Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικα θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνικα θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

3 Ιανουαρίου 2026

Ελληνική Ναυτική Ισχύς στη Στρατηγική Θεωρία: Mahan, Corbett και Σύγχρονο Ναυτικό Δόγμα

Αναδημοσίευση από το navalhistory.gr 
άρθρο του Δημήτριου Τσαϊλά*
 
Περίληψη 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ελληνική ασφάλεια και την περιφερειακή επιρροή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η παρούσα εργασία εξετάζει τη σύγχρονη ελληνική ναυτική στρατηγική σύμφωνα με τα ρεύματα σκέψης του Alfred Thayer Mahan, του Sir Julian Corbett και της σύγχρονης ναυτικής στρατηγικής αντίληψης. Υποστηρίζει ότι η ελληνική ναυτική στρατηγική αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή σύνθεση της κλασικής θεωρίας της θαλάσσιας ισχύος και των σύγχρονων εννοιών του παράκτιου πολέμου, που διαμορφώνονται από το μοναδικό θαλάσσιο περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Εξετάζοντας την ιστορική εμπειρία, τη στρατηγική σκέψη και τα τρέχοντα επιχειρησιακά παραδείγματα, η παρούσα εργασία προσδοκά να συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η θαλάσσια στρατηγική προσαρμόζεται στη γεωγραφία και το γεωπολιτικό πλαίσιο. 
 
Εισαγωγή 
 
Η ναυτική στρατηγική, τόσο ως θεωρία όσο και ως πράξη, ιστορικά περιστρέφεται γύρω από τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη χρησιμοποιούν τη ναυτική ισχύ για την εξασφάλιση των εθνικών τους συμφερόντων. Θεμελιώδεις προσωπικότητες σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον περιλαμβάνουν τον Alfred Thayer Mahan και τον Sir Julian Corbett. Η ελληνική ναυτική ισχύς, που έχει τις ρίζες της σε μια μακρά ναυτική παράδοση που χρονολογείται από την κλασική αρχαιότητα, καταδεικνύει πώς οι γεωγραφικές και ιστορικές συγκυρίες επηρεάζουν την εφαρμογή και την εξέλιξη της στρατηγικής θεωρίας. Σε αντίθεση με τις ναυτικές δυνάμεις που επικεντρώνονται σε μακρινά θέατρα σε ανοικτές θάλασσες, η Ελλάδα πρέπει να λειτουργεί κυρίως σε παράκτια και αρχιπελαγικά ύδατα, απαιτώντας έναν ξεχωριστό επιχειρησιακό και δογματικό προσανατολισμό. 
 
Αυτή η εργασία διερευνά την ελληνική ναυτική ισχύ μέσω συγκριτικής ανάλυσης, αξιολογώντας τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές του Mahan και του Corbett εφαρμόζονται στην Ελλάδα και πώς το σύγχρονο ναυτικό δόγμα ιδίως ο παράκτιος πόλεμος και οι κατανεμημένες ναυτικές επιχειρήσεις, ενισχύουν την κατανόηση της σύγχρονης πρακτικής. 
 
I. Θεωρία της Θαλάσσιας Ισχύος 
 
Α. Μαχαϊνιστική Σκέψη: Θαλάσσιος Έλεγχος και Εθνική Ισχύς 
 
Το σύγγραμμα του Mahan «Η Επιρροή της Θαλάσσιας Ισχύος στην Ιστορία, 1660–1783» παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά έργα στη ναυτική στρατηγική. Ο Mahan υποστήριξε ότι ο έλεγχος της θάλασσας είναι απαραίτητος για την εθνική ισχύ και ότι το θαλάσσιο εμπόριο, η ισχύς του στόλου και οι αποφασιστικές ναυτικές εμπλοκές αποτελούν τα βασικά στοιχεία της θαλάσσιας ισχύος. Το έργο του τόνισε ότι ο έλεγχος ενός έθνους επί του στρατηγικού θαλάσσιου χώρου επιτρέπει την οικονομική ανάπτυξη και τη στρατιωτική ασφάλεια. Άλλωστε τα ίδια ισχυρίζεται και ο Θουκυδίδης στο δικό του σύγγραμμα Πελοποννησιακός Πόλεμος ερμηνεύοντας την αντίκρουση των διαλόγων των Αθηναίων με τους Σπαρτιάτες και τον επιτάφιο του Περικλέους. 
 
Οι βασικές έννοιες του Mahan περιλαμβάνουν: 
  • Έλεγχο της θάλασσας: η ικανότητα των ναυτικών δυνάμεων να ασφαλίζουν τις θαλάσσιες περιοχές από τους αντιπάλους και να προστατεύουν το εμπόριο.
  • Θαλάσσιο εμπόριο: το εμπόριο ως πηγή πλούτου και ως στρατηγική ευπάθεια που απαιτεί προστασία.
  • Αποφασιστική μάχη: συγκέντρωση ναυτικών δυνάμεων για την επίτευξη συντριπτικής νίκης επί ενός αντιπάλου. 
Ενώ το πλαίσιο του Mahan αναπτύχθηκε στην εποχή των πολεμικών στόλων ανοιχτής θάλασσας, οι αρχές του παραμένουν θεμελιώδεις για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ ναυτικής ισχύος και εθνικής στρατηγικής. 
 
Β. Κορμπετιανή θεώρηση: Ναυτική Στρατηγική και Μικτές Επιχειρήσεις 
 
Ο Corbett προσέφερε μια συμπληρωματική αλλά διακριτή προοπτική στο έργο του «Μερικές Αρχές Ναυτικής Στρατηγικής» (1911), δίνοντας έμφαση στον πολιτικό σκοπό του ναυτικού πολέμου και στην ενσωμάτωση των ναυτικών επιχειρήσεων με την χερσαία δύναμη. Ο Corbett υποστήριξε ότι η ναυτική στρατηγική θα πρέπει να υπηρετεί την εθνική πολιτική και ότι ο έλεγχος της θάλασσας είναι συχνά προσωρινός, περιφερειακός και ενδεχόμενος παρά απόλυτος. Δηλαδή μας βάζει στην σκέψη του τόπου-χρόνου. 
 
Τα κυριότερα σημεία του πλαισίου του Corbett: 
  • Υπό όρους έλεγχος της θάλασσας: δεν πιστεύει στη μόνιμη κυριαρχία, αλλά επιχειρησιακά σχετική υπεροχή (τόπος-χρόνος).
  • Ενσωμάτωση στις χερσαίες επιχειρήσεις: οι ναυτικές δυνάμεις θα πρέπει να υποστηρίζουν ευρύτερους στόχους, συμπεριλαμβανομένων των αμφίβιων και των μικτών επιχειρήσεων. Βασική αρχή της Διακλαδικότητας.
  • Γραμμές επικοινωνίας: ο έλεγχος της κίνησης και του ανεφοδιασμού είναι εξίσου σημαντικός με την καταστροφή των εχθρικών στόλων. 
Οι ιδέες του Corbett έχουν ιδιαίτερη απήχηση σε παράκτια και αρχιπελαγικά περιβάλλοντα, όπου οι αερο-ναυτικές δυνάμεις αλληλοεπιδρούν έντονα με χερσαίες δυνάμεις και δίκτυα υλικοτεχνικής υποστήριξης. 
 
II. Ιστορικές παρουσιάσεις της ελληνικής ναυτικής ισχύος 
 
Η ελληνική ναυτική ιστορία καταδεικνύει μακροχρόνια ναυτική στρατηγική εμπλοκή: 
 
Κλασική Εποχή: Οι ελληνικές πόλεις-κράτη όπως η Αθήνα έχτισαν ισχυρούς στόλους που είτε έλεγχαν ή προστάτευαν το εμπόριο, και υποστήριζαν στρατηγικές πολιτικές συμμαχίες. Η αθηναϊκή στρατηγική στον Πελοποννησιακό Πόλεμο αποτελεί παράδειγμα πρώιμης ναυτικής στρατηγικής όπου η ναυτική ισχύς εξασφάλιζε προμήθειες και εκτεταμένη πολιτική επιρροή. 
 
Πόλεμος της Ανεξαρτησίας: Οι ελληνικές ναυμαχίες, όπως η Μάχη του Γέροντα (1824), κατέδειξαν αρχιπελαγική ναυμαχία και έλεγχο των περιφερειακών υδάτων. 
 
Βαλκανικοί Πόλεμοι: Η μάχες της Έλλης και της Λήμνου εξασφάλισαν την ελληνική ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο, υπογραμμίζοντας τη διαρκή στρατηγική σημασία του ναυτικού ελέγχου σε στενές θάλασσες. 
 
Αυτά τα ιστορικά παραδείγματα υπογραμμίζεται ότι η ελληνική ναυτική στρατηγική ανέκαθεν εξισορροπούσε τον έλεγχο της θάλασσας, την προστασία του εμπορίου και την ολοκλήρωση με ευρύτερους στρατηγικούς στόχους. 
 
III. Η Ελληνική Ναυτική Ισχύς στη Σύγχρονη Στρατηγική Σκέψη 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς σήμερα λειτουργεί σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που ορίζεται από: 
  • μια αρχιπελαγική παράκτια περιοχή (το Αιγαίο),
  • άμεσους στρατηγικούς ανταγωνιστές,
  • και τις απαιτήσεις των συμμαχικών δεσμεύσεων (π.χ. ΝΑΤΟ). 
Η σύγχρονη θεωρία αναγνωρίζει ότι οι θαλάσσιες συγκρούσεις συμβαίνουν ολοένα και περισσότερο σε παράκτιες ζώνες, όπου η παράκτια γεωγραφία, τα νησιά και τα περιορισμένα ύδατα περιπλέκουν τις παραδοσιακές στρατηγικές για τα γαλάζια βαθιά νερά στην ανοικτή θάλασσα. Η Μεσόγειος και το Αιγαίο είναι κλασικά παράκτια περιβάλλοντα όπου οι ναυτικές δυνάμεις πρέπει να είναι επιδέξιες στην επιτήρηση, την απαγόρευση πρόσβασης/άρνησης περιοχής (A2/AD) και τις διακλαδικές επιχειρήσεις. 
 
Α. Παράκτιος Πόλεμος και Κατανεμημένες Ναυτικές Επιχειρήσεις 
 
Το σύγχρονο ναυτικό δόγμα δίνει προτεραιότητα στον παράκτιο πόλεμο, ο οποίος ορίζεται από εμπλοκές κοντά στην ακτή, ενσωμάτωση με χερσαία πυρά και αισθητήρες, και χρήση διασκορπισμένων δυνάμεων. Η έμφαση του Πολεμικού Ναυτικού στις κατανεμημένες ναυτικές επιχειρήσεις (Distributed Maritime Operations) αποτελεί παράδειγμα αυτών των εννοιών, που στοχεύουν στην περιπλοκή της στόχευσης και της αξιοποίησης δικτυωμένων δυνάμεων ενός αντιπάλου για την επίτευξη επιχειρησιακού πλεονεκτήματος. 
 
Για την Ελλάδα, ένας τέτοιος προσανατολισμός ευθυγραμμίζεται με τη σκέψη του Corbett περί ολοκληρωμένης στρατηγικής θάλασσας-ξηράς-αέρος και με τις πραγματικότητες του αρχιπελαγικού μωσαϊκού του Αιγαίου. 
 
Β. Επίγνωση του Ναυτικού Τομέα και A2/AD 
 
Η ελληνική ναυτική στρατηγική ενσωματώνει ολοένα και περισσότερο δυνατότητες A2/AD, χρησιμοποιώντας παράκτιες συστοιχίες πυραύλων, αεροσκάφη και δίκτυα αισθητήρων για να αρνηθεί την ελευθερία κινήσεων των αντιπάλων. Η ενσωμάτωση της σύγχρονης τεχνολογίας, όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα και τα προηγμένα όπλα, ενισχύει την επιτήρηση και την άρνηση περιοχής χωρίς να απαιτούνται μεγάλες ομάδες κρούσης. 
 
Αυτή η δογματική μετατόπιση αντανακλά τόσο τις συνέχειες όσο και τις αποκλίσεις από τους Mahan και Corbett: 
 
Από τον Mahan, κρατάμε τη σημασία της προστασίας των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας και του εθνικού πλούτου. 
Από τον Corbett, κρατάμε τη κατανόηση ότι ο έλεγχος της θάλασσας περιορίζεται σε περιφερειακό επίπεδο και έχει πολιτικό σκοπό. 
 
Γ. Ενσωμάτωση με Κοινή και Πολυχωρική Στρατηγική 
 
Το σύγχρονο ναυτικό δόγμα δίνει έμφαση στην ενσωμάτωση σε όλους τους χώρους (θάλασσα, αέρα, ξηρά, διάστημα και κυβερνο-περιοχή). Καθώς η Ελλάδα ευθυγραμμίζει τα σχέδια εκσυγχρονισμού της άμυνας, συμπεριλαμβανομένων των ναυτικών αναβαθμίσεων και των μη επανδρωμένων συστημάτων, αυτές οι πολυχωρικές προσεγγίσεις ενισχύουν τη ναυτική της θέση που προσανατολίζεται στην αποτροπή και την επιχειρησιακή ευελιξία. 
 
IV. Σύνθεση: Η Ελληνική Θαλάσσια Ισχύς ως Στρατηγική Προσαρμογή 
 
Η ελληνική ναυτική στρατηγική αποτελεί παράδειγμα σύνθεσης της κλασικής θεωρίας και της σύγχρονης σκέψης: 
 
Στοιχεία του Mahan: η σύνδεση μεταξύ εθνικού θαλάσσιου εμπορίου και ναυτικής προστασίας. 
Στοιχεία του Corbett: ο έλεγχος της θάλασσας ως προϋπόθεση και εξυπηρέτηση ευρύτερων πολιτικών σκοπών. 
Σύγχρονο δόγμα: παράκτιες επιχειρήσεις, δικτυωμένες δυνάμεις και κοινή ολοκλήρωση. 
 
Το ελληνικό πλαίσιο καταδεικνύει ότι η θεωρία της θαλάσσιας ισχύος πρέπει να προσαρμόζεται στη γεωγραφική ιδιαιτερότητα και τη στρατηγική αναγκαιότητα, ειδικά σε περιορισμένα θαλάσσια θέατρα όπου η συγκέντρωση στόλου (όπως οραματίστηκε ο Mahan) δεν είναι ούτε εφικτή ούτε επιθυμητή σε περίπτωση κοινής χερσαίας και αεροπορικής ισχύος (όπως τονίζεται από τον Corbett και το σύγχρονο παράκτιο δόγμα). 
 
Συμπέρασμα 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς παρέχει μια διδακτική μελέτη περίπτωσης για το πώς εξελίσσεται η ναυτική στρατηγική μέσα από αιώνες και διανοητικά παραδείγματα. Από τις αρχαίες ναυτικές εμπλοκές έως τα σύγχρονα στρατηγικά πλαίσια, η κεντρική θέση της θαλάσσιας γεωγραφίας και του στρατηγικού πολιτισμού παραμένει σταθερή. Η ελληνική ναυτική στρατηγική, ενώ βασίζεται σε ιστορικές παραδόσεις ναυτικής ισχύος, ενσωματώνει ενεργά τις σύγχρονες δογματικές αρχές που αντικατοπτρίζουν τον μετασχηματισμό του ναυτικού πολέμου στην παράκτια εποχή. Τοποθετώντας την ελληνική ναυτική ισχύ στα θεωρητικά πλαίσια των Mahan, Corbett και της σύγχρονης στρατηγικής σκέψης, η παρούσα εργασία καταδεικνύει τη διαρκή σημασία της κλασικής θεωρίας και την αναγκαιότητα της προσαρμογής της στις σύγχρονες στρατηγικές πραγματικότητες.
 
Βιβλιογραφία 
 
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS). 
 

23 Μαΐου 2020

Το κυπριακό Πολεμικό Ναυτικό στην Μαρίνα Αγίας Νάπας (βίντεο)

από το κανάλι Sigmalive 

Η προχθεσινή, 21 Μαΐου 2020, παρουσία σκαφών της Διοίκησης Ναυτικού της Εθνικής Φρουράς αποτελεί θετική εξέλιξη για την άμυνα της νοτιοανατολικής Κύπρου. Η ναυτική παρουσία σε αυτή την νευραλγική περιοχή είναι σημαντική αφού το ακρωτήρι Κάβο Γκρέκο αποτελεί το νοτιοανατολικότερο χερσαίο άκρο της Κύπρου, των κρατών του Ελληνισμού αλλά και της Ευρώπης.

Η ελεύθερη περιοχή Αμμοχώστου και τα Κοκκινοχώρια θεωρούνται «ακριτική» περιοχή, όχι μόνο λόγω γεωγραφίας, αλλά και λόγω της απομόνωσής τους από τις υπόλοιπες περιοχές όπου ασκεί έλεγχο η Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς παρεμβάλλεται από δυσμάς η βρετανική βάση Δεκέλειας και από βορρά η βρετανική βάση Αγίου Νικολάου και ο τουρκικός στρατός κατοχής.

Η Μαρίνα Αγίας Νάπας, που πρόσφατα ξεκίνησε τη λειτουργία της, έχει τη δυνατότητα να εξυπηρετεί όλους του τύπους πλοίων, συμπεριλαμβανομένων και αυτών του Πολεμικού Ναυτικού και η επίσκεψη εντάσσεται στο πλαίσιο εκπαίδευσης και εξοικείωσης των πληρωμάτων με τους διαθέσιμους λιμενικούς χώρους στην ελεύθερη επαρχία Αμμοχώστου.

Τα πλοία του Πολεμικού Ναυτικού που συμμετείχαν στη δραστηριότητα ήταν τα σκάφη των ΟΥΚ “ΝΗΡΕΑΣ” 1 και Π.Π “ΤΣΟΜΑΚΗΣ”, Π.Π “ΓΕΩΡΓΙΟΥ”, ΠΑΘ “ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ” και Π.Π “ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ”. Τα πληρώματα είχαν την ευκαιρία να ξεναγηθούν στους χώρους των σκαφών της Μαρίνας Αγίας Νάπας και να διαπιστώσουν από κοντά τις υψηλού επιπέδου υπηρεσίες που παρέχονται για τον ανεφοδιασμό καυσίμων, επισκευών κλπ.

20 Δεκεμβρίου 2018

Ο ελληνικός λαός αξίζει ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό


Του Δημήτρη Τσαϊλά* 

Τα διάφορα είδη και οι μορφές της αποτροπής, είναι απαραίτητο να εξετασθούν, ώστε να γίνουν αντιληπτές οι επιπτώσεις τους για την ανάπτυξη στρατηγικών αποτελεσματικής αποτροπής. Να τονίσουμε τη σημασία της αντίληψης και της στρατηγικής κουλτούρας στη διαδραστική φύση τους στην αποτροπή. Με μια διαδικασία, όπου θα απαιτείται να εστιάσουμε την προσοχή μας στον τρόπο στο οποίο, όταν απειλούμαστε, η λήψης αποφάσεων να παρουσιάζεται συνήθως ως βαθμιαία κλιμακούμενη, συγκριτική επιλογή κάτω από τους πολλούς περιορισμούς που διαμορφώνονται στη γεωπολιτική σκηνή. Η διαδικασία αυτή μας οδηγεί σε τρεις κρίσιμες προϋποθέσεις, στην κατανόηση του φάσματος της αποτροπής ώστε να οικοδομήσουμε αποτελεσματικές στρατηγικές. 

Πρώτον, η λήψη απόφασης για εφαρμογή μιας στρατηγικής με στοιχεία αποτροπής, κατά μιας απειλής, δεν είναι αποτελεσματική χωρίς να λαμβάνεται ιδιαίτερη προσοχή και ανάλυση στο ευρύτερο γεωστρατηγικό περιβάλλον. Η αποτροπή προσπαθεί να τροποποιήσει το λογισμό “κόστους-οφέλους” των συγκρουόμενων σε μια δυναμική εμπλεκομένων της επιθέσεως, συμμάχων και εταίρων, στην ευρεία και σφαιρική γεωστρατηγικήεικόνα. Ακόμα και στις πιο αξιόπιστες πολιτικές απειλές, η αποτροπή συνήθως πρέπει να είναι ένθετη μιας ευρύτερης στρατηγικής που θα αποσκοπεί να καταστήσει την επιθετικότητα, ως περιττή σε έναν πιθανό εισβολέα καθώς θα είναι δαπανηρή με εμπλοκή και διεθνών παραγόντων.

Δεύτερον, η αποτροπή πρέπει να εκλαμβάνεται κυρίως ως μια αξιόπιστος προσπάθεια να μετασχηματίσει τη σκέψη του, ένας επιτιθέμενος. Αποτρεπτικές πολιτικές αντιμετωπίζονται συχνά μέσω ενεργειών που χρειάζονται για να αυξήσουν το κόστος και τους κινδύνους μιας επίθεσης, με τρόπους και μέτρα που τα πιθανά επιχειρησιακά αποτελέσματα μέσα από μια εκστρατεία να είναι καταφανώς εις βάρους του επιτιθεμένου.

Αλλά τα αποτελέσματα από αυτά τα βήματα εξαρτώνται εξ ολοκλήρου από την επίδρασή τους, στις αντιλήψεις και την αναδυόμενη κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη την επιθετικότητα του αντιπάλου. Κάθε στρατηγική για την πρόληψη της επιθετικότητας, πρέπει να αρχίσει με την εκτίμηση καταστάσεως, για τα συμφέροντα, τα κίνητρα, τις δυνατότητες και τις επιταγές του επιτιθέμενου.

Τρίτον, προηγείται η επιθετικότητα (λεκτική και πρακτική), από την έναρξη των εντάσεων, κρίσεων και τελικά των συγκρούσεων, μέσω συνήθως, μιας διαδικασίας λήψεως αποφάσεων που κλιμακώνεται σταδιακά και δεν χαρακτηρίζεται από ένα σημείο μιας και μόνο απόφασης. 

Πέραν των παραπάνω, τα κράτη, κάποιες φορές, αποφασίζουν να λύσουν τις διαφορές τους με πόλεμο. Αυτό που προκύπτει, από τη μελέτη ιστορικών παραδειγμάτων είναι, ότι και οι ευκαιριακοί τυχοδιωκτισμοί μπορούν να προκαλέσουν εντάσεις, στη συνέχεια κρίσεις που τελικά οδηγούνται σε συγκρούσεις, είτε σημειακές ή ολοκληρωτικές. Επίσης, πολλά κράτη καταλήγουν σε επιθετικές ενέργειες, επειδή αισθάνονται ότι δεν έχουν άλλη επιλογή, και αναλαμβάνουν το τεράστιο ρίσκο, σε εκείνο το σημείο, μέσω μιας παρανοϊκής διαδικασίας σκέψης που δεν είναι αποτέλεσμα μιας ορθολογιστικής απόφασης. 

Η αποτροπή, πρέπει να γίνει κατανοητή σε αυτό το πλαίσιο, όχι ως μια στρατηγική για να επηρεάσει εκείνη τη μια συγκεκριμένη στιγμή, τον ορθολογικό λογισμό κόστους-οφέλους, αλλά ως ένα ικανό δυναμικό μέσο για τη διαμόρφωση των αντιλήψεων του επιτιθέμενου μέσα από μια συγκεκριμένη, βασανιστική διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει για μια ικανή χρονική περίοδο. Κατά μία έννοια, αυτή η χρονική περίοδος δεν είναι εύκολο να καθοριστεί, διότι επηρεάζεται από τη ρευστότητα των διεθνών προκλήσεων. 

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις πρακτικές περί αποτροπής, ο Ελληνισμός, πρέπει να αντιλαμβάνεται το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο με μια στρατηγική αίσθηση, αναπτύσσοντας την ουσία της ναυτικής ισχύος ως συνδετική δύναμη της ενότητας των θαλασσών στα παγκόσμια κοινά, καθώς υπάρχουν ιστορικές, πολιτιστικές, πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές αιτίες για να σκεφτούμε για το καθένα ξεχωριστά αλλά και για όλα μαζί με στρατηγική άποψη στην περιοχή μας.

Ο ελληνισμός βρίσκεται σε όλο και πιο περίπλοκο περιβάλλον ασφαλείας που περιγράφεται από την επίμονη διαταραχή, στο λειτουργικό περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου όπου βρίσκονται η Κύπρος και η Κρήτη, τα δύο “αβύθιστα αεροπλανοφόρα του Ελληνισμού” με τεράστια γεωστρατηγική σημασία. Οπότε καλούμαστε να αναπτύξουμε μια στρατηγική για τη διατήρηση του γεωπολιτικού ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τον Τούρκο αμφισβητία, αφού οι Τούρκοι δεν στέκονται πλέον στην αδράνεια, όταν πρόκειται για θαλάσσια ισχύ, καθώς έχουν αυξήσει τις επενδύσεις τους στις αεροναυτικές δυνατότητές τους σε σημείο που αρχίζει να ανατρέπεται η ισορροπία ισχύος, εις βάρος μας. Οπότε είναι ξεκάθαρο πλέον ότι η ενίσχυση του Στόλου μας, καθώς και η διατήρηση μιας σταθερής αεροναυτικής παρουσίας στη Μεσόγειο, πρέπει να ξεχωρίζουν ως οι πιο κρίσιμες προτεραιότητες για τη μελλοντική ανάπτυξη του Πολεμικού Ναυτικού.

Η αποτροπή πρέπει να προβληθεί όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και σε περιφερειακό και μάλιστα με όρους συμβατικών και αντισυμβατικών μέσων (ανορθόδοξου πολέμου). Στο θέατρο επιχειρήσεων απαιτείται αποτελεσματική συνεργασία για την ασφάλεια, εφόσον οι δραστηριότητες που θα αναληφθούν θα είναι μια μορφή εκτεταμένης αποτροπής, δημιουργώντας ασφάλεια και στέρηση συνθηκών σύγκρουσης από το δυνητικό αντίπαλο. Αυτό απαιτεί μια αξιόπιστη αντιαεροπορική άμυνα ώστε να ενισχυθεί η αποτροπή, παρέχοντας μια ομπρέλα προστασίας “προς τα εμπρός” κατά την ανάπτυξη φίλιων και συμμαχικών δυνάμεων, συμβάλλοντας παράλληλα στην αρχιτεκτονική υπεράσπισης της στρατηγικής της Ελλάδος. Είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε προκεχωρημένες εθνικές και συμμαχικές βάσεις, καθώς και κάθε τεχνολογικό μέσο ώστε να επιτύχουμε διαρκή πληροφόρηση, βασισμένη στη θαλάσσια στρατηγική αποτροπής.

Η ικανότητα μας να διατηρούμε ελεύθερη τη θάλασσα επιχειρήσεων και τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας είναι μια από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις, καταλύτης για τις διακλαδικές επιχειρήσεις και τον θαλάσσιο έλεγχο που απαιτεί δυνατότητες σε τακτικό και σε επιχειρησιακό επίπεδο ελέγχου του γεωγραφικού χώρου και του κυβερνοχώρου.

Υπάρχουν πολλές προκλήσεις όσον αφορά την ικανότητά μας να ασκήσουμε θαλάσσιο έλεγχο, όμως εκτιμάται ότι για την ώρα η όλη προσπάθειά μας περιορίζεται στη λειτουργία των υποβρυχίων τύπου 214 “Παπανικολής” και των πυραυλακάτων“Vosper”, αφού ο υπόλοιπος στόλος πλέον είναι γερασμένος καθώς η μέση ηλικία των πλοίων μας υπερβαίνει τα τριάντα χρόνια και την επομένη πενταετία, εφόσον συνεχισθεί η αδράνεια ανανέωσης θα βρεθούμε σε πολύ δύσκολη θέση.

Πρέπει λοιπόν να μπορούμε να εξασκούμε επιχειρήσεις για να εξουδετερώσουμε τη κάθε λογής απειλή. Οφείλουμε να μην επιτρέψουμε συνθήκες υπό τις οποίες οι ναυτικές δυνάμεις μας θα εμποδιστούν από την ελευθερία ελιγμών και πρόσβασης, ούτε να επιτρέπουμε στον αντίπαλο να διαταράξει την εθνική εφοδιαστική αλυσίδα, εμποδίζοντας ζωτικής σημασίας θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας και ηλεκτρονικού εμπορίου.

Ασκώντας δόγμα ενιαίου χώρου του Ελληνισμού (Ελλάδα-Κύπρος) πρέπει να είμαστε σε θέση να επιβάλλουμε τοπικό θαλάσσιο έλεγχο όπου κρίνεται αναγκαίο, συνεργαζόμενοι με τις φίλιες δυνάμεις και συμμάχους, αλλά και μόνοι μας εάν απαιτηθεί. Αυτό απαιτεί ικανότητά να ξεπεράσουμε τις προκλήσεις και να αποκτήσουμε ισχυρή αξιοπιστία με απόκτηση νέων μονάδων.

Συμπεράσματα

Για αιώνες τα σκάφη που πλέουν στη θάλασσα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ζωής του Ελληνισμού στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Όταν η εμβέλεια της Ελλάδας ιστορικά, είτε μέσω των ναυτικών δυνάμεων, των ακτοφυλάκων και του εμπορικού στόλου της, επιδιώκει την οικοδόμηση επιρροής και ισχύος, μέσω της συνεργασίας, της πειθούς και του εξαναγκασμού, η θαλάσσια ισχύς αποτελεί το κύριο πλεονέκτημα και κρίσιμη επένδυση για τον Ελληνισμό. Η διατήρηση της περιφερειακής ισορροπίας του Ελληνισμού με τη διαχείριση της θαλάσσιας ισχύος καθίσταται αναγκαία για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης που αυξάνει τον ανταγωνισμό ακόμη και των μεγάλων δυνάμεων εκτός των κακότροπων γειτόνων μας.

Η δημιουργία και διατήρηση της ασφάλειας στη θάλασσα είναι απαραίτητη για να μπορούμε να μετριάζουμε όχι μόνο την απειλή ενός κεραυνοβόλου πολέμου, αλλά της πειρατείας, της τρομοκρατίας, του λαθρεμπορίου όπλων, ναρκωτικών και άλλων παράνομων δραστηριοτήτων.

Πηγαίνοντας προς τα εμπρός, είναι ανάγκη να αξιολογήσουμε τις νέες τεχνολογίες, πως μπορούν να επηρεάσουν τις αποστολές στο Ναυτικό και τις προοπτικές τους για την επιτυχία των επιχειρήσεων, οπότε είναι απαραίτητος ο εκσυγχρονισμός των πεπαλαιωμένων μονάδων. Στα νικηφόρα σενάρια που αφορούν ιδιαίτερα την Τουρκία πρέπει να ληφθούν υπόψη οι λειτουργικές αλληλεπιδράσεις σε πολλαπλούς τομείς, συμπεριλαμβανομένου του χώρου και του κυβερνοχώρου, βοηθώντας οι προβλέψεις μας να καταδείξουν πώς μια διένεξη ενδέχεται να ξετυλιχθεί μέσα από τις διάφορες φάσεις και πώς η Ελλάδα και οι σύμμαχοι μας μπορούν να τερματίσουν τις μάχες με ευνοϊκούς όρους πολιτικής.

Για την επίτευξη των στόχων, το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται να οικοδομήσει μια ισορροπημένη δύναμη με απόκτηση νέων μονάδων, τόσο για τη διατήρηση της ισορροπίας δυνάμεων όσο και για την εκπλήρωση της αποστολής αποτροπής. Για την εκτέλεση αυτής της αποστολής, παράλληλα με την ετοιμότητα των μονάδων το Πολεμικό Ναυτικό χρειάζεται να προμηθευτεί με ένα πλήρες φάσμα ναυτικού εξοπλισμού, συμπεριλαμβανομένων των πολλαπλής χρήσεως πολεμικών πλοίων επιφανείας και ναυτικής αεροπορίας.

Τέλος, αλλά το κυριότερο που πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους μας, η φράση του Ηροδότου, ότι για να έχουμε πατρίδα χρειαζόμαστε πλοία στη θάλασσα. Για να αποφύγουμε τις περιπέτειες εθνικής ασφάλειας και κρατικής επιβίωσης, απαιτείται να βάλουμε βαθειά το χέρι στη τσέπη όλοι μας, για τον εκσυγχρονισμό του Στόλου μας. Κυρίως οι Έλληνες πλοιοκτήτες, εφοπλιστές, επιχειρηματίες και βιομήχανοι αλλά και οι απόδημοι πατριώτες για μια πανεθνική επένδυση στην Πατρίδα μας. Ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό δεν αποτελεί πρόκληση για πόλεμο, είναι η πιο σίγουρη εγγύηση της ειρήνης. Ήρθε η ώρα να χρηματοδοτήσουμε όλοι μας οι πατριώτες για να ανεγερθεί η ναυτική μας ισχύ. Ο Ελληνικός λαός αξίζει ένα σύγχρονο Πολεμικό Ναυτικό.

* Ο κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α., ΠΝ. 

liberal.gr

11 Δεκεμβρίου 2016

Η θαλάσσια ισχύς ως σταθεροποιητικός παράγοντας

Του Δημήτρη Τσαϊλά

Τον τελευταίο καιρό, έχουν γραφτεί πολλά εξαιρετικά άρθρα που αναλύουν τις τουρκικές διεκδικήσεις, την εθνικιστική ρητορική του Ερντογάν καθώς και την τακτική των τουρκικών παραβάσεων και παραβιάσεων στο χώρο του Αιγαίου, και έχουν καλύψει σε μεγάλη κλίμακα την θεωρία ενός «αδιέξοδου παιγνίου». Ωστόσο, πιστεύω ότι πρέπει να αναζητήσουμε τη στρατηγική επιρροή της ναυτικής δύναμης στον καθορισμό του αποτελέσματος αυτού του παιχνιδιού. Είναι πεποίθηση μου, ότι στα ελληνοτουρκικά ζητήματα η θαλάσσια ισχύς είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία σε κάθε παιχνίδι της διπλωματίας, και ότι ο έλεγχος των θαλασσών τόσο στο Αιγαίο όσο και στην ανατολική Μεσόγειο είναι ο αποφασιστικός παράγοντας που τείνει να παραβλέπεται από πολλούς κυβερνώντες.

Η στρατηγική αξία της θαλάσσιας ισχύος

Εξ’ άλλου είναι γνωστό, ότι η στρατηγική αξία της θαλάσσιας ισχύος, είναι καθοριστικός παράγοντας στην επιβίωση ιδιαίτερα των παρακτίων και αρχιπελαγικών κρατών όπως ακριβώς είναι και η Ελλάδα. Η θαλάσσια ισχύς δημιουργείται και πρέπει να χρησιμοποιείται ως όργανο της κρατικής πολιτικής καθώς αποτελεί εθνικό συμφέρον ζωτικής σημασίας. Σε μια ιστορική αναδρομή θα διαπιστώσουμε ότι τα έθνη επιλέγουν να αποκτήσουν και να χρησιμοποιήσουν αυτή την ισχύ σε διάφορες καταστάσεις και μορφές, που οι επιλογές τους διέπονται από τη σημασία που δίδεται στη θάλασσα από το μεμονωμένο κράτος ως μια αμυντική αναγκαιότητα ή ως μια επιθετική ευκαιρία.

Επομένως η θαλάσσια ισχύς είναι η πεμπτουσία για να τον έλεγχο των θαλάσσιων χώρων, καθώς και για την άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων προς όφελος της συνολικής στρατηγικής θέσης μιας χώρας. Αυτά τα οφέλη μεγιστοποιούνται εάν ένας παίκτης μπορεί να επιτύχει ναυτική υπεροχή σε μια συγκεκριμένη περιοχή. Υπό το πρίσμα λοιπόν αυτό πρέπει να εξετάσουμε τον ακραίο ρεαλισμό και την προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας, καθώς και τη συνολική της αναθεωρητική στάση ως προς τις διεθνείς συνθήκες οι οποίες κατοχυρώνουν εν τοις πράγμασι τις Ελληνικές θέσεις.

Ο στρατηγικός σχεδιασμός της Τουρκίας

Τα ζητήματα της υφαλοκρηπίδας και κατ’ επέκταση της ΑΟΖ δεν εμπλέκονται μόνο με τα ενεργειακά θέματα, αλλά κατά κύριο λόγο με τις νέο-οθωμανικές φιλοδοξίες της Τουρκίας, που έχουσα πλήρη αντίληψη των απαιτήσεων έχει φροντίσει και φροντίζει για το αμυντικό σκέλος προβολής ισχύος καθώς και για το διπλωματικό που στην παρούσα φάση συνίσταται στην προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων και την αμφισβήτηση του status quo. Το πρόβλημα της Ελλάδος ιδιαίτερα τα χρόνια της κρίσεως, είναι η έλλειψη ρεαλισμού που έχει οδηγήσει στην πλήρη απουσία της χώρας από τον φυσικό γεωπολιτικό χώρο της, στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο. Δεν νοείται μια ναυτική δύναμη σαν την χώρα μας σε μια περιοχή σημαντικότατη για την παγκόσμια ναυσιπλοΐα και εμπόριο να είναι απούσα ειδικά όταν κανείς άλλος στην περιοχή δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες σε ναυτική ισχύ.

Αυτό το κενό, προσπαθεί, να καλύψει η Τουρκία, σε συνδυασμό με τον έλεγχο των Βαλκανίων με εργαλείο της, τους Μουσουλμανικούς πληθυσμούς και με εκβιαστικές κινήσεις με τους μετανάστες, να προχωρήσει στον πλήρη έλεγχο της Ευρασίας έχοντας σχεδόν αποκλειστικά την διαχείριση των δρόμων του πετρελαίου. Όταν η Τουρκία θα πιστέψει ότι έχει ολοκληρώσει το στρατηγικό της σχεδιασμό, τότε εκτιμάται ότι, θα προχωρήσει στην απαραίτητη κρίση στο θαλάσσιο χώρο στο Αιγαίο ή τη Μεσόγειο μέσω του οποίου θα επιδιώξει την πλήρη αναθεώρηση του “status quo” της περιοχής με την διχοτόμηση του Αιγαίου και τον έλεγχο των θαλασσίων δρόμων. Για τους παραπάνω λόγους η ένταση και η προκλητικότητα θα βαίνουν αυξανόμενες καθώς οι τούρκοι θα χρησιμοποιούν την πολεμική τους ισχύ, για τη “διόρθωση” αυτού που θεωρούν ως ιστορική και γεωγραφική αδικία.

Η Ελληνική Ναυτική Ισχύς

Παρά το γεγονός ότι το Πολεμικό Ναυτικό μας που είναι βασικός συντελεστής της θαλάσσιας ισχύος, παραμένει πολλές τάξεις μεγέθους πιο ισχυρό από ότι του πλησιέστερου ανταγωνιστή μας, πρέπει να προσέξουμε τις προσαρμογές της παραδοσιακής τέχνης της ναυτικής στρατηγικής τονίζοντας ότι θα αποτελέσει θρίαμβο για την ηγεσία του Πολεμικού Ναυτικού να διατηρήσει ισχυρό το στόλο κάτω από τις σημερινές συνθήκες μεγάλων εξωτερικών πιέσεων σε συνδυασμό με την δημοσιονομική αδυναμία. Αν επιτρέψουμε μια περαιτέρω φθορά στη ναυτική ισχύ μας, κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε την εμπειρία των χρόνων του Βυζαντίου που είχε αποδυναμωθεί ο στόλος.

Μια ανησυχητική παράμετρος που σημειώνουμε είναι η συνεχής ανάπτυξη των τουρκικών ναυτικών δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι το τουρκικό ναυτικό έχει ένα μεγάλο αριθμό αρματαγωγών, φρεγατών και ενός αυξανόμενου αριθμού υποβρυχίων. Πιο σοβαρή απ' όλα, περιγράφουμε την αυξανόμενη απειλή που ανοίγει μια νέα εποχή για τον τουρκικό ιμπεριαλισμό. Ο καθορισμός των ΑΟΖ, στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή έχει μετατρέψει την Τουρκία σε μια επεκτατική, περιφερειακή εξουσία.

Σε κάθε κατηγορία το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό συνδυάζει την τεκμαρτή αριθμητική ισορροπία με ένα σημαντικό ποιοτικό πλεονέκτημα από πλοίο σε πλοίο πάνω από το Τουρκικό ναυτικό. Αυτή η κατάσταση είναι απίθανο να αλλάξει σύντομα. Όμως καθώς αυξάνεται το ναυτικό της Τουρκίας και το δικό μας μειώνεται, στο μέλλον η ισορροπία ισχύος θα διαταραχθεί υπέρ του αντιπάλου. Αντί να αντιμετωπίσουμε αυτή τη δυσάρεστη κατάσταση, εμείς οι ίδιοι πρέπει να προβούμε σε επανακαθορισμό της ναυτικής στρατηγικής αποκλείοντας τη σχετική ευκολία δράσεως των αντιπάλων τόσο με τη σύναψη συμμαχιών στο μέτωπο της Μεσογείου, όσο και με την απόκτηση και πρόσκτηση των νέων υποβρυχίων και πυραυλακάτων από τα ελληνικά Ναυπηγεία. Δεν μιλάω για μια αναλαμπή που θα μετακινήσει τον έλεγχο της θάλασσας με το μοντέλο του ισχυρού όψιμου ηγέτη που θα έχει ως αποτέλεσμα τον οπλικό ανταγωνισμό με τα αντίπαλα ναυτικά. Αν εμείς οι ίδιοι ξεπεταχτούμε ως όψιμοι ηγέτες, η Τουρκία θα οδηγηθεί ακόμη πιο γρήγορα στην κατασκευή ενός υπέρτερου ναυτικού με σκοπό να κυριαρχήσει στις θάλασσες, και το μόνο που θα πετύχουμε είναι μια πλήρη αντιστροφή του ποθητού αποτελέσματος.

Συμπεράσματα

Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων και σεναρίων, εντελώς απλοϊκά πρέπει να γίνει απώτερος σκοπός της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ο πλήρης έλεγχος των θαλάσσιων δρόμων της ευρύτερης νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Στο πλαίσιο αυτής της κατεύθυνσης είναι αναπόφευκτο πως θα υπάρξουν στιγμές έντασης από τους βασικότερους παίκτες στη περιοχή δράσης.

Παρά την αναγκαιότητα, της μείωσης του ελλείμματος που δεν είναι το μόνο ή ακόμα και το πιο σημαντικό πράγμα σε σχέση πάντα με την εθνική μας ασφάλεια, δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τον σταθεροποιητικό ρόλο στο Αιγαίο, παραμελώντας τη στρατιωτική ισορροπία, καθώς και να αρνηθούμε την παραίτηση από εθνικές θέσεις που είναι πλήρως ταυτισμένες με την επιβίωση μας.

Μόνο η θαλάσσια ισχύς θα συγκρατήσει τις επερχόμενες τεκτονικές ανακατατάξεις μεταξύ των εθνών της Μεσογείου. Κρίμα, αν παραμελήσουμε την θαλάσσια ισχύ μας.

* Ο κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ΠΝ ε.α. 

Πηγή Liberal

24 Σεπτεμβρίου 2014

Με πειρατεία το Τουρκικό Ναυτικό μπλόκαρε την Κυπριακή γεώτρηση.

Η τουρκική κορβέτα Bafra  "ανάκρινε" τον πλοίαρχο του πλοίου SAIPEM 10000 το οποίο εργάζεται με το τρυπάνι της ιταλικής εταιρείας  ΕΝΙ στη κυπριακή ΑΟΖ, ισχυριζόμενη ότι "παραβίασε" τα τουρκικά "χωρικα΄ύδατα"! Πρόκειται για μια ακόμα πρόκληση από την Άγκυρα στην μεθοδευμένη προσπάθειά της να αμφισβητήσει την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας.
 
Όπως αναφέρει το ΚΥΠΕ  το Γενικό Επιτελείο των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στην ανακοίνωση του αναφέρει ότι το SAIPEM 10000 υπό σημαία από τις Μπαχάμες παραβίασε χθες τα τουρκικά χωρικά ύδατα και γι αυτό τον σκοπό δυνάμεις της τουρκικής Κίνησης Ασπίδας Μεσογείου το ανέκριναν και στη συνέχεια το έθεσαν υπό παρακολούθηση. Στην ουσία ήταν έτοιμοι για ρεσάλτο εάν προχωρούσαν στην γεώτρηση.
 
Με προκλητική ανακοίνωση του το Τουρκικό Γενικό Επιτελείο Στρατού, παραδέχθηκε ότι τουρκικό πολεμικό σκάφος "παρακολουθούσε" το πλοίο – γεωτρύπανο της ENI Saipem 10000. Μάλιστα, οι τούρκοι στρατιωτικοί επικαλούνται δήθεν «παραβίαση περιοχών θαλάσσιας δικαιοδοσίας (της Τουρκίας) στα νότια της Κύπρου». 
 
H τουρκική κορβέττα BAFRA
"Το τουρκικό πολεμικό ακολουθούσε σε απόσταση περίπου επτά ναυτικών μιλίων το Saipem 10000. Η τουρκική κορβέτα TCG Bafra παρακολουθεί το πλοίο με σημαία Μπαχάμες, το οποίο σύμφωνα πληροφορίες θα κάνει ερευνητικές γεωτρήσεις για λογαριασμό της «Ελληνικής Διοίκησης Κύπρου»", αναφέρει το τουρκικό επιτελείο.
 
Το Saipem 10000, «αναγνωρίστηκε από μονάδες μας που συμμετέχουν στην Επιχείρηση Μεσογειακή Ασπίδα και άρχισε να παρακολουθείται αμέσως μετά την είσοδο του στις περιοχές θαλάσσιας δικαιοδοσίας της Τουρκίας. Το πλοίο συνεχίζει να παρακολουθείται από την κορβέτα TCG BAFRA», αναφέρει η τουρκική προκλητική ανακοίνωση η οποία μεταδίδεται από τα κανάλια της Τουρκικής Κρατικής Τηλεόρασης.
 
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας που βρίσκεται στην Νέα Υόρκη, τηρείτο ενήμερος για την παρακολούθηση του γεωτρύπανου από τουρκικά πολεμικά και προέβη ήδη σε παραστάσεις τόσο στον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ όσο και στον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ.
 
Η αναφορά σε περιοχές θαλάσσιας δικαιοδοσίας της Τουρκίας, κάτι που δεν έγινε σε κάμιά περίπτωση, είναι το λιγότερο γελοία, ενώ ακόμα και ανοικτά της Τουρκίας να περνούσε, ήταν πλεύση σε διεθνή ύδατα, αφού δεν πραγματοποιούσε ερευνητικές ή άλλες εργασίες σε σχέση με τους υδρογονάνθρακες.
 
Παράλληλα, πρέπει να αναφερθεί ότι καθ’ όλη την διάρκεια της πλεύσης του Saipem 10000 στην Κυπριακή ΑΟΖ, η τουρκική κορβέτα ακολουθούσε αλλά διατηρούσε αποστάσεις που κυμάνθηκαν από εφτά έως τριάντα ναυτικά μίλια.
 
Οπως έγραψε ο Κύπριος υπουργός Ενέργειας Γιώργος Λακκοτρύπης στον προσωπικό του λογαριασμό στο twitter, μέχρι στιγμής όλα έγιναν σύμφωνα με το πρόγραμμα.
 
Ο υπουργός Εξωτερικών, Ιωάννης Κασουλίδης ανέφερε ότι "σύμφωνα με την πληροφόρηση της κυβέρνησης δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρενόχληση από το τουρκικό πολεμικό ναυτικό εντός της κυπριακής ΑΟΖ. Αυτό που έγινε, είπε, είναι εκ του μακρόθεν παρακολούθηση". 
 
Είπε επίσης ότι "ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ενεργώντας προληπτικά, είχε προειδοποιήσει για το ενδεχόμενο προκλήσεων και είχε τονίσει και στη συνάντησή του με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Τζον Κέρι ότι δεν συνάδουν οι παρενοχλήσεις με τη διεξαγωγή συνομιλιών." 
 
"Είχαμε διαβεβαιώσεις", είπε ο κ. Κασουλίδης, "ότι δεν θα γίνει οποιαδήποτε παρενόχληση στην αποκλειστική οικονομική μας ζώνη".
 
Ταυτόχρονα, ο κ. Κασουλίδης τόνισε ότι οι εργασίες στο τεμάχιο 9 θα συνεχισθούν κανονικά. Προφανώς όμως η Τουρκία του "Σουλτάνου" Ρ.Τ.Ερντογάν "γράφει" τις αμερικανικές "διαβεβαιώσεις"...στα παλιά της τα παπούτσια. 
 
Συνεχίζει ακάθεκτη να αμφισβητεί όπως το αναφέρει και η ανακοίνωση του τουρκικού επιτελείου άλλωστε, την κρατική οντότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για αυτούς είναι η "Ελληνική Διοίκηση" σαν να πρόκειται για κάποιο...δήμο.
 
Η Άγκυρα βρίσκει και τα κάνει, γνωρίζει ότι έχει απέναντί της μια... άλαλη ελληνική κυβέρνηση, και έναν Κύπριο Πρόεδρο διαθέσιμο να καταλύσει την ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία, αντικαθιστώντας την με ένα κρατικό μόρφωμα.
 
Πάντως στρατιωτικές πηγές από την Κύπρο αναφέρουν ότι η τουρκικη κορβέτα απλά παρακολουθεί, και ότι το γεωτρύπανο έχει τοποθετηθεί, απλά η γεώτρηση δεν έχει ξεκινήσει ακόμα. 
 

27 Ιανουαρίου 2014

Κυνηγητό με τους Τούρκους στην Ζουράφα... (βιντεο)



Τούρκοι ψαράδες βιντεοσκοπούν ελληνικό περιπολικό του Λιμενικού που προσπαθεί να τους εμποδίσει να ψαρέψουν κοντά στην ελληνική βραχονησίδα Ζουράφα. Λίγα λεπτά αργότερα καταφθάνει στην περιοχή ελληνικό ελικόπτερο και οι Τούρκοι ειδοποιούν το δικό τους λιμενικό...
Το διπλάσιο σε μέγεθος τουρκικό περιπολικό φτάνει σε λίγα λεπτά και αρχίζει να παρενοχλεί το ελληνικό...

Πάρτε μια ιδέα του τι αντιμετωπίζουν οι άνδρες του Λιμενικού καθημερινά στο Αιγαίο.... ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΧΩΡΙΚΑ ΜΑΣ ύδατα...

26 Απριλίου 2013

ΚΑΤΗΓΟΡΩ έξι Αρχηγών του Πολεμικού Ναυτικού κατά κυβέρνησης μέσω επιστολής στον Σαμαρά.

Έξι Αρχηγοί ΓΕΝ με μια επιστολή-χαστούκι κατά της κυβερνητικής πολιτικής στην Εθνική Άμυνας κρούουν ξανά τον κώδωνα του κινδύνου.

Η επιστολή προς τον πρωθυπουργό υπογράφεται από τους Αρχηγούς Βασιλικόπουλο, Λαγάρα, Στάγκα, Ιωαννίδη, Γούση και Χρηστίδη. Οι Αρχηγοί του επισημαίνουν τα τεράστια προβλήματα που έχουν προκληθεί με κυρίαρχο το ηθικό του προσωπικού!

Διαβάστε την επιστολή!

Αθήνα 23 Απριλίου 2013
Προς τον Πρόεδρο της Κυβερνήσεως
Κύριον Αντώνιο Σαμαρά

Αξιότιμε κύριε Πρωθυπουργέ

Την 14η Απριλίου του 2011 με αφορμή την σταδιακά αποκαλυφθείσα δεινή οικονομική κατάσταση της χώρας, συνεπεία της επί σειράν ετών κακής διαχειρίσεως των δημοσίων πραγμάτων με τις γνωστές οδυνηρές συνέπειες για τον Ελληνικό λαό, επτά τον αριθμό Επίτιμοι Α/ΓΕΝ απέστειλαν προς τον τότε Πρωθυπουργό ανοικτή επιστολή, δια της οποίας υπέβαλλαν ορισμένες σκέψεις, που τους απασχολούσαν, σχετικά με την ΑΜΥΝΑ της χώρας στο πλαίσιο της καλπάζουσας οικονομικής κρίσεως.

Ετόνιζαν τότε οι Επίτιμοι Αρχηγοί στην επιστολή τους ότι δεδομένων των διεθνών προβλημάτων στην περιοχή μας και των εξ΄αυτών αυξανόμενων εθνικών απειλών, που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας, οι Ένοπλες Δυνάμεις επιβάλλεται με κάθε θυσία να διατηρηθούν ακμαίες στο πρέπον επίπεδο ισχύος, ως βασικού υποβάθρου στήριξης των απαιτουμένων λεπτών χειρισμών της εξωτερικής μας πολιτικής επί των ζητημάτων αυτών δια της αποτροπής, αλλά και αποτελεσματικής ενεργούς αντιμετωπίσεως εάν εκ των πραγμάτων παραστεί τέτοια ανάγκη.

Ετονίζετο επίσης στην επιστολή ότι το ηθικό του στρατεύματος αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της μαχητικής του ικανότητος.

Δυστυχώς, φάνηκε έκτοτε εκ των πραγμάτων, ότι οι σκέψεις και οι προβληματισμοί, εκείνοι των Επιτίμων Α/ΓΕΝ ουδόλως επηρέασαν τις κυβερνητικές επιλογές σε ότι αφορά τις περικοπές των δαπανών για τις Ένοπλες Δυνάμεις, είτε αυτές αφορούσαν στο υλικό, είτε αφορούσαν στις αποδοχές του προσωπικού, οι οποίες με τις αλλεπάλληλες περικοπές και προσαρμογές ήχθησαν στις έσχατες βαθμίδες των ειδικών μισθολογίων του δημοσίου, κατέστησαν ανεπαρκείς και βεβαίως δυσανάλογες και άδικες σε σχέση με το είδος, τους όρους και τις συνθήκες προσφοράς υπηρεσιών εκ μέρους των στρατιωτικών.

Στο προκείμενο διερωτόμεθα ευλόγως, άραγε τι είδους ηθικό διαμορφώνει στα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων η από οικονομικής πλευράς αναφερόμενη μεταχείρισή τους, η οποία ευκόλως θα μπορούσε να εκληφθεί και ως απαξίωσή τους.

Επί του ερωτήματος αυτού νομίζουμε ότι δεν χρειάζεται και πολλή σκέψη προς απάντησή του.

Κύριε Πρωθυπουργέ
Εμείς οι υπογράφοντες την παρούσα και σε σχέση με τα όσα ως άνω επιγραμματικά για το θέμα που πραγματευόμεθα αναφέρουμε, πιστεύουμε ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις μας θα πρέπει να τυγχάνουν ιδιαιτέρας προσοχής σε ότι αφορά στο ζήτημα των περικοπών των δημοσίων δαπανών λόγω της οικονομικής κρίσεως.

Οι όποιες στον τομέα τους περικοπές θα πρέπει να αποφασίζονται με περίσκεψη και προσοχή, ώστε αντί πάσηςθυσίας να μην υπερβαίνουν τα όρια διατηρήσεως του αμυντικού δυναμικού της χώρας, το οποίο επιβάλλεται κάθε φορά εκ των πραγμάτων να διατίθεται.

Η πατρίδα μας, αν εξαιρέσουμε τα πρόσφατα χρόνια της ασυδοσίας, ανέκαθεν δεν ήταν πλούσια και τα οικονομικά της ήταν πάντα μίζερα.

Φρόντιζε όμως κατά προτεραιότητα την άμυνά της ώστε να πορεύεται κάθε φορά με ασφάλεια και αξιοπρέπεια.

Με ιδιαίτερη τιμή
Ναύαρχος ε.α. Λεωνίδας Βασιλικόπουλος ΠΝ,Επίτιμος Α/ΓΕΝ
Ναύαρχος ε.α. Ευάγγελος Λαγάρας ΠΝ,Επίτιμος Α/ΓΕΝ
Ναύαρχος ε.α. Ιωάννης Στάγκας ΠΝ, Επίτιμος Α/ΓΕΝ
Ναύαρχος ε.α. Γεώργιος Ιωαννίδης ΠΝ, Επίτιμος Α/ΓΕΝ
Ναύαρχος ε.α. Δημήτριος Γούσης ΠΝ, Επίτιμος Α/ΓΕΝ
Ναύαρχος ε.α. Κοσμάς Χρηστίδης ΠΝ, Επίτιμος Α/ΓΕΝ 

5 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ Υ/Β ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ (Β΄ΜΕΡΟΣ)

Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος
Δημοσιογράφος-Αμυντικός Αναλυτής

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Στρατιωτική Ισορροπία
και Γεωπολιτική» τ. 25, σελ.80 Αιγίς Εκδοτική, ΜΑΡ 2012

συνέχεια από το Α ΜΕΡΟΣ


Η σκούρα επιθετική σιλουέτα του
υποβρυχίου Type 209/1200 «Ποσειδών»
(S116) προκαλεί αντίθεση με το μπλε της
γαλήνιας θάλασσας.
ΦΩΤΟ: www.hellenicnavy.gr
Ένας ικανός κυβερνήτης μαζί με ένα αξιόπιστο όπλο (τορπίλη) συνιστούν ένα κλασικό καλό δίδυμο, η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητά τους όμως πολλαπλασιάζεται όταν συνεργαστούν με ένα εξελιγμένο διεύθυνσης βολής και κατ’ επέκταση με ένα ολοκληρωμένο σύστημα μάχης. Τα υποβρύχια Type 209/1100 φέρουν το σύστημα διεύθυνσης βολής «Κανάρης», το οποίο αποτελεί τελειοποίηση του ΓΕΤΕΝ 751 (Γραφείο Έρευνας και Τεχνολογίας Ναυτικού), που ενσωμάτωσε όλα τα πλεονεκτήματα του Signaal SINBADS (φέρεται από τα Type 209/1200) συν πολλές άλλες καινοτομίες που αποκτήθηκαν από την επιχειρησιακή εμπειρία των στελεχών της ΔΥ (συμπεριλαμβάνεται η δυνατότητα βολής Subharpoon). Το «Κανάρης» ολοκληρώθηκε παράλληλα με το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού «Neptune I» μαζί με μια σημαντική επιχειρησιακή καινοτομία για τις τακτικές, το νέο σόναρ χαμηλών συχνοτήτων με πλευρική διάταξη υδροφώνων (Flank Aray Sonar) PSU 83-90 της STN Atlas Electronics.

Επρόκειτο για ένα «γερό χαρτί» στα χέρια ενός έμπειρου κυβερνήτη, καθώς επιτυγχάνετο η οπτική καταγραφή και η συνολική μορφή απεικόνισης στόχων, γεγονός που επέτρεπε την εξέλιξη των τακτικών καθώς ο χειριστής διευκολυνόταν στον έγκαιρο εντοπισμό τους και την ευκολότερη παρακολούθηση αυτών. Επίσης καθίστατο πολύ πιο ευχερής ο χαρακτηρισμός του στόχου λόγω της καταγραφής των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ήχων χαμηλών συχνοτήτων που εκπέμπει, όπως επίσης της ανάλυσης – που ήταν πλέον διαθέσιμη – των ελίκων (σ.σ. αριθμός αυτών) του στόχου αλλά και των πτερύγων κάθε έλικας, με συνέπεια την ταχεία και ακριβή ταυτοποίησή του. Σε επιχειρησιακό επίπεδο τα υποβρύχια μπορούσαν (με εκπαιδευμένο πλήρωμα) να αυξήσουν την μέση απόσταση εντοπισμού στόχου κατά 30-60% περίπου! Αυτό πρακτικά έδωσε τη δυνατότητα προσαρμογής των υφιστάμενων τακτικών στα νέα δεδομένα, καθώς η επιτυχία εξαρτάται και από την ικανότητα ταχέως εντοπισμού και ταυτοποίησης του στόχου.

Χάρη σε αυτές τις προσθήκες και τις εν γένει αναβαθμισμένες δυνατότητες των υποβρυχίων Type 209/1100 και Type 209/1200 τα στελέχη της ΔΥ έδωσαν πλέον έμφαση σε εξαιρετικά πολύπλοκα τακτικά σενάρια βολής τορπιλών γυμνασίων, τα οποία σε αντίθεση με τα τεχνικά, δεν είναι γνωστή η θέση εκκίνησης και τα στοιχεία πλεύσης, δηλαδή πορεία και ταχύτητα, των στόχων. Το προσωπικό της ΔΥ άρχισε πλέον να δίνει βαρύτητα σε ομοίως πολύπλοκα τακτικά σενάρια επιχειρήσεων κατά υποβρυχίων, με ή χωρίς βολή τορπίλης. Όπως αναφέρει στο εξαίρετο βιβλίο των Αλέξανδρου Μαδωνή, Γεώργιου Χατζηγεωργίου «Ελληνικά Υποβρύχια 1885-2010» (Εκδόσεις Κλειδάριθμος, Αθήνα 2010): «… Οι ασκήσεις εναντίον υποβρυχίων είναι για τον διοικητή ο καθρέφτης της προσωπικότητας των κυβερνητών του και της οργάνωσης και εκπαίδευσης των πλοίων του! Αποτελούν το βασικό πεδίο «ευγενούς» ανταγωνισμού μεταξύ κυβερνητών, αλλά και μεταξύ των πληρωμάτων. Το «σκορ» το οποίο τυχαίνει συνεχούς ενημέρωσης, είναι τοιχοκολλημένο στο επιτελείο της διοίκησης και σε όλα τα υποβρύχια κατά τη διάρκεια των ασκήσεων. Τα πειράγματα από τα υποβρύχια τηλέφωνα δίνουν και παίρνουν. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι ακόμα και ο μάγειρας αγωνιά και βγαίνει από την κουζίνα του ρωτώντας: « τον πιάσαμε ρε παιδιά;». Δεν γίνεται βέβαια συζήτηση για την ετήσια αντίστοιχη διασυμμαχική άσκηση «Noble Manta», από την οποία είναι καλύτερα να μην επιστρέψει κάποιος αν δεν είναι τουλάχιστον δεύτερος σε απόδοση». Τα προαναφερόμενα απηχούν την βαρύτητα που δίνεται στα τακτικά σενάρια στην αντιμετώπιση εχθρικών υποβρυχίων, τα οποία σε γενικές γραμμές είναι του ίδιου τύπου με τα ελληνικά με τη διαφορά ότι ενσωματώνουν κάποια τουρκικά υποσυστήματα και είναι εξοπλισμένα με τορπίλες τύπου DM2A4 και Mk24 Mod 2 Tigerfish.


Τα υποβρύχια αποτελούν το κατεξοχήν στρατηγικό όπλο 
της χώρας
με πεδίο εφαρμογής την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου.  
ΦΩΤΟ: www.hellenicnavy.gr
Τη δεκαετία του 80 και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 90 οι τακτικές των ελληνικών υποβρυχίων επικεντρωνόταν στην από βάθος διαδοχική προσβολή στόχων, εκτοξεύοντας διπλές σύγχρονες βολές τορπιλών από μεγάλες αποστάσεις, πέρα από το όριο εντοπισμού των εχθρικών ανθυποβρυχιακών μονάδων. Οι τακτικές αυτές υιοθετήθηκαν επειδή τα εχθρικά αντιτορπιλικά (σ.σ. τύπου FRAM, Gearing, Fletcher, Allen M. Sumner, κ.α.) και οι πρώτες φρεγάτες της περιόδου (Knox, Standard) χρησιμοποιούσαν τις κλασικές τακτικές εντοπισμού υποβρυχίων μέσω ξεπερασμένων ανθυποβρυχιακών αισθητήρων, βασιζόμενες στο υδροφωνικό αποτέλεσμα. Η δεκαετία του 90 το υποβρύχιο σταδιακά άρχισε να αισθάνεται αυξημένη «ανασφάλεια» καθώς οι ναυπηγικές καινοτομίες στη σχεδίαση σκαφών και συστημάτων πρόωσης επέφεραν δραστική μείωση του υδροφωνικού αποτελέσματος των ανθυποβρυχιακών μονάδων. Παράλληλα αναπτύχθηκαν νέες παραπλανητικές τακτικές και επεκτάθηκε η χρήση ελικοπτέρων και αεροσκαφών ναυτικής συνεργασίας. Οι εξελίξεις αυτές επέφεραν αλλαγές στις τακτικές των υποβρυχίων, καθώς έπρεπε να αυξηθεί ο χρόνος παραμονής σε περισκοπικό βάθος με σκοπό να επιτευχθεί μέσω της συνδυασμένης χρήσης αισθητήρων υποκλοπής ραντάρ και του ορίζοντα του περισκοπίου, η έγκαιρη προειδοποίηση παρουσίας εχθρικών στόχων, για να ακολουθήσει ο οπτικός εντοπισμός και η αναγνώρισή τους. Φυσικά αυτό αύξανε κάθετα την πιθανότητα εντοπισμού τους από τον εχθρό καθώς λαμβανόταν υπόψη και ένας άλλος – επίσης επικίνδυνος – παράγοντας που σχετιζόταν με τις θερμοκρασίες του βυθού. Οι κυβερνήτες οδηγούσαν τα σκάφη τους σε βάθη – στα οποία αύξαναν τον χρόνο παραμονής τους – που κείτονταν πάνω από τα «φιλικά» προς το υποβρύχιο θερμοκρασιακά στρώματα, για να έχουν καλύτερες πιθανότητες εντοπισμού στόχων, οι οποίοι έπλεαν με ταχύτητες χαμηλού θορύβου. Στην πράξη και στις δύο περιπτώσεις το υποβρύχιο εκτιθόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα και κινδύνευε με εντοπισμό.

Το υποβρύχιο από τη φύση του αποτελεί έναν εξαιρετικά δύσκολο αντίπαλο τόσο από πλευράς εντοπισμού, όσο και από εξουδετέρωσης. Οι επιτελείς γνωρίζουν ότι τα αθόρυβα συμβατικά υποβρύχια, τα οποία φέρουν υψηλών επιδόσεων όπλα και επιχειρούν σε περιοχές παρακτίων υδάτων (littoral warfare) συνιστά για τα πλοία επιφάνειας μια από τις μεγαλύτερες απειλές. Ιδιαίτερη μάλιστα απειλή αποτελούν τα συμβατικά υποβρύχια εκτοπίσματος 1.100-1.400 τόνων, καθώς και οι πιο εξελιγμένοι τύποι τους που διαθέτουν συστήματα AIP, γεγονός που τους παρέχει δυνατότητα συνεχούς παραμονής σε κατάδυση για χρονική περίοδο 15-25 ημερών, χωρίς την ανάγκη χρήσης αναπνευστήρα (σ.σ. snorkeling). Η νέα εποχή και οι τεχνολογικές της εξελίξεις δυσκόλεψαν ακόμη περισσότερο το επιχειρησιακό περιβάλλον εντός του οποίου καλείται να δράσει το υποβρύχιο.

Συστήματα νυκτερινής όρασης, ραντάρ χαμηλής ισχύος – τα οποία υποκλέπονται πολύ δύσκολα – ενεργητικά σόναρ χαμηλής συχνότητας με αυξημένες δυνατότητες εντοπισμού, παραπλανητικά τορπιλών, συγκροτούν μια διαρκή εξελισσόμενη απειλή η οποία περιορίζει το τακτικό πλεονέκτημα των υποβρυχίων. Για τον σκοπό αυτό το ΠΝ επέλεξε να προχωρήσει ένα βήμα εμπρός και παράλληλα με τις εξελίξεις επιλέγοντας το Type 214, τα οποία αναδιαμορφώνουν τις τακτικές καθώς διαθέτουν προηγμένα συστήματα υποβρύχιας ναυτιλίας για βέλτιστη εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου γεωγραφικού περιβάλλοντος, συν το σύστημα αναερόβιας πρόωσης AIP. Ισχυρό σημείο της κλάσης αποτελεί το ολοκληρωμένο σύστημα μάχης ISUS 90-15 στο οποίο ενσωματώνονται σειρά αισθητήρων υψηλής τεχνολογίας. Τα Type 214 φέρουν επίσης το σύστημα αντιμέτρων κατά τορπιλών Circe, προσδίδοντας στο σκάφος αυτοπροστασία και μεγαλύτερη τακτική ευελιξία.

Σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση Ελλάδας και Τουρκίας οι τακτικές που αναμένεται ότι θα εφαρμοστούν από τα δύο ναυτικά μεταξύ υποβρυχίων δεν θα παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, καθώς οι δύο χώρες χρησιμοποιούν υποβρύχια παρόμοιων δυνατοτήτων, ενώ το μοναδικό Type 214 που πλέει με ελληνικά χρώματα δεν φέρει σύγχρονες τορπίλες βαρέως τύπου, οι οποίες θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν πλήρως τα τεχνολογικά πλεονεκτήματα που ενσωματώνει το ISUS.     


Η προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας
και ο θαλάσσιος έλεγχος περιλαμβάνονται μεταξύ των
αποστολών των ελληνικών υποβρυχίων.
ΦΩΤΟ: www.ellinikos-stratos.com

Επίλογος 

Καθώς έχουμε εισέλθει στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, το υποβρύχιο έχει επωμισθεί και άλλα καθήκοντα, όπως σε στρατηγικό επίπεδο στη συλλογή πληροφοριών και στην προσβολή στόχων ξηράς, παράλληλα με την βασική αποστολή του η οποία είναι η αμφισβήτηση του θαλάσσιου ελέγχου του αντιπάλου. Οι εξελίξεις στις τακτικές υποβρυχίων λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τις αναβαθμισμένες δυνατότητες των ανθυποβρυχιακών μέσων και αισθητήρων, όπως τα νέα ενεργητικά συστήματα σόναρ χαμηλών συχνοτήτων (μονοστατικά ή πολυστατικά Low Frequency Actice Sonars – LFAS), τα οποία ερευνούν και εντοπίζουν συμβατικά υποβρύχια που επιχειρούν σε παράκτια και περιορισμένα ύδατα. Ένας άλλος κίνδυνος προέρχεται από την απειλή των τορπιλών βαρέως τύπου, ο οποίος αντιμετωπίζεται τεχνολογικά μέσω της έρευνας και ανάπτυξης συστημάτων και αισθητήρων υψηλής συχνότητας, broadband sonars και ειδικές τεχνικές επίθεσης. Εκτός αυτών δεν θα πρέπει να λησμονούμε τις θαλάσσιες νάρκες, οι οποίες αποτελούν ένα φθηνό αλλά πολύ αποτελεσματικό μέσο άμυνας, για τις οποίες αναπτύσσονται και ολοκληρώνονται στα υποβρύχια προηγμένα συστήματα αποφυγής ναρκών.

Προκειμένου να εμπλουτίσουμε στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου τις όποιες ειδικές γνώσεις των αναγνωστών, πρέπει να προσθέσουμε επίσης δύο σημαντικά ραγδέως εξελισσόμενα δεδομένα. Το πρώτο αφορά την λεγόμενη Ταχεία Περιβαλλοντολογική Εκτίμηση (Rapid Enviromental Assesment - REA) που αποσκοπεί στην απόκτηση στοιχείων (μετεωρολογικών, ωκεανογραφικών) σε πραγματικό χρόνο, από επιλεγμένες περιοχές ενδιαφέροντος (π.χ. παράκτια ύδατα), επειδή εμφανίζουν αυξημένη μεταβλητότητα (τοπική και χρονική). Η συγκέντρωση των στοιχείων πραγματοποιείται με δορυφόρους τηλεπισκόπησης, αισθητήρες (παρασυρόμενους, ή σταθερούς), με τη χρήση λέιζερ. Το δεύτερο αφορά την ταχύτατη ανάπτυξη της μικροηλεκτρονικής (VLSI τσιπς) σε συνδυασμό με ηλεκτρονικούς υπολογιστές που χρησιμοποιούν προηγμένους επεξεργαστές μεγάλης ισχύος. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την σχεδίαση και κατασκευή συστημάτων σόναρ με πολύ πιο αυξημένες επιχειρησιακές δυνατότητες, πολύ μικρότερου κόστους! Σημειώνεται ότι το Τουρκικό Ναυτικό έχει προχωρήσει στη συνεργασία με ερευνητικά ιδρύματα με σκοπό την εγχώρια σχεδίαση, ανάπτυξη και κατασκευή συστημάτων διαχείρισης μάχης, σόναρ, καθώς και του προγράμματος «εθνικής» τορπίλης. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η κατασκευή συστημάτων υποβρύχιας και επιφανειακής παρατήρησης και εντοπισμού στόχων με σκοπό την εγκατάστασή τους στις ναυτικές βάσεις στο Ακσάζ και στην Φώκαια. Το σύστημα ονομάστηκε Yunus (δελφίνι) και αποτελείται από σειρά τουρκικής σχεδίασης υποβρύχιων ακουστικών αισθητήρων (ενεργητικών και παθητικών) με σκοπό την έγκαιρη προειδοποίηση και εντοπισμό υποβρυχίων, βατραχανθρώπων και μίνι-σκαφών, καθώς και υποβρύχιων μη επανδρωμένων συστημάτων. Οι πληροφορίες που θα συλλέγονται από τους αισθητήρες θα συγκεντρώνονται στη συνέχεια σε ένα ενιαίο κέντρο όπου θα γίνεται σύντηξη, ανάλυση και εκμετάλλευσή τους.

Σήμερα ο παθητικός σιωπηλός πόλεμος στο Αιγαίο μπορεί να μετατραπεί σε ενεργό, γεγονός που θα θέσει σε άμεση επιχειρησιακή λειτουργία τα όποια σχέδια και τακτικές υποβρυχίων υφίστανται και από τις δύο πλευρές. Τότε θα κριθεί ποια πλευρά διαθέτει όχι τα πιο εξελιγμένα όπλα, αλλά την καλύτερη εκπαίδευση, τα στελέχη της θα είναι πρωταθλητές της υποβρύχιας σιωπής, θα διέπονται από σιδερένια πειθαρχία και τέλος θα είναι οι πιο αποφασισμένοι να νικήσουν… 

Ο παράγων τορπίλη 

Όπως είναι γνωστό το ΠΝ χρησιμοποιεί δυο κυρίους τύπους τορπιλών καθώς στερείται μια σύγχρονης βαρέως τύπου, σε αντίθεση με το Τουρκικό Ναυτικό που έχει προμηθευτεί τις DM2A4 και Tigerfish. Τα πρώτα υποβρύχια Type 209 έφεραν την γερμανικής κατασκευής SST-4 (Special Surface Target) Mod 0 και Mod 1 της AEG-Telefunken AG. Πρόκειται για ένα όπλο παλαιού τύπου (σ.σ. εξαγωγική έκδοση της DM2A1 Seal) που κινείται με ηλεκτρισμό και καθοδηγείται προς τον στόχο ενσύρματα. Βάλλεται αποκλειστικά κατά στόχων επιφανείας και έχει βάθος λειτουργίας τα 100 μέτρα. Αναπτύσσει ταχύτητα 23-24 κόμβων και έχει εμβέλεια (ανάλογα με την ταχύτητα) της τάξης των 12,7 και 28 χιλιομέτρων. Η δεύτερη κύρια τορπίλη των ελληνικών υποβρυχίων είναι η SUT (Surface & Underwater Target) Mod 0 και Mod 1 είναι επίσης γερμανικής κατασκευής της AEG-Telefunken AG. Ομοίως πρόκειται για παλαιάς τεχνολογίας κατασκευής ηλεκτροκίνητης τορπίλης ενσύρματης καθοδήγησης, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά στόχων επιφανείας αλλά και κατά υποβρυχίων. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία φέρεται να έχει επιχειρησιακό βάθος λειτουργίας που κυμαίνεται από 2 έως 460 μέτρα. Αναπτύσσει ταχύτητα 18 κόμβων (σε φάση έρευνας), 23 κόμβων (χαμηλή) και 34 κόμβων (υψηλή). Η εμβέλειά της διαμορφώνεται αναλογικά σε 26, 28,5 και 12 χιλιόμετρα. Το ΠΝ χρησιμοποιεί και την αμερικανικής κατασκευής Mk-37 της Westinghouse. Η Mk-37 είναι ηλεκτροκίνητη τορπίλη ενσύρματης καθοδήγησης κατά στόχων επιφανείας και υποβρυχίων, με τεχνολογία που άγεται στο τέλος του Β΄ΠΠ (σ.σ. ξεκίνησε το 1946 και οι πρώτες εκδόσεις Mod 0 δεν διέθεταν καλώδιο καθοδήγησης). Είναι ένα όπλο μειωμένων επιχειρησιακών δυνατοτήτων εμβέλειας 8 έως 17 χιλιομέτρων.


H τορπίλη DM2A4 ΦΩΤΟ: www.zonamilitar.com.ar

Στην άλλη πλευρά του Αιγαίου όμως ο αντίπαλος έχει εντάξει στο οπλοστάσιό του δύο σημαντικά ατού: α) την τορπίλη DM2A4 Seahake και β) την Mk-24 Mod 2 Tigerfish. Η πρώτη είναι γερμανικής κατασκευής της STN Atlas Elektronik και ανήκει στην πλέον εξελιγμένη γενιά τορπιλών. Αποτελεί εξέλιξη της DM2A3, καθοδηγείται προς τον στόχο ενσύρματα και είναι διπλού ρόλου (κατά επιφανείας και υποβρυχίων). Για την πρόωση χρησιμοποιεί ηλεκτροκινητήρα διέγερσης μόνιμου μαγνήτη και αναπτύσσει ταχύτητα βηματιστικής ρύθμισης που κυμαίνεται από 25 έως 52 κόμβους. Φέρει αισθητήρα αναζήτησης ενεργής/παθητικής για έρευνα και εγκλωβισμό στόχων. Ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο στη σχεδίαση της DM2A4 αφορά την σπονδυλωτή κατασκευή του ηλεκτρικού συσσωρευτή, ο οποίος είναι δύο, τριών ή τεσσάρων τμημάτων, με σκοπό τον καθορισμό των επιδόσεων (ταχύτητας και εμβέλειας) σε συνδυασμό με τη χρήση κατάλληλων προπελών (ανάλογα με την εντολή). Η τορπίλη ελέγχεται μέσω οπτικής ίνας αντί του κλασικού χάλκινου αγωγού καθοδήγησης , παρέχοντας στο υποβρύχιο τη δυνατότητα λήψης ακουστικού διαύλου για περισσότερο επεξεργασία δεδομένων. Η συγκεκριμένη τορπίλη μπορεί να φθάσει σε εμβέλεια τα 100 χιλιόμετρα, όμως το ισχυρότερο σημείο δεν προέρχεται από την απόσταση, αλλά από άλλες επιχειρησιακές δυνατότητες που ενσωματώνει. Μια από αυτές αφορά τον αισθητήρα απόνερων και τον αλγόριθμο απόρριψης των ρυμουλκούμενων παρεμβολέων θορύβου (από πλοίο επιφανείας).

Το έτερον όπλο των τουρκικών υποβρυχίων ακούει στο όνομα Tigerfish και κατασκευάζεται από την Marconi Underwater Systems. Είναι επίσης ηλεκτροκίνητη τορπίλη, διπλού ρόλου με ταχύτητα που κυμαίνεται από 24 έως 36 κόμβους και εμβέλειας για την Mod 2 29 και 18 χιλιόμετρα (σ.σ. όταν αυξάνεται η ταχύτητα μειώνεται η εμβέλεια). Θεωρείται ως μια από τις πλέον αθόρυβες τορπίλες βαρέως τύπου, γεγονός που λειτούργησε υπέρ της απόκτησής της από το Τουρκικό Ναυτικό.


Φαίνεται πως η τουρκική πλευρά απολαμβάνει ένα επιχειρησιακό πλεονέκτημα λόγω του προβαδίσματος που έχει αποκτήσει μέσω της προμήθειας συγχρόνων τορπιλών βαρέως τύπου. Ωστόσο όπως μας εξήγησαν οι αξιωματικοί των υποβρυχίων στους οποίους απευθυνθήκαμε για περισσότερη ενημέρωση, η οποία για προφανείς λόγους δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτυπωθεί, η επιχειρησιακή πραγματικότητα στο Αιγαίο είναι διαφορετική. Το περιβάλλον καθορίζει τους «κανόνες» και όχι κατ’ αποκλειστικότητα τα όπλα, όσο πολυδιαφημισμένα κι αν είναι…


πηγή Περί Αλός 

Βιβλιογραφία

Τιμόθεος Γ. Μασούρας, Θωμάς Π. Κατωπόδης, Τα Ελληνικά Υποβρύχια, (2 τόμοι), Εκδόσεις «Ναυτικόν Μουσείον της Ελλάδος», Πειραιάς 2010.

Αλέξανδρος Μαδωνής, Γεώργιος Μαστρογεωργίου, Ελληνικά Υποβρύχια 1885-2010, Εκδόσεις «Κλειδάριθμος», Αθήνα 2010.

Γεώργιος Α. Σάγος, Νικόλαος Γ. Μαλαχίας, Αρχές υδροακουστικής και συστημάτων sonar, Εκδόσεις «Παπασωτηρίου», Αθήνα 2003. 

Χρήστος Δ. Μηνάγιας, Η γεωπολιτική στρατηγική και η στρατιωτική ισχύς της Τουρκίας, Εκδόσεις «Τουρίκη», Αθήνα 2010.