Του Αρη Χατζηστεφάνου
 
Διεθνή μέσα ενημέρωσης κάνουν ανοιχτά λόγο για μια μαφιόζικου τύπου αστική τάξη που ελέγχει την Ελλάδα στο πρότυπο των Ρώσων ολιγαρχών και της ιταλικής μαφίας. Αλήθεια, ποιος περίμεναν να κυβερνά τη χώρα; Το αόρατο χέρι του Ανταμ Σμιθ;
 
Δημοκρατία, έλεγε ο Αριστοτέλης, είναι το καθεστώς στο οποίο κυριαρχούν οι ελεύθεροι και φτωχοί, ενώ ολιγαρχία, όταν κυριαρχούν οι πλούσιοι και ευγενούς καταγωγής. Ο ορισμός είναι τόσο ξεκάθαρος ώστε είναι σχεδόν αδύνατο να τον ξεχάσεις. Στο πέρασμα των χρόνων, όμως, πολλοί ήταν οι πλούσιοι και ολιγάριθμοι που προσποιούνταν ότι δεν τους αρμόζει ο τίτλος του ολιγάρχη. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης ο όρος «ολιγάρχες» έφτασε να χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά για τους νέους επιχειρηματίες της Ρωσίας και του πρώην ανατολικού μπλοκ που θησαύρισαν σε διάστημα λίγων ημερών λεηλατώντας τη δημόσια περιουσία. Ο όρος επανήλθε στο καθημερινό λεξιλόγιο της Δύσης μετά την πραξικοπηματική ανατροπή της ουκρανικής κυβέρνησης από την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ.

Αυτό που ποτέ δεν αναφέρουν όμως τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης στη χώρα μας είναι ότι ο όρος χρησιμοποιείται κατά κόρον τα τελευταία χρόνια για να περιγράψει και την ελληνική οικονομική ελίτ. «Η ελληνική τραγωδία είναι οι ολιγάρχες-αρπακτικά» έγραφαν από τον Νοέμβριο του 2011 οι «Financial Times», συγκρίνοντας την κορυφή της ελληνικής αστικής τάξης με την Καμόρα – τη μαφία της Νάπολης. «Χρησιμοποιώντας τα υστερικά ΜΜΕ που ελέγχουν», συνέχιζε το άρθρο, «περιμένουν να κατασπαράξουν τη δημόσια περιουσία που ιδιωτικοποιείται». Ενα χρόνο αργότερα το γερμανικό περιοδικό «Stern» εντόπιζε τους Ελληνες ολιγάρχες στα πρόσωπα συγκεκριμένων επιχειρηματιών, όπως ο Μπόμπολας, ο Αγγελόπουλος, ο Βαρδινογιάννης, ο Λάτσης και ο Κόκκαλης. Για άλλη μια φορά γινόταν σύγκριση με τους Ρώσους ολιγάρχες και την ιταλική μαφία, ενώ οι συντάκτες δεν παρέλειπαν να αναφερθούν και στο παρελθόν συγκεκριμένων επιχειρηματιών, όπως λόγου χάρη τις φερόμενες σχέσεις του Κόκκαλη με τη Στάζι κ.ο.κ.

Το τελευταίο κρούσμα μάς έρχεται αυτό τον μήνα από το περιοδικό «Foreign Affairs» -τη βίβλο της αμερικανικής διπλωματίας- σε ένα άρθρο με τίτλο: «Η κακοδιοίκηση των ολίγων – Πώς οι ολιγάρχες κατέστρεψαν την Ελλάδα». Το άρθρο βρίθει από ανακρίβειες (παρουσιάζει τον ΣΥΡΙΖΑ σαν ένα «ακροαριστερό κόμμα [sic] που θέλει να εθνικοποιήσει τις τράπεζες [sic] και να βγάλει την Ελλάδα από το ΝΑΤΟ [sic]», περιλαμβάνει τερατώδη ψέματα («η Ελλάδα είχε πάνω από ένα εκατομμύριο δημοσίους υπαλλήλους»), ενώ αναπαράγει αυτολεξεί την κυβερνητική προπαγάνδα περί εξόδου από την κρίση («πρωτογενές πλεόνασμα», «επιτυχής έξοδος στις αγορές» κ.ο.κ). Ο συντάκτης του, μάλιστα, σε ένα κρεσέντο νεοφιλελευθερισμού εκφράζει την πικρία του για το γεγονός ότι οι δαπάνες υγείας ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν προς στιγμήν επί κυβερνήσεως Καραμανλή. Παρ’ όλα αυτά το κείμενο του «Foreign Affairs» παρουσιάζει στοιχεία για τους Ελληνες ολιγάρχες, που κανένας εχέφρων δημοσιογράφος δεν θα τολμούσε να αναπαραγάγει στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, εάν δεν ήθελε να απολυθεί σε διάστημα 24 ωρών. Για άλλη μια φορά παρελαύνουν τα ονόματα των Βαρδινογιάννη και Μπόμπολα, ενώ στους ολιγάρχες προστίθενται τώρα και ο Ψυχάρης και ο Σάλλας. Στο κείμενο, μάλιστα, επισημαίνεται ότι «η είσοδος της Ελλάδας στην Ε.Ε. το 1981 [εννοεί μάλλον στην ΕΟΚ]… δεν αποδυνάμωσε τις παραδοσιακές ιεραρχίες αλλά τις ενδυνάμωσε», προσφέροντας στους Ελληνες ολιγάρχες νέες πηγές ρευστότητας.