Οι τρεις διάδοχες θρησκευτικές εξουσίες στην Ελλάδα σηματοδοτούσαν βεβαίως τους τρεις αναβαθμούς του φιλοσοφικού στοχασμού των μακρινών εκείνων προγόνων μας. Είχαν όμως και ομαλή συνέχεια μεταξύ τους και πολλές αντιστοιχίες. Οι ολύμπιοι θεοί ήσαν 12, όπως 12 ήσαν και οι ουρανιώνες. Το επί κεφαλής ζεύγος των θεών Ουρανός-Γη μετεβλήθη σε Κρόνο-Ρέα και αργότερα σε Δία-Ήρα, πάντοτε δε ο άρρην θεός συμβόλιζε το Πνεύμα , την Βούλησι, τον «άρρενα Λόγον» του κόσμου, ενώ η θηλυκή θεότης την ύλη, την Μνήμη, την Μορφή. Η μητέρα Γη στο δωδεκάθεο του Ολύμπου αποδιδόταν αρχικά με την Ήρα (ίδιας ίσως ετυμολογικής προελεύσεως με την Ρέα), αλλά αργότερα τον ρόλο αυτό ανέλαβε η Δημήτηρ (Γη-Μήτηρ), οπότε η Ήρα άλλαξε συμβολισμό, αποδίδοντας το Θήλυ-Σύζυγο, την οικογενειακή σύντροφο και κατ’ επέκτασιν την οικογενειακή εστία – μετά απ’ αυτήν την μετατόπισι επεσκιάσθη φυσιολογικά η πανάρχαια θεά Εστία, η οποία συγχωνεύτηκε με την «Μεγάλη Μητέρα» Ρέα. Έτσι στην εποχή του Διός υποβαθμίστηκε βαθμηδόν η σημασία της Γης, αφού έπαψε να είναι ισόβαθμη με τον Δία θεά, ενώ αναβαθμίστηκε το άρρεν στοιχείο, το πνευματικό, το ολύμπιο.
Με την επικράτισι της ολυμπιακής θρησκεία, όμως μας λέγει ο Όμηρος, τα τρία παιδιά του Κρόνου και της Ρέα μοιράσθηκαν τον Κόσμο. Ο Ζεύς βασίλευσε στον Ουρανό, ο Ποσειδών στην Θάλασσα και ο Άδης στον Αέρα (το βασίλειο των νεκρών, αφού τα σώματά τους τότε εκαίοντο). Τα άλλα δύο μέρη του Κόσμου έμειναν κοινά για όλους : η Γη και ο «μακρός Όλυμπος». Αυτή η 5μερής σύστασι του Κόσμου είχε υποστή μεγάλη εμβάθυνσι και πολλή επεξεργασία από την αρχαία σκέψι όλων των εποχών. Τα 4 πρώτα αφορούν στις υπάρχουσες μορφές της ύλης, την στερεά, την αέρια, την υγρή και την ακτινοειδή (των quanta, λέγομε σήμερα). Αντίστοιχοι εποπτεύοντες θεοί ήσαν η Ρέα, ο Άδης, ο Ποσειδών και η Εστία. Εκεί ανάγονται τα σύμβολα του δίκρανου για τον Άδη, που ηγείτο της δεύτερης Ουσίας του κόσμου, της τρίαινας για τον Ποσειδώνα, που ηγείτο της τρίτης Ουσίας, αλλά καί του διαδήματος με τους τέσσερεις πύργους που έφερε η προϊσταμένη της τετάρτης Ουσίας Εστία. Το πέμπτο στοιχείο όμως του Κόσμου, το ολύμπιο (Ζεύς), δεν είναι υλικό. Κατά τον Πλάτωνα, υπάρχει η Γη, ο Αέρας, το Ύδωρ και το Πυρ (που δίδεται εξ ουρανού), ενώ η πέμπτη ουσία είναι υπεραισθητή, θεία, αυτή που διαπερνά τα πάντα. Με άλλη ερμηνεία, οι 5 Ουσίες του Κόσμου εκδηλώνονται στις 5 βαθμίδες της ζωής, την Άβιο, την Φυτική, την Ζωώδη, την Ανθρώπινη και την Θεία. Αυτήν ακριβώς την ολύμπια «πεμπτουσία του κόσμου» συμβόλιζε το πανάρχαιο Ε’, που υπήρχε στο ξύλινο αέτωμα του πρώτου δελφικού ναού (πριν καή το -548). Στους ύστερους χρόνους φαίνεται πως δεν κατανοούσαν πια αυτό το έμβλημα – άλλο το ανέφεραν σαν Ε και άλλοι σαν Ει – και γι’ αυτό η ερμηνεία του έμενε μυστηριώδης. Δόθηκαν ερμηνείες για την περίπτωσι του υποθετικού ει, γι’ αυτήν του ρήματος εἶ (δεύτερο πρόσωπο του ειμί), γι’ αυτήν του γράμματος Ε, γι’ αυτήν του απολύτου αριθμητικού 5 (πέντε) και άλλες. Μέχρι και το μινωικό σύμβολο (Bates) ή και … βαρβαρικό υπέθεσαν (Καραθεοδωρής). Την περίπτωσι όμως του τακτικού αριθμητικού (πέμπτος), παραδόξως δεν την ενετόπισαν (μολονότι ο Πλούταρχος ανεφέρθη στις «πέντε» ουσίες του κόσμου). Σ’ έναν όμως ναό αφιερωμένο στον θεό δεν θα υπήρχε όντως καταλληλότερο έμβλημα από το σύμβολο της πέμπτης συνιστώσης του κόσμου, της θείας – μιας συνιστώσης όμως, που ταυτόχρονα είναι και η συνισταμένη του. Διότι, σύμφωνα με τον Ορφισμό, όλες οι ουσίες του κόσμου είναι πράγματι παραλλάσσοντα σχήματα μιας και μοναδικής Ουσίας. «Ἕν δέ δέμας βασίλειον, ἐν ὦ τάδε πάντα κυκλεῖται, πῦρ καί ὕδωρ καί γαῖα καί αἰθήρ, νύξ τε καί ἧμαρ». Μία είναι κατά βάθος η Ουσία του κόσμου, η Θεία, η οποία σαν ύλη ιριδίζει στις άλλες τέσσερις μορφές. Ο Πλωτίνος δίνει άλλη παρομοίωσι : Μία είναι η Ουσία του κόσμου, η ψυχική, η οποία σαν φως αφήνει κάπου μια σκιά – αυτή είναι η ύλη! Όλα τα αισθητά σώματα είναι έμψυχα, όπου το αισθητό τους μέρος αποτελεί την σκιά της ψυχής τους. Επομένως, η ύλη δεν υπάρχει πράγματι! «Η ύλη είναι το στοιχείο της μηδαμινότητος που υπάρχει μέσα στα αισθητά όντα».
Με την εισαγωγή των Ολύμπιων θεών η θρησκευτική ενόρασι του ελληνικού κόσμου πλουτίσθηκε και ολοκληρώθηκε. Νέοι μεγάλοι θεοί, πνευματικοί ρυθμισταί των παγκοσμίων τυχών και των τυχών των ανθρώπων, συμπλήρωσαν το Ελληνικό Πάνθεο. Αυτή η πολυθεΐα του ελληνικού κόσμους ήταν που αργότερα θα κατακρινόταν και τα διαβαλλόταν. Η διάκρισι όμως μεταξύ Μονοθεϊσμού και Πολυθεϊσμού αποτελεί βεβαίως κατά βάσιν μια πλάνη της γήινης λογικής μας. Τα «ένας» και «πολλοί» είναι έννοια αριθμητική, που μικρή αξία έχει στον υπεραισθητό κόσμο.


