Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συλλεκτικό Υλικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Συλλεκτικό Υλικό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

Ο Άλμπερτ, ο Ισαάκ και ο Αριστοτέλης στην "κληματαριά" ένα απόγευμα.

Εκείνο λοιπόν το βράδυ στη συντακτική επιτροπή του «Φυσικού Κόσμου» φανταστήκαμε τους «τρεις» να κάθονται σ’ ένα μικρό καφενείο, γύρω από το ίδιο τραπεζάκι, να τα πίνουν και να κάνουν παρέα. Οι τρεις άνθρωποι είχαν ξεκινήσει από τρεις διαφορετικές εποχές και βρέθηκαν στο ίδιο «σημείο» του χωροχρόνου τη στιγμή δηλαδή τάδε, στο τάδε τραπεζάκι που εμείς φανταστήκαμε, άλλοτε να κουβεντιάζουν σε χαμηλούς τόνους κι άλλοτε να τσακώνονται χειρονομώντας ο καθένας με τον τρόπο του. Κάθε εποχή έχει τις χειρονομίες της. Μπορούσαν να επικοινωνήσουν με μια άγνωστη σε μας γλώσσα την οποία υποτίθεται ότι μίλαγαν και οι τρεις.
Στο τεύχος 106 του Φυσικού Κόσμου – Φθινόπωρο του 1986 - συνεργάστηκαν οι Ντίνος Ανδρέου, Ελένη Γκάμαρη, Νίκος Δαπόντες, Στέλιος Κερασίδης, Αντρέας Κασέτας, Λένα Λώλου, Γιώργος Μπουρίτσας, Αλέξης Σιδεράτος, Παναγιώτης Σκούντζος, Βαρβάρα Σχοινιωτάκη, Σούλα Χαραλαμπάκου.
Υπεύθυνοι για το νόμο: Διονύσης Μαρίνος - Γιώργος Μπουρίτσας - Αλέξης Σιδεράτος.

Το κείμενο μαρτυρά Αντρέα Κασσέτα
Η ζωγραφιά, έργο τέχνης, που κοσμεί το εξώφυλλο φιλοτεχνήθηκε από τον μηχανικό αρχιτέκτονα Ζ. Ιωσηφίδη.


Ο Άλμπερτ πήρε τον αναπτήρα από το τραπέζι και δοκίμασε να ανάψει την πίπα του. Όταν θέλησε να τον ξαναβάλει στη θέση του, ο αναπτήρας τούπεσε από το χέρι και προσγειώθηκε στο έδαφος. Ο Αριστοτέλης άρχισε να σχολιάζει το επεισόδιο λέγοντας ότι ο αναπτήρας βιάζεται να συναντήσει το έδαφος γιατί εκεί είναι η «φυσική» του θέση κάτι σαν το άλογο που καλπάζει γρήγορα, θέλοντας να επιστρέψει στο στάβλο του. Ο Άιζακ μπήκε στη μέση και μ’ ένα κάπως υπεροπτικό τόνο ισχυρίστηκε ότι η κίνηση του αναπτήρα προς τη Γη είναι συνέπεια μιας έλξης ανάμεσα σ’ αυτόν και σ’ ολόκληρο τον πλανήτη μας, μιας έλξης σαν αυτή που εξαναγκάζει το φεγγάρι να διατηρείται σε τροχιά γύρω από τη Γη. Είπε ακόμη ότι αυτή η δύναμη δρα ακαριαία ανάμεσα σε δυο οποιαδήποτε σώματα του σύμπαντος και ότι είναι μια έλξη παγκόσμια.

Ο Αριστοτέλης διαφώνησε έντονα λέγοντας ότι νόμοι που κυβερνούν τα επίγεια δεν μπορεί να είναι ίδιοι με τους νόμους που ισχύουν στους ουρανούς.
Ο Άιζακ τον διέκοψε φλεγματικά επιμένοντας ότι η βαρυτική έλξη υφίσταται σε όλο το σύμπαν και άρχισε να μιλάει και για μια εξίσωση που είχε στον παρονομαστή το τετράγωνο της απόστασης ανάμεσα στα δυο οποιαδήποτε σώματα.
Όταν πήρε το λόγο ο Άλμπερτ αμφισβήτησε τα λεγόμενα του Άϊζακ για το ακαριαίο της δράσης αυτής της δύναμης και μίλησε για κάποιες νέες εξισώσεις που θα μπορούσαν να εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε σύστημα αναφοράς.

Φανταστείτε τους «τρεις» να κάθονται σ’ ένα μικρό καφενείο, γύρω από το ίδιο τραπεζάκι, να τα πίνουν και να κάνουν παρέα. Οι τρεις άνθρωποι είχαν ξεκινήσει από τρεις διαφορετικές εποχές και βρέθηκαν στο ίδιο «σημείο» του χωροχρόνου τη στιγμής δηλαδή τάδε, στο τάδε τραπεζάκι που φανταστήκατε, άλλοτε να κουβεντιάζουν σε χαμηλούς τόνους κι άλλοτε να τσακώνονται χειρονομώντας ο καθένας με τον τρόπο του. Κάθε εποχή έχει τις χειρονομίες της. Μπορούσαν να επικοινωνήσουν με μια άγνωστη σε μας γλώσσα την οποία υποτίθεται ότι μίλαγαν και οι τρεις.

Ο πρώτος είχε έρθει με ένα καθαρό και ασιδέρωτο ρούχο ολόσωμο και μια γενειάδα καλοδιατηρημένη και πυκνή. Το  ταξίδι πούχε κάνει μέσα στο χρόνο ήταν πολύ μεγαλύτερο από των άλλων δυο. Ερχόταν από τον τέταρτο αιώνα πριν από το Χριστό. Ήταν ένας ιδιαίτερα πρωτότυπος Έλληνας στοχαστής μ’ ένα μεγάλο φάσμα ενδιαφερόντων όπως η Λογική, η Πολιτική, η Αστρονομία, η Βιολογία, η Φυσική. Το έργο του αποτέλεσε ένα είδος εγκυκλοπαίδειας του αρχαιοελληνικού στοχασμού. Μολονότι μέσα σ’ αυτό εμπεριέχονται οι εργασίες πολλών άλλων ερευνητών υπήρξε κατά το μεγαλύτερο μέρος του μια δημιουργία προσωπική. Για 1500 χρόνια η ευρωπαϊκή διανόηση τον αγνόησε. Από το δωδέκατο όμως αιώνα μέχρι το δέκατο έβδομο, η διαρκώς αυξανόμενη επιρροή του πάνω στην ανθρώπινη σκέψη έφτασε να αποτελέσει ένα γεγονός χωρίς ίσως προηγούμενο. Το όνομα του ήταν Αριστοτέλης.


Ο δεύτερος της παρέας ήταν ένας εξαιρετικά παράξενος άνθρωπος που ήρθε φρεσκοξυρισμένος, φορώντας μια καλοχτενισμένη περούκα εποχής. Υπεροπτικός και εσωστρεφής ήταν ταυτόχρονα και ένας εραστής της τελειότητας. Ερχόταν από την αγγλική κοινωνία του δεκάτου εβδόμου αιώνα. Η κοινωνία του τον είχε αναγνωρίσει ως το μεγαλύτερο επιστήμονα εκείνης της εποχής, μιας εποχής κατά την οποία η Αριστοτελική αυθεντία είχε αρχίσει να κλονίζεται. Το έργο του σημάδεψε την έναρξη μιας νέας εποχής. Η θεωρία του για τη βαρύτητα δημιούργησε ένα νέο κοσμοείδωλο με χαρακτήρα δυναμικό το οποίο αντιπαρατέθηκε στο στατικό χαρακτήρα του Κόσμου που ικανοποιούσε τις αμετακίνητες κοινωνίες του Μεσαίωνα. Το συνολικό του έργο μια επίδραση στην κατοπινή εξέλιξη της επιστήμης, η οποία μόνο με το προηγούμενο του Αριστοτελισμού θα μπορούσε να συγκριθεί. Επί δυο περίπου αιώνες η επιβολή της αυθεντίας του ήταν ολοκληρωτική και αναντίρρητη. Το όνομά του ήταν Άιζακ Νιούτον. Έχουμε όμως συνηθίσει να τον λέμε Ισαάκ Νεύτωνα.   

Ο τρίτος της παρέας ήταν ένας άνθρωπος του αιώνα μας. Είχε έρθει στο ραντεβού με γιλέκο και πουκάμισο. Έχοντας μεγαλώσει σε μια εποχή που η επιστήμη της Φυσικής πέρναγε μια κρίση χωρίς, ίσως, προηγούμενο, υπέβαλε μια δική του πρόταση για το ξεπέρασμα αυτής της κρίσης. Η πρότασή του λεγόταν Θεωρία της Σχετικότητας και τορπίλιζε το κύρος του έργου του Νεύτωνα. Ο άνθρωπος αυτός είχε μια βαθιά σκέψη η ουσία της οποίας βρισκόταν στην απλότητά του. Όσο για την ουσία της επιστήμης του, αυτή είχε ρίζες μέσα στην καλλιτεχνικότητα και σ’ εκείνη τη μοναδική αίσθηση ομορφιάς την οποία διέθετε. Κατά τη διάρκεια της ζωής του, κατάπληκτος, είδε να γίνεται ένας ζωντανός θρύλος και ένα είδος λαϊκού ήρωα που το κοινό και ο τύπος τον αντιμετώπιζε μάλλον ως αστέρα του κινηματογράφου παρά ως επιστήμονα. Ήταν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν.    

Όταν προσγειώθηκαν στο «χρονοδρόμιο» του «1986» φάνηκαν και οι τρεις να εντυπωσιάζονται με όσα έβλεπαν γύρω τους και ακόμα περισσότερο μ’ όλα αυτά που μπόρεσαν αργότερα να πληροφορηθούν. Ο βαθμός όμως της έκπληξης ήταν διαφορετικός. Ο Αριστοτέλης ένοιωθε να κινείται μέσα σ’ ένα όνειρο. Το ύφος του Νεύτωνα πρόδιδε μια ικανοποίηση και θύμιζε ύφος προφήτη σαν έμαθε ότι χιλιάδες τεχνητοί δορυφόροι βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τη Γη. Όσο για τον Άϊνστάιν αυτός έδειχνε ιδιαίτερα εντυπωσιασμένος από τα λέϊζερ, τη βιοτεχνολογία και την πληροφορική.

Ο Αριστοτέλης για παράδειγμα, προερχόταν από μια κοινωνία που είχε συσσωρεύσει μεγάλες ποσότητες γνώσης από το δικό της παρελθόν. Ο ίδιος ως γνήσια φιλοσοφική διάνοια, επανατοποθέτησε τα προβλήματα, ξανάβαλε δηλαδή τα ερωτήματα από την αρχή και επιχείρησε τη δική του σύνθεση. Η σκέψη του όμως αντανακλούσε τη μορφή της κοινωνίας του.
Όταν ο Νεύτωνας έφερε τη συζήτηση στο νόμο της αδράνειας ο Αριστοτέλης αρνήθηκε να παραδεχτεί ότι ένα σώμα θα μπορούσε να κινείται χωρίς «κινούν αίτιον»,
χωρίς να ασκείται πάνω του κάποια δύναμη. Η λογική του δεν του επέτρεπε να δεχτεί κάτι τέτοιο. Η εικόνα της εποχής του με τους καρόδρομους όπου τα κάρα απαιτούσαν τεράστιες δυνάμεις για να μετακινηθούν καθόριζε ένα σφιχτό πλαίσιο που δεν επέτρεπε να συμφωνήσει σ’ ένα τέτοιο ισχυρισμό.

Συζητούσαν ώρες ατέλειωτες. Για το πρόβλημα της κίνησης, για τη βαρύτητα για τη δομή και την προέλευση του σύμπαντος, για την εξέλιξη της επιστήμης ακόμα για αυτά που θα μπορούσαν στο μέλλον να συμβούν. Η συζήτηση τράβαγε σε μάκρος. Ήτανε κιόλας περασμένα μεσάνυχτα, όταν ο καφετζής δήλωσε ότι πρέπει να κλείσει το μαγαζί. Ο Αριστοτέλης έκανε τότε την πρόταση να κεράσει τα ποτά, μια και η συνάντηση έγινε στην πατρίδα του. Ο Νεύτωνας δεν έφερε αντίδραση κι ο Αϊνστάιν το ίδιο. Τα ρέστα ήταν δεκαπέντε δραχμές. Παρατηρητικός όπως ήταν πάντοτε, ο Αριστοτέλης πρόσεξε 
ότι στο μεγαλύτερο από τα δυο νομίσματα 
ήταν χαραγμένη η μορφή ενός ανθρώπου με 
τον οποίο είχε ασχοληθεί ιδιαίτερα. Ήταν το κεφάλι του Δημόκριτου χαραγμένο πάνω στο δεκάρικο. 


Κοιτάζοντας ύστερα το μικρότερο νόμισμα χαμογέλασε.  

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Τότε που δίναμε - 1977 ... ο Λουκάς βγήκε ασπροπρόσωπος!

Καθώς γράφω αυτές τις γραμμές δεν ξέρω τι αποφάσισε η ΟΛΜΕ και αν θα γίνει η απεργία μέσα στις εξετάσεις, αλλά ετσι κι αλλιώς το σημερινό το θέμα είναι προέκταση του χτεσινού. Για μια φορά, θα μου επιτρέψετε να γράψω μερικές δικές μου αναμνήσεις (συνήθως βάζω του πατέρα μου), από την εποχή που έδωσα όχι πανελλήνιες, γιατί τότε δεν λέγονταν έτσι, αλλά εισαγωγικές εξετάσεις για τα ΑΕΙ, το σωτήριον έτος 1977. Βέβαια, οι αναμνήσεις μου μπορεί να φανούν βαρετές, αλλά γι’αντάλλαγμα θα μπορέσετε κι εσείς ν’αφηγηθείτε τις δικές σας. Ένα άλλο κακό με τις αναμνήσεις είναι ότι έχουμε την τάση είτε να εξιδανικεύουμε το παρελθόν, είτε, αντίθετα, να παρασταίνουμε αβάσταχτα σκληρά και δύσκολα τα χρόνια που περάσαμε, σε μια όχι και τόσο έμμεση μομφή προς τους τωρινούς νέους “που τα βρίσκουν όλα στο πιάτο”, και να καταντάμε σαν τους τέσσερις Γιορκσιριώτες στο γνωστό σκετσάκι των Μόντι Πάιθον, που πλειοδοτώντας ο ένας μετά τον άλλο σε ανατριχιαστικές αναμνήσεις της βασανισμένης νιότης τους φτάνουν να λένε πως δούλευαν 48 ώρες τη μέρα.
Τότε δίναμε όχι Μάιο, αλλά τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, έτσι το πολύ διάβασμα έπεφτε καλοκαιριάτικα και επειδή υπήρχαν αυτοί οι τρεις επιπλέον μήνες ο πολύς κόσμος άρχιζε τα φροντιστήρια μόλις τελείωνε την 5η Γυμνασίου, όχι από την αρχή της 5ης, που άλλωστε τώρα λέγεται Β’ Λυκείου. Το πρώτο μάθημα δεν ήταν η Έκθεση, όπως τώρα, που είναι κοινό σε όλες τις κατευθύνσεις, τότε άρχιζε η κάθε κατεύθυνση με το δικό της μάθημα, εμείς (δηλαδή ο Πολυτεχνικός-Φυσικομαθηματικός-Γεωπονοδασολογικός Κύκλος, όπως λεγόμασταν) ξεκινήσαμε στις 26 Αυγούστου με Άλγεβρα. Μη νομίζετε ότι η ημερομηνία χαράχτηκε στη μνήμη μου ανεξίτηλα: έψαξα και τη βρήκα τώρα σε εφημερίδες της εποχής.
Είχαμε μαζευτεί εκείνο το πρωί έξω από το συγκρότημα των σχολείων στην οδόν Αρτάκης, στη Νέα Σμύρνη και συζητούσαμε σε πηγαδάκια περιμένοντας να μας φωνάξουν μέσα. – Άκουσα πως θα πέσουν συναρτήσεις, είπε ο Γιώργος ο Π. – Στ’ αρχίδια μας! τον έκοψε αγέρωχα ο Λουκάς, ο φροντιστής μας, που είχε έρθει να μας εμψυχώσει, άλλωστε δυο βήματα πιο πέρα ήταν το φροντιστήριό μας. “Ό,τι και να πέσει, θα σκίσουμε!”, δήλωσε με ύφος που δεν σήκωνε αντιρρήσεις.
Πέσανε όντως συναρτήσεις, τα θέματα μπορείτε να τα βρείτε εδώ, αλλά δεν σκίσαμε. Θυμάμαι πως έχασα ένα ολόκληρο θέμα, και κάτι ψιλά από τα άλλα, οπότε πήγαινα μάξιμουμ για 12-13 με άριστα το 20. Ήτανε όμως άλλες εποχές τότε, οι βάσεις δεν είχαν φτάσει στο Θεό, ένα στραβοπάτημα μπορούσες να το καλύψεις, όχι όπως τώρα που πρέπει να μαζέψεις 19.000 μόρια, οπότε με ένα 13/20 βγαίνεις και μαθηματικά απ’ το παιχνίδι. Κι έτσι δεν έχασα ολότελα τις ελπίδες μου.
Ούτε οι άλλοι δυο που κάναμε μαζί φροντιστήριο γράψαν καλά Άλγεβρα -και είχαμε ν’ ακούμε και τη γκρίνια του Λουκά, να μας μαλώνει που τον κάναμε ρεζίλι. Διότι ξέχασα να πω ότι με δυο φίλους και συμμαθητές είχαμε διαλέξει να μην πάμε στα μεγάλα φροντιστήρια του κέντρου (ο Ηράκλειτος ήταν τότε ονομαστός), αλλά σε ένα συνοικιακό, που είχε καλό όνομα -κι έτσι κάναμε ένα μικρό γκρουπάκι, τρία άτομα, και εναποθέσαμε τις ελπίδες μας στον Λουκά.
Γιατί ο Λουκάς τα έκανε ο ίδιος όλα τα μαθήματα, Άλγεβρα, Γεωμετρία-Τριγωνομετρία, Φυσική και Χημεία. Οι φίλοι μας που πήγαιναν σε συμβατικά φροντιστήρια παραξενεύονταν πώς είναι δυνατόν ο ίδιος καθηγητής να τα διδάσκει όλα, αλλά το αυτί του Λουκά δεν ίδρωνε, τα κατάφερνε μια χαρά. Μάλιστα, τον πρώτο καιρό είχε επιχειρήσει να μας κάνει και Έκθεση, αλλά ύστερα από ένα επεισοδιακό πρώτο μάθημα του ζητήσαμε να μας φέρει κανονικό φιλόλογο, γιατί παρόλο που μας άρεσαν τα αποφθέγματά του (“Επιστήμη με συμφέροντα, ρε αρουραίοι, δεν είναι επιστήμη, είναι καφενείο”) σκεφτήκαμε πως δεν θα άρεσαν στους βαθμολογητές. “Από Σεπτέμβρη θα φέρω φιλόλογο”, μας υποσχέθηκε. Αλλά για να φέρει φιλόλογο έπρεπε να τον πληρώνει, οπότε η υπόσχεση ανανεώθηκε για τα Χριστούγεννα, μετά για το Πάσχα, και μπήκε το καλοκαίρι και έκθεση δεν είχαμε κάνει. Βέβαια εκθέσεις γράφαμε στο σχολείο, και τότε η έκθεση ήταν σκέτη έκθεση ιδεών, όχι όπως τώρα που έχει περιλήψεις και αναλύσεις κειμένων, οπότε δεν ανησυχούσαμε και πολύ.
Τελικά ο πολυπόθητος φιλόλογος ήρθε μέσα στον Αύγουστο, μας έκανε ένα μάθημα, μας έδωσε πέντε θέματα αναπτυγμένα από τον ίδιο, και μετά συζητήσαμε το θέμα “Η αμφιβολία οδηγεί στη γνώση ή η γνώση στην αμφιβολία;” που είχε πέσει σε εξετάσεις δυο χρόνια νωρίτερα. Τυχεροί ήμασταν, γιατί στη δική μας τη χρονιά έπεσε θέμα παρεμφερές. Τον ακριβή τίτλο τον είχα ξεχάσει, αλλά κοιτάζω τώρα στην εφημερίδα και βλέπω πως ήταν: “Η αμφιβολία χωρίς προκατάληψη και η δημιουργική απορία ως προϋποθέσεις κάθε επιστήμης”. «Παλουκάκι», ήταν η ετυμηγορία τότε, αλλά έγραψα καλούτσικα, το ίδιο και οι άλλοι δυο της παρέας.
Η Έκθεση ήταν το δεύτερο μάθημα που δώσαμε, στις 29 Αυγούστου. Μετά, στις 31 Αυγούστου, γράψαμε Γεωμετρία-Τριγωνομετρία. Εκεί δεν ήταν τόσο δύσκολα τα θέματα όσο στην Άλγεβρα, αλλά ήταν πολλά, με αποτέλεσμα να τελειώσω την τελευταία στιγμή -με τη σημαία έτοιμη να πέσει, θα λέγαμε στο σκάκι. Ο επιτηρητής ήρθε από πάνω μου για να μου πάρει την κόλλα ενώ τελείωνα την τελευταία απόδειξη, με το ένα χέρι έσπρωχνα το δικό του και με το άλλο έγραφα τα τελευταία σύμβολα. Τελικά παρά την πίεση χρόνου δεν έκανα κανένα λάθος, κι έτσι ανέβηκε και η ψυχολογία μου, όπως θα λέγαμε σήμερα.
Μετά, τη Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου, γράψαμε Χημεία, που ήταν το καλό μου μάθημα. Εκεί τα πήγα καλά. Στο μάθημα αυτό ξέσπασε κι ένα μικροσκάνδαλο, όταν σε ένα εξεταστικό κέντρο σχετικά κοντά μας, στη Δάφνη, έπιασαν έναν υποψήφιο που έπαιρνε τις λύσεις των θεμάτων με ασύρματο, όπως του τις υπαγόρευαν φίλοι του. Είχε ολόκληρη εγκατάσταση με δέκτη και καλώδια που τη φορούσε κατάσαρκα, και ένα ακουστικό στο αυτί. Ήταν και μεγάλος, 22 χρονών.
Τελευταίο μάθημα, στις 7 Σεπτεμβρίου, η Φυσική. Εκεί οι θεματοθέτες θέλησαν να πρωτοτυπήσουν, κι έβαλαν ένα θέμα εντελώς έξω από τα καθιερωμένα. Το μισοθυμόμουν έτσι κι αλλιώς, αλλά το αντιγράφω αυτολεξεί όπως το βρίσκω στην εφημερίδα. “Τι καλείται μάζα και τι βάρος ενός σώματος; Αν σας ζητούσαν να μετρήσετε τη μάζα και το βάρος ενός σώματος στον πλανήτη Άρη, ποια όργανα θα χρησιμοποιούσατε αντίστοιχα; Αν γνωρίζετε τη μάζα ενός σώματος και την παγκόσμια σταθερά έλξεως, ποια είναι τα υπόλοιπα στοιχεία του πλανήτη Άρη που πρέπει να γνωρίζετε για να υπολογίσετε το βάρος του σώματος στην επιφάνεια του πλανήτη; (Σημ.: Ο πλανήτης Άρης να θεωρηθεί σφαιρικός).” Ποτέ δεν ήμουν καλός να βρίσκω τη λύση στο φτερό χωρίς να την έχω έτοιμη από τα πριν (“πάνω στη σκακιέρα”, θα έλεγα τότε, που έπαιζα και σκάκι), αλλά εδώ μου ήρθε μια καλή ιδέα, που δεν τη θυμάμαι βέβαια τώρα, κι έτσι κάτι σωστό έγραψα, που το επαλήθευσα και την άλλη μέρα από τις εφημερίδες.
Τότε δηλώναμε τις σχολές της επιλογής μας στο μηχανογραφικό από τα πριν, και στον δικό μας κλάδο η τελευταία σχολή ήταν οι Δασολόγοι Θεσσαλονίκης (αν θυμάμαι καλά, στην Αθήνα δεν είχε Δασολόγους), οπότε συχνά άκουγες στις κουβέντες μας “έστω και Δασολόγος Θεσσαλονίκης”. Όσοι έδιναν και ΚΑΤΕΕ (τα αντίστοιχα των ΤΕΙ) είχαν το αντίστοιχο κάτω όριο, Μηχανικών Αυτοκινήτων Κοζάνης. Όταν όμως βγήκαν τα αποτελέσματα, είχα περάσει στην πρώτη σχολή που ήθελα, με το μαγικό νούμερο 187, μαγικό επειδή ισοβάθμησα στην τελευταία θέση με άλλους 15 κι έτσι από 35 εισακτέους περάσαμε 50 (και αποφοιτήσαμε 200, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Το άριστα ήταν 220, δηλαδή 40 σε κάθε μάθημα και 20 το απολυτήριο Γυμνασίου, 5×40+20. Εγώ είχα 18 στο απολυτήριο, άρα έπιασα 169 μονάδες στα μαθήματα. Στην Άλγεβρα, που ήταν το Βατερλό μου, πήρα τελικά 26, το μέγιστο που έλπιζα. Στην Έκθεση 32, που μου είχε φανεί πολύ καλό τότε, και μετά 37-38-39  αντίστοιχα σε Φυσική, Γεωμετρία και Χημεία. Και οι άλλοι δυο φίλοι μου πέρασαν στην πρώτη και τη δεύτερη επιλογή τους, στο Μετσόβιο, οπότε ο Λουκάς, συνολικά, βγήκε ασπροπρόσωπος και πίναμε νερό στ’ όνομά του.
Το να συγκρίνεις το παρελθόν με το παρόν και να βρίσκεις το παρελθόν καλύτερο, είναι ένδειξη πως έχεις γεράσει, αλλά εμένα το εξεταστικό σύστημα που είχαμε τότε μου φαίνεται καλύτερο, γιατί δεν υπήρχε ο πληθωρισμός των βάσεων, που έχει οδηγήσει τις περιζήτητες σχολές σε στρατοσφαιρικά ύψη -γιατί, όταν η βάση έχει φτάσει σε μέσον όρο 19,5 μου φαίνεται αδύνατο να ξεχωρίζουν οι υποψήφιοι με βάση την αξία τους -για να γίνει αυτό χρειάζονται πιο αδρές γραμμές, δεν βολεύουν τα μιλιγκράμ. Εκτός αυτού, όπως ήδη είπα, με το σημερινό επίπεδο των βάσεων δεν συγχωρείται το στραβοπάτημα -ενώ στην εποχή μου, όπως είδαμε, μπορούσε κανείς να περάσει στη σχολή με την ψηλότερη βάση ακόμα κι αν τα είχε κάνει μούσκεμα σε ένα μάθημα (όχι και εντελώς μούσκεμα πάντως).
Θυμάμαι πως όταν άλλαξε το σύστημα, δυο-τρία χρόνια μετά πρέπει να ήταν, γύρω στο 1979-80, είχα στομφωδώς προβλέψει ένα σωρό δεινά για την εκπαίδευση και για τη χώρα, και ακόμα και σήμερα, αν κάποιος μου πει ότι η παιδεία άρχισε να παρακμάζει από το 1982 επειδή καθιερώθηκε το μονοτονικό ή από το 1976 επειδή καθιερώθηκε η δημοτική, μπορεί να απαντήσω ότι η αληθινή υδροκριτική γραμμή είναι πριν και μετά τη θέσπιση των Πανελλήνιων εξετάσεων. Χαζομάρα βέβαια, αφού τα φαινόμενα αυτά δεν εξαρτώνται από έναν μόνο παράγοντα, αλλά εκείνοι άρχισαν πρώτοι.
Όσο για τα παιδιά που δίνουν, είτε αύριο είτε όποτε αρχίσουν οι εξετάσεις, καλή τους επιτυχία -τα δύσκολα αρχίζουν μετά.

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Ένα φροντιστηριακό φυλλάδιο της δεκαετίας του '70

Ένα φυλλάδιο γνωριμίας με το Φροντιστήριο των Αθαν. Μπασογιάννη  - Μιχάλη Παπαδόπουλου, στα Γιάννενα, τα μέσα της δεκαετίας του 70.
Το φυλλάδιο περιέχει από ένα πρόβλημα Γεωμετρίας, Άλγεβρας, Τριγωνομετρίας, Φυσικής, Χημείας, Απειροστικού Λογισμού, υποδειγματικά λυμένα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μέθοδος λύσης προβλημάτων Γεωμετρίας, μια και ο ρέκτης μαθηματικός Αθανάσιος Μπασογιάννης θεωρούνταν ένας άλλος Ντάνης.
Ακολουθεί πίνακας των πολλών επιτυχόντων μαθητών -τριών του Φροντιστηρίου στις εισαγωγικές εξετάσεις του 1975 και τα σχετικά θριαμβευτικά σχόλια.