμε, χρόνια πολλά, καλό βόλι και στην Πόλη του χρόνου».
— Ό,τι έλαχε παιδιά μου (είπε ο Γούμενος). Αν ήξερα ότι θάρχοσταν, θάφερνα από την Καλαμπάκα κι άλλο κρέας κι' άλλα πράγματα... Αυτό το κριάρι το είχα μανάρι και το σφαξα χτες το βραδινό για το επίσημο της ημέρας. Μαναστήρι, χωρίς σφαχτάρι τέτοια μέρα, δεν είναι σωστό... Δεν μου μηνύσατε, βλογημένοι, να το ξέρω και νάχω ετοιμασία;
— Δεν πειράζει, άγιε Γούμενε! (απάντησε ο Καπετάνος). Εμείς δεν ήρθαμε για το φαγί από τρεις μέρες δρόμο μέσα στα χιόνια και στ' αγριοκαίρια, αλλά για να προσφέρωμε το χρέος μας στη Μεγαλόχαρη — προσκυνούμε τ' όνομα της!
Είχαμε αποφάγει και πίναμε το κρασί με μήλα και με κάστανα, όταν μπαίνει στο δοξάτο ένας φύλακας από την Καστανιά, σαν αστροπέλεκας και μας λέγει:
— Σε μια ώρα το πολύ φτάνει εδώ ο φρούραρχος του Μετσόβου με χίλιους στρατιώτες να πατήσει άπαχτα το Μαναστήρι, σήμερα τα Χριστούγεννα με την ιδέα ότι ξεχειμωνιάζει ο καπετάν Λεωνίδας, που δεν ακούγεται καθόλου από τον χινόπωρο, και μ' έστειλε ο Κυρ-Νάσιος να σας το πω!...
Τάχασε ο Γούμενος από τον φόβο του, αλλ' ο Αητόγιαννος του είπε:
— Άγιε Γούμενε! Μια φορά τους φύγαμε, σαν λαγοί και τώχω μάρα στην καρδιά μου, αλλά τώρα θα τους βαρέσω τους γουρνομύτες! Ας έρθουν όσοι θέλουν!
Στην στιγμή καταστρώσαμε το σχέδιο της μάχης.
Αποφασίσαμε να χαρακωθούμε μπροστά στο Μαναστήρι και να χτυπήσομε τους Τούρκους από μπροστά, αφού δεν θα μπορούσαν να μας κλείσουν απ' όλες τες μεριές, εξαιτίας των χιονιών και θ' ανέβαιναν από έναν δρόμο μοναχά.
Πραγματικώς, ύστερα από μια -μιάμιση ώρα οι Τούρκοι ανέβαιναν τον ανήφορο σ' έναν στίχο, ερχόμενοι ολωσδιόλου ανύποπτοι, γιατί τους είχαν βεβαιώσει στην Καστανιά, ότι το Μαναστήρι ήταν καθαρό από Κλέφτες. Αλλά μόλις ζύγωσαν σ' απόσταση είκοσι πέντε μέτρων τους αρχίσαμε στο ντουφεκίδι κι' όλο στο ψαχνό.
Οι Τούρκοι ανταριάστηκαν, άφηκαν καμιά εκατοστή σκοτωμένους στον τόπο, και γύρισαν ντροπιασμένοι, μη μπορώντας εξαιτίας των χιονιών να μας κλείσουν και να κοιμηθούν στο ύπαιθρο.
Ενώ, λοιπόν, οι Τούρκοι τσάκισαν να φύγουν ο Αητόγιαννος, μεθυσμένος από την νίκη, όρμησε μόνος του από πίσω τους, χωρίς να φωνάξει κανένα μας να τον ακολουθήσει. Τρέχαμε από κοντά του, του φωνάζαμε να σταθή αλλά πού να σταθή αυτός! Έτρεχε σαν το κυνηγημένο τ' αλάφι από κοντά τους, βρίζοντας τους. Θέλοντας και μη, τον ακολουθήσαμε κι' εμείς και φτάσαμε τους Τούρκους, κάτω στην λακκιά. Εκεί είχαν καλό μέρος αυτοί κι' αντιστάθηκαν. Αρχίσαμε καινούργια μάχη, μάχη σαν λυσσιάρηδες. Έπεφταν οι Τούρκοι σωρό, αλλ' έπεσαν σκοτωμένοι και τρεις δικοί μας: ο Σκοτίδας, ο Γιωργάνεμος κι ο Αστρίτης, παλικάρια ένα κι ένα, αθέρας της παλικαριάς! Και τέλος, έπεσε λαβωμένος κι' ο αντρειωμένος μας Καπετάνος, ο Αητόγιαννος!
Επειδή η ημέρα ήταν λιγοστή, οι Τούρκοι βιάζονταν ν' αποχωρήσουν για την Καστανιά, ως που είχαν καιρό. Τσάκισαν ακόμα μια φορά τον κατήφορο, κι' εμείς μην μπορώντας πλειο να τους κυνηγήσομε, εξαιτίας του λαβωμού του αρχηγού μας, φορτωθήκαμε τους τρεις σκοτωμένους μας και τον βαρηοπληγωμένον Καπετάνο μας, και βγήκαμε στο Μαναστήρι.
Ο Αητόγιαννος, ο τιμημένος μας αρχηγός, πούχε εξήντα χρόνια Κλέφτης και δώδεκα παλιές πληγές στο κορμί του, νοιώθοντας να του φεύγει η ζωή, μας φίλησε όλους, έναν κι' έναν, μας κέρασε το «ψυχικό» από δυο τρία φλωριά τον καθένα, ζήτησε να τον πάμε να φιλήσει και τους σκοτωμένους συντρόφους μας, που τους είχαμε βάλει μέσα στην εκκλησιά, κι' ύστερα μας έκανε νόημα να του δώσουμε τον ταμπουρά του κ' άρχισε να τον βαρή λυπητερά και ν' ακολουθάη και το λάλημα του με το υστερνό του τραγούδι. Σε λίγο έκοψε το τραγούδι και το λάλημα και μας είπε χαρούμενος, σα να μην έπασχε καθόλου:
— Ευχαριστώ την Παναγία, που καταδέχτηκε να με κρατήση για πάντα στο σπίτι της (εννοώντας ότι θα θάφτονταν στον περίβολο του Μαναστηριού). Πεθαίνω, παιδιά μου, ευχαριστημένος. Εξήντα χρόνια πολέμησα αδιάκοπα τους Τούρκους, κι' ήταν δίκιο να πεθάνω από τούρκικο βόλι. Καλύτερον θάνατον απ' αυτόν δεν περίμενα... Ότι έχω να μείνουν στο Μαναστήρι.
Το λιοντάρι είχε λάβει την μορφή του αρνιού!
— Φέρτε μου το ντουφέκι μου! Διάταξε.
Ένα παλικάρι του το πήγε αμέσως, δακρύζοντας. Παίρνοντας το, ο Καπετάνος μας στο χέρι του, το φίλησε σταυρωτά κι υστέρα του τόδωκε, λέγοντας του:
- Πάρ' το κι' έβγα έξω στην κρεβάτα κι' ως που ακούς τον ταμπουρά μου και το τραγούδι μου, στέκα κι' ακούρμαινέ με και την στιγμή, που πάψουν και τα δυο, βρόντα το να συντροφέψει την ψυχή μου ο βρόντος του, και φώναξε μ' όλην την δύναμη σου ν' ακούσει ο Πίντος κι' όλα τα βουνά:
- Απέθανε ο Αητόγιαννος!
Όλοι κλαίγαμε και μόνον αυτός κράταγε την καρδιά του την σιδερένια ασυγκίνητος.
- Έχω κι' άλλο ένα να σας πω και να σας παρακαλέσω. (Μας είπε). Να βοηθάτε τα καημένα τα μανναστήρια όσο μπορείτε! Χωρίς αυτά τα μαναστήρια δεν θα μπορούσε να ζήση η Κλεφτουριά που λευτέρωσε την Ελλάδα! Να κόβετε από τη χαψιά σας και να δίνετε στα μαναστήρια. Δεν έχω άλλο τίποτε να σας πω. Σχωράτε με κι' ο Θεός σχωρέσ' σας!
Ύστερα πήρε τον ταμπουρά κι' άρχισε το επιθανάτιο τραγούδι κι' ενώ έπαιζε τον ταμπουρά και τραγουδούσε, άξαφνα τώπεσε ο ταμπουράς από τα χέρια και του κόπηκε το τραγούδι.
Το παλικάρι, που περίμενε στην κρεβάτα του Μανασταριού με το ντουφέκι του Καπετάνου μας, πυροβόλησε και φώναξε μ' όλη τη δύναμη του προς τον Πίντο και τ' άλλα τα βουνά:

— Κλάψτε, καημένα βουνά!  Απέθανε ο Αητόγιαννος!»