Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχολική αίθουσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχολική αίθουσα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Ω τα χρυσά που φύγαν νειάτα, με πόσα όνειρα ήταν γεμάτα!


Το τέλος της σχολικής χρονιάς 2009-10 σημαδεύτηκε αναμφίβολα από την αθρόα αύξηση των αιτήσεων συνταξιοδότησης των εκπαιδευτικών, που ξεπέρασε τις αρχικές εκτιμήσεις του αρμόδιου Υπουργείου. Προφανώς, το κλίμα σύγχυσης και αβεβαιότητας που επικράτησε όλο το προηγούμενο διάστημα, οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες και τα αντικρουόμενα μηνύματα αναφορικά με τις ρυθμίσεις του ασφαλιστικού συστήματος “έδειξαν” την πόρτα της εξόδου σε 11.466 εκπαιδευτικούς, αριθμό υπερδιπλάσιο συγκριτικά με την περσινή χρονιά.

Αν συνεκτιμηθεί ο πενιχρός αριθμός διορισμών μονίμων και αναπληρωτών εκπαιδευτικών, στις οποίες θα προβεί φέτος το Υπουργείο Παιδείας, οι οιωνοί για τη νέα χρονιά δεν είναι ευνοϊκοί. Η ηγεσία και οι υπηρεσίες του Υπουργείου έχουν εναποθέσει τις ελπίδες για λύση του γόρδιου δεσμού στην επανάκαμψη στα σχολεία 5.000 περίπου αποσπασμένων εκπαιδευτικών, στη δυνατότητα μετακινήσεων όσων πλεονάζουν ακόμη και εκτός ορίων ΠΥΣΠΕ / ΠΥΣΔΕ / Περιφερειακής Διεύθυνσης, καθώς και στις πιθανές ανακλήσεις αιτήσεων συνταξιοδότησης. Σημειωτέον, ότι η δυνατότητα για ανακλήσεις έχει καταληκτική ημερομηνία την 20ή Αυγούστου 2010, σύμφωνα με σχετική εγκύκλιο του Υπουργείου.

Αυτή είναι η εικόνα στο μακροεπίπεδο, κοιτώντας δηλαδή τα πράγματα από ψηλά. Όμως θα ήθελα να σταθώ λίγο περισσότερο στο θέμα της συνταξιοδότησης, μιας και – όπως φαίνεται – σύντομα θα αποτελεί απατηλό όνειρο, αντικείμενο έρευνας για τον ιστορικό του μέλλοντος, μια θολή ανάμνηση των εργασιακών δικαιωμάτων που είχαν κάποτε οι άνθρωποι. Προσεγγίζοντας το θέμα από μία πιο συναισθηματική πλευρά, νομίζω πως η αποχώρηση από τον εργασιακό βίο συνοδεύεται από αντικρουόμενα συναισθήματα. Από τη μια, αισθάνεται κανείς απελευθερωμένος από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη δουλειά του. Από την άλλη, η συγκίνηση για τα χρόνια που πέρασαν είναι λογικά αναπόφευκτη. Η αναπόληση του παρελθόντος μαζί με κάποιες σκέψεις για το ενδεχόμενο να βρεθεί στο περιθώριο της ζωής, τον τρομοκρατούν. Η φράση απόμαχος της ζωής δεν είναι και η πλέον σαγηνευτική. Ασφαλώς, ο βαθμός στον οποίο συμπλέκονται τα συναισθήματα χαράς και λύπης ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ενδεχομένως, δε, να υπάρχει μια διαφοροποίηση μεταξύ ανδρών και γυναικών ως προς αυτό το σημείο. Καθώς η γυναίκα εξακολουθεί να έχει σε μεγάλο βαθμό τη φροντίδα του σπιτιού, η αποχώρηση από το επάγγελμα την απαλλάσσει από ένα σημαντικό φορτίο εργασίας. Συνεπώς, είναι περισσότερο πιθανό η αποχώρηση της γυναίκας από το πεδίο του επαγγέλματος να δημιουργεί ευχάριστα συναισθήματα.

Συνομιλώντας με λίγους υποψηφίους συνταξιούχους και παρατηρώντας πολύ περισσότερους εξ αυτών, προσπάθησα να διακρίνω στα λόγια και τις εκφράσεις του προσώπου τους σημεία πρόσβασης στον κόσμο των συναισθημάτων τους. Η Ε. μου έλεγε πόσο αποκαρδιωμένη αισθανόταν από τη διάχυτη έλλειψη πειθαρχίας στις τάξεις μεγάλου σχολείου της πόλης. Δεν έκρυβε την ανυπομονησία της να βγει στη σύνταξη. Αν υπάρχει μια φράση που θα μπορούσε να περιγράψει την κατάστασή της, αυτή πιστεύω πως θα ήταν “εργασιακή εξουθένωση”. Η Σ. επεσήμανε πως η παραίτηση από την υπηρεσία ήταν μονόδρομος, λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα για το ασφαλιστικό. Ο Ι. αμφιταλλαντευόταν για το τί θα έκανε. Η καρδιά τού υπαγόρευε να μείνει, ενώ η λογική να αποχωρήσει. Όμως τόνιζε ξανά και ξανά πως είχε ετοιμάσει ένα πλάνο δραστηριοτήτων για τη φάση της συνταξιοδότησης. Ο Ε. δεν κατάφερε να κρύψει τη συγκίνησή του κατά την αποχώρηση. Τα δάκρυα σύντομα ανέβηκαν στα μάτια και ένας κόμπος εγκαταστάθηκε πεισματικά στο λαιμό, κάνοντας δύσκολη την εκφορά του λόγου.

Η θλίψη όμως δε χρειάζεται να παγιωθεί. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο που πολλοί συνάνθρωποί μας, όταν έγιναν συνταξιούχοι, απελευθέρωσαν τη δημιουργικότητά τους, κρυμμένα για πολλά χρόνια ταλέντα και χόμπυ βρήκαν τον τρόπο να “ανθίσουν”, περισσότερος και ποιοτικότερος χρόνος αφιερώθηκε στον εαυτό τους, στα παιδιά ή στα παιδιά των παιδιών τους ή σε άλλους σκοπούς που αξιολόγησαν ως σημαντικούς, ενώ και η συμβολή τους με το πολύτιμο κεφάλαιο της εμπειρίας και των γνώσεων αποδείχθηκε ουσιαστική. Συνεπώς, η αποχώρηση από ένα επάγγελμα δε σημαίνει παραίτηση από τη ζωή.
Κλείνοντας, δεν έχω παρά να ευχηθώ στους παραιτηθέντες συναδέλφους υγεία, δύναμη και κάθε καλό στη ζωή τους.
..........................................................

«Η δασκάλα» από τη μεγάλη κυρία των γραμμάτων της Κρήτης και ποιήτρια Σοφία Μαυροειδή - Παπαδάκη:

Η Δασκάλα.

Πόσες φορές αποτραβιέται
μοναχή, πέρα απ’ τα παιδιά
και πικραμένη συλλογιέται
όσα της σφίγγουν την καρδιά.
Ω τα χρυσά που έφυγαν νιάτα
μ’ όνειρα πόσα ήταν γεμάτα !

Προβιβασμός, υποτροφία,
κάποια της τύχης αλλαγή,
δύο τρία χρόνια υπηρεσία
κι’ ένας λεβέντης μιαν αυγή,
που θα την κλειούσε αρχόντισά του
Στο σπίτι του και στην καρδιά του.

Μάταν φτωχό το σπιτικό της
και καρτερούσαν να θραφούν
γονιοί κι’ αδέλφια απ’ το μιστό της
και χρέη παλιά να πλερωθούν.
Κι’ αυτός, μικρός, δεν εξαρκούσε
κι’ όλο πιο μπρος τον εξοφλούσε.

Έχει σβυστεί στο πρόσωπό της
κάθε της νιότης ομορφιά.
Κι’ όσα διδάσκει στο σκολειό της
δεν τα πιστεύει εκείνη πια.
Κι’ όλο και γίνεται η δασκάλα
πιο νευρική και πιο ασπρομάλλα.

Άλλες μαθήτριες παντρευτήκαν
άλλες, παιδάκια, εγίναν νιές
από τη μνήμη της σβυστήκαν
πόσες εδίδαξε γενιές.
Στη νιότη τους, π’ ανθεί και δένει,
μετράει τα χρόνια της θλιμμένη.

Κι’ όμως, στην έδρα της εκείνη,
για λευτεριά, για δικαιοσύνη,
διδάσκει πάντα και κηρύττει,
με ραγισμένη τη φωνή,
π’ όλο και βγαίνει πιο βραχνή
από το χρόνιο φαρυγγίτη.

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2010

Τυχερά τα κομπούτιερ, πάνε Σχολείο άμα γεράσουν.


Σχολεία χωρίς ψηφιακή μνήμη
Μερικές φορές τα σχολεία δεν χρειάζονται μόνο την ιστορική μνήμη, αλλά και τη μνήμη του μέλλοντος.
Οι απαρχαιωμένοι υπολογιστές στα δημοτικά των Ιωαννίνων καθιστούν στην ουσία τα νέα προγράμματα άχρηστα, αφού δεν μπορούν να τα «τρέξουν». Έτσι οι μικροί μαθητές βλέπουν σβηστές οθόνες και μια ευκαιρία να χάνεται.
Το e-school, το «Ηλεκτρονικό σχολειό» είναι μια διαδικτυακή εφαρμογή που υπό κανονικές συνθήκες, θα μπορούσε να επιδράσει αρκετά την εκπαιδευτική καθημερινότητα στο σχολείο. Προς το παρόν όμως στα Γιάννενα δεν μπορεί να το κάνει, γιατί οι περισσότεροι υπολογιστές που υπάρχουν στα δημοτικά του νομού δεν μπορούν να την… «τρέξουν».
Δεν έχουν την απαιτούμενη μνήμη γι αυτό, όχι… ιστορική, αλλά ψηφιακή. Για την ακρίβεια, οι εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να εγκαταστήσουν καν την εφαρμογή, καθώς το «πακέτο» που κλήθηκαν να μεταφορτώσουν από το ίντερνετ χρειάζεται τουλάχιστον ένα gigabyte μνήμης RAM. Τα δημοτικά σχολεία διαθέτουν στην συντριπτική τους πλειοψηφία υπολογιστές 8 και 9 χρόνων, όταν δηλαδή το 1gb RAM στους υπολογιστές φάνταζε περίπου όπως το ιδιόκτητο τρισδιάστατο σινεμά σήμερα. Επίσης, σε αρκετές περιπτώσεις οι σημερινές «μνήμες» είναι ασύμβατες με τους προ οκταετίας υπολογιστές που υπάρχουν στα σχολεία.
Το e-school είναι μια εφαρμογή με πολλές προεκτάσεις: Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην διδακτική διαδικασία, μπορεί όμως να βοηθήσει και στη γραμματειακή υποστήριξη και «οριζόντια» διασύνδεση των σχολείων. Αν φυσικά βρεθεί υπολογιστής που να την «τρέξει». Ένα τέτοιο πρόβλημα έχει και το 1ο δημοτικό στο Καπλάνειο, όπου ο διευθυντής του Θόδωρος Τζαρούχης περιμένει την… αναβάθμιση μνήμης για να χρησιμοποιήσει το πρόγραμμα. «Έχουμε έξι μηχανήματα στο εργαστήρι, εδώ και 8-9 χρόνια. Όταν χαλάνε, μας λένε οι τεχνικοί ότι είναι πιο συμφέρον να τα αντικαταστήσουμε, παρά να τα φτιάξουμε» τονίζει. Δεν έχει και άδικο, καθώς πλέον οι αναβαθμίσεις στους υπολογιστές έχουν «ευτελιστεί» αρκετά με τους γρήγορους ρυθμούς που ανανεώνονται τα μοντέλα και οι τεχνολογίες. Ωστόσο, για κάθε αγορά χρειάζονται χρήματα, που τα σχολεία θα κληθούν να αναζητήσουν σε μια γενικώς δύσκολη οικονομική περίοδο. Αυτή την περίοδο, η δεύτερη δόση των χρημάτων των σχολικών επιτροπών έχει καθυστερήσει ήδη.
Από αυτά τα χρήματα όμως, τα σχολεία πρέπει να εξοφλήσουν πιο ζωτικές τους ανάγκες από τους υπολογιστές.

Οι πιθανές λύσεις
Ίσως όμως τα σχολεία που έχουν μικρότερα εργαστήρια, με λιγότερους υπολογιστές, να μπορούν να κάνουν κάτι. Ο διευθυντής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης Γρηγόρης Τζίμας τονίζει στον «Η.Α.» ότι θα μπορούσαν οι σχολικές επιτροπές να διαθέσουν κάποια ποσά τουλάχιστον για την απαιτούμενη αναβάθμιση της μνήμης. Ούτως ή άλλως οι τιμές στην αγορά δεν είναι μεγάλες για μια ή δύο επεκτάσεις μνήμης. «Στα μεγάλα σχολεία όμως, χρειάζεται προγραμματισμός. Πρέπει να πάμε στις δημοτικές επιτροπές παιδείας για να ζητήσουμε κάποια αύξηση» συνεχίζει ο κ. Τζίμας.
Τι γίνεται όμως με αυτόν ακριβώς τον «προγραμματισμό»; Μέχρι στιγμής, δίνεται βάρος κυρίως στην προσωπική εμπειρία των μαθητών, είτε με επιδοτήσεις αγοράς φορητών υπολογιστών από ευρωπαϊκά προγράμματα, είτε με δωρεάν παροχή στους αριστεύσαντες, αλλά στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τα σχολεία από την άλλη, συχνά καταφεύγουν στα «ίδια μέσα» όπως οι πρωτοβουλίες των συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων ή οι επαφές με την ιδιωτική πρωτοβουλία γενικώς (δωρεές από οργανισμούς κ.λπ.) προκειμένου να εξοπλίσουν τα εργαστήρια πληροφορικής και να δοθεί μια εναλλακτική και υποβοηθητική εκπαιδευτική μέθοδος στους μαθητές.

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

Σχολική τάξη από μάρμαρο

Το μουσείο που φιλοξενεί έργα κυρίως του γιαννιώτη γλύπτη, αλλά και δημιουργήματα των μαθητών του στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, στεγάζεται στους χώρους του σχολείου στο Ελληνικό, εκεί που ήταν μαθητής και ο ίδιος ο καλλιτέχνης.
Αυτό το σημείο, της επιστροφής του στο γενέθλιο τόπο με τα έργα του, τονίστηκε ιδιαίτερα στα χθεσινά εγκαίνια στα οποία παραβρέθηκαν κυριολεκτικά οι πάντες.
Από το μητροπολίτη Ιωαννίνων Θεόκλητο και τον υφυπουργό εθνικής Άμυνας Κώστα Τασούλα, τους βουλευτές Ιωαννίνων του ΠΑΣΟΚ Βαγγέλη Αργύρη και Μιχάλη Παντούλα, τις πρυτανικές αρχές του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ο πρύτανης Γιάννης Γεροθανάσης και ο αντιπρυτανης Γιώργος Παπαγεωργίου, ο αναπληρωτής πρέσβης της Γερμανίας στην Ελλάδα Γκι ντε λα Κρουά, η ιστορικός τέχνης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, ο πρύτανης της ΑΣΚΤ Τριαντάφυλλος Πατρασκίδης, ο πρόεδρος της Πανηπειρωτικής Κώστας Αλεξίου και φυσικά, οι οικοδεσπότες:

Ο δήμαρχος Κατσανοχωρίων Βασίλης Χήτας, ο δήμαρχος Παμβώτιδας Βαγγέλης Πήχας, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Παναγιώτης Νούτσος και ο γλύπτης, Θόδωρος Παπαγιάννης. Λίγο αργότερα έφτασε ο νομάρχης Αλέκος Καχριμάνης και το δήμο Ιωαννιτών εκπροσώπησε ο Δημήτρης Ζώης. Επίσης, παραβρέθηκαν οι τέως δήμαρχοι Ιωαννιτών Φίλιππας Φίλιος, Λευτέρης Γκλίναβος και Τάσος Παπασταύρος, ενώ παρών ήταν και ο δήμαρχος του Ελληνικού, στην Αθήνα.

Οι ομιλίες ήταν αρκετές και εκτάθηκαν από καλλιτεχνικά μέχρι και πολιτικά πεδία.

Ο δήμαρχος Κατσανοχωρίων για παράδειγμα δεν παρέλειψε να πει ότι «εδώ, ό,τι μας προσφέρουν το αξιολογούμε. Όταν μας αδικούν, αγωνιζόμαστε», αναφερόμενος στην υπόθεση της χωροθέτησης του ΧΥΤΑ δίπλα στο Ελληνικό.

Στη συνέχεια, ο κ. Νούτσος ξεκίνησε τη δική του παρουσίαση, στο οικείο του ύφος, με μια αναφορά στον Χιουμ και τονίζοντας στη συνέχεια ότι το μουσείο, είναι αποκλειστικά «έργο Παπαγιάννη», από τη σύλληψη ως την ολοκλήρωσή του, ενώ είπε ακόμη πως η τοπική αυτοδιοίκηση αγκάλιασε το έργο. «Είναι μια μορφή ευεργεσίας» συνέχισε ο κ. Νούτσος, για να καταλήξει λέγοντας ότι εξυπηρετεί «την ανάγκη γείωσης και απογείωσης από την πραγματικότητα».

Στη συνέχεια, το λόγο πήρε η ιστορικός τέχνης Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, ιστορικό τέχνης και καθηγήτρια στην ΑΣΚΤ, για να μιλήσει για την αποστολή τη ς γλυπτικής ως τέχνη «του δήμου, της πολιτείας, που εκφράζει καλύτερα από κάθε άλλη τους δημοκρατικούς θεσμούς».

Η κα Λαμπράκη-Πλάκα, μιλώντας για τον καλλιτέχνη συμπλήρωσε πως «έχει πάθος» και έκανε μια εκτενή αναφορά σε μια σειρά έργα του, φτιαγμένα από «ιδιαίτερα» υλικά, όπως για παράδειγμα τα δοκάρια από την καμένη πρυτανεία του Πολυτεχνείου στην Πατησίων. Μίλησε επίσης για την εκτός Ελλάδας υπόσταση του έργου του Παπαγιάννη ο αναπληρωτής πρέσβης της Γερμανίας στην Ελλάδα Γκι ντε λα Κρουά, τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι η φήμη του ξεπερνάει τα όρια της πατρίδας του, αλλά τώρα, που τη βλέπει αυτός από κοντά, διαπιστώνει «από πού αντλεί ο Θόδωρος τη δύναμή του».

Ο κ. ντε λα Κρουά, παραλλήλισε τη δημιουργία του γλύπτη με το μύθο της γέννησης των Τιτάνων, με τη σπορά των βράχων και κατέληξε «είναι τιμή μου να αποκαλώ αυτό τον άνθρωπο φίλο μου».

Για το έργο του γλύπτη, αλλά και καθηγητή Παπαγιάννη, μίλησε και ο πρύτανης της ΑΣΚΤ κ. Πατρασκίδης.

Τελευταίος στη σειρά, μίλησε ο ίδιος ο καλλιτέχνης, φανερά συγκινημένος: «Το μουσείο είναι για τον κόσμο και δεν υπάρχει, αν δε το δει ο κόσμος. Ευχαριστώ όσους βοήθησαν. Είναι το μουσείο των ταπεινών, των βοσκών, των χωριανών μου…».