ΩΡΑ...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέοι άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Νέοι άνθρωποι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

6 τύποι γονέων που «ευθύνονται» για το bullying – και δεν το ξέρουν


6 τύποι γονέων που «ευθύνονται» για το bullying – και δεν το ξέρουν
Μαργαρίτα Αλευρίδη
Θα σου εξομολογηθώ πως έχω βαρεθεί πια τις ομιλίες για το bullying. Να την πω την αμαρτία μου.
Όχι για κανέναν άλλον λόγο εκτός του ότι το αποτέλεσμα επιμένει δυσανάλογο με την τόση προσπάθεια παιδαγωγών και ψυχολόγων. Δεν έχω καμία απολύτως διάθεση να το παίξω ειδικός, γιατί πολύ απλά δεν είμαι. Δεν μπορώ όμως, ως μαμά, μετά από τόσα πάρε δώσε με ενδοσχολικά και εξωσχολικά περιβάλλοντα, να μην αναρωτηθώ πως γίνεται, παρόλη την τεράστια παγκόσμια ευαισθητοποίηση απέναντι στο συγκεκριμένο φαινόμενο, αυτό να εξακολουθεί να παρελαύνει ανενόχλητο και να εξαπλώνεται με τρομερούς ρυθμούς στα σχολικά προαύλια. Κάτι πρέπει να γίνεται λάθος. Κάτι μοιάζει να μην λειτουργεί σωστά.
Αποφάσισα λοιπόν να αγνοήσω την τελευταία σχετική με το θέμα ομιλία και να αξιοποιήσω τον νεοαποκτηθέντα ελεύθερο χρόνο μου, μετά την δουλειά, στον καναπέ. Έτσι, χαζεύοντας τους σοβάδες στο ταβάνι και με σκοπό να καταφέρω επιτέλους να διαμορφώσω μια προσωπική άποψη για αυτό που λέγεται σχολικός εκφοβισμός, μου ήρθαν στο μυαλό έξι τύποι γονιών συμμαθητών της κόρης μου, που συναναστράφηκα θέλοντας και μη όλα αυτά τα χρόνια. Σου τους παρουσιάζω παρακάτω συνοπτικά μήπως ενώσεις και εσύ τα δικά σου κομμάτια του πάζλ.

Ο γονιός του παιδιού που ηγείται πάντα των πάντων. Είναι εκείνος που, στις ουρές για τις επιδόσεις των σχολικών ελέγχων, δεν χάνει την ευκαιρία να μιλάει στους άλλους γονείς για το παιδί του, που είναι το φαινόμενο της τάξης. Είναι ο γονιός που το μπερδεύει με άλογο κούρσας στο οποίο έχει ποντάρει πολλά και συνεπώς αδυνατεί να διαχειριστεί την οποιαδήποτε αποτυχία του οπουδήποτε. Συνήθως υπερχρεώνει τον πολύτιμο ελεύθερο παιδικό χρόνο με του κόσμου τις εξωσχολικές δραστηριότητες και προσπαθεί επιπλέον να διαμορφώσει με εκπαίδευση πεζοναύτη έναν παιδικό χαρακτήρα εξαιρετικά ανταγωνιστικό και ανθεκτικό που θα αντλεί χαρά μόνο από τις πρωτιές. Άλλωστε οι άνθρωποι χωρίζονται αποκλειστικά σε winners και losers.

Ο γονιός του παιδιού που αδυνατεί να κατανοήσει βασικές αξίες ηθικής. Είναι εκείνος που την ώρα που ετοιμάζεται να πάει στο γυμναστήριο με την πανάκριβη μηνιαία συνδρομή κάνει κήρυγμα στο παιδί του για τις οικογένειες που δεν βγάζουν τον μήνα λόγω κρίσης ενώ αυτό το αναίσθητο χτυπιέται νυχθημερόν απαιτώντας άλλο ένα πανάκριβο ηλεκτρονικό γκάτζετ, που τελικά αποκτά. Συνήθως ο ίδιος γονιός θα αφήσει το αυτοκίνητό του για «πέντε λεπτά, σιγά» στη θέση των αναπήρων στο parking του σούπερ μάρκετ προκειμένου να αγοράσει τρόφιμα για την αποστολή βοήθειας στους πρόσφυγες, που οργανώνει το σχολείο.

Ο γονιός του παιδιού που γνωρίζει πως χωρίς «δεκανίκια» θα αδικείται μόνιμα. Είναι εκείνος που ανακατεύεται με όλα τα σχολικά γίγνεσθαι, ανήκει σε ομάδες και συλλόγους, ξημεροβραδιάζεται στους σχολικούς διαδρόμους, παζαρεύει το κάτι παραπάνω στην βαθμολογία μέχρι τελικής πτώσεως και γνωρίζει τα πάντα για τους πάντες. Συνηθίζει να απαξιώνει ακόμα και μπροστά στο ίδιο του το παιδί τον προκατειλημμένο δάσκαλο, που τολμάει να το «αδικεί κατ’ εξακολούθηση» μην δίνοντάς του τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην σχολική παράσταση και κάνει τεράστιο θέμα όταν το τάδε παιδί έγραψε παραπάνω από το δικό του στο τεστ ιστορίας, επειδή γνώριζε τα sos.

Ο γονιός του παιδιού που νιώθει μειονεκτικά για την οικογένειά του. Είναι εκείνος που πασχίζει να εντάξει το παιδί του σε ανώτερη οικονομικά κοινωνική ομάδα από αυτήν που ανήκει ο ίδιος. Κάνει αιματηρές οικονομίες για να του εξασφαλίσει ρούχα και παπούτσια ακριβών brands, προκειμένου αυτό να ενσωματωθεί σε παρέες με συγκεκριμένο κοινωνικό στάτους. Το καθοδηγεί να ακολουθεί κατά πόδας ό,τι γυαλίζει στα δικά του μάτια, μαθαίνοντάς το έτσι να απαξιώνει την οικογένεια στην οποία μεγάλωσε, προφανώς για τους λάθος λόγους.

Ο γονιός του παιδιού που μαθαίνει να αναπτύσσει τα λάθος κριτήρια. Είναι εκείνος που φορτώνει, ελαφρά την καρδία, τις προσωπικές του αποτυχίες στις παιδικές πλάτες, φορτώνοντάς τες δια βίου με ένα παράτησα τα πάντα για εσένα. Είναι ο ίδιος που κοιτάζει με μισό μάτι τον γονιό που δεν μπορεί να θυμηθεί πόσες φορές έβηξε το παιδί του την περασμένη εβδομάδα ή σε ποιο κεφάλαιο της γεωμετρίας βρίσκεται η τάξη του. Είναι ο ίδιος που θα κρίνει ως ανεπαρκή εκείνον τον γονιό με την προσεγμένη εμφάνιση ή την επιτυχημένη καριέρα, καθόσον μητρότητα/πατρότητα ίσον εμμονική προσήλωση μόνο σε έναν στόχο. Αυτόν του παιδιού.

Ο γονιός του ηττοπαθούς παιδιού. Είναι εκείνος που επαναπαύεται στην ψευδαίσθηση πως το facebook ή η τηλεόραση κάνουν μεγαλύτερο κακό στο παιδί του από έναν γάμο γεμάτο συναισθηματικές άπνοιες και μια οικογένεια που βγαίνει από τις ναφθαλίνες στα κυριακάτικα τραπέζια και στις γιορτές. Είναι ο γονιός που θεωρεί πως όσα βλέπουν τα μάτια του κόσμου ζυγίζουν περισσότερο από όσα βλέπουν τα μάτια του ίδιου του παιδιού. Προτιμά να κλείνει πόρτες από το να ανοίγει διαλόγους, προσποιούμενος πως προβλήματα υπάρχουν μόνο όταν τα προκαλείς. Το αγαπημένο του μότο είναι το εσύ να μην ανακατεύεσαι, να μην μπλέκεις, να κάθεσαι στα αυγά σου.

Όχι, δεν χρειάζεται να παρακολουθήσω καμία άλλη ομιλία για τον σχολικό εκφοβισμό. Αν θυμηθώ όλα τα περιστατικά που έχουν καταγραφεί στο σχολείο της κόρης μου ή στα σχολεία παιδιών φίλων τόσα χρόνια, μπορώ εύκολα και χωρίς καμία άλλη πληροφορία να σου πω ποιανού παιδί ήταν ο θύτης, ποιανού το θύμα και ποιανού ο άπραγος θεατής.
Θα ήθελα πολύ να πιστεύω πως δεν ανήκω σε καμία από τις παραπάνω κατηγορίες γονιών, αλλά προφανώς και έχω πιάσει τον εαυτό μου κατά καιρούς έτοιμο να πέσει ή να πέφτει σε τέτοιου είδους κοινωνικές παγίδες. Τώρα θα μου πεις πως έτσι είναι φτιαγμένη η κοινωνία. Και θα σου πω πως συμφωνώ. Πως θα μπορούσα να διαφωνήσω άλλωστε αν δεν καταφέρω πρώτα από όλα να συνειδητοποιήσω με ποιον τρόπο έχω διεκδικήσει ή εξασφαλίσει ή καθορίσει την θέση και την πορεία την δικιά μου ή του παιδιού μου μέσα σε αυτήν την ίδια την κοινωνία;
Βέβαια, ο στρουθοκαμηλισμός της πλειοψηφίας είναι πως ανήκει σε μία ανώτερη ελίτ, η οποία από μόνη της δεν φτάνει για να κάνει την διαφορά και να οδηγήσει σε ένα καλύτερο κοινωνικά αύριο, οπότε αρκείται στο να κουνάει απλώς το δάχτυλο απέναντι στα κακώς κείμενα.

Αγνοεί προφανώς πως, από την φύση τους, οι κάθε είδους ελίτ συνιστώνται από μειοψηφίες. Και από αυτήν την ηθελημένη παράβλεψη, από αυτήν την μικρή λεπτομέρεια, ξεκινούν τα περισσότερα κοινωνικά παρατράγουδα, που καταλήγουν δυστυχώς στα σχολικά προαύλια.

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

ΝΕΟ – Ελληνικό Λεξικό (2)



Για να μην σας λέει το παιδί σας «έφαγα Χ» και εσείς να του απαντάτε «σου έχω πει χιλιάδες φορές να μην τρως απ’ έξω», ρίξτε μια ματιά στο λεξιλόγιο των νέων, μήπως και συνεννοηθούμε τέλος πάντων…
Μαδομούνι γίνεται: Μαλώνουν γυναίκες αναμεταξύ τους.
Μανιαμούνιας: Χαζογκόμενος.
Μανόγαλο: Το προϊόν του αυνανισμού.
Μαρς: Όρμα.
Μάρτυρας του Αυνάν: Μαλάκας.
Μάτσας: Προδότης.
Με άφησαν στην απ’ έξω: Δεν με υπολόγισαν.
Με έδωσες: Με πρόδωσες.
Με ίσιωσε: Με έβαλε στην θέση μου.
Μην καρφώνεσαι: Μην προδίδεσαι.
Μου βγήκε η πίστη: Κουράστηκα, εξαντλήθηκα.
Μου έκανες ματσακονιά: Με πρόδωσες.
Μου τη βίδωσε: Με νευρίασε.
Μου τη δίνεις!: Με εκνευρίζεις.
Μούφα: Ψέμα.
Μούχλας: Τεμπέλης.
Μπακατέλα: Άσχημη γυναίκα.
Μπαλκόνια: Τα γυναικεία στήθη.
Μπάρκουλης είσαι;: Είσαι τρελός;
Μπεμπέκα: Αντρογύναικα.
Μπερδεway: Μια πολύπλοκη, πολύ μπερδεμένη, κατάσταση.
Μπερκέτι (μπερεκέτι): Πάρα πολύ καλό.
Μπουζουριάζω: Συλλαμβάνω, πιάνω κάποιον.
Μπουρούχα: Η άσχημη γυναίκα.


Νιώθεις;: Επικοινωνείς με τον πλανήτη Γη; Έχεις επίγνωση τι συμβαίνει;
Νταλίκα: Αντρογκόμενα.
Ντούκι: Σωματώδης άνδρας.

Ξεκαβάλα: Προσγειώσου.
Ξεκόλλα: Μην επιμένεις.
Ξελαμπικάρω: Ξεδίνω.
Ξέρει γαλλικά και πιάνο: Αυτός που μιλάει αισχρά.
Ξύνω πληγές: Απογοητεύω, στενοχωρώ κάποιον ακόμα περισσότερο.

Ο ακάλυπτος: Ο καραφλός.
Ο γκλίτσας: Ο «βλάχος».
Όλα είδον: Τα έφτυσα.
Οο my god: Ω, Θεέ μου.

Παλεύουμε;: Λέγεται από αγόρι σε χοντρό κορίτσι σκωπτικά.
Παντόφλα: Γυναίκα με μικρό στήθος.
Παρέδωσα πνεύμα: Τα έφτυσα.
Πατάω delete: Σε διαγράφω.
Πάω σπινταριστός: Είμαι βιαστικός.
Πετάει η ομάδα: Σημειώνονται άριστες επιδόσεις.
Πετάει χαρταετό: Τεμπελιάζει, δεν κάνει τίποτα, βαριέται.
Πήγα για μπίζα: Την έπαθα.
Πήγα για χόρτα: Την πάτησα.
Πήζουν τα γάλατα: Σοβαρεύει η κατάσταση.
Πήρα κρανιωδώς: Νευρίασα πολύ.
Πλακίζω: Κάνω πλάκα.
Πλατείας: Καραφλός.
Πνίγομαι: Νιώθω πιεσμένος.
Ποδανά: Διάλεκτος των νέων (ανάποδα).

Ρετάρισα: Χάζεψα.
Ρόδας: Μηχανόβιος.
Ρούφα τ’ αυγό σου: Μην ασχολείσαι.

Σαλούφα: Άσχημη γκόμενα.
Σε πήρα σβάρνα: Σε παρέσυρα.
Σοβάτισμα: Ο αυνανισμός.
Σου την έφερε: Σε κορόιδεψε.
Σουρωτήρι: Κάποιος με πολλές τρύπες για σκουλαρίκια, εύκολη γκόμενα.
Σπάσε: Φύγε.
Σπάστηκα: Χαλάστηκα, ξενέρωσα, εκνευρίστηκα.
Σπερματοκτόνο: Απλησίαστη γκόμενα.
Σταθμός υπεραστικών: Γυναίκα που απ’ τη ζωή της πέρασαν πολλοί άντρες.
Στην ξεφτίλα: Πολύ φτηνά ή πολύ εύκολα.
Στην πίπα σου: Βούλωσέ το.
Στην ψύχρα: Στα ίσια, κατάμουτρα.
Στόκος: Ανίκανος διανοητικά, ο κολλημένος.
Στρίβε: Άδειασέ μας τη γωνιά.
Στροφίγγος: Ο ασταθής τύπος.

Τα ‘φτυσα: Κουράστηκα πολύ.
Τα βρήκα μπαστούνια: Δυσκολεύτηκα.
Τα είδα όλα: Έμεινα έκπληκτος.
Τα πήρα στο κρανίο: Εκνευρίστηκα, νευρίασα.
Τα σπάει: Είναι κορυφαίο.
Τα σπάσαμε: Χωρίσαμε.
Τα στήλωσα: Πεισμάτωσα.
Τα τίναξε: Πέθανε.
Τα χώνω: Επιπλήττω.
Τάβλα: Γυναίκα με μικρό στήθος.
Ταλιατέλα: Πολύ άσχημη γκόμενα που το παίζει ωραία.
Τέσπα: Τέλος πάντων.
Τζίζους: Κάτι είναι ελεεινό.
Τζιτζί, τζάμι: Πάρα πολύ ωραίο, τέλειο.
Τη βάψαμε: Είμαστε σε δύσκολη θέση, δεν την γλιτώνουμε.
Τη σούταρα: Την έδιωξα.
Την είδα Σορίν Ματέι: Έγινα πολύ κακός.
Την έχει ακούσει dolby digital: Έχει καβαλήσει το καλάμι.
Την κάνω μπραφ: Την κοπανάω.
Την κάνω: Φεύγω.
Την κάτσαμε: Είμαστε σε δύσκολη θέση.
Την πάτησα: Απέτυχα, αστόχησα, έκανα λάθος.
Την πέταξες: Είπες χαζομάρα.
Την τίλιασα: Έφαγα μέχρι σκασμού.
Τι με κοιτάς σαν πόκεμον;: Τι με κοιτάς σαν χάνος;
Το ‘χει κάψει: Τα εγκεφαλικά του κύτταρα έχουν καταστραφεί.
Το ‘χω: Μπορώ να κάνω κάτι.
Το πήρα το fax: Το πήρα το μήνυμα, το κατάλαβα.
Τον έκανε εμετό: Τον τρέλανε.
Τον έστειλε για τσάι: Τον τρέλανε.
Τον έχει θάψει για τα καλά: Τον έχει κακολογήσει πολύ.
Τον κόβω: Τον κοιτάω.
Τον σακουλιάσανε: Τον πιάσανε, τον συλλάβανε.
Τον χόρεψε: Τον τρέλανε.
Τούβλο: Διανοητικά ανίκανος.
Τσάγια: Άντε γεια.
Τσιμέντο: Ανίκανος διανοητικά.
Τσίου: Άντε γεια.
Τσίσα: Τέλος.
Τσίσους Κράϊστ (Chesus Christ): Αυτός που έχει πιει πολύ. 
Τσόφλι: Αυτός που δεν έχει καμιά αξία, ο κενός.



Φ.Ε.Τ.Α.: Φανατικός εκπρόσωπος της ασχήμιας.
Φακώνω: Συλλαμβάνω, πιάνω κάποιον.
Φατσοκόφτης: Ο πορτιέρης των club.
Φεύγας: Ο ασταθής τύπος.
Φευγάτος: Ο παλαβός.
Φλάσαρα: Μου ήρθε απότομα.
Φλόμπα: Ελεεινή γκόμενα.
Φρικάρισα: Τρελάθηκα.

Χάλασε το γρανάζι: Κόλλησε το μυαλό μου.
Χαλές: Τιποτένιος, βρώμικος.
Χάλιας: Αυτός που δεν βλέπεται.
Χαλίλης: Ο τύπος που φοράει πολλά χρυσά τιμαλφή.
Χανούμι: Φίλαθλος της ΑΕΚ.
Χεσμένος: Αυτός που έχει πιει πολύ.
Χιόνι: Ασταθής χαρακτήρας.
Χλωμό το κόβω: Είναι δύσκολο να γίνει.
Χωνί: Γυναίκα που έχει πολλούς εραστές.

Ψιλικοκό: Ο αυνανισμός.

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

ΝΕΟ – Ελληνικό Λεξικό (1)




Για να μην σας λέει το παιδί σας «έφαγα Χ» και εσείς να του απαντάτε «σου έχω πει χιλιάδες φορές να μην τρως απ’ έξω», ρίξτε μια ματιά στο λεξιλόγιο των νέων, μήπως και συνεννοηθούμε τέλος πάντων…

Absolut: H γκομενάρα.
Bridge: O κολλημένος.
By the way: Μια που το ‘φερε η κουβέντα.
Klain main: Ό,τι να ‘ναι.
Kokomploko: Κόλλησα.
Koukouroukou: Δεν είσαι καλά, κάτι τρέχει με σένα.
Loser: Ο χαμένος.
No comment: Ουδέν σχόλιον.
Noob: Ο πρωτάρης.
Pamela: Γυναίκα με μεγάλο στήθος.
Respect: Προσκυνώ, σέβομαι.


Αγκάλιασε η φάση: Κανονίστηκε.
Αγρότης: Αγροτικό αυτοκίνητο.
Αέρα - πατέρα: Γυναίκα με πολλές ερωτικές σχέσεις.
Άμπλα - ούμπλα: Ασυνεννοησία.
Ανάβουν τα λαμπάκια μου: Νευριάζω.
Άναψαν κόκκινα: Τσαντίστηκα.
Άναψαν τα αίματα: Δημιουργήθηκε εκρηκτική κατάσταση.
Άραξε στην πέτσα σου: Χαλάρωσε.
Άραξε: Χαλάρωσε.
Αργύρης Χαλιλόπουλος: Αυτός που φοράει πολλά χρυσαφικά.
Αυτός είναι γκάου μπίου: Είναι χαζός.
Αχώνευτος: Αντιπαθητικός.


Βαζέλας: Φίλαθλος του Παναθηναϊκού.
Βάζω γκολ: Πετυχαίνω, τα καταφέρνω.
Βάλε gag: Κάνε μόκο, σώπα.
Βαράω ενέσεις: Βαριέμαι.
Βάρεσε μπιέλα: Χάζεψε.
Βγάζω εφημερίδα: Διαδίδω διάφορα.
Βγάζω φανέλα: Διαδίδω διάφορα.
Βισματώθηκα: Έχω πολύ δουλειά.
Βλήτο: Ανίκανος διανοητικά.


Γαμάει: Είναι φοβερό, αχτύπητο.
Γαύρος: Φίλαθλος του Ολυμπιακού.
Γιαούρτογλου: Βλάκας, πανηλίθιος.
Γιάφκα: Συγκέντρωση φίλων στο σπίτι.
Γιαχαμπίμπης Γιαλελέλης: Αυτός που φορά πολλά χρυσαφικά.
Γίναμε μπίλιες: Φάγαμε τα μουστάκια μας, τσακωθήκαμε.
Γίνομαι ρόμπα: Ρεζιλεύομαι.
Γκάζιας: Ο μηχανόβιος.
Γκαζοφονιάς: Μηχανόβιος που αναπτύσσει μεγάλες ταχύτητες.
Γκάμπριο: Καραφλός.
Γκαμπριολέ: Καραφλός.

Δεν νιώθει: Δεν καταλαβαίνει τίποτα.
Δεν παίζεσαι με τίποτα: Δεν σε αντέχω.
Δεν παίζεται: Είναι υπέροχο, το καλύτερο.
Δεν παλεύεται: Είναι αφόρητο.
Δεν πατάς: Δεν είσαι στα καλά σου.
Δεν την παλεύεις: Είσαι στον κόσμο σου.
Δεν την παλεύω: Τα έχω παίξει, δεν την βγάζω.
Δεν της το ‘χα: Δεν την είχα ικανή για κάτι τέτοιο.
Δεν τρέχει τσάι: Δεν τρέχει τίποτα.
Δεν υπάρχει: Είναι άριστης ποιότητας, είναι απίστευτο.
Δίνω πασαπόρτι: Διώχνω.


Έγινα παζλ: Κουράστηκα.
Έγινα χώμα: Κουράστηκα.
Έγινε αλοιφή: Μέθυσε.
Έγινε πίτα: Μέθυσε.
Είναι (κα)ρέκλας: Είναι τεμπέλης, βλάκας.
Είναι άπαιχτο: Είναι υπέροχο, το καλύτερο.
Είναι καμένος: Τα εγκεφαλικά του κύτταρα έχουν καταστραφεί.
Είναι κομπλέ: Όλα εντάξει.
Είναι ρεμπεσκές: Είναι τεμπέλης, αλήτης.
Είναι ρούχλας: Είναι τεμπέλης, βαρεμένος.
Είναι φιδέμπορας: Είναι ψεύτης, απατεώνας, πονηρός άνθρωπος.
Είναι φτέλι: Είναι ξεφτιλισμένη.
Είσαι lol: Είσαι ό,τι να ‘ναι.
Είσαι για format: Είσαι για επανεκκίνηση, τα έχεις παίξει.
Είσαι κουκουρούκου: Δεν καταλαβαίνεις.
Είχα ένα fail: Είχα μια αποτυχία.
Είχα μπούκα ή δεν είχα μπούκα: Ήμουν ή δεν ήμουν θυμωμένος.
Έκατσε η φάση: Κανονίστηκε.
Έκλασα μέντες: Φοβήθηκα.
Έκλεισε η φάση: Κανονίστηκε.
Έκοψα λάσπη: Απομακρύνθηκα από κάποιον ή κάτι για να μην γίνω αντιληπτός.
Έλα γεια: Παράτα τα.
Έμεινα κάγκελο: Έμεινα άφωνος.
Έμεινα κουφέτο: Έμεινα άφωνος.
Έμεινα παγωτό: Έμεινα άφωνος.
Έμεινα: Σοκαρίστηκα
Ένα και ένα milko: Πολύ κοντός (ένα μέτρο και άλλο λίγο).
Εξάτμιση: Ο πούστης.
Έπαθα black out: Κόλλησα.
Έπαθα νίλα: Την πάτησα.
Έπαθα φρίκη: Τα έφτυσα.
Έφαγα αγγούρι: Ζορίστηκα, είχα πολύ δουλειά.
Έφαγα ήττα: Έπαθα σοκ.
Έφαγα παλούκι: Είχα πολύ δουλειά, ζορίστηκα.
Έφαγα πατάτα: Έπαθα σοκ, κόλλησα.
Έφαγα πενταήμερη: Μου επιβλήθηκε ως ποινή πέντε μέρες αποβολή από το σχολείο.
Έφαγα πίκρα: Απογοητεύτηκα.
Έφαγα σκάλωμα, σκάλωσα: Κόλλησα, έχασα τα λόγια μου, δυσκολεύτηκα.
Έφαγα φλας: Μου ήρθε ξαφνικά.
Έφαγα φλασιά: Κάτι θυμήθηκα.
Έφαγα Χ: Απορρίφθηκα ερωτικά.
Έχω δόντι: Έχω μέσον.

Η goa: Η rave γκόμενα.
Η γκόμενα είναι «γεια σου»: Είναι απλησίαστη.
Η γκόμενα είναι «όπου»: Δεν μπορείς να την πλησιάσεις.

Και καλά: Δήθεν.
Καίει κάρβουνο: Είναι αργόστροφος.
Καίει κοπριά: Είναι πολύ αργόστροφος.
Καϊνάρι: Στραβοπόδα ή ξεφτιλισμένη γκόμενα.
Καίω φλάντζα: Τρελαίνομαι, τα χάνω.
Καλώς τα ζαντολάστιχα: Καλώς το «βλάχο», το χωριάτη.
Καλώς το Ντάτσουν: Καλώς το γύφτο.
Καλώς τον αδελφό ξεφτίλα: Καλώς τον κολλητό που είναι ομοϊδεάτης και ομοιοπαθής.
Καμπιονάτο (κάμπια: η άσχημη κοπέλα): Παρέα από κάμπιες.
Κάν’ την: Άδειασέ μας τη γωνιά.
Κάνε μόκο: Σταμάτα να μιλάς.
Κάνει τον Κινέζο: Κάνει ότι δεν ξέρει τίποτε, ότι δεν καταλαβαίνει.
Κάνει τον Σημίτη: Κάνει πως δεν ξέρει, πως δεν καταλαβαίνει.
Κάνω πάσα: Στέλνω κάποιον σε κάποιον άλλον.
Κάνω τσακωτό: Συλλαμβάνω, πιάνω κάποιον.
Καραγκιοζοplayer: Βλάκας, πανηλίθιος.
Καρφώνω: Προδίδω.
Κατά του απέναντι στόχου βά – λααα - τε: Όρμα.
Κατέβασα παροχή: Αδιαφόρησα.
Κενάρω: Έχω κενό, δηλαδή ελεύθερη ώρα, λόγω απουσίας κάποιου καθηγητή.
Κόλαρέ με: Πάρε με τηλέφωνο.
Κόλλησα: Κόλλησε το μυαλό μου.
Κολύμπα: Ηρέμησε.
Κομπλέ: Όλα εντάξει.
Κόντρα πλακέ: Η γυναίκα με το μικρό στήθος.
Κοπέλα - γαρίδα: Κοπέλα με ωραίο σώμα και άσχημο πρόσωπο (όπως οι γαρίδες αλλά πετάς το κεφάλι).
Κουκουρούκου: Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε.
Κουλάρισε, κούλαρε: Ηρέμησε.
Κουραδοκόφτης: Το τάγκα εσώρουχο.
Κουτουλάω: Νυστάζω.
Κουφάθηκα: Είναι αδιανόητο αυτό που άκουσα.
Κόφ’ το!: Σταμάτα, πάψε.
Κόψε λάσπη: Άδειασέ μας τη γωνιά.
Κρανιώνομαι: Θυμώνω.
Κρατάω μούτρα: Θυμώνω.


Λέμε: Και εννοούμε.
Λιώνω: Κάνω κάτι για πολλή ώρα.