Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικα Θεματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορικα Θεματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17 Απριλίου 2026

Λευκά θαλάσσια βουνά. Mια απίστευτη περιπέτεια στo Αιγαίο τον 17ο αιώνα

Γράφει ο Γεώργιος Καρέλας

Στις αρχές Μαρτίου του 1629 καταπλέει στο λιμάνι της Ζακύνθου ένα φορτηγό πλοίο που μετέφερε εμπορεύματα από την Κρήτη προς τη Ζάκυνθο για λογαριασμό του Εβραίου εμπόρου Αβραάμ Κανδιώτη. Ο πλοίαρχος του πλοίου Ανδρέας Ρούσος ευθύς μόλις αποβιβάστηκε έσπευσε να απολογηθεί στον έμπορο αλλά και στις αρχές μιας και ένα αναπάντεχο γεγονός που συνέβη κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στοίχισε ένα μέλος του πληρώματος και απώλεια μέρους του φορτίου που βρισκόταν στο κατάστρωμα   …

Διηγήθηκε μια ιστορία –που στα αυτιά αυτών που άκουσαν την αφήγηση φάνταζε τουλάχιστον απόκοσμη και τρομακτική-, για ένα σπάνιο φυσικό φαινόμενο που συνέβη στο ταξίδι της επιστροφής που είχε αποτέλεσμα να απολεστεί ο ναυτόπαις (μούτσος) του πλοίου και ένα μέρος του φορτίου. Και όλα αυτά σε λίγα λεπτά εξ αιτίας της θάλασσας που αγρίεψε, άφρισε και χτύπησε το πλοίο… Και δεν ήταν μόνο αυτό, στην περιγραφή ακούστηκαν και άλλα περίεργα που κανείς δεν είχε ξανακούσει… Ο καπετάνιος μίλησε για ένα φαινόμενο που φάνταζε με ιστορία βγαλμένη από τη φαντασία….

Διηγήθηκε με όσο πιο μεγάλη λεπτομέρεια μπορούσε αυτά που έζησε αδιαφορώντας αν θα γινόταν πιστευτός ή όχι…. Άλλωστε δεν είχε κάποια άλλη επιλογή, θα περιέγραφε την αλήθεια και όχι κάποιο φανταστικό γεγονός…. Ανέφερε  τα κάτωθι:

«Τη 27 Φεβρουάριου του έτους 1629 άναχωρήσας περί τό μεσονύκτιον έκ Κρήτης, μετά δέκα περίπου ώρας, αν και o καιρός ήτο καλός, καί άνεμος δέν έπνεε και ο ουρανός ήτο λίαν κυανούς (azzur-rissimo), αίφνης είδον μακρόθεν πρός βορράν είς τήν θάλασσαν βουνά κυμάτων, άτινα έκ του αφρού  εφαίνοντο ως χιονοσκεπή, καί πρός νότον διευθυνόμενα ώς αστραπή. Έν ριπή οφθαλμού καί ή πέριξ ήμών θάλασσα επάφλαζε καί ήφριζε. Πριν προλάβω τόν καιρόν νά έρωτήσω τόν πηδαλιούχον περί του πρωτοφανούς τούτου παραδόξου φαινομένου, ήκουσα ύποθαλάσσιον θόρυβον μοιάζοντα μέ άλύσεις συρομένας.

Ένόμισα ότι’ τό πλοίον έσταμάτησεν ή μάλλον ότι προσέκρουσεν είς βράχους, ότι κατεποντίσθημεν διότι, άν καί πολύ μακρά ήμεθα τών φοβερών εκείνων θαλασσίων βουνών, ούχ ήτον ή θάλασσα ένθα εύρισκόμεθα ήτο τόσον άγρια, ώστε ένόμισα ότι τό πλοίον έγεινε βορά του καταστρεπτικού έκείνου κύματος. Έπανήλθεν ή ήρεμία, άν καί ή θάλασσα έξηκολούθει βράζουσα (bollire). Τότε μόνον ήκουσα τάς άπελπιστικάς φωνάς των ναυτών μου. Καίπερ ήμιθανεϊς, έστρέψαμεν τούς οφθαλμούς πρός τά κύματα, έκ του φόβου μήπως έπαναληφθή τό κακόν, άλλά τά κύματα προύχώρουν πρός νότον άφίνοντα όπισθεν γαλήνην μέν, άλλά τεταραγμένην θάλασσαν, φαιού χρώματος μετά μικρού άφρού, ένω ο ούρανός έξηκολούθει νά είναι λίαν κυανούς καί αίθριος. Είς τήν θάλασσαν είδομεν λείψανα πλοίου. Πάντα ταύτα συνέβησαν είς όλίγιστα λεπτά. Μόλις άνέλαβον. είδον, μετ’ άλγους τής ψυχής μου, ότι έλειπεν ναυτόπαις (mozzo) καί τά έπί του καταστρώματος βυτία (botte)»

Αν και οι αρχές της πόλης πίστεψαν τον καπετάνιο και το πλήρωμα που κατέθεσε παρομοίως με τον καπετάνιο ο Εβραίος έμπορος δεν πείσθηκε. Νόμισε ότι ο καπετάνιος και το πλήρωμα σκαρφίστηκαν αυτή την απίθανη ιστορία για να καρπωθούν την αξία μέρους του εμπορεύματος που του ανήκε για λογαριασμό τους. Φαντάστηκε ότι το εμπόρευμα αυτό το είχαν πουλήσει ήδη σε κάποιο λιμάνι πριν φτάσουν στη Ζάκυνθο…

Την εποχή εκείνη συχνά αναφέρονταν απώλειες φορτίων –συνήθως λόγω της πειρατείας – αλλά αυτή η ιστορία δεν τον έπεισε, έμοιαζε βγαλμένη από τη φαντασία. Ο έμπορος τελικά κατηγόρησε τον Ανδρέα Ρούσο ότι καταχράστηκε το εμπόρευμα και το πλοίο παρέμεινε ακινητοποιημένο στο νησί μέχρι την έκδοση της απόφασης.

Αν και ο  προβλεπτής Βέμβος (σημ. πρόκειται για τον Ενετό προβλεπτή Giacomo Bembo) σύντομα απεφάνθη ότι κατόπιν των ανακρίσεων δεν προέκυψε ότι ο πλοίαρχος ήταν άξιος τιμωρίας, δεν ήταν εύκολο να βγει οριστική απόφαση. Όπως ανέφερε ο προβλεπτής  αφού πραγματικά και η Διοίκηση  ενδιαφερόταν να μάθει όλη την αλήθεια, αν ο πλοίαρχος έλεγε ψέματα θα τιμωρούνταν παραδειγματικώς αν όμως έλεγε την αλήθεια θα τιμωρούνταν επίσης παραδειγματικώς ο έμπορος. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο Ρούσος για να μάθει και ο ίδιος τι ακριβώς συνέβη και από ποιο φαινόμενο προήλθε το ατύχημα λογικά θα έπρεπε να κατευθυνθεί σε ένα κοντινό λιμάνι, έχοντας τις επιλογές των Κυθήρων ή της Μεθώνης, (με πρώτη επιλογή  αυτή των Κυθήρων όπου ήταν υπό Ενετική κατοχή και οι κάτοικοι θα είχαν ίσως αντιληφθεί και αυτοί το φαινόμενο και θα μπορούσε να πάρει κάποια βεβαίωση από τις τοπικές αρχές) αυτός όμως επέλεξε να κατευθυνθεί κατ ευθείαν στη Ζάκυνθο.

Η πειρατεία ήταν σε έξαρση και υπήρχε πάντα ο κίνδυνος των Οθωμανών πειρατών (που ενθαρρύνονταν από το Σουλτάνο με σκοπό να πληγεί η Βενετιά που στηριζόταν στο δια θαλάσσης εμπόριο) αλλά και των φοβερών και τρομερών πειρατών της Μάνης. Έχοντας  ήδη περάσει τη ζώνη του επικίνδυνου θαλάσσιου δρόμου του μεταξιού, μιας  εναλλακτικής  θαλάσσίας οδού προς την Ανατολή μεταξύ Ευρώπης και Συρίας, δεν θα ήθελε να και άλλες περιπέτειες προσεγγίζοντας κάποια ακτή.

Ο άτυχος καπετάνιος παρ ‘ ότι έλεγε την αλήθεια χρειαζόταν στοιχεία, κάποια επίσημη μαρτυρία για να  αποδείξει όσα κατέθεσε. Και αυτό δεν άργησε πολύ να συμβεί… Mετά από παρέλευση 1-2 μηνών  κατέπλευσε στη Ζάκυνθο για να προστατευτεί λόγω τρικυμίας Ισπανικό πολεμικό πλοίο του οποίου ο καπετάνιος ήταν φίλος του Βενετού προβλεπτή. Στην συνάντηση των δυο που ακολούθησε ο Ισπανός καπετάνιος διηγήθηκε στον Βέμβο και τη δική του περιπέτεια όταν έχοντας αναχωρήσει κατά τις αρχές Μαρτίου από  τη Μήλο και ενώ επικρατούσε ζέστη και η θάλασσα ήταν ήρεμη  ξαφνικά αυτή αγρίεψε, ενώ παράλληλα ακούστηκε βοή από το βυθό που την παρομοίασε με ήχο που μοιάζει με σανίδες που σπάζουν. Στη συνέχεια το πλοίο ήρθε αντιμέτωπο με μεγάλα αφρίζοντα κύματα που κατευθύνονταν νοτιοανατολικά.

Το πλοίο δεν έπαθε κάποια ζημιά, το πλήρωμα όμως τρομοκρατήθηκε. Στη συνέχεια το πλοίο κατέπλευσε στα Κύθηρα όπου πληροφορήθηκαν από τους κατοίκους ότι είχε γίνει σεισμός τον οποίο ακολούθησε πλημμυρίδα χωρίς όμως να αναφέρεται ούτε ο σεισμός σαν πολύ μεγάλης έντασης αλλά ούτε και το φαινόμενο της πλημμυρίδας σαν κάτι το πολύ ιδιαίτερο…

Μετά από αυτά ο  Ενετός προβλεπτής παρακάλεσε τον Ισπανό καπετάνιο να συντάξει επίσημη αναφορά για το συμβάν για να τη χρησιμοποιήσει στο δικαστήριο όπου ο Έλληνας καπετάνιος αντιμετώπιζε την κατηγορία της απάτης.

Μια ακόμα μαρτυρία έγινε γνωστή λίγο αργότερα όταν ο πλοίαρχος Ενετικής πολεμικής γαλέρας που κατέπλευσε στη Ζάκυνθο από την Κέρκυρα ανέφερε ότι σε ταξίδι του κατά το μήνα Μάρτιο συνάντησε στη θάλασσα λείψανα ναυαγίων και πτώματα, χωρίς όμως να παρατηρήσει κάτι άλλο ή να ακούσει για κάποιον σεισμό.

Σαν αποτέλεσμα των ανωτέρω ήρθε και η απόφαση του Δικαστηρίου που ήταν αθωωτική για τον Έλληνα καπετάνιο και καταδικαστική για τον έμπορο. Σε έγγραφο της 4ης Ιανουαρίου 1631 αναγράφεται η ετυμηγορία  του Διοικητηρίου (Reggimento) της Ζακύνθου ….

«Έκ των έπισήμων πληροφοριών καί καταθέσεων διάφορων άξιοπίστων μαρτύρων η ομολογία του πλοιάρχου Ρούσου καταφαίνεται πιστή καί άληθής (fedele e vera). Γνωρίζει έπίσης έπισήμως ή δικαιοσύνη ότι έκ της θαλασσίου έκείνης στιγμιαίας διαταράξεως πολλά ναυάγια συνέβησαν. Επομένως, κατά τήν γενομένην άπόφασιν τής δευτέρας Απριλίου τοϋ έτους 1629, σήμερον καταδικάζομεν τον Εβραίον Κανδιώτην διά την δυσπιστίαν του προς τάς άρχάς, νά έκτεθή έπί μίαν ήμέραν εις τον κύφωνα (berlina) έντος τής πόλεως Ζακύνθου καί έπί μίαν ήμέραν εις το προάοτετον του Αίγιαλού, είς τριών μηνών φυλάκισιν και είς τά έξοδα τής δίκης. Ό δέ πλοίαρχος έχει το δικαίωμα να ζητήση άποζημίωσιν διά τήν χρονοτριβήν του.»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Ολόκληρο το κείμενο βασίστηκε στο πάρα πολύ ενδιαφέρον και τεκμηριωμένο άρθρο του Σπυρίδωνα Δε Βιάζη “Μέγας εν Κρήτη σεισμός” στο περιοδικό Παρνασσός (εκδόσεις Παπαγεωργίου, Νοέμβριος 1893) και προστέθηκαν  κάποιες   διευκρινίσεις και υποθέσεις.

Ο Σπυρίδων Δε Βιάζης:

Ήταν λόγιος ευρύτατης μόρφωσης αλλά και λίγο εκκεντρικός. Γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1849 στην Κέρκυρα. Η γιαγιά του ήταν από τη Ζάκυνθο ήταν όμως  Ιταλικής καταγωγής και φανατικός καθολικός . Εκτός από το πλούσιο συγγραφικό του έργο συνεισέφερε στον εμπλουτισμό της Φωσκολικής βιβλιοθήκης της Ζακύνθου με πολλά τεκμήρια. Για την προσφορά του τιμήθηκε από το ελληνικό κράτος πρώτα με τον Αργυρό (1894) και αργότερα (1919) με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος.

Κρητικά προϊόντα σε βαρέλια που θα μπορούσαν να μεταφέρονται από την Κρήτη στη Ζάκυνθο ήταν το ελαιόλαδο (αν και η ελαιοκαλλιέργεια δεν ήταν ιδιαίτερα εξαπλωμένη στις αρχές του 15ου αιώνα), κρασί (το γνωστό κρασί του Ρεθύμνου malvoisie-(μαλβαζία είχε μεγάλη ζήτηση) αλλά και πιθανώς τυριά.

Οι  αναφορές συμβάντων της εποχής οφείλονται στη λεπτομερή καταγραφή από τις Βενετικές αρχές. Τα αρχεία της Βενετίας (Venice Museum and Archives) που διασώζονται ακόμα στην πόλη αυτή είναι η πηγή όχι μόνο αυτών  των γεγονότων αλλά και μιας περιόδου αρκετών αιώνων εκ των οποίων τρείς έχουν ιδιαίτερο Ελληνικό ενδιαφέρον μιας και αναφέρονται στην Ενετική κατοχή της Ελλάδας και κατά συνέπεια σε γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη χώρα μας. Τα αρχεία που αφορούν τα γεγονότα που αναφέρθηκαν προέρχονται ειδικότερα από τα κάτωθι αρχεία της Ζακύνθου της περιόδου -diversorum Regimmento di Bembo- Aρχειοφυλακείο υπό τα Δικαστήρια – και Carte Sanita –(στο κείμενο αναφέρεται σαν Aρχειοφυλακείο, εγώ θα έλεγα ότι ίσως πρόκειται για πληροφορίες που αντλήθηκαν από το αρχείο του λοιμοκαθαρτηρίου ….)

Αλλά και στην Ελλάδα σώζονται αρχεία από την εποχή της Βενετοκρατίας (1562-1797) στα Κύθηρα πχ υπάρχει Τοπικό Αρχείο Κυθήρων το οποίο υπόκειται στην  περιφερειακή υπηρεσία των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Το αρχειακό υλικό είναι ταξινομημένο στη βάση της θητείας του εκάστοτε Προβλεπτή (Διοικητή). Το αρχείο της Κέρκυρας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον, ενώ δε διεσώθη αυτό της Κεφαλονιάς και της  Ζακύνθου (σωζόταν στο αρχειοφυλακείο του νησιού  μέχρι τη σεισμοπυρκαγιά του 1953 και ήταν από τα τέλη του 15ου αιώνα)

Το επίκεντρο του σεισμού (πιθανότατα υποθαλάσσιου) πρέπει να ήταν κάπου μεταξύ Κρήτης -Σαντορίνης Μήλου και Κυθήρων.

Ο ίδιος ο Δε Βιάζης την περίοδο που έγραφε το άρθρο στο περιοδικό Παρνασσός βρήκε αναφορά που σχετίζεται με μεγάλο σεισμό στην Κρήτη σε εκκλησιαστικό κώδικα που απέκτησε και ανήκε σε Κρητικό. Στη συνέχεια χάρισε το τεκμήριο στη Φωσκόλεια βιβλιοθήκη.

Παραθέτω την αναφορά του ιερέως όπως τη συνέγραψε και την κατέγραψε στο άρθρο ο Σπυρίδων Δε Βιάζης

«τή εικοστή έβδομη Φεβρουάριου του έτους 1629 σφοδραί δονήσεις έπήνεγκον έπί τής νήσου Κρήτης άρκετάς ζημίας, «αχκθ’ μηνί φεβρουαρίου είς τάς κζ’, ήμέρα σάβατω τής Σταυροπροσκυνήσεως, ώρα τετάρτη τής ήμερας, έγίνικε σεισμός μέγας είς ‘ολον τό νησί τής Κρήτης καί έπέσασι σπήτια καί έπλακόσασι ανθρώπους πολλούς καί τά καμπαναριά της χώρας εσούντανε δε, που έλέγασι οί άνθρωποι πώς δίδουσιν κάτω νά χαλάν καί οι έκκλησίαις καί νοίξασι καί ή γή έβρ(όντα) και οίτριμε όπου έλέγαμε κάθε πράγμα πώς θέλει νάνοίξ ή γής να μάς καταπιή».

Πηγή: navalhistory.gr

ΑΒΕΡΩΦ 

25 Μαρτίου 2026

Κανάρης και Καποδίστριας, Στρατηγική αποτροπή στο ανατολικό Αιγαίο (1828)

Γράφει ο Ηρακλής Καλογεράκης

Ο Κανάρης το 1828 δεν είναι πλέον μόνο πυρπολητής, είναι παράγοντας στρατηγικής αποτροπής. Η επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια προς τον Κωνσταντίνο Κανάρη, με ημερομηνία 28 Μαρτίου 1828 (αρ. 1281), δεν προαναγγέλλει μια μεγάλη ναυμαχία αλλά αντανακλά τη σοβαρότητα της κατάστασης, την εμπιστοσύνη στον Κανάρη και τη χρήση του κύρους του ως στρατηγικού εργαλείου.

Η επιστολή αυτή αποτελεί ένα εξαιρετικά αποκαλυπτικό τεκμήριο τόσο για τη σχέση Κυβερνήτη και ναυμάχων, όσο και για τον χαρακτήρα του ίδιου του Κανάρη. Πρόκειται για κείμενο διοικητικό και επιχειρησιακό, το οποίο όμως εμπεριέχει έντονη ηθική και πολιτική φόρτιση. Μέσα από τη γλώσσα και τη δομή του αναδύονται κρίσιμα συμπεράσματα για την προσωπικότητα του Κανάρη, τη θέση του στο εθνικό αφήγημα της Επανάστασης και την εκτίμηση που του έτρεφε ο Καποδίστριας.

Αριθ. 1281)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Προς τον πλοίαρχον Κ. Κανάρην

Εκ φήμης έως τώρα εγνώριζον τας λαμπράς Σου πράξεις και την εις τα συμφέροντα του Έθνους αφοσίωσίν σου.

Μ΄όλον πεπεισμένος περί τούτων, η χθεσινή σου όμως προσωπική μετ΄εμού έντευξις, και εξηγήσεις τας οποίας κατ΄αυτή έλαβον από Σε, μ΄έκαμον την πλέον ευάρεστον εντύπωσιν, και μ΄εβεβαίωσαν πληρέστατα ότι δικαίως μέχρι τούδε η φήμη Σε απέδιδεν εκείνην την ξεχωριστήν τιμήν, και χαίρω από καρδίας βλέπων την Πατρίδα να πλουτή εις τους κόλπους της έναν τοιούτον ευγενή πολίτην χαρακτηριζόμενον με προτερήματα τόσον λαμπρά και κοινωφελή.

Θέλει έφθασε και εις τας ιδικάς Σου ακοάς ότι ο Σουλτάνος εξακολουθών το αυτόν σύστημα της προς την υπόθεσίν μας ισχυρογνωμίας και απιστίας του εμελέτησε και της νήσου Σάμου την καταστροφήν και σπεύδει να φέρη εις έκβασιν τα απάνθρωπα κατ΄εκείνης της νήσου επιχειρήματά του. Η Κυβέρνησις δεν δύναται να είπη ότι έχει τας πλέον ακριβείς πληροφορίας περί του πράγματος, αλλ΄όπως και να είναι νομίζει χρέος της απαραίτητον να μην μείνη αδιάφορος εις την είδησιν αυτήν, αλλ΄εξ΄εναντίας να λάβη όλα τα ανήκοντα μέτρα, ώστε να προλάβη κάθε ενδεχόμενον δυστύχημα εκείνης της νήσου. Όθεν και διέταξε τον υποναύαρχον Μιαούλην να εκπλεύση με το δίκροτον η «Ελλάς» προς εκείνα τα μέρη μεταχειριζόμενος όλην την απαιτουμένη ταχύτητα και προθυμίαν εις τον σκοπόν.

Μέγα μέρος των ελπίδων της περί ευτυχούς εκβάσεως της εκστρατείας αυτής η Κυβέρνησις ανέθεσε προς τον ανδρείον Κανάρην.

Όθεν στρεφόμενη ήδη και προς Σε, Σε διατάττει να εκπλεύσης ωσαύτως με το πυρπολικόν σου πλοίον όσο τάχιον, και να τρέξης εις ένωσιν μετά του ναυάρχου Μιαούλη προς τον οποίον θέλεις εγχειρίσει και τας εγκλειομένας διαταγάς. Ο Ναύαρχος ευρίσκεται εις Πόρον όπου έλαβε τας διαταγάς περ της εκπλεύσεώς του. Είναι ανάγκη λοιπόν να διαβής εκείθεν πρώτον, και εί μεν ανεχώρησεν από Πόρον θέλεις ακολουθήσει ευθύς τον δρόμον σου δια να τον φθάσης, εί δε και κατά περίστασιν δεν τον εύρης ακόμη έτοιμον, αφ΄ού τον εγχειρίσεις τα προς αυτόν έγγραφα και συνεννοηθείς μαζύ του θέλεις κινήσει και πρώτος δια το διωρισμένον μέρος, όπου δεν θέλει βραδύνει και ο Ναύαρχος.

Δια να πληροφορηθής καλήτερον τους σκοπούς και την επιθυμίαν της Κυβερνήσεως εις την εκστρατείαν αυτήν, καθώς και τα μέσα με τα οποία επροσπάθησε να επαρκέση εις την κατεπείγουσαν ταύτην ανάγκην Σ΄εγκλείω αντίγραφον των οδηγιών τας οποίας έδωκε προς τον Ναύαρχον. Κρίνει περιττόν να Σ΄εξηγηθή ιδιαιτέρως η Κυβέρνησις περί των όσα αφορούν την υπόθεσιν αυτήν. Αλλ΄εντοσούτω δεν δύναται να μην επαναλάβη και προς Σε ότι η περίστασις αύτη της Πατρίδος είναι σημαντικωτάτη και ήθελε συντείνει τα μέγιστα εις τα συμφέροντα του Έθνους το να δυνηθώμεν να κατορθώσωμεν λαμπράν τινά πράξιν κατά του εχθρού όχι μόνον εις την αντίκρουσιν των κατά της Σάμου κινημάτων, αλλά και όσω ήθελε διατρίβη εις Μυτιλήνην ή όποιον άλλο τουρκικόν μέρος ο στολίσκος του κακά μελετών καθ΄ημών.

Η Κυβέρνησις αρκείται να δώση μικρά αφορμήν περί τούτου εις τον πατριωτισμόν σου, και επομένως έχει την πλέον ευχάριστον πεποίθησιν ότι ο διακαής προς την Πατρίδα ζήλος όστις ωδήγησε πάντοτε τον ανδρείον Κανάρην εις τόσα περικλεή κατορθώματα, τα οποία εις διαφόρους περιστάσεις έσωσαν την Πατρίδα, αυτός μόνος είναι ικανός να τον εμψυχώση και τώρα εις κατόρθωσιν νέων λαμπρών θριάμβων, ώστε να επισφραγίση ο ίδιος την νίκην των Ελλήνων εις την τελευταίαν ίσως ταύτην προσβολήν του εχθρού.

Εν Αιγίνη, τη 28η Μαρτίου 1828

Το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο

Η επιστολή συντάσσεται από τον κυβερνήτη Καποδίστρια, λίγους μόλις μήνες μετά την άφιξη του στην Ελλάδα (Ιανουάριος 1828), σε μια περίοδο κατά την οποία η Επανάσταση δεν είχε ακόμη κριθεί οριστικά.

Την άνοιξη του 1828 υπήρξε πράγματι έντονη φημολογία περί επικείμενης οθωμανικής επιχείρησης κατά της Σάμου, στα πλαίσια του γενικότερου οθωμανικού σχεδίου ανακατάληψης και εκφοβισμού των νησιωτικών εστιών αντίστασης. Η Σάμος, αν και de facto ελληνική, δεν είχε ακόμη κατοχυρωθεί οριστικά στο υπό διαμόρφωση κρατικό μόρφωμα και αποτελούσε ευαίσθητο γεωπολιτικό σημείο στο Ανατολικό Αιγαίο.

Η Κυβέρνηση στερείτο επαρκών πληροφοριών («δεν δύναται να είπη ότι έχει τας πλέον ακριβείς πληροφορίας»), όμως θεωρεί χρέος της να ενεργήσει προληπτικά. Η επιστολή αντανακλά αυτή την αίσθηση κατεπείγοντος. Ταυτόχρονα, αποτυπώνει την προσπάθεια του Καποδίστρια να εγκαθιδρύσει μια συγκροτημένη κρατική διοίκηση και ιεραρχία.

Ο Καποδίστριας, ακολουθώντας πολιτική προληπτικής αποτροπής, έδωσε εντολή στον Ανδρέα Μιαούλη να αποπλεύσει με τη νεοαποκτηθείσα από τις ΗΠΑ φρεγάτα, το δίκροτο «Ελλάς», και στον Κανάρη να κινηθεί με τα πυρπολικά προς ένωση μαζί του. Οι εντολές δόθηκαν με σαφήνεια και η συνεργασία και η πειθαρχία αποτελούν πλέον κεντρικά στοιχεία του σχεδίου.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι ο ελληνικός στόλος πράγματι κινήθηκε στο Ανατολικό Αιγαίο αλλά δεν πραγματοποιήθηκε κάποια ναυμαχία στη Σάμο. Δεν καταγράφηκε πυρπόληση ή άμεση σύγκρουση ανάλογη προηγούμενων επιχειρήσεων του Κανάρη. Η επικρατέστερη εκτίμηση είναι ότι η κινητοποίηση λειτούργησε αποτρεπτικά αφού ο οθωμανικός στόλος δεν προχώρησε σε καταστροφική επιχείρηση κατά της Σάμου εκείνη την περίοδο.

Το 1828, άλλωστε, το ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον είχε μεταβληθεί ριζικά. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτ. 1827) είχε καταστρέψει τον οθωμανικό στόλο, η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία οδηγούνταν στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1828–1829) και η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε περιορισμένες δυνατότητες για εκτέλεση μιας μεγάλης ναυτικής επιχείρησης στο Αιγαίο.

Στην Ελλάδα, η περίοδος 1828, ήταν κυρίως η εποχή οργανωτικών διαδικασιών. Η Ελληνική πλευρά, μετά τη μεγάλη ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβριος 1827), κατέβαλε προσπάθειες να μετασχηματίσει τα ναυτικά σώματα σε τακτική δύναμη, στον Ελληνικό στόλο. Ο Καποδίστριας με το που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας(Ιανουάτιος 1828) επικεντρώθηκε στην εξασφάλιση νομιμότητας, καταστολή πειρατείας και οργανωτική οργάνωση, παρά σε μεγάλες ανοιχτές ναυμαχίες.

Ο Ανδρέας Μιαούλης ήταν αρχηγός της Μοίρας του Αιγαίου μετά την αποχώρηση του Κόχραν το 1827 και μέχρι το τέλος του πολέμου και μετέπειτα, ενώ ο Κανάρης τοποθετήθηκε από τον Καποδίστρια ως αρχηγός στολίσκου πυρπολικών, υπό τις εντολές του Μιαούλη, με σκοπό την καταπολέμηση της πειρατείας και την επιβολή νομιμότητας στις Ελληνικές θάλασσες.

Η μετάβαση από τη φήμη στην προσωπική εκτίμηση

Ιδιαίτερη σημασία έχει το εισαγωγικό μέρος της επιστολής. Ο Καποδίστριας δηλώνει ότι γνώριζε έως τότε τον Κανάρη «εκ φήμης». Η φράση αυτή δεν είναι τυπική· αναγνωρίζει τη δημόσια φήμη του πυρπολητή, ο οποίος ήδη είχε καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως ήρωας (Χίος 1822, Τένεδος- Πάτρα 1823, Σάμος 1824, Αλεξάνδρεια 1825 κ.ά.). Ωστόσο, ο Κυβερνήτης σπεύδει να υπογραμμίσει ότι η προσωπική τους συνάντηση τον επιβεβαίωσε πλήρως: «η χθεσινή σου προσωπική μετ’ εμού έντευξις… μ’ εβεβαίωσαν πληρέστατα».

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Ο Καποδίστριας δεν αρκείται στον θρύλο. Κρίνει τον άνθρωπο. Και το συμπέρασμά του είναι ότι η φήμη δεν υπερέβαλλε. Ο Κανάρης παρουσιάζεται ως «ευγενής πολίτης» με «προτερήματα τόσον λαμπρά και κοινωφελή». Η έννοια της ευγένειας εδώ δεν αφορά κοινωνική καταγωγή αλλά ήθος. Ο Κυβερνήτης χαίρεται «από καρδίας» που η Πατρίδα διαθέτει έναν τέτοιο πολίτη. Η διατύπωση υποδηλώνει προσωπική συγκίνηση και ειλικρινή εκτίμηση.

Η εμπιστοσύνη ως ανάθεση ευθύνης

Το πλέον αποκαλυπτικό σημείο είναι η φράση: «Μέγα μέρος των ελπίδων της περί ευτυχούς εκβάσεως της εκστρατείας αυτής η Κυβέρνησις ανέθεσε προς τον ανδρείον Κανάρην». Η διατύπωση είναι σαφής: η επιτυχία της επιχείρησης συνδέεται άμεσα με τον Κανάρη. Δεν πρόκειται για απλή συμμετοχή· πρόκειται για ανάθεση κρίσιμης ευθύνης.

Ο Καποδίστριας δεν τον αντιμετωπίζει απλώς ως εκτελεστικό όργανο. Του εμπιστεύεται διαταγές προς τον Μιαούλη, του παρέχει αντίγραφο των οδηγιών και θεωρεί περιττό να του εξηγήσει περαιτέρω λεπτομέρειες, διότι προφανώς τον θεωρεί ικανό να κατανοήσει τους στρατηγικούς σκοπούς. Η φράση «Κρίνει περιττόν να Σ’ εξηγηθή ιδιαιτέρως η Κυβέρνησις» αποτελεί έμμεση αναγνώριση ωριμότητας και κρίσης.

Η εμπιστοσύνη αυτή έχει δύο διαστάσεις: επιχειρησιακή και ηθική. Επιχειρησιακή, διότι ο Κανάρης καλείται να κινηθεί ταχέως, να ενωθεί με τον ναύαρχο, ακόμη και να προηγηθεί εφόσον χρειαστεί. Ηθική, διότι ο Κυβερνήτης δηλώνει ότι «αρκείται να δώση μικρά αφορμήν περί τούτου εις τον πατριωτισμόν σου». Δεν χρειάζονται εκτενείς εντολές ή επιτήρηση. Ο πατριωτισμός του Κανάρη θεωρείται επαρκές κίνητρο.

Κωνσταντίνος Κανάρης Λιθογραφία Οίκος Βέργου

Ο Κανάρης ως σταθερή ηθική δύναμη

Ο Καποδίστριας αποδίδει στον Κανάρη χαρακτηριστικά σταθερότητας και συνέπειας. Ο «διακαής προς την Πατρίδα ζήλος» του παρουσιάζεται ως διαχρονικός και δοκιμασμένος: «ωδήγησε πάντοτε… εις τόσα περικλεή κατορθώματα». Η χρήση του «πάντοτε» δεν είναι τυχαία. Δηλώνει σταθερότητα χαρακτήρα, όχι στιγμιαίο ηρωισμό.

Η επιστολή δεν εξυμνεί απλώς το παρελθόν. Προβάλλει το παρελθόν ως εγγύηση του μέλλοντος. Ο Κανάρης καλείται να «επισφραγίση ο ίδιος την νίκην των Ελλήνων εις την τελευταίαν ίσως ταύτην προσβολήν του εχθρού». Εδώ αποτυπώνεται η αντίληψη του Κυβερνήτη ότι ορισμένα πρόσωπα λειτουργούν ως φορείς συμβολικής και ηθικής συνέχειας του Αγώνα.

Συμπεράσματα για τον χαρακτήρα του Κανάρη

Από το σύνολο της επιστολής προκύπτουν σαφή συμπεράσματα:

1.Ακεραιότητα και ευγένεια ήθους: Ο Κανάρης δεν προβάλλεται μόνο ως ανδρείος, αλλά ως «ευγενής πολίτης». Η έμφαση στην πολιτική ιδιότητα (πολίτης) δείχνει ότι ο Καποδίστριας τον αντιλαμβάνεται ως θεμέλιο της νέας πολιτείας.
2.Αφοσίωση και συνέπεια: Η αφοσίωση «εις τα συμφέροντα του Έθνους» θεωρείται δεδομένη και διαρκής.
3.Αυτονομία κρίσης: Ο Καποδίστριας θεωρεί περιττό να του αναλύσει περαιτέρω τα σχέδια, ένδειξη εμπιστοσύνης στην ικανότητά του να ενεργήσει ορθά.
4.Ηγετική βαρύτητα: «Μέγα μέρος των ελπίδων» ανατίθεται σε αυτόν. Η επιτυχία της αποστολής συνδέεται με την προσωπικότητά του.
5.Ηθική επιρροή: Ο πατριωτισμός του δεν είναι μόνο προσωπική αρετή, αλλά κινητήρια δύναμη που εμπνέει και διασφαλίζει την εθνική υπόθεση.

Η εκτίμηση του Καποδίστρια

Η επιστολή δεν είναι απλώς διοικητικό έγγραφο. Είναι κείμενο αναγνώρισης. Ο Καποδίστριας, διπλωμάτης ευρωπαϊκού κύρους και αυστηρός κριτής ανθρώπων, δεν διατυπώνει ελαφρά τη καρδία τέτοιους επαίνους. Η «ευάρεστος εντύπωσις» της προσωπικής συνάντησης και η «πλέον ευχάριστος πεποίθησις» για τη μελλοντική δράση του Κανάρη δείχνουν βαθιά εμπιστοσύνη.

Εν τέλει, η επιστολή αποκαλύπτει έναν Κανάρη που υπερβαίνει τον μύθο του πυρπολητή. Αναδεικνύεται ως θεσμικός παράγοντας, ως πρόσωπο εμπιστοσύνης της κεντρικής εξουσίας, ως πολίτης με ηθικό βάρος. Η ανδρεία του δεν είναι απλώς επιχειρησιακή δεξιότητα, αλλά έκφραση ακεραιότητας και σταθερού πατριωτικού ήθους. Και αυτό ακριβώς αναγνωρίζει και αξιοποιεί ο Καποδίστριας, σε μια κρίσιμη στιγμή της εθνικής ιστορίας.

Η στρατηγική αποτροπή

Με βάση τη ναυτική πρακτική της εποχής η παρουσία και μόνο της φρεγάτας «Ελλάς» και των πυρπολικών υπό τον Κανάρη, ήταν από μόνη της σημαντικός αποτρεπτικός παράγοντας. Το 1824 η Σάμος σώθηκε με πυρπολικά ενώ μέχρι το 1828, η φήμη των «πυρπολητών» λειτουργούσε αποτρεπτικά.

Στη στρατηγική θεωρία και στην ιστορική ανάλυση των ναυτικών επιχειρήσεων, η απουσία μάχης δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με αδράνεια ή αποτυχία· συχνά αποτελεί ένδειξη επιτυχούς αποτροπής.

Φρεγάτα «ΕΛΛΑΣ» (1827)

Η αποτροπή λειτουργεί όταν η προβολή ισχύος, η φήμη προηγούμενων επιτυχιών ή η έγκαιρη κινητοποίηση δυνάμεων μεταβάλλουν τον υπολογισμό του αντιπάλου, οδηγώντας τον στην αναβολή, μεταβολή ή εγκατάλειψη ενός σχεδίου επιχειρήσεων. Ιδίως στη ναυτική στρατηγική του 19ου αιώνα, όπου η πληροφορία ήταν ατελής και η απώλεια πλοίων ιδιαίτερα δαπανηρή, η παρουσία ενός αξιόμαχου στόλου ή ακόμη και η φήμη ενός ικανού διοικητή μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά χωρίς να απαιτηθεί σύγκρουση.

Επομένως, όταν μια κινητοποίηση δεν καταλήγει σε ναυμαχία, αυτό δεν σημαίνει ότι η επιχείρηση υπήρξε περιττή· αντιθέτως, ενδέχεται να πέτυχε τον πρωταρχικό της στόχο, δηλαδή την αποτροπή του εχθρικού σχεδίου πριν αυτό υλοποιηθεί. Η εντολή αυτή του Καποδίστρια προς Κανάρη και Μιαούλη, αντανακλά καθαρά την στρατηγική σκέψη του κυβερνήτη με τη εφαρμογή της στρατηγικής αποτροπής, αντί της άμεσης σύγκρουσης.

Βιβλιογραφία
 
ΓΑΚ και Ίδρυμα Ευγενίδου, Κατάλογος έκθεσης «1821, Ο αγώνας στη θάλασσα, Τρέξε πάνω εις τα κύματα της φοβεράς θαλάσσης», Έκδοση ΓΑΚ, Αθήνα, 2021
Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979
Κόκκινος Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάσταση, Τόμος Γ΄, Εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1956
Μαζαράκης-Αινιάν Ιωάννης, Το Ναυτικόν του Αγώνος, Αθήνα, 1928.
Σίμψας Μάριος, Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων,  Ι. Πέππας και Σια Ο.Ε, Αθήνα, 1982.
 
Πηγές διαδικτύου 
 
Μεθ’ Ορμής Ακαθέκτου 1 , 2 , 3, 4
 
Πηγή:  navalhistory

3 Ιανουαρίου 2026

Ελληνική Ναυτική Ισχύς στη Στρατηγική Θεωρία: Mahan, Corbett και Σύγχρονο Ναυτικό Δόγμα

Αναδημοσίευση από το navalhistory.gr 
άρθρο του Δημήτριου Τσαϊλά*
 
Περίληψη 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην ελληνική ασφάλεια και την περιφερειακή επιρροή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η παρούσα εργασία εξετάζει τη σύγχρονη ελληνική ναυτική στρατηγική σύμφωνα με τα ρεύματα σκέψης του Alfred Thayer Mahan, του Sir Julian Corbett και της σύγχρονης ναυτικής στρατηγικής αντίληψης. Υποστηρίζει ότι η ελληνική ναυτική στρατηγική αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή σύνθεση της κλασικής θεωρίας της θαλάσσιας ισχύος και των σύγχρονων εννοιών του παράκτιου πολέμου, που διαμορφώνονται από το μοναδικό θαλάσσιο περιβάλλον του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου. Εξετάζοντας την ιστορική εμπειρία, τη στρατηγική σκέψη και τα τρέχοντα επιχειρησιακά παραδείγματα, η παρούσα εργασία προσδοκά να συμβάλλει στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η θαλάσσια στρατηγική προσαρμόζεται στη γεωγραφία και το γεωπολιτικό πλαίσιο. 
 
Εισαγωγή 
 
Η ναυτική στρατηγική, τόσο ως θεωρία όσο και ως πράξη, ιστορικά περιστρέφεται γύρω από τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη χρησιμοποιούν τη ναυτική ισχύ για την εξασφάλιση των εθνικών τους συμφερόντων. Θεμελιώδεις προσωπικότητες σε αυτό το πνευματικό περιβάλλον περιλαμβάνουν τον Alfred Thayer Mahan και τον Sir Julian Corbett. Η ελληνική ναυτική ισχύς, που έχει τις ρίζες της σε μια μακρά ναυτική παράδοση που χρονολογείται από την κλασική αρχαιότητα, καταδεικνύει πώς οι γεωγραφικές και ιστορικές συγκυρίες επηρεάζουν την εφαρμογή και την εξέλιξη της στρατηγικής θεωρίας. Σε αντίθεση με τις ναυτικές δυνάμεις που επικεντρώνονται σε μακρινά θέατρα σε ανοικτές θάλασσες, η Ελλάδα πρέπει να λειτουργεί κυρίως σε παράκτια και αρχιπελαγικά ύδατα, απαιτώντας έναν ξεχωριστό επιχειρησιακό και δογματικό προσανατολισμό. 
 
Αυτή η εργασία διερευνά την ελληνική ναυτική ισχύ μέσω συγκριτικής ανάλυσης, αξιολογώντας τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές του Mahan και του Corbett εφαρμόζονται στην Ελλάδα και πώς το σύγχρονο ναυτικό δόγμα ιδίως ο παράκτιος πόλεμος και οι κατανεμημένες ναυτικές επιχειρήσεις, ενισχύουν την κατανόηση της σύγχρονης πρακτικής. 
 
I. Θεωρία της Θαλάσσιας Ισχύος 
 
Α. Μαχαϊνιστική Σκέψη: Θαλάσσιος Έλεγχος και Εθνική Ισχύς 
 
Το σύγγραμμα του Mahan «Η Επιρροή της Θαλάσσιας Ισχύος στην Ιστορία, 1660–1783» παραμένει ένα από τα πιο σημαντικά έργα στη ναυτική στρατηγική. Ο Mahan υποστήριξε ότι ο έλεγχος της θάλασσας είναι απαραίτητος για την εθνική ισχύ και ότι το θαλάσσιο εμπόριο, η ισχύς του στόλου και οι αποφασιστικές ναυτικές εμπλοκές αποτελούν τα βασικά στοιχεία της θαλάσσιας ισχύος. Το έργο του τόνισε ότι ο έλεγχος ενός έθνους επί του στρατηγικού θαλάσσιου χώρου επιτρέπει την οικονομική ανάπτυξη και τη στρατιωτική ασφάλεια. Άλλωστε τα ίδια ισχυρίζεται και ο Θουκυδίδης στο δικό του σύγγραμμα Πελοποννησιακός Πόλεμος ερμηνεύοντας την αντίκρουση των διαλόγων των Αθηναίων με τους Σπαρτιάτες και τον επιτάφιο του Περικλέους. 
 
Οι βασικές έννοιες του Mahan περιλαμβάνουν: 
  • Έλεγχο της θάλασσας: η ικανότητα των ναυτικών δυνάμεων να ασφαλίζουν τις θαλάσσιες περιοχές από τους αντιπάλους και να προστατεύουν το εμπόριο.
  • Θαλάσσιο εμπόριο: το εμπόριο ως πηγή πλούτου και ως στρατηγική ευπάθεια που απαιτεί προστασία.
  • Αποφασιστική μάχη: συγκέντρωση ναυτικών δυνάμεων για την επίτευξη συντριπτικής νίκης επί ενός αντιπάλου. 
Ενώ το πλαίσιο του Mahan αναπτύχθηκε στην εποχή των πολεμικών στόλων ανοιχτής θάλασσας, οι αρχές του παραμένουν θεμελιώδεις για την κατανόηση της σχέσης μεταξύ ναυτικής ισχύος και εθνικής στρατηγικής. 
 
Β. Κορμπετιανή θεώρηση: Ναυτική Στρατηγική και Μικτές Επιχειρήσεις 
 
Ο Corbett προσέφερε μια συμπληρωματική αλλά διακριτή προοπτική στο έργο του «Μερικές Αρχές Ναυτικής Στρατηγικής» (1911), δίνοντας έμφαση στον πολιτικό σκοπό του ναυτικού πολέμου και στην ενσωμάτωση των ναυτικών επιχειρήσεων με την χερσαία δύναμη. Ο Corbett υποστήριξε ότι η ναυτική στρατηγική θα πρέπει να υπηρετεί την εθνική πολιτική και ότι ο έλεγχος της θάλασσας είναι συχνά προσωρινός, περιφερειακός και ενδεχόμενος παρά απόλυτος. Δηλαδή μας βάζει στην σκέψη του τόπου-χρόνου. 
 
Τα κυριότερα σημεία του πλαισίου του Corbett: 
  • Υπό όρους έλεγχος της θάλασσας: δεν πιστεύει στη μόνιμη κυριαρχία, αλλά επιχειρησιακά σχετική υπεροχή (τόπος-χρόνος).
  • Ενσωμάτωση στις χερσαίες επιχειρήσεις: οι ναυτικές δυνάμεις θα πρέπει να υποστηρίζουν ευρύτερους στόχους, συμπεριλαμβανομένων των αμφίβιων και των μικτών επιχειρήσεων. Βασική αρχή της Διακλαδικότητας.
  • Γραμμές επικοινωνίας: ο έλεγχος της κίνησης και του ανεφοδιασμού είναι εξίσου σημαντικός με την καταστροφή των εχθρικών στόλων. 
Οι ιδέες του Corbett έχουν ιδιαίτερη απήχηση σε παράκτια και αρχιπελαγικά περιβάλλοντα, όπου οι αερο-ναυτικές δυνάμεις αλληλοεπιδρούν έντονα με χερσαίες δυνάμεις και δίκτυα υλικοτεχνικής υποστήριξης. 
 
II. Ιστορικές παρουσιάσεις της ελληνικής ναυτικής ισχύος 
 
Η ελληνική ναυτική ιστορία καταδεικνύει μακροχρόνια ναυτική στρατηγική εμπλοκή: 
 
Κλασική Εποχή: Οι ελληνικές πόλεις-κράτη όπως η Αθήνα έχτισαν ισχυρούς στόλους που είτε έλεγχαν ή προστάτευαν το εμπόριο, και υποστήριζαν στρατηγικές πολιτικές συμμαχίες. Η αθηναϊκή στρατηγική στον Πελοποννησιακό Πόλεμο αποτελεί παράδειγμα πρώιμης ναυτικής στρατηγικής όπου η ναυτική ισχύς εξασφάλιζε προμήθειες και εκτεταμένη πολιτική επιρροή. 
 
Πόλεμος της Ανεξαρτησίας: Οι ελληνικές ναυμαχίες, όπως η Μάχη του Γέροντα (1824), κατέδειξαν αρχιπελαγική ναυμαχία και έλεγχο των περιφερειακών υδάτων. 
 
Βαλκανικοί Πόλεμοι: Η μάχες της Έλλης και της Λήμνου εξασφάλισαν την ελληνική ναυτική κυριαρχία στο Αιγαίο, υπογραμμίζοντας τη διαρκή στρατηγική σημασία του ναυτικού ελέγχου σε στενές θάλασσες. 
 
Αυτά τα ιστορικά παραδείγματα υπογραμμίζεται ότι η ελληνική ναυτική στρατηγική ανέκαθεν εξισορροπούσε τον έλεγχο της θάλασσας, την προστασία του εμπορίου και την ολοκλήρωση με ευρύτερους στρατηγικούς στόχους. 
 
III. Η Ελληνική Ναυτική Ισχύς στη Σύγχρονη Στρατηγική Σκέψη 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς σήμερα λειτουργεί σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που ορίζεται από: 
  • μια αρχιπελαγική παράκτια περιοχή (το Αιγαίο),
  • άμεσους στρατηγικούς ανταγωνιστές,
  • και τις απαιτήσεις των συμμαχικών δεσμεύσεων (π.χ. ΝΑΤΟ). 
Η σύγχρονη θεωρία αναγνωρίζει ότι οι θαλάσσιες συγκρούσεις συμβαίνουν ολοένα και περισσότερο σε παράκτιες ζώνες, όπου η παράκτια γεωγραφία, τα νησιά και τα περιορισμένα ύδατα περιπλέκουν τις παραδοσιακές στρατηγικές για τα γαλάζια βαθιά νερά στην ανοικτή θάλασσα. Η Μεσόγειος και το Αιγαίο είναι κλασικά παράκτια περιβάλλοντα όπου οι ναυτικές δυνάμεις πρέπει να είναι επιδέξιες στην επιτήρηση, την απαγόρευση πρόσβασης/άρνησης περιοχής (A2/AD) και τις διακλαδικές επιχειρήσεις. 
 
Α. Παράκτιος Πόλεμος και Κατανεμημένες Ναυτικές Επιχειρήσεις 
 
Το σύγχρονο ναυτικό δόγμα δίνει προτεραιότητα στον παράκτιο πόλεμο, ο οποίος ορίζεται από εμπλοκές κοντά στην ακτή, ενσωμάτωση με χερσαία πυρά και αισθητήρες, και χρήση διασκορπισμένων δυνάμεων. Η έμφαση του Πολεμικού Ναυτικού στις κατανεμημένες ναυτικές επιχειρήσεις (Distributed Maritime Operations) αποτελεί παράδειγμα αυτών των εννοιών, που στοχεύουν στην περιπλοκή της στόχευσης και της αξιοποίησης δικτυωμένων δυνάμεων ενός αντιπάλου για την επίτευξη επιχειρησιακού πλεονεκτήματος. 
 
Για την Ελλάδα, ένας τέτοιος προσανατολισμός ευθυγραμμίζεται με τη σκέψη του Corbett περί ολοκληρωμένης στρατηγικής θάλασσας-ξηράς-αέρος και με τις πραγματικότητες του αρχιπελαγικού μωσαϊκού του Αιγαίου. 
 
Β. Επίγνωση του Ναυτικού Τομέα και A2/AD 
 
Η ελληνική ναυτική στρατηγική ενσωματώνει ολοένα και περισσότερο δυνατότητες A2/AD, χρησιμοποιώντας παράκτιες συστοιχίες πυραύλων, αεροσκάφη και δίκτυα αισθητήρων για να αρνηθεί την ελευθερία κινήσεων των αντιπάλων. Η ενσωμάτωση της σύγχρονης τεχνολογίας, όπως τα μη επανδρωμένα συστήματα και τα προηγμένα όπλα, ενισχύει την επιτήρηση και την άρνηση περιοχής χωρίς να απαιτούνται μεγάλες ομάδες κρούσης. 
 
Αυτή η δογματική μετατόπιση αντανακλά τόσο τις συνέχειες όσο και τις αποκλίσεις από τους Mahan και Corbett: 
 
Από τον Mahan, κρατάμε τη σημασία της προστασίας των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας και του εθνικού πλούτου. 
Από τον Corbett, κρατάμε τη κατανόηση ότι ο έλεγχος της θάλασσας περιορίζεται σε περιφερειακό επίπεδο και έχει πολιτικό σκοπό. 
 
Γ. Ενσωμάτωση με Κοινή και Πολυχωρική Στρατηγική 
 
Το σύγχρονο ναυτικό δόγμα δίνει έμφαση στην ενσωμάτωση σε όλους τους χώρους (θάλασσα, αέρα, ξηρά, διάστημα και κυβερνο-περιοχή). Καθώς η Ελλάδα ευθυγραμμίζει τα σχέδια εκσυγχρονισμού της άμυνας, συμπεριλαμβανομένων των ναυτικών αναβαθμίσεων και των μη επανδρωμένων συστημάτων, αυτές οι πολυχωρικές προσεγγίσεις ενισχύουν τη ναυτική της θέση που προσανατολίζεται στην αποτροπή και την επιχειρησιακή ευελιξία. 
 
IV. Σύνθεση: Η Ελληνική Θαλάσσια Ισχύς ως Στρατηγική Προσαρμογή 
 
Η ελληνική ναυτική στρατηγική αποτελεί παράδειγμα σύνθεσης της κλασικής θεωρίας και της σύγχρονης σκέψης: 
 
Στοιχεία του Mahan: η σύνδεση μεταξύ εθνικού θαλάσσιου εμπορίου και ναυτικής προστασίας. 
Στοιχεία του Corbett: ο έλεγχος της θάλασσας ως προϋπόθεση και εξυπηρέτηση ευρύτερων πολιτικών σκοπών. 
Σύγχρονο δόγμα: παράκτιες επιχειρήσεις, δικτυωμένες δυνάμεις και κοινή ολοκλήρωση. 
 
Το ελληνικό πλαίσιο καταδεικνύει ότι η θεωρία της θαλάσσιας ισχύος πρέπει να προσαρμόζεται στη γεωγραφική ιδιαιτερότητα και τη στρατηγική αναγκαιότητα, ειδικά σε περιορισμένα θαλάσσια θέατρα όπου η συγκέντρωση στόλου (όπως οραματίστηκε ο Mahan) δεν είναι ούτε εφικτή ούτε επιθυμητή σε περίπτωση κοινής χερσαίας και αεροπορικής ισχύος (όπως τονίζεται από τον Corbett και το σύγχρονο παράκτιο δόγμα). 
 
Συμπέρασμα 
 
Η ελληνική ναυτική ισχύς παρέχει μια διδακτική μελέτη περίπτωσης για το πώς εξελίσσεται η ναυτική στρατηγική μέσα από αιώνες και διανοητικά παραδείγματα. Από τις αρχαίες ναυτικές εμπλοκές έως τα σύγχρονα στρατηγικά πλαίσια, η κεντρική θέση της θαλάσσιας γεωγραφίας και του στρατηγικού πολιτισμού παραμένει σταθερή. Η ελληνική ναυτική στρατηγική, ενώ βασίζεται σε ιστορικές παραδόσεις ναυτικής ισχύος, ενσωματώνει ενεργά τις σύγχρονες δογματικές αρχές που αντικατοπτρίζουν τον μετασχηματισμό του ναυτικού πολέμου στην παράκτια εποχή. Τοποθετώντας την ελληνική ναυτική ισχύ στα θεωρητικά πλαίσια των Mahan, Corbett και της σύγχρονης στρατηγικής σκέψης, η παρούσα εργασία καταδεικνύει τη διαρκή σημασία της κλασικής θεωρίας και την αναγκαιότητα της προσαρμογής της στις σύγχρονες στρατηγικές πραγματικότητες.
 
Βιβλιογραφία 
 
*Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), και του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS). 
 

28 Δεκεμβρίου 2025

Λίμπερτυ: Τα πλοία που έγραψαν ιστορία στον πόλεμο και μεταπολεμικά

 
Τα πλοία της Ελευθερίας (Λίμπερτυ) έγραψαν μεγάλη ιστορία στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και μεταπολεμικά, για την ανασυγκρότηση της εμπορευματικής ναυτιλίας! Ένα από τα τρία που διασώζονται σε όλο τον κόσμο βρίσκεται, για περισσότερο από μια 15ετία, στο λιμάνι του Πειραιά, ως «πλωτό μουσείο», με το όνομα «Ελλάς Λίμπερτυ».
 
Τα άλλα δύο “Λίμπερτυ”, που διασώζονται, είναι και αυτά πλωτά μουσεία, στη Βαλτιμόρη το “John W. Brown” και στο Σαν Φρανσίσκο το “Jeremiah O’ Brien”, αλλά είναι πιο προβεβλημένα και έχουν μεγαλύτερη δραστηριότητα και επισκεψιμότητα, όπως φαίνεται και από τις σελίδες τους στο διαδίκτυο, σε σύγκριση με το ελλιμενισμένο στον Πειραιά «αδελφάκι» τους, που αρχικά είχε το όνομα «Arthur M. Huddell».
 
Το “Arthur M. Huddell” ή πλέον “Ελλάς Λίμπερτυ” δεν σου «γεμίζει το μάτι», είναι ένα «ασχημόπαπο», όπως όλα τα Λίμπερτυ, και δεν έχει καμία ομοιότητα με τα σύγχρονα εμπορικά σκάφη, ούτε εσωτερικά ούτε εξωτερικά. Όμως, ταιριάζει αρμονικά στο περιβάλλον του λιμανιού, στην Ακτή Βασιλειάδη, ολοκληρώνοντας ιδανικά μια μεταπολεμική εικόνα του Πειραιά, καθώς δίπλα του βρίσκονται, έτοιμοι να το ξεφορτώσουν, οι παλιοί γερανοί του 1950 και οι αποθήκες φορτίων με τα αντιαεροπορικά καταφύγια. 
 
Πάντως, μια πρόσφατη επίσκεψη στο “Ελλάς Λίμπερτυ” του υπουργού Ναυτιλίας Β. Κικίλια και της Αμερικανίδας πρέσβεως Κ. Γκιλφόϊλ δίνει την αφορμή για θυμηθούμε ιστορίες τόσο για την κατασκευή των Λίμπερτυ στο πλαίσιο της μεγαλύτερης μαζικής παραγωγής πλοίων στην παγκόσμια ιστορία όσο και την μεταπολεμική συμβολή τους στην εμπορική ναυτιλία και την απόκτηση 100 απ’ αυτά από Έλληνες εφοπλιστές.
 
Το πρόγραμμα κατασκευής 
 
Η κατασκευή των πλοίων της Ελευθερίας άρχισε το 1941 σε βρετανικά σχέδια, που επιλέχθηκαν επειδή προσέφεραν την δυνατότητα γρήγορης και οικονομικής κατασκευής πλοίων, με ικανοποιητική χωρητικότητα φορτίου (περίπου 10.000 τόνων). Το πρώτο Λίμπερτυ ήταν το “Πάτρικ Χένρυ”, που μαζί με άλλα 13 καθελκύστηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1941. Αρχικά, ο χρόνος κατασκευής του κάθε πλοίου έφτανε τις 230 ημέρες. 
 
Σταδιακά η παραγωγική διαδικασία εντατικοποιήθηκε και ο μέσος χρόνος κατασκευής του κάθε πλοίου μειώθηκε στις 42 μέρες. Το 1943 οι εργασίες είχαν εντατικοποιηθεί τόσο ώστε παραδίδονταν τρία Λίμπερτυ την ημέρα. Συνολικά, την περίοδο 1941-1945 κατασκευάστηκαν σε 16 ναυπηγεία των ΗΠΑ, 2.751 Λίμπερτυ. Το τελευταίο καθελκύστηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1945 και ήταν το «Albert M. Boe».
 
Το “Arthur M. Huddell”, πλέον «Ελλάς Λίμπερτυ», κατασκευάστηκε σε ένα ναυπηγείο στον ποταμό του Αγίου Ιωάννη, στη νότια πλευρά του Τζάκσονβιλ της Φλόριντα. Το ναυπηγείο δημιουργήθηκε τον Απρίλιο του 1942 με δυνατότητα ταυτόχρονης κατασκευής έξι Λίμπερτυ. Συνολικά κατασκευάστηκαν εκεί 82 Λίμπερτυ ενώ υπολογίζεται ότι εργάστηκαν στα χρόνια της μαζικής παραγωγής περίπου 20.000 άνδρες και γυναίκες. 
 
Το 23ο πλοίο στη σειρά τοποθέτησης καρίνας ήταν το «Arthur M. Huddell». Οι εργασίες άρχισαν στις 25 Οκτωβρίου 1943 και μετά από 43 ημέρες, στις 7 Δεκεμβρίου 1943, τρεις μέρες νωρίτερα από το προβλεπόμενο, το πλοίο είχε καθελκυστεί. Εννέα μέρες αργότερα ξεκίνησε για το παρθενικό ταξίδι του με προορισμό το Τζάκσονβιλ στη Φλόριντα, όπου φόρτωσε για λογαριασμό του Π.Ν. των ΗΠΑ 2.100 λίμπρες (περίπου 952 κιλά) εκρηκτικά και γενικό φορτίο.
 
Επισήμως πήρε μέρος σε δύο νηοπομπές, με κωδικούς CONVOY HX 275 και CONVOY HX 307, από τη Νέα Υόρκη στο Λίβερπουλ. Από άλλα στοιχεία φαίνεται ότι πήρε μέρος και σε μια τρίτη νηοπομπή ενώ έκανε και ένα ταξίδι στα τέλη Απριλίου του 1944 μεταφέροντας εκρηκτικά από τη Νότιο Καρολίνα των ΗΠΑ στην Αλγερία. Μετά το τέλος του πολέμου το πλοίο μετασκευάστηκε για να μεταφέρει σωλήνες (pipe carrier) και το 1956 μετασκευάστηκε, ξανά, για να μεταφέρει μεγάλα ρολά καλώδια. Χρησιμοποιήθηκε από το αμερικάνικο Π.Ν. μέχρι το 1984, οπότε και παροπλίστηκε στη Βαλτιμόρη.
 
Εκεί το εντόπισαν Έλληνες εφοπλιστές και με τη βοήθεια Ελληνοαμερικανών γερουσιαστών και βουλευτών προχώρησαν τις διαδικασίες και παραχωρήθηκε το 2008 από τη κυβέρνηση των ΗΠΑ στην Ελλάδα, όπου έφτασε ρυμουλκούμενο και μετασκευάστηκε σε πλωτό μουσείο. 
 
Τα Λίμπερτυ μετά τον πόλεμο 
 
Μετά το τέλος του πολέμου οι ΗΠΑ άρχισαν να πωλούν πολλά από τα Λίμπερτυ και καθώς ήταν σύγχρονα πλοία, προσφέρονταν για πολυετή εκμετάλλευση και παρείχαν καλές συνθήκες διαβίωσης για τα πληρώματα, έγιναν περιζήτητα και συνέβαλαν καθοριστικά στην ανασυγκρότηση της εμπορικής ναυτιλίας. 
 
«Στα περισσότερα προπολεμικά πλοία και σε ορισμένα καναδέζικα Λίμπερτυ υπήρχαν δύο χώροι ενδιαίτησης. Το κατώτερο πλήρωμα βρισκόταν στον πρυμναίο χώρο, με αποτέλεσμα ακόμα και σε κακοκαιρίες να αναγκάζονται να φεύγουν από εκεί για να πάνε στη γέφυρα ή στο μηχανοστάσιο, στο μεσαίο χώρο ενδιαίτησης. Ακόμα και το φαγητό τους το πήγαιναν στην πρύμνη λες και ήταν στην απομόνωση», έλεγε, πριν μερικά χρόνια, παλιός ναυτικός, που είχε ταξιδέψει με αυτά τα πλοία. 
 
«Με τα αμερικάνικα Λίμπερτυ αυτό άλλαξε. Ο χώρος ενδιαίτησης έγινε ένας για όλους, βελτιώνοντας κατά πολύ τις συνθήκες για τα πληρώματα και παρέχοντας μεγαλύτερη ασφάλεια. Ήταν καλά πλοία και δούλεψαν για πολλά χρόνια», ανέφερε. Αρχικά, υπήρξαν πολλές επιφυλάξεις για την σκοπιμότητα αγοράς τέτοιων πλοίων. Ωστόσο γρήγορα η τάση αντιστράφηκε και έγιναν περιζήτητα, σε τέτοιο βαθμό που δεν έλειψαν και τα ευτράπελα, με την εμφάνιση ακόμα και «αγγελίας» σε ελληνική εφημερίδα των ΗΠΑ ότι «ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ δύο πλοία «Λίμπερτυς» απ’ ευθείας εις τον αγοραστήν. Αποκλείονται οι μεσίται. Γράψατε κ.λπ» {Πηγή: Α.Ι. Τζαμτζή, «Τα Λίμπερτυ και οι Έλληνες», εκδόσεις «Εστία»}. 
 
Το αγοραστικό ενδιαφέρον των Ελλήνων για τα Λίμπερτυ ξεκίνησε αμέσως μετά το τέλος του πολέμου και συνεχίστηκε μέχρι τη δεκαετία του 1960. Το 1963 σημειώθηκε το αποκορύφωμα στην κατοχή αυτών των πλοίων από τους Έλληνες επειδή είχε προηγηθεί η αύξηση των ναύλων λόγω του εμπάργκο της Κούβας από τις ΗΠΑ. Η μείωση των Λίμπερτυ στον ελληνόκτητο στόλο άρχισε από το 1964, έως ότου εξαφανίστηκαν από αυτόν δέκα χρόνια αργότερα. Εντούτοις, στο διάστημα αυτό, τα πλοία έχαιραν ιδιαίτερης προτίμησης από τους Έλληνες εφοπλιστές: το 1966, από τα 722 Λίμπερτυ που δούλευαν παγκοσμίως, τα 603 ανήκαν σε αυτούς.
 
Οι τιμές τους, όπως έγραψε ο ιστορικός της Ναυτιλίας Α.Ι. Τζαμτζής διαμορφώνονταν ανάλογα με τις παγκόσμιες συνθήκες. Στις αρχές του 1949 τα πλοία άλλαξαν χέρια με τιμές γύρω στις 200.000 λίρες. Το 1956, την εποχή της κρίσης στο Σουέζ, «οι τιμές τους έφθασαν σε τρομερά ύψη» και ανήλθαν σε 700.000 λίρες, μειώθηκαν όμως γρήγορα. Το 1960 οι τιμές τους ήταν γύρω στις 60.000 λίρες. Μετά από κάποιες αυξομειώσεις και καθώς άρχισαν να παλιώνουν το 1962 προσφέρονταν για 30.000 λίρες. 
 
Η αγορά των 100 «Λίμπερτυ» 
 
Στο πρόγραμμα αγοράς «Λίμπερτυ» από τις ΗΠΑ εντάχθηκε και η Ελλάδα και είναι γεγονός ότι η αγορά 100 πλοίων, που έγινε, μετά τέλος του πολέμου, από Έλληνες εφοπλιστές συνετέλεσε αποφασιστικά στην ανασυγκρότηση της αποδεκατισμένης- στον πόλεμο- ελληνικής ναυτιλίας. 
 
Η παραχώρησή τους εγκρίθηκε από τις ΗΠΑ στις 7 Ιανουαρίου 1947. Η τιμή για το κάθε ένα ορίστηκε σε 544.500 δολάρια και η αποπληρωμή προβλεπόταν να γίνει με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους καθώς δόθηκε εγγύηση του ελληνικού δημοσίου: τοις μετρητοίς του 25% του τιμήματος και το υπόλοιπο με δόσεις σε 25 χρόνια και με επιτόκιο 3,5%. Ωστόσο, η εγγύηση του ελληνικού δημοσίου αλλά και η διαδικασία επιλογής αγοραστών για τα 100 πλοία προκάλεσε, για αρκετά χρόνια, πολλές συζητήσεις. 
 
Ο δημοσιογράφος Νίκος Πηγαδάς στο έργο του “Εθελοντές στα κονβόϊ του θανάτου. Οι Έλληνες ναυτικοί στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο” (εκδόσεις “Το Ποντίκι”) καταγράφει δύο υποθέσεις που είχαν- εκείνη την εποχή- χαρακτηριστεί «σκάνδαλα» και απασχόλησαν τον Τύπο. Η πρώτη σχετιζόταν με καταγγελίες του ΚΚΕ, που απασχόλησαν τη Βουλή και συστάθηκε Εξεταστική Επιτροπή για να κλείσει η υπόθεση χωρίς να προκύψουν ποινικές ευθύνες. Η δεύτερη αφορούσε καταγγελίες απόστρατου υποναύαρχου του ΠΝ για το θέμα της διαχείρισης 14 κρατικών «Λίμπερτυ». Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε, για δικούς του λόγους, για το θέμα και ο Αριστοτέλης Ωνάσης, που κάποιες προτάσεις του δεν είχαν γίνει αποδεκτές. 
 
Ο Ωνάσης, σε μακροσκελές υπόμνημα, με ημερομηνία 10 Σεπτεμβρίου-15 Οκτωβρίου 1947, που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 8 Μαρτίου 1953 και από το οποίο παραθέτει σημαντικά αποσπάσματα ο Νίκος Πηγαδάς, στέκεται ιδιαίτερα στη χορήγηση της κρατικής εγγύησης για την αποπληρωμή των πλοίων. «Καίτοι δεν θα το πιστεύσετε, ενοχλούσε την συνείδησίν μου και η σκέψις του να επωφεληθώ από κάθε γυναικόπαιδο της ρημαγμένης χώρας μας την από έξη δολλάρια εγγύησί του», έγραφε ο Σμυρνιός εφοπλιστής, σημειώνοντας τα μεγάλη κέρδη που άφηνε η διαχείριση των 100 «λίμπερτυ».
 

4 Δεκεμβρίου 2025

3-16 Δεκεμβρίου 1912 – Η μεγάλη ναυμαχία της Έλλης

Η μεγάλη ναυμαχία της Έλλης και η σημαντικότερη ήττα του Τουρκικού στόλου στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο. 
 
Η ναυμαχία της Έλλης στις 3 Δεκεμβρίου 1912, ήταν η πρώτη από τις δύο κορυφαίες μάχες μεταξύ του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και του Οθωμανικού Στόλου κατά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο και πραγματοποιήθηκε στην έξοδο των στενών των Δαρδανελλίων (ή Ελλησπόντου). Η ναυμαχία έληξε με τη νίκη του ελληνικού στόλου και τον εγκλεισμό του οθωμανικού εντός των στενών.  
 
Πριν την ναυμαχία 
 
Τους πρώτους μήνες του πόλεμου ο τουρκικός στόλος υπό την διοίκηση του ναύαρχου Ραμίζ Μπέη παρέμεινε προστατευμένος στα στενά των Δαρδανελίων (στο ναύσταθμο Ναγαρά), χωρίς να επιχειρήσει έξοδο στο Αιγαίο. Από την άλλη πλευρά ο ελληνικός στόλος υπό την διοίκηση του ναυάρχου Παύλου Κουντουριώτη κράτησε επιθετική στάση απελευθερώνοντας ένα ένα τα νησιά του Αιγαίου και αναμένοντας την έξοδο των τουρκικών πλοίων από τα Στενά. Αρχικά απελευθέρωσε τη Λήμνο και εγκατέστησε στον όρμο του Μούδρου το προκεχωρημένο αγκυροβόλιο του Στόλου. Ακολούθησε η απελευθέρωση του Αγίου Όρους, των νησιών του βορείου και ανατολικού Αιγαίου (Θάσος, Σαμοθράκη, Ίμβρος, Τένεδος, Αγ. Ευστράτιος, Μυτιλήνη, Χίος). Μετά την απελευθέρωση της Τενέδου στις 24 Οκτωβρίου/6 Νοεμβρίου ο ναύαρχος Κουντουριώτης έστειλε τηλεγράφημα στον Τούρκο αρχηγό του στόλου με το μήνυμα “Σας περιμένομεν”.. 
 
Η ναυμαχία 
 
Την παραμονή, το βράδυ της 4 Δεκεμβρίου 1912, σύμφωνα με τη διήγηση του παρόντος Τούρκου Πλωτάρχη Χασάν Σαμί Μπέη, οι Τούρκοι αξιωματικοί έγραψαν τις διαθήκες τους και αποσύρθηκαν νωρίς για ύπνο ώστε να είναι ακμαίοι το πρωί. Τα ξημερώματα, ο Μουεζίνης κάλεσε τα πληρώματα γονατιστά να προσευχηθούν. Αμέσως μετά, ο Τουρκικός στόλος απέπλευσε. Το πρωί της 3/16 Δεκεμβρίου στις 8 η ώρα με καλό καιρό και ήσυχη θάλασσα, άρχισε η έξοδος του Τουρκικού στόλου από τα Στενά. Οι καπνοί του εξερχόμενου από τα Δαρδανέλια Τουρκικού στόλου φαίνονταν καθαρά. Τα ελληνικά ελαφρά σκάφη που περιπολούσαν στην περιοχή έστειλαν μήνυμα στην ναυαρχίδα ειδοποιώντας την για την έξοδο. Η αναφορά “ΕΧ ΕΧ ΕΧ” (εχθρός εν όψει) διέτρεξε όλα τα ελληνικά πλοία. Στον τουρκικό στόλο προηγούνταν το καταδρομικό Μετζιτιέ και τρία αντιτορπιλικά και ακολουθούσαν τα θωρηκτά Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (ναυαρχίδα), Τουργούτ Ρεΐς, Μεσουντιέ και Ασάρι-ι-Τεφίκ. Στο τέλος βρίσκονταν 6-8 αντιτορπιλικά και πλωτό νοσοκομείο σε γραμμή παραγωγής. Ο ελληνικός στόλος με επικεφαλής την ναυαρχίδα θωρηκτό Αβέρωφ, ακολουθούμενη από τα θωρηκτά Ύδρα, Σπέτσες, αρχηγίδα του Μοιράρχου Πλοιάρχου Πέτρου Γκίνη και Ψαρά, και από πίσω τα αντιτορπιλικά Αετός, Ιέραξ, Λέων και Πάνθηρ (τα αποκαλούμενα Θηρία) έσπευσε να συναντήσει τον αντίπαλο στόλο. 
 
Τα τέσσερα τουρκικά θωρηκτά με την έξοδό τους έστριψαν δεξιά παραπλέοντας το ακρωτήριο της Έλλης (επειδή δεν ήθελαν να απομακρυνθούν από τα φρούρια της ακτής), ενώ τα ελληνικά στράφηκαν προς συνάντησή τους. Οι δύο στόλοι ήρθαν αντιμέτωποι στις 09:00 σε διάταξη μάχης και απόσταση 17 χλμ. Σε αυτό το σημείο ο ναύαρχος Κουντουριώτης σήμανε πολεμική έγερση και εξέπεμψε το παρακάτω ιστορικό σήμα προς τον στόλο: 
«Με την βοήθειαν του Θεού, τας ευχάς του Βασιλέως μας και εν ονόματι του Δικαίου, πλέω μεθ’ ορμής ακαθέκτου και με την πεποίθησιν της νίκης κατά του εχθρού του Γένους»
 
Ο ελληνικός στόλος δεν έβαλε πρώτος για να κάνει οικονομία πυρομαχικών. Ώρα 09:05 υψώνεται στο Αβέρωφ το προειδοποιητικό σήμα “αρχίσατε πυρ συγχρόνως μετά του Ναυάρχου”. Στις 09:22 ο τουρκικός στόλος άνοιξε πρώτος πυρ από απόσταση 12.500 μ., ενώ ο ελληνικός περίμενε 3 λεπτά ανοίγοντας πυρ στις 09:25 από απόσταση 12.000μ. Τα τουρκικά θωρηκτά έβαλλαν κυρίως εναντίον του Αβέρωφ με ταχύ πυρ αλλά χωρίς επιτυχία, ενώ και το Αβέρωφ δεν έκανε ακριβείς βολές. 
 
Στις 09:35 με την απόσταση των δύο στόλων στα 9.500 μ. ο Κουντουριώτης αποδέσμευσε τον στόλο από τις κινήσεις της ναυαρχίδας του υψώνοντας την σημαία “Ζ” (κινούμαι ανεξάρτητα), και εκμεταλλευόμενος την μεγαλύτερη ταχύτητα του Αβέρωφ όρμησε ακάθεκτος με ταχύτητα 21 κόμβων, διαγράφοντας τόξο μπροστά από την γραμμή του τουρκικού στόλου με σκοπό να υπερφαλαγγίσει τα τουρκικά θωρηκτά και να τα βάλει μεταξύ των πυρών του Αβέρωφ και των υπολοίπων ελληνικών θωρηκτών. Αυτός ο ελιγμός λέγεται «Ταύ» και πραγματοποιήθηκε με επιτυχία από τα Ιαπωνικά θωρηκτά εναντίον των Ρώσων στην ναυμαχία της Τσουσίμα. Καθώς η ταχύτητα της θωρηκτής μοίρας τύπου Ύδρα ήταν μικρή (14 κόμβοι), το Αβέρωφ υπερφαλάγγισε τον εχθρό μόνο του και ανάμεσα σε πυκνά πυρά του Τουρκικού στόλου και των απέναντι φρουρίων έφτασε σε απόσταση 2.900 μ. από τον αντίπαλο. Οι Τούρκοι, όταν κατάλαβαν ότι ο ελιγμός θα εκτελούνταν με απόλυτη επιτυχία, έκαναν διαδοχική στροφή 160ο και μπήκαν με φοβερή αταξία ξανά στα Στενά, κάτω από την κάλυψη των επάκτιων πυροβόλων των φρουρίων Σεντούλμπαχιρ και Κουμκαλέ. 
 
Πρώτο έκανε μεταβολή το Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα στις 09:50 ακολουθούμενο από τα υπόλοιπα αλλά έτσι τα τουρκικά πλοία βρέθηκαν πολύ κοντά το ένα στο άλλο, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα πυροβόλα τους και να μειωθεί η ταχύτητά τους στους 10 κόμβους. Ο σχηματισμός βαλλόταν συνεχώς από το Αβέρωφ και τα άλλα θωρηκτά, που στο μεταξύ πλησίασαν τον Τουρκικό στόλο σε απόσταση 4100 μ. Στις 09:55 το Μπαρμπαρόσα δέχτηκε πλήγμα στο κατάστρωμα της πρύμνης και λίγο αργότερα ένα άλλο βλήμα διαπέρασε τον πυργίσκο της πρύμνης και προκάλεσε ζημιές και στους λέβητες. Τα Τουργκούτ Ρεΐς και Μετζιτιέ είχαν μικρότερες ζημιές. Όμως η ταχύτητα πυρός του Αβέρωφ είχε ελαττωθεί και δεχόταν τα πυρά των θωρηκτών και των φρουρίων που είχε πλησιάσει κατά την εκτέλεση του ελιγμού, κι έτσι εγκατέλειψε την καταδίωξη. Η ναυμαχία έληξε στις 10:17 με τον τουρκικό στόλο να εξακολουθεί να είναι αποκλεισμένος μέσα στα Στενά στα αγκυροβόλια του Τσανάκκαλε και του Σεντούλμπαχιρ. 
 
Σε όλη τη διάρκεια της εμπλοκής το θωρηκτό Αβέρωφ έριξε 127 βλήματα ενώ θα μπορούσε να εκτοξεύσει τετραπλάσια, γιατί κατά τη διάρκεια της ανεξάρτητης δράσης του τα πυροβόλα του έπαθαν προσωρινή εμπλοκή. Επίσης δέχτηκε τέσσερα βλήματα μεγάλου διαμετρήματος και δεκαπέντε μικρού, αλλά οι ζημιές που υπέστη ήταν ελάχιστες. Η πρώτη τουρκική μοίρα που, βγαίνοντας από τα Στενά έστριψε προς την Τένεδο, χωρίς να ακολουθήσει τα θωρηκτά, συνάντησε ομάδα ελληνικών πλοίων και επέστρεψε στον Ελλήσποντο μετά από μια μικρή ανταλλαγή πυρών. 
 
Απώλειες 
 
Οι απώλειες των Τούρκων ήταν 7 νεκροί και αρκετοί τραυματίες από το Barbarossa το οποίο υπέστη σημαντικές ζημιές στους λέβητες και το πυροβόλο των 180 χιλ. αχρηστεύτηκε εντελώς. Επιπλέον το Torgut Reis μέτρησε 51 νεκρούς και 40 τραυματίες που μεταφέρθηκαν στο νοσοκομειακό πλοίο Ρεσίτ Πασάς. Οι απώλειες του ελληνικού στόλου ήταν 2 άντρες του πληρώματος νεκροί και 5 τραυματίες, ενώ τραυματίστηκε και ένας ακόμη άντρας από το Σπέτσαι. 
 
Η επόμενη μέρα 
 
Την επόμενη ημέρα ο Κουντουριώτης έστειλε την αναφορά του στο Υπουργείο των Ναυτικών. Ο παράτολμος ελιγμός του θεωρήθηκε ασυλλόγιστος ηρωισμός, και ακόμη και ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ του τηλεγράφησε συστήνοντας του σύνεση και ψυχραιμία. Το Αβέρωφ ήταν η ισχυρότερη μονάδα του στόλου και πιθανή απώλειά του θα ανέτρεπε τον συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ των δύο στόλων. Τον ελιγμό του Κουντουριώτη δικαιολόγησε ο αντίπαλός του Ραμίζ Μπέης στο ναυτοδικείο όταν παραπέμφθηκε για την υποχώρηση από την ναυμαχία, όπου απολογούμενος είπε ότι, αν δεν έστρεφε για να απομακρυνθεί, θα βρισκόταν μεταξύ δύο πυρών από τον ελληνικό στόλο που θα τον εκμηδένιζαν. Ο Τούρκος ναύαρχος αθωώθηκε, καθόσον ο προϊστάμενός του υπουργός τον είχε διατάξει εγγράφως να μην εκθέσει το στόλο σε θανατηφόρα πυρά.