ΩΡΑ...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σελίδες και πρόσωπα της ιστορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σελίδες και πρόσωπα της ιστορίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Η σφαγή του Κομμένου Άρτας από τους Ναζί (16 Αυγούστου 1943)

Στις 6 Απριλίου 1941 οι Γερμανία επιτέθηκε στην Ελλάδα και μετά από σκληρό αγώνα την κυρίευσε. Η κατοχή άρχισε. Από τον Σεπτέμβριο του 1941 όμως άρχισαν να ιδρύονται οι πρώτες αντιστασιακές οργανώσεις, που σταδιακά αυξήθηκαν πολύ που το 1942 και το 1943 ο απελευθερωτικός - αντιστασιακός αγώνας κορυφώθηκε με συνεχή διενέργεια σαμποτάζ, ένοπλες συγκρούσεις, θανάτους Γερμανών και γενικότερα ενέργειες που έκαναν δύσκολη τη ζωή των κατακτητών.
Για να αντιμετωπίσουν το κύμα αντίστασης, οι Γερμανοί έθεσαν σε εφαρμογή το μέτρο της «αλληλέγγυας ευθύνης», σύμφωνα με το οποίο για κάθε σκοτωμένο Γερμανό στρατιώτη εκτελούσαν εκατό αμάχους. Το μένος τους στράφηκε εναντίον πόλεων και χωριών και διαπράχτηκαν ανομολόγητα εγκλήματα, επιδιώκοντας να κάμψουν το αγωνιστικό και αντιστασιακό φρόνημα των Ελλήνων.
Το Κομμένο, ένα μικρό χωριό του νομού Άρτας, στην άκρη του Αμβρακικού κόλπου, στις εκβολές του ποταμού Αράχθου, δεν ανέπτυξε κάποια αντιστασιακή δράση. Ωστόσο συμμετείχε με την εξασφάλιση τροφίμων για τους αντάρτες στην αντίσταση. Τον Αύγουστο του 1943 ένα τμήμα του Ε.Λ.Α.Σ. πήγε στο Κομμένο και ζήτησε απ’ τις αρχές του τόπου μεγάλες ποσότητες τροφών, αίτημα που συνάντησε την άρνηση των κατοίκων, μιας και τα τρόφιμα δεν επαρκούσαν. Αυτό προκάλεσε αναστάτωση, διενέξεις και συνεχή παρουσία ανταρτών στο χωριό, καθώς πήρε μέρος στην διεκδίκηση τροφίμων και η άλλη μεγάλη ομάδα της αντίστασης, ο Ε.Δ.Ε.Σ.
Στις 12 Αυγούστου, λίγο πριν το μεσημέρι, ένα γερμανικό αυτοκίνητο έφτασε στο Κομμένο, για να ερευνήσει αν υπήρχαν στο χωριό αντάρτες, όπως ανέφεραν οι πληροφορίες που είχαν φτάσει στη γερμανική διοίκηση. Υπάρχει δε η πεποίθηση πως οι Γερμανοί γνώριζαν ότι στην περιοχή διεξάγονταν ένα ιδιότυπο λαθρεμπόριο στο οποίο συμμετείχαν έμποροι απ’ τη Λευκάδα που μετέφεραν με τις βάρκες τους αγροτικά προϊόντα και τα προωθούσαν στους πληθυσμούς των χωριών που γειτόνευαν με τον ποταμό Άραχθο, στις όχθες του οποίου αγκυροβολούσαν και διανυκτέρευαν. Ένα μέρος από τα προϊόντα αυτά κατέληγε στους αντάρτες, είτε με αμοιβή είτε με εξαναγκασμό.
Την ημέρα λοιπόν που το γερμανικό αυτοκίνητο έφτασε στο Κομμένο πλήθος ανταρτών υπήρχαν στην πλατεία και ήρθαν αντικριστά με τους Γερμανούς. Επειδή όμως οι τελευταίοι ήταν λίγοι έκαναν αμέσως στροφή και έφυγαν από το χωριό, έχοντας επιβεβαιώσει πια τις υποψίες τους. Παράλληλα μερικές γυναίκες, έσπευσαν από φόβο να μαζέψουν και να κρύψουν τα όπλα, αλλά φαίνεται πως η κίνησή τους αυτή έγινε αντιληπτή από τους Γερμανούς, ενώ κάποιος απ’ τους σκοπούς ετοιμάστηκε να πυροβολήσει εναντίον τους, αλλά εμποδίστηκε από κάποιον ανώτερό του, για να μην εκληφθεί η ενέργεια αυτή ως εχθρική πράξη και γίνουν αντίποινα σε βάρος του χωριού.
Ο αυτόπτης μάρτυρας Στέφανος Παππάς, κάτοικος του χωριού, μετέπειτα Γυμνασιάρχης και μάρτυρας κατηγορίας στη Δίκη της Νυρεμβέργης, αφηγείται πως ένα γερμανικό τζιπ με δύο στρατιώτες διενεργούσε περιπολία στα χωριά του Αμβρακικού κόλπου. Κάποια στιγμή το τζιπ ανατράπηκε από λακκούβα στο χωματόδρομο. Για βοήθειά του προσέτρεξαν κάτοικοι του Κομμένου. Οι Γερμανοί ισχυρίστηκαν ότι «μέσα σε χωράφι είδαν ένα ένοπλο αντάρτη και τρόμαξαν, με αποτέλεσμα να χάσουν τον έλεγχο του οχήματος». Το τζιπ με την βοήθεια των χωρικών επανήλθε στη θέση του και οι στρατιώτες ελαφρά τραυματισμένοι επέστρεψαν στη Φιλιππιάδα όπου έδωσαν αναφορά.
Όπως και να συνέβη, το κακό είχε γίνει πλέον! Καταλαβαίνοντας τι θα επακολουθήσει οι έντρομοι κάτοικοι κουβάλησαν τ’ αγαθά τους και τα έκρυψαν στα χωράφια τους, έξω απ’ το χωριό. Στα χωράφια διανυκτέρευαν και οι ίδιοι, ενώ ο πρόεδρος της κοινότητας Λάμπρος Ζορμπάς ζήτησε την άλλη κιόλας από τις Ιταλικές και τις συνεργαζόμενες με τους κατακτητές αρχές της Άρτας να πληροφορηθεί σχετικά με την τύχη του χωριού. Οι αρχές τον διαβεβαίωσαν πως το χωριό του δεν είχε να φοβηθεί τίποτε, γιατί οι αντάρτες δεν ήταν κάτοικοι του Κομμένου. Οι κάτοικοι ησύχασαν και ένα μεγάλο μέρος τους επέστρεψε στο χωριό.
Στις 15 Αυγούστου, το χωριό πανηγύριζε ανακουφισμένο. Η Παναγία, την Κοίμηση της οποίας τιμούσαν, φαινόταν να είχε βάλει το χέρι της.
Τα χαράματα, όμως, της 16ης Αυγούστου εκατό στρατιώτες, κατά τον Άγγλο ιστορικό  Mark Mazower, 400 κατά τον Στέφανο Παππά, περικύκλωσαν το Κομμένο. Ήταν άντρες του 12ου λόχου του 98ου γερμανικού Συντάγματος, το οποίο έδρευε στην περιοχή της Φιλιππιάδας.
Αποστολή του λόχου ήταν η εξόντωση των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή και η εξαφάνιση του χωριού που τους υποστήριζε και τους προμήθευε με τρόφιμα και άλλα απαραίτητα για την αντίστασή τους εναντίον των Γερμανών. Διοικητής του 98ου Συντάγματος ήταν ο αντισυνταγματάρχης Josef Salminger, παλιός αγωνιστής του Γ΄ Ράιχ και συνοδοιπόρος του Αδόλφου Χίτλερ, που παινευόταν πως μετέτρεψε το 98ο Σύνταγμα Ορεινών Κυνηγών σε σύνταγμα για τον Χίτλερ. Ο Salminger την προηγούμενη μέρα συγκέντρωσε τους Γερμανούς στρατιώτες και τους ανακοίνωσε πως συστρατιώτες τους σκοτώθηκαν στο Κομμένο και όφειλαν επομένως να λάβουν σκληρά μέτρα εναντίον των ανταρτών, καταστρέφοντας ολοκληρωτικά το χωριό στο οποίο κρυβόταν.
Διοικητής του λόχου ήταν ο υπολοχαγός Willibald ‘’Willy’’ Roser, πρώην στέλεχος της Χιτλερικής νεολαίας, ενώ οι στρατιώτες ήταν στο σύνολό τους κληρωτοί.
Με την ανατολή του ήλιου, αφού πρώτα πήραν το πρωινό τους, οι μονάδες εφόδου είδαν το σύνθημα που δόθηκε με δύο φωτοβολίδες κι άρχισαν να βάλλουν με όπλα, με πολυβόλα, χειροβομβίδες και όλμους. Έστησαν πολυβόλα στις εισόδους του χωριού, εισέβαλαν στα σπίτια και σκότωσαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους και στο τέλος έβαλαν φωτιά και τα έκαψαν. Δεν άφηναν τίποτε όρθιο. Έκαιγαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους και σκότωναν με μιαν απερίγραπτη αγριότητα άντρες, γέροντες, γυναίκες, παιδιά, ακόμη και μωρά. Ολόκληρες οικογένειες κάηκαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους, πριν ακόμη ξυπνήσουν και καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι είκοσι οικογένειες ξεκληρίστηκαν μέχρις ενός.
Γέροι άνθρωποι, ανάπηροι, ακόμη και τυφλοί, σκοτωθήκανε επιτόπου. Κορίτσια με την απειλή των όπλων σύρθηκαν στον έσχατο εξευτελισμό της προσωπικότητάς τους και βιάστηκαν κατ’ εξακολούθηση από τους νεαρούς οπαδούς της χιτλερικής ιδεολογίας, οι οποίοι, αφού ικανοποίησαν τα κτηνώδη ένστικτά τους, έκοβαν τους μαστούς και τις έσφαζαν σαν ζώα!
Τα ανθρωπόμορφα κτήνη εφάρμοζαν μια σατανική τακτική εξοντώσεως των μικρών παιδιών. Αφού έβρεχαν βαμβάκι με βενζίνη, το τοποθετούσαν στα στόματα των βρεφών που κοιμόντουσαν ακόμη στην κούνια τους και αφού το άναβαν, απολάμβαναν σαδιστικά γελώντας με το “πυροτέχνημα” τους.
Μια γυναίκα έγκυος, αφού της ανοίξανε την κοιλιά, βγάλανε από εκεί το έμβρυο που σε λίγες μέρες θα έφερνε στον κόσμο και το εναποθέσανε στα χέρια της. Έτσι βρέθηκε η γυναίκα. Νεκρή με ανοιγμένα σπλάχνα και το αγέννητο παραμορφωμένο νεκρό, στα χέρια της.
Άλλα από τα παιδιά τα εκτελούσαν στον κρόταφο με μια σφαίρα περιστρόφου, ενώ άλλα τα κάρφωναν με τις ξιφολόγχες τους παρ’ όλη την αθωότητα και τα κλάματα τους.
Άλλοι έτρεχαν στους δρόμους να σωθούν και έπεφταν από τις σφαίρες που θέριζαν το χωριό. Ανθρώπινα σώματα κόπηκαν στα δυο ή διαλύθηκαν και δε βρέθηκαν ποτέ. Φαίνεται πως η διαταγή ήταν σαφής: να μη μείνει τίποτε ζωντανό σ’ ένα χωριό που αποτελούσε φωλιά των ανταρτών.
Ούτε και την εκκλησία της Παναγίας δεν σεβάστηκαν, αφού αφόδευσαν στην πύλη του Ιερού βήματος και πέταξαν στο πάτωμα του ναού τις εικόνες του τέμπλου και τα ιερά σκεύη.
Έξι ώρες κράτησε η σφαγή. Δρόμοι, αυλές, καμένα σπίτια, κήποι, χαντάκια, η πλατεία, ολόκληρο το χωριό γέμισε πτώματα, που μερικά έμεναν άθαφτα για αρκετές μέρες, αφού δεν απέμεινε κανείς ζωντανός απ’ τους συγγενείς για να τους θάψει. Πρόχειρα και στον τόπο ακριβώς της σφαγής άνοιξαν λάκκους κι έριξαν τους νεκρούς μέσα, για να μην τους φάνε τα σκυλιά και τα όρνια και να μην πέσουν αρρώστιες αγιάτρευτες στο χωριό. Όσοι σώθηκαν έπρεπε ν’ αντέξουν και ν’ αφήσουν γι’ αργότερα τα δάκρυα και τον πόνο.

Η οικογένεια Μάλλιου. Η Αλεξάνδρα εικονίζεται στην πάνω σειρά της φωτογραφίας στο κέντρο. Τα αδέλφια της που επέζησαν είναι τα δύο παιδιά που κρατάει από τους ώμους ο πατέρας.
Στο σπίτι του Θόδωρου Μάλλιου γινόταν ο γάμος τη κόρης του Αλεξάνδρας με το Θεοχάρη Καρίνο από τον Παχυκάλαμο, χωριό κοντά στο Κομμένο. Χάθηκαν όλοι. Τους έκαψαν και τους σκότωσαν. Τριάντα έως τριάντα πέντε άτομα. Από τα δώδεκα μέλη της οικογένειας του οικοδεσπότη Θόδωρου Μάλλιου σώθηκαν εκείνο το πρωινό μόνο δύο, ο Αλέξανδρος και η Μαρία, που είχαν φύγει μόλις πριν λίγα λεπτά για να φροντίσουν τα ζώα στο χωράφι τους. Οι ναζί δε σεβάστηκαν και δε λογάριασαν τίποτε και κανέναν. Σκότωσαν και τη νύφη, την Αλεξάνδρα και το γαμπρό, τον Θεοχάρη.
Ο διασωθείς μικρός γιος, ο Αλέξανδρος Μάλλιος, που έχασε όλη την οικογένεια του, θυμάται:
«Σαν φτάσαμε κοντά στο σπίτι, ακόμα κάπνιζε. Απ’ έξω δεν μπορούσαμε να περάσουμε απ’ τους σκοτωμένους. Δεν είχες πού να πατήσεις. Δρασκελίσαμε πάνω απ’ τα πτώματα κι αντίκρισα τον πατέρα μου μ’ ένα μικρό παιδί μέσα στα αίματα. Οι άλλοι μέσα ήταν όλοι καμένοι. Έσκυψα, τον αγκάλιασα και λιποθύμησα. Τα είχαμε χαμένα και ζούσαμε σ’ ένα εφιαλτικό όνειρο, έτσι που δεν είχαμε τη δύναμη να κλάψουμε».
Όσοι πρόλαβαν και πετάχτηκαν έξω απ’ τα σπίτια τους, έτρεξαν να σωθούν στα χωράφια ή να κρυφτούν χωμένοι στα βαθιά χαντάκια. Μόνη σωτηρία απέμεινε για πολλούς το ποτάμι. Πλήθος κόσμου έτρεξε κατά εκεί. Άλλοι ρίχνονταν στα νερά του για να περάσουν απέναντι  και να σωθούν. Άλλοι κρέμονταν απ’ τις βάρκες και τρέμοντας πάλευαν να γλιτώσουν απ’ τον εφιάλτη. Κι εκεί πνίγηκαν σχεδόν όλοι όσοι μπήκαν στη βάρκα του Σπύρου Βλαχοπάνου, σχεδόν  είκοσι άτομα. Κι ο θρήνος κι οι κραυγές του πνιγμού έσμιγαν με τη βουή της φωτιάς και των όπλων που αφάνιζαν το Κομμένο.
Στο τέλος της σφαγής οι ναζί στρατιώτες κάθισαν στην πλατεία του χωριού όπου έφαγαν και ήπιαν μπύρες αφήνοντας εκεί άδειες κονσέρβες, δίπλα σε επτά πτώματα. Ο Στέφανος Παππάς, νεαρός τότε, επέζησε της σφαγής και θυμάται:
«Οι πρώτοι προστρέξαντες μετά την ανθρωποσφαγή Γρηγόρης Κολιοκώτσης και Ευστάθιος Κολιοκώτσης, ευρήκαν τις δύο ξαδέρφες των Αθηνά και Θεοδοσία νεκρές από σφαίρες πιστολιού και φανερότατα τα ίχνη του βιασμού. Άλλα παραδείγματα μακαβρίου εγκληματικότητας είναι τα δύο μωρά του μακαρίτη Ευστάθιου Κολιοκώτση ηλικίας 7 μηνών, που ευρέθηκαν νεκρά από ασφυξία, γιατί οι κακούργοι εγέμισαν τα στόματά των με βαμβάκι βρεγμένο με βενζίνη και κατόπιν το άναψαν για να απολαύσουν ένα σαδιστικό πυροτέχνημα. Ευρέθη επίσης ο δεύτερος παππάς του χωριού Ζώης Παππάς σκοτωμένος με μαχαίρι και με εξωρυγμένους τους οφθαλμούς. Ως επισφράγισμα της θηριωδίας των ανωτέρω αναφέρω ένα πρωτάκουστο κακούργημα. Η ετοιμογέννητη Παναγιώτα σύζυγος του Λεωνίδα Τσιμπούκη βρέθηκε νεκρή με την κοιλιά ξεσχισμένη και το έμβρυο νεκρό δίπλα της, όπως βεβαιώνει ο αυτόπτης μάρτυρας Θεόδωρος Σταμάτης…».
Γύρω στο απόγευμα της 16ης Αυγούστου ο Δημήτρης Αποστόλου, ένας νεαρός άντρας από το Κομμένο, επέστρεψε στο χωριό του. Οι Γερμανοί είχαν φύγει μόλις πριν λίγη ώρα, μετά την καταστροφική επιδρομή τους. Στα απανθρακωμένα απομεινάρια των σπιτιών, δοκάρια καίγονταν ακόμη. Η κοιλιά μιας γυναίκας είχε σχισθεί και ένα κοτόπουλο είχε αρχίσει να σέρνει τα εντόσθια της κατά μήκος του δρόμου. Στο θέαμα αυτό ο νεαρός άντρας δεν άντεξε και λιποθύμησε.
Μετά από χρόνια ένας  Γερμανός ερευνητής ο Hermann Frank Meyer (1940 - 2009), γιος αξιωματικού της επιμελητείας της Wehrmacht που αιχμαλωτίσθηκε από τους αντάρτες και εκτελέσθηκε, ψάχνοντας τα ίχνη του πατέρα του, βρέθηκε μπροστά σε συγκλονιστικά στοιχεία για τη δολοφονική δράση των επίλεκτων μονάδων των ναζί στην Ελλάδα. Μετά από έρευνα δεκαετιών στα γερμανικά αρχεία έγραψε δύο  βιβλία. Το πρώτο, με τίτλο «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης Μεραρχίας Καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα»,  αναφέρεται στη σφαγή στα Καλάβρυτα. Στο δεύτερο,  με  τίτλο «Αιματοβαμμένο εντελβάις - 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Ορεινό Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα 1943 - 1944» (σ.σ. το αλπικό λουλούδι ήταν το διακριτικό σήμα των ανδρών της Μεραρχίας στους σκούφους και τα μανίκια της στολής τους), ο συγγραφέας μίλησε με επιζώντες της Μεραρχίας οι οποίοι παρά τις προσπάθειές τους να συσκοτίσουν τα γεγονότα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικοί για την αγριότητα των δυνάμεων κατοχής και το βάρος του εγκλήματος στο Κομμένο.
Να τι είπαν στον Meyer οι βετεράνοι της Μεραρχίας:

«Ήδη από την έναρξη της επιχείρησης συζητούνταν σε ολόκληρο το στρατόπεδο ότι κάποιος αξιωματικός της μονάδας είχε δεχτεί πυρά στο χωριό, αλλά είχε καταφέρει να διαφύγει. Αμέσως αφότου κατεβήκαμε από το φορτηγό συγκεντρωθήκαμε και κάποιος αξιωματικός της μονάδας μας έδωσε τη διαταγή  πως σ αυτή την επιχείρηση αντιποίνων δεν έπρεπε κανένας Έλληνας να εγκαταλείψει το χωριό ζωντανός. Ο αξιωματικός μας είπε χαρακτηριστικά: “να θερίσουμε τους πάντες’’».
(Στρατιώτης Όττο Γκόλντμαν 18 χρονών τότε, από τη Βιέννη)

«Από την πλευρά των κατοίκων δεν υπήρξε καμία αντίσταση. Ούτε ένας πυροβολισμός δεν έπεσε προς το μέρος μας και δεν είχαμε τραυματίες (…) Θυμάμαι ακόμη ακριβώς ότι προσπάθησα να σώσω τέσσερα παιδάκια περίπου 3 έως 5 ετών. Τα έκρυψα κάτω από μια κουβέρτα. Δεν ξέρω αν τελικά ανακαλύφθηκαν αργότερα και εκτελέστηκαν».
(Δεκανέας Καρλ Ντεφρέγκερ)

«Οι κάτοικοι του χωριού που προσπαθούσαν να διαφύγουν εκτελούνταν. Το ίδιο ίσχυε και για όσους κρύβονταν μέσα στα σπίτια. Ρίχναμε χειροβομβίδες μέσα στα σπίτια και μετά πυροβολούσαμε με καραμπίνες και αυτόματα όπλα μέσα από κλειδαμπαρωμένες πόρτες. Η επίθεση κράτησε αρκετές ώρες. Πολλά πτώματα κάηκαν μέσα στα σπίτια και η δυσοσμία ήταν αφόρητη».
(Στρατιώτης Γιόζεφ Ρήντλ)

«Στην πλατειούλα ο ανθυπολοχαγός διέταξε να εκτελεστεί αυτή η ομάδα ανθρώπων (σ.σ. μέλη, συγγενείς και φίλοι της οικογένειας Μάλλιου που βρέθηκαν στο χωριό για το γάμο, την προηγούμενη,  της κόρης της οικογένειας). Ο Τσίγκλερ έστησε το πολυβόλο σε απόσταση  10 - 15 μέτρων. Στο πολυβόλο υπήρχαν ήδη σφαίρες, έτσι ο Τσίγκλερ άνοιξε αμέσως πυρ, έριξε μια σειρά ριπών και θέρισε τον κόσμο. Κανένας δεν έμεινε ζωντανός. Τα πτώματα αφέθηκαν εκεί όπου έτυχε να πέσουν».
(Ότο Γκόλνμαν)

«Είναι σαν να κόβεις χόρτα. Γίνεται πολύ γρήγορα. Μετά ησυχία. Καμία κραυγή, καμία αναστάτωση. Μετά ησυχάζεις (…) Βλέπω ακόμη και σήμερα τις γυναίκες και τα παιδιά που στήθηκαν μπροστά στον τοίχο πως άρχισαν να ουρλιάζουν προσπαθώντας να κρυφτούν πίσω από τα τελάρα. Ήμουν τόσο ταραγμένος που θα αναγκαζόμουν να πυροβολήσω γυναικόπαιδα».
(Υποδεκανέας Άντον Τσίγκλερ απαντώντας σε ερώτηση πως αισθανόταν μετά τη σφαγή)

«Είδα τα πτώματα των πυροβολημένων να κείτονται στο χώμα. Ήταν όλοι νεκροί δεν χωράει καμία αμφιβολία. Κάτι που μ’ έκανε πραγματικά να αηδιάσω ήταν πως ορισμένοι ασελγούσαν πάνω στα πτώματα. Είδα ο ίδιος στρατιώτες να χώνουν μπουκάλια μπύρας στα αιδοία των νεκρών γυναικών. Νομίζω πως είδα και πτώματα με βγαλμένα μάτια».
(Άουγκουστ  Ζάιτνερ)

Ο ίδιος απαντώντας στην ερώτηση αν οι συνάδελφοί του τοποθετούσαν  στο στόμα βρεφών βαμβάκι ποτισμένο με βενζίνη και τα έκαιγαν είπε:
«Είδα πράγματι παιδιά νεκρά τα οποία έφεραν στο πρόσωπο γύρω από την περιοχή του στόματος φρικτά εγκαύματα. Δεν γνωρίζω όμως εάν αυτό συνέβη ενόσω τα παιδιά ζούσαν ακόμη  ή εάν κακοποιήθηκαν τα πτώματά τους».

«Είδα νεκρά μωρά καρφωμένα στις πόρτες αχυρώνων».
(Ούγκο Τούρρι, Ιταλός, τότε επιλοχίας στην ιταλική Υπηρεσία Στρατιωτικών Πληροφοριών της μεραρχίας «Μοδένα»,  που έδρευε στην Άρτα. Βρέθηκε στο Κομμένο μία μέρα μετά τη σφαγή).

«Μετά μας είπαν πως μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας λάφυρα. Οι στρατιώτες όμως ήταν τόσο εξαντλημένοι που δεν άγγιξαν σχεδόν τίποτα από τα πράγματα που βρίσκονταν ολόγυρα. Μόνο οι αξιωματικοί φόρτωσαν στα φορτηγά λαφυραγωγημένα χαλιά και άλλα αντικείμενα αξίας».  
(Φραντς Τόμασιτς, Αυστριακός , 19 ετών τότε)

Μετά τη σφαγή ήρθε η ώρα  και του γλεντιού. Ο Άουγκουστ Ζάιτνερ κατέθεσε στις ανακρίσεις που έγιναν μεταπολεμικά:

«Θα ήθελα να συμπληρώσω κάτι ακόμα που ρίχνει ένα χαρακτηριστικό φως στην όλη υπόθεση. Μετά το τέλος της επιχείρησης έγινε μεθοκόπι στο στρατόπεδο. Στο χωριό είχαν λαφυραγωγηθεί τρόφιμα και κρασί. Αυτό το κρασί το ήπιανε μέχρι τον πάτο, και μερικοί συνάδελφοι ήρθαν στο κέφι».

Η γερμανική στρατιωτική διοίκηση, σε επίσημα έγγραφά της, έκανε λόγο για ληστές και αντάρτες που δρούσαν στο Κομμένο και έδινε σαφείς οδηγίες προετοιμασίας για μια μεγάλη στρατιωτική αναμέτρηση μεταξύ των Γερμανών και των ανταρτών. Κι όμως, οι φονιάδες δεν βρήκαν την παραμικρή αντίσταση στο αποτρόπαιο έργο τους. Μέσα σ’ ένα πρωί το Κομμένο μέτρησε 317 θύματα μιας θηριωδίας και μιας βαρβαρότητας που δεν την αντέχει ακόμη και να την ακούει κανείς. Εξοντώθηκαν 20 οικογένειες, εκτελέστηκαν 97 νήπια και παιδιά ηλικίας έως 15 ετών, θανατώθηκαν 119 γυναίκες.
Η τραγική σελίδα της ιστορίας και η μνήμη των γεγονότων αυτών στοιχειώνουν ακόμη και σήμερα τους περίπου εκατό επιζώντες της σφαγής. Η σφαγή του Κομμένου Άρτας, ισοδύναμη μ’ αυτή των Καλαβρύτων και του Διστόμου, αποτελεί μια διαρκή καταγγελία της βίας και της βαρβαρότητας, έναν ασίγαστο πόνο και μια διαμαρτυρία εναντίον κάθε μορφής ρατσισμού.

Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

Η σφαγή στην Κορμίστα Σερρών και τα 91 θύματα των Βούλγαρων κατακτητών


Η Κορμίστα (παλιότερη γραφή Κρομμύστα), βρίσκεται στις βορειοδυτικές υπώρειες του Παγγαίου όρους, κάτω από το μοναστήρι της Παναγιάς της Εικοσιφοίνισσας, σε υψόμετρο 299 μέτρων και διοικητικά υπάγεται στην Επαρχία Φυλλίδας (πρωτεύουσα η Νέα Ζίχνη) του Νομού Σερρών και πιο συγκεκριμένα στο δήμο Αμφίπολης. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 555 κατοίκους.
Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Κορμίστα ένας σημαντικός μουσουλμανικός πληθυσμός αποτελούμενος από περίπου 50 οικογένειες. Εξ αιτίας της εγκατάστασης αυτής οι Έλληνες κάτοικοι του χωριού προτίμησαν να χτίσουν νέα σπίτια προς το βουνό, στη θέση «Ραγιά», συνοικία που πήρε το όνομα της από το γεγονός ότι την κατοικούσαν αποκλειστικά «ραγιάδες», δηλαδή υπόδουλοι χριστιανοί.
Στις 23 Αυγούστου 1507 οι Τούρκοι της Κορμίστας και των άλλων χωριών του βόρειου Παγγαίου, με τη συνδρομή βασιβουζούκων της Δράμας, επιτέθηκαν στην Εικοσιφοίνισσα και έσφαξαν τους 172 συνολικά μοναχούς της Μονής, επειδή απέτρεπαν τον εξισλαμισμό των ραγιάδων.
Με την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα το χωριό μετατράπηκε σε φυτώριο εκκολαπτόμενων ανταρτών και κέντρο συγκέντρωσης οπλισμού.
Αν και στα χωριά του Παγγαίου δεν υπήρχε σλαβόφωνος πληθυσμός, οι κομιτατζήδες επιχείρησαν να εγκατασταθούν στην περιοχή για να αποσπάσουν από τους ελληνόφωνους κατοίκους, με τη μέθοδο της τρομοκρατίας, δηλώσεις προσχώρησης στη Βουλγαρική Εξαρχία. Όμως οι Έλληνες κάτοικοι της περιοχής αντέδρασαν, καθοδηγούμενοι από τον Δεσπότη της Δράμας.
Μετά τη συνθήκη του Βουκουρεστίου, τον Αύγουστο του 1913, με την οποία τα σύνορα της Ελλάδας έφτασαν μέχρι το Νέστο, η Κορμίστα επίσημα αποτέλεσε τμήμα της ελληνικής επικρατείας.
Όταν όμως στις 26 Μαΐου 1916, ο πρωθυπουργός Στέφανος Σκουλούδης παρέδωσε αμαχητί και «προσωρινά» το Ρούπελ στους Γερμανοβούλγαρους, άρχισε ο νέος Γολγοθάς της Ανατολικής Μακεδονίας που διήρκεσε μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1918.
Οι Βούλγαροι εγκαταστάθηκαν στην περιοχή ως κυρίαρχοι και το πρώτο μέλημα τους ήταν η καταδίωξη όλων των μακεδονομάχων. Συνέλαβαν τον Ιωάννη Πατέλη και τον πατέρα του από την Κορμίστα και τους εκτέλεσαν. Παράλληλα επιδόθηκαν και σε ένα όργιο κλοπής περιουσιών και πολιτιστικών θησαυρών. Αποκορύφωμα υπήρξε η επιδρομή του κομιτατζή Πανίτσα στην Εικοσιφοίνισσα κατά την Μεγάλη Εβδομάδα του 1917. Στις 27 Μαρτίου 1917, ο Βούλγαρος κομιτατζής συνοδευόμενος από τον Αυστριακό αρχαιολόγο Βλαδίμηρο Σις, συνέλαβε και κακοποίησε τους μοναχούς της Εικοσιφοίνισσας, έκαψε όλα τα ιερά βιβλία της Μονής και τα άμφια των μοναχών και έκλεψε πολύτιμα αντικείμενα μεγάλης αξίας, από τα οποία ξεχώριζαν δυο εικόνες της Παναγίας, η μια μαργαριτοποίκιλτη, διακοσμημένη με 35 πολύτιμους λίθους και η άλλη ολόχρυση, δυο επιτάφιοι και κυρίως το «εκ μεμβράνης επίχρυσον Ευαγγέλιον μετ’ εικόνων έσωθεν και έξωθεν Ιωάννου του Κατακουζηνού του έτους 1354, βάρους 9 οκάδων», καθώς και ένα Ευαγγέλιο αρχαίων χαρακτήρων, το οποίο ήταν παμπάλαιο. Τα κλοπιμαία τα φόρτωσε σε 18 μουλάρια και τα μετέφερε στη Δράμα και από εκεί στη Βουλγαρία.
Μετά την ήττα των Κεντρικών Αυτοκρατοριών, με τα άρθρα 125 και 126 της συνθήκης του Νειγύ, η Βουλγαρία υποχρεώθηκε να επιστρέψει όλα ανεξαιρέτως τα κλοπιμαία της Εικοσιφοίνισσας, όπως και τα κλοπιμαία από άλλες Ιερές Μονές της περιοχής, που ανέρχονταν συνολικά σε 430. Οι Βούλγαροι όμως επέστρεψαν μόνο τα 259 απ’ αυτά, κατακρατώντας τα υπόλοιπα, που ήταν και τα πολυτιμότερα. Μεταξύ αυτών και το Ευαγγέλιο του Κατακουζηνού.
Αλλά και στη σχέση τους με τον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής οι Βούλγαροι φέρθηκαν πολύ βίαια και κατά παράβαση του ισχύοντος διεθνές δικαίου. Στην περιοχή απαγορεύτηκε ο ελληνικός τύπος, ακόμη και η ακρόαση ξένων ραδιοφωνικών σταθμών, οι ελληνικές επιγραφές αντικαταστάθηκαν από βουλγάρικες, έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία, επιβλήθηκε ως νόμισμα της περιοχής το βουλγάρικο λέβα και έγινε προσπάθεια να ενταχθεί η οικονομία της περιοχής στη βουλγαρική εθνική οικονομία. Τέλος η εκκλησία εντάχθηκε κι αυτή στα πλαίσια της βουλγάρικης εκκλησιαστικής οργάνωσης.

Από το μουσειακό χώρο που είναι αφιερωμένο στο Ολοκαύτωμα
Παράλληλα οι Βούλγαροι επιστράτευσαν όλον τον ενεργό ανδρικό πληθυσμό της περιοχής και τον κατέταξαν σε «τάγματα εργασίας» που έδρευαν στη Βουλγαρία. Στην περιοχή του Παγγαίου τα τάγματα αυτά ονομάστηκαν «ντουρντουβάκια», κατά ελληνοποιημένη παραφθορά της βουλγαρικής λέξης «τρούντοβ βοϊνίκ», που σημαίνει στρατιώτης αγγαρείας.
Μαζί με τους νέους από τα γειτονικά χωριά της περιοχής επιστρατεύτηκαν και οι νέοι άντρες της Κορμίστας και στάλθηκαν στα έλη της Δοβρουτσάς, όπου η καταναγκαστική εργασία, το υγρό κλίμα, ο συστηματικός υποσιτισμός (100 δράμια ψωμί ημερησίως κατ’ άτομο), η βρωμιά, οι ψείρες, η επιδημία εξανθηματικού τύφου και οι ελώδεις πυρετοί τους αποδεκάτισαν. Σχεδόν τα 2/3 των «ντουρντουβακιών» άφησαν τα κόκαλα τους εκεί, ενώ όσοι επέστρεψαν είχαν μόνιμα προβλήματα υγείας μέχρι το θάνατο τους.
Όλος ο εναπομείνας πληθυσμός επιστρατεύτηκε για να στρώσει με χαλίκι το χωματόδρομο «Τσάγεζι – Κούροβο». Παράλληλα οι βουλγαρικές αρχές επιδόθηκαν σε ολοσχερείς κατασχέσεις της παραγωγής δημητριακών με αποτέλεσμα την πρόκληση λιμού στον πληθυσμό. Τότε πέθαναν από ασιτία πολλοί, ηλικιωμένοι κυρίως, κάτοικοι της Κορμίστας, οι οποίοι αναγκάστηκαν να τρώνε χελώνες και «ψωμί» από σπόρο φουρκαλιάς, που τους προκαλούσε γαστρορραγίες.
Μετά την ήττα και τη συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας στις 17 Σεπτεμβρίου 1918, τα στρατεύματά της εγκατέλειψαν την Ανατολική Μακεδονία, η οποία απελευθερώθηκε από το Α’ Σώμα Στρατού.
Μετά την Μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε στην Κορμίστα προσφυγικός πληθυσμός (περίπου 30 οικογένειες τουρκόφωνων μικρασιατών από τη Βιθυνία και άλλες τόσες οικογένειες ελληνοφώνων προσφύγων από τη Στράντζα της Ανατολικής Θράκης).

Από το μουσειακό χώρο που είναι αφιερωμένο στο Ολοκαύτωμα
Στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά την ήττα της Ελλάδας από τους Γερμανούς και τη συνθηκολόγηση, η περιοχή παραχωρήθηκε από τους Γερμανούς στους Βούλγαρους, ως «δώρο» του Χίτλερ στον Βούλγαρο τσάρο Bόρις, για τη βοήθεια που του είχε προσφέρει ο τελευταίος στην κατάληψη από τις στρατιές του Γ’ Ράιχ, της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας.
Κατά τη βουλγαρική κατοχή και μετά την εκδήλωση του, λεγομένου «κινήματος της Δράμας»[1], η Κορμίστα χαρακτηρίσθηκε ως «χωριό επαναστατικό», γιατί βρέθηκε στο δρόμο των ανταρτών, που προσπαθούσαν να καταφύγουν στην Εικοσιφοίνισσα, καταδιωκόμενοι από τα βουλγαρικά στρατεύματα.
Καθοδηγητικό ρόλο στην εξέγερση έπαιξε το Μακεδονικό Γραφείο που για ένα διάστημα είχε έδρα στις Σέρρες. Τα στελέχη του, ο Παρασκευάς Δράκος (Μπάρμπας), ο Απόστολος Tζανής (Κωστάκης), ο Μωυσής Πασχαλίδης (Γρηγόρης), οι Λάμπρος και Αραμπατζής Μαζαράκης και ο υπεύθυνος ο Παντελής Χαμαλίδης θυσίασαν τη ζωή τους, καθώς επίσης και ορισμένοι από τους οργανωτές της εξέγερσης, όπως ο Μιχάλης Γεωργιάδης (γέρο-Σπάρτακος), Χρήστος Καλαϊτζίδης ή Καγιάς, Ηλίας Καραγιαννίδης, Αργύρης Κρόκος, Θόδωρος Μαυρομάτης (Δράκος), Χαράλαμπος Νικολαΐδης, οι Πέτρος και Γιάννης Παστουρματζής, Βαγγέλης Παπαχρήστου και άλλοι πολλοί.
Το πρωί της 1ης Οκτωβρίου 1941, βουλγαρικό απόσπασμα προερχόμενο από τη Δράμα, αφού συγκέντρωσε με δόλο κατοίκους του χωριού, διαχώρισε τους άνδρες από τα γυναικόπαιδα και, κρατώντας τα τελευταία σε κατάσταση ομηρίας (για να εξασφαλίσει τη νομιμοφροσύνη των ανδρών), οδήγησε 125 περίπου άνδρες στο υπόγειο του Κοινοτικού Καταστήματος, όπου επιχείρησε με πολυβολισμούς και χειροβομβίδες να τους εκτελέσει. Οι άνδρες αντιστάθηκαν, έριξαν χειροβομβίδα σε ένα πολυβόλο και από τη σύγχυση που προκλήθηκε, μερικοί κατόρθωσαν να διαφύγουν. Δυστυχώς οι άνδρες αυτοί ήταν λίγοι, καθώς οι Βούλγαροι συνήλθαν γρήγορα από τον αρχικό αιφνιδιασμό και αποτελείωσαν το έργο τους, δολοφονώντας 91 άτομα από ηλικίας 16 έως 70 ετών. Ο μέσος όρος ηλικίας των εκτελεσθέντων είναι 36 ετών.

Από το μουσειακό χώρο που είναι αφιερωμένο στο Ολοκαύτωμα
Τις επόμενες δυο ημέρες, κατά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις που έκανε στο Παγγαίο δύναμη δυο ταγμάτων και μιας πυροβολαρχίας υπό τον Αντισυνταγματάρχη της φρουράς Δράμας, Ηλία Μπεκιάρωφ. εκτελέσθηκαν άλλοι δυο κάτοικοι της Κορμίστας. Κατά τους επόμενους μήνες βρήκαν το θάνατο άλλοι τέσσερις κάτοικοι της Κορμίστας, που είχαν συμμετοχή στο «κίνημα της Δράμας». Το 1944 οι Βούλγαροι έκαψαν την εκκλησία του χωριού και εκτέλεσαν ακόμη τρεις κατοίκους.
Μετά τον πόλεμο η Κορμίστα, όπως άλλωστε όλη η Ελλάδα, μπήκε στη δίνη του εμφυλίου με θύματα και από τις δυο πλευρές, ενώ μετά τη λήξη του εμφυλίου, λίγοι κάτοικοι του χωριού διέφυγαν στις Ανατολικές χώρες, απ’ όπου ελάχιστοι επέστρεψαν.



[1] Στις 28 Σεπτεμβρίου 1941 εκδηλώθηκαν συντονισμένες ένοπλες επιθέσεις στα κοινοτικά γραφεία και στους αστυνομικούς σταθμούς 16 δήμων και κοινοτήτων στην περιοχή της Δράμας. Η βουλγαρική εξουσία καταλύθηκε και οι κάτοικοι κλήθηκαν να ακολουθήσουν τους ενόπλους στο βουνό. Ιδιαίτερα, στο Δοξάτο όπου η εξέγερση εκδηλώθηκε λίγες ώρες νωρίτερα, έγινε συμπλοκή κατά την οποία τραυματίστηκε ο Βούλγαρος νομάρχης, ο οποίος βρισκόταν εκεί τυχαία.
Η εξέγερση, όμως, απέτυχε στην πόλη της Δράμας, γιατί οι αρχές πήραν εγκαίρως μέτρα και την έπνιξαν στο αίμα.
Χιλιάδες κάτοικοι εκτελέστηκαν στη Δράμα και στο Δοξάτο. Χιλιάδες ήταν και οι συλλήψεις.
Η βουλγαρική εξουσία είχε αποκατασταθεί πλήρως ως τις 2 Οκτωβρίου. Όμως η άγρια καταστολή και οι διώξεις πολιτών συνεχίστηκαν ως τις 6 Νοεμβρίου με πρόσχημα την αναζήτηση ενόπλων και αμάχων που είχαν καταφύγει στα βουνά.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Ο Μουσουλμάνος «κρυφοχριστιανός» που «έψησε» 47 Τούρκους στο σαπωνοποιείο του για να πάρει εκδίκηση. Η απίστευτη ιστορία του σφακιανού, Θεοχάρη Γιουρμέτη

pasba4


Στις αρχές του 1800 στα σκλαβωμένα Χανιά της Κρήτης, οι αγάδες των γύρω χωριών εισέβαλαν στα καφενεία και έδιωχναν όλους τους Χριστιανούς καβάλα στα άλογα τους. Τους αντιμετώπιζαν σαν μιάσματα, απέστρεφαν τα πρόσωπά τους και πυροβολούσαν τους σταυρούς.


chania-engraving-1800s



Μέσα σε αυτή την κόλαση υπήρχε ένα φαρμακείο, του Νικόλα Ρενιέρη, απ΄ όπου περνούσαν όλοι οι διανοούμενοι Χριστιανοί της πόλης για να πάρουν κουράγιο και να ακούσουν τα σοφά του λόγια. Ο Νικόλας Ρενιέρης ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογενείας και είχε σπουδάσει ιατρική στο εξωτερικό.
Λόγω της ευγενούς προσωπικότητας του, από το φαρμακείο του περνούσαν και μερικοί φιλήσυχοι Τούρκοι για να ακούσουν τις συμβουλές του και να πιουν μαζί του ένα καφέ. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο λαδέμπορος Πασβάνογλου, ένας Τούρκος ευγενής αλλά και φανατικός Μουσουλμάνος.

Οι μυστηριώδεις εξαφανίσεις Τούρκων


Εκείνη την εποχή οι μυστηριώδεις εξαφανίσεις Τούρκων απασχολούσαν τις αρχές. Κάθε τόσο χανόταν από την πόλη και ένας Τούρκος και κανένας δεν έβρισκε τα ίχνη τους, ούτε κάποιο πτώμα που θα υποδήλωνε τη δολοφονία τους. Μια μέρα στο φαρμακείο του Ρενιέρη, έγινε λόγος για την εξαφάνιση κάποιου Σελίμ Αγά. Ο Πασβάνογλου άκουσε ότι είχαν συλλάβει κάποιον Χριστιανό ως ύποπτο, τον οποίο είχε κακοποιήσει ο Σελίμ, και τον βασάνιζαν μέχρι να ομολογήσει για τις μυστηριώδεις εξαφανίσεις των Τούρκων.


pasba2



Τότε ο Πασβάνογλου βγήκε έξω από το φαρμακείο και ειδοποίησε εμπιστευτικώς τον κρατούμενο για να χρησιμοποιήσει ως άλλοθι ότι δούλευε στο λαδάδικο του Πασβάνογλου την ημέρα που εξαφανίστηκε το ο Σελίμ. Πράγματι ο κρατούμενος ισχυρίστηκε ότι δούλευε στο μαγαζί και τον άφησαν ελεύθερο.
Ο Ρενιέρης ρώτησε τον Πασβάνογλου, γιατί βοήθησε τον Χριστιανό. Εκείνος του ζήτησε να πάνε στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στο Ακρωτήρι. Πήραν τα γαϊδούρια και πήγαν στο μοναστήρι. Μπήκαν στην εκκλησία και εκεί ο Πασβάνογλου πήρε κρυφά μια εικόνα του Χριστού. Μόλις βγήκαν έξω, έβγαλε την εικόνα και όρκισε τον Ρενιέρη πως ότι ειπωθεί θα μείνει μυστικό για πάντα.

Η εξομολόγηση


Τότε ο Πασβάνογλου εξομολογήθηκε στον Ρενιέρη ότι ήταν Χριστιανός και ότι καταγόταν από την Ανώπολη Σφακίων, ενώ το πραγματικό του όνομα ήταν Θεοχάρης Γιουρμέτης. Όπως διηγήθηκε στο Ρενιέρη, σε ηλικία 10 χρόνων, ο δευτερντάρης των Χανιών τον πάντρεψε με την κόρη του και τον έκανε Τούρκο. Όλοι μαζί έμεναν στην Φιλιππούπολη, αλλά μέσα σε λίγα χρόνια η μοίρα τον χτύπησε αλύπητα. Η γυναίκα του πέθανε στη γέννα, λίγο αργότερα έχασε τον πεθερό του, ενώ μετά από μερικά χρόνια πέθανε και ο γιος του. Έτσι αποφάσισε να τα πουλήσει όλα και να επιστρέψει στο πατρικό του στην Ανώπολη Σφακίων.
Όπως αποκάλυψε στον Ρενιέρη, οι Τούρκοι είχαν σκοτώσει τη μητέρα του, ενώ ο γενίτσαρος Καυκάλας είχε σκοτώσει τον πατέρα του. Θέλοντας να πάρει εκδίκηση για τη «δολοφονία» των γονιών του, έμεινε στα Χανιά και άνοιξε λαδάδικο. Πήρε στην δούλεψη του άλλους δύο γεροδεμένους άνδρες και άρχισαν να αρπάζουν Τούρκους και να τους «ψήνουν» στο σαπωνοποιείο που είχε στο μαγαζί του. Μέχρι την στιγμή της εξομολόγησής του, είχε σκοτώσει ήδη 47 Τούρκους και δεν ήξερε εάν έπρεπε να συνεχίσει ή να επιστρέψει στην Φιλιππούπολη.
Ο Ρενιέρης τρομαγμένος τον συμβούλεψε να τραπεί σε φυγή και ο Γιουρμέτης ακολούθησε την συμβουλή του.


pasba3


Το τέλος


Μετά από μερικά χρόνια ο Ρενιέρης αναζήτησε τα ίχνη του Πασβάνογλου, ενώ είχε κρατήσει καλά κρυμμένο το ένοχο μυστικό του. Ρώτησε λοιπόν τον αρχιμανδρίτη Αγάπιο της Φιλιππούπολης, εάν γνώρισε κάποιον Πασβάνογλου και εκείνος του είπε πως το 1824 τον απαγχόνισαν γιατί αποκαλύφθηκαν οι δολοφονίες που είχε κάνει.

Πληροφορίες αντλήθηκαν από το επιστημονικό περιοδικό «Ιστορία Εικονογραφημένη», του εκδοτικού οργανισμού «Πάπυρος»

Πηγή: Mixanitouxronou.gr

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014

Γεώργιος Σαϊνόβιτς-Ιβάνοφ: Ο υπ’ αριθμόν 1 σαμποτέρ του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου

 
Ο Jerzy Szajnowicz-Iwanow (Γεώργιος Σαϊνόβιτς-Ιβάνοφ) γεννήθηκε στη Βαρσοβία στις 14 Δεκεμβρίου 1911. Ο πατέρας του, Vladimir Iwanow, ήταν Ρώσος αξιωματικός του τσαρικού στρατού αποσπασμένος στην κατεχόμενη απ’ τους Ρώσους Πολωνία και η μητέρα του, Leonarda Szajnowicz, Πολωνή από τη Βαρσοβία. Μετά το χωρισμό των γονιών του η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε τον Έλληνα έμπορο Ιωάννη Λαμπριανίδη και μετακόμισε μαζί του στη Θεσσαλονίκη το 1925. Ο νεαρός Jerzy παρέμεινε στην Πολωνία και ξεκίνησε τις σπουδές του στο καθολικό σχολείο ‘’Marian Fathers’’.
Το 1926 ο Jerzy έρχεται στη Θεσσαλονίκη και συνεχίζει τις σπουδές του σε ένα γαλλικό λύκειο της πόλης. Παράλληλα ξεκινάει να ασχολείται με τον αθλητισμό στον Ηρακλή Θεσσαλονίκης. Αρχικά ασχολείται με το ποδόσφαιρο, γρήγορα όμως (1928) μεταπηδά στην κολύμβηση όπου έχει ιδιαίτερη κλίση και σημειώνει αλλεπάλληλες επιτυχίες, ενώ ασχολείται και με το πόλο.
Ως αθλητής του γυμναστικού συλλόγου «Ηρακλής» κατάφερε νίκες τόσο στους εσωτερικούς όσο και σε διεθνείς αθλητικούς κολυμβητικούς αγώνες και το όνομα του έγινε γνωστό στο Πανελλήνιο. Το 1934 στους Αγώνες Βορείου Ελλάδος που έγιναν στη Θεσσαλονίκη βγήκε πρώτος στα 100 μέτρα ελεύθερο με χρόνο 1΄12΄΄. Το 1936 κατέλαβε την πρώτη θέση στους Ιστιοπλοϊκούς Αγώνες του Θερμαϊκού μαζί με τον ετεροθαλή αδελφό του Αντώνιο Λαμπριανίδη.
Σπούδασε γεωπόνος μηχανικός στο Καθολικό Πανεπιστήμιο του Leuwen στο Βέλγιο. Εκεί το 1933 κατέρριψε το πανεπιστημιακό ρεκόρ κολύμβησης του Βελγίου στα 50 μέτρα ελεύθερο με χρόνο 35΄΄.
Το 1935 απέκτησε την πολωνική υπηκοότητα και πήρε μέρος με την ομάδα του πόλο της A.Z.S. Βαρσοβίας σε διεθνείς αγώνες υδατοσφαίρισης. Στους αγώνες αυτούς είχε σπουδαία απόδοση και έτσι επιλέχθηκε να παίξει στο πόστο του φουνταριστού της Εθνικής Πολωνίας. Ανακηρύχθηκε ως ο καλύτερος παίκτης της Πολωνίας για το έτος 1938. Ο προπονητής Rajki είπε για τον Γεώργιο Ιβάνοφ:
«Είναι επί του παρόντος ο καλύτερος επιθετικός παίκτης υδατοσφαίρισης στην Πολωνία. Κρίμα που θα τον χάσει η A.Z.S. σύντομα, επειδή θα πρέπει να μεταβεί στο Παρίσι για περαιτέρω σπουδές».
 

Με την ολοκλήρωση των μεταπτυχιακών του σπουδών στο Institut d'Agronomie de la France d'Outre-Mer επέστρεψε στη δεύτερη πατρίδα του, την Ελλάδα. Ήταν Αύγουστος του 1939.
Αμέσως μετά το ξέσπασμα του Δευτέρου παγκοσμίου Πολέμου και την κατάληψη της Πολωνίας και αργότερα της Ελλάδας από τους Ναζί, φούντωσε μέσα του η επιθυμία να πολεμήσει για τις δύο πατρίδες του.
Αμέσως μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, ο Ιβάνοφ κατέφυγε στην Παλαιστίνη. Εκεί θέλησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στη συμμαχική υπόθεση και εντάχθηκε στην Πολωνική ταξιαρχία «Καρπάθια». Εκπαιδεύτηκε ως πράκτορας και σαμποτέρ, αρχικά από τις πολωνικές μυστικές υπηρεσίες, που έδρευαν στην Ιερουσαλήμ και μετέπειτα από τις βρετανικές στο Κάιρο. Όλοι αυτοί εκτίμησαν τη γερή κράση και τη γλωσσομάθειά του. Μιλούσε άπταιστα έξι γλώσσες: ελληνικά, πολωνικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και ρώσικα, γνώσεις εξαιρετικά χρήσιμες σε έναν μελλοντικό κατάσκοπο.
Λόγω των σχέσεών του με την Ελλάδα, αποφασίστηκε να επιστρέψει στην εκεί και να αναλάβει να συντονίσει τη δράση των διαφόρων αντιστασιακών κινήσεων καθώς και να οργανώσει το δίκτυο πληροφοριών και τις δολιοφθορές στην Ελλάδα.
Μια ομιχλώδη νύχτα του φθινοπώρου, στις 13 Οκτωβρίου 1941, το βρετανικό υποβρύχιο ‘’Thunderbοlt’’ αναδύεται στην επιφάνεια μετά από μια εβδομάδα ταξιδιού από την Αλεξάνδρεια. Το ‘’Thunderbοlt’’ έρχεται κοντά στην ακτή ανάμεσα στον Άγιο Ανδρέα και τη Νέα Μάκρη μετά τα μεσάνυχτα κι αποβιβάζει έναν γαλανομάτη ξανθό άνδρα με σωματοδομή αθλητή. Από το σκάφος που τον βγάζει στη στεριά κατεβάζουν και κρύβουν εκεί κοντά ένα μικρό κουτί από κασσίτερο μέσα στο οποίο υπάρχει ένας ραδιοφωνικός πομπός. Ο πράκτορας δεν φαίνεται να είναι Έλληνας. Όμως στο ταξίδι απ’ την Αλεξάνδρεια  εκμυστηρεύτηκε στον κυβερνήτη του πλοίου ότι στην Ελλάδα ένιωθε σαν στο σπίτι του. Πριν την αναχώρηση απ’ την Αλεξάνδρεια, ο κυβερνήτης είχε πληροφορηθεί από κάποιον από τους επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών στην Αίγυπτο ότι ο πράκτορας που θα μετέφερε ήταν ο πιο σημαντικός επιβάτης του καθώς αποτελούσε τον «υπ’ αριθμόν ένα παράγοντα στα Βαλκάνια».
Αργότερα το ίδιο βράδυ, ο «υπ’ αριθμόν ένα παράγοντας στα Βαλκάνια» με το όνομα Νικόλαος Τσένογλου, φτάνει στην Αθήνα. Είναι έτοιμος να αναλάβει δράση ως σαμποτέρ με τον κωδικό «033Β».
 

Αμέσως έρχεται σε επαφή με μέλη της αντιστασιακή ομάδας «Οργάνωση Αντιστάσεως του Γένους» (ΟΑΓ) και με δύο αξιωματικούς του Ναυτικού, τον Ιωάννη Κοντόπουλο και τον Βασίλη Μαλλιόπουλο. Με τη βοήθεια των Αθηναίων συνεργατών του, ο Ελληνοπολωνός πράκτορας με την κωδική ονομασία «Μπόλμπυ» κρυβόταν από σπίτι σε σπίτι στην Αθήνα, με τη βοήθεια αντιστασιακών, όπως η Λέλα Καραγιάννη και συγκέντρωνε πληροφορίες και οργάνωνε δολιοφθορές εις βάρος των Γερμανών κατακτητών.
Ο Ιβάνοφ βρέθηκε από την πρώτη στιγμή της παρουσίας του στην Ελλάδα στο στόχαστρο των αρχών Κατοχής. Οι Γερμανοί τον κυνηγούσαν διαρκώς, αλλά καθώς ήταν καλά εκπαιδευμένος, είχε ικανότητες υπεραθλητή και ήταν ιδιαίτερα έξυπνος, απέφευγε τη σύλληψη.
Τελικά συνελήφθη για πρώτη φορά από τους Γερμανούς στις 18 Δεκεμβρίου του 1941, λίγους μήνες μετά την άφιξή του στην Ελλάδα.
Τον είχαν προδώσει. Αυτός που τον κατέδωσε ήταν ένας παιδικός του φίλος και συμμαθητής, ο Νίκος Πάντος.
Κατόρθωσε όμως να αποδράσει από τα κρατητήρια της Μέρλιν. Καθώς τον μετέφεραν με ένα αυτοκίνητο, δεμένος με χειροπέδες, πήδηξε απ’ αυτό, διέσχιζε τρέχοντας την Γ΄ Σεπτεμβρίου και εξαφανίστηκε.
Αμέσως μετά την απόδρασή του επικηρύχτηκε από τους Γερμανούς για 500 χιλιάδες δραχμές ή το ισοδύναμο σε τρόφιμα και στις 29 Δεκεμβρίου αφίσες με τη φωτογραφία του τοιχοκολλήθηκαν σε όλη την Αθήνα. Παρά τη συστηματική καταδίωξη πλέον από τους Γερμανούς, ο Ιβάνοφ συνέχισε τη δράση του μεταδίδοντας με τον κρυφό πομπό του πολύτιμες πληροφορίες για τις γερμανικές και τις ιταλικές δυνάμεις που μετακινούνταν προς την Αφρική για το Afrika Korps ενώ με σαμποτάζ κατέστρεψε την ατμομηχανή ενός τρένου με το οποίο οι Γερμανοί μετέφεραν βαρύ οπλισμό.
Τον Φεβρουάριο του 1942 οι κατοχικές αρχές αύξησαν την επικήρυξη στα 2.000.000 δραχμές, ποσό τεράστιο για την εποχή.
 

Την άνοιξη του 1942 ο Ιβάνοφ φρόντισε να πιάσει δουλειά στα ναυπηγεία Σκαραμαγκά με το ψευδώνυμο Κυριάκος Παρίσης, προκειμένου να προετοιμάσει ένα νέο σαμποτάζ. Πράγματι στις 14 Μαρτίου 1942, ημέρα υπογραφής του κατοχικού δανείου μεταξύ της Ελλάδας και της Γερμανίας, ανατίναξε το γερμανικό υποβρύχιο U-133 που πριν λίγο καιρό είχε φτάσει στην Ελλάδα.
Ο τρόπος που ο Ιβάνοφ τοποθέτησε τον εκρηκτικό μηχανισμό, ήταν κινηματογραφικός. Για να καταφέρει να φτάσει στο υποβρύχιο, εφοδιάσθηκε με έναν εκρηκτικό ωρολογιακό μηχανισμό, τον οποίο έδεσε γύρω από την μέση του και κολύμπησε νύχτα, χωρίς ειδικό εξοπλισμό, απ’ τον Σκαραμαγκά στον ναύσταθμο της Σαλαμίνας. Τοποθέτησε την βόμβα στα ύφαλα του υποβρυχίου, το οποίο δύο ώρες μετά βγήκε για περιπολία. Το γερμανικό υποβρύχιο ανατινάχθηκε και βυθίστηκε αύτανδρο με τα 45 μέλη του πληρώματος του στις 14 Μαρτίου 1942. Η επίσημη Γερμανική έκθεση της εποχής, υποστήριξε πως το υποβρύχιο προσέκρουσε σε νάρκη, αν και υπάρχουν σημεία της αναφοράς που υπονοούσαν ότι ίσως η βύθιση του υποβρυχίου προερχόταν από δολιοφθορά.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, δύο μήνες μετά, τον Μάιο του 1942, ανατίναξε στο λιμάνι του Πειραιά το ισπανικό ατμόπλοιο «San Isidore», που το χρησιμοποιούσαν οι Γερμανοί ως κάλυψη για λαθρεμπόριο.
 

Τον Μάιο του 1943, ο Ιβάνοφ κατάφερε να εισχωρήσει, μεταμφιεσμένος σε Γερμανό στρατιώτη, στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, ανατινάζοντας με εκρηκτικά μεγάλο αριθμό γερμανικών αεροπλάνων. Το ίδιο σαμποτάζ επανέλαβε και στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας καταστρέφοντας 87 αεροπλάνα!
Το «κόλπο γκρόσο» του Ιβάνοφ θα ήταν η δολοφονία του Μπενίτο Μουσολίνι στην Αθήνα. Όταν ο Ιταλός δικτάτορας επισκέφθηκε την Αθήνα στις 20 Ιουλίου του 1942, υπήρχαν πληροφορίες ότι θα κατέλυε στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Με τη βοήθεια υπαλλήλων του ξενοδοχείου, ο Ιβάνοφ τοποθέτησε εκρηκτικά στο υπόγειο, με σκοπό να ανατινάξει την αίθουσα υποδοχής μόλις κατέφθανε ο Μουσολίνι. Όμως, το σχέδιο της επίσκεψής του Ιταλού δικτάτορα άλλαξε κι ο Μουσολίνι παρέμεινε μόνο για λίγες ώρες στην Αθήνα, οπότε η επιχείρηση ματαιώθηκε.
Στις 3 Αυγούστου του 1942 τοποθέτησε μαγνητική νάρκη στο υποβρύχιο U-372 προκαλώντας του ζημιές που δεν του επέτρεπαν να καταδυθεί. Έτσι βυθίστηκε εύκολα από τους Συμμάχους. Ανάμεσα στα πολλά σαμποτάζ που οργάνωσε σε συνεργασία με αντιστασιακές οργανώσεις, το πιο σημαντικό ήταν στο εργοστάσιο Μαλτσινιώτη (μετέπειτα ΠΥΡΚΑΛ), όπου επισκευάζονταν οι κινητήρες των αεροπλάνων της Λουφτβάφε, αλλάζοντας τη χημική σύνθεση του καυσίμου τους.
Η δολιοφθορά προκάλεσε την πτώση 400 - 450 αεροσκαφών στη Β. Αφρική, σύμφωνα με γερμανικές εκτιμήσεις, εξαιτίας της οποίας οι δυνάμεις του Άξονα υποχώρησαν 2.300 χιλιόμετρα δυτικά μέσα σε διάστημα έξι μηνών. Το σαμποτάζ αυτό θεωρείται το μεγαλύτερο σαμποτάζ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 1942 οι Ιταλοί καραμπινιέροι συνέλαβαν για δεύτερη φορά τον Ιβάνοφ στο Πεδίο του Άρεως, μαζί με τους συνεργάτες του Κοντόπουλο, Μαλλιόπουλο και αδελφούς Γιαννάτου, κατόπιν προδοσίας του αστυνομικού Παντελή Λαμπρινόπουλου.
Στο γερμανικό στρατοδικείο όπου οδηγήθηκε, ο Γερμανός πρόεδρος στο τέλος της δίκης είπε:
«Το δικαστήριον εκτιμά δεόντως την κατά την παρούσαν δίκην ειλικρινή και γενναιόφρονα συμπεριφοράν του κατηγορουμένου. Εγώ προσωπικώς λυπούμαι, διότι η φορά των πραγμάτων έφερε τοιούτον άνδρα εις εχθρικόν προς ημάς στρατόπεδον».
Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου ο Ιβάνοφ καταδικάσθηκε «τρις εις θάνατον» μαζί με τους Κοντόπουλο, Παλιόπουλο και Δημήτριο Γιαννάτο, ενώ ο Κωνσταντίνος Γιαννάτος καταδικάσθηκε σε κάθειρξη 20 ετών.
Το πρωί της 4ης Ιανουαρίου 1943, οι τέσσερεις μελλοθάνατοι οδηγήθηκαν στον τόπο της εκτέλεσης, στην Καισαριανή. Ο δεμένος με χειροπέδες Ιβάνοφ κατόρθωσε να εξουδετερώσει τους δεσμοφύλακές του χτυπώντας τους και επεχείρησε να διαφύγει στο δάσος. Όμως, η σφαίρα ενός Γερμανού στρατιώτη των SS τον βρήκε στο πόδι και τον εξουδετέρωσε. Αιμόφυρτος και δεμένος σ’ ένα πάσαλο εκτελέστηκε μαζί με τους συντρόφους του. Προτού πέσει νεκρός, αναφώνησε:
«Ζήτω η Ελλάς! Ζήτω η Πολωνία!»
Η σταδιοδρομία του που στεφανώθηκε από την υπέρτατη θυσία συνοψίζεται με συντομία στην επιτύμβιο επιγραφή στον τάφο του, στο 3ο κοιμητήριο Νίκαιας:
«Γεώργιος Ιβάνοφ, έπεσε υπέρ της Ελευθερίας».
 

 
Είναι πολύ σπάνιο τρεις χώρες να τιμούν τον ίδιο ήρωα. Στον Γεώργιο Σαϊνόβιτς Ιβάνοφ, τόσο η πατρίδα του η Πολωνία όσο και η Ελλάδα αλλά και η Αγγλία απένειμαν ανώτατα πολεμικά παράσημα και τιμητικές διακρίσεις.
Στις 30 Μαρτίου 1945 η πολωνική κυβέρνηση, που βρισκόταν εξόριστη στο Λονδίνο, τον τίμησε με τον Ανώτατο Πολεμικό Σταυρό “VIRTUTI MILITARI” «εις αναγνώρισιν των εξαιρετικών πολεμικών πράξεων στον τομέα της πληροφορίας και της κατασκοπείας στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Ελλάδα».
Ο Βρετανός στρατάρχης Harold Alexander με έγγραφο της 5ης Δεκεμβρίου 1944, το οποίο παραδόθηκε στην μητέρα του από Άγγλο αξιωματικό, αναφέρει τα εξής:
«Ευχαριστούμε τον Γεώργιο Ιβάνοφ Σαϊνόβιτς, εν ονόματι των Κυβερνήσεων των λαών των Ηνωμένων Εθνών διά τας προσφερθείσας υπηρεσίας στον αγώνα διά την Ελευθερίαν. Δια των προσπαθειών του εβοηθήθη μεγάλως η απελευθέρωσις της Ελλάδος καθώς και ο σκοπός, διά τον οποίον εμάχοντο όλα τα ελεύθερα έθνη. H.R.A. Αλεξάντερ, Στρατάρχης, Ανώτατος Αρχηγός των Συμμαχικών Δυνάμεων Μεσογείου».
Λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Ιβάνοφ η Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ δώρισε 1.000 λίρες Αγγλίας στην οικογένειά του, ως αναγνώριση των επιτευγμάτων του.
Στις 5 Μαρτίου 1962 του απονεμήθηκε το “Πολεμικό Βρετανικό Μετάλλιο του Βασιλέως Γεωργίου του 6ου” για την συμμετοχή του στον πόλεμο στην Παλαιστίνη, υπηρετώντας στις Πολωνικές Ένοπλες Δυνάμεις υπό τις διαταγές της Βρετανικής Διοίκησης, από τις 8 Μαΐου έως τις 25 Ιουνίου 1941.
Στις 25 Μαΐου 1976 του απονεμήθηκε από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας Ευάγγελο Αβέρωφ Τοσίτσα το Ανώτατο Πολεμικό Παράσημο “Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας” «διότι ούτος προσέφερε πολυτίμους υπηρεσίας εις την συμμαχικήν υπόθεσιν κατά τον Β΄ Παγκόσμιον Πόλεμον και διά του εξαιρετικού θάρρους και της απαραμίλλου τόλμης του κατήγαγε καίρια πλήγματα κατά των εν Ελλάδι στρατευμάτων της εχθρικής κατοχής, συλληφθείς και εκτελεσθείς τελικώς υπό αυτών».
Ο Γυμναστικός Σύλλογος «Ηρακλής» Θεσσαλονίκης τιμώντας την μνήμη του πρωταθλητή του, ο οποίος συμμετείχε ανελλιπώς από το 1928 με την ομάδα του στους κολυμβητικούς αγώνες, καθιέρωσε από το 1953 ετήσιους Πανελλήνιους Κολυμβητικούς Αγώνες, τα «Ιβανώφεια». Επίσης ονόμασε το κλειστό γήπεδο του συλλόγου, όπου διεξάγονται αγώνες μπάσκετ και βόλεϊ, «Ιβανώφειο». Στην είσοδο του σταδίου υπάρχει η προτομή του.
 

Στις 30 Οκτωβρίου 1985, στην επέτειο της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης από την γερμανική κατοχή, έγινε η τελετή των αποκαλυπτηρίων του ανδριάντα του Γεωργίου Ιβάνοφ στην Θεσσαλονίκη. Ο ανδριάντας καθαρού ύψους χωρίς το βάθρο 2,40 μέτρων αποτελεί δώρο του πολωνικού λαού στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Ένα πολωνικό στρατιωτικό όχημα μετέφερε τον ανδριάντα από την Πολωνία, ενώ πίσω του ακολουθούσαν 400 Πολωνοί, οι οποίοι ταξίδευσαν από την Βαρσοβία μέχρι την Θεσσαλονίκη με τα ιδιωτικά τους αυτοκίνητα για να παραστούν στο σημαντικό αυτό γεγονός. Ο ανδριάντας τοποθετήθηκε στη συμβολή των οδών Λαγκαδά, Αγίου Δημητρίου και Νέστορος, σε απόσταση 200 μέτρων από την οδό Γεωργίου Ιβάνοφ, που φέρει τιμητικά το όνομά του στην περιοχή της Ξηροκρήνης του Δήμου Θεσσαλονίκης. Μέρος της πολωνικής αντιπροσωπείας αποτελούσε και η προσκοπική ομάδα, που φέρει το όνομα του Ιβάνοφ στην πόλη Borów. Μια νεαρή Πολωνέζα τοποθέτησε μικρά ξύλινα κιβώτια στη βάση του ανδριάντα, τα οποία περιείχαν χώμα από τα πεδία των μαχών, όπου πολέμησαν Πολωνοί και Έλληνες στο εξωτερικό. Δυο κείμενα, το ένα στα ελληνικά και το άλλο στα πολωνικά είναι χαραγμένα σε δυο μεγάλες μπρούτζινες πλάκες στο μαρμάρινο βάθρο του ανδριάντα:
«ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΒΑΝΩΦ ΣΑΪΝΟΒΙΤΣ. ΓΕΝ. 14-12-1911 ΣΤΗ ΒΑΡΣΟΒΙΑ. ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ. ΕΚΤΕΛΕΣΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΑΖΙ ΣΤΙΣ 4-01-1943 ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΠΟΛΩΝΟΙ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΕΣ»
Στη Βαρσοβία, όπως και σε άλλες πόλεις τις Πολωνίας, πολλοί δρόμοι στις νεόδμητες συνοικίες φέρουν το όνομά του καθώς και σχολεία και προσκοπικές ομάδες. Σε μια από τις ωραιότερες και κεντρικότερες λεωφόρους της πολωνικής πρωτεύουσας, στην Nowy Świat και στον αριθμό 43, τοποθετήθηκε μια χάλκινη πινακίδα μεγάλων διαστάσεων έξω από την είσοδο της οικίας, όπου γεννήθηκε ο Ιβάνοφ. Με ανάγλυφους χαρακτήρες είναι γραμμένο το εξής κείμενο:
«EΔΩ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο JERZY IWANOW SZAJNOWICZ, ΠΟΛΩΝΟΣ ΗΡΩΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ. ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΧΙΤΛΕΡΙΚΟΥΣ ΣΤΙΣ 4.1.1943 ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ. ΘΥΣΙΑΣΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΩΝΙΑΣ».
Τον Ιανουάριο του 2013, εβδομήντα χρόνια μετά την εκτέλεσή του, πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία του «Πολωνικού Γραφείου Βετεράνων Πολέμου και Θυμάτων Καταπίεσης» τριήμερος εορτασμός στη Βαρσοβία προς τιμήν του, που ολοκληρώθηκε στην Ελλάδα υπό την αιγίδα της εδώ πολωνικής πρεσβείας και του Δήμου Καισαριανής με την έλευση στις 8 Ιανουαρίου στην Αθήνα κυβερνητικού αεροσκάφους. Σ’ αυτό επέβαιναν δεκάδες Πολωνοί πολιτικοί και στρατηγοί μαζί με βετεράνους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εκπροσώπους του Γραφείου Βετεράνων και ένα στρατιωτικό άγημα. Στο Ναό της «Ιεράς Καρδίας του Σωτήρος» πραγματοποιήθηκε μνημόσυνο, στην Καισαριανή έγινε τελετή με καταθέσεις στεφανιών, όπως και στον τάφο του στο νεκροταφείο Νικαίας. Στις εκδηλώσεις παραβρέθηκε ο ανώτατος αξιωματικός Antony Neal Morphet ως εκπρόσωπος της Μεγάλης Βρετανίας. Αρνητικά σχολιάστηκε η απουσία Ελλήνων κυβερνητικών εκπροσώπων.


Στη λογοτεχνία ο Ιβάνοφ αποτέλεσε τον κεντρικό ήρωα στο βιογραφικό διήγημα του Stanislaw Strumph-Wojtkiewicz "Agent Νο 1", με βάση το οποίο γυρίστηκε το 1971 η δραματική ταινία με τον ομώνυμο τίτλο που αφορούσε στη δράση του Ιβάνοφ στην κατεχόμενη Ελλάδα, σε σκηνοθεσία Robert Kuźmiński, με τον Charles Strasburger στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
 

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2014

Ο "γεροταγματάρχης" Δημήτριος Κωστάκης


 
«Ο Θεός υπόγραψε την Ελευθερία της Ελλάδας και δεν παίρνει πίσω την υπογραφή του». 
                                                                                                    Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
 «Μη σκιάζεστε! Ο Θεός είναι Ρωμιός μωρέ, θα τους πετάξουμε στη θάλασσα».
                                                                                                    Δημήτριος Κωστάκης
 
Στις δύσκολες ώρες της ιστορίας της η πατρίδα μας στηρίχτηκε πάντα στην ψυχή και τη φιλοπατρία κάποιων Ελλήνων που τη δεδομένη στιγμή αψήφησαν τον κίνδυνο, ρίσκαραν τα πάντα, νίκησαν και αποσύρθηκαν ήσυχα όταν όλα τελείωσαν και η πατρίδα δεν τους είχε πια ανάγκη. Είναι οι ίδιοι αυτοί ήρωες που δεν θα συναντήσουμε σε κάποιο σχολικό βιβλίο, αυτοί που δεν εξαργύρωσαν τη φιλοπατρία τους με το έδρανο της Βουλής, αυτοί που έγιναν τραγούδι στο στόμα του απλού λαού και η ιστορία τους μεταδόθηκε ως προφορική παράδοση από γενεά σε γενεά.
Ένας απ’ αυτούς τους σπουδαίους Έλληνες ήταν και ο Δημήτριος Κωστάκης. Γεννήθηκε στο χωριό Πεστά ή Μπεστιά της Λάκκας Σουλίου του Νομού Ιωαννίνων το 1891. Φοίτησε στο Σχολαρχείο των Άνω Πεδινών Ζαγορίου απ’ όπου αποφοίτησε με άριστα και υπηρέτησε ως δάσκαλος στα χωριά Μουκοβίνα και Ρωμανό του Νομού Ιωαννίνων. Νεαρός ακόμη, μην αντέχοντας τη σκλαβιά των Τούρκων, αναζήτησε την τύχη του στην ακμάζουσα Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου δραστηριοποιούνταν πολυάριθμοι Έλληνες. Το ξέσπασμα του πρώτου Βαλκανικού πολέμου ξυπνά στην ψυχή του Κωστάκη τη λαχτάρα για τη λευτεριά. Ταξιδεύει στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1913, φτάνει στην Πρέβεζα και κατατάσσεται ως εθελοντής στον ελληνικό στρατό, προσδοκώντας να είναι αυτή η ώρα που θα σημάνει την απελευθέρωση και της ιδιαίτερης πατρίδας του.
Πράγματι η νίκη στεφανώνει τα ελληνικά όπλα και τα Γιάννινα απελευθερώνονται απ’ τον τουρκικό ζυγό μετά από 483 χρόνια. Ο πόλεμος όμως δεν σταματά για τον Κωστάκη. Κατά τα έτη 1914 - 1916 πολεμά για τη λευτεριά της Βορείου Ηπείρου συμμετέχοντας σε πολλές μάχες, όπου επέδειξε πνεύμα ηρωισμού και αυταπάρνησης. Όταν τελικά η κλαγγή των όπλων σιώπησε, του απονεμήθηκαν για τον ηρωισμό του πολλά παράσημα ανδρείας, ενώ ταυτόχρονα του ανακοινώθηκε η προαγωγή του στο βαθμό του Επιλοχία. Γίνεται μόνιμος Υπαξιωματικός εκ του στρατεύματος. Το 1919 συμμετέχει στην εκστρατεία της Ουκρανίας και προάγεται σε ανθυπασπιστή επ’ ανδραγαθία.
Το 1922 νέο θέατρο του πολέμου για τον Κωστάκη ήταν αυτή την φορά η Μικρά Ασία. Ο ηρωισμός του κι εδώ αξεπέραστος. Το όνομά του προκαλούσε φόβο και τρόμο στους Τούρκους στο Εσκί-Σεχίρ και στο Αφιόν-Καραχισάρ.


Η ήττα και η καταστροφή που ακολούθησε του αφήνουν πικρή γεύση στα χείλη, κάτι που δεν μπορεί να γλυκάνει ούτε η προαγωγή του σε ανθυπολοχαγό το 1923, ούτε καν ο γάμος του την ίδια χρονιά στα Γιάννενα που θα του φέρει τέσσερις κόρες και ένα γιο. Το 1923 επίσης ονομάζεται ανθυπολοχαγός, το 1937 παίρνει το βαθμό του Ταγματάρχη και τον Φεβρουάριο του 1940  αποστρατεύεται (ως μη αρεστός στο δικτάτορα Μεταξά). Οι προετοιμασία του πολέμου του 1940 τον βρίσκει απόστρατο ταγματάρχη πια. Μα ο πόλεμος δεν έχει τελειώσει γι’ αυτόν. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου η πατρίδα εκτιμά ότι χρειάζεται για μια ακόμη φορά τις υπηρεσίες του και τον ανακαλεί στις τάξεις του στρατού ως έφεδρο εκ μονίμων.
Στους λίγους μήνες που προηγήθηκαν της κήρυξης του πολέμου μαζί με τον Διοικητή της 8ης Μεραρχίας,  Υποστράτηγο Χαράλαμπο Γ. Κατσιμήτρο και το φίλο του Συνταγματάρχη Παναγιώτη Μαυρογιάννη, διοικητή του Πυροβολικού της Μεραρχίας, «οργώνουν» την ελληνοαλβανική μεθόριο ανιχνεύοντας μέρα και νύχτα όλα τα πιθανά περάσματα της πρώτης γραμμής αμύνης, στο Καλπάκι, κι όχι στη δεύτερη γραμμής αμύνης, που σχεδίαζαν οι επιτελείς στην Αθήνα που ήταν ο ποταμός Άραχθος!
Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, ξεσπά η Ιταλική επίθεση, στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η VIII Μεραρχία καλείται να οπισθοχωρήσει, αλλά η ψυχή των Ηπειρωτών δεν υποχωρεί. Η καθοριστική μάχη θα δοθεί στο Καλπάκι.
«Δύναται να είπει κανείς χωρίς δισταγμό, ότι ίσως εκεί επάνω, εις τα βουνά της Ηπείρου, κρίνεται η τύχη ολοκλήρου του πολέμου», έγραφε η Αμερικανική εφημερίδα «Christian Science Monitor».
Μετά τις πρώτες αψιμαχίες τα Ελληνικά τμήματα προκαλύψεως σύμφωνα με το σχέδιο υποχωρούν και συμπτύσσονται στη βασική γραμμή άμυνας της VIII Μεραρχίας, στο Καλπάκι. Οι ελληνικές δυνάμεις παρατάσσονται στα υψώματα Γκραμπάλα - Ασόνισσα - Βελλά - Άγιος Αθανάσιος Βροντισμένης - Σιάτση - Μονή Σωσίνου Παρακαλάμου. Οι Ιταλικές δυνάμεις προωθούνται σε θέσεις μάχης στα χωριά Δολιανά και Παρακάλαμος. Ο λόγος περνά στα κανόνια.


Κι εδώ είναι που αναδεικνύεται η μορφή του «γεροταγματάρχη», του θρυλικού Δημητρίου Κωστάκη. Ο ταγματάρχης βρίσκεται παντού. Άλλοτε εμψυχώνει τους στρατιώτες του πολεμώντας ο ίδιος στην πρώτη γραμμή, άλλοτε καθοδηγεί με εκπληκτική μαεστρία τα κανόνια του να χτυπήσουν με απίστευτη ακρίβεια τους Ιταλούς κι άλλοτε, μες τη νύχτα μεταφέρει την πυροβολαρχία του σε απόκρημνα μέρη, απ’ όπου μόλις ξημερώνει σκορπά τον πανικό και το θάνατο στους εισβολείς. Ταυτόχρονα είναι ο φίλος, ο αδελφός και ο πατέρας συνάμα, κάθε Έλληνα στρατιώτη που πολεμά μαζί του, κάτι που μετά τον πόλεμο αποτέλεσε τίτλο τιμής για όσους είχαν την τύχη να είναι στην πυροβολαρχία του.
Βλέποντας την αρχική επίθεση να αποτυγχάνει οι Ιταλοί ρίχνουν στη μάχη δυο σπουδαίες πολεμικές ομάδες: τη Μεραρχία Κενταύρων και τη Μεραρχία Φερράρα. Τη νύχτα της 4 προς 5 Νοεμβρίου τα ελληνικά τμήματα βόρεια του Καλαμά, συμπτύσσονται για να αποφύγουν τα εχθρικά άρματα. Την άλλη μέρα ογδόντα Ιταλικά άρματα της Μεραρχίας Κενταύρων επιτίθενται στα υψώματα Καλπακίου. Τα άρματα αυτά βάλλονται από το Ελληνικό πυροβολικό με επικεφαλής τον Δημήτριο Κωστάκη, κάτω από τις ιαχές των φαντάρων μας.
«Δώσ’ του Κωστάκη! Δώσ’ του Κωστάκη!»

Κάποια άρματα καταστρέφονται ενώ τα υπόλοιπα αδυνατώντας να διαπεράσουν το τείχος της φωτιάς του Κωστάκη οπισθοχωρούν. Αντιλαμβανόμενοι ότι η δίοδος Καλπακίου δεν είναι προσπελάσιμη οι Ιταλοί κάνουν νέα απόπειρα, επιχειρώντας να διαβούν τον ποταμό Καλαμά στο ύψος του χωριού Παρακάλαμος. Όμως παρά τη μεγάλη συγκέντρωση εξήντα αρμάτων μάχης η διάβαση αποτυγχάνει καθώς δεκαπέντε άρματα βουλιάζουν στους βάλτους του Καλαμά. Την ίδια ώρα στο παρακείμενο χωριό Δολιανά, δίπλα στο άγαλμα του Γεωργίου Γενναδίου, ένας Ιταλός υποστράτηγος και δύο συνταγματάρχες παρατηρούν με κιάλια το Καλπάκι, καταστρώνοντας σχέδια προσπέλασής του. Ένα βλήμα του Κωστάκη τους στέλνει στον άλλον κόσμο, χωρίς μάλιστα να προκαλέσει ιδιαίτερες ζημιές στο άγαλμα του Γεννάδιου. Οι τρεις Ιταλοί αξιωματικοί ενταφιάστηκαν στο νεκροταφείο Δολιανών.
Είναι γεγονός ότι ο Κωστάκης δεν χρησιμοποιούσε ποτέ όργανα μέτρησης του πυροβόλου. Για όργανα μέτρησης χρησιμοποιούσε τις δύο γροθιές του και έδειχνε στους πυροβολητές: τόσες μοίρες δεξιά, τόσες αριστερά. Και αυτοί έριχναν τα βλήματα με απόλυτη ακρίβεια, όπως την είχε προσδιορίσει ο Κωστάκης. Οι ιστορίες της εξωπραγματικής ευστοχίας της πυροβολαρχίας του είναι πραγματικά απίστευτες. Εξίσου απίστευτος είναι και ο δικός του ηρωισμός, κάτι που δεν τον εμπόδιζε να φανερώνει συνεχώς τον άνθρωπο και να είναι μεγαλόψυχος και πονόψυχος απέναντι στον πόνο Ελλήνων και Ιταλών, κάτι που του αναγνώριζαν ακόμη και οι εχθροί.

Χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο επεισόδιο. Στις 30 Οκτωβρίου στο χωριό Κουκλιοί, ένα ολόκληρο Σύνταγμα με 1.200 αιχμαλώτους Ιταλούς έπεσε στα χέρια του Κωστάκη. Ο Ιταλός Συνταγματάρχης είπε:
«Θα ήθελα να δω τον περιβόητο ταγματάρχη Κωστάκη».
Όταν ο Κωστάκης του είπε ποιος είναι, ο Ιταλός πήδηξε απ’ τ’ άλογό του και γονάτισε μπροστά του. Ο Κωστάκης τον σήκωσε και κουβέντιαζε για ώρα μαζί του, φιλικά.


Όταν ο Ελληνικός στρατός μπήκε στην Αλβανία, επιχειρώντας τη μεγάλη του αντεπίθεση, ο Κωστάκης έδειξε πάλι το μεγάλο του ανθρωπισμό. Μια μέρα έδωσε φαγητό σ’ έναν πεινασμένο Αλβανό, αν και γνώριζε ότι τα δύο του παιδιά υπηρετούσαν στον Ιταλικό στρατό και συμβούλεψε τους στρατιώτες του:
«Όταν παίρνετε κάτι απ’ τους φτωχούς Αλβανούς, να το πληρώνετε. Ή σε χρήμα ή σε είδος. Και αν κάποιος πεινάει, δώστε του να φάει. Δεν φταίνε σε τίποτε οι φτωχοί άνθρωποι, που δεν θέλανε τον πόλεμο».
Ταυτόχρονα όμως ο Κωστάκης ήταν κι ένας ένθερμος πατριώτης που αντιλαμβανόταν ότι η σωτηρία της πατρίδας ήταν στα δικά τους χέρια. Για το λόγο αυτό χαιρόταν σαν μικρό παιδί όταν κατάφερναν κάποιο καίριο χτύπημα εναντίον των εισβολέων, αν και ως άνθρωπος λυπόταν για την απώλεια της ζωής τόσων νέων ανθρώπων. Χαρακτηριστική αυτής της νοοτροπίας είναι η ιστορία που διέσωσε ο Αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Βασιλόπουλος:
«Το Ιταλικό παρατηρητήριο βρισκόταν τότε σε πλεονεκτική θέση. Είχε ανέβει ό παρατηρητής στο καμπαναριό ενός εξωκλησιού. H δε θέσις του ήταν τόσο καλή, ώστε έδινε ακριβή στοιχεία στους Ιταλούς και οι βολές του πυροβολικού ζαλίζανε τους δικούς μας…
‘’Κύριε Ταγματάρχα’’, φώναζαν οι πυροβοληταί του Κωστάκη, ‘’στο καμπαναριό είναι ο παρατηρητής τους. Να του ρίξωμε…’’
‘’Όχι, παιδιά. Εκκλησία δεν κτυπάω εγώ’’, είπε ο πιστός αξιωματικός.
Το κακό όμως είχε παραγίνει. Καυτό σίδερο ξερνούσε το Ιταλικό πυροβολικό. Τότε ο Κωστάκης κοίταξε το καμπαναριό και καθόρισε συντεταγμένες. Με τα δάχτυλά του υψωμένα, έκανε τον τελευταίο υπολογισμό. Και με μια οβίδα έκοψε το Καμπαναριό μονάχα, γκρεμίζοντας και εξολοθρεύοντας τον παρατηρητή.  Το εκκλησάκι εξακολουθούσε να μένη ανέπαφο στην ερημιά…
Ήταν ένα σύμβολο. Γκρεμίστηκε το καμπαναριό, αλλά όχι η Εκκλησία. Γίνονται θυσίες, αλλά η πίστις μένει».


Παροιμιώδης υπήρξε η ευστοχία του Ελληνικού πυρπολικού και θρύλος έγινε το όνομα του Κωστάκη, με τις επιτυχίες αυτές. Όταν παίρνανε συσσίτιο οι Ιταλοί, εκείνος έριχνε τις οβίδες του μέσα στο καζάνι.
‘’Τους λυπόμουνα σαν ανθρώπους, αλλά τι να έκανα; Όταν έβλεπα να τους τινάζουν οι οβίδες στον αέρα, εράγιζε η καρδιά μου. Αλλά να τους αφήσω να περάσουν να μας σκλαβώσουν, να ατιμάσουν τις γυναίκες και τις νέες μας; Να μας κάνουν Φράγκους και να χάσωμε την Ορθοδοξία μας; Αυτό ήταν αδύνατο… Δεν το ήθελε ο Θεός’’».
Η ευστοχία του πυροβολικού υπό την καθοδήγηση του Κωστάκη ήταν απίστευτη. Κάποτε οι Ιταλοί έπαιρναν συσσίτιο στα νερά της Σιταριάς. Μια ομοβροντία από τα πυροβόλα του Κωστάκη και το καζάνι των Ιταλών, όπου έβραζε το φαγητό, τινάχτηκε στον αέρα! Ο ταγματάρχης Κωστάκης που έβλεπε την κατάληξη της βολής με τα κιάλια πέταξε το δίκοχό του στον αέρα και έβγαλε κραυγή ενθουσιασμού.
Στο Μουσείο Αργυροκάστρου μάλιστα σώζεται Ιταλικό κανόνι, στο οποίο υπάρχει η ελληνική οβίδα, που έστειλε κατ’ ευθείαν στην  μπούκα του ο θρυλικός ταγματάρχης Κωστάκης.
Αγαπούσε πολύ τους στρατιώτες του και ένιωθε ένας απ’ αυτούς.  Χαρακτηριστική είναι η ιστορία κατά την οποία κάποια στιγμή στο Καλπάκι ο Κωστάκης έμεινε τελευταίος στην  ουρά, με την καραβάνα στο χέρι, για να πάρει συσσίτιο. Οι στρατιώτες του έκαναν χώρο να περάσει ο αρχηγός τους αλλά αυτός αρνήθηκε λέγοντας στους έκπληκτους φαντάρους:
«Ήρθα αργά και αυτή είναι η σειρά μου. Ενώπιον της Πατρίδος δεν υπάρχει διάκριση στρατιωτών και αξιωματικών. Είμαστε όλοι ίσοι».
Μια άλλη φορά του έφεραν ένα τετράδιο για να γράφει τις ποινές.
«Τι είναι αυτό, λοχαγέ», ρώτησε το λοχαγό που του το έφερε.
«Το ποινολόγιο, κύριε Ταγματάρχα» αποκρίθηκε εκείνος.
Ο Κωστάκης έγινε έξω φρενών.
«Πέταξέ το από εκεί. Να μην το ξαναδώ. Τα παιδιά (έτσι ονόμαζε πάντα τους φαντάρους) ήρθαν να υπηρετήσουν την πατρίδα και όχι να περάσουν στο Πταισματοδικείο. Να αγαπάτε μωρέ τα παιδιά και αυτά γίνονται θυσία για σας».


Ο λογοτέχνης 'Αγγελος Τερζάκης, που βρέθηκε στο μέτωπο σμιλεύει στο βιβλίο του «Απρίλης 1946», στο κεφάλαιο «Νεροποντή», την προσωπικότητα του «γεροταγματάρχη»:
«…Από καιρό, προτού ακόμη μπούμε στα Αλβανικά χώματα, μας ακολουθούσε η φήμη ενός γεροταγματάρχη του πυροβολικού, εφέδρου εκ μονίμων. Είχε τη διοίκηση μιας μοίρας ορειβατικού. Σκαρφάλωνε στ’ αρβανίτικα βουνά έστηνε τις πυροβολαρχίες του μονονυχτίς, στις πιο απίθανες κορφές που μονάχα ο ήλιος βλέπει. Και χαράματα την άλλη μέρα, ράντιζε τον σαστισμένο εχθρό με φωτιά και με σίδερο, του βούλωνε τα κανόνια. Ο τρόπος που ήξερε να χειρίζεται το πυροβολικό του χωρίς να χάνει ούτε βολή, η λεβέντικη παλληκαριά του η δυσανάλογη με τα χρόνια που τον βάραιναν, άλλες ακόμη πολεμικές αρετές συνδυασμένες με βαθιά συναδελφικότητα για τον φαντάρο τον έφεραν στην ολόπρωτη γραμμή των αρχηγών του αγώνα… Ήταν εγγύηση η συνεργασία του ταγματάρχη Κωστάκη, σε μίαν οποιαδήποτε επιχείρηση...

...Έφευγε χαράματα και γύριζε αργά το βράδυ αλλαγμένος, φρέσκος χαρούμενος με το ρόδισμα της γλυκιάς αμαρτίας στο γεροντικό μάγουλο του…
...Μια τέτοια μέρα περνώντας με το αυτοκίνητο την κοιλάδα του Δρίνου παίρνει το μάτι του, κάπου σε χωράφι έναν ξύλινο σταυρό. Πρόσταξε να σταματήσουν. Κατέβηκε. Ήταν ο πρόχειρος τάφος κάποιου ανώνυμου πυροβολητή. Στάθηκε σκεφτικός ο Κωστάκης μπροστά στον τάφο. Στο σκαμμένο μάγουλο του κυλήσανε δύο χοντροί κόμποι δάκρυα. Την άλλη μέρα ξαναμπαίνει στο αυτοκίνητο μαζί με τον παπά του στρατηγείου. Τραβάει τον ίδιο δρόμο και φτάνοντας στον ξύλινο σταυρό σταματάει πάλι. Κατεβαίνει και βάζει τον παπά να ψάλει τρισάγιο. Θα πίστευε ίσως πως εκπληρώνει έτσι ένα θρησκευτικό του χρέος. Όμως για σένα που τον ήξερες, η πράξη του αυτή είχε άλλο νόημα. Ήτανε το μνημόσυνο ενός πατέρα στον τάφο του παιδιού του…
…Θεός εφέσιος στεκότανε για μας, εκεί στην Αλβανία, ο Κωστάκης. Τον ακούγαμε, μα δεν τον είχαμε ιδεί. Τον καιρό που βρισκόμουνα στο στρατηγείο, ο Κωστάκης πολεμούσε αδιάκοπα με τις πυροβολαρχίες του στη Χειμάρα και σ’ άλλες περιοχές της Βορείου Ηπείρου. Ξάφνου ο Αρχηγός Πυροβολικού, που ήταν συντοπίτης και φίλος, αποφάσισε να τον ξεκουράσει. Τον μετακάλεσε στο στρατηγείο για ένα διάστημα.
Η είδηση κυκλοφόρησε αστραπιαία:
‘’Έρχεται ο Κωστάκης!’’
Περιέργεια ανυπόμονη, συγκίνηση γέμισε όλους εμάς, που τον καρτερούσαμε να φτάσει. Και μια μέρα, το βήμα του βαρύ, βροντερό, αντρίκιο, ακούστηκε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα της Διοίκησης Πυροβολικού.
Ήταν ένας μάλλον ψηλός στ' ανάστημα γέροντας, πρόσωπο χαρακωμένο από τα χρόνια και τις κακουχίες. Βροντούσε περπατώντας με την αχώριστη μαγκούρα του με νταηλίκι πεισματερό.
‘’Γεια σας παιδιά!’’
Σταθήκαμε προσοχή να περάσει. Όμως στα χείλη μας σχεδιάστηκε κιόλας ένα χαμόγελο φιλικό. Ο γέροντας αυτός με την κολοκοτρωνέικη μορφή, την κόψη του οπλαρχηγού, ήταν ανώτερός μας, όμως όχι και διαφορετικός. Ο ταγματάρχης Κωστάκης ερχόταν ολόισια από τα σπλάχνα του λαού».
Παραμονές Χριστουγέννων του 1940 ο Κωστάκης βρισκόταν στη Μπολένα και ζήτησε άδεια του Στρατηγείου  να κτυπήσει τον Αυλώνα και να ρίξει τους Ιταλούς στη συνέχεια στη θάλασσα, μια εύκολη γι’ αυτόν υπόθεση. Οι Άγγλοι αντέδρασαν για τους δικούς τους επιχειρησιακούς λόγους, και η άδεια δεν δόθηκε ποτέ. Ο ήρωας πήγε να σκάσει απ’ την στενοχώρια του. Τον λυπήθηκαν ακόμη και οι στρατιώτες, στους οποίους είπε:
«Πολέμησα και το 1912-13. Μέχρι εδώ φθάσαμε και τότε, δυστυχώς μέχρι εδώ σταματήσαμε και τώρα».
Κάποτε ο πόλεμος τελείωσε και ο Κωστάκης γύρισε στο σπίτι του στα Γιάννινα, μετά τη συνθηκολόγηση. Ήταν ο πρώτος που συνέλαβαν οι φασίστες μπαίνοντας στα Γιάννενα. Η εθνική αντίσταση έχασε έτσι τον άνθρωπο που θα μπορούσε να την καθοδηγήσει. Ο γεροταγματάρχης κρατήθηκε αρχικά στην Ιταλία, μετέπειτα στη Γερμανία και τελικά στην Πολωνία, απ’ όπου απελευθερώθηκε από τα Ρωσικά στρατεύματα τον Αύγουστο του 1945 και γύρισε στα Γιάννινα.
Βρήκε την πατρίδα ρημαγμένη και τους Έλληνες με το όπλο στο χέρι και το μίσος για τον αδερφό στην καρδιά. Ο Κωστάκης ως αγνός και πραγματικός Έλληνας, κρατάει τα εθνικά, πατριωτικά, φιλελεύθερα και δημοκρατικά του αισθήματα, αλλά αρνείται να σκοτώσει «τα παιδιά του». Δεν συμμετέχει στα δρώμενα της εθνικής ντροπής. Ζει ενάρετα, απλά, οικογενειακά, χριστιανικά. Δεν συζητάει για τα επικά κατορθώματά του και όταν πιέζεται, λέει «τα παιδιά, αυτά πολέμησαν». Όμως δεν είναι πια η εποχή της ταπείνωσης και των ηρώων. Είναι η εποχή των ολίγιστων, των άκαπνων, των δειλών.


Ο ήρωας του Καλπακίου δεν ζήτησε απολύτως τίποτε γι’ αυτόν και την οικογένειά του, αφορμή ικανή για τους άκαπνους εθνικόφρονες αξιωματικούς των επιτελικών γραφείων που είχαν επιδοθεί σε ένα κυνήγι παρασήμων χωρίς αντίκρισμα να στερήσουν τη δόξα από εκείνον που την άξιζε πραγματικά. Τον παραγκώνισαν αποστρατεύοντάς τον με το βαθμό του Αντισυνταγματάρχη, χωρίς να του απονείμουν καν ένα βαθμό. Μικρόψυχοι κι απόλεμοι καθώς ήταν δεν του απένειμαν ούτε και τα παράσημα που δικαιούνταν επειδή του προτάθηκαν αρχικά κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ευτυχώς που δεν του αφαίρεσαν  τα παράσημα που είχε ήδη λάβει, και που ήταν:
α. Πολεμικός Σταυρός Γ΄ τάξεως (δις),
β. Γαλλικός Πολεμικός Σταυρός Μεραρχίας,
γ. Βελγικός Πολεμικός Σταυρός,
δ. Αργυρούν μετάλλιο Ανδρείας,
ε. Αργυρούν Αριστείο Ανδρείας,
στ. Χρυσούν Αριστείον Ανδρείας.
Οι άνθρωποι του καθεστώτος του διέθεσαν, δήθεν τιμητικά, έναν αστυνομικό ασφαλίτη για μήνες, όχι βέβαια για να τον φρουρεί, αλλά για να τον παρακολουθεί «διά ενδεχομένην αντεθνικήν δράσιν». Ο δυστυχής αυτός ασφαλίτης το ομολόγησε συμπτωματικά σε συγγενή του Κωστάκη, χρόνια αργότερα, χωρίς να γνωρίζει  την ταυτότητά του! Φοβόταν οι δειλοί τον ήρωα έστω κι αν απέφευγε οποιαδήποτε συμμετοχή στο αδερφοφάγωμα.
«Γνώρισα τον πατέρα μου όταν ήμουν 5 ετών. Αυτό γιατί μετά την συνθηκολόγηση συνελήφθη και μεταφέρθηκε στην Ιταλία και από εκεί στην Γερμανία και τα σύνορα με την Πολωνία ως όμηρος» αναφέρει ο 73χρονος Λευτέρης Κωστάκης, γιος του Ταγματάρχη, και συνεχίζει: «Από το πεδίο της μάχης έφυγε μόνο λίγες ώρες, για να έρθει στο σπίτι μας, την ημέρα που γεννήθηκα. Ήταν Μάρτιος του 1941. Από τότε και εκείνος δεν με είχε ξαναδεί».
Ο Λευτέρης Κωστάκης, περιγράφει τον ταγματάρχη, ως άνθρωπο σεμνό και αυστηρό μαζί.
«Ήταν λιγομίλητος χωρίς έπαρση. Όταν δεχόταν συγχαρητήρια για τη δράση του, χαμογελούσε χωρίς να το δείχνει. Αγαπούσε τους φαντάρους σαν δικά του παιδιά. Άσπρισαν τα μαλλιά του μέσα σε μία νύχτα γιατί ξεψύχησε στα χέρια του ένας λοχαγός, αγαπημένος του φίλος, από βολή ιταλικού πολυβόλου».
Ο ταγματάρχης Κωστάκης, όπως αποκαλύπτουν τα παιδιά του, είχε πάντα μαζί του την Αγία Γραφή, καθώς και μία εικόνα της Αγίας Βαρβάρας, την οποία είχε βρει το 1923, κατά την οπισθοχώρηση στα περίχωρα του Ουσάκ σε κάποια μισοκαμένη εκκλησία.
Μετά τον πόλεμο ασχολήθηκε με κοινωνικό έργο, ενώ ήταν και επίτροπος στην εκκλησία της γειτονιάς του στα Ιωάννινα στην Αγία Μαρίνα.
Στις 3 Νοεμβρίου 1961, ο θάνατος, που δεν ξεχωρίζει δειλούς και γενναίους, νίκησε τον γεροταχματάρχη. Στην κηδεία τον τίμησαν όλοι οι συναγωνιστές του, οι φαντάροι που επέζησαν και συμπολίτες του. Η Πολιτεία έλαμψε δια της απουσίας της.
«Δεν υπήρχε εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης. Ούτε ένα στεφάνι. Ούτε ένας τιμητικός πυροβολισμός πάνω από τον τάφο του, ούτε κιλλίβαντας, γιατί ήταν δημοκράτης» αναφέρει η κόρη του.
Το φέρετρό του στολίστηκε με λίγα αγριολούλουδα, μαζεμένα στο Καλπάκι και το συνόδευσαν οι συγγενείς του ήρωα και απλοί άνθρωποι του λαού, που τον λάτρευαν.
Τον Κωστάκη τον λάτρεψε και τον τίμησε ο απλός λαός. Χαρακτηριστικό είναι το Αλβανικό δοξαστικό τραγούδι, που μετέφρασε ο Βασίλης Κώτσιας, που αποδεικνύει ότι ο Κωστάκης λατρεύτηκε και πέρα απ’ τα σύνορά μας.

Σειούνται το Βρανίστ’ και το Τερμπάτσι
χτυπάει το κανόνι του Κωστάκη
οι οβίδες πέφτουνε στο Μπράτι.
Ο Κωστάκης ο Γραικός όταν χτυπάει
χαμένη μια οβίδα δεν του πάει,
τους Ιταλούς παντού κατατρομάζει
τον τόπο όλον με πτώματα σκεπάζει.
Εσύ, Κωστάκη, εγίν’κες ξακουστός,
όπου χτυπάς όλα τα σκέπει  ο καπνός.
Στο Ελίμι τέσσερα κανόνια
σε κάτι γούρνες τα ‘θαψες αιώνια.
Οι Ιταλοί σε κάθε μέρος  και μεριά
πυροβόλα στήσανε βαριά,
μα κανένα όμως στο στόχο δε χτυπά.
Τετρακόσια βλήματα ξοδέψαν
μια γέφυρα να ρίξουν δε μπορέσαν,
τη γέφυρα του Λιάσκου στο Κουτς ψηλά,
ούτε κανόνι, ούτ’ αεροπλάνο την κουνά.
Με κανόνια οι Έλληνες και πυρομαχικά
αράδ’ αράδα πάνω της περνούνε
από την ποταμιά ανηφορούνε
και για το Καλαράτ ίσια τραβούνε.
Συμπαραστάτες έχουν και τους Αλβανούς
ενάντια στο Ντούτσε και τους Ιταλούς,
γιατί κι οι Αλβανοί τους έχουνε εχθρούς.
 
Με αυτούς τους γίγαντες γράφτηκε στην Πίνδο και τα βουνά της Βορείου Ηπείρου το μεγάλο έπος του ‘40, που άφησε εμβρόντητο όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Ο μικρός Δαυίδ νικούσε για μια ακόμη φορά τον γίγαντα Γολιάθ. Στηριγμένος στο αίμα των παιδιών του. Γιατί πάνω απ’ όλα η εποποιία του ’40 ήταν το απόλυτο κάλεσμα για θυσία, ένα αλλόκοτο μεθύσι που συνεπήρε όλο το λαό και τον οδήγησε να βροντοφωνάξει πως θα διαφύλαττε την ελευθερία και την ακεραιότητα του τόπου με την ανάσα του και το αίμα του.
Γι’ αυτό δεν πρέπει ούτε για μια στιγμή να ξεχάσουμε. Γιατί αυτή τη φορά οι ήρωες είναι πολύ κοντινοί μας. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας. Κι αν άλλες γενιές θαύμαζαν τον Κολοκοτρώνη και τον Καραϊσκάκη, σεμνοί ακόλουθοί τους οι ήρωες της Αλβανίας.
«Πού πολέμησες εσύ;» ρωτούσαν μετά την Επανάσταση του 1821. Κι ο αγωνιστής απαντούσε με καμάρι:
«Ήμουν με τον Κολοκοτρώνη!» ή «Ήμουν με τον Καραϊσκάκη!»
Χρόνια αργότερα, μετά την εκστρατεία στη Μικρά Ασία:
«Ήμουν με τον Πλαστήρα!»
Και μετά το Καλπάκι και την Αλβανία ο αγωνιστής απαντούσε με αστραφτερή και χαρούμενη ματιά:
«Ήμουν με τον Κωστάκη! Είδα τον Κωστάκη!»