Του Ηρακλή Οικονόμου
Χάνοντας τον Τζίμη Πανούση, χάνουμε και τον καθρέφτη μας – τον μοναδικό που μας είχε απομείνει μες στο σπίτι.
Γιατί αυτή ήταν η βασική λειτουργία του· ήταν εκπληκτικός περφόρμερ, μεγάλος τραγουδιστής, ευφυέστατος τραγουδοποιός και συγγραφέας, αλλά πάνω απ’ όλα καθρέφτης.
Σε έναν πολιτισμό που έχει μάθει να ζει με λέξεις, αυτός αντιπαρέθετε την πραγματικότητα.
Αφαιρούσε απ’ αυτήν όλα τα ωραία διακοσμητικά στοιχεία που της φοράμε για να αντέχουμε τον εαυτό μας, και μας έδινε στο πιάτο τη βαθύτερη ουσία μας, ωμή.
Κι εμείς, εν μέρει από μαζοχισμό, εν μέρει από ναρκισσισμό, αν και δεν καταλαβαίναμε χριστό, μάθαμε να εκτιμούμε αυτόν που έμπαινε στον κόπο να μας τη σερβίρει.
Γι’ αυτό και τα τραγούδια του ήταν τόσο τραχιά και άβολα, τόσο λίγο «καλλιτεχνικά», γιατί γούσταρε να μας δίνει πραγματικότητα φάτσα κάρτα, χωρίς ντεκορασιόν.
Το μεγάλο πλεονέκτημα του Πανούση έναντι των άλλων ομότεχνών του ήταν καταρχήν φιλοσοφικό: ότι δεν έδινε καμία σημασία στην άποψη και στην εικόνα του υποκειμένου για τον εαυτό του. Ήταν υλιστής ο άνθρωπος, φιλοσοφικά, και αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα σαν κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από το τι νομίζουμε εμείς γι’ αυτήν. Και την ανθρώπινη ουσία την «έπιανε» πέρα από τους τίτλους και τους ρόλους που εφευρίσκουμε για να τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας, για να χτίζουμε ταυτότητα και να περνάμε καλά.
Δεν έχω αλλάξει. Και δεν πιστεύω ότι αλλάζουνε οι άνθρωποι. Απλώς κοιτάμε με μια ρομαντική (κακώς εννοούμενα ρομαντική) διάθεση το παρελθόν. Το αναπολούμε νοσταλγικά. Ο κόσμος είναι ο ίδιος, εγώ είμαι ο ίδιος… Ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέχρι 8-10 χρονών. Σου λέει «α, ο τάδε ήτανε Αριστερός και άλλαξε…». Δεξιός ήταν, από τότε που γεννήθηκε. Απλώς ήτανε μόδα η Αριστερά. Αυτό μου το είχε πει ο Διονύσης.
Ο Σαββόπουλος;
Χάνοντας τον Τζίμη Πανούση, χάνουμε και τον καθρέφτη μας – τον μοναδικό που μας είχε απομείνει μες στο σπίτι.
Γιατί αυτή ήταν η βασική λειτουργία του· ήταν εκπληκτικός περφόρμερ, μεγάλος τραγουδιστής, ευφυέστατος τραγουδοποιός και συγγραφέας, αλλά πάνω απ’ όλα καθρέφτης.
Σε έναν πολιτισμό που έχει μάθει να ζει με λέξεις, αυτός αντιπαρέθετε την πραγματικότητα.
Αφαιρούσε απ’ αυτήν όλα τα ωραία διακοσμητικά στοιχεία που της φοράμε για να αντέχουμε τον εαυτό μας, και μας έδινε στο πιάτο τη βαθύτερη ουσία μας, ωμή.
Κι εμείς, εν μέρει από μαζοχισμό, εν μέρει από ναρκισσισμό, αν και δεν καταλαβαίναμε χριστό, μάθαμε να εκτιμούμε αυτόν που έμπαινε στον κόπο να μας τη σερβίρει.
Γι’ αυτό και τα τραγούδια του ήταν τόσο τραχιά και άβολα, τόσο λίγο «καλλιτεχνικά», γιατί γούσταρε να μας δίνει πραγματικότητα φάτσα κάρτα, χωρίς ντεκορασιόν.
Το μεγάλο πλεονέκτημα του Πανούση έναντι των άλλων ομότεχνών του ήταν καταρχήν φιλοσοφικό: ότι δεν έδινε καμία σημασία στην άποψη και στην εικόνα του υποκειμένου για τον εαυτό του. Ήταν υλιστής ο άνθρωπος, φιλοσοφικά, και αντιλαμβανόταν την πραγματικότητα σαν κάτι που υπάρχει ανεξάρτητα από το τι νομίζουμε εμείς γι’ αυτήν. Και την ανθρώπινη ουσία την «έπιανε» πέρα από τους τίτλους και τους ρόλους που εφευρίσκουμε για να τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας, για να χτίζουμε ταυτότητα και να περνάμε καλά.
Δεν έχω αλλάξει. Και δεν πιστεύω ότι αλλάζουνε οι άνθρωποι. Απλώς κοιτάμε με μια ρομαντική (κακώς εννοούμενα ρομαντική) διάθεση το παρελθόν. Το αναπολούμε νοσταλγικά. Ο κόσμος είναι ο ίδιος, εγώ είμαι ο ίδιος… Ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέχρι 8-10 χρονών. Σου λέει «α, ο τάδε ήτανε Αριστερός και άλλαξε…». Δεξιός ήταν, από τότε που γεννήθηκε. Απλώς ήτανε μόδα η Αριστερά. Αυτό μου το είχε πει ο Διονύσης.
Ο Σαββόπουλος;










