Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτο(γ)ραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φωτο(γ)ραφή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

σκιά ωστόσο

_

 photo by©Katerina Konstantinidou


Απρόσκλητος επισκέπτης το φως
διεκδίκησε ευθαρσώς μία θέση
στον σκοτεινό μου τόπο
Μια προσωρινή παρουσία
μια φωτεινή διαύγεια
έδωσε στο γαλάζιο παρόν μου,
μια, μουσικής σύνθεσης, παύση
Δεν ρώτησε
Δεν απάντησα
Τη σιωπή του μυστικού μοιράστηκε
και κρατώντας την ανάσα του
στην άκρη του κανεπέ κοντοστάθηκε
Παλινδρόμηση αδυναμίας διέκρινα
Ξεσήκωσα τα μαξιλάρια του καναπέ
να κάνω χώρο να καθήσει
Μα δεν κάθησε
παρά στη δύση του
άφησε την τελευταία Αχτίδα
την τελευταία Σκιά

«Στάσου λίγο ακόμα
έχουμε πολλά να μοιραστούμε
Αν φύγεις
θα μείνει η κάμαρα αφώτιστη
τα μαξιλάρια θα βρουν και πάλι τη θέση τους στον καναπέ
κι εκεί, πάνω τους θα γύρω το κεφάλι μου ξανά
να πέσω να πλαγιάσω»

Τίποτε άλλο, παρά
μια επανάληψη του ίδιου ονείρου


by ©K.K


_



Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

Να Προσέχεις το βλέμμα


Να Προσέχεις το βλέμμα

Της θύμιζε κατά τις συνεδρίες τους εκείνο το ωραίο του Νίτσε: «Μ’ αρέσει εκείνος που η ψυχή του είναι πιο βαθιά απ’ την πληγή του». Να δουλέψουμε με τις πληγές μας αλλά να μην τις γλείφουμε∙ κινδυνεύουμε να διαστρέψουμε τις ηδονές μας. Η ψυχή είναι πανίσχυρη. Μην κολλάς! Μην κολλάς ούτε στην ψυχανάλυση, προορίζεται μονάχα για τις πληγές, για την ψυχή σου θα προχωρήσεις πιο πέρα, στην πνευματική περιπέτεια. Για να σου δώσω να καταλάβεις, είναι σαν να πηγαίνεις σε έναν ορθοπεδικό γιατί έσπασες το πόδι σου. Ο ορθοπεδικός θα σου γιατρέψει το κάταγμα, δε θα σου μάθει όμως ούτε να βαδίζεις, ούτε ποιο δρόμο θα περπατήσεις, ούτε πολύ περισσότερο τον προορισμό. Η ευθύνη σου είναι αμεταβίβαστη. Αν κάτσεις εκεί να σου χαϊδεύουν, να σου κάνουν μασάζ στο σπασμένο πόδι σου, θα ατροφήσεις, θα μείνεις ακίνητη. Ο δρόμος είναι αποκλειστικά δικός σου. Πολύ δύσκολο αυτό αλλά τίποτα σαγηνευτικότερο. Ετοιμάσου να με εγκαταλείψεις πριν παραλύσεις στο ντιβάνι μου. Να μην εμπιστεύεσαι με την πρώτη τα συναισθήματά σου, ούτε αγαπώ, ούτε δεν αγαπώ να λες εύκολα. Τα ένστικτα ξέρουν θαυμάσια να προσποιούνται πως είναι συναισθήματα ή να εκλογικεύουν την παρουσία τους με δήθεν πνευματικές ιδέες. Μην νομίζεις καν ότι συμπονάς τον άλλον όσο νομίζεις. Πάρα πολλές φορές συμπονούμε από ταύτιση, όχι από ανθρωπιά. Παίρνουμε το δράμα του άλλου μέσα μας, φανταζόμαστε πως είμαστε εμείς που μας συμβαίνει και μ’ αυτή τη μετάθεση υποφέρουμε επειδή υποφέρουμε για μας. Συχνά δηλαδή η λύση για κάποιον είναι αυτολύπη. Θέλω να πω δεν είναι ο άλλος το θέμα της στενοχώριας μας, αιτία είναι η ιδέα μας ότι ίσως συμβεί αυτό σε μας και προληπτικά το ζούμε. Πάλι ο εγωκεντρισμός κάνει παιχνίδι, πολύ δύσκολα συμπάσχουμε με τα παθήματα του όντως άλλου, πάρα πολύ δύσκολα τον καταλαβαίνουμε. Πώς να σου το πω; Δε γίνομαι εγώ εσύ, κάνω εσένα εγώ…Εκείνο που έλεγαν οι αρχαίοι, πως «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», στην πραγματικότητα των συναισθημάτων, εγώ σου λέω πως μέτρον πάντων: Εγώ. Ο πλησίον είναι τρομερά απόμακρη γη. Για να μη σου πω ανύπαρκτη…Η ουτοπία του άλλου! Μακάρι, και πιθανόν να υπερβάλλω.

Άλλο μετουσιώνω ένα πάθος μου, άλλο το εκλογικεύω. Η μετουσίωση είναι αγώνας και κάποτε υπέρβαση, η εκλογίκευση είνα πρόφαση εν αμαρτίαις. Μην κρίνεις από τις πράξεις αυτές καθαυτές, δεν εξηγούν πάντα την ουσία τους. Να γυρεύεις την κρυμμένη πρόθεση, εκεί υπάρχει η εντιμότητα, η καθαρότητα ή όχι της καρδιάς. Ένας υπέρμετρα εγωιστής μπορεί να διαλέξει για επίδειξη το ρόλο αγίου. Να ζει με σκληρή άσκηση, να κινείται με εντυπωσιακή ευσέβεια, να μοιράζει περιουσίες στην ελεημοσύνη. Όμως σκοπός του δεν είναι η συμπόνοια, είναι η προβολή, η επίδειξη, ένας αυτοθαυμασμός∙ ένας θρίαμβος στον δικό του κύκλο.

Να προσέχεις. Να προσέχεις το βλέμμα περισσότερο απ’ τα λόγια.


Μ. Βαμβουνάκη, Κυριακή απόγευμα στη Βιέννη (Εκδ. Ψυχογιός) – απόσπασμα


*

 

Σάββατο 25 Ιουνίου 2016

Βλέμμα(γ..:regard – α: gaze)





Οι πρώτες παρατηρήσεις του Lacan σχετικά με το βλέμμα εμφανίζονται κατά τον πρώτο χρόνο του σεμιναρίου του (Lacan, 1953-4), με αναφορά στη φαινομενολογική ανάλυση «του βλέμματος» από τον Jean –Paul Sartre (το γεγονός ότι στις αγγλικές μεταφράσεις του Sartre  και του Lacan χρησιμοποιούνται διαφορετικοί όροι συσκοτίζει το γεγονός ότι και οι δύο χρησιμοποιούν τον ίδιο όρο στα γαλλικά –le regard ). Για τον Sartre, το βλέμμα είναι εκείνο που επιτρέπει στο υποκείμενο να αναγνωρίσει ότι και Άλλος είναι υποκείμενο : « η θεμελιακή μου σύνδεση με τον Άλλο-ως-υποκείμενο πρέπει να είναι σε θέση να συσχετισθεί με την μόνιμη δυνατότητά μου να γίνομαι ορατός από τον Άλλον» (Sartre, 1943: 256- η μέμφαση από το πρωτότυπο). Όταν ξαφνιάζεται από το βλέμμα του Άλλου, το υποκείμενο αισθάνεται ντροπή (Sartre,1943:261). Σε αυτή τη φάση ο Lacan δεν αναπτύσσει τη δική του έννοια του βλέμματος,και μοιάζει να συμφωνεί γενικά με τις απόψεις του Sartre πάνω στο θέμα αυτό (Σ1,215). Βρίσκει ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα την άποψη του Sartre ότι το βλέμμα δεν αφορά κατ’ ανάγκη το όργανο της όρασης:

Εκείνο φυσικά που τις περισσότερες φορές φανερώνει ένα βλέμμα είναι η σύγκλιση δύο οφθαλμικών βολβών στην κατεύθυνσή μου. Το βλέμμα όμως εμφανίζεται το ίδιο καλά και όταν υπάρχει ένα θρόισμα των κλαδιών, ή ο ήχος ενός βήματος ακολουθούμενος από σιωπή, ή το ελαφρύ άνοιγμα ενός πατζουριού, ή η ανάλαφρη κίνηση μιας κουρτίνας.(Sartre, 1943:257)


Μόνο το 1964, με την ανάπτυξη της έννοιας του OBJET PETIT A ως αιτίου της επιθυμίας, αρθρώνει ο Lacan την δική του θεωρία για το βλέμμα, μια θωρία που διαφέρει αισθητά από εκείνην του Sartre (Lacan, 1964a). Ενώ ο Sartre δεν διαχώριζε το βλέμμα από την πράξη του κοιτάγματος, ο Lacan τώρα τα ξεχωρίζει : το βλέμμα καθίσταται αντικείμενο της πράξης του κοιτάγματος, ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, αντικείμενο της σκοπικής ορμής. Το βλέμμα επομένως, για τον Lacan, δεν εντοπίζεται στην πλευρά του υποκειμένου: πρόκειται για το βλέμμα του Άλλου. Και ενώ ο Sartre είχε συλλάβει μια ουσιώδη αμοιβαιότητα ανάμεσα στο να βλέπει κανείς τον Άλλον και να βλέπεται-από-αυτόν, ο Lacan συλλαμβάνει την αντινομική σχέση μεταξύ  βλέμματος και ματιού : το μάτι που βλέπει είναι εκείνο του υποκειμένου, ενώ το βλέμμα βρίσκεται από την πλευρά του αντικειμένου, και δεν υπάρχει σύμπτωση ανάμεσα στα δύο, από τη στιγμή που  «Δεν με κοιτάς ποτέ από τον τόπο στον οποίο σε βλέπω» (Σ11,103). Όταν το υποκείμενο κοιτάζει ένα αντικείμενο, το αντικείμενο ήδη ανταποδίδει το βλέμμα πίσω στο υποκείμενο, αλλά από ένα σημείο στο οποίο το υποκείμενο δεν μπορεί να το δει. Ο διαχωρισμός αυτός ανάμεσα στο μάτι και βλέμμα δεν είναι παρά ο ίδιος ο υποκειμενικός διχασμός, όπως εκφράζεται στο πεδίο της όρασης.


Η έννοια του βλέμματος υιοθετήθηκε από την ψυχαναλυτική κριτική του κινηματογράφου κατά τη δεκαετία του 1970 (βλ. σχετικά Metz, 1975) ιδίως δε από φεμινίστριες κριτικούς (βλ.Mulvey, 1975-Rose,1968). Εντούτοις, πολλοί σχολιαστές συγχώνευσαν τη λακανική έννοια του βλέμματος με την ιδέα του βλέμματος όπως αναπτύσσεται από τον Sartre, αλλά και με άλλες ιδέες πάνω στο ζήτημα της όρασης, όπως οι θέσεις του Foucault για τον πανοπτικισμό. Επομένως μεγάλο μέρος της λεγόμενης «λακανικής θεωρίας του κινηματογράφου» έχει πέσει θύμα εννοιολογικής σύγχυσης(βλ. Joan Cpjec,1989). Bλ. επίσης Jay (1993).


πηγή : 
απόσπασμα από το "Εισαγωγικό Λεξικό της Λακανικής Ψυχανάλυσης " 
του Dylan Evans 
σε μετάφραση Γιάννη Σταυρακάκη



__

επιμέλεια Carina
Φωτογραφία: ©Κωνσταντινίδου Κατερίνα

Κυριακή 24 Απριλίου 2016

Αγάπη

 *
Photo by ©Katerina Konstantinidou-Αγάπη




Λέξη ορφανή,
περιφερόμενη από στόμα σε στόμα
λαχανιάζει αναζητώντας το ίχνος 
στην πορεία μιας συνεχούς πτώσης 
στην μαύρη τρύπα αυτού του κόσμου
που καταλήγει στον αόρατο τόπο καταγωγής της.
Πες με "αγάπη"
κι εγώ θα ξεσκεπάσω κάθε φθορά 
θα ξύσω κάθε χρώμα που έβαφα για να την καλύψω
κάθε σκοτεινό σημείο θα φωτίσω 
να δω πώς είναι όταν χάνεται το σκοτάδι
κάθε τοξοειδή διαγραφή θα περισώσω
που κάνει την αγάπη να κόβεται στα δύο


© Carina - Κ.Κ.
 
*

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

ΛΑΚΑΝΙΑΔΑ - ii. Ο Σωσίας

Photo by ©Katerina Konstantinidou

2. ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΓΩ


ii. Ο Σωσίας

Οι αρχαίοι ελληνικοί και ρωμαϊκοί μύθοι δεν ήταν εγωϊκοί- λέγει ο Λακάν. Ωστόσο, οι κωμικοί ποιητές κατόρθωσαν να αναδείξουν τη ναρκισσικστική διάσταση στα έργα τους. Ιδιαίτερα ο Λακάν αναφέρεται στο θεατρικό τέχνημα του αναδιπλασιασμού της εικόνας που σχησιμοποίησε ο Πλαύτος.

Ο Δίας ορέχτηκε μια θνητή, τη γυναίκα του βασιλιά Αμφιτρύωνα, την Αλκμήνη. Παίρνει λοιπόν τα χαρακτηριστικά του συζύγου της και πηγαίνει να τη βρει στο παλάτι των Θηβών. Μαζί του παίρνει και τον πιστό του ακόλουθο τον Ερμή, που μεταμορφώνεται στον υπηρέτη του Αμφιτρύωνα, τον Σωσία για να του «κρατάει φανάρι».

Η Ακμήνη εκλαμβάνει τον Δία ως το σύζυγό της και συγκινημένη από την ανδρεία που υποτίθεται ότι έδειξε στη μάχη, του χαρίζει μιαν αξέχαστη ερωτική νύχτα. Ο Ερμής, με τη μορφή του Σωσία, φυλάει «τσίλιες» στις πόρτες του παλατιού, ώσπου καταφθάνει ο αληθινός υπηρέτης του Αμφιτρύωνα, ο αληθινός Σωσίας, για να αναγγείλει στην κυρά τον ερχομό του αφέντη του.

Ακολουθεί η αντιπαράθεση του Σωσία με τον όμοιό του (τον Ερμή που φέρει τη μορφή του και σφετερίστηκε τη λειτουργία του). Ο Λακάν χρησιμοποιεί το λατινικό πρωτότυπο του Πλαύτου και δύο γαλλικές διασκευές του Μολιέρου και του Ζιρωντού. Εμείς εδώ -επειδή δεν έχουμε παρά μονάχα τρία στοιχεία να αναδείξουμε- θα αρκεστούμε μονάχα στην εκδοχή του Μολιέρου.

Φτάνει λοιπόν ο υπηρέτης στο παλάτι και συναντά τον όμοιό του (τον ψεύτικο Σωσία, τον Ερμή) που βγαίνει από κει για να τον διώξει:

«Τον φλύαρο αυτό ας διώξουμε από δω.
»Για να μην ενοχλήσει το ζευγάρι που γεύτεται την ηδονή μες στο παλάτι».

Τί κάνει λοιπόν αυτός ο άλλος εαυτός μόλις συναντά τον Σωσία; Θέλει να τον βγάλει έξω από το παιγνίδι και τον κάνει «εκτός εαυτού».
Στην αντιπαράθεση των δύο ομοίων -του πρωτότυπου και του ειδώλικού Σωσία, το Εγώ καταρχήν παρουσιάζεται ελεύθερο και αγέρωχο, μέσα από διαφοροποιημένες ιδανικές εικόνες.

Ερμής: Ποιός είναι εκεί;
Σωσίας: Εγώ.
Ποιος εγώ;
Εγώ, κάνε κουράγιο, Σωσία.

(Ο Λακάν σχολιάζει την προτροπή του Εγώ στον εαυτό του. Κουράγιο, βέβαια, του χρειάζεται, επειδή όντας ο αυθεντικός Σωσίας δεν μπορεί να είναι ήσυχος. Αντίθετα, ο υποκριτής ξέρει περισσότερο -ή νομίζει ότιι ξέρει περισσότερο -τι του γίνεται).
 
Ποια είναι η μοίρα σου;
Να είμαι άνθρωπος και να μιλώ.

(Λακάν:Να κάποιος που δε συχνάζει στα σεμινάρια, φέρει όμως το σήμα κατατεθέν.)
 
Είσαι κύριος ή υπηρέτης;
Είμαι ό,τι θέλω.
Πού σε πάνε τα βήματά σου;
Όπου θέλω να πάω...


Καταλαβαίνουμε όμως ότι αυτές οι εικόνες ελευθερίας (ό,τι θέλω είμαι) «τραβιούνται» εδώ κι εκεί από τα διάφορα ιδανικά της στιγμής. Ο Λακάν μάλιστα δείχνει ότι η εικόνα του Εγώ επιφορτίζεται από διάφορα καθήκοντα που του αναθέτει το υπερεγώ, αλλά δε χρειάζεται να επιμείνουμε.

Κατά δεύτερο λόγο, η εικόνα μπορεί να αποσπαστεί από το εγώ και να αρχίσει «να περπατάει από μόνη της». Για παράδειγμα, κάποιος περπατά καμαρωτός με το καινούργιο του κοστούμι, σκοντάφτει και πέφτει σε μια λακκούβα λάσπης. Μαζί με το καμάρι έχει χάσει πια και τον έλεγχο της «ωραίας» του εικόνας.

Στον Αμφιτρύωνα, αυτή η απόσπαση της εικόνας γίνεται με το θεατρικό τέχνημα του αναδιπλασιασμού, το οποίο παράγει επιτυχημένες κωμικές σκηνές. Μάλιστα, μετά το ξυλοκόπημά του από τον ψεύτικο Σωσία (τον Ερμή), ο αληθινός Σωσίας φτάνει να απαρνηθεί τα πάντα: τον εαυτό του, την εικόνα του, τη λειτουργία του: «Εντάξει, μη βαράς άλλο, κι εγώ δεν είμαι πια αυτό που είμαι». Το λατινικό κείμενο έχει σ'αυτό το σημείο εξαιρετικές διατυπώσεις.... Ο Ερμής, με το ξύλο, υποχρεώνει τον Σωσία να εγκαταλείψει την ταυτότητά του, το όνομά του... Εντούτοις, το Εγώ επανέρχεται διαρκώς στα... όχι δε θα με κάνεις άλλο από αυτό που είμαι· όχι, δε θα πάψω να είμαι δικός μας. Το λατινικό κείμενο υποδεικνύει θαυμάσια την αλλοτρίωση του Εγώ και στήριγμα που βρίσκει στο εμείς (...είμαι «δικός μας»...), δηλαδή την ενσωματάτωσή του σε μια τάξη όπου ο αφέντης τους είναι ένας μεγάλος στρατηγός» (σ. 308).

Στο μύθο η απόλαυση της γυναίκας και της ταυτότητας ανήκει στους θεούς. όπως το έθεσε αλλού ο Λακάν, η εντελής απόλαυση υποτίθεται  ότι είναι στο χώρο των θεών, δηλαδή στο χώρο του αδύνατου. Μονάχα στην Αλκμήνη επιτρέπεται μια φαντασιωτική απόλαυση - στην οποία ο Γερμανός ποιητής Κλάιστ με τη δική του εκδοχή του Αμφιτρύωνα έδωσε μια βαθιά και συγκινητική διάσταση. Από το Εγώ του κοινού ανθρώπου που αποκόπτεται πάντα (est excise) η δική του απόλαυση.

Αυτό μας δίνει μια πρώτη ιδέα για την πραγματική διάσταση των ορίων του Εγώ. Μια δεύτερη ιδέα μάς δίνει ο Λακάν μέσα από ένα μύθο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε (Τα γεγονότα στην περίπτωση του κυρίου Βάλντεμαρ).


ΛΑΚΑΝΙΑΔΑ
Τα σεμινάρια του Ζακ Λακάν 1953-1963
Μουσταφά Σαφουάν
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

_

by Carina