ΩΡΑ...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι φίλοι μας τα ζώα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι φίλοι μας τα ζώα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

Μαύρες γάτες: Πώς η θρησκοληψία και η αμορφωσιά τις δαιμονοποίησαν


Οι γάτες συντροφεύουν τους ανθρώπους ως κατοικίδια ζώα από τα πολύ παλαιά χρόνια, από την εποχή ακόμη της αρχαίας Αιγύπτου. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, ήδη από το 3000 π.Χ., λάτρευαν τη γάτα ως θεότητα του σπιτιού.  Οι πρώτες εξημερωμένες γάτες προστάτευαν τους αγρούς και τα σπίτια από μολύνσεις που προκαλούσαν διάφορα βλαβερά ζώα, όπως τα ποντίκια, με αποτέλεσμα οι Αιγύπτιοι να τις θεωρούν, κάποιες φορές, ισάξιες των πολεμικών θηλυκών λιονταριών. Σταδιακά αποδόθηκαν στις γάτες θεϊκές ιδιότητες και επιβλήθηκε η μορφή της γατόμορφης θεάς Bast, κόρης του Ρα, ο οποίος ήταν ο θεός του ήλιου, ως προστάτιδα των σπιτιών. Η Bast είχε κυρίαρχο ρόλο στην αρχαία αιγυπτιακή θεολογία και η λατρεία της οδήγησε στην αποδοχή των γατών ως ιερά ζώα. Μάλιστα, αν κάποιος τολμούσε να σκοτώσει μια γάτα, αυτό θεωρούνταν σοβαρό έγκλημα και τιμωρούνταν ανάλογα.
Ως τελευταίοι απευθείας απόγονοι των γατών που ζούσαν στην αρχαία Αίγυπτο θεωρούνται σήμερα από τους ειδικούς οι γάτες που κατοικούν στα νησιά της Κένυας, στο Αρχιπέλαγος Lamu.
Αλλά και σε πολλές άλλες θρησκείες στην αρχαιότητα υπήρχε η δοξασία ότι οι γάτες είναι εκστατικές ψυχές, σύντροφοι ή οδηγοί των ανθρώπων. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές οι γάτες γνώριζαν τα πάντα αλλά δεν μπορούσαν να επηρεάσουν τις ληφθείσες αποφάσεις των ανθρώπων, επειδή δεν είχαν φωνή.
Στην Ιαπωνία, η Maneki Neko είναι μια γάτα που συμβολίζει την καλοτυχία. Για το Ισλάμ, αν και η γάτα δεν αποτελεί ιερό ζώο, υπάρχει καταγραφές που αναφέρουν ότι ο Προφήτης Μωάμεθ είχε μια αγαπημένη γάτα, με το όνομα Mueza. Λέγεται ότι η αγάπη του για τα ζώα αυτά ήταν τόσο μεγάλη, ώστε «θα προτιμούσε να έμενε χωρίς το μανδύα του παρά να ενοχλούσε μια γάτα που θα κοιμόταν επάνω σ’ αυτόν».
Κι ενώ οι γάτες θεωρούνταν κατά βάση πολύ χρήσιμα ζώα και φορείς μάλλον καλής τύχης, ένας θρύλος που ανάγεται στην αρχαία Βαβυλώνα αλλά συναντάται και στην Εβραϊκή μυθολογία συσχετίζει τη μαύρη γάτα με την κακοτυχία, καθώς την παρομοιάζει να κάθεται στον ίδιο κύκλο με τον διάβολο.



Ο θρύλος αυτός ωστόσο δεν αρκούσε από μόνος του για να δαιμονοποιήσει τις μαύρες γάτες και χρειάστηκε να έρθουμε στα ζοφερά χρόνια του Μεσαίωνα για να αρχίσει να κυριαρχεί η αντίληψη ότι οι γάτες ήταν υπηρέτες του Διαβόλου, άποψη που επικράτησε περίπου τον 14ο αιώνα. Το μίσος των ανθρώπων τα χρόνια εκείνα απευθυνόταν στις γάτες οποιουδήποτε χρώματος, αλλά οι μαύρες είχαν την πρωτοκαθεδρία, επειδή το χρώμα τους συμβόλιζε το κακό και τον δαίμονα. Το 1348, όταν η αμάθεια κυριαρχούσε, οι άνθρωποι πίστευαν πως οι γάτες ήταν μάγισσες ή χρησιμοποιούνταν για την ενδυνάμωση των μαγικών δυνάμεων και των ικανοτήτων για μάγια. Για το λόγο αυτό εξοντώθηκαν συστηματικά πολλές γάτες. Η εξολόθρευσή τους οδήγησε στον πολλαπλασιασμό των αρουραίων και συνακόλουθα σε μαζικούς θανάτους από την επιδημία πανώλης (Μαύρος Θάνατος). Αμέσως οι γάτες θεωρήθηκαν η βασική αιτία της επιδημίας και εξολοθρεύτηκαν εκ νέου. Η ειρωνεία ήταν ότι στην πραγματικότητα οι γάτες βοηθούσαν στην καταπολέμηση της αρρώστιας, γιατί έτρωγαν τα ποντίκια και τους αρουραίους, που ήταν η αληθινή εστία της μόλυνσης.
Η σύνδεση των μαύρων γατών με την κακοτυχία και τις μάγισσες συνεχίστηκε για πολλά χρόνια. Στα χρόνια του Μεσαίωνα, όσοι τύχαινε να απολαμβάνουν τη συντροφιά μιας μαύρης γάτας, κρίνονταν πολλές φορές ένοχοι για μαγεία.
Στη Σκωτία υπήρχε ο μύθος της γιγάντιας μαύρης γάτας, που έκλεβε τις ψυχές των νεκρών, πριν προλάβουν να τις πάρουν οι Θεοί στον παράδεισο. Οι Σκωτσέζοι τοποθετούσαν φύλακες στους τάφους, για να υπερασπιστούν τις ψυχές τους, ενάντια στο δαίμονα της μαύρης γάτας. Τον 16ο αιώνα, η αντίληψη ότι οι μαύρες γάτες συνδέονταν με τη μαγεία και τις μάγισσες έφτασε στο απόγειό της. Ο κόσμος πίστευε ότι οι μαύρες γάτες συντρόφευαν τις μάγισσες στις σατανικές τελετές τους και λειτουργούσαν ως «αποθηκευτικοί χώροι» για τις υπερφυσικές τους δυνάμεις. Γι’ αυτό μαζί με τις μάγισσες, εκτελούσαν και τις γάτες τους για να εξαλείψουν κάθε ίχνος μαγείας. Άλλοι πάλι πίστευαν ότι οι ίδιες οι μάγισσες μεταμορφώνονταν σε μαύρες γάτες και τρομοκρατούσαν τους απλούς, θεοσεβούμενους ανθρώπους. Έτσι, μέσα από δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις η μαύρη γάτα θεωρήθηκε γρουσουζιά.
Σταδιακά σε πολλούς Ευρωπαϊκούς λαούς οι μαύρες γάτες θεωρήθηκαν ως πηγή κακοτυχίας. Τον 16ο αιώνα στην Ιταλία και τη Γερμανία οι άνθρωποι πίστευαν ότι αν μια μαύρη γάτα καθίσει στο κρεβάτι ενός αρρώστου, τότε αυτός θα πεθάνει. Και όταν αυτό συνέβηκε κάποιες φορές, έλεγαν πως ο θάνατος οφείλονταν στις υπερφυσικές δυνάμεις της γάτας και όχι στην αρρώστια. Επίσης αν στην κηδεία αυτού του ατόμου εμφανίζονταν μαύρη γάτα τότε αυτό σήμαινε ότι θα πεθάνει και άλλο μέλος της οικογένειας.
Αντίθετα οι πρώτοι Αμερικανοί, πίστευαν ότι με το ζωμό που προερχόταν από μια βρασμένη μαύρη γάτα μπορούσε να γιατρευτεί η φυματίωση. Το περίεργο ήταν ότι κανείς δεν τολμούσε να σκοτώσει μια μαύρη γάτα, γιατί αυτό σήμαινε κακοτυχία. Εκτός αυτού πίστευαν ότι αν κάποιος είχε πρόβλημα με τα μάτια του, μπορούσε να γιατρευτεί αν κάποιος τον χτυπούσε με δύναμη με την ουρά μιας μαύρης γάτας.
Θρύλοι των Αγγλοσαξόνων και των Σκανδιναβών αναφέρουν ότι, αν μαύρη γάτα διασχίσει το δρόμο, τότε ο πιο ασφαλής δρόμος για τον περαστικό είναι γυρίσει πίσω στο σπίτι του. Αν κάποιο άτομο δεν πάθαινε τίποτα, αν τολμούσε τελικά να περάσει από δρόμο που τον είχε διασχίσει μαύρη γάτα, τότε πίστευαν ότι αυτός ήταν υπό την προστασία του διαβόλου. Παρόλα αυτά, αν εκείνος χτυπούσε απαλά τη γάτα τρεις φορές, τότε η κακοτυχία έφευγε.
Στην Ιρλανδία και τη Νορβηγία λέγεται ότι αν μαύρη γάτα διασχίσει ένα φεγγαρόλουστο μονοπάτι, αυτό σημαίνει θάνατο από επιδημία. Επίσης λέγεται ότι οι μαύρες γάτες έχουν τη δυνατότητα να αλλάζουν τη μορφή τους και μπορούν να επικοινωνούν με το διάβολο.
Στην Κίνα, η παρουσία των μαύρων γατών σε ένα σπίτι σημαίνει αρρώστια και φτώχεια.
Οι γάτες και οι γυναίκες έχουν συνδεθεί κατά καιρούς με πολλούς τρόπους. Η Freya, θεά της έρωτα και της γονιμότητας των Νορβηγών, εμφανίζεται σε αναπαραστάσεις πάνω σε άρμα που το τραβάνε δύο μαύρες γάτες. Σε κάποιες περιπτώσεις αναφέρεται ότι οι γάτες κάλπαζαν σαν δαιμονισμένα άλογα. Μετά από εφτά χρόνια υπηρεσίας στη Freya, οι γάτες μεταμορφώνονταν σε μάγισσες, οι οποίες βέβαια πολύ πιθανόν πριν, απλά να ήταν μεταμφιεσμένες σε μαύρες γάτες.
Στη Φινλανδία πιστεύονταν ότι οι μαύρες γάτες μετέφεραν τις ψυχές των πεθαμένων στον άλλο κόσμο, ενώ οι Κέλτες πίστευαν ότι οι μαύρες γάτες ήταν ενσαρκώσεις όντων που είχαν τη δυνατότητα της πρόβλεψης. Στην Ινδία οι μαύρες γάτες συνδέονταν με τη μετεμψύχωση. Πίστευαν ότι όταν έχει γίνει μια μετεμψύχωση, η ψυχή αυτή μπορεί να ελευθερωθεί αν ρίξει μια μαύρη γάτα σε ένα φούρνο.
Μια παράδοση της Βεγγάλης λέει ότι μια γυναίκα μπορεί να αλλάξει την ψυχή της με μια μαύρη γάτα, και από εκεί και πέρα ότι κακό συμβεί στη γάτα θα το υποφέρει η γυναίκα. Μάλιστα υπάρχουν μαρτυρίες που λένε ότι χτυπήματα που δόθηκαν σε μαύρη γάτα αποτυπώθηκαν στα ίδια σημεία στο σώμα μιας γυναίκας.


Η πεποίθηση ότι οι μάγισσες μπορούσαν να μεταμορφωθούν οι ίδιες σε μαύρες γάτες, προκειμένου να περιφέρονται απαρατήρητες στους δρόμους, παρέμεινε ισχυρή και στην Αμερική την εποχή του «κυνηγιού των μαγισσών».
H δίκη των «μαγισσών του Salem» είναι ένα περιβόητο περιστατικό της αποικιακής ιστορίας των Η.Π.Α., το οποίο οδήγησε στην καταδίκη και εκτέλεση κατοίκων του χωριού Salem στη Μασαχουσέτη, το 1692, με την κατηγορία της μαγείας. Αποτελώντας μια νοητή συνέχεια του κυνηγιού μαγισσών της μεσαιωνικής Ευρώπης, οι δίκες μαγισσών ανήκουν στην προτεσταντική διωκτική παράδοση και το περιστατικό αυτό έχει χρησιμοποιηθεί έκτοτε ως γλαφυρό παράδειγμα, σε τομείς όπως η πολιτική αλλά και η λογοτεχνία, για τους κινδύνους που κρύβει ο θρησκευτικός φανατισμός, οι ψευδείς κατηγορίες και η κυβερνητική παρείσφρηση στις προσωπικές ελευθερίες του ατόμου.
Κι αν στην κοινή μνήμη διασώθηκαν μόνο οι μάγισσες του Salem, διακαστήρια για το ίδιο ζήτημα έγιναν και σε άλλες περιοχές της Μασαχουσέτης, όπως στο Salem Village (σήμερα Danvers), στο Salem Town, στο Ipswich, στο Andover, στη Βοστώνη και στο Charlestown.
Κατά καιρούς έχουν αποδοθεί ακόμα και υπερφυσικές δυνατότητες στις γάτες, όπως ότι μπορούν να δουν την αύρα ενός ανθρώπου, ότι μπορούν να δουν το φάντασμα ενός πεθαμένου, ή ότι μπορούν να προβλέψουν ένα σεισμό ή μεγάλες καταστροφές.
Το γυαλιστερό τους τρίχωμα και οι αινιγματικές τους ιδιότητες έχουν θεωρηθεί μυστήριες, δαιμονικές ή ότι προκαλούν κακοτυχία. Απόρροια των αντιλήψεων αυτών είναι το κυνήγι και η εξόντωση των μαύρων γατών, ανάλογα με τις εποχές και τον εκάστοτε πολιτισμό.
Η Julie Taff, φωτογράφος της εκδοτικής εταιρείας Browntrout, θεωρεί ότι υπάρχει ένα είδος ίντριγκας και μυστηρίου στις μαύρες γάτες. Η εταιρεία έχει εκδώσει κατά καιρούς διάφορα ημερολόγια με φωτογραφίες από γάτες, με πρώτο το «Μαύρες Γάτες», το 1997, το οποίο είχε και πολύ μεγάλη επιτυχία. Η ίδια όμως, παρόλο που γενικά δεν είναι προληπτική δεν περνάει ένα δρόμο, αν πριν έχει περάσει μια μαύρη γάτα. Μερικές προλήψεις αφήνουν τον άνθρωπο με τον θάνατό του!


Ο Debi Parsons – Drake, μέλος οργάνωσης για την προστασία των ζώων, λέει ότι οι μαύρες γάτες είναι τα ζώα με τη λιγότερη ζήτηση, κι αυτό γιατί γύρω τους κινούνται διάφορες προληπτικές θεωρίες.
Η Zora Neale Hurston, η οποία έχει σπουδάσει Hoodoo - παρόμοιο με το Voodoo - και ο Harry Middleton, ο οποίος είχε συγκεντρώσει πάνω από 13.000 ξόρκια, στη δεκαετία του ‘30 πίστευαν ότι κάθε μαύρη γάτα έχει ένα κόκαλο στο σώμα της που της δίνει τη δυνατότητα να εξαφανίζεται ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την επιστροφή στη ζωή ενός αγαπημένου προσώπου. Ο μόνος τρόπος για να πάρει κάποιος αυτό το κόκαλο είναι να ρίξει τη γάτα σε βρασμένο νερό τα μεσάνυχτα. Όταν η γάτα βράσει και το κρέας ξεχωρίσει από το κόκαλο τότε το κόκαλο που χρειάζεται θα μείνει στην επιφάνεια του βρασμένου νερού.
Ένα άλλο ξόρκι έχει τη μορφή ποιήματος. Ο ενδιαφερόμενος απαγγέλει:
«Μαύρη γάτα πέρασε από το δρόμο μου.
Φέρε τύχη στο σπιτικό μου,
Και όταν λείπω απ' το σπίτι μου
Δώστη μου όπου κι αν γυρνώ».
Αφού πει το ξόρκι αφήνει τη γάτα να φύγει. Αν την πειράξει ή τη χτυπήσει τότε θα έχει μεγάλη κακοτυχία!
Όμως όσο απομακρυνόμαστε από τον Μεσαίωνα υποχωρούν και οι δεισιδαιμονίες που προκαλούσαν φόβο στους ανθρώπους σε ό,τι αφορά την εύνοια της τύχης. Έτσι σε ορισμένους πολιτισμούς οι μαύρες γάτες θεωρούνται σύμβολα καλοτυχίας.
Για παράδειγμα, οι πειρατές του 19ου αιώνα, «μαύρες γάτες» και οι ίδιοι ενός κόσμου άκαμπτου, πίστευαν ότι αν έρθει προς το μέρος σου μια μαύρη γάτα, αυτό είναι κακό σημάδι, αν όμως εμφανιστεί μπροστά σου, αλλά απομακρυνθεί, αυτό σηματοδοτεί κάτι πολύ καλό!
Στα Midlands της Αγγλίας, πίστευαν ότι αν κάποιος πρόσφερε μια μαύρη γάτα ως δώρο γάμου αυτό έφερνε καλή τύχη στη νύφη.
Στο Yorkshire, οι γυναίκες των ψαράδων κράταγαν στο σπίτι μια μαύρη, ως εγγύηση ότι οι άντρες τους θα επιστρέψουν. Αν έμπαινε μαύρη γάτα στο σπίτι ή στο πλοίο τότε ήταν καλή τύχη, ειδικά αν δεν είχε καμία λευκή τρίχα. Οι γάτες δεν διώχνονταν ποτέ γιατί αυτό σήμαινε ότι διώχνεις την τύχη σου. Πίστευαν πως, αν έριχνες τη γάτα μέσα στη θάλασσα θα ανέβαιναν αμέσως τα νερά της και θα ερχόταν μια βίαιη καταιγίδα. Αυτή η πρόληψη της καλής τύχης, είχε ως αποτέλεσμα να κλέβονται οι μαύρες γάτες από τα σπίτια! 
Ο Βασιλιάς Κάρολος ο 1ος μάλιστα, για να αποφύγει το φαινόμενο της κλοπής, είχε βάλει άτομα να φρουρούν τη γάτα του.
Αφρικανικές και Αμερικανικές παραδόσεις λένε ότι οι μαύρες γάτες φέρνουν τύχη στο τζόγο. Έτσι πολλοί τζογαδόροι κουβαλούσαν μαζί τους μια μαύρη γάτα.
Γενικότερα οι λαοί που με κάποιον τρόπο συνδέονται με τη Μεγάλη Βρετανία έχουν μια διαφορετική αντίληψη για τις μαύρες γάτες. Για παράδειγμα στην Αγγλία και την Αυστραλία οι μαύρες γάτες σημαίνουν καλή τύχη. Κάποιοι αγρότες πίστευαν ότι οι μαύρες γάτες μπορούν να ανακαλύψουν κρυμμένους θησαυρούς, αν βέβαια ακολουθηθεί μια συγκεκριμένη διαδικασία. Έπρεπε να αφήσει κάποιος τη γάτα ελεύθερη σε μια διασταύρωση πέντε δρόμων και μετά απλά να την ακολουθήσει.
Οι Σκωτσέζοι πιστεύουν ότι αν εμφανιστεί μια μαύρη γάτα σε ένα σπίτι, αυτό σημαίνει ευημερία για το σπίτι αυτό.


Σήμερα, παρότι οι προλήψεις έχουν υποχωρήσει αρκετά, εξακολουθούν να υπάρχουν. Το 2007 φιλοζωικές οργανώσεις της Ιταλίας ανακήρυξαν την 17η Νοεμβρίου ως «ημέρα της μαύρης γάτας», προσπαθώντας να δώσουν τέλος σε αυτήν την προκατάληψη. Η δεισιδαιμονία ότι οι μαύρες γάτες φέρνουν κακοτυχία μπορεί να ισχύει σε πολλές χώρες, αλλά πουθενά δεν είναι τόσο βαθιά ριζωμένη όσο στην Ιταλία, όπου παπικό διάταγμα του Μεσαίωνα τις χαρακτήριζε «όργανα του Σατανά» και έκτοτε ρίχνονταν στην πυρά μαζί με τις υποτιθέμενες μάγισσες. Σύμφωνα με την Ιταλική «Ένωση Προστασίας των Ζώων και του Περιβάλλοντος», πέρυσι θανατώθηκαν με διάφορους τρόπους στη χώρα 60.000 γάτες. Η Ιταλική «Ένωση Προστασίας των Ζώων και του Περιβάλλοντος» έστειλε και επιστολή στο Βατικανό, ζητώντας βοήθεια από τον Πάπα Βενέδικτο Ιστ΄, ο οποίος, όπως γνωρίζει πολύς κόσμος, είναι γνωστό ότι αγαπά τις γάτες.


Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

Gunner, ένας σκύλος στον πόλεμο



Ο Gunner ήταν ένας αδέσποτος αρσενικός σκύλος ράτσας Kelpie που έγινε ξεχωριστός χάρη στην ικανότητά του να προειδοποιεί με αξιοπιστία και ακρίβεια το προσωπικό της αεροπορίας των Συμμάχων όταν τα γιαπωνέζικα πολεμικά αεροσκάφη πλησίαζαν στο Darwin της Αυστραλίας, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Το έξι μηνών μαύρο και λευκό αρσενικό Kelpie βρέθηκε κάτω από μια κατεστραμμένη καλύβα κοντά στην αεροπορική βάση του Darwin, χάρη στο κλαψούρισμά του, εξαιτίας του σπασμένου του μπροστινού ποδιού, στις 19 Φεβρουαρίου του 1942, μετά το πρώτο κύμα των ιαπωνικών επιθέσεων στο Darwin.
Το προσωπικό της Πολεμικής Αεροπορίας τον μετέφερε σε ένα νοσοκομείο εκστρατείας, αλλά ο γιατρός που ήταν μεθυσμένος  επέμενε ότι δεν μπορούσε να βοηθήσει έναν «άνθρωπο» χωρίς να γνωρίζει το όνομά του και τον αριθμό σειράς του. Τότε κάποιος απ’ το προσωπικό της αεροπορίας του απάντησε ότι το όνομά του ήταν «Gunner» και ο αριθμός της σειράς του ήταν «0000». Εκείνη λοιπόν την ημέρα και χάρη στα λόγια του αεροπόρου αυτού ο Gunner εισήλθε στην αεροπορία.
Ο Υποσμηνίας Percy Westcott, ένας από τους δύο αεροπόρους που βρήκαν τον Gunner, ανέλαβε την ευθύνη του. Ο σκύλος είχε ταραχθεί ιδιαίτερα απ’ τη βομβιστική επίθεση, αλλά ήταν μόνο έξι μηνών και έτσι μπόρεσε γρήγορα να το ξεπεράσει. Περίπου μία εβδομάδα μετά, ο Gunner κατέδειξε για πρώτη φορά τις αξιοσημείωτες δεξιότητες του στην ακρόαση. Ενώ οι άνδρες εργάζονταν στο αεροδρόμιο, ο Gunner ξαφνικά έδειξε ταραγμένος και άρχισε να κλαψουρίζει και να πηδά πάνω κάτω. Λίγο αργότερα, ακούστηκε ο ήχος ττων κινητήρων των πολεμικών αεροσκαφών που πλησίαζαν. Μόλις λίγα λεπτά αργότερα ένα κύμα Ιαπώνων επιδρομέων εμφανίστηκε πάνω απ’ τον ουρανό του Darwin και άρχισαν να βομβαρδίζουν την πόλη.
Δύο ημέρες αργότερα, ο Gunner άρχισε ξανά τη γκρίνια και τα άλματα και λίγο αργότερα ακολούθησε μια νέα αεροπορική επίθεση των Ιαπώνων. Το περιστατικό έγινε αντιληπτό απ’ τους αεροπόρους και στους μήνες που ακολούθησαν το επιβεβαίωσαν. Έτσι πολύ πριν ακουστούν οι σειρήνες, ο Gunner ειδοποιούσε με το δικό του τρόπο και όλοι έτρεχαν στα καταφύγια. Η ακοή του Gunner ήταν τόσο οξεία ώστε ήταν σε θέση να προειδοποιήσει το προσωπικό της συμμαχικής αεροπορίας ότι προσεγγίζουν εχθρικά αεροσκάφη ακόμη και είκοσι λεπτά πριν από την άφιξή τους και την εμφάνισή τους στο ραντάρ της πολεμικής αεροπορίας.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Gunner δεν έδειχνε κανενός είδους ενόχληση απ’ το θόρυβο των συμμαχικών αεροσκαφών που προσγειωνόταν ή απογειωνόταν. Η ταραχή του ξεσπούσε μόνο στο άκουσμα των εχθρικών αεροσκαφών, γεγονός που έδειξε στο προσωπικό της αεροπορικής βάσης ότι ήταν σε θέση να διαφοροποιεί τους ήχους των συμμαχικών από τα εχθρικά αεροσκάφη. Ο Gunner ήταν τόσο αξιόπιστος που ανάγκασε το διοικητή της βάσης να δώσει την έγκρισή του στον Percy Westcott να ειδοποιεί με μια φορητή σειρήνα αεροπορικής επιδρομής, κάθε φορά που παρατηρούσε τον Gunner να εμφανίζει παρόμοια σημάδια ανησυχίας. Μάλιστα η ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού αδέσποτων σκύλων στη βάση που μέχρι τότε κανείς δεν ενοχλούσε, αλλά και που σαφώς δεν είχαν το χάρισμα του Gunner, οδήγησε τον διοικητή της βάσης να ζητήσει απ’ το προσωπικό της βάσης να τα απομακρύνει από εκεί, εξαιρώντας φυσικά τον Gunner.
Ο Gunner έγινε από τότε πραγματικό μέλος της πολεμικής αεροπορίας. Κοιμόταν κάτω από την κουκέτα του Percy Westcott, έπαιζε με τους άνδρες στα ντους, πήρε μέρος σε ταινία που γυριζόταν στη βάση αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης των αεροπόρων, συνόδευε τους πιλότους κατά τη διάρκεια της πρακτικής τους στην προσγείωση και απογείωση.
Όταν τελικά ο Percy Westcott μετατέθηκε στη Μελβούρνη, ο Gunner έμεινε στο Darwin, και σιτιζόταν από τον κρεοπώλη της RAAF. Δυστυχώς κανείς δεν γνωρίζει την τύχη του Gunner μετά το τέλος του πολέμου.

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Η ιστορία ενός σκύλου




O Hachiko, που στα Ιαπωνικά σημαίνει «πιστός σκύλος», ήταν ένας σκύλος ράτσας Akita. Γεννήθηκε το Νοέμβριο το 1923, στην πόλη Odate, στην περιφέρεια Akita της Ιαπωνίας. Το 1924 ο ιδιοκτήτης του, καθηγητής γεωργίας Hidesamburō Ueno, τον πήρε μαζί του στο Τόκυο, όπου ζούσε και εργαζόταν.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του καθηγητή, κάθε πρωί που έφευγε για το Πανεπιστήμιο, ο σκύλος τον συνόδευε μέχρι την πόρτα. Το βράδυ, ο Hachiko πήγαινε και τον περίμενε στον σιδηροδρομικό σταθμό Shibuya. Όταν ο καθηγητής επέστρεφε με το τρένο απ το Πανεπιστήμιο, τον υποδεχόταν και τον συνόδευε σπίτι. Αυτό γινόταν μέχρι τον Μάιο του 1925, όταν ο καθηγητής έπαθε εγκεφαλικό καθώς έκανε διάλεξη. Ο σκύλος, τον περίμενε να κατεβεί απ το συγκεκριμένο τρένο όπως πάντα, αλλά ο καθηγητής είχε ήδη αφήσει την τελευταία του πνοή.
Μετά απ’ το θάνατο του καθηγητή, ο Hachiko δόθηκε σε άλλα σπίτια, αλλά καθημερινά δραπέτευε επιστρέφοντας στο παλιό του σπίτι. Κάθε βράδυ, την ίδια ώρα που περίμενε τον καθηγητή στον σταθμό, ήτανε εκεί, περιμένοντας να δει το φίλο του να κατεβαίνει απ’ το τρένο για να τον συνοδεύσει σπίτι. Αυτό συνεχίστηκε για τα επόμενα δέκα χρόνια.


Οι τακτικοί επιβάτες του σταθμού οι οποίοι είχανε δει τον σκύλο να περιμένει τον καθηγητή, πρόσεξαν ότι ακόμα και μετά τον θάνατο του, ήτανε εκεί καθημερινώς την ίδια ώρα. Αυτό τους συγκίνησε και αρκετοί τον φρόντιζαν φέρνοντάς του φαγητό και νερό. Το 1928, ο νέος υπεύθυνος του σταθμού συμπάθησε το σκύλο και του έφτιαξε ακόμη και χώρο σε μια από τις αποθήκες του σταθμού, ώστε να έχει ένα μέρος να κοιμάται. Ο σκύλος εμφανιζότανε στην πλατφόρμα του τρένου, μόνο την ώρα που ερχότανε το τρένο του καθηγητή. Τις υπόλοιπες ώρες περιφερόταν στον σταθμό, ξεκουραζόταν στην αποθήκη, ή επέστρεφε στο παλιό του σπίτι που ανήκε πλέον σε άλλον.
Ένας απ’ τους πρώην φοιτητές του καθηγητή, ο οποίος ήταν ειδικός στους σκύλους Akita, ακολούθησε τον Hachiko και έμαθε την ιστορία του. Μετά απ’ αυτό, ο πρώην φοιτητής κατέγραψε πόσοι καθαρόαιμοι σκύλοι της ράτσας αυτής υπήρχαν στην Ιαπωνία. Εκείνα τα χρόνια ήταν τριάντα στο σύνολο.


Τα επόμενα χρόνια, μέχρι και τον θάνατο του Hachiko, συνήθιζε να τον επισκέπτεται και να τον φροντίζει, γράφοντας άρθρα για την αφοσίωση του. Σιγά - σιγά ο κόσμος άρχισε να ενδιαφέρεται και να μαθαίνει περισσότερα για τη συγκεκριμένη ράτσα. Το 1932, ένα απ’ αυτά τα άρθρα δημοσιεύτηκε στη μεγαλύτερη εφημερίδα του Τόκυο και η ιστορία του Hachiko έγινε γνωστή σε όλη τη χώρα, αγγίζοντας τις καρδιές πολλών ανθρώπων.

Ο Hachiko έγινε σύμβολο πίστης, εντυπωσιάζοντας τον κόσμο με την αφοσίωσή του στο νεκρό αφέντη του. Συμβόλιζε το πνεύμα αγάπης και αφοσίωσης που πρέπει να υπάρχει σε κάθε οικογένεια. Γονείς και δάσκαλοι χρησιμοποιούσαν την ιστορία του ως παράδειγμα προς μίμηση. Τον Απρίλιο του 1934, παρουσία του Hachiko, έγινε η παρουσίαση του μπρούτζινου αγάλματός του, στον σταθμό της Shibuya. Το άγαλμα όμως καταστράφηκε στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Έτσι το 1948, ζητήθηκε απ’ τον Takeshi Ando, γιο του γλύπτη που έφτιαξε το πρώτο άγαλμα (ο οποίος είχε πια πεθάνει), να το ξαναφτιάξει. Το δεύτερο αυτό άγαλμα, παρουσιάστηκε τον Αύγουστο του 1948 και αποτελεί έκτοτε ένα δημοφιλές σημείο συνάντησης. Η είσοδος του σταθμού που βρίσκεται κοντά στο άγαλμα, ονομάζεται «Hachikō-guchi», που σημαίνει «έξοδος του Hachiko» και είναι μία απ’ τις πέντε εξόδους του σταθμού.
Ένα παρόμοιο άγαλμα υπάρχει και στην γενέτειρα του Hachiko, την Odate, μπροστά στο σταθμό των τρένων. Το 2004 φτιάχτηκε και ένα τρίτο άγαλμα, πάνω στην βάση του πρώτου αγάλματος που είχε δημιουργηθεί το 1934, και τοποθετήθηκε μπροστά απ’ το Μουσείο Σκύλων Akita στην Odate.


Ο Hachiko πέθανε στις 8 Μαρτίου του 1935 και σήμερα βρίσκεται βαλσαμωμένος στο Μουσείο Φυσικών επιστημών στο Τόκυο. Κάθε χρόνο στις 8 Απριλίου, εκατοντάδες κόσμου μαζεύονται για να τιμήσουν την μνήμη και την αφοσίωση του Hachiko σε μια σεμνή τελετή που γίνεται στον σιδηροδρομικό σταθμό της Shibuya.
Το 1994, το δίκτυο ραδιοφωνικής αναμετάδοσης πολιτισμού (CBN) στην Ιαπωνία ανακατασκεύασε από ένα παλιό δίσκο μια καταγραφή του Hachiko να γαυγίζει και ακολούθησε μια τεράστια διαφημιστική εκστρατεία που είχε το αποκορύφωμά της στο Σάββατο, 28 Μαΐου 1994, πενήντα εννιά έτη μετά από το θάνατό του, όταν εκατομμύρια ραδιοακροατών συντόνισαν τα ραδιόφωνά τους στη συχνότητα του CBN προκειμένου να ακούσουν το γαύγισμα του Hachiko. 

Η ιστορία του Hachiko μεταφέρθηκε σε χολιγουντιανή ταινία, το 2009, με πρωταγωνιστή στον ρόλο του καθηγητή τον Richard Gere.