ΩΡΑ...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραμύθια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Μαρτίου 2017

Ο αλεπού, ο λύκος και το κατώι του παπά


Μια φορά και έναν καιρό ο λύκος περπατώντας στο δάσος συνάντησε την αλεπού. Την είδε καλοθρεμμένη και χαρούμενη ενώ ο ίδιος ήταν αδύνατος και κακοπαθημένος.
«Τι έγινε κυρά αλεπού;» την ρώτησε. «Πώς τα καταφέρνεις και καλοτρώς, ενώ όλα τα άλλα αγρίμια του δάσους βρίσκουμε τόσο  δύσκολα τροφή που μόλις μας φτάνει για να στεκόμαστε στα πόδια μας;»
Η αλεπού είδε τον λύκο αδυνατισμένο και πεινασμένο και τον λυπήθηκε.
«Άκουσε να δεις» του λέει, «επειδή σε λυπάμαι έτσι που σε βλέπω θα σου πω ένα μυστικό. Ανακάλυψα μια τρύπα στον τοίχο στο  κατώι του παπά. Πάω λοιπόν κάθε βράδυ και τρώω από τα καλούδια που έχει αποθηκεύσει εκεί. Έλα μαζί μου απόψε, να σου δείξω».
Με μεγάλη χαρά ακολούθησε την αλεπού ο λύκος εκείνο το βράδυ. Μπήκαν από την τρύπα στο κατώι του παπά, όπου είχε κάθε λογής καλούδια, παστό, λουκάνικα, τυριά, τόσα που ο λύκος δεν είχε δει ποτέ του. Έπεσε λοιπόν με τα μούτρα στο φαγητό.
Και η αλεπού έτρωγε, αλλά αυτή είχε τον νου της και κάθε λίγο πήγαινε και έλεγχε να δει αν χωράει να περάσει από την τρύπα. Ο λύκος τίποτε, την είχε πέσει στο φαγητό χωρίς άλλη σκέψη.
Κάποια στιγμή ο παπάς άκουσε θόρυβο στο κελάρι.
«Α!», είπε, «θα είναι αυτός ο κλέφτης που ταράζει τις προμήθειές μου κάθε βράδυ. Τώρα θα δει» και κατέβηκε να πιάσει τον κλέφτη. Η αλεπού μόλις άκουσε τα βήματα να πλησιάζουν, πραφ πέρασε από την τρύπα και έτρεξε μακριά να σωθεί. Έτρεξε και ο λύκος, όμως καθώς είχε φουσκώσει η κοιλιά του απ’ το πολύ φαΐ, κόλλησε στην τρύπα. Έτσι κολλημένο τον βρήκε ο παπάς, άρπαξε μια βρεγμένη σανίδα και τον έκανε μαύρο στο ξύλο. Πλήρωσε εκείνος τα σπασμένα, όχι μόνο για ότι έφαγε ο ίδιος, αλλά και γιατί ο παπάς θεώρησε ότι αυτός ήταν ο κλέφτης που τον επισκεπτόταν κάθε βράδυ.
Η πονηρή αλεπού, δεν μπορούσε βέβαια να κάνει κάτι γι’ αυτό,  ακούγοντας λοιπόν τον παπά να δέρνει τον λύκο σχολίασε σκωπτικά:

«Στου παπά τα κατωγάκια παίζουν τα κωλοραβδάκια!»

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Το Αρνίτσι - μπίτσι


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια γριά και δεν είχε παιδιά. Είχε λοιπόν ένα αρνάκι και το είχε σαν παιδάκι της. Το τάιζε, το πότιζε, το έλουζε κάθε μέρα, και το έστελνε στο σχολείο να μάθει γράμματα.
Πήγαινε κάθε μέρα η γριά στο βουνό και μάζευε χορταράκι για να φάει τ’ αρνάκι της.
Σαν έφτανε έξω από το σπίτι της, έλεγε:

«Αρνίτσι - μπίτσι, έλ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ‘φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»

Την άνοιγε τ’ αρνάκι κι έμπαινε η γριά μέσα.
Έμαθε ο κυρ Νικόλας ο λύκος πως είχε η γριά ένα αρνίτσι - μπίτσι και το λιμπίστηκε να το φάει. Μια μέρα λοιπόν, όταν την είδε που βγήκε να μαζέψει χορταράκι, την παραμόνεψε ώσπου να γεμίσει το καλαθάκι της. Ύστερα την πήρε από πίσω, και όταν έφτασε η γριά στο σπιτάκι της, κρύφτηκε ο λύκος κοντά στην πόρτα. Άκουσε τη γριά που φώναζε τ’ αρνάκι της κι έμαθε τα λόγια που του έλεγε:

«Αρνίτσι - μπίτσι, έλ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ‘φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»

«Α, είπε μέσα του ο λύκος. Αυτά τα λόγια του λέει και της ανοίγει».
Την άλλη μέρα παραμόνεψε ο λύκος τη γριά που έφευγε να μαζέψει χόρτα και προτού να φύγει, είπε στ’ αρνάκι της:
- Κοίταξε, αρνάκι μου, μην ανοίξεις σε καθένα παρά σε μένα μονάχα!
- Καλά, μανούλα μου, είπε τ’ αρνάκι.
«Τώρα, σκέφτηκε ο λύκος, θα του πω κι εγώ το τραγουδάκι να μ’ ανοίξει το αρνίτσι - μπίτσι».
Σε λίγο, λοιπόν, πάει και χτυπάει την πόρτα και λέει με τη χοντρή φωνή του, κάνοντάς της όσο πιο γλυκιά - γλυκιά μπορούσε:

«Αρνίτσι - μπίτσι, έλ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»

Το αρνάκι όμως φώναξε από μέσα:
- Δεν είσαι εσύ η μανούλα μου! Η μανουλίτσα μου έχει γλυκιά και ψιλή φωνή και η δική σου είναι τραχιά και χοντρή.
Πάει τότε ο λύκος στον τροχιστή και του λέει:
- Σε παρακαλώ, τρόχισέ μου τη γλώσσα μου να γίνει ψιλή - ψιλή!
Τρόχισε ο τροχιστής τη γλώσσα του λύκου και την έκανε όσο πιο ψιλή μπορούσε. Τρέχει πάλι εκείνος στο αρνάκι και του λέει γλυκά - γλυκά απέξω από την πόρτα:

«Αρνίτσι - μπίτσι, ελ’ άνοιξε,
χλωρή βοσκίτσα σου ’φερα,
να φας, να πιεις, να κοιμηθείς,
και το πρωί να σηκωθείς,
να πάρεις το καλάθι σου,
να πας στο σχολειό σου!»


Τότε είπε το αρνάκι:
- Εσύ είσαι η μανουλίτσα μου!
Και του άνοιξε.
Μπαίνει ο λύκος μέσα και του δίνει μία «χλαπ!» του αρνιού, και το καταπίνει ολόκληρο!
Ύστερα πάει και χώνεται κάτω από τον καναπέ.
Έρχεται σε λίγο η γριά και φωνάζει:
- Αρνίτσι - μπίτσι!
Μα που τ’ αρνίτσι - μπίτσι, που βρίσκονταν μέσα στη κοιλιά του λύκου!
- Γειτόνισσα, μήπως είδες τ’ αρνίτσι - μπίτσι μου;
- Όχι, δεν το είδα! λέει η γειτόνισσα.
- Δώσε μου σε παρακαλώ το τσεκουράκι σου, ν’ ανοίξω την πόρτα μου, γιατί είναι κλειδωμένη.
Της δίνει η γειτόνισσα το τσεκούρι, ανοίγει η γριά την πόρτα και μπαίνει μέσα.
Κοιτάζει από δω, κοιτάζει από κει, πουθενά το αρνάκι της. Άρχισε τότε να κλαίει και να λέει:
- Πού είσαι, αρνάκι μου, πού είσαι, παιδάκι μου, να φας το χλωρό χορταράκι που σου έφερα!
Στο τέλος πήρε τη ρόκα της και κάθισε στον καναπέ της κι έγνεθε κι έκλαιγε.
Ο λύκος λοιπόν αναδευόταν κάτω από τον καναπέ και καμιά φορά τον πήρε είδηση η γριά. «Τ’ είναι τούτο;» λέει. Σκύβει και βλέπει το λύκο κάτω από το καναπέ.
- Α, εσύ είσαι, κυρ Νικόλα; του λέει. Τι κάθεσαι από κει κάτω και δε βγαίνεις να φάμε και να πιούμε και να παίξουμε το σάκου - σάκου;
Βγήκε λοιπόν ο λύκος, φάγανε, ήπιανε, και ύστερα πήρε η γριά ένα μεγάλο σακούλι και μπήκε μέσα και του λέει του λύκου:
- Πάρε τούτο το σκοινί και δέσε το σακούλι και πάρε και τούτη τη βέργα να με χτυπάς μαλακά-μαλακά. Αυτό είναι το σάκου - σάκου!
Την έδεσε ο λύκος, πήρε και τη βέργα και της έδωσε πέντ’ έξι.
- Φτάνει, γριά;
- Φτάνει!
Βγήκε η γριά, λέει στο λύκο:
- Η σειρά σου τώρα, κυρ Νικόλα!
Έβαλε λοιπόν το λύκο μέσα στο σακί, δένει το σακί και τον αρχίζει, που σε πονεί και που σε σφάζει!
- Ωχ, γριά, το κεφάλι μου! φώναζε ο λύκος.
- Θα τρως τ’ αρνίτσι - μπίτσι μου;
- Ωχ, γριά, η πλατίτσα μου!
- Θα τρως τ’ αρνίτσι - μπίτσι μου;
- Ωχ, γριά, τα πλευρά μου!
- Θα τρως τ’ αρνίτσι - μπίτσι μου;
- Ωχ, γριά, η κοιλίτσα μου!
Με το χτύπημα όμως που έδωσε η γριά στην κοιλιά του λύκου, πετάγεται τ’ αρνίτσι - μπίτσι έξω!

Του δίνει τότε άλλη μια η γριά του λύκου και τον σκοτώνει ολότελα, και πάει στο παζάρι και παίρνει ένα κάρο και δυο στρατιώτες και τον πήγαν στο ποτάμι και τον έκαναν μπλουμ!

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Το Σπαρματσέτο - Hans Christian Andersen


Ο Hans Christian Andersen ήταν Δανός λογοτέχνης και συγγραφέας παραμυθιών. Γεννήθηκε το 1805 στο Οντένσε της Δανίας. Ο πατέρας του ήταν παπουτσής, αλλά μην μπορώντας να αντέξει στη φτώχεια, πέθανε πολύ νέος, αφήνοντας το γιο του ορφανό, με τη μητέρα του μόνο του στήριγμα. Ο Χανς ήταν ένα περίεργο παιδί με εξαιρετική φαντασία. Ο νους του ήταν διαρκώς στα ποιήματα και στο διάβασμα. Τελείωσε το σχολείο των άπορων παιδιών και δεκατεσσάρων ετών πήγε στην Κοπεγχάγη, με μόνη του περιουσία 30 φράγκα και σκοπό να γίνει ηθοποιός. Έδωσε εξετάσεις στη Βασιλική Σχολή θεάτρου, αλλά δεν τον δέχτηκαν. Ευτυχώς είχε ωραία φωνή κι άρχισε να σπουδάζει μουσική, αλλά αρρώστησε ξαφνικά και έχασε τη φωνή του. Έτσι, το μόνο ταλέντο που του έμεινε ήταν το ταλέντο της ποίησης.
Οι στίχοι του άρεσαν και με μια βασιλική επιχορήγηση που κέρδισε βρέθηκε να σπουδάζει στο πανεπιστήμιο. Το 1827 δημοσίευσε ποιήματά του και έπειτα εξέδωσε μια σειρά έργων που του εξασφάλισαν την παγκόσμια δόξα: Διηγήματα, δράματα, αλλά προπάντων παραμύθια.
Όλα του τα έργα διαπνέονται από γλυκιά μελαγχολία, συγκίνηση και ειλικρίνεια. Στα παραμύθια του οι κυριότεροι ήρωες είναι φτωχοί και αδικημένοι άνθρωποι, που έχουν όμως ασυνήθιστα ψυχικά χαρίσματα, ευγένεια, ταλέντο, μεγαλοψυχία. Στα έργα του απεικονίζει τη ρεαλιστική και σύγχρονή του ζωή της μικροαστικής τάξης των πόλεων και χαρακτηρίζονται από δράση, χιούμορ και λεπτή σάτιρα. Μερικά από τα πολύ γνωστά παραμύθια του είναι «Η μικρή γοργόνα», «Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα», «Οι αγριόκυκνοι», «Η βασίλισσα του χιονιού», «Η βασιλοπούλα και το ρεβίθι», «Η Τοσοδούλα», «Το ασχημόπαπο», «Τα κόκκινα παπούτσια», «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα», «Το μολυβένιο στρατιωτάκι».
Πολλά από τα παραμύθια του μεταφράστηκαν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, όπως «Ο γιος του μπαλωματή», που περιγράφει όλη του ζωή, «Η ιστορία της μητέρας», «Η ιστορία μιας δραχμής».
Αφού εξέδωσε αρκετά βιβλία, άρχισε τα ταξίδια του. Ταξίδεψε στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ελλάδα, την Ιταλία, την Τουρκία και τις χώρες της Ανατολής. Πέθανε το 1875 στην Κοπεγχάγη.


Τσιτσίρισε καθώς οι φλόγες τύλιγαν το καζάνι... Ήταν η κούνια του Σπαρματσέτου. Και από τη ζεστή κούνια βγήκε ένα κερί χωρίς ψεγάδι. Συμπαγές, λαμπερό, λευκό και λεπτό, ήταν έτσι φτιαγμένο ώστε έκανε όσους το έβλεπαν να πιστεύουν πως υποσχόταν ένα λαμπρό, ακτινοβόλο μέλλον. Και πίστευαν πως ήταν μια υπόσχεση που αυτό το κερί θα ήθελε πραγματικά να κρατήσει και να υλοποιήσει.
Το πρόβατο - ένα καλό μικρό προβατάκι - ήταν η μητέρα του κεριού κι ένα χωνευτήρι ο πατέρας του. Από τη μητέρα του τού είχε πάρει ένα λαμπερό λευκό σώμα και μια υποψία για το τι είναι ζωή, αλλά από τον πατέρα του είχε πάρει τη λαχτάρα για τις πύρινες φλόγες, που θα διαπερνούσαν τελικά το μεδούλι του και θα το έκαναν να λάμπει στη πραγματικότητα.
Έτσι γεννήθηκε και μεγάλωσε· και με τις μεγαλύτερες και λαμπρότερες προσδοκίες, ρίχτηκε μέσα στη ζωή. Εκεί γνώρισε, τόσα, μα τόσα πολλά παράξενα πλάσματα κι απόκτησε σχέσεις μαζί τους, θέλοντας να μάθει για τη ζωή - και ίσως να βρει το μέρος στο οποίο θα ταίριαζε καλύτερα. Όμως, το Σπαρματσέτο είχε τόσο πολλή πίστη στον κόσμο που νοιαζόταν μόνο για αυτόν και όχι για το ίδιο. Ένας κόσμος που αδυνατούσε να καταλάβει την αξία του, κι επομένως προσπαθούσε να το χρησιμοποιήσει για δικό του όφελος, κρατώντας το με λάθος τρόπο· μαύρα δάχτυλα που άφηναν όλο και μεγαλύτερα σημάδια στη κάτασπρη παρθενική του αθωότητα, που τελικά ξεθώριασε, εντελώς καλυμμένη από τη βρωμιά του γύρω κόσμου που είχε έρθει υπερβολικά κοντά· πιο κοντά απ´ ό,τι μπορούσε να αντέξει το κερί, αφού ήταν ανίκανο να ξεχωρίσει τη βρωμιά από την αγνότητα - αν και παρέμενε πεντακάθαρο και άθικτο εσωτερικά.
Οι ψεύτικοι φίλοι ανακάλυψαν ότι δε μπορούσαν να αγγίξουν τον βαθύτερο εαυτό του και θυμωμένα πετούσαν το κερί παράμερα λες κι ήταν κάτι άχρηστο.
Το λερωμένο και λιγδιασμένο δέρμα του κράτησε όλους τους καλούς μακριά - φοβισμένοι καθώς ήταν μη τυχόν λερωθούν από τις βρωμιές και τους λεκέδες - και στέκονταν μακριά από το κερί.
Έτσι ήταν λοιπόν το Σπαρματσέτο, μοναχό και έρημο, χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Καθώς οι καλοί το είχαν απορρίψει, καταλάβαινε τώρα πια ότι το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να δυναμώνει τους κακούς. Ένιωθε τόσο απίστευτα δυστυχισμένο, επειδή είχε ξοδέψει τη ζωή του ανώφελα - στη πραγματικότητα, ίσως και να είχε βλάψει και πολλούς από τους γύρω του. Απλά δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο είχε γεννηθεί ή πού ανήκε· για ποιο λόγο είχε έρθει σε αυτή τη γη. Ίσως ο σκοπός του ήταν να καταστρέψει τον εαυτό του και άλλους.
Όλο περισσότερο, όλο και βαθύτερα, το κερί αναλογιζόταν - αλλά όσο περισσότερο σκεφτόταν την ύπαρξή του, τόσο πιο απελπισμένο ένιωθε, χωρίς να μπορεί να βρει τίποτα καλό, καμία ουσία στον εαυτό του, κανένα πραγματικό σκοπό για την ύπαρξη που του είχε δοθεί με την γέννηση του. Λες και το στρώμα βρωμιάς να είχε καλύψει ακόμη και τα μάτια του.
Τότε όμως συνάντησε μια μικρή φλόγα, ένα τσακμάκι. Αυτό γνώριζε το κερί καλύτερα απ’ ό,τι το Σπαρματσέτο τον εαυτό του. Το τσακμάκι ήταν τόσο καθαρό - μέχρι και το εξωτερικό του περίβλημα - και μέσα του εύρισκες τόση καλοσύνη. Καθώς αυτό πλησίασε, δημιουργήθηκε μια φωτεινή προσδοκία στο κερί - άναψε και η καρδιά του έλιωσε.
Περήφανα άναψε η φλόγα, όπως ένας θριαμβευτικός πυρσός σε μια χαρούμενη τελετή γάμου. Το φως ξεχύθηκε ολόγυρα λαμπρό και καθαρό, δείχνοντας το δρόμο μπροστά καθώς έλουζε με φως όλο το χώρο που τον περιβάλλει - τον αληθινό του φίλο - που μπορούσε πια να αναζητήσει την αλήθεια στη λάμψη του κεριού.
Ο κορμός του κεριού ήταν κι αυτός αρκετά δυνατός ώστε να κρατήσει την πύρινη φλόγα. Η μια σταγόνα μετά την άλλη, όπως οι σπόροι μιας νέας ζωής, κυλούσαν πάνω στο κερί, μεγάλες και στρογγυλές, καλύπτοντας την παλιά βρωμιά με τη μάζα τους.
Δεν ήταν μόνο το φυσικό, αλλά και το πνευματικό ζήτημα της ένωσης αυτής.
Και το Σπαρματσέτο βρήκε τη σωστή θέση του σε αυτή τη ζωή - και έδειξε ότι ήταν ένα αληθινό κερί. Συνέχισε να λάμπει για πολλά ακόμα χρόνια, δίνοντας χαρά στο ίδιο, αλλά και σε όλους τους άλλους γύρω του. 

Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2015

Ο τυφλός και ο κυνηγός - Παραδοσιακό παραμύθι Νοτίου Αφρικής


Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας τυφλός που ζούσε με την αδελφή του σε μια καλύβα, εκεί που τέλειωνε το δάσος.
Ο τυφλός ήταν πολύ έξυπνος. Παρ’ όλο που δεν έβλεπε, έμοιαζε να ξέρει για τον κόσμο πολύ περισσότερα πράγματα απ’ αυτούς που είχαν αετίσια μάτια. Συνήθιζε να κάθεται έξω από την καλύβα του, και να μιλά με περαστικούς. Αν είχαν κάποιο πρόβλημα, τον ρωτούσαν τι να κάνουν, και τους έδινε πάντα μια καλή συμβουλή. Αν υπήρχαν πράγματα που ήθελαν να μάθουν, τους απαντούσε, και όσα τους έλεγε, ήταν πάντα σωστά.
Οι άνθρωποι κουνούσαν το κεφάλι τους με έκπληξη: 
«Τυφλέ, πώς γίνεται και είσαι τόσο σοφός;»
Κι ο τυφλός, χαμογελούσε κι έλεγε: «Επειδή βλέπω με τα αυτιά μου».
Κάποτε, η αδελφή του τυφλού ερωτεύτηκε έναν κυνηγό από ένα άλλο χωριό και σύντομα παντρεύτηκαν. Όταν τελείωσε η γαμήλια τελετή, ο κυνηγός ήρθε για να ζήσει με την νέα του γυναίκα στην καλύβα. Αλλά ο κυνηγός δεν είχε χρόνο για τον αδελφό της γυναίκας του.
«Τι αξία έχει ένας άνθρωπος που δεν βλέπει!», έλεγε.
Και η γυναίκα, του απαντούσε: 
«Κι όμως, άνδρα μου, ξέρει περισσότερα για τον κόσμο απ’ αυτούς που βλέπουν!»
Ο κυνηγός, τότε, γελούσε: 
«Χα, χα! Τι μπορεί να ξέρει ένας τυφλός που ζει στο σκοτάδι; Χα, χα, χα!»
Κάθε μέρα, ο κυνηγός πήγαινε στο δάσος με παγίδες, ακόντια και βέλη, και κάθε βράδυ που γύριζε στο χωριό, ο τυφλός τού έλεγε: 
«Σε παρακαλώ, αύριο, άφησέ με να έλθω μαζί σου, για κυνήγι στο δάσος!»
Αλλ’ ο κυνηγός κουνούσε το κεφάλι: 
«Τι αξία έχει ένας που δεν βλέπει!»
Και περνούσαν οι μέρες, οι εβδομάδες, και οι μήνες, και κάθε βράδυ ο τυφλός έλεγε: 
«Σε παρακαλώ, άσε με να έλθω για κυνήγι αύριο!» 
Και, κάθε βράδυ, ο κυνηγός κουνούσε το κεφάλι…
Αλλά ένα βράδυ, ο κυνηγός είχε κέφια! Γύρισε σπίτι με καλό κυνήγι: μια χοντρή γαζέλα. Η γυναίκα του μαγείρεψε το κρέας, κι όταν τέλειωσαν το φαγητό, ο κυνηγός γύρισε στον τυφλό και του είπε: 
«Πολύ καλά. Αύριο, θα έλθεις στο κυνήγι!»
Και έτσι, το επόμενο πρωί ξεκίνησαν μαζί για το δάσος. Ο κυνηγός με τις παγίδες του, τα ακόντια και τα βέλη, οδηγώντας τον τυφλό με το χέρι στο μονοπάτι, ανάμεσα στα δέντρα. Περπατούσαν επί ώρες.
Ξαφνικά, ο τυφλός σταμάτησε. Τράβηξε το χέρι του κυνηγού. 
«Ένα λιοντάρι!»
Ο κυνηγός κοίταξε τριγύρω, και δεν είδε τίποτα. 
«Υπάρχει ένα λιοντάρι», είπε ο τυφλός, «αλλά δεν πειράζει. Έχει φάει, και κοιμάται βαθιά. Δεν θα μας πειράξει».
Προχώρησαν στο μονοπάτι, και πράγματι, εκεί, ήταν ξαπλωμένο, κάτω απ’ ένα δέντρο, ένα μεγάλο λιοντάρι. Μόλις το προσπέρασαν, ο κυνηγός ρώτησε:
«Πώς ήξερες για το λιοντάρι;»
«Επειδή βλέπω με τα αυτιά μου», του απάντησε ο τυφλός.
Επί ώρες συνέχιζαν, και κάποια στιγμή, ο τυφλός τράβηξε το χέρι του κυνηγού.
«Σσσς! Ένας ελέφαντας! Είναι ένας ελέφαντας, αλλά βρίσκεται μέσα σε μια λίμνη, κι έτσι δεν θα μας πειράξει», απάντησε ο τυφλός.
Προχώρησαν στο μονοπάτι, κι εκεί, σε μια λίμνη, ένας ελέφαντας έριχνε λάσπη στην πλάτη του. Μόλις τον πέρασαν, ο κυνηγός ρώτησε:
«Πώς ήξερες για τον ελέφαντα;»
«Επειδή βλέπω με τα αυτιά μου».
Και συνέχισαν, βαθιά μέσα στο δάσος, μέχρι που έφτασαν σε ένα ξέφωτο. Ο κυνηγός είπε: 
«Εδώ θα αφήσουμε τις παγίδες μας».
Ο κυνηγός έστησε μια παγίδα, και έδειξε στον τυφλό πώς να στήσει μιαν άλλη.
Όταν και οι δύο παγίδες ήταν έτοιμες, ο κυνηγός είπε: 
«Θα έρθουμε αύριο, να δούμε τι πιάσαμε». 
Και μαζί, πήραν τον δρόμο για το χωριό.
Το επόμενο πρωί, σηκώθηκαν νωρίς. Ξεκίνησαν μια ακόμη φορά, ακολουθώντας το μονοπάτι στο δάσος. Ο κυνηγός προσφέρθηκε να κρατά το χέρι του τυφλού, αλλά εκείνος του είπε:
«Όχι. Τώρα ξέρω τον δρόμο». 
Ο τυφλός βάδιζε μπροστά αυτήν την φορά, και το πόδι του δεν πιάστηκε ούτε σε μια ρίζα δέντρου. Δεν έχασε ούτε μια στροφή. Περπατούσαν, περπατούσαν, μέχρι που έφθασαν στο ξέφωτο, βαθιά μέσα στο δάσος, όπου είχαν στήσει τις παγίδες.
Ο κυνηγός είδε αμέσως ότι σε κάθε παγίδα είχε πιαστεί ένα πουλί. Και είδε αμέσως, ότι το πουλί στην δική του παγίδα ήταν ένα μικρό, γκρι πουλί, ενώ εκείνο που είχε πιαστεί στην παγίδα του τυφλού ήταν ένα πανέμορφο πουλί, με φτερά πράσινα, βαθυκόκκινα και χρυσαφιά.
«Κάτσε εκεί κάτω!», είπε. «Πιάσαμε και οι δύο ένα πουλί. Θα τα φέρω από την παγίδα τους.» 
Έτσι, ο τυφλός κάθισε, και ο κυνηγός κατευθύνθηκε στις παγίδες, και στον δρόμο, σκεφτόταν:
«Ένας που δεν βλέπει, δεν θα καταλάβει την διαφορά…». 
Κι έτσι έδωσε στον τυφλό το μικρό, γκρι πουλί, κι εκείνος κράτησε για τον εαυτό του το όμορφο πουλί με τα πράσινα, βαθυκόκκινα, χρυσαφένια φτερά.
Ο τυφλός πήρε στα χέρια του το μικρό, γκρι πουλί, και ξεκίνησαν για το σπίτι.
Περπατούσαν, περπατούσαν, και κάποια στιγμή, ο κυνηγός είπε:
«Αν είσαι τόσο έξυπνος, και βλέπεις με τ’ αυτιά σου, απάντησε μου σε τούτο: Γιατί υπάρχει τόσος θυμός και μίσος στον κόσμο;»
Και ο τυφλός του απάντησε: 
«Επειδή ο κόσμος είναι γεμάτος με ανθρώπους σαν και σένα, που παίρνουν ό,τι δεν τους ανήκει».
Ξαφνικά, ο κυνηγός αισθάνθηκε ντροπή. Πήρε το μικρό, γκρι πουλί από το χέρι του τυφλού, και του έδωσε το όμορφο, πράσινο, βαθυκόκκινο, χρυσαφί.
«Συγγνώμη», του είπε.
Και περπατούσαν, περπατούσαν, και ο κυνηγός είπε: 
«Αν είσαι τόσο έξυπνος, και βλέπεις με τα αυτιά σου, απάντησε μου στο εξής: Γιατί υπάρχει τόση αγάπη και ευγένεια στον κόσμο;» 
Και ο τυφλός απάντησε: 
«Επειδή ο κόσμος είναι γεμάτος με ανθρώπους σαν εσένα, που μαθαίνουν από τα λάθη τους».
Και περπατούσαν, μέχρι που έφτασαν σπίτι. Και από εκείνη την ημέρα, αν ο κυνηγός άκουγε κάποιον να ρωτά:
«Τυφλέ, πώς γίνεται και είσαι τόσο σοφός;», έβαζε το χέρι του γύρω από τους ώμους του τυφλού, και έλεγε:
«Επειδή βλέπει με τ’ αυτιά του και ακούει με την καρδιά του.»

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Τα καλικαντζαράκια


Στην άκρη ενός μικρού χωριού, σε ένα μικρό σπιτάκι ζούσε κάποτε μια μάνα, η κυρά-Λένη, με την κόρη της την Φιλιώ.
Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και το χιόνι είχε σκεπάσει τα βουνά, τους κάμπους και τους δρόμους και ήταν δύσκολο να τους διαβείς. Ο αέρας από τα γύρω σπίτια μύριζε μελομακάρονα, δίπλες και χριστόψωμα.
Η κυρά-Λένη με την κόρη της δεν είχαν ζυμώσει τίποτα για τα Χριστούγεννα, γιατί όλη μέρα δούλευαν σε ένα αρχοντόσπιτο.
«Φιλιώ μου, θα πάω μέχρι το μύλο να αλέσω λίγο σιτάρι. Πρέπει να φτιάξουμε κι εμείς μερικά γλυκά».
…είπε η μάνα!
«Όχι μάνα, είσαι κουρασμένη. Θα πάω εγώ στο μύλο».
«Όχι, δε σε αφήνω. Αυτές τις μέρες βγαίνουν οι καλικάντζαροι και συνηθίζουν να τρυπώνουν στους μύλους. Μάλιστα λένε ότι παραμονεύουν τις νέες κοπέλες, για να τις κοροϊδέψουν και να τους κάνουν κακό».
«Δε φοβάμαι μάνα, κι ούτε πιστεύω αυτά που λέγονται για τα καλικαντζαράκια. Θα πάω γρήγορα και θα γυρίσω αμέσως. Έλα δώσε μου το σακί με το σιτάρι και φέρε και το γαϊδουράκι να το φορτώσω».
«Καλά κόρη μου, αφού επιμένεις πήγαινε, αλλά να προσέχεις τα καλικαντζαράκια. Αν εσύ φερθείς έξυπνα, δε θα σε πειράξουν, γιατί στο βάθος είναι λίγο κουτά. Πάω να φέρω το γαϊδουράκι από το στάβλο».
Η Φιλιώ φόρτωσε στο γαϊδουράκι το σακί με το σιτάρι και ξεκίνησε για το μύλο. Από μακριά έβλεπε αμυδρά το φως του μύλου, που φωτιζόταν από ένα λυχνάρι.
Όταν έφτασε στο μύλο, άκουσε φωνές και γέλια. Σκέφτηκε ότι θα είναι μέσα κι άλλοι χωριανοί, που θέλουν να αλέσουν το σιτάρι τους. Σπρώχνει λοιπόν, την πόρτα και με έκπληξη και τρόμο βλέπει μπροστά της γύρω στα πέντε καλικαντζαράκια. Ήταν κάτι κακάσχημα και μαυριδερά ανθρωπάκια, με κατακόκκινα αστραφτερά μάτια, με κρεμασμένες τις γλώσσες τους έξω, με μακριές ουρές και με μεγάλα αυτιά, που συνεχώς κουνιόντουσαν.
Η Φιλιώ τραβήχτηκε προς τα πίσω για να φύγει, μα δεν πρόλαβε. Τα καλικαντζαράκια με γρήγορα πηδήματα την άρπαξαν και την τράβηξαν μέσα και άρχισαν να της λένε:
«Γιατί φεύγεις ομορφούλα; Εμείς περιμέναμε τόση ώρα να φανεί καμιά όμορφη κοπέλα. Τι ήρθες να κάνεις εδώ;»
«Ήρθα να αλέσω το σιτάρι μου».
«Άσε το σιτάρι σου και έλα να χορέψουμε».
«Θέλω να χορέψω μαζί σας, αλλά ας βάλω πρώτα το σιτάρι στο μύλο να αλέθεται, για να μην αργήσω».
Και αμέσως έριξε το σιτάρι στο καρίκι του μύλου και άρχισε το άλεσμα.
«Έλα κοπέλα, έλα να χορέψουμε! Και θα σου δώσουμε μεταξωτά φορέματα, χρυσά στολίδια, βελούδινα γοβάκια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία».
«Καλά λοιπόν, θα χορέψουμε! Τρέξτε όμως πρώτα να μου φέρετε όλα αυτά που μου είπατε και σας υπόσχομαι πως θα χορέψουμε μαζί ώρες ατέλειωτες».
«Ελάτε λοιπόν, ας τρέξουμε γρήγορα στην Προύσα και στη Βενετία, να της τα φέρουμε! Ομορφούλα κοπελιά, περίμενε μας! Δε θα αργήσουμε. Σε λίγη ώρα θα έχουμε γυρίσει».
«Ναι, θα περιμένω με αγωνία να έρθετε!»
Φεύγοντας τα καλικαντζαράκια έλεγαν μεταξύ τους:
«Πω πω, τι κουτή που είναι! Θα φάει το ξύλο της χρονιάς της όταν γυρίσουμε!»
Κι η Φιλιώ αναρωτιόταν όσο έμεινε μόνη:
«Θεέ μου! Τι θα κάνω τώρα; Πρέπει να αλέσω γρήγορα το σιτάρι και να φύγω, πριν με προλάβουν εδώ. Γρήγορα καλέ μου μύλε, άλεθε, για να φύγω, πριν γυρίσουν τα καλικαντζαράκια».
Το σιτάρι αλέστηκε, η Φιλιώ το πήρε και το άδειασε στο σακί της και βιαστικά φόρτωσε το σακί στο γαϊδουράκι και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό.
Όταν έφτασε, έπεσε τρομαγμένη στην αγκαλιά της μάνας της.
«Αχ μάνα, πόσο φοβήθηκα με τα καλικαντζαράκια!»
«Τι έπαθες κόρη μου;»
«Να, συνάντησα τα καλικαντζαράκια στο μύλο και μου είπαν να μου δώσουν χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα, για να χορέψω μαζί τους. Εγώ όμως δε τα πίστεψα. Τους είπα δήθεν να πάνε πρώτα να μου τα φέρουν, για να μπορέσω να τους ξεφύγω».
«Καλά έκανες κόρη μου. Έλα κόπιασε στη φωτιά να ξεκουραστείς κι εγώ θα φτιάξω τα γλυκά».
Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα, όταν χτύπησε η πόρτα και στο κατώφλι φάνηκε η Μαλάμω, η φαντασμένη κόρη του άρχοντα και είπε στη Φιλιώ:
«Φιλιώ, πήγαινε γρήγορα στο μύλο, να αλέσεις λίγο σιτάρι, γιατί μας τέλειωσε το αλεύρι και θέλουμε να φτιάξουμε μερικά γλυκά ακόμη».
«Δε μπορώ να πάω. Μόλις τώρα γύρισα από το μύλο κι έχω πάρει μια τρομάρα από τα καλικαντζαράκια, που δε λέγεται!»
«Μπα; Είδες τα καλικαντζαράκια;»
…είπε κοροϊδευτικά η Μαλάμω και της απάντησε η κυρά-Λένη:
«Ναι, τα είδε και της έταξαν χρυσά φλουριά, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία».
«Και δεν τα πήρε η κουτή η κόρη σου;»
«Όχι, δεν τα πήρε».
«Καλά, καλά. Τότε θα πάω εγώ».
«Εσύ; Καλά δε φοβάσαι τη χιονοθύελλα που άρχισε;»
…ρώτησε με απορία η κυρά-Λένη.
«Όχι βέβαια, είμαι γενναία εγώ, δε φοβάμαι!»
…είπε και έκλεισε βιαστικά την πόρτα, τρέχοντας μέσα στη χιονοθύελλα προς το μύλο. Ο νους της ήταν στα χρυσά στολίδια, στα μεταξωτά φορέματα, στα βελούδινα παπούτσια και στα δυο μπαούλα με τα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.
Λαχανιασμένη έφτασε στο μύλο, έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα και βρέθηκε μπροστά στα καλικαντζαράκια.
«Καλώς την κοπέλα! Έλα να χορέψουμε!»
…της είπαν τα καλικαντζαράκια κι εκείνη τους απάντησε:
«Για να χορέψω μαζί σας, θέλω πρώτα χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα».
«Βέβαια, βέβαια θα σου τα δώσουμε. Πάμε να σου τα φέρουμε αμέσως».
…είπαν τα καλικαντζαράκια και βγήκαν έξω. Όταν γύρισαν μετά από λίγο, κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα ρόπαλα και άρχισαν να την χτυπούν.
«Θέλεις στολίδια και μεταξωτά φορέματα, ε; Θέλεις χρυσά φλουριά; Πάρτα λοιπόν, ανόητη Μαλάμω!»
Η Μαλάμω φώναζε για βοήθεια, αλλά ποιος να την ακούσει μέσα στη νύχτα; Τσακισμένη από το ξύλο και την κούραση γύρισε στο σπίτι της. Με ντροπή είπε την περιπέτεια της στη μάνα της. Από τότε όμως σταμάτησε να είναι φαντασμένη και εγωίστρια.

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

Μαλιντούσα, η καλή μάγισσα


Μια φορά και έναν καιρό, στην άκρη του μεγάλου δάσους, υπήρχε μια παράξενη καλύβα. Είχε μια μεγάλη πόρτα, δύο στρογγυλά παράθυρα και μια καμινάδα στην σκεπή. Αλλά το παράξενο με αυτήν την καλύβα ήταν ότι στηριζόταν σε κάτι πόδια όμοια με αυτά της χήνας! Μέσα εκεί, λοιπόν, ζούσε η καλή μάγισσα Μαλιντούσα.  Όποιος πήγαινε στην καλύβα της Μαλιντούσας περνούσε πολύ όμορφα. Και εκείνη έδινε πάντα τις καλές και χρήσιμες συμβουλές της.
Μια μέρα χτύπησε την πόρτα της ένας  ζητιάνος που έφερνε μαζί του ένα κατάλευκο κύκνο. Παραξενεμένη η Μαλιντούσα έκανε χώρο να περάσουν, κάθισαν δίπλα στο τζάκι κι ο ζητιάνος άρχισε να διηγείται μια πονεμένη ιστορία.
«Κάποτε», άρχισε να λέει, «ήμουν ένας άρχοντας και γενναίος πολεμιστής. Αγάπησα μια όμορφη κοπέλα, την Μυρτώ, που όμως την μοίρα της την κρατούσε στα χέρια του, ένας κακός μάγος που τον έλεγαν Κρατερό. Μια μέρα ο Κρατερός παρουσιάστηκε στο αρχοντικό μου, και με φωνή παγερή φώναξε:
‘’Για να παντρευτείς την Μυρτώ θα πρέπει να πρώτα να δείξεις σε μένα την γενναιότητά σου. Μόνο έτσι θα σου την εμπιστευτώ’’.
‘’Και τι πρέπει να κάνω;’’ τον ρώτησα.
‘’Θέλω να μου φέρεις εκατό χρυσά φλουριά, ώστε να φτιάξω εκατό στρατιώτες. Θέλω επίσης μια στάλα βροχής για να φτιάξω μια γυναίκα ολόδροσης ομορφιάς. Και τέλος θέλω μια τρίχα από έναν αετό για να φτιάξω ένα ισχυρό βασίλειο και ένα θρόνο. Αν δεν εκτελέσεις τις διαταγές μου, η Μυρτώ θα μεταμορφωθεί σε λευκό κύκνο και εσύ θα τον κουβαλάς μαζί σου, ώσπου να βρεις την καλή μάγισσα Μαλιντούσα να διηγηθείς την ιστορία σου, αλλά πρόσεχε, μέχρι τότε, όποιος κι αν σε ρωτάει για τον κύκνο, δεν θα λες τίποτα’’.
Περίλυπος λοιπόν τον ξαναρώτησα:
‘’Πού θα τα βρω όλα αυτά;’’
‘’Σε πέντε μήνες από τώρα θα συναντήσεις ένα παλικάρι να βγάζει νερό μέσα από ένα πηγάδι. Ρώτησέ το κι ύστερα θα δεις τι θα γίνει’’.
Λέγοντας όλα αυτά ένα τεράστιο σύννεφο εμφανίστηκε και πήρε τον μάγο. Εγώ», συνέχισε την διήγησή του, «τράβηξα απελπισμένος τον δρόμο μου έως ότου μετά από πέντε μήνες βρήκα το παλικάρι. Δυστυχώς όμως ήταν άλαλος και με τα νοήματα δεν κατάφερα να καταλάβω τι μου έλεγε. Λίγο πιο πέρα παρατηρήσαμε ότι υπήρχε ένας αετός που καθόταν σε ένα δέντρο. Το παλικάρι άναψε μια φωτιά μέσα από την οποία βγήκε ένας δράκος. Ο δράκος, λοιπόν, με μανία άρπαξε τον αετό, του έκοψε μία τρίχα, πήρε ένα αυγό του μέσα από την φωλιά του και έγινε άφαντος. Απόμεινα συλλογισμένος και έκπληκτος. Τι να σήμαινε όλο αυτό που έγινε με τον αετό άραγε; Δεν ήξερα τι να κάνω. Από πού να ζητήσω βοήθεια. Και τότε ήρθε ένα άλογο, σταμάτησε δίπλα μας και εμείς το καβαλήσαμε. Εκείνο άρχισε ένα περήφανο καλπασμό. Μας πήγε στο παλάτι του Δράκου που είχε κλέψει την τρίχα του αετού και το αυγό. Δεν ήταν εύκολο να μπούμε στο παλάτι. Έπρεπε να διασχίσουμε μια λίμνη που ήταν γεμάτη επικίνδυνους κροκόδειλους. Δεν μπορούσαμε να την περάσουμε. Δεν είχαμε τρόπο. Κι έμεινα στην άκρη κλαίγοντας. Μονομιάς συννέφιασε κι άρχισε να βρέχει. Τότε θυμήθηκα την στάλα βροχής. Τη μάζεψα, μα δεν μπορούσα να γυρίσω στον μάγο Κρατερό δίχως τα χρυσά φλουριά, την τρίχα και το αυγό. Κι έτσι αποφάσισα να γυρίσω στο άλαλο παλικάρι. Καβαλήσαμε πάλι το άλογο να γυρίσουμε πίσω. Εκείνο όμως έμεινε ακίνητο. Σκέφτηκα ότι θα διψούσε. Το πήγα λοιπόν στην λίμνη να πιει νερό. Κι εκείνη την ώρα… Η λίμνη χάθηκε και μια γέφυρα εμφανίστηκε και έτσι κατάφερα να περάσω στο παλάτι αλλά εκεί δεν βρήκα κανένα. Φώναξα και ξαναφώναξα τον Δράκο αλλά απάντηση δεν πήρα. Ξαναφώναξα πιο δυνατά αυτήν την φορά και να που εμφανίστηκε ένα ποντικάκι που με ανθρώπινη φωνή μου είπε:
‘’Γεια σου! Μου δίνεις λίγο τυράκι γιατί πεινάω;’’
‘’Μετά χαράς!’’ απάντησα, και του έδωσα λίγο που κρατούσα.
Χαμογελούσα, βλέποντας με τι χάρη έτρωγε το τυράκι, ώσπου το ποντικάκι μεταμορφώθηκε σε μια όμορφη κοπέλα. Εκείνη μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω. Με πήγε σε μια αίθουσα όπου μέσα υπήρχε πάνω σε ένα μπαούλο μια σέλα.
‘’Πάρε αυτήν την σέλα και βάλ’ την πάνω στο άλογο σου. Είναι μαγική σέλα. Όποιος κάθεται πάνω της μπορεί να του δώσει ότι επιθυμήσει’’.
Πήρα το παλικάρι, ανεβήκαμε και της ζητήσαμε να μας πάει πίσω στο μάγο να δούμε την Μυρτώ. Ήμουν πολύ χαρούμενος και ξέχασα τελείως ό,τι μου είχε ζητήσει ο μάγος Κρατερός. Έτσι όταν έφτασα στην Μυρτώ και πήγα να την φιλήσω εκείνη έγινε ένας λευκός Κύκνος. Από τότε έχουν περάσει πέντε χρόνια, που ψάχνω να σε βρω, καλή μου Μαλιντούσα. Κουβαλάω τον κύκνο μαζί μου, διότι εσύ είσαι η τελευταία μου ελπίδα και παρηγοριά».
Συγκινημένη η Μαλιντούσα από την περιπέτειά του, σηκώθηκε δίπλα του λέγοντας:
«Πραγματικά έδειξες πόσο γενναίος είσαι. Ο Κρατερός είναι αδελφός μου. Θα πάω λοιπόν να μιλήσω μαζί του, ώστε να λυθούν τα μάγια και η Μυρτώ να ξαναγίνει άνθρωπος. Εσύ όμως περίμενε εδώ».
Η Μαλιντούσα άνοιξε την πόρτα της καλύβας, χτύπησε παλαμάκια τρεις φορές και μια χήνα παρουσιάστηκε. Ανέβηκε επάνω της και πετώντας έφτασε στον αδελφό της. Εκείνος μόλις την είδε κατάλαβε αμέσως τι τον ήθελε και της έδωσε ένα ολομέταξο πουκάμισο.
«Αυτό θα φορέσει ο Κύκνος για να ξαναγίνει άνθρωπος», της είπε.
«Σε ευχαριστώ αδελφέ μου», του είπε και έφυγε.
Όταν έφτασε πίσω στην καλύβα βρήκε τον ζητιάνο πλημμυρισμένο στην χαρά.
«Μα τι έγινε;» ρώτησε η Μαλιντούσα.
«Όταν η μαγική σέλα γύρισε πίσω στο παλάτι του Δράκου, τη βρήκε η κοπέλα και τη ρώτησε τι της είχα ζητήσει. Και όταν η κοπέλα ανακάλυψε ότι είχα ξεχάσει να ζητήσω αυτά που έπρεπε να ζητήσω, τα ζήτησε εκείνη και μου τα έφερε!»
«Ωραία! Πολύ ωραία! Πάρε τώρα το πουκάμισο αυτό και φόρεσέ το στον κύκνο».
Όταν η Μυρτώ φόρεσε το πουκάμισο ξανάγινε αμέσως άνθρωπος και ο μάγος Κρατερός ευχαριστημένος πια, έφτιαξε το δικό του παλάτι.
Ο άρχοντας πήρε την Μυρτώ, παντρεύτηκαν, έκαναν πολλά παιδιά μα ποτέ δεν ξέχασαν την καλή μάγισσα Μαλιντούσα και συχνά πήγαιναν να τη δούνε και να τη συμβουλευτούν. Σύντομα μάλιστα κατάφεραν με τις πολύτιμες συμβουλές της να κάνουν ένα τρανό κράτος όπου βασίλευαν με καλοσύνη και οι κάτοικοι του βασιλείου ζούσαν ξέγνοιαστοι κι ευτυχισμένοι.

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Ο σκληρόκαρδος γίγαντας - Oscar Wilde




Ο Oscar Fingal O'Flahertie Wills Wilde γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1854 και υπήρξε μυθιστοριογράφος, ποιητής, δραματουργός και κριτικός. Έμαθε άπταιστα Γαλλικά και Γερμανικά και έκανε κλασικές σπουδές. Έγινε γνωστός για την ενασχόλησή του με το ανερχόμενο ρεύμα του Αισθητισμού, το οποίο ιδρύθηκε από δυο από τους καθηγητές του, τους Walter Pater και John Ruskin. Μετά το πανεπιστήμιο μετακόμισε στο Λονδίνο όπου εντάχθηκε στους ανώτερους πνευματικούς και κοινωνικούς κύκλους. Ως εκπρόσωπος του κινήματος του αισθητισμού ασχολήθηκε με όλες τις μορφές διανόησης: εξέδωσε μία ποιητική συλλογή, έδωσε ομιλίες στις Η.Π.Α. και στον Καναδά σχετικά με τον «Αγγλικό Διαφωτισμό στην Τέχνη», και έπειτα επέστρεψε στο Λονδίνο όπου έγραψε μεγάλο αριθμό άρθρων ως δημοσιογράφος. Γνωστός για το οξυδερκές πνεύμα, τις εξεζητημένες εμφανίσεις και τους πνευματώδεις διαλόγους του, έγινε μια από τις διασημότερες προσωπικότητες της εποχής του.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1890 τελειοποίησε τις ιδέες του σχετικά με την ανωτερότητα της τέχνης σε μια σειρά από διαλόγους και δοκίμια. Μετά στράφηκε στο θέατρο. Έγραψε το έργο «Salome» (1891) στο Παρίσι, στη γαλλική γλώσσα, έργο που δεν ανέβηκε στην Αγγλία παρά μόνο χρόνια αργότερα, εξαιτίας της απαγόρευσης έργων με Βιβλικό περιεχόμενο στο αγγλικό θέατρο. Ανεπηρέαστος από τις αντιδράσεις, έγραψε τέσσερις ακόμα κοινωνικές σάτιρες («Lady Windermere's Fan - 1892» «A Woman of No Importance - 1893», «An Ideal Husband – 1895, «The Importance of Being Earnest – 1895»)  μέχρι τα μέσα της δεκαετίας, οι οποίες τον έκαναν έναν από τους πιο επιτυχημένους συγγραφείς του ύστερου Βικτωριανού Λονδίνου. Ακολούθησαν τα πεζά «The Canterville Ghost – 1887», «The Happy Prince and Other Stories – 1888», «The Portrait of Mr. W. H. – 1889», «Lord Arthur Saville’s Crime and other Stories – 1891», «Intentions – 1891», «The Picture of Dorian Gray – 1891», «House of Pomegranates – 1891», «Teleny or the Reverse of the medal – 1893».
Στην προσωπική του ζωή  νυμφεύτηκε το 1881 την Constance Lloyd, με την οποία απέκτησαν δύο γιους, τον Cyril το 1885 και τον Vyvyan το1886.
Το 1894 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή «The Sphinx» και ευρισκόμενος στο απόγειο της φήμης του, και ενόσω το αριστούργημά του «The importance of being Earnest» (1895) παιζόταν στο Λονδίνο, μήνυσε το Μαρκήσιο του Queensberry για συκοφαντία. Ο Μαρκήσιος ήταν ο πατέρας του εραστή του Wilde, του Lord Alfred Douglas. Η πράξη του Wilde να κινηθεί νομικά κατά του μαρκήσιου, στράφηκε τελικά εναντίον του, καθώς στη διάρκεια της δίκης παρουσιάστηκαν αποδείξεις οι οποίες ανάγκασαν τον Wilde να αποσύρει τις κατηγορίες και οδήγησαν στην σύλληψή του με την κατηγορία του σοδομισμού (η ομοφυλοφιλία ήταν τότε ποινικό αδίκημα στην Αγγλία). Ύστερα από δύο ακόμα δίκες, κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε δύο χρόνια καταναγκαστικά έργα.
Το 1897, στην φυλακή, έγραψε το «De Profundis», μία μακροσκελή επιστολή που εκδόθηκε το 1905, όπου αναλύει την ψυχοσύνθεσή του στις δίκες, δημιουργώντας ένα σκοτεινό «αντίβαρο» στην πρότερη φιλοσοφία της απόλαυσης. Μετά την αποφυλάκισή του έφυγε κατευθείαν για την Γαλλία, όπου και έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Εκεί έγραψε και το τελευταίο του έργο, «The Ballad of Reading Gaol» (1898), ένα μακροσκελές ποίημα όπου παρουσιάζει τις κακουχίες της ζωής στην φυλακή. Πέθανε άπορος στο Παρίσι, στις 30 Νοεμβρίου του 1900 από μηνιγγίτιδα, σε ηλικία 46 ετών.

Κάθε απόγευμα, φεύγοντας απ’ το σχολείο, τα παιδιά το ‘χαν συνήθεια να παίζουν στον κήπο του γίγαντα. Ήταν ένας πελώριος, μαγευτικός κήπος, μ’ απαλή πράσινη χλόη και χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια όμοια μ’ αστέρια κι ακόμα, εδώ κι εκεί, δώδεκα ροδακινιές φορτωμένες ρόδινα κι ολόλευκα ντελικάτα ανθάκια απ’ της άνοιξης τ’ άγγιγμα, που το φθινόπωρο βάραιναν απ’ τα πολύχυμα φρούτα.
Τα πουλιά κάθονταν στα δέντρα και κελαηδούσαν τόσο γλυκά, που τα παιδιά σταματούσαν το παιχνίδι για να τ’ ακούσουν. «Πόσο ευτυχισμένα είμαστε εδώ!» έλεγαν αναμετάξυ τους.


Κάποια μέρα ο γίγαντας γύρισε. Εφτά ολάκερα χρόνια ήταν σ’ επίσκεψη, στο φίλο του το δράκο της Κόρνις, κι όταν τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος είχε τελειώσει ό,τι είχε να πει - αφού δεν είχε και πολλά να συζητήσει - αποφάσισε το γυρισμό στο κάστρο.
Την ώρα που ‘φτασε, αντίκρισε τα παιδιά να παίζουν στον κήπο.


«Τι δουλειά έχετε εδώ;» φώναξε μ’ οργή, και τα παιδιά το ‘βαλαν στα πόδια τρομαγμένα.
«Ο κήπος είναι μοναχά δικός μου», είπε ο γίγαντας. «Όλοι μπορούν να το καταλάβουν, και δεν θα επιτρέψω σε κανένα να παίζει εδώ, έξω από μένα».
Κι έτσι, έχτισε έναν πελώριο τοίχο ολόγυρα στον κήπο, κι ύστερα, κάρφωσε μια πινακίδα που ‘λεγε: «Οι παραβάτες τιμωρούνται». Ήταν, αλήθεια, ένας πολύ σκληρόκαρδος γίγαντας.
Τα δύστυχα τα παιδιά τώρα δεν είχαν μέρος να παίξουν. Δοκίμασαν να παίξουν στο δρόμο, όμως ήταν γεμάτος σκόνη και στουρναρόπετρες και δεν τους άρεσε.


Βάλθηκαν τότε να περιπλανιούνται γύρω απ’ τους ψηλούς τοίχους, όταν τέλειωναν τα μαθήματά τους, νοσταλγώντας τον όμορφο κήπο.
«Πόσο ευτυχισμένα ήμασταν εκεί», έλεγαν αναμετάξυ τους.
Κι ύστερα ήρθε η άνοιξη. Η εξοχή γιόμισε από μικρά μπουμπούκια και πουλάκια. Μονάχα στον κήπο του Σκληρόκαρδου Γίγαντα ήταν ακόμα χειμώνας.
Τα πουλιά ούτε που νοιάστηκαν να τραγουδήσουν για ‘κείνον, αφού δεν υπήρχαν παιδιά εκεί, και τα δέντρα λησμόνησαν ν’ ανθίσουν. Αν καμιά φορά κανένα όμορφο λουλουδάκι έβγαζε το κεφαλάκι του απ’ το γρασίδι, μόλις αντίκριζε την πινακίδα ένιωθε τέτοια λύπη για τα παιδιά, που λούφαζε ξανά στο χώμα, συνεχίζοντας τον ύπνο του. Οι μόνοι που 'ταν ευχαριστημένοι απ’ αυτή την κατάσταση ήταν το χιόνι και η παγωνιά.
«Η άνοιξη λησμόνησε αυτό τον κήπο», έλεγαν, «κι έτσι εμείς θα μείνουμε εδώ όλο το χρόνο».


Το χιόνι τύλιξε το γρασίδι με τον ολόλευκο μανδύα του κι η παγωνιά μπογιάτισε όλα τα δέντρα ασημένια. Ύστερα προσκάλεσαν και το Βόρειο Άνεμο να ‘ρθει να μείνει μαζί τους κι εκείνος ήρθε τυλιγμένος με βαριά γουναρικά. Ολημερίς ούρλιαζε πάνω απ’ τον κήπο και φύσαγε μες στις καμινάδες.
«Μα τούτο είναι ένα θαυμάσιο μέρος», έλεγε• «πρέπει να καλέσουμε και το χαλάζι».
Κι έτσι, το χαλάζι, ντυμένο στα γκρίζα και μ’ ανάσα όμοια με πάγο, ήρθε. Κάθε μέρα, για τρεις ώρες, χοροπηδούσε πάνω στη στέγη του κάστρου, μέχρι που τα περισσότερα κεραμίδια ράγισαν, κι ύστερα, γυρνοβόλαγε στον κήπο, όσο πιο γρήγορα μπορούσε.


«Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η άνοιξη άργησε να ‘ρθει», συλλογιζόταν ο Σκληρόκαρδος Γίγαντας, καθώς γερμένος στο παράθυρο, κοιτούσε τον παγωμένο, ολόλευκο κήπο.
«Ελπίζω να φτιάξει ο καιρός»...
Όμως η άνοιξη δεν ήρθε ποτέ, μήτε το καλοκαίρι. Κι έτσι ήταν πάντα χειμώνας εκεί κι ο Βόρειος Άνεμος και το χαλάζι και το χιόνι κι η παγωνιά ασταμάτητα χόρευαν ανάμεσα στα δέντρα.
Κάποιο πρωινό, ο Γίγαντας ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του μ’ ανοιχτά μάτια, όταν άκουσε μια θεσπέσια μουσική. Ηχούσε τόσο γλυκά στ’ αυτιά του που πίστεψε πως μάλλον θα ‘ταν οι μουσικοί του βασιλιά που πέρναγαν - κι όμως, ήταν μονάχα ένας μικρούλης σπίνος που τραγουδούσε έξω απ’ το παραθύρι του.


Μα είχε κυλήσει τόσο πολύς καιρός από τότε που το στερνό τιτίβισμα είχε ακουστεί στον κήπο του, που θάρρεψε πως ήταν η ομορφότερη μουσική στον κόσμο.
Κι άξαφνα, το χαλάζι σταμάτησε το χορό του πάνω απ’ το κεφάλι του γίγαντα, ο Βόρειος Άνεμος έπαψε να βρυχάται, και μια μεθυστική ευωδιά τον τύλιξε, περνώντας απ’ τ’ ανοιχτό παραθυρόφυλλο.
«Θαρρώ πως η άνοιξη επιτέλους έφτασε», είπε ο Γίγαντας και πηδώντας από το κρεβάτι κοίταξε έξω.
Μα τι ήταν αυτό που ‘πνιξε τη ματιά του;


Ήταν η πιο μαγευτική εικόνα. Από ένα άνοιγμα στον τοίχο, τα παιδιά σύρθηκαν μέσα και σκαρφάλωσαν στα μπράτσα των δέντρων .Σε κάθε δέντρο που αγκάλιαζε το μάτι του αντίκριζε κι ένα παιδάκι. Και τα δέντρα πετάριζαν από χαρά για τα παιδιά που γύρισαν, κι έτσι ντύθηκαν με λουλούδια και λύγιζαν τα μπράτσα τους απαλά, πάνω από τα παιδικά κεφαλάκια. Τα πουλιά φτερούγιζαν ολόγυρα τιτιβίζοντας μαγευτικά και τα λουλούδια κρυφοκοίταζαν μέσ’ από την πράσινη χλόη και ξεκαρδίζονταν στα γέλια.
Ήταν μια όμορφη εικόνα, μα όμως στην άκρη της κρατούσε ακόμα ο χειμώνας. Ήταν που στην πιο απόμερη γωνιά του κήπου, στέκονταν ένα μικρό αγόρι. Κι ήταν τόσο μικρό που μήτε τα κλαδιά του δέντρου δεν μπόραγε να φτάσει, έτσι που απελπισμένο βάλθηκε να κόβει βόλτες γύρω του κλαίγοντας γοερά.
Το καημένο το δεντράκι ήταν ακόμα σκεπασμένο από πάγο και χιόνι ο Βόρειος Άνεμος φυσούσε και μούγκριζε από πάνω του.


«Σκαρφάλωσε, μικρό μου αγοράκι», έλεγε το δέντρο, και λύγιζε τα κλαδιά του όσο μπορούσε, αλλά το αγόρι ήταν μικρό, τόσο μικρό.
Η καρδιά του Γίγαντα έλιωσε καθώς το έβλεπε.
«Πόσο σκληρόκαρδος ήμουνα», συλλογίστηκε. «Τώρα ξέρω γιατί η άνοιξη δεν θα ‘ρχονταν ποτέ εδώ. Να, τώρα θ’ ανεβάσω αυτό το αγοράκι στην κoρφή του δέντρου κι έπειτα θα γκρεμίσω τον τοίχο, έτσι που ο κήπος μου θα ‘ναι μόνο για
τα παιχνίδια των παιδιών».
Κι αλήθεια, μετάνιωσε πολύ για ό,τι είχε κάνει. Έτσι, περπάτησε στις μύτες των ποδιών του, κι ανοίγοντας την εξώπορτα πολύ σιγά, βγήκε στον κήπο.
Όμως, να, μόλις τα παιδιά τον είδαν σκιάχτηκαν τόσο πολύ, που όλα μαζί το ‘βαλαν στα πόδια κι ο χειμώνας ήρθε ξανά στον κήπο. Μόνο το μικρό αγόρι δεν έφυγε, γιατί τα ματάκια του που ‘ταν γεμάτα δάκρυα δεν είδαν το Γίγαντα που ερχόταν.



Κι ο Γίγαντας ήρθε κλεφτά πίσω του, το πήρε απαλά στο χέρι του και το ανέβασε στο δέντρο. Και το δέντρο άνθισε. Τα πουλιά ήρθαν και τραγούδησαν πάνω του και τ’ αγοράκι τύλιξε τα χεράκια του γύρω στο λαιμό του Γίγαντα και τον φίλησε.

Και τ’ άλλα παιδιά, σαν είδαν πως ο Γίγαντας δεν ήταν πια κακός, γύρισαν τρέχοντας και μαζί τους ήρθε η άνοιξη.
«Τώρα είναι ο κήπος σας αυτός, μικρά μου παιδάκια», είπε ο Γίγαντας, και παίρνοντας ένα μεγάλο τσεκούρι γκρέμισε τον τοίχο. Κι όταν οι άνθρωποι περνούσαν για την αγορά στις δώδεκα η ώρα βρήκαν τον Γίγαντα να παίζει στον πιο όμορφο κήπο που είχαν δει ποτέ. Ολημερίς έπαιζαν και το βράδυ πήγαν στο Γίγαντα να τον αποχαιρετίσουν.
«Όμως, πού είναι ο μικρός σας σύντροφος;» είπε. «Το αγόρι που ανέβασα στο δέντρο». Βλέπετε ο Γίγαντας το αγαπούσε απ’ τ’ άλλα περισσότερο, γιατί τον είχε φιλήσει.
«Δεν ξέρουμε», αποκρίθηκαν τα παιδιά. «έφυγε».
«Πρέπει να του πείτε να ‘ρθει οπωσδήποτε αύριο», είπε ο Γίγαντας. Αλλά τα παιδιά είπαν πως δεν ήξεραν πού έμενε και πως δεν το είχαν δει ποτέ πριν. Κι ο Γίγαντας ήταν πολύ λυπημένος.
Κάθε απόγευμα, όταν το σχολείο τέλειωνε, τα παιδιά έρχονταν κι έπαιζαν με το Γίγαντα, μα το μικρό αγόρι, που ο Γίγαντας αγαπούσε, ποτέ δε φάνηκε. Εκείνος φέρνονταν καλά σ’ όλα τα παιδιά κι όμως του έλειπε ο πρώτος μικρός του φίλος και συχνά μιλούσε γι’ αυτόν θλιμμένα.
«Πόσο θα ‘θελα να τον έβλεπα!» έλεγε κάθε τόσο.




Τα χρόνια κύλησαν. Κι ο Γίγαντας γέρασε κι αδυνάτισε. Δεν μπορούσε να παίξει πια κι έτσι κάθονταν σε μια πελώρια πολυθρόνα και παρακολουθούσε τα παιχνίδια των παιδιών και θαύμαζε τον κήπο.
«Έχω πολλά όμορφα λουλούδια», έλεγε. «μα τα παιδιά είναι τα ωραιότερα απ’ όλα».


Ένα χειμωνιάτικο πρωινό κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, καθώς ντυνόταν. Δεν μισούσε τώρα το χειμώνα, γιατί ήξερε πως η άνοιξη κοιμόταν μόνο και τα λουλούδια ξεκουράζονταν.
Ξάφνου έτριψε τα μάτια του από απορία και κοίταζε... και κοίταζε... Ήταν βέβαια κάτι το θαυμάσιο...
Στην πιο απόμερη γωνιά του κήπου ένα δέντρο ήταν σκεπασμένο μ’ ολόλευκα λουλούδια. Τα κλαδιά του ήταν χρυσαφένια κι ασημένια φρούτα κρέμονταν, ενώ πλάι του στεκόταν το μικρό αγόρι που ‘χε τόσο αγαπήσει.
Όρμησε τρέχοντας στις σκάλες ο Γίγαντας, γιομάτος χαρά, και τρέχοντας βγήκε στον κήπο. Έτρεξε πάνω στο γρασίδι κι ήρθε κοντά στο παιδί. Κι όταν το έφτασε, το πρόσωπό του κοκκίνισε απ’ την οργή κι είπε: 


«Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;»
Γιατί στις παλάμες του αγοριού και στα μικρά του πόδια διακρίνονταν οι πληγές από καρφιά.
«Ποιος τόλμησε να σε πληγώσει;» φώναξε ο Γίγαντας. πες μου κι εγώ θα πάρω το μεγάλο μου σπαθί να τόνε κάνω κομμάτια!»
«Κανένας!» αποκρίθηκε το παιδί. «όμως αυτές είναι οι πληγές της αγάπης!»
«Ποιος είσαι;» είπε ο Γίγαντας, κι ένας παράξενος φόβος τον κυρίεψε και γονάτισε μπρος στο παιδί.
Και το παιδί του χαμογέλασε και του είπε:
«Μ’ άφησες κάποτε να παίξω στον κήπο σου, απόψε εσύ θα ‘ρθεις μαζί μου στο δικό μου κήπο, τον Παράδεισο».


Κι όταν τα παιδιά ήρθαν τρέχοντας το απόγεμα, βρήκαν το Γίγαντα νεκρό κάτω απ’ το δέντρο, σκεπασμένο ολάκερο με κάτασπρα λουλούδια.