Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοριες θαλασσινες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστοριες θαλασσινες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Απριλίου 2026

Λευκά θαλάσσια βουνά. Mια απίστευτη περιπέτεια στo Αιγαίο τον 17ο αιώνα

Γράφει ο Γεώργιος Καρέλας

Στις αρχές Μαρτίου του 1629 καταπλέει στο λιμάνι της Ζακύνθου ένα φορτηγό πλοίο που μετέφερε εμπορεύματα από την Κρήτη προς τη Ζάκυνθο για λογαριασμό του Εβραίου εμπόρου Αβραάμ Κανδιώτη. Ο πλοίαρχος του πλοίου Ανδρέας Ρούσος ευθύς μόλις αποβιβάστηκε έσπευσε να απολογηθεί στον έμπορο αλλά και στις αρχές μιας και ένα αναπάντεχο γεγονός που συνέβη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στοίχισε ένα μέλος του πληρώματος και απώλεια μέρους του φορτίου που βρισκόταν στο κατάστρωμα   …

Διηγήθηκε μια ιστορία –που στα αυτιά αυτών που άκουσαν την αφήγηση φάνταζε τουλάχιστον απόκοσμη και τρομακτική-, για ένα σπάνιο φυσικό φαινόμενο που συνέβη στο ταξίδι της επιστροφής που είχε αποτέλεσμα να απολεστεί ο ναυτόπαις (μούτσος) του πλοίου και ένα μέρος του φορτίου. Και όλα αυτά σε λίγα λεπτά εξ αιτίας της θάλασσας που αγρίεψε, άφρισε και χτύπησε το πλοίο… Και δεν ήταν μόνο αυτό, στην περιγραφή ακούστηκαν και άλλα περίεργα που κανείς δεν είχε ξανακούσει… Ο καπετάνιος μίλησε για ένα φαινόμενο που φάνταζε με ιστορία βγαλμένη από τη φαντασία….

Διηγήθηκε με όσο πιο μεγάλη λεπτομέρεια μπορούσε αυτά που έζησε αδιαφορώντας αν θα γινόταν πιστευτός ή όχι…. Άλλωστε δεν είχε κάποια άλλη επιλογή, θα περιέγραφε την αλήθεια και όχι κάποιο φανταστικό γεγονός…. Ανέφερε  τα κάτωθι:

«Τη 27 Φεβρουάριου του έτους 1629 άναχωρήσας περί τό μεσονύκτιον έκ Κρήτης, μετά δέκα περίπου ώρας, αν και o καιρός ήτο καλός, καί άνεμος δέν έπνεε και ο ουρανός ήτο λίαν κυανούς (azzur-rissimo), αίφνης είδον μακρόθεν πρός βορράν είς τήν θάλασσαν βουνά κυμάτων, άτινα έκ του αφρού  εφαίνοντο ως χιονοσκεπή, καί πρός νότον διευθυνόμενα ώς αστραπή. Έν ριπή οφθαλμού καί ή πέριξ ήμών θάλασσα επάφλαζε καί ήφριζε. Πριν προλάβω τόν καιρόν νά έρωτήσω τόν πηδαλιούχον περί του πρωτοφανούς τούτου παραδόξου φαινομένου, ήκουσα ύποθαλάσσιον θόρυβον μοιάζοντα μέ άλύσεις συρομένας.

Ένόμισα ότι’ τό πλοίον έσταμάτησεν ή μάλλον ότι προσέκρουσεν είς βράχους, ότι κατεποντίσθημεν διότι, άν καί πολύ μακρά ήμεθα τών φοβερών εκείνων θαλασσίων βουνών, ούχ ήτον ή θάλασσα ένθα εύρισκόμεθα ήτο τόσον άγρια, ώστε ένόμισα ότι τό πλοίον έγεινε βορά του καταστρεπτικού έκείνου κύματος. Έπανήλθεν ή ήρεμία, άν καί ή θάλασσα έξηκολούθει βράζουσα (bollire). Τότε μόνον ήκουσα τάς άπελπιστικάς φωνάς των ναυτών μου. Καίπερ ήμιθανεϊς, έστρέψαμεν τούς οφθαλμούς πρός τά κύματα, έκ του φόβου μήπως έπαναληφθή τό κακόν, άλλά τά κύματα προύχώρουν πρός νότον άφίνοντα όπισθεν γαλήνην μέν, άλλά τεταραγμένην θάλασσαν, φαιού χρώματος μετά μικρού άφρού, ένω ο ούρανός έξηκολούθει νά είναι λίαν κυανούς καί αίθριος. Είς τήν θάλασσαν είδομεν λείψανα πλοίου. Πάντα ταύτα συνέβησαν είς όλίγιστα λεπτά. Μόλις άνέλαβον. είδον, μετ’ άλγους τής ψυχής μου, ότι έλειπεν ναυτόπαις (mozzo) καί τά έπί του καταστρώματος βυτία (botte)»

Αν και οι αρχές της πόλης πίστεψαν τον καπετάνιο και το πλήρωμα που κατέθεσε παρομοίως με τον καπετάνιο ο Εβραίος έμπορος δεν πείσθηκε. Νόμισε ότι ο καπετάνιος και το πλήρωμα σκαρφίστηκαν αυτή την απίθανη ιστορία για να καρπωθούν την αξία μέρους του εμπορεύματος που του ανήκε για λογαριασμό τους. Φαντάστηκε ότι το εμπόρευμα αυτό το είχαν πουλήσει ήδη σε κάποιο λιμάνι πριν φτάσουν στη Ζάκυνθο…

Την εποχή εκείνη συχνά αναφέρονταν απώλειες φορτίων –συνήθως λόγω της πειρατείας – αλλά αυτή η ιστορία δεν τον έπεισε, έμοιαζε βγαλμένη από τη φαντασία. Ο έμπορος τελικά κατηγόρησε τον Ανδρέα Ρούσο ότι καταχράστηκε το εμπόρευμα και το πλοίο παρέμεινε ακινητοποιημένο στο νησί μέχρι την έκδοση της απόφασης.

Αν και ο  προβλεπτής Βέμβος (σημ. πρόκειται για τον Ενετό προβλεπτή Giacomo Bembo) σύντομα απεφάνθη ότι κατόπιν των ανακρίσεων δεν προέκυψε ότι ο πλοίαρχος ήταν άξιος τιμωρίας, δεν ήταν εύκολο να βγει οριστική απόφαση. Όπως ανέφερε ο προβλεπτής  αφού πραγματικά και η Διοίκηση  ενδιαφερόταν να μάθει όλη την αλήθεια, αν ο πλοίαρχος έλεγε ψέματα θα τιμωρούνταν παραδειγματικώς αν όμως έλεγε την αλήθεια θα τιμωρούνταν επίσης παραδειγματικώς ο έμπορος. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο Ρούσος για να μάθει και ο ίδιος τι ακριβώς συνέβη και από ποιο φαινόμενο προήλθε το ατύχημα λογικά θα έπρεπε να κατευθυνθεί σε ένα κοντινό λιμάνι, έχοντας τις επιλογές των Κυθήρων ή της Μεθώνης, (με πρώτη επιλογή  αυτή των Κυθήρων όπου ήταν υπό Ενετική κατοχή και οι κάτοικοι θα είχαν ίσως αντιληφθεί και αυτοί το φαινόμενο και θα μπορούσε να πάρει κάποια βεβαίωση από τις τοπικές αρχές) αυτός όμως επέλεξε να κατευθυνθεί κατ ευθείαν στη Ζάκυνθο.

Η πειρατεία ήταν σε έξαρση και υπήρχε πάντα ο κίνδυνος των Οθωμανών πειρατών (που ενθαρρύνονταν από το Σουλτάνο με σκοπό να πληγεί η Βενετιά που στηριζόταν στο δια θαλάσσης εμπόριο) αλλά και των φοβερών και τρομερών πειρατών της Μάνης. Έχοντας  ήδη περάσει τη ζώνη του επικίνδυνου θαλάσσιου δρόμου του μεταξιού, μιας  εναλλακτικής  θαλάσσίας οδού προς την Ανατολή μεταξύ Ευρώπης και Συρίας, δεν θα ήθελε να και άλλες περιπέτειες προσεγγίζοντας κάποια ακτή.

Ο άτυχος καπετάνιος παρ ‘ ότι έλεγε την αλήθεια χρειαζόταν στοιχεία, κάποια επίσημη μαρτυρία για να  αποδείξει όσα κατέθεσε. Και αυτό δεν άργησε πολύ να συμβεί… Mετά από παρέλευση 1-2 μηνών  κατέπλευσε στη Ζάκυνθο για να προστατευτεί λόγω τρικυμίας Ισπανικό πολεμικό πλοίο του οποίου ο καπετάνιος ήταν φίλος του Βενετού προβλεπτή. Στην συνάντηση των δυο που ακολούθησε ο Ισπανός καπετάνιος διηγήθηκε στον Βέμβο και τη δική του περιπέτεια όταν έχοντας αναχωρήσει κατά τις αρχές Μαρτίου από  τη Μήλο και ενώ επικρατούσε ζέστη και η θάλασσα ήταν ήρεμη  ξαφνικά αυτή αγρίεψε, ενώ παράλληλα ακούστηκε βοή από το βυθό που την παρομοίασε με ήχο που μοιάζει με σανίδες που σπάζουν. Στη συνέχεια το πλοίο ήρθε αντιμέτωπο με μεγάλα αφρίζοντα κύματα που κατευθύνονταν νοτιοανατολικά.

Το πλοίο δεν έπαθε κάποια ζημιά, το πλήρωμα όμως τρομοκρατήθηκε. Στη συνέχεια το πλοίο κατέπλευσε στα Κύθηρα όπου πληροφορήθηκαν από τους κατοίκους ότι είχε γίνει σεισμός τον οποίο ακολούθησε πλημμυρίδα χωρίς όμως να αναφέρεται ούτε ο σεισμός σαν πολύ μεγάλης έντασης αλλά ούτε και το φαινόμενο της πλημμυρίδας σαν κάτι το πολύ ιδιαίτερο…

Μετά από αυτά ο  Ενετός προβλεπτής παρακάλεσε τον Ισπανό καπετάνιο να συντάξει επίσημη αναφορά για το συμβάν για να τη χρησιμοποιήσει στο δικαστήριο όπου ο Έλληνας καπετάνιος αντιμετώπιζε την κατηγορία της απάτης.

Μια ακόμα μαρτυρία έγινε γνωστή λίγο αργότερα όταν ο πλοίαρχος Ενετικής πολεμικής γαλέρας που κατέπλευσε στη Ζάκυνθο από την Κέρκυρα ανέφερε ότι σε ταξίδι του κατά το μήνα Μάρτιο συνάντησε στη θάλασσα λείψανα ναυαγίων και πτώματα, χωρίς όμως να παρατηρήσει κάτι άλλο ή να ακούσει για κάποιον σεισμό.

Σαν αποτέλεσμα των ανωτέρω ήρθε και η απόφαση του Δικαστηρίου που ήταν αθωωτική για τον Έλληνα καπετάνιο και καταδικαστική για τον έμπορο. Σε έγγραφο της 4ης Ιανουαρίου 1631 αναγράφεται η ετυμηγορία  του Διοικητηρίου (Reggimento) της Ζακύνθου ….

«Έκ των έπισήμων πληροφοριών καί καταθέσεων διάφορων άξιοπίστων μαρτύρων η ομολογία του πλοιάρχου Ρούσου καταφαίνεται πιστή καί άληθής (fedele e vera). Γνωρίζει έπίσης έπισήμως ή δικαιοσύνη ότι έκ της θαλασσίου έκείνης στιγμιαίας διαταράξεως πολλά ναυάγια συνέβησαν. Επομένως, κατά τήν γενομένην άπόφασιν τής δευτέρας Απριλίου τοϋ έτους 1629, σήμερον καταδικάζομεν τον Εβραίον Κανδιώτην διά την δυσπιστίαν του προς τάς άρχάς, νά έκτεθή έπί μίαν ήμέραν εις τον κύφωνα (berlina) έντος τής πόλεως Ζακύνθου καί έπί μίαν ήμέραν εις το προάοτετον του Αίγιαλού, είς τριών μηνών φυλάκισιν και είς τά έξοδα τής δίκης. Ό δέ πλοίαρχος έχει το δικαίωμα να ζητήση άποζημίωσιν διά τήν χρονοτριβήν του.»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ολόκληρο το κείμενο βασίστηκε στο πάρα πολύ ενδιαφέρον και τεκμηριωμένο άρθρο του Σπυρίδωνα Δε Βιάζη “Μέγας εν Κρήτη σεισμός” στο περιοδικό Παρνασσός (εκδόσεις Παπαγεωργίου, Νοέμβριος 1893) και προστέθηκαν  κάποιες   διευκρινίσεις και υποθέσεις.

Ο Σπυρίδων Δε Βιάζης:

Ήταν λόγιος ευρύτατης μόρφωσης αλλά και λίγο εκκεντρικός. Γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1849 στην Κέρκυρα. Η γιαγιά του ήταν από τη Ζάκυνθο ήταν όμως  Ιταλικής καταγωγής και φανατικός καθολικός . Εκτός από το πλούσιο συγγραφικό του έργο συνεισέφερε στον εμπλουτισμό της Φωσκολικής βιβλιοθήκης της Ζακύνθου με πολλά τεκμήρια. Για την προσφορά του τιμήθηκε από το ελληνικό κράτος πρώτα με τον Αργυρό (1894) και αργότερα (1919) με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος.

Κρητικά προϊόντα σε βαρέλια που θα μπορούσαν να μεταφέρονται από την Κρήτη στη Ζάκυνθο ήταν το ελαιόλαδο (αν και η ελαιοκαλλιέργεια δεν ήταν ιδιαίτερα εξαπλωμένη στις αρχές του 15ου αιώνα), κρασί (το γνωστό κρασί του Ρεθύμνου malvoisie-(μαλβαζία είχε μεγάλη ζήτηση) αλλά και πιθανώς τυριά.

Οι  αναφορές συμβάντων της εποχής οφείλονται στη λεπτομερή καταγραφή από τις Βενετικές αρχές. Τα αρχεία της Βενετίας (Venice Museum and Archives) που διασώζονται ακόμα στην πόλη αυτή είναι η πηγή όχι μόνο αυτών  των γεγονότων αλλά και μιας περιόδου αρκετών αιώνων εκ των οποίων τρείς έχουν ιδιαίτερο Ελληνικό ενδιαφέρον μιας και αναφέρονται στην Ενετική κατοχή της Ελλάδας και κατά συνέπεια σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη χώρα μας. Τα αρχεία που αφορούν τα γεγονότα που αναφέρθηκαν προέρχονται ειδικότερα από τα κάτωθι αρχεία της Ζακύνθου της περιόδου -diversorum Regimmento di Bembo- Aρχειοφυλακείο υπό τα Δικαστήρια – και Carte Sanita –(στο κείμενο αναφέρεται σαν Aρχειοφυλακείο, εγώ θα έλεγα ότι ίσως πρόκειται για πληροφορίες που αντλήθηκαν από το αρχείο του λοιμοκαθαρτηρίου ….)

Αλλά και στην Ελλάδα σώζονται αρχεία από την εποχή της Βενετοκρατίας (1562-1797) στα Κύθηρα πχ υπάρχει Τοπικό Αρχείο Κυθήρων το οποίο υπόκειται στην  περιφερειακή υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Το αρχειακό υλικό είναι ταξινομημένο στη βάση της θητείας του εκάστοτε Προβλεπτή (Διοικητή). Το αρχείο της Κέρκυρας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, ενώ δε διεσώθη αυτό της Κεφαλονιάς και της  Ζακύνθου (σωζόταν στο αρχειοφυλακείο του νησιού  μέχρι τη σεισμοπυρκαγιά του 1953 και ήταν από τα τέλη του 15ου αιώνα)

Το επίκεντρο του σεισμού (πιθανότατα υποθαλάσσιου) πρέπει να ήταν κάπου μεταξύ Κρήτης -Σαντορίνης Μήλου και Κυθήρων.

Ο ίδιος ο Δε Βιάζης την περίοδο που έγραφε το άρθρο στο περιοδικό Παρνασσός βρήκε αναφορά που σχετίζεται με μεγάλο σεισμό στην Κρήτη σε εκκλησιαστικό κώδικα που απέκτησε και ανήκε σε Κρητικό. Στη συνέχεια χάρισε το τεκμήριο στη Φωσκόλεια βιβλιοθήκη.

Παραθέτω την αναφορά του ιερέως όπως τη συνέγραψε και την κατέγραψε στο άρθρο ο Σπυρίδων Δε Βιάζης

«τή εικοστή έβδομη Φεβρουάριου του έτους 1629 σφοδραί δονήσεις έπήνεγκον έπί τής νήσου Κρήτης άρκετάς ζημίας, «αχκθ’ μηνί φεβρουαρίου είς τάς κζ’, ήμέρα σάβατω τής Σταυροπροσκυνήσεως, ώρα τετάρτη τής ήμερας, έγίνικε σεισμός μέγας είς ‘ολον τό νησί τής Κρήτης καί έπέσασι σπήτια καί έπλακόσασι ανθρώπους πολλούς καί τά καμπαναριά της χώρας εσούντανε δε, που έλέγασι οί άνθρωποι πώς δίδουσιν κάτω νά χαλάν καί οι έκκλησίαις καί νοίξασι καί ή γή έβρ(όντα) και οίτριμε όπου έλέγαμε κάθε πράγμα πώς θέλει νάνοίξ ή γής να μάς καταπιή».

Πηγή: navalhistory.gr

ΑΒΕΡΩΦ 

30 Δεκεμβρίου 2025

Χριστουγεννιάτικο «μπρεβέντζο»

Γράφει ο 
Άγγελος Φ. Μάντσιος Υπομηχανικός 
 
Αδέλφια ήταν ο Μίμης και ο Θανάσης. Νικητιανοί, παιδιά του καραβοκύρη του Γιώργη του «Κάτσουλα». Παιδαρέλια ακόμα, συνοδεύοντας τον πατέρα τους, μπήκαν στη θάλασσα, βούτηξαν στα βαθιά.
 
Λίγο αργότερα έφηβοι, μόνοι τους, καραβοκύρηδες οι ίδιοι, με το καμάρι τους τη “Σιθωνία” τη μεγάλη, ένα γερό 17μετρο, 55τονο, πανέμορφο, καλλίγραμμο σκαρί, που ναυπήγησε για λογαριασμό τους ο θρύλος της ξυλοναυπηγικής μας, ο γερο – Σούφης, …όργωναν τις θάλασσες.
 
Ταξίδια πολλά, ταξίδια ρουτίνας αλλά και απίστευτων περιπετειών. Ο Μίμης πάντα προνοητικός και νοικοκύρης, ό,τι του έπεφτε στα χέρια του το αποθήκευε, το φύλαγε σαν τα μάτια του. Ένα άχρηστο χοντρό στραβό καρφί που το ίσιωνε, μια βίδα, ένα «μπουλόνι», ένα «παξιμάδι», μια «ροδέλα», ένα κομμάτι χοντρό σύρμα, ένα κομμάτι χοντρό γερό σχοινί, ένα κομμάτι χοντρής γερής αλυσίδας… Τα φύλαγε σε μια άκρη, στο αμπάρι μέσα σε «φουκάδες». «Ήξερα πως ένα απ’ αυτά θα μου έσωζε, κάποτε, τη ζωή», μου έλεγε.
 
Παραμονή Χριστουγέννων του 1959 ήταν, το ημερολόγιο έγραφε Ευγενίας Οσιομάρτυρος… Σαλπάρησαν στις 03.00΄μετά τα μεσάνυχτα, – Χριστούγεννα θα ξημέρωνε -, με την “Σιθωνία” την μεγάλη, φορτωμένη μέχρι τα «μπούνια» ελαιοπυρήνες, από το γραφικό λιμανάκι του Αγίου Δημητρίου (Πυργαδίκια), της Χαλκιδικής, να πάνε στην Εύβοια, στο Αλιβέρι, να ξεφορτώσουν εκεί, στο μεγάλο υπερπιεστήριο. 
 
Λογάριαζαν, μετά από ταξίδι 28 ωρών, να φτάσουν στον προορισμό τους, στις 26 του μήνα ώρα 07.00΄ πρωινή, να προφτάσουν ν’ ανάψουν και από ένα κεράκι στη χάρη της Μεγαλόχαρης που γιόρταζε εκείνη τη μέρα (Η Σύναξις της Θεοτόκου). Ήταν βαθιά θρησκευόμενοι, ο Μίμης και ο Θανάσης. Το εικόνισμα του προστάτη τους, του Άι – Νικόλα και το εικόνισμα του Άι – Νικήτα, προστάτη όλων μας, μαζί με το μόνιμα αναμμένο κόκκινο ηλεκτρικό καντηλάκι, ήπαν σε περίοπτη θέση στο «πρυμιό σπιράγιο», (ξύλινο κουβούκλιο, στην πρύμνη), της μεγάλης “Σιθωνίας” τους. 
 
Ο καιρός καλός, «κάλμα μπουνάτσα», κι όλα έδειχναν πως θα είχαν καλό ταξίδι. Λογάριαζαν όμως χωρίς τον χιονιά και τον… Άθωνα. Άξαφνα, «πλάκωσε» ένας χιονιάς, από αυτούς που έρχονται από Ρωσία με ριά και που περνούν και από τον δικό μας τον Άθωνα, συνοδευόμενος από ένα ελαφρύ, στην αρχή, αεράκι, που άρχισε σιγά – σιγά να ρυτιδώνει τη θάλασσα.
 
Καμιά ανησυχία για τους συνηθισμένους σ’ αυτά, τον Μίμη και τον Θανάση.
 
Και μόλις που είχαν ανοιχτεί μεσοπέλαγα κι είχαν βάλει ρότα για τα δικά μας, της χερσονήσου της Σιθωνίας μας τα ακρωτήρια, τον Ψευδόκαβο, το Δρέπανο (Άμπελος), τον “Αρματωλό” και τα “Καρτάλια”, – έτσι τα λένε οι ναυτικοί μας -, με σκοπό να τα «καβατζάρουν» και να συνεχίσουν το ταξίδι τους, έγινε το απρόσμενο. Έσπασαν οι χοντρές βίδες και στην συνέχεια το «κόπλερ» που συνδέει την μηχανή της “Σιθωνίας”, – μια 50άρα «Αξελός» -, με τον άξονά της, μεταδίδοντάς του την περιστροφική κίνηση. Έτσι, ο… απελευθερωμένος πια άξονας μαζί με την «προπέλα» (έλικα), λόγω της κεκτημένης κίνησης του καϊκιού προς τα εμπρός και της αντίστασης του θαλασσινού νερού στην ακινητοποιημένη τώρα προπέλα, γλίστρησαν προς τα πίσω, προς τα έξω, και η προπέλα με τα… φτερά της… αγκάλιασε και μπλοκάρισε το κατακόρυφο ξύλινο στέλεχος του τιμονιού.
 
Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες του Μίμη να ξεμπλοκάρει το τιμόνι, η “Σιθωνία” έμεινε ν’ αρμενίζει ακυβέρνητη, «ξυλάρμενο». Και δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Χολομώντας, ο μεγάλος ορεινός όγκος της Χαλκιδικής μας, και τα άλλα γειτονικά κορφοβούνια ο Κάκκαβος και ο δικός μας ο Τραγουντέλης, ζήλεψαν φαίνεται την αποκλειστικότητα του Άθωνα κι άρχισαν κι αυτά, ένα – ένα, να… ξεφυσούν, ίσια θαρρείς, κατά πάνω στo πλεούμενο. 
 
Δημιουργήθηκε έτσι ένα έντονο καιρικό φαινόμενο, ένα μικρό, τηρουμένων και των αναλογιών για την μικρή θάλασσα του Σιγγιτικού, μα επικίνδυνο «μπρεβέντζο»*, με τον χιονιά να συνεχίζει, τους αέρηδες να διαγκωνίζονται μεταξύ τους λυσσομανώντας και το κύμα να θεριεύει και να δέρνει ανελέητα την βαρυφορτωμένη και ακυβέρνητη “Σιθωνία”. Κινδύνευε να την παρασύρουν και να την τσακίσουν, είτε στα βράχια της Αρκούδας, είτε της χερσονήσου του Αγίου Όρους, είτε στα νησιά της Βουρβουρούς, είτε να την «ξουριάσουν» στην ακτή Σαλονικιού είτε να την ρίξουν «γιαλό» στην Αμμουλιανή και στις ξέρες της. 
 
Η Παναγία μας, όμως, η Μαρία, που τους έβλεπε από το Περιβόλι της να θαλασσοδέρνονται και που εκείνες τις ώρες, πριν χρόνια πολλά, έφερνε στη γη τον «νοητόν Ήλιον της Δικαιοσύνης»… «εν Σπηλαίω χωρούμενον τον αχώρητον» επι-φώτισε τον Μίμη. Το μυαλό του δούλεψε, έφερε στροφές, …«στροφάρησε», λένε οι ναυτικοί μας. Θυμήθηκε το μικρό, σχετικά, κομμάτι της χοντρής, γερής, αλυσίδας που φύλαγε κάτω στο αμπάρι. Την έφερε επάνω, πίσω στην πρύμνη, έδεσε στην κάθε μια από τις δύο άκρες της από ένα γερό χοντρό σχοινί, ένα «παλαμάρι». Έδεσε το ένα παλαμάρι, στον δεξί πίσω «μπαμπά» (χοντρές, γερές ξύλινες εξοχές για το δέσιμο της «καδένας» της άγκυρας), και το άλλο παλαμάρι, στο «άλμπουρο», στο κατάρτι. 
 
Έπιασαν, με τον Θανάση, από τις άκρες της, την δεμένη αλυσίδα, την πέρασαν πίσω από το μπλοκαρισμένο κατακόρυφο ξύλινο στέλεχος του τιμονιού και σιγά και προσεκτικά την άφησαν να γλιστρήσει και να ποντισθεί στη θάλασσα, μέχρι που ακούμπησε την προπέλα.
 
Την… ψάρεψαν κι όταν ένοιωσαν πως η αλυσίδα μπήκε ανάμεσα στα φτερά της προπέλας και την… αγκάλιασε, πήραν τα «μπόσ’κα» στο παλαμάρι που ήταν δεμένο στον «μπαμπά», το έδεσαν πάλι γερά και το άλλο το παλαμάρι, το πέρασαν πίσω από το «άλμπουρο» (κατάρτι), τράβηξαν γερά και οι δυο μαζί, «καργάρισαν» και έγινε το θαύμα. Η προπέλα και ο άξονας… επέστρεψαν στη θέση τους – το ένιωσαν και στο τράβηγμα -, απελευθερώνοντας το τιμόνι. 
 
Έδεσαν γερά το παλαμάρι στο κατάρτι, σήκωσαν και το «στάτζιο», το τριγωνικό πανί μεταξύ του καταρτιού και της πλώρης και το έδεσαν κι εκείνο γερά στο «κοράκι» του «ποδόσταμου» του πλωριού. Ο Μίμης τώρα, καθισμένος πίσω στην «μπαγκάτσα» (ξύλινος, χαμηλός πάγκος) της πρύμνης, με το δοιάκι στα χέρια του, με τη μηχανή αναγκαστικά σβηστή, με μόνη βοήθεια το «στάτζιο», με «μανούβρες», με μαεστρική πλοήγηση, έφερε την… τραυματισμένη, τη βαρυφορτωμένη, μεγάλη “Σιθωνία”, στο απάγκιο του Όρμου της Παναγίας, (περιοχή του Αγίου Νικολάου της Χαλκιδικής).
 
Το Θείον Βρέφος που εκείνες τις ίδιες ώρες ερχόταν επί της γης να σώσει τον κόσμο από τις αμαρτίες του, έσωσε τον Μίμη, τον Θανάση και τη «Σιθωνία» τους και τους οδήγησε με ασφάλεια στην αγκαλιά του Όρμου της Παναγίας.
 
Ξημέρωνε, Χριστούγεννα, ο χιονιάς συνέχιζε απτόητος. Στην ανατολική μεριά του Όρμου, στο μικρό καρνάγιο, στην μικρή του παράγκα, ο γερο – καραβομαραγκός, ο Θασίτης, ξεχασμένος απ’ τους δικούς του, ναυάγιο της ζωής αυτός, παρέα με δύο «μαγκούφηδες» ψαράδες, – μοναχικές ψυχές κι αυτοί -, προσπαθούσαν να ζεσταθούν γύρω απ’ τη μικρή ξυλόσομπα, που «κόρωνε». 
 
Σαν είδαν από μακριά, μέσα στη θολούρα του χιονιά, το αχνό περίγραμμα του καϊκιού, ο γερο – Θασίτης, τους είπε κατηγορηματικά: «τα… «παιδιά» είναι, κανένας άλλος δεν αρμενίζει μ’ αυτό το καιρό». Παιδιά αποκαλούσε ο γερο – ναυπηγός τους νεαρούς τον Μίμη και τον Θανάση, που τους αγαπούσε σαν παιδιά του και που κι εκείνοι τον αγαπούσαν σαν πατέρα τους. 
 
Σε λίγο ο χιονιάς και η καταιγίδα θα είχαν κοπάσει, τα «παιδιά», οι θαλασσόλυκοι, θα πατούσαν το πόδι τους στην ανατολική ακρογιαλιά του Όρμου της Παναγίας, ο ήλιος θα είχε ξεπροβάλλει, λαμπρός, πίσω από τον Άθωνα, ναι χαιρετίσει κι αυτός την έλευση του Σωτήρος ημών… 
 
μπρεβέντζο (το) = Απότομη αλλαγή της διεύθυνσης του ανέμου σε μεγάλη κακοκαιρία, μεγάλος κυματισμός, μεγάλη θαλασσοταραχή) 
 
Παγχαλκιδικός Λόγος
Περιοδική έκδοση του Παγχαλκιδικού Συλλόγου «Ο Αριστοτέλης»
ΕΥΧΟΣ 49ο • Οκτώβριος – Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2021 
 
Η εικόνα δημιουργήθηκε για τον Αβέρωφ με την χρήση προγράμματος Τεχνητής Νοημοσύνης.
 
Αντιγραφή Μέλια για τον Αβέρωφ 

24 Δεκεμβρίου 2025

Το ναυάγιο της «Κέρκυρας»

Γράφει ο 
Τηλέμαχος Καραβίας 
 
Μια παραλίγο τραγωδία γίνεται η πιο τρυφερή θαλασσινή χριστουγεννιάτικη ιστορία του κόσμου…
 
Στη μεγάλη αίθουσα σε ένα δημοτικού σχολείου στο μακρινό Κεμπέκ του Καναδά δεν έπεφτε καρφίτσα, ακουγόταν μονάχα η διήγηση του Φρίξου και τα συνοδευτικά επιφωνήματα θαυμασμού και απορίας, που κάθε τόσο ξέφευγαν από μικρά και πιο μεγάλα παιδιά.
 
Ο ηλικιωμένος ασυρματιστής έντυνε με ειλικρίνεια, σεμνότητα και βαθύ συναίσθημα κάθε κουβέντα του και το πιο αυστηρό ακροατήριο έκρινε με άπειρο θαυμασμό το ναυάγιο της «Κέρκυρας», που έτυχε να γίνει στα δικά τους νερά!
 
Η τελευταία κουβέντα του ασυρματιστή Φρίξου Σεκκίδη ήταν η πιο συγκινητική:
 
«Γύρισα και είδα για τελευταία φορά το θανάσιμα λαβωμένο πλοίο, ακριβώς όπως έναν σολομό, το ψάρι που γεννήθηκε σε ένα ποτάμι και γύρισε πίσω για να πεθάνει στον τόπο του. Έτσι και το φορτηγό Κέρκυρα, γεννήθηκε στον Καναδά και είκοσι χρόνια αργότερα, ήρθε να πεθάνει στον Καναδά, όμως σε όλους τους ναυτικούς του χάρισε ζωή.» 
 
Τα νησιά Magdalen έχουν ένα θλιβερό προνόμιο, θεωρούνται το δεύτερο θαλάσσιο νεκροταφείο του Ατλαντικού. Την πρώτη θέση έχει το νησί Sable, στη Nova Scotia, ο αριθμός των ναυαγίων που έχουν συμβεί στην περιοχή τα τελευταία 200 χρόνια αγγίζει τα 477!
 
Εδώ πάνω, στον Βόρειο Ατλαντικό, οι άνθρωποι, τα καράβια και η θάλασσα είναι δεμένα με τον πιο χοντρό και καλοκαμωμένο κάβο και δεν χάνουν στιγμή να το αποδεικνύουν!
 
Η απίστευτη ιστορία της Κέρκυρας, του Ελληνικού πλοίου που χάθηκε πριν 53 χρόνια στα άγρια νερά τους, έγινε η αιτία όχι μόνο να δώσουν σε μια παραλία το όνομα του ομώνυμου ελληνικού νησιού, αλλά να έρθει πιο κοντά μια άγνωστη μέχρι τότε χώρα, η μακρινή Ελλάδα, ενώ οι λέξεις ναυτοσύνη και φιλότιμο, αποδεικνύεται ότι είναι το προνόμιο όλων των ανθρώπων που μεγαλώνουν μέσα στη θάλασσα.
 
Το «Νησί της Κέρκυρας» ξεκίνησε από το Wismar της Αν. Γερμανίας δίχως φορτίο, για να διασχίσει τον ωκεανό και να φορτώσει στάρι από το Μόντρεαλ. 
 
Ήταν Δεκέμβριος του 1963, μα σε κανένα ναυτικό δεν αρέσει να διασχίζει τον Βόρειο Ατλαντικό τέτοια εποχή, ιδιαίτερα με ένα άδειο αμπάρι! Στον κόλπο Σεντ Λόρενς, μεταξύ των νησιών Magdalen και Anticosti, μια επαρχία του Κεμπέκ, οι 27 Έλληνες ναυτικοί και το Κέρκυρα έπεσαν πάνω σε μια απίστευτα ζόρικη θύελλα. Η κατάσταση ήταν εξαιρετικά κρίσιμη, το πλοίο σερνόταν με αργό βήμα πάνω στα τεράστια κύματα, δίχως βάρος η προπέλα τις περισσότερες στιγμές έφερνε σβούρες έξω από τη θάλασσα! Ο καπετάνιος Πέτρος Πασχάλης ζύγισε τα πράματα. Ήταν απαραίτητο να αναπτύξει ταχύτητα, για να ξεφύγει από την άγρια καταιγίδα και επειγόντως να βρει ένα καταφύγιο, έτσι ζήτησε να βάλει στο πλοίο έρμα, έπρεπε να περάσουν 3.000 τόνοι από θαλασσινό νερό. Ο πρώτος μηχανικός διαφώνησε. Φοβήθηκε το πέρασμα του θαλασσινού νερού στα αμπάρια, από τους σωλήνες των αντλιών, που χρησιμοποιούνται ενιαία σε όλο το πλοίο και βέβαια λειτουργούν τον ατμολέβητα. 
 
Επίσης κρίσιμο ζήτημα ήταν και η υγρασία, που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την μεταφορά του σιταριού, αφού το παραμικρό υγρό περιβάλλον επηρεάζει αρνητικά τέτοια φορτία. Παρά τα επιχειρήματα του μηχανικού, ο καπετάνιος δεν είχε άλλη λύση, διέταξε για το έρμα κι έτσι συνέβη το αναπόφευκτο. Είχαν ήδη περάσει 1.500 τόνοι νερού, όταν οι σωλήνες πάγωσαν, με άμεσο αποτέλεσμα τη σοβαρότατη βλάβη του λέβητα. Από εκείνη τη στιγμή το πλοίο έμεινε ακυβέρνητο και άρχισε να παρασύρεται προς την έξοδο του κόλπου του Αγίου Λαυρεντίου.
 
Παρ’ όλα αυτά, το πλήρωμα έπεσε πάνω στη μηχανή και κατάφερε προς στιγμή να μπαλώσει τη ζημιά και για λίγη ώρα μπήκε ξανά σε λειτουργία.
 
Στο μηχανοστάσιο δόθηκε μια μάταιη μάχη, τρεις φορές κατάφεραν να το βάλουν μπροστά, μέχρι που η μηχανή δεν έδινε κανένα σημείο ζωής.
 
Το Κέρκυρα παρασυρόταν, χωρίς κανένα μέσο πρόωσης, δίχως θέρμανση, χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, ταξίδευε στο άγνωστο, μέσα στη χειρότερη καταιγίδα κάπου στα παγωμένα ανοικτά των Νήσων Magdalen. 
 
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια απίστευτη περιπέτεια, που όμως δεν έγινε τραγωδία χάρις στη συνεργασία των 27 Ελλήνων ναυτικών και των κατοίκων του κοντινού νησιού, που η προσφορά και η αυτοθυσία τους έσωσε όλο το πλήρωμα.
 
Τον κεντρικότερο ρόλο στην ιστορία του ναυαγίου έχει ο Κύπριος ασυρματιστής της Κέρκυρας Φρίξος Σεκκίδης, μέσα στον πανικό καταφέρνει να επικοινωνήσει με τον σταθμό ξηράς και να περάσει το αγωνιώδες μήνυμα για τη σωτηρία του πληρώματος. 
 
Λίγο νωρίτερα έχει επικοινωνήσει με δυο παραπλέοντα βαπόρια, ένα ρωσικό και ένα εγγλέζικο, ζητώντας βοήθεια, όμως η απάντηση που πήρε ήταν αποκαρδιωτική: «παλέψτε όπως μπορείτε κι εμείς βρισκόμαστε στην καρδιά της θύελλας και είμαστε σε εξίσου δύσκολη θέση».
 
Ο ασυρματιστής έκανε το φόβο του στην άκρη και δούλεψε μεθοδικά, ευτυχώς είχε φορτισμένες τις μπαταρίες του ασυρμάτου και άντεχαν τουλάχιστον για 6 ώρες.
 
Πρώτα υπολόγισε τη θέση του πλοίου, που ήταν περίπου στα 10 ναυτικά μίλια από την Rocher aux Oiseaux. Αμέσως μετά φρόντισε να στείλει μήνυμα στη στεριά.
 
«Σήμα κινδύνου – Οι μηχανές μας σταμάτησαν- Το πλοίο παρασύρεται προς το νησί Magdalen – Κόλπος του Αγίου Λαυρεντίου- Ζητάμε άμεση στήριξη. Υπογραφή: Πασχάλης». 
 
Αυτό το σήμα έφυγε με σήματα μορς από το Κέρκυρα και έφτασε στα χέρια του Chester Turnbull του νεαρού ασυρματιστή που είχε βάρδια στον «Marconi» και βρίσκεται στον ψηλότερο λόφο της περιοχής, στο Cap-aux-Meules. 
 
Στην ξηρά τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλύτερα, λυσσομανούσαν άνεμοι εντάσεως 90 mph (145 χλμ/ώρα) και οι περίπου 200 οικογένειες ψαράδων, που ζουν στο νησί, ήταν σχεδόν αποκλεισμένοι στα σπίτια τους. Ο Chester προσπάθησε να απαντήσει στο πλοίο όταν συνειδητοποίησε ότι οι ο άνεμος είχε γκρεμίσει και τις τρεις κεραίες εκπομπής του σταθμού! Με μια γρήγορη αυτοσχέδια κατασκευή κατάφερε να αποκαταστήσει την επικοινωνία και ξεκίνησε ένας μαραθώνιος για τη σωτηρία των 27 Ελλήνων ναυτικών. 
 
Ο Chester Turnbull αποφάσισε να καλέσει τους κατοίκους, που ζουν στη βόρεια ακτή των νησιών, το Pointe-aux-Loups και στο L’Etang-du-Nord, να τους προτείνει να ανάψουν όλα τα φώτα έξω από τα σπίτια τους.
 
Παρά τη συνεχιζόμενη χιονοθύελλα, υπήρχε η ελπίδα ότι το πλήρωμα της Κέρκυρας θα μπορούσε να δει τα φώτα κι έτσι να πιάσει ένα μοναδικό μήνυμα ελπίδας.
 
Τα τηλέφωνα άναψαν και πολύ σύντομα δεκάδες μικρές λάμπες των 60 και των 100 watt άναψαν κατά τη διάρκεια της νύχτας της 19 με 20 Δεκεμβρίου 1963, κατά μήκος της βόρειας ακτής των Νήσων Magdalen, όλα τα φώτα ήταν αφιερωμένα στην Κέρκυρα!
 
Πάνω στο πλοίο η κατάσταση ήταν τραγική, ένα βήμα πριν το χάος, όταν το νεώτερο μέλος του πληρώματος, ένα 16χρονο κρητικάκι, ανέβηκε σαν αίλουρος πάνω στο πιο ψηλό κατάρτι και είδε τα αναμμένα φωτάκια από το νησί Magdalen! 
 
Είναι τα συναισθήματα που κάνουν κύκλους, από το απόλυτο μαύρο στο λευκό μιας πιθανής σωτηρίας! Το πλοίο ήταν πολύ κοντά στην ακτή και κινδύνευε να τσακιστεί πάνω στο ακρωτήριο και τους γκρεμούς. 
 
Οι ναυτικοί μουσκεμένοι και παγωμένοι άναβαν μικρές φωτιές μέσα σε πιάτα και ξεκίνησαν μια καινούρια προσπάθεια, θα κατεύθυναν το πλοίο προς την ακτή και την κατάλληλη στιγμή θα άφηναν την άγκυρα, σε μια προσπάθεια να καταφέρουν να σταθούν όρθιοι πάνω στην ακτή. Πράγματι η προσπάθεια έδειχνε να πηγαίνει καλά, όμως η καδένα της πρώτης άγκυρας δεν άντεξε, έσπασε και το πλοίο τραβούσε γραμμή για τα βράχια. Απότομα άφησαν και τη δεύτερη άγκυρα και αυτή τη φορά το κόλπο έπιασε!
 
Το πλοίο σκάρωσε πάνω σε έναν ύφαλο και έγειρε, πήρε κλίση περίπου 15 μοίρες πάνω σε έναν ύφαλο, ενώ η άγκυρα το συγκρατούσε από την χειρότερη εξέλιξη.
 
Τα βάσανα των 27 ναυτικών της Κέρκυρας δεν είχαν τελειώσει, τώρα ξεκινούσε ένας αγώνας δρόμου, να καταφέρουν να βγουν ζωντανοί πάνω στην στεριά.
 
Η θύελλα δεν έλεγε να κοπάσει, τα κύματα ξεπερνούσαν τα 5 μέτρα και οι ριπές του ανέμου έχτιζαν με χιόνι ταλαίπωρα κορμιά και πονεμένα σίδερα. Η θερμοκρασία της θάλασσας άγγιζε τους 27 βαθμούς κάτω από το μηδέν! Ο Κύπριος ασυρματιστής ενημέρωσε τους υπόλοιπους ναυτικούς, «3-4 λεπτά θα έμενε ζωντανός εκείνος που θα έπαιρνε το ρίσκο και θα έπεφτε στο παγωμένο νερό».
 
Πάνω στο κατάστρωμα το πρώτο συναίσθημα ήταν ο πανικός, έτσι 8 από τα μέλη του πληρώματος αποφάσισαν μόνοι τους, πήραν μια τρελή πρωτοβουλία και ξεκίνησαν να κατεβάζουν την βάρκα που ήταν στη δεξιά πλευρά.
 
Ο καπετάνιος προσπάθησε να τους συγκρατήσει, ενώ εκείνοι φώναζαν και δεν άκουγαν κανέναν παρά μόνο το παραμιλητό από τον ανείπωτο φόβο τους.
 
Η σωσίβια λέμβος γλύστρισε από τα χέρια τους, έπεσε στο κατάστρωμα και ράγισε. Την μπάλωσαν όπως-όπως και στα βιαστικά την έριξαν στην παγωμένη θάλασσα. Ευτυχώς η καθυστέρηση που γεννούσε το σκοτάδι δεν τους άφησε να κάνουν αυτή την αποκοτιά! Στην ξηρά είχαν αρχίσει να μαζεύονται οι ανήσυχοι κάτοικοι του νησιού και έψαχναν τρόπους για να προσεγγίσουν τη ναυαγισμένη Κέρκυρα και να βγάλουν τους ναυτικούς. Μέσα στο σκοτάδι και την άγρια καταιγίδα δεν φαινόταν απολύτως καμμιά λύση, πάνω στο πλοίο περίμεναν να ξημερώσει όταν ο ψύχραιμος ασυρματιστής Φρίξος Σεκκίδης είχε μια ιδέα που αποδείχθηκε η σωτήρια λύση! 
 
Το πλοίο αυτό ήταν τύπου Λίμπερτυ και όπως θυμόταν ο κ. Σεκκίδης, ήταν κατασκευασμένο για πολεμικές ανάγκες, θα έπρεπε λοιπόν σε κάποια αποθήκη να υπάρχει μια ξεχασμένη παλιά βάση εκτόξευσης φωτοβολίδων μαζί με έναν πύραυλο, εφοδιασμένη με ένα συρματόσχοινο. Πρόκειται για τις γνωστές ρουκέτες που χρησιμοποιήθηκαν για να συνδέσουν δυο πλοία μεταξύ τους, η ξηρά είχε απόσταση περίπου 700 μέτρα και αυτή η ρουκέτα είχε ακτίνα δράσης δυο μίλια, ενώ πάνω της είχε δεμένη μια μεσινέζα και στην άκρη της θα έδεναν έναν κάβο του πλοίου. 
 
Το σκοτάδι και η καταιγίδα δεν άφηναν τα μάτια να σημαδέψουν με ακρίβεια, κανένας δεν ήξερε πως λειτουργούσε, ωστόσο η ρουκέτα, που ξεκίνησε βιαστική μάλλον στα τυφλά από την Κέρκυρα, βρήκε τον στόχο της! Προσγειώθηκε πετυχημένα κάπου στην ξηρά.
 
Τώρα το παιγνίδι ήταν στα χέρια των νησιωτών, εκείνοι δεν άφησαν να χαθεί ούτε στιγμή, είδαν την διάσωση των ναυτικών ως αληθινή υποχρέωση.
 
Με προσεκτικές κινήσεις τράβηξαν τη μεσινέζα και έφεραν στη στεριά τον κάβο και αφού τον έδεσαν σε ένα όχημα χιονιού τον έσυραν έξω και τον έδεσαν. Είχαν καταφέρει να ανοίξουν το δρόμο προς το πλοίο.
 
Το σκοτάδι, το πέταγμα της ρουκέτας, αλλά και οι συντονισμένες δράσεις των δυο ασυρματιστών, έσωσαν τους 8 Έλληνες ναυτικούς που τελικά δεν μπήκαν στην σπασμένη σωσίβια λέμβο και παρέμειναν στην Κέρκυρα.
 
Προς τα χαράματα 3 τολμηροί ντόπιοι ψαράδες έπιασαν τον δεμένο κάβο και με ένα βαρκάκι ψαρέματος, ένα dory όπως λένε τα καϊκια τους σε αυτά τα μέρη, προσέγγισαν την Κέρκυρα και ανέβηκαν πάνω στο κατάστρωμα από μια παγωμένη ανεμόσκαλα. 
 
Από την ίδια σκάλα κατέβηκαν με μεγάλη προσοχή και σε 5 δόσεις οι 27 ναυτικοί, βγήκαν όλοι ζωντανοί, λίγο πριν πατήσουν στη ξηρά έπρεπε να πέσουν στην παγωμένη θάλασσα, να κολυμπήσουν περίπου για 10 μέτρα, για να πιαστούν από τα απλωμένα χέρια των σωτήρων τους, των Καναδών που τους περίμεναν.
 
Οι Έλληνες γνώρισαν την πιο ζεστή φιλοξενία σε έναν από τους πιο παγωμένους τόπους του κόσμου!
 
Λίγες ημέρες μετά και ο πλοιοκτήτης Θρασύβουλος Βογιατζίδης ναύλωσε αεροπλάνο και μετέφερε τους 27 ναυτικούς στο Λονδίνο. Η καλύτερη ψυχοθεραπεία από ένα ναυάγιο αποδείχθηκε το επόμενο μπάρκο, που έγινε σχεδόν αμέσως με ένα πλοίο της ίδιας εταιρίας, μάλιστα ο καπετάνιος Π. Πασχάλης, ζήτησε ακριβώς την ίδια ομάδα για πλήρωμα!
 
Το 1966 μια εταιρεία από το Κεμπέκ ανέλαβε να βγάλει από την παραλία και να μεταφέρει ότι είχε απομείνει από το σκελετό της Κέρκυρας, να τον στείλει για παλιοσίδερα.
 
Η εκτέλεση της σύμβασης δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση. Το ναυάγιο είχε χτιστεί μέσα στην άμμο, έτσι έσκαψαν ένα τεράστιο κανάλι γύρω από το νεκρό πλοίο και στη συνέχεια έσκαψαν ένα ακόμη κανάλι λοξά, προς τον αμμόλοφο. Η ιδέα ήταν να μαζέψουν όλα τα ερείπια της Κέρκυρας με δύο δυνατές μπουλντόζες. 
 
 
Σήμερα πολλά από τα απομεινάρια του πλοίου εξακολουθούν να βρίσκονται στο αμμόλοφο και η περιοχή που έχει γίνει τουριστική ζώνη, ονομάζεται «Η παραλία της Κέρκυρας».
 
44 χρόνια αργότερα
 
Ήταν ο Σεπτέμβριος του 2007. Ο Φρίξος Σεκκίδης έπεισε τη σύζυγο του, επιτέλους θα πραγματοποιούσαν ένα όνειρο, το μακρινό ταξίδι μέχρι τα νησιά Magdalen.
 
Από την πρώτη στιγμή, ακόμη και μέσα στο αεροπλάνο, αναζητούσε τους ανθρώπους που έσωσαν το πλήρωμα της «Κέρκυρας» εκείνη τη θλιβερή αλλά και τόσο τυχερή ημέρα, την 20η Δεκεμβρίου 1963.
 
Μπορεί να πέρασαν πολλά χρόνια, όμως η μνήμη όχι μόνο δεν έσβησε, αντίθετα, κρατά όλες τις στιγμές σφιχτά στην αγκαλιά της! Πρώτη σκέψη του να πει ένα τουλάχιστον ευχαριστώ, να αγκαλιάσει εκείνους τους ανθρώπους που αψήφισαν κάθε φόβο και τους έσωσαν, ενώ δεν μπορούσαν να αλλάξουν ούτε μια λέξη! Οι κάτοικοι του νησιού μιλούσαν Γαλλικά, ενώ το πλήρωμα Ελληνικά και Εγγλέζικα. 
 
Ο Φρίξος δεν το κρύβει, το 1963 ξαναγεννήθηκε και στις αρχές του φθινοπώρου 2007 ανακάλυψε μια μοναδική χώρα, που τρύπωσε στην καρδιά του και την ερωτεύτηκε για πάντα.
 
Συνάντησε αρκετούς από διασώστες του, έγινε φίλος με πολλούς από αυτούς και από τότε μέχρι σήμερα κάθε κάθε Σεπτέμβρη δίνει ραντεβού στο νησί Magdalen.
 
Μεταξύ των ανθρώπων που τότε διακινδύνευσαν τη ζωή τους συνάντησε τους: Fernand Lapierre, Guy Aucoin, Michel Boudreau και Alphonse Renaud.
 
Ξεχωρίζει η αδελφική φιλία με τον Μαρκόνι της στεριάς, τον Chester Turnbull. Πόσο κρίμα, μα τα ταξίδια του κύπριου ασυρματιστή θα είναι φτωχότερα πια, αφού μόλις πριν από λίγους μήνες ο Chester έφυγε από τη ζωή.
 
Αποτέλεσμα της επιστροφής στο μικρό νησί δεν ήταν μόνο οι φιλίες και το ευχαριστώ με έναν μοναδικό ελληνικό τρόπο. Σήμερα η ιστορία της Κέρκυρας είναι γνωστή και διδάσκεται με κάθε ευκαιρία στα σχολεία της περιοχής, δημιουργήθηκε ακόμη και μια ταινία τεκμηρίωσης, ένα ντοκιμαντέρ με τίτλο «Le naufrage oublie, corfu island». 
 
Η ταινία σκηνοθετήθηκε από τους Georges Gaudet και Luc Fontaine και επέτρεψε στον ντόπιο πληθυσμό να μην ξεχνά τέτοια γεγονότα, ούτε και τους αληθινούς πρωταγωνιστές που χωρίς αυτούς, όλα θα είχαν περάσει στη λήθη. Η πρώτη προβολή του ντοκιμαντέρ πραγματοποιήθηκε στις 20 Μαρτίου 2016.
 
Μα το σημαντικότερο είναι το βιβλίο τιμής και μνήμης, που έγραψε ο Φρίξος Σεκκίδης και περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια όλες τις δραματικές στιγμές από τη διάσωση του ναυαγίου της Κέρκυρας. Από τις κυπριακές εκδόσεις Εν Τύποις, κυκλοφόρησε το 2012 στην αγγλική γλώσσα το βιβλίο The Demise of SS Corfu Island. 
 
Χτισμένο στον Καναδά το Νοέμβριο του 1943 στο Βόρειο Βανκούβερ, είναι ένα από τα πλοία που δοξάστηκαν και δόξασαν την Ελλάδα, τα γνωστά «Liberty». 
 
Είναι από τα πρώτα πλοία που κατασκευάστηκαν από συγκολλημένα μεταλλικά ελάσματα συναρμολογημένα όπως τα σημερινά αυτοκίνητα. Η κατασκευή αυτών των πλοίων ξεκίνησε το 1942, όταν τα πρώτα γερμανικά υποβρύχια είχα καταστρέψει το μεγαλύτερο τμήμα από τον εμπορικό στόλο των συμμάχων στον Ατλαντικό. 
 
Ο μέσος χρόνος κατασκευής ήταν 30 ημέρες, ενώ μερικά από αυτά τα πλοία χτίστηκαν μέσα σε 21 ημέρες. Για λόγους πολεμικής προπαγάνδας γράφτηκε ότι τα λίμπερτυ χρειάζονται μόλις μια βδομάδα για να πέσουν στη θάλασσα! 
 
Ήταν σχεδόν όλα ίδια, είχαν μήκος 134,5 m και πλάτος 17,5 m. Ενώ η κεντρική καμπίνα βρισκόταν ακριβώς πάνω από το μηχανοστάσιο. 
 
Τα καινούρια Λίμπερτυ μπορούσαν να τρέξουν με μέση ταχύτητα των 9 κόμβων (11 μίλια την ώρα – 17,7 χλμ/ώρα). Χωρίς φορτίο ήταν 4313 τόνους και μπορούσαν να μεταφέρουν ένα φορτίο 10.000 τόνων, κυρίως απαραίτητο στρατιωτικό εξοπλισμό στους μαχητές στην Ευρώπη. 
 
Μεγάλες νηοπομπές από τέτοια καράβια διέσχιζαν τον Ατλαντικό γεμάτα πυρομαχικά, άρματα μάχης και πυροβόλα όπλα, μετέφεραν τμήματα και ανταλλακτικά αεροσκαφών και ένα σωρό άλλες ανάγκες των συμμαχικών δυνάμεων στα μέτωπα του παγκοσμίου πολέμου. Ήταν μια εύκολη λεία για τα γερμανικά υποβρύχια για αυτό το λόγο ακόμη και μια φορά αν περνούσαν τον Ατλαντικό ήταν επιτυχία!
 
Με το πρόσχημα ότι ήταν οπλισμένα, αφού έφερναν δύο μικρά πυροβόλα, οι Γερμανοί τα χτυπούσαν αλύπητα, αδιαφορούσαν για τη Σύμβαση της Γενεύης, που είχαν υπογράψει και τα δύο μέρη το 1929. Περισσότερα από 2700 τέτοια πλοία χτίστηκαν στις ΗΠΑ και περίπου 300 στον Καναδά. Οι απώλειες σε ζωές και πολεμικό υλικό, ιδιαίτερα το 1942, ήταν καταστροφικές. 
 
Η καναδική κυβέρνηση αναγνώρισε τη θυσία αυτών των ανθρώπων μόλις στις αρχές του 21ου αιώνα. Χτισμένη το 1943, η Κέρκυρα τα είχε καταφέρει, επέζησε από τη σφαγή του 2ου Παγκοσμίου πολέμου, όμως τότε δεν είχε αυτό το όνομα. Το πρώτο όνομα του ήταν Forth Saleesh. 
 
Το Forth Saleesh πωλήθηκε το 1946 στην Γραμμή Μόντρεαλ και μετονομάστηκε σε ARGOMONT. Το 1949 πωλήθηκε και από τότε βαφτίστηκε island Corfu. 
 
Το πλοίο ταξίδευε με σημαία Παναμά όταν εξαγοράστηκε περίπου 55.000 δολλάρια από τον Έλληνα πλοιοκτήτη Θρασύβουλο Βογιατζίδη. Μετά το ναυάγιο, οι ασφαλιστικές συμβουλεύτηκαν την μοναδική έκθεση που υπήρχε, του ασυρματιστή Φρίξου Σεκκίδη! Το πλοίο θεωρήθηκε total lost και στον ιδιοκτήτη δόθηκαν περίπου 212.000 λίρες, λίγο πάνω από 400.000 δολλάρια σε σημερινή αξία. 
 
Ακόμη δύο, μάλλον απίστευτες, πληροφορίες! 
 
Ακριβώς την ίδια ημέρα με την Κέρκυρα, 20.12.1963, μόλις 500 μίλια μακριά, ναυάγησε και το Γαλλικό μότορσιπ Ντούαλα. Με ανέμους που είχαν τη δύναμη τυφώνα, ενώ η θαλασσοταραχή καταγράφεται επίσημα ως «πρωτοφανής»! 
 
Ήταν λίγα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα, όταν το Ντουάλα εξέπεμψε το τελευταίο σήμα κινδύνου, βρισκόταν περίπου 30 μίλια νότια του νησιού της Ramea, στα ανοικτά της νότιας ακτής του Newfoundland. Την επόμενη ημέρα οι επτά από τους 23 ναυτικούς, που είχαν εγκαταλείψει το πλοίο, βρέθηκαν παγωμένοι και νεκροί μέσα στη σωσίβια λέμβο, ακόμη κρατούσαν στα χέρια τους σφιχτά τα κουπιά και προσπαθούσαν, πάλευαν για να πατήσουν στέρεο έδαφος! 
 
Αλλά και στις 8 Δεκέμβρη 1969, ένα αεροπλάνο της Ολυμπιακής αεροπορίας είχε ξεκινήσει από τα Χανιά με προορισμό την Αθήνα, όταν βρέθηκε στο μάτι μιας απίστευτης κακοκαιρίας και δεν άντεξε, έπεσε σε ένα λόφο κοντά στην Κερατέα, σκοτώθηκαν και οι 90 επιβαίνοντες. 
 
Τα αεροσκάφος με το νηολόγιο SX-DAE ήταν ένα Μc Donnel Douglas DC-6B και είχε το όνομα ISLAND OF KERKYRA! 
 

5 Νοεμβρίου 2025

Μιά παρατιμονιά στα Δαρδανέλλια

Α
ρθρο του Σταύρου Γ. Δάγλα
αναδημοσιευμένο από το ιστολόγιό του 
 
Τον Φλεβάρη του 2006, φύγαμε από την Weipa που βρίσκεται στην χερσόνησο Κέιπ Γιόρκ της βόρειας Αυστραλίας στο Torres Strait απέναντι από την Νέα Γουινέα, με το FAVIOLA, ένα καράβι 70.000 τόνων τύπου πάναμαξ φορτωμένοι φοσφάτο για το Ντνεπρο-μπούργκσκι της Ουκρανίας, λιμάνι μέσα στον ποταμό Δνείπερο. Είχα πάρει απόφαση σαν θα φτάναμε εκεί μετά από έναν μήνα περίπου ταξίδι, να ξεμπαρκάρω και ν’ αφήσω την θάλασσα οριστικά. Τα σαράντα-εφτά χρόνια που δούλεψα σ΄ αυτήν, έκρινα ότι ήταν αρκετά για να την παρατήσω και ν’ αράξω οριστικά πλέον στη στεριά. Για τον λόγο αυτό αν σε όλη την καριέρα μου πρόσεχα μια φορά το κάθε το καράβι στο οποίο υπηρέτησα, αυτή την φορά, ετούτο το καράβι, σ’ εαυτό το ταξίδι, είχα λόγο να το προσέχω ακόμη περισσότερο. Ήθελα να τελειώσει σαν τελευταίο που θα ήταν, χωρίς κάτι δυσάρεστο. 
 
Περί τα μέσα Μαρτίου φτάσαμε χωρίς απρόοπτα στην είσοδο του Ελλησπόντου, όπου και πήραμε πιλότο, τούρκο φυσικά, για να πιλοτάρει το καράβι στα στενά μέχρι την έξοδό μας στην Μαύρη Θάλασσα. Είχε νυχτώσει όταν περάσαμε το Τσανάκαλε και με πορεία βόρεια διαπλέαμε το στενότερο σημείο των Δαρδανελίων. Μπροστά μας υπήρχαν δύο σημαδούρες που έδειχναν, η μία τα δυτικά όρια του περάσματος και η άλλη έξω από τα αβαθή του ακρωτηρίου Nara Kalesi, που έδειχνε τα ανατολικά του όρια. Τα καράβια που κατέβαιναν από την Μαύρη θάλασσα προς το Αιγαίο, τηρώντας τους κανονισμούς κρατούσαν δεξιά και αφού έφταναν στην δυτική σημαδούρα του περάσματος, έστρεφαν νότια, αφήνοντάς την στα δεξιά τους. Εμείς που ανεβαίναμε προς την Μαύρη Θάλασσα, πλέαμε πάλι στην δεξιά κατ’ εμάς πλευρά του περάσματος, κρατώντας την σημαδούρα του Nara Kalesi λίγο δεξιά της πλώρης μας. Μόλις έρχονταν δίπλα μας (η σημαδούρα) θα στρίβαμε δεξιά σχεδόν ενενήντα μοίρες. Ο καιρός ήταν καλός, το ίδιο και η ορατότητα. 
 
Κάποια στιγμή είδαμε εμπρός και δεξιά μας τα φώτα πορείας ενός καραβιού που έρχονταν με αντίθετη πορεία. Εκτιμήσαμε πως θα φτάναμε μαζί στο σημείο στροφής, στις σημαδούρες. Δεν υπήρχε όμως πρόβλημα. Μόλις φτάναμε σ’ αυτές, εμείς θα στρέφαμε δεξιά για να πάρουμε πορεία ανατολική και το άλλο καράβι θα έστρεφε κάπου 45 μοίρες αριστερά για να πάρει πορεία νότια. Θα περνούσαμε δείχνοντας ο ένας στον άλλο την αριστερή του πλευρά, κόκκινο με κόκκινο (φανάρι) που λέμε – επειδή τα καράβια έχουν το κόκκινο φανάρι πορείας στην αριστερή τους πλευρά. 
 
Όταν λοιπόν φτάσαμε και οι δύο στο σημείο στροφής, το άλλο καράβι ως ήταν επόμενο άρχισε να στρίβει αριστερά και σιγά σιγά βλέπαμε και τα δυο του πλευρικά φανάρια, το κόκκινο και το πράσινο, σημάδι ότι έρχονταν κατ’ επάνω μας. Αλλά και ο δικός μας ο πιλότος είπε στον τιμονιέρη μας, έναν ναύτη από τις Φιλιππίνες: “τιμόνι δεξιά είκοσι (μοίρες)”, για να στρίψουμε δεξιά και να περάσουν τα δύο καράβια, κοντά μεν, αλλά σε απόσταση ασφαλείας, έχοντας ο ένας τον άλλο στην αριστερή του πλευρά. Όλα καλά μέχρι εδώ. Προσέχω όμως ότι η πλώρη του καραβιού μας, όχι μόνον αργεί να “πάρει” δεξιά, αλλά κάτι μου έλεγε πως ετοιμάζονταν να τσακίσει αριστερά. 
 
Από ένστικτο το μάτι μου επήγε στον γωνιοδείχτη πηδαλίου που βρίσκοταν στο μπροστινό μέρος της γέφυρας πάνω από το κεφάλι μου και είδα αυτό που υποπτεύθηκα, ότι ο δείχτης του έστρεφε προς τ’ αριστερά. Ο ναύτης δηλαδή έβαζε τιμόνι ΑΡΙΣΤΕΡΑ, έκανε μ’ άλλα λόγια ότι ακριβώς χρειάζονταν για να πέσουμε πάνω στο άλλο το καράβι. 
 
Να το κακό είπα μέσα μου έρχεται και έβαλα τον εαυτό μου σε συναγερμό. “Μέση τιμόνι” εφώναξα με όση δύναμη είχα του τιμονιέρη. Ο ναύτης κατάλαβε απ’ την φωνή μου τι είχε κάνει και τσακίστηκε να φέρει το τιμόνι στην μέση. Στιγμή αργότερα αφού βεβαιώθηκα ότι ο δείχτης του τιμονιού έρχονταν προς το κέντρο, του ξαναφώναξα: “τιμόνι όλο δεξιά τώρα” και μ’ ένα πήδημα βρέθηκα δίπλα του, έτοιμος να του πάρω το τιμόνι απ’ το χέρι αν χρειάζονταν. Ο πιλότος ξαφνιάστηκε απ’ την φωνή μου, κατάλαβε όμως τι συνέβηκε και επειδή είδε ότι οι διαταγές που έδινα, ήταν προς την σωστή κατεύθυνση, παρακολουθούσε σιωπηλός αλλά και επιδοκιμαστικά τις αντιδράσεις μου. 
 
Μετά από κάποια δευτερόλεπτα, σωστούς αιώνες όμως, είδα την πλώρη του καραβιού μας να τσακίζει δεξιά κι ένα δειλό τάκα-τάκα του επαναλήπτη της πυξίδας που έφτασε στ’ αυτιά μου, μου το επιβεβαίωσε. Το άλλο καράβι βέβαια συνέχιζε να έρχεται προς τα επάνω μας στρέφοντας αριστερά ως έπρεπε, αλλά και εμείς πλέον με το τιμόνι αλά μπάντα δεξιά, αφού επήρε η πλώρη μας προς τα δεξιά, εστρίβαμε του σκοτωμού που λέει ο λόγος και του δείχναμε όλο και περισσότερο την αριστερή μας πλευρά. Σε λίγο έβλεπαν την αριστερή μάσκα(1) της πρύμνης μας και λίγο μετά, αυτό προσπερνούσε από πίσω μας προς τα νότια. Ίσως πιο κοντά απ’ ότι θα θέλαμε, αλλά… υπάρχουν και τ’ απρόοπτα. Αν αργούσαμε ν’ αντιληφθούμε την λάθος κίνηση του ναύτη και αντιδρούσαμε με καθυστέρηση, θα γίνονταν το κακό και μάλιστα για δύο λόγους. Πρώτον διότι το άλλο καράβι δεν περίμενε με κανέναν τρόπο την δική μας απολύτως αδικαιολόγητη κίνηση να στρίψουμε αριστερά σε αυτό το σημείο και δεύτερον καράβια των 70000 τόνων και μάλιστα φορτωμένα όπως ήταν το δικό μας, όταν πάρουν φόρα για να στρέψουν προς κάποια πλευρά, δύσκολα σταματούν, έστω κι αν βάζεις όλο το τιμόνι στην αντίθετη κατεύθυνση. Η τάση περιστροφής που αποκτούν είναι τεράστια. Νοερά ζήτησα συγνώμη από το πλήρωμα του άλλου καραβιού. Δεν μου έφταιγαν τίποτε οι άνθρωποι. Ήταν ένα πολύ μικρότερο από εμάς καράβι και θα το παίρναμε στην κυριολεξία από κάτω αν δεν προλαβαίναμε. Η φράση δόξα τω Θεώ έφτασε αυθόρμητα στα χείλη μου. 
 
Σε λιγότερο από δύο ημέρες φτάσαμε ανοιχτά των εκβολών του Δνείπερου, μέσα στην Μαύρη Θάλασσα όπου και ρίξαμε άγκυρα για να ξελιμπάρουμε(2) σε μαούνες. Ο Δνείπερος δεν είχε τα όσα νερά τράβαγε το καράβι μας για να τον ανεβούμε μέχρι το Ντνεπρομπούργκσκι με όλο του το φορτίο μέσα. Όταν το βύθισμα του καραβιού μας ελαττώθηκε όσο χρειάζονταν, πήραμε πιλότο και με τις συνηθισμένες διαδικασίες ανεβήκαμε τον θολό απ’ τις κατεβασιές Δνείπερο. Κάποιες ώρες μετά επλευρίσαμε στο λιμάνι. Μαζί με τις αρχές επιβιβάσθηκε στο καράβι και ο αντικαταστάτης μου. 
 
Στις 24 Μαρτίου του παρέδωσα την πλοιαρχία και την άλλη ημέρα στις 25 Μαρτίου του 2006, ξεμπαρκάρισα αφήνοντας οριστικά την θάλασσα και τα καράβια. Τα σαράντα εφτά χρόνια που πέρασα μαζί τους ήταν μια ολόκληρη ζωή. Ανάμεικτα και πολύ δυνατά τα συναισθήματα. 
 
Μέσω Οδησσού και Κωνσταντινούπολης γύρισα βράδυ στην Αθήνα, στο σπίτι μου. 
 
Γλωσσάρι 
1. Μάσκα = εδώ, μάγουλο, (με την ίδια λέξη μιλάμε για το μάγουλο-μάσκα της πρύμης ή της πλώρης). 
2. Ξελιμπάρω = εκφορτώνω μέρος του φορτίου του πλοίου σε άλλο σκάφος, συνήθως μαούνες, για να ελαττώσω το βύθισμά του. 
 

9 Ιουνίου 2025

Το μόνο πολεμικό πλοίο που γλίτωσε γιατί είχε καμουφλάζ ζούγκλας. Το έβλεπαν από ψηλά και νόμιζαν ότι είναι βράχος με φοίνικες.

 
Κανένας δεν περίμενε ότι μέσα στον Ειρηνικό, ανάμεσα σε μικροσκοπικά νησιά, ένας μεταλλικός όγκος με μηχανές και πολυβόλα θα μπορούσε να μεταμφιεστεί σε… βλάστηση. Και όμως, το 1942, το ολλανδικό ναρκαλιευτικό HNLMS Abraham Crijnssen απέδειξε ότι η ευφυΐα μπορεί να σώσει από το θάνατο, όταν τίποτα άλλο δεν έχει απομείνει. 
 
Ήταν το τελευταίο πλοίο που είχε απομείνει ανέπαφο μετά τη συντριβή των Ολλανδών στη Θάλασσα της Ιάβας. Όλα τα υπόλοιπα είχαν καταστραφεί. Οι Ιάπωνες κυριαρχούσαν στον αέρα, η Αυστραλία ήταν μακριά και το πλοίο δεν είχε καμία πιθανότητα επιβίωσης αν έπλεε απλώς στην ανοιχτή θάλασσα. 
 
Το σχέδιο ήταν τρελό. Ή τουλάχιστον έτσι έμοιαζε. Το πλήρωμα κατέβηκε στα γειτονικά νησιά και άρχισε να κόβει κλαδιά, φοίνικες, ρίζες και ολόκληρα φυτά. Τα φόρτωσαν στο πλοίο και τα στερέωσαν πάνω του, καλύπτοντας σχεδόν κάθε του επιφάνεια. Στο κατάστρωμα δεν υπήρχε πια τίποτα που να θυμίζει σκάφος· μόνο πράσινο. Ο μεταλλικός σκελετός βάφτηκε με χρώματα βράχου. Έγινε ό,τι πιο κοντινό σε ακίνητο τροπικό νησάκι μπορούσε να υπάρξει. 
 
Κατά τη διάρκεια της ημέρας, το πλοίο δεν κινιόταν. Στεκόταν ακίνητο δίπλα σε ακτές ή ανοιχτά, με τρόπο που έμοιαζε φυσικός από ψηλά. Τα ιαπωνικά αναγνωριστικά αεροσκάφη που περνούσαν από πάνω το προσπερνούσαν. Δεν έβλεπαν πλοίο. Έβλεπαν έναν σχηματισμό φυτών πάνω σε βράχο. 
 
Μόνο τη νύχτα κινούταν. Ήσυχα. Χωρίς φώτα. Με κατεύθυνση προς τα νότια. Προς την ελευθερία. 
 
Χρειάστηκαν οχτώ νύχτες για να φτάσουν στην Αυστραλία. Το HNLMS Abraham Crijnssen ήταν το μοναδικό πλοίο που διέφυγε από την ολλανδική μοίρα εκείνης της περιοχής. Δεν σώθηκε επειδή ήταν πιο δυνατό. Σώθηκε επειδή σκέφτηκαν σαν επιζώντες. Επειδή έγιναν ένα με τη φύση. Επειδή μετατράπηκαν σε νησί. 
 

4 Ιουνίου 2025

Ήταν ένα μικρό καράβι… που ήταν αταξίδευτο

Του Στέφανου Μίλεση
 
Η ιστορία που ακολουθεί είναι αληθινή, διαδραματίστηκε το 1816 και όταν είδε το φως της δημοσιότητας, συντάραξε έντονα τον πολιτισμένο κόσμο της εποχής εκείνης. 
 
Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο που η συγκεκριμένη ιστορία απαθανατίστηκε σε καμβά ζωγραφικής από τον ζωγράφο Τεοντόρ Ζερικώ (Théodore Gericault). Ακόμα διασώθηκε και στη λαϊκή μνήμη μέσα από τους στίχους ενός φαινομενικά αθώου τραγουδιού, που γενιές και γενιές τραγούδησαν στην παιδική τους ηλικία μέχρι και τη σύγχρονη εποχή.  
 
«Ήταν ένα μικρό καράβι/ήταν ένα μικρό καράβι/που ήταν αταξίδευτο/που ήταν αταξίδευτο/οεοέ οε οε». Πόσοι από εμάς άραγε δεν τραγουδήσαμε τους στίχους αυτούς, όταν ακόμα ήμασταν παιδιά, αγνοώντας την ιστορία που έκρυβαν; 
 
Ένα ανέκδοτο ημερολόγιο που ανακαλύφθηκε τυχαία την δεκαετία του 1930, στάθηκε ικανό να αναζωπυρώσει τις μνήμες του ναυαγίου που αφορούσε ένα ιστιοφόρο πλοίο με το όνομα «ΜΕΔΟΥΣΑ» και που οδήγησε τους επιβάτες του, ύστερα από την καταβύθισή του, στον κανιβαλισμό και τους περισσότερους από τους επιζήσαντες στην παραφροσύνη. Το ημερολόγιο αυτό ανακαλύφθηκε τυχαία μετά το θάνατο του κατόχου του, συμβολαιογράφου Πικάρ. Σε αυτό ο συμβολαιογράφος είχε καταγράψει τις δραματικές στιγμές που είχε ζήσει ο ίδιος και η οικογένειά του, μετά το ναυάγιο του πλοίου που ταξίδευαν. 
 
Το 1816 ο συμβολαιογράφος Πικάρ έλαβε διαταγή από την γαλλική κυβέρνηση να επανδρώσει την κενή θέση ενός συμβολαιογράφου στη Σενεγάλη. Τότε ο Πικάρ αποφάσισε να καταλάβει την προτεινόμενη θέση, παίρνοντας μαζί και την οικογένειά του στη Σενεγάλη. Ο Πικάρ ήταν πολύτεκνος καθώς είχε δύο κόρες 16 και 14 ετών (από τον πρώτο του γάμο), τρία ακόμα παιδιά από τον δεύτερο ενώ είχε πάρει υπό την επίβλεψή του και έναν ανιψιό του που είχε υιοθετήσει μόλις τριών ετών. 
 
Το πρωί της 17ης Ιουνίου 1816 η οικογένεια Πικάρ επιβιβάστηκε στην Μέδουσα, μαζί με πολλούς άλλους που πήγαιναν στη Σενεγάλη. Οι ευνοϊκοί άνεμοι που οδηγούσαν το σκάφος γρήγορα προς τον προορισμό του, γρήγορα απέκτησαν μια βιαιότητα που έκανε το ξύλινο σκαρί να δοκιμάζει τις αντοχές του. Κατάφεραν ωστόσο να προσεγγίσουν έναν ασφαλή όρμο της Τενερίφης. Εκεί επιβιβάστηκε ένας άνδρας που ισχυρίστηκε ότι ήταν πλοίαρχος και μάλιστα έμπειρος και πρότεινε στον κυβερνήτη της Μέδουσας, Υγκ Ντυρουά ντε Σωμερύ (Hugues Duroy de Chaumereys) να αναλάβει επίσημα σύμβουλός του στην διακυβέρνηση του πλοίου. 
 
Ισχυριζόταν πως γνώριζε άριστα τα θαλάσσια ρεύματα του Ατλαντικού και τις θαλάσσιες πορείες καλύτερα από τον καθένα. Κατά έναν ανεξήγητο λόγο, ο νόμιμος πλοίαρχος της Μέδουσας, ανταποκρίθηκε στο αίτημα του άγνωστου επιβάτη, παρά τις αντιρρήσεις των υπολοίπων αξιωματικών που διαμαρτύρονταν έντονα στον Πλοίαρχο. Του θύμιζαν ότι ουδέποτε είχε συμβεί στο παρελθόν παρόμοιο γεγονός, δηλαδή ένας άγνωστος επιβάτης να βρεθεί ξαφνικά συμβουλάτορας στην διακυβέρνηση ενός πλοίου. Ο Ντυρουά ντε Σωμερύ όμως επέμεινε στην απόφασή του. Άλλωστε ήταν γνωστό στους περισσότερους ότι στερείτο ναυτικών ικανοτήτων και πείρας. Το πλοίο τελικά αναχώρησε από την Τενερίφη και πάλι κάτω από ισχυρούς ανέμους που διήρκεσαν για ημέρες. 
 
Ο άγνωστος σύμβουλος του πλοιάρχου όλο εκείνη την περίοδο, παρότρυνε διαρκώς για τη συνέχιση του ταξιδιού και μάλιστα σε πορεία που εκείνος έβγαζε στους χάρτες της γέφυρας. Παρά την προειδοποίηση των αξιωματικών γέφυρας για ένδειξη υφάλων και αβαθή υδάτων στην πορεία ο πλοίαρχος ακολούθησε τη ρότα που είχε υποδείξει ο άγνωστος συμβουλάτοράς του. Ένας ισχυρός κλονισμός ήρθε να επιβεβαιώσει το δίκαιο των αξιωματικών και να αναγκάσει τον πλοίαρχο να αναγνωρίσει την λανθασμένη του επιλογή. Το Μέδουσα είχε προσκρούσει πάνω σε έναν ύφαλο. Η φουσκοθαλασσιά έπαιρνε το πλοίο και το ξαναέριχνε με μεγαλύτερη δύναμη πάνω στον ύφαλο. 
 
Ο χαμός του πλοίου Μέδουσα ήταν βέβαιος αν δεν λάμβαναν μια απόφαση. Κατά τους έμπειρους ναυτικούς αρκούσε η Μέδουσα να απαλλαγεί από το επιπλέον βάρος της, που ήταν ο οπλισμός της, τα πολλά κανόνια της. Όμως ο πλοίαρχός της θεώρησε ντροπή να απαλλαγεί από τα κανόνια και ύστερα από λίγο χρόνο, το πλοίο άρχισε να βυθίζεται. Τότε έγινε η πρόταση να μεταφερθούν οι επιβάτες στη νήσο Αργκέν, καθώς πίστευαν ότι το πλοίο βρισκόταν κοντά στις ακτές της Δυτικής Αφρικής. Όμως οι βάρκες δεν επαρκούσαν. Τότε ο Διοικητής της Σενεγάλης Σμάλτζ που επίσης ταξίδευε ως επιβάτης, πρότεινε να κατασκευαστεί μια σχεδία μεγάλη ώστε να επιβιβαστούν οι επιβάτες πάνω της μαζί με όσα εφόδια μπορούσαν να κουβαλήσουν. Έτσι συμφωνήθηκε η κατασκευή μιας τεράστιας σχεδίας. 
 
Σχοινιά, φλόκοι, ιστία, άρχισαν να ξηλώνονται από το κατάστρωμα του πλοίου και να ρίχνονται στη θάλασσα. Εκεί δύο αξιωματικοί που επέβαιναν σε βάρκες είχαν επιφορτιστεί με την κατασκευή της σχεδίας. Άδεια βαρέλια τοποθετήθηκαν περιμετρικά για να αποκτήσει πλευστότητα, ενώ συμφωνήθηκε οι βάρκες του πλοίου να αναλάβουν τη ρυμούλκηση της σχεδίας προς την κατεύθυνση της νήσου. Εκατό σαράντα οκτώ άνθρωποι επιβιβάστηκαν πάνω στη σχεδία, με μόνο φορτίο 25 κιλά παξιμάδια σε ένα σακί. Στις βάρκες που θα αναλάμβαναν τη ρυμούλκηση της σχεδίας αντίθετα, είχαν τοποθετήσει 25 κάσες γεμάτες τρόφιμα. Η λέμβος του πλοιάρχου δέχθηκε 27 άτομα, η δεύτερη βάρκα 45, η τρίτη 25, άλλη 34 και η μικρότερη 10 άτομα. Πάνω στην ημιβυθισμένη Μέδουσα παρέμειναν δεκαεπτά επιβάτες που αντιτάχθηκαν σε αυτό το «τρελό» κατά τη γνώμη τους σχέδιο. 
 
Γρήγορα μόλις απομακρύνθηκε από το Μέδουσα η σχεδία με τις βάρκες που τη ρυμουλκούσαν, οι κωπηλάτες συνειδητοποίησαν ότι ήταν απολύτως αδύνατο να κωπηλατούν έλκοντας πίσω τους ένα τέτοιο τεράστιο βάρος. Γρήγορα ξέμειναν από δυνάμεις. Αποφάσισαν να κόψουν τα σχοινιά που έσερναν πίσω τους τη σχεδία και να εγκαταλείψουν στην τύχη τους τους επιβαίνοντες σε αυτήν. Οι λέμβοι κατάφορτες τροφίμων απομακρύνθηκαν αναζητώντας την δική τους σωτηρία. Μάταια οι επιβάτες της σχεδίας φώναζαν να μην τους εγκαταλείψουν, ζητώντας βοήθεια καθώς έβλεπαν τη μοίρα τους. Γρήγορα η σχεδία έμεινε ακυβέρνητη στο έλεος των κυμάτων με τα θαλάσσια ρεύματα να την παρασέρνουν μακριά και από τις βάρκες και από τα λείψανα της Μέδουσας. Σχοινιά, πανιά, ξύλα άρχισαν σιγά – σιγά να διαλύονται. 
 
Τα πόδια των ανθρώπων έμπλεκαν ανάμεσα στα ξύλα και οι άνθρωποι παγιδεύονταν σφηνωμένοι σε αυτά. Δεν είχαν τρόπο να κυβερνήσουν αυτό το πλωτό φέρετρο και αγωνίζονταν να κρατήσουν ενωμένα τα ξύλα μεταξύ τους. Οι βάρκες αντίθετα καθώς ήταν φορτωμένες με νερό και τρόφιμα μπόρεσαν να φτάσουν στο νησί της σωτηρίας τους. Έτσι έμειναν στο έλεος των κυμάτων έμειναν οι επιβάτες της σχεδίας αλλά και οι δεκαεπτά που είχαν μείνει επί της Μέδουσας. Όσοι σώθηκαν με τις βάρκες διαπίστωσαν ότι αν κωπηλατούσαν ρυμουλκώντας τη σχεδία, για μια ημέρα περίπου θα είχαν σώσει όλους όσους επέβαιναν στη σχεδία. 
 
Πάνω στον πανικό τους όμως, τους είχαν εγκαταλείψει αβοήθητους στο πέλαγος. Οι ημέρες για τους επιβάτες της σχεδίας κατέστησαν μαρτυρικές. Τα παξιμάδια είχαν τελειώσει και η υπνηλία στην οποία είχαν περιέλθει οι περισσότεροι γρήγορα αντικαταστάθηκε από μια μανία, όταν προτάθηκε να θυσιάσουν κάποιους για να σωθούν οι πολλοί. Με τη βοήθεια της πείνας και του πανικού η πρόταση βρήκε ανταπόκριση. Μεταξύ εκείνων που σκότωναν πρώτους συγκαταλέγονταν φυσικά οι λιγότερο δυνατοί που ήταν τα παιδιά και οι γυναίκες. Αποφάσισαν επίσης να πετάξουν στη θάλασσα τραυματίες και αρρώστους για να ελαφρύνει η σχεδία. 
 
Οι ημέρες περνούσαν με ανθρωποθυσίες και σύντομα οι επιζώντες έφτασαν τους εξήντα, τους πενήντα, τους σαράντα, τους εικοσιοκτώ. Την 17η Ιουλίου το πλοίο ΑΡΓΚΟΥΣ διερχόμενο τυχαία από το σημείο, βρήκε τη σχεδία με μόλις 15 ανθρώπους πάνω της! Τους περισυνέλλεξε και τους μετέφερε στη Σενεγάλη. Η σχεδία είχε μείνει στη θάλασσα 13 ημέρες που στάθηκαν ικανές να ωθήσουν τους ανθρώπους της σχεδίας σε ό,τι πιο άρρωστο είχε σκεφτεί ο ανθρώπινος νους. 
 
Ο πλοίαρχος της Φρεγάτας Μέδουσας, ο Σωμερύ ήταν όντως ανίκανος και είχε επιλεχθεί με μοναδικό κριτήριο την εύνοια του Λουδοβίκου 18ου προς το πρόσωπό του. Η φιλελεύθερη αντιπολίτευση εκμεταλλεύτηκε το γεγονός και πρόσδωσε μεγάλη δημοσιότητα για να καταδείξει τον διορισμό ανίκανων ανθρώπων σε υπεύθυνες θέσεις με μοναδικό προσόν τους τη γνωριμία τους με ανθρώπους της εξουσίας. Ο ζωγράφος Ζερικώ τασσόμενος στο πλευρό των φιλελευθέρων ανέλαβε να φιλοτεχνήσει το δράμα των ναυαγών της σχεδίας προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως «κατηγορητήριο» κατά της κυβέρνησης. Η φιλοτέχνηση στηρίχθηκε στις αφηγήσεις των επιζώντων. Σήμερα το έργο εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου και σοκάρει όσους πλησιάζουν και μαθαίνουν την αληθινή ιστορία του. 
 
Όσο για το γνωστό παιδικό τραγούδι που όλοι γνωρίσαμε παιδιά ακόμα, στην ελληνική εκδοχή του περιγράφει ναύτες που ναυαγούν στη Μεσόγειο και τραβούν κλήρο για να αποφασίσουν πως όποιος τραβήξει τον μικρότερο θα φαγωθεί πρώτος. Ωστόσο πρόκειται για στίχους που γράφτηκαν ύστερα από το ναυάγιο του Μέδουσα και απλά προσαρμόστηκαν στα ελληνικά δεδομένα «Και τότε ρίξανε τον κλήρο/και τότε ρίξανε τον κλήρο/να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί/να δούνε ποιος ποιος ποιος θα φαγωθεί/οεοέ οε οε/Κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέο/κι ο κλήρος πέφτει στον πιο νέοπου ήταν α – α – αταξίδευτοςπου ήταν α – α – αταξίδευτος/οεοέ οε οε…». 
 
Εικόνα: Η ιστορία του ναυαγίου του πλοίου «Μέδουσα» απαθανατίστηκε σε καμβά ζωγραφικής από τον ζωγράφο Τεοντόρ Ζερικώ (Théodore Gericault). 
 

15 Φεβρουαρίου 2025

Η μυστηριώδης κανονιοφόρος της Σαντορίνης. «Ένα άγνωστο ανδραγάθημα των Καλυμνίων»

Γράφει ο Στέφανος Μίλεσης 

Στην “Δωδεκανησιακή Αυγή” δημοσιεύθηκε το 1938 μια άγνωστη ναυτική ιστορία που εντάσσεται στα γεγονότα που είχαν προηγηθεί του πολέμου του 1897. Την ιστορία κατέγραψε το Τ. Βρατσάνος ο οποίος επέλεξε να την δημοσιεύσει σε Δωδεκανησιακή εφημερίδα της εποχής, αφού πρωταγωνιστές του ναυτικού αυτού επεισοδίου υπήρξαν Καλύμνιοι ψαράδες.
 
Αν και η ιστορία που δημοσιεύθηκε εκείνη τη χρονιά, αφορούσε περιστατικό που συνέβη 44 χρόνια πριν, δεν αποκλείεται να υπήρξαν και άλλες προγενέστερες αναφορές σε άλλα έντυπα ή άλλες εκδοχές του. Σε κάθε περίπτωση ο Τ. Βρατσάνος γνώριζε την πραγματική ιστορία καθώς την είχε ακούσει από τον Ιωάννη Βρατσάνο, αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού, που είχε επιληφθεί αυτοπροσώπως του συμβάντος. 
 
Η εποχή που συνέβη το περιστατικό (1896) ήταν γενικώς πολυτάραχη, με ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη από φιλοπόλεμο διάθεση που διακατείχε τον ελληνικό λαό που είχε υπερεκτιμήσει την πολεμική αξία της χώρας. Η ιστορία όπως εμφανίζεται στο άρθρο του Τ. Βρατσάνου (στο τεύχος 404 της “Δωδεκανησιακής Αυγής” της 1ης Οκτωβρίου 1938) έχει ως εξής: 
 
Το 1896 ένα τηλεγράφημα του Λιμεναρχείου Θήρας προς το Υπουργείο των Ναυτικών ειδοποιούσε πως Λιμενοφύλακες που περιπολούσαν, ανακάλυψαν ατμάκατο αγνώστου εθνικότητας ενώ ως προς την κατάστασή της χαρακτηρίστηκε “σεσαθρωμένη”. Υπουργός των Ναυτικών τότε ήταν ο Λεβίδης που έσπευσε να αποστείλει στο νησί τον ανθυποπλοίαρχο Ιωάννη Βρατσάνο για να εξακριβώσει περί τίνος ακριβώς επρόκειτο. 
 
Ο Βρατσάνος αφού έφτασε με το πλοίο της γραμμής στην Σύρο, επιβιβάστηκε εκεί στην ατμοημιολία του στόλου μας “ΚΙΧΛΗ” με προορισμό την Θήρα. Όταν οδηγήθηκε από τους Λιμενικούς στην ακτή όπου είχε βρεθεί η “ατμάκατος” με έκπληξη διαπίστωσε ότι το άγνωστο σκάφος δεν ήταν ατμάκατος αλλά κανονιοφόρος!… 
 
Το είχαν βρει στην κυριολεξία σφηνωμένο ανάμεσα σε δύο βράχους με την πλώρη του να κάθεται στην αμμουδιά. Οι Λιμενοφύλακες όταν το ανακάλυψαν ανέβηκαν πάνω του αλλά δε συνάντησαν ίχνος ανθρώπου. Η κανονιοφόρος βρισκόταν σε κατάσταση εγκατάλειψης ωστόσο ίχνη αίματος είχαν αφήσει τα σημάδια τους σχεδόν σε όλο το σκάφος, σα να είχε συμβεί πάνω του πραγματική αιματοχυσία. Από το κατάστρωμά του στα σημεία όπου ήταν τοποθετημένα παλαιότερα τα κανόνια του, είχαν απομείνει μονάχα οι περιστροφικοί πόλοι τους (οι βάσεις τους). Από όλα τα εσωτερικά διαμερίσματα αναδυόταν δυσοσμία και ακόμα και τα σκεύη και τα έπιπλα του σκάφους ήταν βαμμένα από αίμα! Όμως σώματα ανθρώπων δεν βρέθηκαν στο σκάφος, αλλά όλα έδειχναν πως μάχη είχε συμβεί πάνω του με πολλούς νεκρούς. 
 
Μοναδική ύπαρξη ζωής μια γάτα που πεινασμένη περιπλανιόταν στο σκάφος, άγνωστο για πόσο χρονικό διάστημα. Καθώς το σκάφος έγερνε λίγο προς τη μια του πλευρά σε κάποια σημεία είχαν σχηματιστεί λίμνες αίματος! Ο Ανθυποπλοίαρχος Ι. Βρατσάνος δεν μπορούσε να προσδιορίσει το χρόνο που το σκάφος εγκαταλείφθηκε ή κάτω από ποιες περιστάσεις συνέβη αυτό. Η μόνη λογική εξήγηση ήταν πως το σκάφος έρημο πλέον, οδηγούμενο από τους ανέμους και τα θαλάσσια ρεύματα έφτασε κάποια στιγμή να σφηνωθεί στις ακτές της Θήρας κι έτσι να γίνει ορατό από τους ανθρώπους. Η απουσία πληρώματος σε συνδυασμό με τις τα αιματοβαμμένα έπιπλα και τις λίμνες αίματος, έδειχναν το τραγικό τέλος του… Καθώς δεν μπορούσαν όμως να εξάγουν ασφαλές συμπέρασμα, ο Βρατσάνος πρότεινε να κρατηθεί μυστική η εύρεση του σκάφους. Το ΚΙΧΛΗ έλαβε εντολή νύχτα να δέσει πάνω στο έρημο σκάφος ένα συρματόσχοινο ρυμούλκησης και νύχτα πάντοτε να το οδηγήσει στον ναύσταθμο. Αφού ούτε εκεί κατάφεραν να εξάγουν κάποια χρήσιμη πληροφορία, αποφασίστηκε να αφαιρέσουν από το σκάφος τις κυλινδρικές βάσεις των κανονιών του και όποιο άλλο εξάρτημα μηχανής ή καταστρώματος μπορούσε να χρησιμεύσει και αφού το ρυμούλκησαν και πάλι σε κάποιο σημείο του Σαρωνικού, άνοιξαν τους κρουνούς κατακλύσεώς του και το άφησαν να βυθιστεί. Το μυστηριώδες σκάφος πήγε στον βυθό συμπαρασύροντας και την ιστορία που μέχρι τότε δεν είχε αποκαλυφθεί. 
 
Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος από το περιστατικό και κανείς δεν ανέφερε οτιδήποτε για αυτό. Μέχρι που το 1897 και ενώ στο μεταξύ είχε ξεσπάσει ο Ελληνο-τουρκικός πόλεμος, δύο άνδρες ενδεδυμένοι όπως οι ψαράδες των νησιών μας εμφανίστηκαν στην θύρα του Υπουργείου των Ναυτικών και ζητούσαν επίμονα από τον ναύτη σκοπό να δουν τον υπουργό. “Είμαστε από την Κάλυμνο” του είπαν μόλις τους δέχθηκε και άρχισαν να του εξιστορούν τα παρακάτω: 
 
“Μια νύχτα εδώ κι ένα χρόνο, βρισκόμασταν με το σφουγγαράδικο καΐκι μας ανοιχτά στο πέλαγος, μεταξύ Μήλου και Κρήτης. Ξαφνικά ο προβολέας ενός αγνώστου πλοίου έπεσε πάνω μας και μια φωνή μας καλούσε να το πλησιάσουμε. Εμείς όμως δεν μπορούσαμε να προσεγγίσουμε το πλοίο, καθώς ο καιρός δεν βοηθούσε (το καΐκι ήταν ιστιοφόρο) και τότε τους απαντήσαμε να προσεγγίσουν αυτοί που είχαν μηχανή. Όταν όμως το άγνωστο πλοίο μας πλησίασε είδαμε πως ήταν Τουρκική κανονιοφόρος και πίσω της έσερνε δύο βάρκες γεμάτες από Έλληνες που οι Τούρκοι είχαν συλλάβει στη θάλασσα. Επρόκειτο για εθελοντές που κατέβαιναν στην Κρήτη για να βοηθήσουν στην υπόθεση της Κρητικής επανάστασης. Τότε καταλάβαμε πως θα μας έπιαναν και μας αιχμαλώτους και κανένας από εμάς, όπως και με τους Έλληνες που βρίσκονταν μέσα στις βάρκες, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει την τύχη του. Αρπάξαμε ό,τι βρήκαμε εύκαιρο στο σκάφος μας, καμάκια μαχαίρια, ρόπαλα, χωρίς να γίνουμε ορατοί από τους Τούρκους που πλησίαζαν και είπαμε πως αφού ως προς τον αριθμό ήμασταν ίσοι με εκείνους, θα κάναμε εμείς πρώτοι το σάλτο και όπου έβγαινε…”. 
 
Μόλις η Τουρκική κανονιοφόρος πλησίασε το καΐκι οι Καλύμνιοι σφουγγαράδες πρώτοι έκαναν την επίθεση, αιφνιδιάζοντας τους Τούρκους που πίστευαν πως και αυτοί θα παραδίδονταν όπως και οι προηγούμενοι αιχμάλωτοι. Οι Καλύμνιοι μόλις ανέβηκαν στο Τουρκικό πλοίο έσπασαν τις λάμπες και τα πάντα βυθίστηκαν στο σκοτάδι. Τότε άρχισε μια τρομερή αναμέτρηση πάνω στο κατάστρωμα του τουρκικού πλοίου όπου το αίμα και από τις δύο πλευρές έρεε άφθονο. Οι Καλύμνιοι τελικά επικράτησαν ελευθερώνοντας στη συνέχεια τους Έλληνες αιχμαλώτους που βρίσκονταν δεμένοι μέσα στις βάρκες. Αυτοί ήταν που ξεβίδωσαν τα δύο κανόνια του τουρκικού πλοίου και τα μετέφεραν στο σφουγγαράδικο των Καλύμνιων όπως και ό,τι όπλο βρέθηκε. Ζήτησαν από τους σφουγγαράδες να τους μεταφέρουν στην Κρήτη για να βοηθήσουν, όπως εξαρχής είχαν αποφασίσει να κάνουν. Οι Καλύμνιοι όμως δεν γνώριζαν τι έπρεπε να κάνουν με την τουρκική κανονιοφόρο που είχε απομείνει χωρίς πλήρωμα. 
 
Έτσι αφού έριξαν τους νεκρούς στη θάλασσα την άφησαν στην τύχη της. Οι αντάρτες πραγματικά έφτασαν στην Κρήτη, ενώ οι Καλύμνιοι για ένα χρόνο κρατούσαν το μυστικό επτασφράγιστο. Όταν όμως ξέσπασε ο Ελληνο-Τουρκικός πόλεμος, το Υπουργείο των Ναυτικών εξήγγειλε αμοιβές για όσους προκαλούσαν οιαδήποτε ζημία στον εχθρό κατά τον ναυτικό αγώνα. Μόλις το έμαθαν οι Καλύμνιοι έσπευσαν να λάβουν τα χρήματα που δικαιούνταν σύμφωνα με την εξαγγελία. Τότε το Υπουργείο των Ναυτικών διεξήγαγε έρευνα, λαμβάνοντας μαρτυρίες από αντάρτες που είχαν βρεθεί δέσμιοι στις βάρκες της τουρκικής κανονιοφόρου. Οι έρευνες έδειξαν πως το αίτημα των Καλύμνιων ήταν δίκαιο και πως έπρεπε πραγματικά να αποζημιωθούν. Οι δύο Καλύμνιοι ναυτικοί έλαβαν ως εκπρόσωποι όλου του πληρώματος του καϊκιού, το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων δραχμών που την εποχή εκείνη ισοδυναμούσε με το ένα τρίτο της αξίας της τουρκικής κανονιοφόρου που είχε αχρηστευθεί, όπως οι σχετικές διατάξεις όριζαν. 
 
Θα πρέπει φυσικά στο σημείο αυτό να σημειώσω πως το “μυστήριο” που κάλυπτε την ταυτότητα του “αγνώστου” σκάφους, αφορούσε μόνο τα περιστατικά που το οδήγησαν στην κατάσταση που βρέθηκε (πού, πως, πότε, γιατί). Είναι αδύνατον να γίνει πιστευτό πως όταν το πλοίο ρυμουλκήθηκε στον ναύσταθμο δεν βρήκαν κατά τις έρευνες που διεξήγαγαν, στοιχεία που να πιστοποιούν την ταυτότητά του, δηλαδή πως ήταν τουρκικό. Επειδή όμως η κατάσταση των δύο χωρών ήταν τεταμένη λόγω της κρητικής εξέγερσης και καθώς αναχωρούσαν διαρκώς από τον Πειραιά πλοία προς ενίσχυση του αγώνα των Κρητών (με μη επίσημη φυσικά τη συμμετοχή του ελληνικού κράτους), αποφασίστηκε να εξαφανιστούν τα ίχνη της κανονιοφόρου αφού τυχόν γνωστοποίηση του περιστατικού θα περιέπλεκε την κατάσταση. Όταν όμως ξέσπασε ο πόλεμος του 1897 δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να διατηρηθεί στη σιωπή το περιστατικό. 
 
Ως προς την τύχη του ΚΙΧΛΗ που επιλήφθηκε του περιστατικού του 1896 η τύχη του αποτυπώνεται στην ιστοσελίδα “Ιστορία Ναυαγίων” (Wrech History), στον σύνδεσμο Το ναυάγιο του βοηθητικού ΚΙΧΛΗ – Wreck History καθώς και η εύρεση του βυθισμένου σκαριού στον Πόρο, τον Οκτώβριο του 1946 από τον Γιώργο Σεφέρη. 
 
Πηγή: Pireorama ιστορίας και πολιτισμού