ΩΡΑ...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παροιμίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παροιμίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Παροιμίες (Γριά)


Γριά
Αγάλια αγάλια γίνεται η αγουρίδα μέλι κι αγάλια κάνει η γριά τον νεαρό και θέλει.
Άκουσε η γριά φωνή κι αναρρούφα να τηνε πει.
Αλλού πονάει η γριά κι αλλού την τρίβει ο γέρος.
Άμα εγέρασε η σαμάμα (γριά), εφόρεσεν καγιουράδιν (βαρύτιμο μεταξωτό πέπλο).
Αναπάψου, γριά, το θέρος κι αγριοπείνα το χειμώνα.
Ας τρώει η γριά κι ας βογκάει (μουρμουρίζει) ο γέρος.
Αφού την έπαθε η γριά, έβαζε το μάνταλο.
Βάρ’ τη νια με το καλάμι και τη γριά με τη μα­τσούκα.
Βγήκε ο γέρος στο κλωτσάτο κι η γριά στο κοπελάτο.
Γάιδαρος είναι γάιδαρος, ας εφορεί και σέλλα και η γριά κι αν ομορφίζεται δεν γίνεται κοπέλα.
Γλυκάθη η γριά στο μέλι κι έφαγε και την κυ­ψέλη.
Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα κι έφαγε και τα συκόφυλλα.
Γλυκάθηκε η γριά στα σύκα κι όλη νύχτα τ’ αναζήτα.
Γλυκάθηκε η γριά στο μέλι, θα φάει και το κουβέλι.
Γλυκάθηκε η γριά στο μέλι και θα φάει και το καρβέλι.
Γριά δεν είχε βάσανα κι αγόραζε γουρούνι.
Γριά κι αν τσατσανεύεσαι (νεανίζεις), τα μάγουλά σου φαίνονται.
Γριάς μαντέματα και γέρου παραμύθια.
Δεν αξίζει ούτε την κλανιά της γριάς.
Δέσε, γέρο, το βρακί σου κι ό,τι δει η γριά το θέλει.
- Δε σου δίνω, γριά, ψωμί  - Βρέξε μου το στο ζουμί. – Δε σου δίνω ούτε σταλιά. - Βρέξε μου το πιο καλά.
Δώσαμε της γριάς αυγό και το ’θελε μελάτο…
Είπαν της γριάς να χέσει κι έκατσε κι εξεκωλώθη.
Είχαμε τη γριά μας έπεσε κι ο γέρος.
Εκατό χρονών γριά και γυρεύει παντρειά.
Έμαθε η γριά στο μέλι, σώνει και καλά το θέλει.
Εσύ γριά που διακονείς έχεις αλεύρι και πουλείς.
Η γκαστρωμένη χόρευε και η γριά σφίγγονταν.
Η γραία τον Καλαντάρην σύκα εγύρευεν.
Η γριά για τ’ αλεύρι κι ο γέρος για την πίτα.
Η γριά δεν είχε διάβολο κι αγόρασε ένα γέρο.
Η γριά δεν είχε δόντια κι ήθελε και παξιμάδια.
Η γριά δεν έλπιζε να παντρευτεί και αρραβώνα γύρευε.
Η γριά δεν το ‘λπιζε να παντρευτεί κι ήβρε άντρα χορευτή.
Η γριά έδωκε ένα άσπρο να μπει στο χορό και για να βγει δίνει δέκα.
Η γριά η κότα έχει το ζουμί, μα η πουλάδα κάνει τον πετεινό και λαλεί!
Η γριά η Νέντζω χάλευε, κεράσι το μεσοχείμωνο.
Η γριά κάνει εκατό για να πιάσει χορό και διακόσια για να σχολάσει.
Η γριά κι αν ερωτεύεται, στ’ ανήφορο της φαίνεται.
Η γριά κι αν ομορφίζεται, δε γίνεται κοπέλα.
Η γριά κι αν στολίζεται στον ανήφορο γνωρίζεται.
Η γριά κι αν στολιστεί δε γίνεται κοπέλα.
Η γριά με την καλή ψυχή ευρέθη γκαστρωμένη.
Η γριά με την καλή ψυχή εβρέθη πεινασμένη.
Η γριά να παντρευτεί δεν το ‘λπιζε και πανωπροίκια γύρευε.
Η γριά ξεροχτενίζεται κι ο γέρος ξεροποντίζεται.
Η γριά παντρειά δεν ήλπιζε, πανωπροίκι γύρευε.
Η γριά που κορκαλίζει (τρώει σκληρά πράγ­ματα) το δοντάκι της θα το ‘βρει.
Η γριά σαν χαιρότανε, τα νιάτα της θυμότανε.
Η γριά στο μεσοχείμωνο θυμήθηκε πεπόνι.
Η γριά στο μεσοχείμωνο, ξυλάγγουρα γυρεύει.
Η γριά στο μεσοχείμωνο, τ’ αγγούρι ενεθυμήθη.
Η γριά σφεντόνα έφτιαχνε, όταν τα σύκα τέλειωναν.
Ήλεγε κι απόλεγε η γριά πεπόνι.
Θέλει η γριά και παίζει ο γέρος.
Κάηκε η γριά στο κουρκούτι και φυσάει και το γιαούρτι.
Κάκιωσε η γριά κι έσπασε γαβάθα με κουκιά.
Καλόμαθε η γριά στα σύκα και εμπαινόβγαινε κι εζήτα.
Κάτσε γριά, περίμενε, να κάνω γιο να παντρευτείς.
Κάτσε γριά, περίμενε, να πάρεις νιο να σ’ αγαπά.
Λέγε, λέγε το κοπέλι, κάνει τη γριά και θέλει.
Λίγα ήταν της γριάς και γέννησε κι ο γέρος.
Μάραθο το μάραθο γεμίζει η γριά τον κάλαθο.
Μια γριά δεν ήξερε κι όμως ορμήνευε.
Μια γριά μονοδοντού άντρα γύρευε η πορδού.
Μια γριά μονοδοντού, άντρα γύρευε παντού.
Μια φορά γελιέται η γριά κι ύστερα μανταλώνεται.
Ο κόσμος με τον κόσμο του κι η γριά με το κουρκούτι.
Όλα τα στραβά καρβέλια η γριά μας τα έκανε.
Όλη μέρα δώσ’ και πάρε και το βράδυ άψε μου, γριά, το λύχνο.
Όλοι κοιτάζουν τον καβγά και η γριά το μέλι.
Όλος ο κόσμος καίγεται κι η γριά χτενίζεται.
Ο Μάρτης έβαλε τη γριά μες στο καζάνι.
Όντας η γριά εγγαστρώθη, έπειτα εκλειδομανταλώθη.
Όντας η γριά επομπεύθη, ύστερα εμανταλώθη.
Όντας το ‘παθε η γριά, μαντάλωνε.
Όπου γέρος κακό σκάνταλο, όπου γριά κακή βουλή.
Όσο βιάζεται η γριά, τόσο κόβεται η κλωστή.
Ότι είχε η γριά στο νου της, το έβλεπε και στο όνειρό της.
Όχι γριά, ζαρωμένη.
Πετάχθη η γριά απ’ το φράχτη με τη ρόκα το αδράχτι.
Σαν τη πάθει η γριά, σιγουροπερατώνεται.
Σαν φάει η γριά το σύκο της, είναι μισοχείμωνο.
Σκουλί, σκουλί το μάραθο γέμισε η γριά τον κάλαθο.
Στην ανυδριά καλή ‘ναι κι η γριά.
Στης γριάς το διάσελο το Μάρτη πέφτει χιόνι.
Σύμπα, γριά, το μονοδαύλι, όσο να ‘ρθει το τριδαύλι.
Τα ‘χε η γριά στο λογισμό της, τα ‘βλεπε και στ’ όνειρό της.
Της γριάς ο κώλος ξέρει παραμύθια.
Της γριάς της τάξανε δέκα να χορέψει και χίλια για να σταματήσει.
Της γριάς τον έπαινο ανήφορος το δείχνει.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016

Παροιμίες (Γράμματα)


Γράμματα
Άλλα είν’ τα γράμματα κι άλλη είναι η γνώση.
Άνθρωπος αγράμματος, ξύλο απελέκητο. 
Ας ήξερα δυο γράμματα κι ας ήμουν μ’ ένα μάτι.
Εξεσκάλισε και τα ψιλά γράμματα.
Θα τα φορτώσει στον κόκορα τα γράμματα.
Καλά είναι τα γράμματα, μα να ‘χει νου και γνώση.
Μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις. 
Μαζεύει γράμματα για τους αποθαμένους.
Μάθε νέος γράμματα, να ’χεις καλά γεράματα.
Όποιος ξέρει γράμματα έχει τρία μάτια κι όποιος δεν ξέρει έχει ένα κι εκείνο στραβό.
Ορνιθοσκαλίσματα… Γράμματα σαν της κότας τα ποδάρια.
Συ, Παναγιά, τα ξέρεις τα γράμματα, εγώ τα ξέρω, τι τα θέλουμε να τα λέμε.
Τα γεράματα, στην πλάτη έχουν γράμματα.
Τα γράμματα είναι δεύτερα μάτια.
Τα γραμμένα άγραφα δε γίνονται.
Τώρα στα γεράματα, μάθε γέρο γράμματα.

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Παροιμίες (Γραικός - Έλληνας - Ρωμιός)


Γραικός - Έλληνας - Ρωμιός
Πενήντα Ρωμιοί έναν Οβριό, πενήντα Οβριοί έναν Χιώτη.
Πέντε γραικοί, πενήντα κουμάντα.
Το μυαλό του ο Ρωμιός το έχει όξου από το φέσι του.
Του Ρωμιού η γνώση έρχεται στέρου (εκ των υστέρων).
Του Ρωμιού η γνώση έρχεται στο ψυχομάχημα!
Ρωμαίικος καβγάς, Τούρκικος χαλβάς! 
Τρεις Ρωμιοί, πέντε μπαϊράκια. 
Νόμος στο Ρωμαίικο! 

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Παροιμίες (Γουρούνι)


Γουρούνι
Αγόρασε γουρούνι στο σακί.
Αδύνατο ‘ναι να γενεί χοίρου μαλλί μετάξι και του χωριάτη το παιδί να ‘χει αρχοντιά και τάξη.
Άλλο ο χήρος γείτονας κι άλλο ο γείτονας γουρούνι.
Αν δεν έτρωγε γουρούνι, θα μιλούσε με αγγέλους.
Αν είχε ο χοίρος διάκριση δεν θα παραπάχαινε.
Άντρα, γουρούνι, γάιδαρο, και ποιον να πρωτοκλάψω;
Απ’ το γουρούνι και μια τρίχα είναι καλή.
Από γρουνίσιο ασκί δε βγάζεις τίποτα.
Αργά η γουρούνα, πιλάλα τα γουρνόπουλα, το βράδυ μαζί φθάνουν στο κουμάσι.
Αστράφτει στη παλιοβούνα, βγάλε από το λαγκάδι τα γουρούνια.
Αυτός που ‘χασε το χοίρο του, όλο μουγκριές ακούει.
Για το κομμάτι το παστό λέμε το χοίρο αφέντη.
Γουρούν’ από τη Στράνωμα, γυναίκα απ’ τη Περίστα.
Γουρούνι είναι ο στρατηγός κι ο λοχαγός κουμάσι.
Γουρούνι καπελιώτικο, από κουμάσι δεν ξέρει.
Γουρούνι στο σακί.
Γουρούνι στο σακί, φτύσε το μη βασκαθεί.
Γουρούνι φαγανιάρικο, μεγάλο κώλο έχει.
Γουρούνια παλεύουν, βροχή θα ‘χουμε.
Γουρούνια που τα βόσκω εγώ, τα χούγια τους εσύ θα μου τα μάθεις;
Γουρουνίσια υπόληψη σε άρχοντα θα βρεις.
Γριά δεν είχε βάσανα και αγόραζε γουρούνι.
Είσαι για να φυλάς γουρούνια.
Έπεσαν τ’ άστρα και τρώνε τα γουρούνια.
Η γουρούνα αγάλια αγάλια και τα γουρουνόπουλα τρεχάλα, φτάνουν ίσια στο κουμάσι.
Η γριά δεν είχε δαίμονα κι αγόρασε γουρνόπλο.
Θ’ αρμέξουμε τη γουρούνα να τυροκομήσουμε.
Θέλει και το γουρούνι κουδούνι.
Κάθε γουρουνάκι για το βορβό του σκάφτει.
Κάθε κονάκι έχει και το γουρούνι του.
Και ο βασιλιάς έχει και αυτός τα γουρούνια του.
Καλό για καλό το γουρούνι, μα μας βγήκε χαλαζιάρικο.
Καλός καλός ο χοίρος μας, μα βγήκε χαλαγιάρης.
Κάπελη δίχως βελάνι, το γουρούνι δεν κάνει στάνη.
Καπελιώτικο γουρούνι, καπελιώτικη μουτσούνα έχει.
Λύσε δέσε το γουρούνι, μακρυσκοίνησε την κλώσα, πέρασε η μέρα.
Μαλώνουν γουρούνια; Βροχή θα ‘χουμε.
Με τα πίτουρα ανακατώνεσαι; Τα γουρούνια σε τρώνε.
Με τους χοίρους αλωνεύεις, ήντα διάφορο αναμένεις;
Μην αγοράζεις γουρούνι στο σακί.
Μήτε γουρούνια είχε ο παπάς μήτε και θέλει να ‘χει.
Μισοτιμής τ’ αγόρασες, γουρούνι θα τα φάγει.
Μόνο στη Ρετούνη, τρώνε οι Τούρκοι το γουρούνι.
Ο κάμπος θρέφει άλογα κι η κάπελη γουρούνια.
Ο χοίρος κυλιέται στη λάσπη.
Ο χοίρος την λάσπη κυνηγάει.
Όλα τα γουρούνια με μια μύτη σκάβουν.
Όλα τα γουρούνια μια μύτη έχουν.
Όλα τα γουρούνια την ίδια σούρλα (μύτη) έ­χουν.
Όλα τα γρούνια τ’ν ίδια μουτσούνα έχουν.
Όλοι οι χοίροι μια γενιά κι έχουν γουρούνι μπάρμπα.
Όλοι πετσί και κόκαλο και ο άρχοντας γουρούνι.
'Οντας σου δίνουνε το γουρουνάκι, άνοιξε το σακουλάκι.
Όποιος γεννιέται γουρούνι, σίγουρα γουρούνι πεθαίνει.
Όποιος έχει μόνο ένα γουρούνι, το κάνει παχύ κι όποιος έχει μόνο ένα παιδί το κάνει ανόητο.
Όπου θα πρωτοκοιμηθεί το γουρούνι εκεί θα ξανάρθει.
Όρκος του ρωμιού, πόρδος του γουρνιού.
Όρκος του Ρωμιού, πόρδος του γουρνιού.
Όσο πλένεις το γουρούνι τόσο βρωμάει.
Ότι δεν τρώγεται στο σπίτι το τρώει το γουρούνι.
Πήγε για λαγό κι έβγαλε γουρούνι.
Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά και το γουρούν’ τ’ αρχίδια.
Πρώτο θρεφτάρι του χωριού το γουρούνι του μυλωνά.
Σαπουνίζοντας γουρούνι, χάνεις κόπο και σαπούνι.
Σκάβει, σκάβει το γουρούνι, μα ούτε μια φορά δε σπέρνει.
Συντροφικό γουρούνι ποτέ του δεν παχαίνει.
Τα γουρούνια βρωμίζουν τα κουμάσια και όχι τα κουμάσια τα γουρούνια.
Τα κουδούνια βαράνε τα γουρούνια βρωμάνε.
Το γουρουνάκι και το παιδάκι καθώς να μάθουνε.
Το γουρούνι αν το λούσεις την αλισίβα σου θα χάσεις.
Το γουρούνι εκεί όπου παχαίνει αφήνει και τον παστό.
Το γουρούνι και τη μύτη του να κόψεις εκείνο πάλι θα σκαλίζει.
Το γουρούνι κι όταν πλυθεί, κυλιέται πάλι στο βούρκο.
Το γουρούνι λάσπη θέλει.
Το γουρούνι πρόβατο δε γίνεται.
Το γουρούνι στη λάσπη αναπαύεται.
Το γουρούνι στο λιοπύρι δεν χορεύει.
Το γουρούνι τα μοσχοκάρυδα και τα βελανίδια το ίδιο τα βλέπει.
Το γουρούνι το κράζουν για μαχτό και κείνο πάει για σκατό.
Το γουρούνι το κράζουν στο χυλό κι εκείνο πηγαίνει στο σκατό.
Το κ’τσό του γρούν’ τρώει το γούρμο απίδ’.
Το καθαρό γουρούνι δεν θρέφεται.
Το καλό το μήλο το γουρούνι το τρώγει.
Τον χοίρο πάνε στο μαντρί κι αυτός τρέχει στη λάσπη.
Του γουρουνιού και τη μύτη να του κόψεις, πάντα θα σκαλίζει.
Του γουρουνιού και του βαθράκου μη σηκώσεις τους τη λάσπη.
Του γουρουνιού τη μύτη και να την κόψεις, πάλι «γουτς» θα κάνει.
Του γουρουνιού τη μύτη κι αν την κόψεις, πάλι στη βρομιά θα τρέξει.
Του γουρουνιού τη μύτη κι αν την κόψεις, πάλι γκρου-γκρου θα κάνει.
Του χοίρου το μαλλί, δεν γίνεται μετάξι.
Τρώγει ο χοίρος τα ξυράφια μα στο βγάλσιμο τα βρίσκει
Τρώει σαν το γουρούνι.
Χορτάτο γουρούνι, τη γης δεν σκάβει.
Χωρίς ξύλα και γουρούνι, χειμώνα δεν βγάνεις.
Ψάρι μπαρμπούνι διάλεγε και γάιδαρο καμπούρη, γυναίκα ψηλοκάβαλη και χοίρο μακρυμούρη.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Παροιμίες (Γούνα - Γουναράς)


Γούνα - Γουναράς
Άμε μ’ έναν που φοράει γούνα να σου δώσει να φορέσεις αμπά. 
Γουναράδες βρωμεροί, μα στην τσέπη όλο φλουρί.
Δέξου γούνα ράμματα και σακί μπαλώματα.
Έβαλε τ’ γούνα τ’ ανάποδα. 
Έχω ράμματα για τη γούνα του. 
H γούνα δε φοβάται το Χειμώνα.
Θε μου, δος μου την υγειά μου, κι ας φορώ το Μάη γούνα.
Να σε ιδώ το Μάη με γούνα και τον Αύγουστο με τη σεγγούνα.
Ο Θεός δίνει το κρύο κατά την γούνα.
Όποιος φοράει γούνα το Μάη μήνα, την υγειά του δεν την έχει.
Ορίστε γούνα, ορίστε απάνω.
- Που θ’ ανταμώσουμε μάνα; - Στου γούναρη την κάδη! 
Τον Απρίλη φωτιά και τον Θεριστή γούνα. 
Του καίω τη γούνα. 
Του τινάζω τη γούνα.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Παροιμίες (Γοργός - Γρήγορος)


Γοργός - Γρήγορος
Άξιος στο φαγητό και γρήγορος στον ύπνο.
Αργός να είσαι στο φαΐ και γρήγορος στον ύπνο.
Βαδίζω αργά, να φτάσω γρήγορα.
Γοργά, γοργά ας τον θάψουνε να μη σηκωθεί η πούτσα του.
Γρήγορος σαν ελάφι.
Η ξαφνική δόξα, χάνεται γρήγορα.
Κάλλιο αγάλια και καλά, παρά γρήγορα κι άσχημα.
Κάλλιο αργά και καλά, παρά γρήγορα και τυφλά.
Μάτια που δε βλέπονται γρήγορα λησμονιούνται.
Ξένα ρούχα ντύνεσαι, γρήγορα γδύνεσαι.
Ξένο γάιδαρο καβαλικεύεις; Γρήγορα θα σε γκρεμίσει.
Ο άνεργος κι ο γρήγορος αντάμα γιοματούνε.
Ο θυμός φεύγει γρήγορα από τον καλό άνθρωπο.
Ό,τι δε  γνωρίζεις γρήγορα  παραλογίζεις.
Ό,τι κάνεις μόνος σου γρήγορα καμωμένο.
Όλα γίνονται γρήγορα σ’ ένα σπίτι που  ‘χει τάξη.
Όποιος αστράφτει γρήγορα, γρήγορα και σβήνει.
Όποιος αδειάζει χωρίς να γεμίζει, γρήγορα θα βρει τον πάτο.
Όποιος βγάνει  και δε βάνει, γρήγορα στον πάτο φτάνει.
Όποιος βιάζεται γρήγορα γερνάει.
Όποιος παντρεύεται στα γηρατειά, ρίχνει γρήγορα τ’ αυτιά.
Όποιος περηφανεύεται,  γρήγορα ταπεινώνεται.
Όποιος πολύ απλώνεται, γρήγορα μαζεύεται.
Όποιος τρέχει στην αρχή, γρήγορα κουράζεται.
Όποιος ψηλά κοιτά, γρήγορα χαμηλώνει.
Όταν ερωτούν γρήγορα, ν’ απαντάς αργά.
Όταν παίρνεις και δε βάνεις, γρήγορα στον πάτο φτάνεις.
Πάω σιγά για να φτάσω γρήγορα.
Πήγαινε αργά, για να φτάσεις γρήγορα.
Σε ξένο γάιδαρο καβάλα γρήγορα και κατέβα γρήγορα.
Τα παιδιά που αργούν να  ’ρθουν στον κόσμο, ορφανεύουν γρήγορα.
Της άξιας και της γρήγορης δάκρυα και μοιρολόγια.
Το γοργό και χάριν έχει.
Το γρήγορο αρνί τρώει της μάνας του το γάλα.
Το γρήγορο και το καλό δεν πάνε ποτέ απ’ τον ίδιο δρόμο.
Το γρήγορο και το καλό ποτέ δεν πάν’ μαζί τα δύο.
Το κακό γρήγορα έρχεται (γίνεται), μα αργεί να σιάξει.
Το ταχειό πολύ ταχειά και το βράδυ γρήγορα.
Του γρήγορου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ.
Χέστηκε ο Πολύδωρος που ‘ναι στα πόδια γρήγορος.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Παροιμίες (Γονείς)

Γονείς
Αμαρτίαι γονέων παιδεύσουσι τέκνα. 
Αν τους γονείς σου δεν τιμάς, ποιος θα τιμήσει εσένα; 
Αντί να γενόμουν γονιός ας γινόμουνα γωνία. 
Ας μ’ αγαπούν οι γονέοι μου κι ας με μισούν οι άλλοι. 
Για να καταλάβεις την αγάπη των γονιών σου, κάνε δικά σου παιδιά. (Κινέζικη)  
Γονείς πατήσαν άγκανθα, τα τέκνα μαμουδιάζουν (μουδιάζουν)
Γονιοί τα τρώνε τα ξινά και τα παιδιά μουδιάζουν. 
Γονιός κακοπροαίρετος, νόμος δικαιοκρίτης. 
Δες ούγια και πάρε πανί, δες γονιό και πάρε παιδί. 
Είδες γιο και θυγατέρα; Λόγιασε και τους γονείς. 
Εκείνος που έχει ευχή γονιού, γεννούν και οι πετεινοί του.
Ευχή γονέων έπαρε και στο βουνό περπάτει. 
Ευχή γονιών αγόραζε και στο βουνό ανέβα. 
Ευχαί γονέων στηρίζουσι τέκνα.
Ή από έρημα, ή από εύρημα, ή από γόνατα γονέων. 
Η ευχή γονέων χτίζει παλάτια. 
Θειος και θεια μ’ ανάθρεψαν, φωτιά και φλόγα μ’ άναψαν. 
Κακοί γονιοί κάνουν καλά παιδιά.
Κατά μάνα, κατά κύρη, είναι το παιδί που σπείρει. 
Κι η ανθρωπιά συνήθεια είναι κι η τάξη γονικιά είναι. 
Κουτσοί γονιοί κάνουν παιδιά με γερά πόδια.
Μην κλοτσάς τα γονικά σου, θα το βρεις απ’ τα παιδιά σου. 
Ο γονιός δέκα παιδιά τα τρέφει. Δέκα παιδιά έναν γονιό δε μπορούν να τον θρέψουν. 
Ο γονιός δεν λυπήθηκε τ’ αμπέλι και το παιδί λυπήθηκε το σταφύλι. 
Ο γονιός φτιάχνει και τα τέκνα βρίσκουν. 
Ό,τι κάνεις στους γονείς σου, θα σου κάμει το παιδί σου. 
Ό,τι κάνεις των γονιών σου, είναι όφελος δικό σου. 
Οι γονείς δουλεύουν, τα παιδιά γλεντάνε τη ζωή τους, τα εγγόνια ζητιανεύουν. (Ιαπωνική)
Οι γονείς είναι βουνί.
Οι γονείς σου έδωσαν τη ζωή, τον χαρακτήρα τον ανατρέφεις μόνος σου.
(Κινέζικη)
Οι γονιοί σχολειό και διδασκάλοι.
Οι ευχές γονέων χτίζουν τα θεμέλια του οίκου.
Οι κατάρες των γονιών δεν βγαίνουν απ’ την καρδιά.
Οι ευχές γονέων χτίζουν τα θεμέλια του οίκου.
Όποιος βαρεί τα γονικά του θα το βρει απ’ τα παιδιά του. 
Όποιος γονιούς του δεν τιμά, τιμές να μην προσμένει. 
Όποιος δεν ακούει των γονέων του τα λόγια, σε κακή γωνιά καθίζει. 
Όποιος είναι καλός γιος για τους γονείς του, θα’ ναι και καλός σύζυγος για τη γυναίκα του. 
Όποιος πικραίνει τους γονείς, παραγωνιά καθίζει. 
Όπου δεν βρει απ’ το γονιό, παραγωνιά καθίζει. 
Ος ουκ ακούει των γονέων, ακούει των ορνέων. Όσα σκεπάζει ο γονιός δεν τα σκεπάζει ο Θεός.
Πάρ’ του γονιού σου την ευκή και στο βουνό περπάτει.
Που του γονιού δεν γροικά, κακώς κακού θα πάει.
Τα γονικά δεν χάνονται, μ’ αλήθεια δεν πληθαίνουν. 
Τα γονικά στα γονικά. 
Τα γονικά τρωγόντουσαν, τ’ αδέλφια εσκοτωθήκαν.
Τα παιδιά είναι η άγκυρα που κρατάει στη ζωή τους γονείς.
Τα παιδιά είναι ο καθρέφτης των γονιών. 
Χαράς τονε απού τονε θάβουνε τα παιδιά του.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Παροιμίες (Γόνατα)

Γόνατα
Αν δεν γονάτιζε η καμήλα δεν θα τηνε φορτώνανε.
Αν δεν κοπιάσουν γόνατα, κοιλιά δεν θεραπεύεται.
Γόνατα που δεν κοπιάζουν, κοιλιά δε θεραπεύουν.
Η καρδιά βαστάει τα γόνατα.
Κατά τα γόνατα πού ‘χω για μετάνοιες είμαι; 
Μου λύθηκαν τα γόνατα. 
Ο Τούρκος τη φιλία την έχει στο γόνατο. 
Οι πίκρες κόβουν γόνατα κι οι λογισμοί γερνούνε.
Ορθός χωριάτης ψηλότερος από ευγενή γονατιστό.
Τα άσπρα ‘ναι που κόβουν λόγια και η φτώχεια γόνατα.
Του φτωχού το κέρατο στο κούτελο και του άρχοντα στο γόνατο.
Χωρίς να βρεις γόνατα δεν κάνεις αντιγόνατα. 

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2015

Παροιμίες (Γνώση - Γνωρίζω)


Γνώση - Γνωρίζω
Άκουσε γέρου συμβουλή και παιδευμένου γνώση.
Αλί στον που εγέρασε κι ασπρίσαν τα μαλλιά του και γνώση δεν εφύλαξε να ‘χει στα γερατειά του.
Αλί του που θα γελαστεί και δε θα βάλει γνώση.
Άλλα είν’ τα γράμματα κι άλλη είν’ η γνώση.
Άλλος το γρόσι κι άλλος τη γνώση.
Αν είχε η κουρούνα γνώση, θα μας δάνειζε καμπόση.
Άνθρωπος χωρίς γνώση, είναι σώμα χωρίς ψυχή.
Αυτός μυαλό έχει, γνώση δεν έχει.
Αυτός που δεν έχει γνώσεις, δίνει πίστη στο καθετί.
Γνωρίζεις, δε γνωρίζεις, από νιο πιάσου.
Γυαλί, μαλλί και σίδερο, χαρά στον που γνωρίζει.
Δε γνωρίζει η στραβή τ’ αρνί της.
Δε γνωρίζει το κακό κανείς, αν δεν του λάχει.
Δε γνωρίζει το σκυλί τον αφέντη του.
Δεν κρέμεται η γνώση απ’ τα γένια.
Είδες πράσινο άλογο και δάσκαλο με γνώση;
Ελάτε γνωστικοί, να φάμε του τρελού το βιος.
Ένας τρελός να γνωριστεί δεν θέλει κουδούνι.
Ενθουσιασμός χωρίς γνώση, είναι άλογο χωρίς χαλινό.
Έπρεπε χαϊδεμένο μου, πιο πριν να βάλεις γνώση, προτού να αφήσεις το κακό πάνω σου να φουντώσει.
Έχουν γνώση οι φύλακες.
Η αρρώστια κι η αρχοντιά γνωρίζονται ‘που τα μακριά.
Η γενναιότητα πρέπει να έχει γνώση κι άρματα.
Η γνώση δεν κρέμεται απ’ τα γένια.
Η γνώση δεν πουλιέται με το γρόσι.
Η γνώση δεν πουλιέται στο παζάρι.
Η γνώση είναι θησαυρός κι η πράξη το κλειδί του.
Και οι άσπροι μαύροι γίνονται κι οι ρόδινοι αραχλιάζουν, κι οι τριανταφυλλοπρόσωποι, πια γνωριμιά δεν έχουν.
Κάλλιο γνώση δίχως γνώση, παρά γρόσι δίχως γνώση.
Κάλλιο γνώση παρά γρόσι.
Κάλλιο γνώση παρά δύναμη.
Κάλλιο λίγο ριζικό, παρά μεγάλη γνώση.
Κι αλευρωμένος να ‘ναι ο ποντικός, η γάτα τον γνωρίζει.
Κοντά στο νου κι η γνώση.
Κουμπάρε τίμα τον παπά, και συ παπά έχε γνώση.
Μεγάλη γνώση σε μικρό λόγο.
Μην απελπίζεις άνθρωπο με τη δική σου γνώση γιατί δεν ξεύρεις ο θεός τι έχει να του δώσει.
Μην τα ψιλοκοσκινίζεις, αφού δεν τα γνωρίζεις.
Να πουλιότανε η γνώση, ν’ αγοράζαμε καμπόση (καμπόσοι).
Ο γέρος κι αν στολίζεται, στον ανήφορο γνωρίζεται.
Ο Θεός παίρνει πρώτα τη γνώση και μετά το βιος.
Ο λύκος κι αν εγέρασε και άσπρισε το μαλλί του, μήτε τη γνώση άλλαξε μήτε την κεφαλή του.
Ο πόθος όντας βουληθεί και θέλει να νικήσει, γνώση δεν είναι, ου δύναμη να τόνε πολεμήσει.
Ό,τι δε  γνωρίζεις γρήγορα  παραλογίζεις.
Οι άσπρες τρίχες δεν κάνουνε τη γνώση.
Όσο να ‘ρθει η γνώση πάει το γρόσι.
Όταν η τύχη δε βοηθά, η γνώση δεν αξίζει.
Πολλά μαλλιά και λίγη γνώση.
Πολλά μυαλά λίγη γνώση.
Πού τον πονεί και πού τον σφάζει, ούτε ο ίδιος δε γνωρίζει.
Σαν αρχοντήνει ο άνθρωπος, θαμπώνεται το φως του, και δε γνωρίζει τον φτωχό, αν είναι και αδελφός του.
Σαράντα πέντε Γιάννηδες ενός κοκόρου γνώση.
Στα είκοσι πέντε η γνώση και στα τριάντα το γρόσι.
Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα.
Τα γράμματα είναι καλά, μα να ‘χεις νου και γνώση.
Τα χρόνια φέρνουνε το νου, τα χρόνια και τη γνώση.
Της τύχης τα μελλούμενα (γραφόμενα) κανείς δεν τα γνωρίζει μόνο ο μεγαλοδύναμος που αστράφτει και χιονίζει.
Τι να τα κάνω τα φλουριά και τα πολλά τα γρόσια, κοντά στη γνώση την πολλή και την καλή τη γλώσσα;
Το δέντρο από τον καρπό γνωρίζεται.

Το ένα σκέλος της γνώσης είναι να ξέρεις ποια είναι τα πράγματα, που δεν αξίζει να μάθεις.