Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολεμικο Ναυτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολεμικο Ναυτικο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Μαρτίου 2026

Κανάρης και Καποδίστριας, Στρατηγική αποτροπή στο ανατολικό Αιγαίο (1828)

Γράφει ο Ηρακλής Καλογεράκης

Ο Κανάρης το 1828 δεν είναι πλέον μόνο πυρπολητής, είναι παράγοντας στρατηγικής αποτροπής. Η επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια προς τον Κωνσταντίνο Κανάρη, με ημερομηνία 28 Μαρτίου 1828 (αρ. 1281), δεν προαναγγέλλει μια μεγάλη ναυμαχία αλλά αντανακλά τη σοβαρότητα της κατάστασης, την εμπιστοσύνη στον Κανάρη και τη χρήση του κύρους του ως στρατηγικού εργαλείου.

Η επιστολή αυτή αποτελεί ένα εξαιρετικά αποκαλυπτικό τεκμήριο τόσο για τη σχέση Κυβερνήτη και ναυμάχων, όσο και για τον χαρακτήρα του ίδιου του Κανάρη. Πρόκειται για κείμενο διοικητικό και επιχειρησιακό, το οποίο όμως εμπεριέχει έντονη ηθική και πολιτική φόρτιση. Μέσα από τη γλώσσα και τη δομή του αναδύονται κρίσιμα συμπεράσματα για την προσωπικότητα του Κανάρη, τη θέση του στο εθνικό αφήγημα της Επανάστασης και την εκτίμηση που του έτρεφε ο Καποδίστριας.

Αριθ. 1281)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Προς τον πλοίαρχον Κ. Κανάρην

Εκ φήμης έως τώρα εγνώριζον τας λαμπράς Σου πράξεις και την εις τα συμφέροντα του Έθνους αφοσίωσίν σου.

Μ΄όλον πεπεισμένος περί τούτων, η χθεσινή σου όμως προσωπική μετ΄εμού έντευξις, και εξηγήσεις τας οποίας κατ΄αυτή έλαβον από Σε, μ΄έκαμον την πλέον ευάρεστον εντύπωσιν, και μ΄εβεβαίωσαν πληρέστατα ότι δικαίως μέχρι τούδε η φήμη Σε απέδιδεν εκείνην την ξεχωριστήν τιμήν, και χαίρω από καρδίας βλέπων την Πατρίδα να πλουτή εις τους κόλπους της έναν τοιούτον ευγενή πολίτην χαρακτηριζόμενον με προτερήματα τόσον λαμπρά και κοινωφελή.

Θέλει έφθασε και εις τας ιδικάς Σου ακοάς ότι ο Σουλτάνος εξακολουθών το αυτόν σύστημα της προς την υπόθεσίν μας ισχυρογνωμίας και απιστίας του εμελέτησε και της νήσου Σάμου την καταστροφήν και σπεύδει να φέρη εις έκβασιν τα απάνθρωπα κατ΄εκείνης της νήσου επιχειρήματά του. Η Κυβέρνησις δεν δύναται να είπη ότι έχει τας πλέον ακριβείς πληροφορίας περί του πράγματος, αλλ΄όπως και να είναι νομίζει χρέος της απαραίτητον να μην μείνη αδιάφορος εις την είδησιν αυτήν, αλλ΄εξ΄εναντίας να λάβη όλα τα ανήκοντα μέτρα, ώστε να προλάβη κάθε ενδεχόμενον δυστύχημα εκείνης της νήσου. Όθεν και διέταξε τον υποναύαρχον Μιαούλην να εκπλεύση με το δίκροτον η «Ελλάς» προς εκείνα τα μέρη μεταχειριζόμενος όλην την απαιτουμένη ταχύτητα και προθυμίαν εις τον σκοπόν.

Μέγα μέρος των ελπίδων της περί ευτυχούς εκβάσεως της εκστρατείας αυτής η Κυβέρνησις ανέθεσε προς τον ανδρείον Κανάρην.

Όθεν στρεφόμενη ήδη και προς Σε, Σε διατάττει να εκπλεύσης ωσαύτως με το πυρπολικόν σου πλοίον όσο τάχιον, και να τρέξης εις ένωσιν μετά του ναυάρχου Μιαούλη προς τον οποίον θέλεις εγχειρίσει και τας εγκλειομένας διαταγάς. Ο Ναύαρχος ευρίσκεται εις Πόρον όπου έλαβε τας διαταγάς περ της εκπλεύσεώς του. Είναι ανάγκη λοιπόν να διαβής εκείθεν πρώτον, και εί μεν ανεχώρησεν από Πόρον θέλεις ακολουθήσει ευθύς τον δρόμον σου δια να τον φθάσης, εί δε και κατά περίστασιν δεν τον εύρης ακόμη έτοιμον, αφ΄ού τον εγχειρίσεις τα προς αυτόν έγγραφα και συνεννοηθείς μαζύ του θέλεις κινήσει και πρώτος δια το διωρισμένον μέρος, όπου δεν θέλει βραδύνει και ο Ναύαρχος.

Δια να πληροφορηθής καλήτερον τους σκοπούς και την επιθυμίαν της Κυβερνήσεως εις την εκστρατείαν αυτήν, καθώς και τα μέσα με τα οποία επροσπάθησε να επαρκέση εις την κατεπείγουσαν ταύτην ανάγκην Σ΄εγκλείω αντίγραφον των οδηγιών τας οποίας έδωκε προς τον Ναύαρχον. Κρίνει περιττόν να Σ΄εξηγηθή ιδιαιτέρως η Κυβέρνησις περί των όσα αφορούν την υπόθεσιν αυτήν. Αλλ΄εντοσούτω δεν δύναται να μην επαναλάβη και προς Σε ότι η περίστασις αύτη της Πατρίδος είναι σημαντικωτάτη και ήθελε συντείνει τα μέγιστα εις τα συμφέροντα του Έθνους το να δυνηθώμεν να κατορθώσωμεν λαμπράν τινά πράξιν κατά του εχθρού όχι μόνον εις την αντίκρουσιν των κατά της Σάμου κινημάτων, αλλά και όσω ήθελε διατρίβη εις Μυτιλήνην ή όποιον άλλο τουρκικόν μέρος ο στολίσκος του κακά μελετών καθ΄ημών.

Η Κυβέρνησις αρκείται να δώση μικρά αφορμήν περί τούτου εις τον πατριωτισμόν σου, και επομένως έχει την πλέον ευχάριστον πεποίθησιν ότι ο διακαής προς την Πατρίδα ζήλος όστις ωδήγησε πάντοτε τον ανδρείον Κανάρην εις τόσα περικλεή κατορθώματα, τα οποία εις διαφόρους περιστάσεις έσωσαν την Πατρίδα, αυτός μόνος είναι ικανός να τον εμψυχώση και τώρα εις κατόρθωσιν νέων λαμπρών θριάμβων, ώστε να επισφραγίση ο ίδιος την νίκην των Ελλήνων εις την τελευταίαν ίσως ταύτην προσβολήν του εχθρού.

Εν Αιγίνη, τη 28η Μαρτίου 1828

Το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο

Η επιστολή συντάσσεται από τον κυβερνήτη Καποδίστρια, λίγους μόλις μήνες μετά την άφιξη του στην Ελλάδα (Ιανουάριος 1828), σε μια περίοδο κατά την οποία η Επανάσταση δεν είχε ακόμη κριθεί οριστικά.

Την άνοιξη του 1828 υπήρξε πράγματι έντονη φημολογία περί επικείμενης οθωμανικής επιχείρησης κατά της Σάμου, στα πλαίσια του γενικότερου οθωμανικού σχεδίου ανακατάληψης και εκφοβισμού των νησιωτικών εστιών αντίστασης. Η Σάμος, αν και de facto ελληνική, δεν είχε ακόμη κατοχυρωθεί οριστικά στο υπό διαμόρφωση κρατικό μόρφωμα και αποτελούσε ευαίσθητο γεωπολιτικό σημείο στο Ανατολικό Αιγαίο.

Η Κυβέρνηση στερείτο επαρκών πληροφοριών («δεν δύναται να είπη ότι έχει τας πλέον ακριβείς πληροφορίας»), όμως θεωρεί χρέος της να ενεργήσει προληπτικά. Η επιστολή αντανακλά αυτή την αίσθηση κατεπείγοντος. Ταυτόχρονα, αποτυπώνει την προσπάθεια του Καποδίστρια να εγκαθιδρύσει μια συγκροτημένη κρατική διοίκηση και ιεραρχία.

Ο Καποδίστριας, ακολουθώντας πολιτική προληπτικής αποτροπής, έδωσε εντολή στον Ανδρέα Μιαούλη να αποπλεύσει με τη νεοαποκτηθείσα από τις ΗΠΑ φρεγάτα, το δίκροτο «Ελλάς», και στον Κανάρη να κινηθεί με τα πυρπολικά προς ένωση μαζί του. Οι εντολές δόθηκαν με σαφήνεια και η συνεργασία και η πειθαρχία αποτελούν πλέον κεντρικά στοιχεία του σχεδίου.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι ο ελληνικός στόλος πράγματι κινήθηκε στο Ανατολικό Αιγαίο αλλά δεν πραγματοποιήθηκε κάποια ναυμαχία στη Σάμο. Δεν καταγράφηκε πυρπόληση ή άμεση σύγκρουση ανάλογη προηγούμενων επιχειρήσεων του Κανάρη. Η επικρατέστερη εκτίμηση είναι ότι η κινητοποίηση λειτούργησε αποτρεπτικά αφού ο οθωμανικός στόλος δεν προχώρησε σε καταστροφική επιχείρηση κατά της Σάμου εκείνη την περίοδο.

Το 1828, άλλωστε, το ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον είχε μεταβληθεί ριζικά. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτ. 1827) είχε καταστρέψει τον οθωμανικό στόλο, η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία οδηγούνταν στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1828–1829) και η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε περιορισμένες δυνατότητες για εκτέλεση μιας μεγάλης ναυτικής επιχείρησης στο Αιγαίο.

Στην Ελλάδα, η περίοδος 1828, ήταν κυρίως η εποχή οργανωτικών διαδικασιών. Η Ελληνική πλευρά, μετά τη μεγάλη ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβριος 1827), κατέβαλε προσπάθειες να μετασχηματίσει τα ναυτικά σώματα σε τακτική δύναμη, στον Ελληνικό στόλο. Ο Καποδίστριας με το που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας(Ιανουάτιος 1828) επικεντρώθηκε στην εξασφάλιση νομιμότητας, καταστολή πειρατείας και οργανωτική οργάνωση, παρά σε μεγάλες ανοιχτές ναυμαχίες.

Ο Ανδρέας Μιαούλης ήταν αρχηγός της Μοίρας του Αιγαίου μετά την αποχώρηση του Κόχραν το 1827 και μέχρι το τέλος του πολέμου και μετέπειτα, ενώ ο Κανάρης τοποθετήθηκε από τον Καποδίστρια ως αρχηγός στολίσκου πυρπολικών, υπό τις εντολές του Μιαούλη, με σκοπό την καταπολέμηση της πειρατείας και την επιβολή νομιμότητας στις Ελληνικές θάλασσες.

Η μετάβαση από τη φήμη στην προσωπική εκτίμηση

Ιδιαίτερη σημασία έχει το εισαγωγικό μέρος της επιστολής. Ο Καποδίστριας δηλώνει ότι γνώριζε έως τότε τον Κανάρη «εκ φήμης». Η φράση αυτή δεν είναι τυπική· αναγνωρίζει τη δημόσια φήμη του πυρπολητή, ο οποίος ήδη είχε καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως ήρωας (Χίος 1822, Τένεδος- Πάτρα 1823, Σάμος 1824, Αλεξάνδρεια 1825 κ.ά.). Ωστόσο, ο Κυβερνήτης σπεύδει να υπογραμμίσει ότι η προσωπική τους συνάντηση τον επιβεβαίωσε πλήρως: «η χθεσινή σου προσωπική μετ’ εμού έντευξις… μ’ εβεβαίωσαν πληρέστατα».

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Ο Καποδίστριας δεν αρκείται στον θρύλο. Κρίνει τον άνθρωπο. Και το συμπέρασμά του είναι ότι η φήμη δεν υπερέβαλλε. Ο Κανάρης παρουσιάζεται ως «ευγενής πολίτης» με «προτερήματα τόσον λαμπρά και κοινωφελή». Η έννοια της ευγένειας εδώ δεν αφορά κοινωνική καταγωγή αλλά ήθος. Ο Κυβερνήτης χαίρεται «από καρδίας» που η Πατρίδα διαθέτει έναν τέτοιο πολίτη. Η διατύπωση υποδηλώνει προσωπική συγκίνηση και ειλικρινή εκτίμηση.

Η εμπιστοσύνη ως ανάθεση ευθύνης

Το πλέον αποκαλυπτικό σημείο είναι η φράση: «Μέγα μέρος των ελπίδων της περί ευτυχούς εκβάσεως της εκστρατείας αυτής η Κυβέρνησις ανέθεσε προς τον ανδρείον Κανάρην». Η διατύπωση είναι σαφής: η επιτυχία της επιχείρησης συνδέεται άμεσα με τον Κανάρη. Δεν πρόκειται για απλή συμμετοχή· πρόκειται για ανάθεση κρίσιμης ευθύνης.

Ο Καποδίστριας δεν τον αντιμετωπίζει απλώς ως εκτελεστικό όργανο. Του εμπιστεύεται διαταγές προς τον Μιαούλη, του παρέχει αντίγραφο των οδηγιών και θεωρεί περιττό να του εξηγήσει περαιτέρω λεπτομέρειες, διότι προφανώς τον θεωρεί ικανό να κατανοήσει τους στρατηγικούς σκοπούς. Η φράση «Κρίνει περιττόν να Σ’ εξηγηθή ιδιαιτέρως η Κυβέρνησις» αποτελεί έμμεση αναγνώριση ωριμότητας και κρίσης.

Η εμπιστοσύνη αυτή έχει δύο διαστάσεις: επιχειρησιακή και ηθική. Επιχειρησιακή, διότι ο Κανάρης καλείται να κινηθεί ταχέως, να ενωθεί με τον ναύαρχο, ακόμη και να προηγηθεί εφόσον χρειαστεί. Ηθική, διότι ο Κυβερνήτης δηλώνει ότι «αρκείται να δώση μικρά αφορμήν περί τούτου εις τον πατριωτισμόν σου». Δεν χρειάζονται εκτενείς εντολές ή επιτήρηση. Ο πατριωτισμός του Κανάρη θεωρείται επαρκές κίνητρο.

Κωνσταντίνος Κανάρης Λιθογραφία Οίκος Βέργου

Ο Κανάρης ως σταθερή ηθική δύναμη

Ο Καποδίστριας αποδίδει στον Κανάρη χαρακτηριστικά σταθερότητας και συνέπειας. Ο «διακαής προς την Πατρίδα ζήλος» του παρουσιάζεται ως διαχρονικός και δοκιμασμένος: «ωδήγησε πάντοτε… εις τόσα περικλεή κατορθώματα». Η χρήση του «πάντοτε» δεν είναι τυχαία. Δηλώνει σταθερότητα χαρακτήρα, όχι στιγμιαίο ηρωισμό.

Η επιστολή δεν εξυμνεί απλώς το παρελθόν. Προβάλλει το παρελθόν ως εγγύηση του μέλλοντος. Ο Κανάρης καλείται να «επισφραγίση ο ίδιος την νίκην των Ελλήνων εις την τελευταίαν ίσως ταύτην προσβολήν του εχθρού». Εδώ αποτυπώνεται η αντίληψη του Κυβερνήτη ότι ορισμένα πρόσωπα λειτουργούν ως φορείς συμβολικής και ηθικής συνέχειας του Αγώνα.

Συμπεράσματα για τον χαρακτήρα του Κανάρη

Από το σύνολο της επιστολής προκύπτουν σαφή συμπεράσματα:

1.Ακεραιότητα και ευγένεια ήθους: Ο Κανάρης δεν προβάλλεται μόνο ως ανδρείος, αλλά ως «ευγενής πολίτης». Η έμφαση στην πολιτική ιδιότητα (πολίτης) δείχνει ότι ο Καποδίστριας τον αντιλαμβάνεται ως θεμέλιο της νέας πολιτείας.
2.Αφοσίωση και συνέπεια: Η αφοσίωση «εις τα συμφέροντα του Έθνους» θεωρείται δεδομένη και διαρκής.
3.Αυτονομία κρίσης: Ο Καποδίστριας θεωρεί περιττό να του αναλύσει περαιτέρω τα σχέδια, ένδειξη εμπιστοσύνης στην ικανότητά του να ενεργήσει ορθά.
4.Ηγετική βαρύτητα: «Μέγα μέρος των ελπίδων» ανατίθεται σε αυτόν. Η επιτυχία της αποστολής συνδέεται με την προσωπικότητά του.
5.Ηθική επιρροή: Ο πατριωτισμός του δεν είναι μόνο προσωπική αρετή, αλλά κινητήρια δύναμη που εμπνέει και διασφαλίζει την εθνική υπόθεση.

Η εκτίμηση του Καποδίστρια

Η επιστολή δεν είναι απλώς διοικητικό έγγραφο. Είναι κείμενο αναγνώρισης. Ο Καποδίστριας, διπλωμάτης ευρωπαϊκού κύρους και αυστηρός κριτής ανθρώπων, δεν διατυπώνει ελαφρά τη καρδία τέτοιους επαίνους. Η «ευάρεστος εντύπωσις» της προσωπικής συνάντησης και η «πλέον ευχάριστος πεποίθησις» για τη μελλοντική δράση του Κανάρη δείχνουν βαθιά εμπιστοσύνη.

Εν τέλει, η επιστολή αποκαλύπτει έναν Κανάρη που υπερβαίνει τον μύθο του πυρπολητή. Αναδεικνύεται ως θεσμικός παράγοντας, ως πρόσωπο εμπιστοσύνης της κεντρικής εξουσίας, ως πολίτης με ηθικό βάρος. Η ανδρεία του δεν είναι απλώς επιχειρησιακή δεξιότητα, αλλά έκφραση ακεραιότητας και σταθερού πατριωτικού ήθους. Και αυτό ακριβώς αναγνωρίζει και αξιοποιεί ο Καποδίστριας, σε μια κρίσιμη στιγμή της εθνικής ιστορίας.

Η στρατηγική αποτροπή

Με βάση τη ναυτική πρακτική της εποχής η παρουσία και μόνο της φρεγάτας «Ελλάς» και των πυρπολικών υπό τον Κανάρη, ήταν από μόνη της σημαντικός αποτρεπτικός παράγοντας. Το 1824 η Σάμος σώθηκε με πυρπολικά ενώ μέχρι το 1828, η φήμη των «πυρπολητών» λειτουργούσε αποτρεπτικά.

Στη στρατηγική θεωρία και στην ιστορική ανάλυση των ναυτικών επιχειρήσεων, η απουσία μάχης δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με αδράνεια ή αποτυχία· συχνά αποτελεί ένδειξη επιτυχούς αποτροπής.

Φρεγάτα «ΕΛΛΑΣ» (1827)

Η αποτροπή λειτουργεί όταν η προβολή ισχύος, η φήμη προηγούμενων επιτυχιών ή η έγκαιρη κινητοποίηση δυνάμεων μεταβάλλουν τον υπολογισμό του αντιπάλου, οδηγώντας τον στην αναβολή, μεταβολή ή εγκατάλειψη ενός σχεδίου επιχειρήσεων. Ιδίως στη ναυτική στρατηγική του 19ου αιώνα, όπου η πληροφορία ήταν ατελής και η απώλεια πλοίων ιδιαίτερα δαπανηρή, η παρουσία ενός αξιόμαχου στόλου ή ακόμη και η φήμη ενός ικανού διοικητή μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά χωρίς να απαιτηθεί σύγκρουση.

Επομένως, όταν μια κινητοποίηση δεν καταλήγει σε ναυμαχία, αυτό δεν σημαίνει ότι η επιχείρηση υπήρξε περιττή· αντιθέτως, ενδέχεται να πέτυχε τον πρωταρχικό της στόχο, δηλαδή την αποτροπή του εχθρικού σχεδίου πριν αυτό υλοποιηθεί. Η εντολή αυτή του Καποδίστρια προς Κανάρη και Μιαούλη, αντανακλά καθαρά την στρατηγική σκέψη του κυβερνήτη με τη εφαρμογή της στρατηγικής αποτροπής, αντί της άμεσης σύγκρουσης.

Βιβλιογραφία
 
ΓΑΚ και Ίδρυμα Ευγενίδου, Κατάλογος έκθεσης «1821, Ο αγώνας στη θάλασσα, Τρέξε πάνω εις τα κύματα της φοβεράς θαλάσσης», Έκδοση ΓΑΚ, Αθήνα, 2021
Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979
Κόκκινος Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάσταση, Τόμος Γ΄, Εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1956
Μαζαράκης-Αινιάν Ιωάννης, Το Ναυτικόν του Αγώνος, Αθήνα, 1928.
Σίμψας Μάριος, Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων,  Ι. Πέππας και Σια Ο.Ε, Αθήνα, 1982.
 
Πηγές διαδικτύου 
 
Μεθ’ Ορμής Ακαθέκτου 1 , 2 , 3, 4
 
Πηγή:  navalhistory

17 Ιανουαρίου 2026

Αυτό είναι το έμβλημα της φρεγάτας FDI «Κίμων»: Tι συμβολίζει.

Το έμβλημα της φρεγάτας FDI «Κίμων» που φέρει στη στολή του το πλήρωμα της φρεγάτας, απεικονίζει μια περικεφαλαία αρχαίου Έλληνα πολεμιστή και από πίσω μια τριήρη.
 
Τα στοιχεία είναι δεμένα μεταξύ τους, με την τριήρη να είναι στην αριστερή πλευρά όπως κοιτάζει κάποιος το έμβλημα, και φαίνεται η πλώρη της. Στα δεξιά απεικονίζεται μια φρεγάτα κυρίως από τη μέση και έως την πρύμνη του πολεμικού πλοίου και στη μέση τα δύο σκάφη συνδέονται με την περικεφαλαία του αρχαίου Έλληνα πολεμιστή. 
 
Στο κάτω μέρος του εμβλήματος είναι ο κυματισμός της θάλασσας. 

Το πρωί της Πέμπτης 15 Ιανουαρίου, στον Φαληρικό Όρμο, εκτυλίχθηκαν ιστορικές στιγμές, καθώς επρόκειτο για την πρώτη ένταξη νέας φρεγάτας στον ελληνικό στόλο έπειτα από 28 χρόνια, με την τελετή απόδοσης τιμών στον «Κίμωνα» να είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή.
 
Την ελληνική, υπερσύγχρονη φρεγάτα FDI, την πρώτη από τις τέσσερις που αναμένεται να παραλάβει η Ελλάδα, υποδέχθηκαν σε σχηματισμό δύο φρεγάτες, δύο ταχέα περιπολικά κατευθυνόμενων βλημάτων, δύο κανονιοφόροι και δύο σκάφη ανορθόδοξου πολέμου, ενώ από αέρος συμμετείχαν τρία ελικόπτερα Aegean Hawk του Πολεμικού Ναυτικού.
 
Στη συνέχεια, τα δύο σκάφη ανορθόδοξου πολέμου συνόδευσαν τη φρεγάτα στην πορεία της προς το θωρηκτό «Αβέρωφ» και την τριήρη «Ολυμπιάς», όπου πραγματοποιήθηκε η απόδοση τιμών. Η φρεγάτα διήλθε ανάμεσα από τα δύο ιστορικά πλοία του Πολεμικού Ναυτικού, με τα πυροβόλα της υπό κλίση σε ένδειξη τιμής, ενώ χαρακτηριστική ήταν η στιγμή κατά την οποία η τριήρης χαιρέτησε τη φρεγάτα, με τους δόκιμους του Πολεμικού Ναυτικού να σηκώνουν τα κουπιά από τη θάλασσα και το πλήρωμα του «Αβέρωφ» να τίθεται σε ακινησία, αποδίδοντας τιμές.
 

3 Ιανουαρίου 2026

Ελληνική Ναυτική Ισχύς στη Στρατηγική Θεωρία: Mahan, Corbett και Σύγχρονο Ναυτικό Δόγμα

Αναδημοσίευση από το navalhistory.gr 
άρθρο του Δημήτριου Τσαϊλά*
 
Περίληψη 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ελληνική ασφάλεια και την περιφερειακή επιρροή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η παρούσα εργασία εξετάζει τη σύγχρονη ελληνική ναυτική στρατηγική σύμφωνα με τα ρεύματα σκέψης του Alfred Thayer Mahan, του Sir Julian Corbett και της σύγχρονης ναυτικής στρατηγικής αντίληψης. Υποστηρίζει ότι η ελληνική ναυτική στρατηγική αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή σύνθεση της κλασικής θεωρίας της θαλάσσιας ισχύος και των σύγχρονων εννοιών του παράκτιου πολέμου, που διαμορφώνονται από το μοναδικό θαλάσσιο περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Εξετάζοντας την ιστορική εμπειρία, τη στρατηγική σκέψη και τα τρέχοντα επιχειρησιακά παραδείγματα, η παρούσα εργασία προσδοκά να συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η θαλάσσια στρατηγική προσαρμόζεται στη γεωγραφία και το γεωπολιτικό πλαίσιο. 
 
Εισαγωγή 
 
Η ναυτική στρατηγική, τόσο ως θεωρία όσο και ως πράξη, ιστορικά περιστρέφεται γύρω από τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη χρησιμοποιούν τη ναυτική ισχύ για την εξασφάλιση των εθνικών τους συμφερόντων. Θεμελιώδεις προσωπικότητες σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον περιλαμβάνουν τον Alfred Thayer Mahan και τον Sir Julian Corbett. Η ελληνική ναυτική ισχύς, που έχει τις ρίζες της σε μια μακρά ναυτική παράδοση που χρονολογείται από την κλασική αρχαιότητα, καταδεικνύει πώς οι γεωγραφικές και ιστορικές συγκυρίες επηρεάζουν την εφαρμογή και την εξέλιξη της στρατηγικής θεωρίας. Σε αντίθεση με τις ναυτικές δυνάμεις που επικεντρώνονται σε μακρινά θέατρα σε ανοικτές θάλασσες, η Ελλάδα πρέπει να λειτουργεί κυρίως σε παράκτια και αρχιπελαγικά ύδατα, απαιτώντας έναν ξεχωριστό επιχειρησιακό και δογματικό προσανατολισμό. 
 
Αυτή η εργασία διερευνά την ελληνική ναυτική ισχύ μέσω συγκριτικής ανάλυσης, αξιολογώντας τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές του Mahan και του Corbett εφαρμόζονται στην Ελλάδα και πώς το σύγχρονο ναυτικό δόγμα ιδίως ο παράκτιος πόλεμος και οι κατανεμημένες ναυτικές επιχειρήσεις, ενισχύουν την κατανόηση της σύγχρονης πρακτικής. 
 
I. Θεωρία της Θαλάσσιας Ισχύος 
 
Α. Μαχαϊνιστική Σκέψη: Θαλάσσιος Έλεγχος και Εθνική Ισχύς 
 
Το σύγγραμμα του Mahan «Η Επιρροή της Θαλάσσιας Ισχύος στην Ιστορία, 1660–1783» παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά έργα στη ναυτική στρατηγική. Ο Mahan υποστήριξε ότι ο έλεγχος της θάλασσας είναι απαραίτητος για την εθνική ισχύ και ότι το θαλάσσιο εμπόριο, η ισχύς του στόλου και οι αποφασιστικές ναυτικές εμπλοκές αποτελούν τα βασικά στοιχεία της θαλάσσιας ισχύος. Το έργο του τόνισε ότι ο έλεγχος ενός έθνους επί του στρατηγικού θαλάσσιου χώρου επιτρέπει την οικονομική ανάπτυξη και τη στρατιωτική ασφάλεια. Άλλωστε τα ίδια ισχυρίζεται και ο Θουκυδίδης στο δικό του σύγγραμμα Πελοποννησιακός Πόλεμος ερμηνεύοντας την αντίκρουση των διαλόγων των Αθηναίων με τους Σπαρτιάτες και τον επιτάφιο του Περικλέους. 
 
Οι βασικές έννοιες του Mahan περιλαμβάνουν: 
  • Έλεγχο της θάλασσας: η ικανότητα των ναυτικών δυνάμεων να ασφαλίζουν τις θαλάσσιες περιοχές από τους αντιπάλους και να προστατεύουν το εμπόριο.
  • Θαλάσσιο εμπόριο: το εμπόριο ως πηγή πλούτου και ως στρατηγική ευπάθεια που απαιτεί προστασία.
  • Αποφασιστική μάχη: συγκέντρωση ναυτικών δυνάμεων για την επίτευξη συντριπτικής νίκης επί ενός αντιπάλου. 
Ενώ το πλαίσιο του Mahan αναπτύχθηκε στην εποχή των πολεμικών στόλων ανοιχτής θάλασσας, οι αρχές του παραμένουν θεμελιώδεις για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ ναυτικής ισχύος και εθνικής στρατηγικής. 
 
Β. Κορμπετιανή θεώρηση: Ναυτική Στρατηγική και Μικτές Επιχειρήσεις 
 
Ο Corbett προσέφερε μια συμπληρωματική αλλά διακριτή προοπτική στο έργο του «Μερικές Αρχές Ναυτικής Στρατηγικής» (1911), δίνοντας έμφαση στον πολιτικό σκοπό του ναυτικού πολέμου και στην ενσωμάτωση των ναυτικών επιχειρήσεων με την χερσαία δύναμη. Ο Corbett υποστήριξε ότι η ναυτική στρατηγική θα πρέπει να υπηρετεί την εθνική πολιτική και ότι ο έλεγχος της θάλασσας είναι συχνά προσωρινός, περιφερειακός και ενδεχόμενος παρά απόλυτος. Δηλαδή μας βάζει στην σκέψη του τόπου-χρόνου. 
 
Τα κυριότερα σημεία του πλαισίου του Corbett: 
  • Υπό όρους έλεγχος της θάλασσας: δεν πιστεύει στη μόνιμη κυριαρχία, αλλά επιχειρησιακά σχετική υπεροχή (τόπος-χρόνος).
  • Ενσωμάτωση στις χερσαίες επιχειρήσεις: οι ναυτικές δυνάμεις θα πρέπει να υποστηρίζουν ευρύτερους στόχους, συμπεριλαμβανομένων των αμφίβιων και των μικτών επιχειρήσεων. Βασική αρχή της Διακλαδικότητας.
  • Γραμμές επικοινωνίας: ο έλεγχος της κίνησης και του ανεφοδιασμού είναι εξίσου σημαντικός με την καταστροφή των εχθρικών στόλων. 
Οι ιδέες του Corbett έχουν ιδιαίτερη απήχηση σε παράκτια και αρχιπελαγικά περιβάλλοντα, όπου οι αερο-ναυτικές δυνάμεις αλληλοεπιδρούν έντονα με χερσαίες δυνάμεις και δίκτυα υλικοτεχνικής υποστήριξης. 
 
II. Ιστορικές παρουσιάσεις της ελληνικής ναυτικής ισχύος 
 
Η ελληνική ναυτική ιστορία καταδεικνύει μακροχρόνια ναυτική στρατηγική εμπλοκή: 
 
Κλασική Εποχή: Οι ελληνικές πόλεις-κράτη όπως η Αθήνα έχτισαν ισχυρούς στόλους που είτε έλεγχαν ή προστάτευαν το εμπόριο, και υποστήριζαν στρατηγικές πολιτικές συμμαχίες. Η αθηναϊκή στρατηγική στον Πελοποννησιακό Πόλεμο αποτελεί παράδειγμα πρώιμης ναυτικής στρατηγικής όπου η ναυτική ισχύς εξασφάλιζε προμήθειες και εκτεταμένη πολιτική επιρροή. 
 
Πόλεμος της Ανεξαρτησίας: Οι ελληνικές ναυμαχίες, όπως η Μάχη του Γέροντα (1824), κατέδειξαν αρχιπελαγική ναυμαχία και έλεγχο των περιφερειακών υδάτων. 
 
Βαλκανικοί Πόλεμοι: Η μάχες της Έλλης και της Λήμνου εξασφάλισαν την ελληνική ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο, υπογραμμίζοντας τη διαρκή στρατηγική σημασία του ναυτικού ελέγχου σε στενές θάλασσες. 
 
Αυτά τα ιστορικά παραδείγματα υπογραμμίζεται ότι η ελληνική ναυτική στρατηγική ανέκαθεν εξισορροπούσε τον έλεγχο της θάλασσας, την προστασία του εμπορίου και την ολοκλήρωση με ευρύτερους στρατηγικούς στόχους. 
 
III. Η Ελληνική Ναυτική Ισχύς στη Σύγχρονη Στρατηγική Σκέψη 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς σήμερα λειτουργεί σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που ορίζεται από: 
  • μια αρχιπελαγική παράκτια περιοχή (το Αιγαίο),
  • άμεσους στρατηγικούς ανταγωνιστές,
  • και τις απαιτήσεις των συμμαχικών δεσμεύσεων (π.χ. ΝΑΤΟ). 
Η σύγχρονη θεωρία αναγνωρίζει ότι οι θαλάσσιες συγκρούσεις συμβαίνουν ολοένα και περισσότερο σε παράκτιες ζώνες, όπου η παράκτια γεωγραφία, τα νησιά και τα περιορισμένα ύδατα περιπλέκουν τις παραδοσιακές στρατηγικές για τα γαλάζια βαθιά νερά στην ανοικτή θάλασσα. Η Μεσόγειος και το Αιγαίο είναι κλασικά παράκτια περιβάλλοντα όπου οι ναυτικές δυνάμεις πρέπει να είναι επιδέξιες στην επιτήρηση, την απαγόρευση πρόσβασης/άρνησης περιοχής (A2/AD) και τις διακλαδικές επιχειρήσεις. 
 
Α. Παράκτιος Πόλεμος και Κατανεμημένες Ναυτικές Επιχειρήσεις 
 
Το σύγχρονο ναυτικό δόγμα δίνει προτεραιότητα στον παράκτιο πόλεμο, ο οποίος ορίζεται από εμπλοκές κοντά στην ακτή, ενσωμάτωση με χερσαία πυρά και αισθητήρες, και χρήση διασκορπισμένων δυνάμεων. Η έμφαση του Πολεμικού Ναυτικού στις κατανεμημένες ναυτικές επιχειρήσεις (Distributed Maritime Operations) αποτελεί παράδειγμα αυτών των εννοιών, που στοχεύουν στην περιπλοκή της στόχευσης και της αξιοποίησης δικτυωμένων δυνάμεων ενός αντιπάλου για την επίτευξη επιχειρησιακού πλεονεκτήματος. 
 
Για την Ελλάδα, ένας τέτοιος προσανατολισμός ευθυγραμμίζεται με τη σκέψη του Corbett περί ολοκληρωμένης στρατηγικής θάλασσας-ξηράς-αέρος και με τις πραγματικότητες του αρχιπελαγικού μωσαϊκού του Αιγαίου. 
 
Β. Επίγνωση του Ναυτικού Τομέα και A2/AD 
 
Η ελληνική ναυτική στρατηγική ενσωματώνει ολοένα και περισσότερο δυνατότητες A2/AD, χρησιμοποιώντας παράκτιες συστοιχίες πυραύλων, αεροσκάφη και δίκτυα αισθητήρων για να αρνηθεί την ελευθερία κινήσεων των αντιπάλων. Η ενσωμάτωση της σύγχρονης τεχνολογίας, όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα και τα προηγμένα όπλα, ενισχύει την επιτήρηση και την άρνηση περιοχής χωρίς να απαιτούνται μεγάλες ομάδες κρούσης. 
 
Αυτή η δογματική μετατόπιση αντανακλά τόσο τις συνέχειες όσο και τις αποκλίσεις από τους Mahan και Corbett: 
 
Από τον Mahan, κρατάμε τη σημασία της προστασίας των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας και του εθνικού πλούτου. 
Από τον Corbett, κρατάμε τη κατανόηση ότι ο έλεγχος της θάλασσας περιορίζεται σε περιφερειακό επίπεδο και έχει πολιτικό σκοπό. 
 
Γ. Ενσωμάτωση με Κοινή και Πολυχωρική Στρατηγική 
 
Το σύγχρονο ναυτικό δόγμα δίνει έμφαση στην ενσωμάτωση σε όλους τους χώρους (θάλασσα, αέρα, ξηρά, διάστημα και κυβερνο-περιοχή). Καθώς η Ελλάδα ευθυγραμμίζει τα σχέδια εκσυγχρονισμού της άμυνας, συμπεριλαμβανομένων των ναυτικών αναβαθμίσεων και των μη επανδρωμένων συστημάτων, αυτές οι πολυχωρικές προσεγγίσεις ενισχύουν τη ναυτική της θέση που προσανατολίζεται στην αποτροπή και την επιχειρησιακή ευελιξία. 
 
IV. Σύνθεση: Η Ελληνική Θαλάσσια Ισχύς ως Στρατηγική Προσαρμογή 
 
Η ελληνική ναυτική στρατηγική αποτελεί παράδειγμα σύνθεσης της κλασικής θεωρίας και της σύγχρονης σκέψης: 
 
Στοιχεία του Mahan: η σύνδεση μεταξύ εθνικού θαλάσσιου εμπορίου και ναυτικής προστασίας. 
Στοιχεία του Corbett: ο έλεγχος της θάλασσας ως προϋπόθεση και εξυπηρέτηση ευρύτερων πολιτικών σκοπών. 
Σύγχρονο δόγμα: παράκτιες επιχειρήσεις, δικτυωμένες δυνάμεις και κοινή ολοκλήρωση. 
 
Το ελληνικό πλαίσιο καταδεικνύει ότι η θεωρία της θαλάσσιας ισχύος πρέπει να προσαρμόζεται στη γεωγραφική ιδιαιτερότητα και τη στρατηγική αναγκαιότητα, ειδικά σε περιορισμένα θαλάσσια θέατρα όπου η συγκέντρωση στόλου (όπως οραματίστηκε ο Mahan) δεν είναι ούτε εφικτή ούτε επιθυμητή σε περίπτωση κοινής χερσαίας και αεροπορικής ισχύος (όπως τονίζεται από τον Corbett και το σύγχρονο παράκτιο δόγμα). 
 
Συμπέρασμα 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς παρέχει μια διδακτική μελέτη περίπτωσης για το πώς εξελίσσεται η ναυτική στρατηγική μέσα από αιώνες και διανοητικά παραδείγματα. Από τις αρχαίες ναυτικές εμπλοκές έως τα σύγχρονα στρατηγικά πλαίσια, η κεντρική θέση της θαλάσσιας γεωγραφίας και του στρατηγικού πολιτισμού παραμένει σταθερή. Η ελληνική ναυτική στρατηγική, ενώ βασίζεται σε ιστορικές παραδόσεις ναυτικής ισχύος, ενσωματώνει ενεργά τις σύγχρονες δογματικές αρχές που αντικατοπτρίζουν τον μετασχηματισμό του ναυτικού πολέμου στην παράκτια εποχή. Τοποθετώντας την ελληνική ναυτική ισχύ στα θεωρητικά πλαίσια των Mahan, Corbett και της σύγχρονης στρατηγικής σκέψης, η παρούσα εργασία καταδεικνύει τη διαρκή σημασία της κλασικής θεωρίας και την αναγκαιότητα της προσαρμογής της στις σύγχρονες στρατηγικές πραγματικότητες.
 
Βιβλιογραφία 
 
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS). 
 

4 Δεκεμβρίου 2025

3-16 Δεκεμβρίου 1912 – Η μεγάλη ναυμαχία της Έλλης

Η μεγάλη ναυμαχία της Έλλης και η σημαντικότερη ήττα του Τουρκικού στόλου στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο. 
 
Η ναυμαχία της Έλλης στις 3 Δεκεμβρίου 1912, ήταν η πρώτη από τις δύο κορυφαίες μάχες μεταξύ του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και του Οθωμανικού Στόλου κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο και πραγματοποιήθηκε στην έξοδο των στενών των Δαρδανελλίων (ή Ελλησπόντου). Η ναυμαχία έληξε με τη νίκη του ελληνικού στόλου και τον εγκλεισμό του οθωμανικού εντός των στενών.  
 
Πριν την ναυμαχία 
 
Τους πρώτους μήνες του πόλεμου ο τουρκικός στόλος υπό την διοίκηση του ναύαρχου Ραμίζ Μπέη παρέμεινε προστατευμένος στα στενά των Δαρδανελίων (στο ναύσταθμο Ναγαρά), χωρίς να επιχειρήσει έξοδο στο Αιγαίο. Από την άλλη πλευρά ο ελληνικός στόλος υπό την διοίκηση του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη κράτησε επιθετική στάση απελευθερώνοντας ένα ένα τα νησιά του Αιγαίου και αναμένοντας την έξοδο των τουρκικών πλοίων από τα Στενά. Αρχικά απελευθέρωσε τη Λήμνο και εγκατέστησε στον όρμο του Μούδρου το προκεχωρημένο αγκυροβόλιο του Στόλου. Ακολούθησε η απελευθέρωση του Αγίου Όρους, των νησιών του βορείου και ανατολικού Αιγαίου (Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Τένεδος, Αγ. Ευστράτιος, Μυτιλήνη, Χίος). Μετά την απελευθέρωση της Τενέδου στις 24 Οκτωβρίου/6 Νοεμβρίου ο ναύαρχος Κουντουριώτης έστειλε τηλεγράφημα στον Τούρκο αρχηγό του στόλου με το μήνυμα “Σας περιμένομεν”.. 
 
Η ναυμαχία 
 
Την παραμονή, το βράδυ της 4 Δεκεμβρίου 1912, σύμφωνα με τη διήγηση του παρόντος Τούρκου Πλωτάρχη Χασάν Σαμί Μπέη, οι Τούρκοι αξιωματικοί έγραψαν τις διαθήκες τους και αποσύρθηκαν νωρίς για ύπνο ώστε να είναι ακμαίοι το πρωί. Τα ξημερώματα, ο Μουεζίνης κάλεσε τα πληρώματα γονατιστά να προσευχηθούν. Αμέσως μετά, ο Τουρκικός στόλος απέπλευσε. Το πρωί της 3/16 Δεκεμβρίου στις 8 η ώρα με καλό καιρό και ήσυχη θάλασσα, άρχισε η έξοδος του Τουρκικού στόλου από τα Στενά. Οι καπνοί του εξερχόμενου από τα Δαρδανέλια Τουρκικού στόλου φαίνονταν καθαρά. Τα ελληνικά ελαφρά σκάφη που περιπολούσαν στην περιοχή έστειλαν μήνυμα στην ναυαρχίδα ειδοποιώντας την για την έξοδο. Η αναφορά “ΕΧ ΕΧ ΕΧ” (εχθρός εν όψει) διέτρεξε όλα τα ελληνικά πλοία. Στον τουρκικό στόλο προηγούνταν το καταδρομικό Μετζιτιέ και τρία αντιτορπιλικά και ακολουθούσαν τα θωρηκτά Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (ναυαρχίδα), Τουργούτ Ρεΐς, Μεσουντιέ και Ασάρι-ι-Τεφίκ. Στο τέλος βρίσκονταν 6-8 αντιτορπιλικά και πλωτό νοσοκομείο σε γραμμή παραγωγής. Ο ελληνικός στόλος με επικεφαλής την ναυαρχίδα θωρηκτό Αβέρωφ, ακολουθούμενη από τα θωρηκτά Ύδρα, Σπέτσες, αρχηγίδα του Μοιράρχου Πλοιάρχου Πέτρου Γκίνη και Ψαρά, και από πίσω τα αντιτορπιλικά Αετός, Ιέραξ, Λέων και Πάνθηρ (τα αποκαλούμενα Θηρία) έσπευσε να συναντήσει τον αντίπαλο στόλο. 
 
Τα τέσσερα τουρκικά θωρηκτά με την έξοδό τους έστριψαν δεξιά παραπλέοντας το ακρωτήριο της Έλλης (επειδή δεν ήθελαν να απομακρυνθούν από τα φρούρια της ακτής), ενώ τα ελληνικά στράφηκαν προς συνάντησή τους. Οι δύο στόλοι ήρθαν αντιμέτωποι στις 09:00 σε διάταξη μάχης και απόσταση 17 χλμ. Σε αυτό το σημείο ο ναύαρχος Κουντουριώτης σήμανε πολεμική έγερση και εξέπεμψε το παρακάτω ιστορικό σήμα προς τον στόλο: 
«Με την βοήθειαν του Θεού, τας ευχάς του Βασιλέως μας και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου και με την πεποίθησιν της νίκης κατά του εχθρού του Γένους»
 
Ο ελληνικός στόλος δεν έβαλε πρώτος για να κάνει οικονομία πυρομαχικών. Ώρα 09:05 υψώνεται στο Αβέρωφ το προειδοποιητικό σήμα “αρχίσατε πυρ συγχρόνως μετά του Ναυάρχου”. Στις 09:22 ο τουρκικός στόλος άνοιξε πρώτος πυρ από απόσταση 12.500 μ., ενώ ο ελληνικός περίμενε 3 λεπτά ανοίγοντας πυρ στις 09:25 από απόσταση 12.000μ. Τα τουρκικά θωρηκτά έβαλλαν κυρίως εναντίον του Αβέρωφ με ταχύ πυρ αλλά χωρίς επιτυχία, ενώ και το Αβέρωφ δεν έκανε ακριβείς βολές. 
 
Στις 09:35 με την απόσταση των δύο στόλων στα 9.500 μ. ο Κουντουριώτης αποδέσμευσε τον στόλο από τις κινήσεις της ναυαρχίδας του υψώνοντας την σημαία “Ζ” (κινούμαι ανεξάρτητα), και εκμεταλλευόμενος την μεγαλύτερη ταχύτητα του Αβέρωφ όρμησε ακάθεκτος με ταχύτητα 21 κόμβων, διαγράφοντας τόξο μπροστά από την γραμμή του τουρκικού στόλου με σκοπό να υπερφαλαγγίσει τα τουρκικά θωρηκτά και να τα βάλει μεταξύ των πυρών του Αβέρωφ και των υπολοίπων ελληνικών θωρηκτών. Αυτός ο ελιγμός λέγεται «Ταύ» και πραγματοποιήθηκε με επιτυχία από τα Ιαπωνικά θωρηκτά εναντίον των Ρώσων στην ναυμαχία της Τσουσίμα. Καθώς η ταχύτητα της θωρηκτής μοίρας τύπου Ύδρα ήταν μικρή (14 κόμβοι), το Αβέρωφ υπερφαλάγγισε τον εχθρό μόνο του και ανάμεσα σε πυκνά πυρά του Τουρκικού στόλου και των απέναντι φρουρίων έφτασε σε απόσταση 2.900 μ. από τον αντίπαλο. Οι Τούρκοι, όταν κατάλαβαν ότι ο ελιγμός θα εκτελούνταν με απόλυτη επιτυχία, έκαναν διαδοχική στροφή 160ο και μπήκαν με φοβερή αταξία ξανά στα Στενά, κάτω από την κάλυψη των επάκτιων πυροβόλων των φρουρίων Σεντούλμπαχιρ και Κουμκαλέ. 
 
Πρώτο έκανε μεταβολή το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα στις 09:50 ακολουθούμενο από τα υπόλοιπα αλλά έτσι τα τουρκικά πλοία βρέθηκαν πολύ κοντά το ένα στο άλλο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα πυροβόλα τους και να μειωθεί η ταχύτητά τους στους 10 κόμβους. Ο σχηματισμός βαλλόταν συνεχώς από το Αβέρωφ και τα άλλα θωρηκτά, που στο μεταξύ πλησίασαν τον Τουρκικό στόλο σε απόσταση 4100 μ. Στις 09:55 το Μπαρμπαρόσα δέχτηκε πλήγμα στο κατάστρωμα της πρύμνης και λίγο αργότερα ένα άλλο βλήμα διαπέρασε τον πυργίσκο της πρύμνης και προκάλεσε ζημιές και στους λέβητες. Τα Τουργκούτ Ρεΐς και Μετζιτιέ είχαν μικρότερες ζημιές. Όμως η ταχύτητα πυρός του Αβέρωφ είχε ελαττωθεί και δεχόταν τα πυρά των θωρηκτών και των φρουρίων που είχε πλησιάσει κατά την εκτέλεση του ελιγμού, κι έτσι εγκατέλειψε την καταδίωξη. Η ναυμαχία έληξε στις 10:17 με τον τουρκικό στόλο να εξακολουθεί να είναι αποκλεισμένος μέσα στα Στενά στα αγκυροβόλια του Τσανάκκαλε και του Σεντούλμπαχιρ. 
 
Σε όλη τη διάρκεια της εμπλοκής το θωρηκτό Αβέρωφ έριξε 127 βλήματα ενώ θα μπορούσε να εκτοξεύσει τετραπλάσια, γιατί κατά τη διάρκεια της ανεξάρτητης δράσης του τα πυροβόλα του έπαθαν προσωρινή εμπλοκή. Επίσης δέχτηκε τέσσερα βλήματα μεγάλου διαμετρήματος και δεκαπέντε μικρού, αλλά οι ζημιές που υπέστη ήταν ελάχιστες. Η πρώτη τουρκική μοίρα που, βγαίνοντας από τα Στενά έστριψε προς την Τένεδο, χωρίς να ακολουθήσει τα θωρηκτά, συνάντησε ομάδα ελληνικών πλοίων και επέστρεψε στον Ελλήσποντο μετά από μια μικρή ανταλλαγή πυρών. 
 
Απώλειες 
 
Οι απώλειες των Τούρκων ήταν 7 νεκροί και αρκετοί τραυματίες από το Barbarossa το οποίο υπέστη σημαντικές ζημιές στους λέβητες και το πυροβόλο των 180 χιλ. αχρηστεύτηκε εντελώς. Επιπλέον το Torgut Reis μέτρησε 51 νεκρούς και 40 τραυματίες που μεταφέρθηκαν στο νοσοκομειακό πλοίο Ρεσίτ Πασάς. Οι απώλειες του ελληνικού στόλου ήταν 2 άντρες του πληρώματος νεκροί και 5 τραυματίες, ενώ τραυματίστηκε και ένας ακόμη άντρας από το Σπέτσαι. 
 
Η επόμενη μέρα 
 
Την επόμενη ημέρα ο Κουντουριώτης έστειλε την αναφορά του στο Υπουργείο των Ναυτικών. Ο παράτολμος ελιγμός του θεωρήθηκε ασυλλόγιστος ηρωισμός, και ακόμη και ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ του τηλεγράφησε συστήνοντας του σύνεση και ψυχραιμία. Το Αβέρωφ ήταν η ισχυρότερη μονάδα του στόλου και πιθανή απώλειά του θα ανέτρεπε τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των δύο στόλων. Τον ελιγμό του Κουντουριώτη δικαιολόγησε ο αντίπαλός του Ραμίζ Μπέης στο ναυτοδικείο όταν παραπέμφθηκε για την υποχώρηση από την ναυμαχία, όπου απολογούμενος είπε ότι, αν δεν έστρεφε για να απομακρυνθεί, θα βρισκόταν μεταξύ δύο πυρών από τον ελληνικό στόλο που θα τον εκμηδένιζαν. Ο Τούρκος ναύαρχος αθωώθηκε, καθόσον ο προϊστάμενός του υπουργός τον είχε διατάξει εγγράφως να μην εκθέσει το στόλο σε θανατηφόρα πυρά. 
 

28 Νοεμβρίου 2025

Η επεισοδιακή 9η πολεμική περιπολία του Y/B Παπανικολής στα Δωδεκάνησα.

Α
ναδημοσίευση από το navalhistory.gr 
άρθρο του αντιπλοιάρχου Π.Ν. Γιώργου Απιδιανάκη 
 
Το 1942 ήταν ένα πολύ κρίσιμο έτος για τον συμμαχικό αγώνα στη Μεσόγειο. Στις ναυτικές επιχειρήσεις της Ανατολικής Μεσογείου και μάλιστα στο Αιγαίο ήταν διαρκώς παρόντα τα ελληνικά υποβρύχια που, παρά τα διαρκή προβλήματα του υλικού τους, αναζητούσαν εχθρικά πλοία για να τους επιτεθούν και συμμετείχαν σε ειδικές επιχειρήσεις αποβίβασης ή επιβίβασης πρακτόρων και καταδρομέων. Όπως συμβαίνει πάντα, τα ελληνικά δρόμενα κυριαρχούνται από προσωπικότητες και δη από έντονες όπως ο αντιπλοίαρχος Αθανάσιος Σπανίδης ο οποίος ήταν ο Κυβερνήτης του Παπανικολής από τον Απρίλιο του 1942. Ακολουθεί η περιγραφή της 9ης πολεμικής περιπολίας του Παπανικολής. 
 
Ο ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ ΥΠΟ ΤΟΝ ΣΠΑΝΙΔΗ 
 
To υποβρύχιο Παπανικολής με Κυβερνήτη τον Αντιπλοίαρχο Μίλτωνα Ιατρίδη, μετά την αποδημία του στην Αλεξάνδρεια τον Απρίλιο του 1941, αφού εκτέλεσε τον επόμενο Ιούλιο μία περιπολία στο Καστελόριζο, που σκοπό είχε την αναχαίτηση γαλλικών πλοίων του Βισύ που διέφευγαν από τη Συρία, στη συνέχεια τέθηκε σε μακρά επισκευή λόγω της κακής κατάστασης του υλικού του. Μέχρι τον Μάρτιο του 1942 το πλοίο τελούσε σε επισκευή έχοντας αλλάξει τέσσερεις Κυβερνήτες (Ιατρίδης, Ράλλης, Παναγιώτου, Λίβας). 
 
Τον Απρίλιο ήρθε η σειρά του παλαίμαχου αντιπλοιάρχου Σπανίδη να αναλάβει τον Παπανικολή. Ο Σπανίδης είχε ήδη διατελέσει με επιτυχία Κυβερνήτης του Κατσώνης κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, βυθίζοντας το ιταλικό ατμόπλοιο Quinto, ενώ τον Απρίλιο του 1941, με τους Γερμανούς προ των πυλών, οι προσωπικές του παρεμβάσεις ήταν καταλυτικές και εξασφάλισαν τον απόπλου των υποβρυχίων προς την Αλεξάνδρεια για τη συνέχιση του αγώνα. Στη συνέχεια, ως Ύπαρχος του Αβέρωφ πλέον, κλήθηκε αρχικώς εσπευσμένα να παραλάβει καθήκοντα στο Γλαύκος, λόγω του θανάσιμου τραυματισμού του Κυβερνήτη του πλωτάρχη Βασίλειου Αρσλάνογλου στη Μάλτα τον Φεβρουάριο του 1942 κατά τη διάρκεια αεροπορικής επιδρομής. Η βύθιση του Γλαύκος δύο μήνες αργότερα, επίσης από βομβαρδισμό, καθώς και η έλλειψη πτυχιούχων κυβερνητών υποβρυχίων οδήγησαν τελικά τον Σπανίδη στο Παπανικολής. 
 
Πέρα από τις πολεμικές επιτυχίες, ο Σπανίδης όφειλε να αποκαταστήσει επιπλέον την τάξη και το ηθικό εντός του υποβρυχίου λόγω πρόσφατων διοικητικών συμβάντων. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 1942, οι υπαξιωματικοί του Παπανικολής είχαν προβεί σε μια σοβαρή αντιπειθαρχική κίνηση προβάλλοντας στον Ύπαρχο του πλοίου (κυβερνών Ύπαρχος υποπλοίαρχος Ανδρέας Παναγιώτου) μια σειρά παράλογων και εξωφρενικών για τα στρατιωτικά δεδομένα αιτημάτων που αφορούσαν στην τροποποίηση της ενδυμασίας με στολές αξιωματικών για διευκόλυνση της άδειας εξόδου, ελαστικοποίηση του ωραρίου εργασίας, θέματα κατ΄ εξαίρεσης προαγωγών και διάφορα άλλα παρεμφερή αιτήματα. 
 
Η υπόθεση όπως ήταν αναμενόμενο έλαβε μεγάλες διαστάσεις και οδήγησε σε δυναμική παρέμβαση του ίδιου του πρωθυπουργού Εμμ. Τσουδερού επί του ζητήματος και σε ανακρίσεις. Σύμφωνα με τη σχετική βιβλιογραφία (Καββαδίας, Μασούρας – Κατωπόδης) από τις ανακρίσεις διαπιστώθηκε η παρείσφρηση «πολιτικολογούντων» στον κύκλο των υπαξιωματικών του Παπανικολής (πχ του διευθυντή γραφείου τύπου Αλεξανδρείας δημοσιογράφου Ζωγράφου), ενώ ελέγχθηκαν και αξιωματικοί (πχ πλοίαρχος Κοντογιάννης, αντιπλοίαρχος Δούσης). Στις απώτερες προεκτάσεις του το ζήτημα οδήγησε σε αμοιβαία αλλαγή θέσεων μεταξύ των συμμαθητών υποναυάρχων Σακελλαρίου (νέος Αρχηγός Στόλου) και Καββαδία (νέος Υφυπουργός των Ναυτικών). 
 
Οι απαιτήσεις συνεπώς από τον Σπανίδη όσον αφορά στην απόδοση του Παπανικολής ήταν ιδιαίτερα αυξημένες. Με τον νέο του Κυβερνήτη, ο Παπανικολής εκτέλεσε μία πρώτη πολύ επιτυχημένη περιπολία τον Ιούνιο του 1942. Κατά την περιπολία αυτή, στις 10 Ιουνίου, αποβίβασε Βρετανούς καταδρομείς για επιδρομή στο αεροδρόμιο του Μάλεμε (ευρύτερη επιχείρηση ALBUMEN). Στη συνέχεια κινούμενο στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου και στο Κρητικό Πέλαγος βύθισε με το πυροβόλο, με εμβολισμό και με υπονόμευση έξι μικρού μεγέθους μηχανοκίνητα και ιστιοφόρα σκάφη, εκ των οποίων τα δύο με ιδιαίτερα τολμηρές ενέργειες κατά τις οποίες διακρίθηκε ο ανθυποπλοίαρχος Στέφανος Τρουπάκης. Στη συνέχεια παρέλαβε τους καταδρομείς της επιχείρησης ALBUMEN και επέστρεψε στην Αλεξάνδρεια. 
 
Τον Ιούλιο του 1942, ο Παπανικολής ανέλαβε αποστολή αποβίβασης υλικών και επιβίβασης διαφευγόντων από τις νότιες ακτές της Κρήτης (επιχείρηση VENTILATION) η οποία πραγματοποιήθηκε υπό δυσμενείς καιρικές και επιχειρησιακές συνθήκες που ανάγκασαν τον Σπανίδη να αναλάβει υψηλά ρίσκα για τη φέρει σε πέρας με επιτυχία. Μέχρι τον Αυγούστου 1942, τα σχόλια για τον Σπανίδη και τον Παπανικολή τόσο από τον «μη πτυχιούχο υποβρύχιων» Διοικητή Υποβρυχίων Πλοίαρχο Παναγιώτη Κώνστα, όσο και από τα ανώτερα κλιμάκια της ελληνικής και βρετανικής ναυτικής ιεραρχίας χαρακτηρίζονται ως θετικά. Βέβαια, για την τελευταία αποστολή, ο Βρετανός Διοικητής του 1ου Στολίσκου Υποβρυχίων Πλοίαρχος Philip Ruck-Keene, στον οποίο υπάγονταν τα ελληνικά υποβρύχια, επέκρινε τον Σπανίδη ότι εξέθεσε το υποβρύχιο σε υπερβολικό κίνδυνο.
 
Ο αντιπλοίαρχος Αθανάσιος Σπανίδης 
 
Η 9η ΠΕΡΙΠΟΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ 
 
Ο Παπανικολής απέπλευσε για την 9η πολεμική του περιπολία, την 4η μετά την Αποδημία, στις 31 Αυγούστου 1942 από τη Βηρυτό, όπου βρισκόταν η νέα βάση των ελληνικών υποβρυχίων (είχε προηγηθεί η εκκένωση του ναυστάθμου της Αλεξάνδρειας τον Ιούνιο του 1942 λόγω της προσέγγισης του Ρόμμελ και μια σύντομη παραμονή των υποβρυχίων στη Χάιφα). 
 
Αποστολή του Παπανικολής αυτή τη φορά ήταν η αποβίβαση καταδρομέων στις ανατολικές ακτές της Ρόδου για επιδρομή σε ιταλικά αεροδρόμια (επιχείρηση ANGLO) και η εγκατάσταση περιπολίας στο ανατολικό Αιγαίο. Οι δώδεκα επιπλέον επιβαίνοντες της επιχείρησης και ο εξοπλισμός τους είχαν δημιουργήσει το αδιαχώρητο εντός του περιορισμένου χώρου του υποβρυχίου. Ακολουθεί το ημερολόγιο των σημαντικότερων γεγονότων της περιπολίας: 
 
31 Αυγούστου: Ώρα 17:15’. Απόπλους υπό τη διαταγή υπ’ αριθμόν G.S. 0./28. Κατά τον απόπλου εμφανίστηκε σοβαρή βλάβη στη γυροπυξίδα. Ο πλους συνεχίστηκε με συνδυασμό χρήσης σημείων αναφοράς από την ξηρά, μαγνητικής πυξίδας και αστρονομικής ναυτιλίας. Ακυρώνεται η άσκηση αμοιβαίων επιθέσεων με το γαλλικό ανθυποβρυχιακό σλέπι (sloop-σκάφος παρόμοιο της κορβέτας) Commandant Domine λόγω δυσχερειών στη συνεννόηση. 
 
1 Σεπτεμβρίου: Εμφανίστηκε σοβαρή βλάβη στον σύνδεσμο του αριστερού ηλεκτρικού κινητήρα προώσεως με τον ελικοφόρο άξονα. Ολοήμερη επισκευή. Η βλάβη στη γυροπυξίδα παρέμεινε. 
 
2 Σεπτεμβρίου: Στις 12:45’, ενώ το υποβρύχιο έπλεε στην επιφάνεια 25 ναυτικά μίλια δυτικά της Κύπρου, η βάρδια εντόπισε με καθυστέρηση αεροσκάφος να διαγράφει κύκλο γύρω από το πλοίο σε μικρή απόσταση και να κατευθύνεται εναντίον του από πρώρα-δεξιά. Αρχικά, λόγω της μικρής απόστασης από την Κύπρο, το αεροσκάφος θεωρήθηκε ως βρετανικό υδροπλάνο και εκπέμφθηκαν σήματα αναγνώρισης με φωτεινό προβολέα αλλά σύντομα αναγνωρίστηκε ως ιταλικό τρικινητήριο βομβαρδιστικό το οποίο σε δευτερόλεπτα σάρωσε το υποβρύχιο με πολυβολισμό και απομακρύνθηκε. Στις κρίσιμες αυτές στιγμές τα δύο πολυβόλα του υποβρυχίου (Hotchkiss 13,2χλστ και Browning M2 12,7χλστ) υπέστησαν εμπλοκή και δεν έβαλλαν. Ακολούθησε ταχεία κατάδυση. Η βλάβη στη γυροπυξίδα παρέμεινε. 
 
3 Σεπτεμβρίου: Η βλάβη στη γυροπυξίδα επισκευάστηκε. 
 
4 Σεπτεμβρίου: Ώρα 20:22’, ο Παπανικολής κατέπλευσε βόρεια της Λίνδου όπου στις 21:45’ προσέγγισε στις 2000 γιάρδες από την ακτή και οι καταδρομείς αποβιβάστηκαν με πνευστές λέμβους. Στη συνέχεια ο Σπανίδης, απομακρύνθηκε από την περιοχή για φόρτιση της συστοιχίας προ ανάληψης περιπολίας. 
 
5 Σεπτεμβρίου: Στις 06:00’ κατά τη διαδικασία κατάδυσης επανεμφανίστηκε η βλάβη στον σύνδεσμο του αριστερού ηλεκτρικού κινητήρα. Οι επισκευές ολοκληρώθηκαν μόλις στις 14:00’ με το υποβρύχιο να παραμένει σε κατάδυση 10-15 ναυτικά μίλια ανατολικά της Ρόδου. Η ανάληψη περιπολίας αναβλήθηκε για την επομένη ώστε να ξεκουραστεί το πλήρωμα και να εκτελεστεί φόρτιση της συστοιχίας αργότερα το βράδυ. 
 
6 Σεπτεμβρίου: Ο Παπανικολής εισήλθε στις 12:00’ στο στενό της Ρόδου. Στις 16:00’ εντοπίστηκε μεταξύ Σύμης και τουρκικής ακτής μικρό ασυνόδευτο εμπορικό (εκτιμώμενο ως 700-1000 τ.ν.) αλλά η μεγάλη απόσταση απαγόρευε την επίθεση. Το πλοίο αυτό ήταν μάλλον κάποιο διερχόμενο τουρκικό εμπορικό αφού το μοναδικό ιταλικό πλοίο που διήλθε από την περιοχή τη μέρα εκείνη ήταν το ατμόπλοιο Motia (1917, 2.300τ.ν.) που ήταν σημαντικά μεγαλύτερο. Τα ισχυρά ρεύματα προκάλεσαν μεγάλη έκπτωση στίγματος 5 ναυτικά μίλια. 
 
7 Σεπτεμβρίου: Από νωρίς το υποβρύχιο βρέθηκε περί την άκρα Αλούπο της μικρασιατικής ακτής. Στις 06:30’ εντοπίστηκε περιπολικό πλησίον του λιμανιού της Ρόδου και στις 09:03’ εμφανίστηκε εμπορικό (εκτιμώμενο ως 3.000τ.ν.) με τουρκική σημαία. Στις 11:30’ εντοπίστηκε έξωθεν του λιμανιού της Ρόδου εμπορικό σε μεγάλη απόσταση συνοδευόμενο από τορπιλακάτους και αεροσκάφη, αλλά η μεγάλη απόσταση και η πορεία του απαγόρευαν την επίθεση. Το πλοίο αυτό ήταν σίγουρα το επιβατηγό Calino (1939, 5.186τ.ν.) το οποίο προερχόταν από τον Πειραιά, μεταφέροντας 736 τόνους υλικών, υπό τη συνοδεία του αντιτορπιλικού Quintinio Sella και την ώρα αυτή κατέπλεε στη Ρόδο σύμφωνα με το πρόγραμμά του. Στις 16:20’ εντοπίστηκε ξανά τορπιλάκατος έξωθεν του λιμανιού σε απόσταση 12.000 γιαρδών. Στις 19:12’ εντοπίστηκε αιφνιδιαστικά, μέσω του περισκοπίου, αντιτορπιλικό σε πολύ μικρή απόσταση (2.500 γιάρδες), που η ταχύτητα των γεγονότων οδήγησαν σε εσφαλμένη αναγνώρισή του ως τύπου Dardo, να κατευθύνεται προς το υποβρύχιο με μηδενική έγκλιση. Η προβολή του στόχου στην ακτή είχε αποτρέψει τον έγκαιρο εντοπισμό του, ενώ η μηδενική έγκλιση φαίνεται να συνηγόρησε στον μη ακουστικό του εντοπισμό. Το υποβρύχιο έλαβε άμεσα βάθος 30μ. και το αντιτορπιλικό διήλθε άνωθέν του απομακρυνόμενο χωρίς να υπάρξει συνέχεια. Όπως διαπιστώνεται από τα ιταλικά αρχεία, πρόκειται για το Quintinio Sella (του ομώνυμου τύπου) το οποίο είχε αποπλεύσει από τη Ρόδο μετά τη συνοδεία του Calino και κατευθυνόταν προς τη βάση του στη Λέρο. 
 
Αργότερα την ίδια μέρα εμφανίστηκε βλάβη στον σύνδεσμο του δεξιού κινητήρα προώσεως με την κύρια μηχανή αλλά η έγκαιρη παρέμβαση του επικελευστή Β’ Μηχανικού Γιαννάκη απέτρεψε την επιδείνωση της βλάβης. Η βλάβη ανάγκασε το υποβρύχιο σε πολύωρη ακινησία με αποτέλεσμα να προκληθεί έκπτωση στίγματος τάξεως 12 μιλίων το οποίο έγινε αντιληπτό με σημαντική καθυστέρηση λόγω του σκότους και της απουσίας καταφανών σημείων για εξαγωγή στίγματος. Από τα γεγονότα της ημέρας ο Σπανίδης συμπέρανε οριστικά ότι τα υδρόφωνα του υποβρυχίου έχουν εξαιρετικά χαμηλή απόδοση παρόλο που είχαν αντικατασταθεί πρόσφατα. 
 
Δρομολόγιο και τομέας της 9ης περιπολίας 
 
8 Σεπτεμβρίου: Αρχικά ο Παπανικολής βρέθηκε ξανά στην άκρα Αλούπο σε απόσταση περί τα 3 μίλα από τις τουρκικές ακτές. Στις 07:45’, εντοπίστηκε μεγάλη τορπιλάκατος που διήλθε Το Camogli 3000 γιάρδες πρύμνηθεν του υποβρυχίου. Στην περίπτωση αυτή ο Σπανίδης φαίνεται ότι εξέλαβε την ιδιόμορφη κατασκευή του ιταλικού βοηθητικού (πρώην ρυμουλκό-ναρκαλιευτικό) Camogli (1905, 360τ.ν.) με μεγάλη τορπιλάκατο. Το σκάφος αυτό είχε αποπλεύσει από τη Σύρο την προηγουμένη και κατευθυνόταν προς τη Ρόδο όπου κατέπλευσε στις 10:45’. Στις 08:00’ εμφανίστηκε βλάβη στα πρωραία πηδάλια βάθους η οποία επισκευάστηκε περί τις 12:00’. Στις 12:00’ εντοπίστηκε επίσης αεροσκάφος να υπερίπταται του υποβρυχίου που βρισκόταν σε κατάδυση. Διάφορα ιστιοφόρα και βενζινάκατοι εντοπίστηκαν να παραπλέουν τις ακτές της Ρόδου καθ’ όλη τη μέρα. 
 
9 Σεπτεμβρίου: Τα μεσάνυχτα μικρό ιστιοφόρο παρέπλευσε το υποβρύχιο το οποίο βρισκόταν στην επιφάνεια για φόρτιση των συσσωρευτών. Στις 08:15’, ενώ περιπολούσε μεταξύ της Νισύρου και της μικρασιατικής άκρας Κριός, εντοπίστηκε τουρκικό επιβατηγό (εκτιμώμενο ως 2.000τ.ν.) να διέρχεται σε μικρή απόσταση. Στις 14:00’, καθώς ο αξιωματικός φυλακής της βάρδιας (σημαιοφόρος) λάμβανε διοπτεύσεις μέσω του περισκοπίου από την ακτή για εξαγωγή στίγματος, το στίγμα που προέκυπτε ήταν επανειλημμένα ανακριβές. Ο Σπανίδης, αναλαμβάνοντας το περισκόπιο, διαπίστωσε ότι ο βράχος από όπου ο σημαιοφόρος λάμβανε διοπτεύσεις ήταν στην πραγματικότητα ένα μεγάλο πλοίο που μάλιστα συνοδευόταν από αντιτορπιλικό! Ο ενθουσιασμός οδήγησε στην αναγνώριση του πλοίου ως το παγκοσμίου φήμης τεράστιο ιταλικό υπερωκεάνιο Rex (1931, 50.000τ.ν.) αλλά προς απογοήτευση όλων η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη και η πορεία του ακατάλληλη για προσέγγιση και επίθεση. Το υποτιθέμενο «Rex» χάθηκε σταδιακά από τον ορίζοντα στις 18.000 γιάρδες απομακρυνόμενο με μεγάλη ταχύτητα. 
 
Σύμφωνα με τα ιταλικά αρχεία, τα πλοία δεν ήταν άλλα από τα Calino και Quintinio Sella ξανά (το τελευταίο είχε επιστρέψει στο μεταξύ από τη Λέρο) και κατευθύνονταν τώρα αμφότερα στη Λέρο. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να επρόκειτο για το Rex το οποίο μαζί με το παρόμοιό του Conte di Savoia βρίσκονταν εγκλωβισμένα στη βόρεια Αδριατική, από την αρχή του πολέμου, όπου και παρέμειναν μέχρι τη βύθισή τους από αεροπορικές επιδρομές τον Σεπτέμβριο του 1943 (Conte di Savoia) και τον Σεπτέμβριο του 1944 (Rex). To Calino βυθίστηκε στις 10 Ιανουαρίου 1943 στις προσβάσεις της Νάπολη από αμυντική ιταλική νάρκη. Το δε Quintinio Sella βυθίστηκε στις 11 Σεπτεμβρίου 1943 στη βόρεια Αδριατική από τη γερμανική τορπιλάκατο S54 μετά την ιταλική συνθηκολόγηση. 
 
10 Σεπτεμβρίου: Αντί να ξεκινήσει το ταξίδι της επιστροφής σύμφωνα με τις διαταγές, ο Σπανίδης αποφάσισε να παρατείνει την περιπολία κατά μία μέρα προγραμματίζοντας να κερδίσει χρόνο κινούμενος με υψηλότερη ταχύτητα στην επιστροφή. Στις 12:00’ μικρό τουρκικό ατμόπλοιο (εκτιμώμενο ως 500τ.v.) διήλθε σε πολύ μικρή απόσταση (300 γιάρδες). Στις 13:20’, 3 μίλια ανατολικά από την άκρα Επισκοπή της Τήλου, εντοπίστηκε επιτέλους νηοπομπή να προσεγγίζει από βόρεια και υπό ευνοϊκές συνθήκες επίθεσης αυτή τη φορά. Κατά την εξέλιξη της επίθεσης τα πλοία αναγνωρίστηκαν ως ένα «πετρελαιοφόρο» (εκτιμώμενο ως 8.000τ.ν.) και δύο «κορβέτες». 
 
Οι διαδοχικές αλλαγές πορείας της νηοπομπής, όμως, έφεραν την μία «κορβέτα» μεταξύ του «πετρελαιοφόρου» και του Παπανικολή. οπότε ο Σπανίδης, για να αποφύγει τον εντοπισμό του, δεν ανέπτυξε υψηλή ταχύτητα κατά την προσέγγιση του «πετρελαιοφόρου». Αυτό οδήγησε το «πετρελαιοφόρο» να διέλθει σε απόσταση 4.000 γιαρδών από το υποβρύχιο με αποτέλεσμα ο Σπανίδης να διστάσει να βάλει τις τορπίλες του καθώς ο στόχος βρισκόταν στο όριο της ακτίνας τους (οι βρετανικές τορπίλες Mk.VIII που έφεραν τα ελληνικά υποβρύχια είχαν ακτίνα 5000 γιάρδες σε ταχύτητα 41 κόμβων. Η ρύθμιση σε χαμηλή ταχύτητα 26 κόμβων, που αύξανε την ακτίνα σε 10.000 γιάρδες, ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία για τα παλαιά γαλλικής σχεδίασης ελληνικά υποβρύχια και μάλιστα στα τύπου Κατσώνης, όπως το Παπανικολής, ήταν εφικτή μόνο σε μία εκ των τεσσάρων πρωραίων τορπιλών, ενώ δεν ήταν εφικτή σε καμία εκ των δύο πρυμναίων). Το αποτέλεσμα συνεπώς ήταν αβέβαιο και υπήρχε κίνδυνος εντοπισμού των τορπιλών στη μακρά αυτή διαδρομή. Έτσι η νηοπομπή παρήλθε και απομακρύνθηκε. 
 
Μετά και από αυτό το περιστατικό ο Σπανίδης έλαβε πορεία επιστροφής. Όσον αφορά στα πλοία της νηοπομπής, αυτά ήταν στην πραγματικότητα το μικρό ατμόπλοιο Arsia (1907, 668τ.ν.), το μικρό επιβατηγό Pola (1908, 254τ.ν.) και το επιταγμένο μικρό επιβατηγό, νυν συνοδό νηοπομπών, Giorgio Orsini (F-110) (1931, 220τ.ν.). Συμπωματικά, το Arsia μετέφερε όντως 683 τόνους βενζίνης σε βαρέλια από Πειραιά προς τη Ρόδο. Η πολύ μεγάλη διαφορά του πραγματικού μεγέθους του Arsia (668τ.ν.) σε σχέση με το εκτιμώμενο μέγεθος (8.000τ.ν.), οδηγεί επίσης στο συμπέρασμα ότι οι στόχοι πιθανότατα βρίσκονταν σημαντικά εγγύτερα έναντι της εκτιμώμενης από τον Σπανίδη απόστασης. Όλα τα πλοία επέζησαν του πολέμου, όμως, το Giorgio Orsini, που υπήρξε το ελληνικό επιβατηγό Δωδεκάνησος μεταπολεμικά, βυθίστηκε στο ίδιο ακριβώς σημείο από κακοκαιρία στις 22 Μαρτίου 1958 με 25 θύματα. Το ναυάγιο ανακαλύφθηκε το 2011 από την ομάδα του Robert Ballard σε βάθος 486μ. 
 
11 Σεπτεμβρίου: Εμφανίστηκε δυσλειτουργία στον σταθμό υδραυλικού ελαίου και εμπλοκή του πηδαλίου διευθύνσεως επί τρίωρο σε θέση 15 ΔΕΞΙΑ εν μέσω θαλασσοταραχής. Η τήρηση της πορείας συνεχίστηκε μέσω ασύμμετρου χειρισμού των ελικοφόρων αξόνων. Διαπιστώθηκε επίσης αδυναμία εκπομπής σημάτων από τον ασύρματο γεγονός ιδιαίτερα σοβαρό καθώς το σήμα του Παπανικολής αποτελούσε προϋπόθεση για την αποστολή του βρετανικού υποβρυχίου HMS Traveller προκειμένου να παραλάβει την ομάδα της επιχείρησης ANGLO από τη Ρόδο στις 17 Σεπτεμβρίου μετά την ολοκλήρωση της επιχείρησης. 
 
12 Σεπτεμβρίου: Εξακολούθησαν μικρές δυσλειτουργίες στο πηδάλιο αλλά και η αδυναμία εκπομπής σημάτων. 
 
13 Σεπτεμβρίου: Κατόπιν προσωπικής παρέμβασης του Σπανίδη, διαπιστώθηκε ότι το προσωπικό του ασυρμάτου (ο ένας εκ των δύο ήταν Άγγλος υπαξιωματικός) συντόνιζε τον ασύρματο σε λανθασμένες συχνότητες. Κατόπιν αυτού απεστάλη με καθυστέρηση το σήμα αποτελεσμάτων της περιπολίας. 
 
14 Σεπτεμβρίου: Αιτήθηκε και εγκρίθηκε ο κατάπλους στη Βηρυτό αντί του Πορτ Σάιντ όπως προέβλεπε η διαταγή του πλου καθώς το έλαιο λιπάνσεως των κυρίων μηχανών δεν επαρκούσε. Η αλλαγή εγκρίθηκε από τη Διοίκηση Υποβρυχίων επισημαίνοντας ότι ο πλους θα γινόταν υπό την ευθύνη του Σπανίδη καθόσον ο χρόνος δεν επαρκούσε για τη βέβαιη ειδοποίηση των φίλιων δυνάμεων. 
 
15 Σεπτεμβρίου: Κατάπλους στη Βηρυτό στη δεξιά πλευρά του συνοδού Κορινθία. 
 
ΤΑ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΑ ΚΑΙ Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ 
 
Η απόδοση του υποβρυχίου στη συγκεκριμένη περιπολία προκάλεσε απόλυτη ρήξη στις σχέσεις του Σπανίδη με τον Διοικητή Υποβρυχίων Πλοίαρχο Κώνστα. Η απάντηση της Διοίκησης Υποβρυχίων (Α/297//25-9-42) στο Ιστορικό Πλου//15-9-42 που υπέβαλε το υποβρύχιο υπήρξε κόλαφος σε σημείο που ο Σπανίδης να τη χαρακτηρίσει «κακόπιστη». Αρχής γενομένης από την αδυναμία επικοινωνίας με το Commandant Domine στις 31 Αυγούστου, ο Σπανίδης κατηγορήθηκε στη συνέχεια για ελλιπή συνέγερση και οργάνωση του πληρώματος λόγω του επικίνδυνα καθυστερημένου εντοπισμού του ιταλικού βομβαρδιστικού και της εμπλοκής των πολυβόλων στις 2 Σεπτεμβρίου, για έλλειψη προνοητικότητας στον έλεγχο του υλικού προ του απόπλου και εν τέλει για έλλειψη επιθετικού πνεύματος κατά τις συναντήσεις με τον εχθρό. Επίσης, οι συμμαχικοί πράκτορες στις μικρασιατικές ακτές διαβεβαίωναν σχετικά με την ύπαρξη μεγάλης ναυτιλιακής κίνησης στην περιοχή, την οποία βέβαια ο Σπανίδης είχε αναγνωρίσει ότι, ως επί το πλείστον, ήταν τουρκική. 
 
Ο Κώνστας παρόλα αυτά επέμεινε στην έλλειψη προβλεπτικότητας και επιθετικότητας. Κατηγορήθηκε επίσης για υπερβολικό πλου στην επιφάνεια εκθέτοντας το υποβρύχιο σε εντοπισμό και για αδικαιολόγητα καθυστερημένη είσοδο στον τομέα περιπολίας μετά την αποκατάσταση της βλάβης της 5ης Σεπτεμβρίου. Όσον αφορά στο «Rex» ο Κώνστας θεώρησε παράλογους τους ισχυρισμούς περί εντοπισμού του αφού η περιγραφή του στόχου που δόθηκε δεν συνέπιπτε με την πολύ γνωστή όψη του Rex (ένα φουγάρο αντί για δύο). Σοβαρό ατόπημα θεωρήθηκε επίσης η καθυστερημένη εκπομπή του σήματος κατά τον επανάπλου. Το τελευταίο περιστατικό ήταν ίσως και η αιτία για την οποία ο Κώνστας δεν υποδέχθηκε προσωπικά το υποβρύχιο κατά τον κατάπλου του σύμφωνα με το έθιμο. Ανάλογη στάση με τον Κώνστα τήρησε και ο Βρετανός Αρχιεπιστολέας της Διοίκησης Υποβρυχίων Henry Baker με αποτέλεσμα ο Διοικητής του Στόλου της Μεσογείου Ναύαρχος Henry Harwood να απαιτήσει την αντικατάσταση του Κυβερνήτη. 
 
Οι προσπάθειες των Σακελλαρίου και Καββαδία να περισώσουν την κατάσταση δεν ήταν ιδιαίτερα εντατικές για να μην παρέμβουν στα εσωτερικά διοικητικά θέματα της ΔΥ ούτε και να έρθουν σε αντιπαράθεση με τον ανώτερο διοικητή των ελληνικών ναυτικών δυνάμεων που παρέμενε ο Harwood. Ο Σπανίδης με τη σειρά του υπέβαλε στο Αρχηγείο Στόλου πολυσέλιδη αναφορά κατηγορώντας ουσιαστικά τον Κώνστα για εμπάθεια. Εν τέλει εφαρμόσθηκαν συμβιβαστικές μεθοδεύσεις διοικητικής τιμωρίας σε συνδυασμό με ένα προγενέστερο πλημμέλημα του Σπανίδη (διευκόλυνση γάμου ανθυποπλοιάρχου άνευ αδείας από το Υπουργείο των Ναυτικών). Έτσι, ως Κυβερνήτης του Παπανικολής, αντικαταστάθηκε αρχικά από τον Ύπαρχο του πλοίου υποπλοίαρχο Παναγιώτου (μέχρι να αναλάβει οριστικά ο υποπλοίαρχος Νικόλαος Ρουσσέν τον επόμενο Οκτώβριο του 1942) και οδηγήθηκε για ένα μήνα στις στρατιωτικές φυλακές Ζιζήνια της Αλεξάνδρειας αλλά χωρίς καμία άλλη επίπτωση στην καριέρα του. 
 
Ως επικεφαλής της 11ης ελληνικής αποστολής παραλαβής πλοίων (σύνολο 194 άτομα) κατά τη μετάβαση στις ΗΠΑ, ο Σπανίδης επιβίωσε του ναυαγίου του υπερωκεάνιου RMS Empress of Canada μετά τον τορπιλισμό του τελευταίου από το ιταλικό υποβρύχιο Leonardo da Vinci στις 14 Μαρτίου 1943 στον νότιο Ατλαντικό. Το πλοίο είχε 1800 επιβαίνοντες και υπήρξαν 392 θύματα από τα οποία τα 24 προέρχονταν από τη ελληνική αποστολή. Φθάνοντας τελικά στις ΗΠΑ, ο Σπανίδης παρέλαβε Κυβερνήτης του αρματαγωγού Χίος και αργότερα στη Μ. Ανατολή του παλαιού αντιτορπιλικού Πάνθηρ. 
 
Μεταπολεμικά εξελίχθηκε στην ιεραρχία του Ελληνικού Ναυτικού λαμβάνοντας σημαντικές θέσεις τόσο εντός του Ναυτικού όσο και στο ΝΑΤΟ. Στη μετέπειτα πολιτική του σταδιοδρομία διετέλεσε επί δεκαετία πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας και Υπουργός Ναυτιλίας (1963-1964). Τις πρώτες ώρες της 21ης Απριλίου 1967, αντιλαμβανόμενος τις επικείμενες εξελίξεις, επιχείρησε να επέμβει ανασταλτικά αναλαμβάνοντας τον έλεγχο του Ναυστάθμου αλλά αυτό στάθηκε αδύνατον να αναστρέψει τον ρου των γεγονότων. Απεβίωσε το 1996 σε ηλικία 90 ετών. 
 
Ο Παπανικολής με τον Ρουσσέν εκτέλεσε μέχρι το καλοκαίρι του 1943 τέσσερεις πολεμικές περιπολίες σε Αιγαίο – Δωδεκάνησα βυθίζοντας διάφορα μικρά σκάφη, συμμετέχοντας σε δύο ειδικές αποστολές (OXFORD, LOCKSMITH) και έκτοτε ο ρόλος του παρέμεινε εκπαιδευτικός μέχρι και τις αρχές του 1944. Στη συνέχεια εκτέλεσε άλλη μία περιπολία στο κεντρικό Αιγαίο μέχρι το στασιαστικό κίνημα του Απριλίου του 1944 που είχε την τραγική κατάληξη για τον Ρουσσέν και προκάλεσε βαθιές αρνητικές επιπτώσεις στο ναυτικό γενικότερα. Μετά την καταστολή του κινήματος το υποβρύχιο με Κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Χρήστο Μπότσαρη στάλθηκε στο Γιβραλτάρ για επισκευή και επέστρεψε στην ελεύθερη Ελλάδα τον Νοέμβριο του 1944. 
 

ΠΗΓΕΣ: 
 
1. ΣΠΑΝΙΔΗΣ Α: Αναμνήσεις και Μαρτυρίες
2. ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ Ε.: Ο Ναυτικός Πόλεμος του 1940 όπως τον Έζησα
3. ΚΩΝΣΤΑΣ Π: Η Ελλάς της Δεκαετίας 1940-1950
4. ΑΝΤΙΝΑΥΑΡΧΟΣ (ΕΑ) Α. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΠΝ: Βιογραφικό Λεξικό των Αποφοίτων της ΣΝΔ.
5. ΜΑΣΟΥΡΑΣ Τ.-ΚΑΤΩΠΟΔΗΣ Θ.: Τα Ελληνικά Υποβρύχια Τόμος Ι
6. ΒΡΟΥΧΟΣ Γ.: Ν. Σάββας – Γ. Κυρμιχάλης και η Επιχείρηση ANGLO
7. TESAPSIDES B.: Allied Submarine Operations in Greece during World War IΙ 1941-1944
8. SUTHERLAND D.: He Who Dares: Recollections οf Service in the SAS, SBS, AND MI5
9. ΣΤΟΛΙΣΚΟΣ ΥΠΟΒΡΥΧΙΩΝ: Εγχειρίδιον Υποβρυχίων 1939
10. ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΥΠΟΒΡΥΧΙΩΝ: Διαταγή Επιχειρήσεων Α/254//29-8-42
11. Υ/Β ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ: Έκθεσις 4ης Πολεμικής Περιπολίας από το Εξωτερικό//15-9-42
12. ΔΙΟΙΚΗΣΙΣ ΥΠΟΒΡΥΧΙΩΝ: Παρατηρήσεις επί του Ιστορικού Πλου της 15-9-42//25-9-42
13. ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ: Διάφορα Αρχεία
14. Ε.Λ.Ι.Α: Αρχείο Σπανίδη Α.Ε. 488.
15. ΠΛΑΤΩΝ ΑΛΕΞΙΑΔΗΣ: Προσωπικό Αρχείο
22.https://www.youtube.com/watch?v=1yjbma4Jxr0&t=936s (Συνέντευξη Σπανίδη)