Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαν Σημερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαν Σημερα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Μαρτίου 2026

Κανάρης και Καποδίστριας, Στρατηγική αποτροπή στο ανατολικό Αιγαίο (1828)

Γράφει ο Ηρακλής Καλογεράκης

Ο Κανάρης το 1828 δεν είναι πλέον μόνο πυρπολητής, είναι παράγοντας στρατηγικής αποτροπής. Η επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια προς τον Κωνσταντίνο Κανάρη, με ημερομηνία 28 Μαρτίου 1828 (αρ. 1281), δεν προαναγγέλλει μια μεγάλη ναυμαχία αλλά αντανακλά τη σοβαρότητα της κατάστασης, την εμπιστοσύνη στον Κανάρη και τη χρήση του κύρους του ως στρατηγικού εργαλείου.

Η επιστολή αυτή αποτελεί ένα εξαιρετικά αποκαλυπτικό τεκμήριο τόσο για τη σχέση Κυβερνήτη και ναυμάχων, όσο και για τον χαρακτήρα του ίδιου του Κανάρη. Πρόκειται για κείμενο διοικητικό και επιχειρησιακό, το οποίο όμως εμπεριέχει έντονη ηθική και πολιτική φόρτιση. Μέσα από τη γλώσσα και τη δομή του αναδύονται κρίσιμα συμπεράσματα για την προσωπικότητα του Κανάρη, τη θέση του στο εθνικό αφήγημα της Επανάστασης και την εκτίμηση που του έτρεφε ο Καποδίστριας.

Αριθ. 1281)

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Προς τον πλοίαρχον Κ. Κανάρην

Εκ φήμης έως τώρα εγνώριζον τας λαμπράς Σου πράξεις και την εις τα συμφέροντα του Έθνους αφοσίωσίν σου.

Μ΄όλον πεπεισμένος περί τούτων, η χθεσινή σου όμως προσωπική μετ΄εμού έντευξις, και εξηγήσεις τας οποίας κατ΄αυτή έλαβον από Σε, μ΄έκαμον την πλέον ευάρεστον εντύπωσιν, και μ΄εβεβαίωσαν πληρέστατα ότι δικαίως μέχρι τούδε η φήμη Σε απέδιδεν εκείνην την ξεχωριστήν τιμήν, και χαίρω από καρδίας βλέπων την Πατρίδα να πλουτή εις τους κόλπους της έναν τοιούτον ευγενή πολίτην χαρακτηριζόμενον με προτερήματα τόσον λαμπρά και κοινωφελή.

Θέλει έφθασε και εις τας ιδικάς Σου ακοάς ότι ο Σουλτάνος εξακολουθών το αυτόν σύστημα της προς την υπόθεσίν μας ισχυρογνωμίας και απιστίας του εμελέτησε και της νήσου Σάμου την καταστροφήν και σπεύδει να φέρη εις έκβασιν τα απάνθρωπα κατ΄εκείνης της νήσου επιχειρήματά του. Η Κυβέρνησις δεν δύναται να είπη ότι έχει τας πλέον ακριβείς πληροφορίας περί του πράγματος, αλλ΄όπως και να είναι νομίζει χρέος της απαραίτητον να μην μείνη αδιάφορος εις την είδησιν αυτήν, αλλ΄εξ΄εναντίας να λάβη όλα τα ανήκοντα μέτρα, ώστε να προλάβη κάθε ενδεχόμενον δυστύχημα εκείνης της νήσου. Όθεν και διέταξε τον υποναύαρχον Μιαούλην να εκπλεύση με το δίκροτον η «Ελλάς» προς εκείνα τα μέρη μεταχειριζόμενος όλην την απαιτουμένη ταχύτητα και προθυμίαν εις τον σκοπόν.

Μέγα μέρος των ελπίδων της περί ευτυχούς εκβάσεως της εκστρατείας αυτής η Κυβέρνησις ανέθεσε προς τον ανδρείον Κανάρην.

Όθεν στρεφόμενη ήδη και προς Σε, Σε διατάττει να εκπλεύσης ωσαύτως με το πυρπολικόν σου πλοίον όσο τάχιον, και να τρέξης εις ένωσιν μετά του ναυάρχου Μιαούλη προς τον οποίον θέλεις εγχειρίσει και τας εγκλειομένας διαταγάς. Ο Ναύαρχος ευρίσκεται εις Πόρον όπου έλαβε τας διαταγάς περ της εκπλεύσεώς του. Είναι ανάγκη λοιπόν να διαβής εκείθεν πρώτον, και εί μεν ανεχώρησεν από Πόρον θέλεις ακολουθήσει ευθύς τον δρόμον σου δια να τον φθάσης, εί δε και κατά περίστασιν δεν τον εύρης ακόμη έτοιμον, αφ΄ού τον εγχειρίσεις τα προς αυτόν έγγραφα και συνεννοηθείς μαζύ του θέλεις κινήσει και πρώτος δια το διωρισμένον μέρος, όπου δεν θέλει βραδύνει και ο Ναύαρχος.

Δια να πληροφορηθής καλήτερον τους σκοπούς και την επιθυμίαν της Κυβερνήσεως εις την εκστρατείαν αυτήν, καθώς και τα μέσα με τα οποία επροσπάθησε να επαρκέση εις την κατεπείγουσαν ταύτην ανάγκην Σ΄εγκλείω αντίγραφον των οδηγιών τας οποίας έδωκε προς τον Ναύαρχον. Κρίνει περιττόν να Σ΄εξηγηθή ιδιαιτέρως η Κυβέρνησις περί των όσα αφορούν την υπόθεσιν αυτήν. Αλλ΄εντοσούτω δεν δύναται να μην επαναλάβη και προς Σε ότι η περίστασις αύτη της Πατρίδος είναι σημαντικωτάτη και ήθελε συντείνει τα μέγιστα εις τα συμφέροντα του Έθνους το να δυνηθώμεν να κατορθώσωμεν λαμπράν τινά πράξιν κατά του εχθρού όχι μόνον εις την αντίκρουσιν των κατά της Σάμου κινημάτων, αλλά και όσω ήθελε διατρίβη εις Μυτιλήνην ή όποιον άλλο τουρκικόν μέρος ο στολίσκος του κακά μελετών καθ΄ημών.

Η Κυβέρνησις αρκείται να δώση μικρά αφορμήν περί τούτου εις τον πατριωτισμόν σου, και επομένως έχει την πλέον ευχάριστον πεποίθησιν ότι ο διακαής προς την Πατρίδα ζήλος όστις ωδήγησε πάντοτε τον ανδρείον Κανάρην εις τόσα περικλεή κατορθώματα, τα οποία εις διαφόρους περιστάσεις έσωσαν την Πατρίδα, αυτός μόνος είναι ικανός να τον εμψυχώση και τώρα εις κατόρθωσιν νέων λαμπρών θριάμβων, ώστε να επισφραγίση ο ίδιος την νίκην των Ελλήνων εις την τελευταίαν ίσως ταύτην προσβολήν του εχθρού.

Εν Αιγίνη, τη 28η Μαρτίου 1828

Το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο

Η επιστολή συντάσσεται από τον κυβερνήτη Καποδίστρια, λίγους μόλις μήνες μετά την άφιξη του στην Ελλάδα (Ιανουάριος 1828), σε μια περίοδο κατά την οποία η Επανάσταση δεν είχε ακόμη κριθεί οριστικά.

Την άνοιξη του 1828 υπήρξε πράγματι έντονη φημολογία περί επικείμενης οθωμανικής επιχείρησης κατά της Σάμου, στα πλαίσια του γενικότερου οθωμανικού σχεδίου ανακατάληψης και εκφοβισμού των νησιωτικών εστιών αντίστασης. Η Σάμος, αν και de facto ελληνική, δεν είχε ακόμη κατοχυρωθεί οριστικά στο υπό διαμόρφωση κρατικό μόρφωμα και αποτελούσε ευαίσθητο γεωπολιτικό σημείο στο Ανατολικό Αιγαίο.

Η Κυβέρνηση στερείτο επαρκών πληροφοριών («δεν δύναται να είπη ότι έχει τας πλέον ακριβείς πληροφορίας»), όμως θεωρεί χρέος της να ενεργήσει προληπτικά. Η επιστολή αντανακλά αυτή την αίσθηση κατεπείγοντος. Ταυτόχρονα, αποτυπώνει την προσπάθεια του Καποδίστρια να εγκαθιδρύσει μια συγκροτημένη κρατική διοίκηση και ιεραρχία.

Ο Καποδίστριας, ακολουθώντας πολιτική προληπτικής αποτροπής, έδωσε εντολή στον Ανδρέα Μιαούλη να αποπλεύσει με τη νεοαποκτηθείσα από τις ΗΠΑ φρεγάτα, το δίκροτο «Ελλάς», και στον Κανάρη να κινηθεί με τα πυρπολικά προς ένωση μαζί του. Οι εντολές δόθηκαν με σαφήνεια και η συνεργασία και η πειθαρχία αποτελούν πλέον κεντρικά στοιχεία του σχεδίου.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι ο ελληνικός στόλος πράγματι κινήθηκε στο Ανατολικό Αιγαίο αλλά δεν πραγματοποιήθηκε κάποια ναυμαχία στη Σάμο. Δεν καταγράφηκε πυρπόληση ή άμεση σύγκρουση ανάλογη προηγούμενων επιχειρήσεων του Κανάρη. Η επικρατέστερη εκτίμηση είναι ότι η κινητοποίηση λειτούργησε αποτρεπτικά αφού ο οθωμανικός στόλος δεν προχώρησε σε καταστροφική επιχείρηση κατά της Σάμου εκείνη την περίοδο.

Το 1828, άλλωστε, το ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον είχε μεταβληθεί ριζικά. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτ. 1827) είχε καταστρέψει τον οθωμανικό στόλο, η Ρωσία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία οδηγούνταν στον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (1828–1829) και η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε περιορισμένες δυνατότητες για εκτέλεση μιας μεγάλης ναυτικής επιχείρησης στο Αιγαίο.

Στην Ελλάδα, η περίοδος 1828, ήταν κυρίως η εποχή οργανωτικών διαδικασιών. Η Ελληνική πλευρά, μετά τη μεγάλη ναυμαχία του Ναβαρίνου (Οκτώβριος 1827), κατέβαλε προσπάθειες να μετασχηματίσει τα ναυτικά σώματα σε τακτική δύναμη, στον Ελληνικό στόλο. Ο Καποδίστριας με το που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας(Ιανουάτιος 1828) επικεντρώθηκε στην εξασφάλιση νομιμότητας, καταστολή πειρατείας και οργανωτική οργάνωση, παρά σε μεγάλες ανοιχτές ναυμαχίες.

Ο Ανδρέας Μιαούλης ήταν αρχηγός της Μοίρας του Αιγαίου μετά την αποχώρηση του Κόχραν το 1827 και μέχρι το τέλος του πολέμου και μετέπειτα, ενώ ο Κανάρης τοποθετήθηκε από τον Καποδίστρια ως αρχηγός στολίσκου πυρπολικών, υπό τις εντολές του Μιαούλη, με σκοπό την καταπολέμηση της πειρατείας και την επιβολή νομιμότητας στις Ελληνικές θάλασσες.

Η μετάβαση από τη φήμη στην προσωπική εκτίμηση

Ιδιαίτερη σημασία έχει το εισαγωγικό μέρος της επιστολής. Ο Καποδίστριας δηλώνει ότι γνώριζε έως τότε τον Κανάρη «εκ φήμης». Η φράση αυτή δεν είναι τυπική· αναγνωρίζει τη δημόσια φήμη του πυρπολητή, ο οποίος ήδη είχε καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως ήρωας (Χίος 1822, Τένεδος- Πάτρα 1823, Σάμος 1824, Αλεξάνδρεια 1825 κ.ά.). Ωστόσο, ο Κυβερνήτης σπεύδει να υπογραμμίσει ότι η προσωπική τους συνάντηση τον επιβεβαίωσε πλήρως: «η χθεσινή σου προσωπική μετ’ εμού έντευξις… μ’ εβεβαίωσαν πληρέστατα».

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Ο Καποδίστριας δεν αρκείται στον θρύλο. Κρίνει τον άνθρωπο. Και το συμπέρασμά του είναι ότι η φήμη δεν υπερέβαλλε. Ο Κανάρης παρουσιάζεται ως «ευγενής πολίτης» με «προτερήματα τόσον λαμπρά και κοινωφελή». Η έννοια της ευγένειας εδώ δεν αφορά κοινωνική καταγωγή αλλά ήθος. Ο Κυβερνήτης χαίρεται «από καρδίας» που η Πατρίδα διαθέτει έναν τέτοιο πολίτη. Η διατύπωση υποδηλώνει προσωπική συγκίνηση και ειλικρινή εκτίμηση.

Η εμπιστοσύνη ως ανάθεση ευθύνης

Το πλέον αποκαλυπτικό σημείο είναι η φράση: «Μέγα μέρος των ελπίδων της περί ευτυχούς εκβάσεως της εκστρατείας αυτής η Κυβέρνησις ανέθεσε προς τον ανδρείον Κανάρην». Η διατύπωση είναι σαφής: η επιτυχία της επιχείρησης συνδέεται άμεσα με τον Κανάρη. Δεν πρόκειται για απλή συμμετοχή· πρόκειται για ανάθεση κρίσιμης ευθύνης.

Ο Καποδίστριας δεν τον αντιμετωπίζει απλώς ως εκτελεστικό όργανο. Του εμπιστεύεται διαταγές προς τον Μιαούλη, του παρέχει αντίγραφο των οδηγιών και θεωρεί περιττό να του εξηγήσει περαιτέρω λεπτομέρειες, διότι προφανώς τον θεωρεί ικανό να κατανοήσει τους στρατηγικούς σκοπούς. Η φράση «Κρίνει περιττόν να Σ’ εξηγηθή ιδιαιτέρως η Κυβέρνησις» αποτελεί έμμεση αναγνώριση ωριμότητας και κρίσης.

Η εμπιστοσύνη αυτή έχει δύο διαστάσεις: επιχειρησιακή και ηθική. Επιχειρησιακή, διότι ο Κανάρης καλείται να κινηθεί ταχέως, να ενωθεί με τον ναύαρχο, ακόμη και να προηγηθεί εφόσον χρειαστεί. Ηθική, διότι ο Κυβερνήτης δηλώνει ότι «αρκείται να δώση μικρά αφορμήν περί τούτου εις τον πατριωτισμόν σου». Δεν χρειάζονται εκτενείς εντολές ή επιτήρηση. Ο πατριωτισμός του Κανάρη θεωρείται επαρκές κίνητρο.

Κωνσταντίνος Κανάρης Λιθογραφία Οίκος Βέργου

Ο Κανάρης ως σταθερή ηθική δύναμη

Ο Καποδίστριας αποδίδει στον Κανάρη χαρακτηριστικά σταθερότητας και συνέπειας. Ο «διακαής προς την Πατρίδα ζήλος» του παρουσιάζεται ως διαχρονικός και δοκιμασμένος: «ωδήγησε πάντοτε… εις τόσα περικλεή κατορθώματα». Η χρήση του «πάντοτε» δεν είναι τυχαία. Δηλώνει σταθερότητα χαρακτήρα, όχι στιγμιαίο ηρωισμό.

Η επιστολή δεν εξυμνεί απλώς το παρελθόν. Προβάλλει το παρελθόν ως εγγύηση του μέλλοντος. Ο Κανάρης καλείται να «επισφραγίση ο ίδιος την νίκην των Ελλήνων εις την τελευταίαν ίσως ταύτην προσβολήν του εχθρού». Εδώ αποτυπώνεται η αντίληψη του Κυβερνήτη ότι ορισμένα πρόσωπα λειτουργούν ως φορείς συμβολικής και ηθικής συνέχειας του Αγώνα.

Συμπεράσματα για τον χαρακτήρα του Κανάρη

Από το σύνολο της επιστολής προκύπτουν σαφή συμπεράσματα:

1.Ακεραιότητα και ευγένεια ήθους: Ο Κανάρης δεν προβάλλεται μόνο ως ανδρείος, αλλά ως «ευγενής πολίτης». Η έμφαση στην πολιτική ιδιότητα (πολίτης) δείχνει ότι ο Καποδίστριας τον αντιλαμβάνεται ως θεμέλιο της νέας πολιτείας.
2.Αφοσίωση και συνέπεια: Η αφοσίωση «εις τα συμφέροντα του Έθνους» θεωρείται δεδομένη και διαρκής.
3.Αυτονομία κρίσης: Ο Καποδίστριας θεωρεί περιττό να του αναλύσει περαιτέρω τα σχέδια, ένδειξη εμπιστοσύνης στην ικανότητά του να ενεργήσει ορθά.
4.Ηγετική βαρύτητα: «Μέγα μέρος των ελπίδων» ανατίθεται σε αυτόν. Η επιτυχία της αποστολής συνδέεται με την προσωπικότητά του.
5.Ηθική επιρροή: Ο πατριωτισμός του δεν είναι μόνο προσωπική αρετή, αλλά κινητήρια δύναμη που εμπνέει και διασφαλίζει την εθνική υπόθεση.

Η εκτίμηση του Καποδίστρια

Η επιστολή δεν είναι απλώς διοικητικό έγγραφο. Είναι κείμενο αναγνώρισης. Ο Καποδίστριας, διπλωμάτης ευρωπαϊκού κύρους και αυστηρός κριτής ανθρώπων, δεν διατυπώνει ελαφρά τη καρδία τέτοιους επαίνους. Η «ευάρεστος εντύπωσις» της προσωπικής συνάντησης και η «πλέον ευχάριστος πεποίθησις» για τη μελλοντική δράση του Κανάρη δείχνουν βαθιά εμπιστοσύνη.

Εν τέλει, η επιστολή αποκαλύπτει έναν Κανάρη που υπερβαίνει τον μύθο του πυρπολητή. Αναδεικνύεται ως θεσμικός παράγοντας, ως πρόσωπο εμπιστοσύνης της κεντρικής εξουσίας, ως πολίτης με ηθικό βάρος. Η ανδρεία του δεν είναι απλώς επιχειρησιακή δεξιότητα, αλλά έκφραση ακεραιότητας και σταθερού πατριωτικού ήθους. Και αυτό ακριβώς αναγνωρίζει και αξιοποιεί ο Καποδίστριας, σε μια κρίσιμη στιγμή της εθνικής ιστορίας.

Η στρατηγική αποτροπή

Με βάση τη ναυτική πρακτική της εποχής η παρουσία και μόνο της φρεγάτας «Ελλάς» και των πυρπολικών υπό τον Κανάρη, ήταν από μόνη της σημαντικός αποτρεπτικός παράγοντας. Το 1824 η Σάμος σώθηκε με πυρπολικά ενώ μέχρι το 1828, η φήμη των «πυρπολητών» λειτουργούσε αποτρεπτικά.

Στη στρατηγική θεωρία και στην ιστορική ανάλυση των ναυτικών επιχειρήσεων, η απουσία μάχης δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με αδράνεια ή αποτυχία· συχνά αποτελεί ένδειξη επιτυχούς αποτροπής.

Φρεγάτα «ΕΛΛΑΣ» (1827)

Η αποτροπή λειτουργεί όταν η προβολή ισχύος, η φήμη προηγούμενων επιτυχιών ή η έγκαιρη κινητοποίηση δυνάμεων μεταβάλλουν τον υπολογισμό του αντιπάλου, οδηγώντας τον στην αναβολή, μεταβολή ή εγκατάλειψη ενός σχεδίου επιχειρήσεων. Ιδίως στη ναυτική στρατηγική του 19ου αιώνα, όπου η πληροφορία ήταν ατελής και η απώλεια πλοίων ιδιαίτερα δαπανηρή, η παρουσία ενός αξιόμαχου στόλου ή ακόμη και η φήμη ενός ικανού διοικητή μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά χωρίς να απαιτηθεί σύγκρουση.

Επομένως, όταν μια κινητοποίηση δεν καταλήγει σε ναυμαχία, αυτό δεν σημαίνει ότι η επιχείρηση υπήρξε περιττή· αντιθέτως, ενδέχεται να πέτυχε τον πρωταρχικό της στόχο, δηλαδή την αποτροπή του εχθρικού σχεδίου πριν αυτό υλοποιηθεί. Η εντολή αυτή του Καποδίστρια προς Κανάρη και Μιαούλη, αντανακλά καθαρά την στρατηγική σκέψη του κυβερνήτη με τη εφαρμογή της στρατηγικής αποτροπής, αντί της άμεσης σύγκρουσης.

Βιβλιογραφία
 
ΓΑΚ και Ίδρυμα Ευγενίδου, Κατάλογος έκθεσης «1821, Ο αγώνας στη θάλασσα, Τρέξε πάνω εις τα κύματα της φοβεράς θαλάσσης», Έκδοση ΓΑΚ, Αθήνα, 2021
Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τόμος ΙΒ, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1979
Κόκκινος Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάσταση, Τόμος Γ΄, Εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1956
Μαζαράκης-Αινιάν Ιωάννης, Το Ναυτικόν του Αγώνος, Αθήνα, 1928.
Σίμψας Μάριος, Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων,  Ι. Πέππας και Σια Ο.Ε, Αθήνα, 1982.
 
Πηγές διαδικτύου 
 
Μεθ’ Ορμής Ακαθέκτου 1 , 2 , 3, 4
 
Πηγή:  navalhistory

6 Δεκεμβρίου 2024

Άγιος Νικόλαος ο Θαυματουργός, ο προστάτης των Ναυτικών

 
Ο Άγιος Νικόλαος θεωρείται ο κατ' εξοχήν προστάτης άγιος των Ναυτικών, του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, γιατί στον βίο του αναφέρονται θαύματα που έχουν σχέση με τη θάλασσα. Για τον λόγο αυτό, όλα τα πλοία του πολεμικού ναυτικού, καθώς και όλα τα εμπορικά, φέρουν την εικόνα του. 
 
Ο Άγιος Νικόλαος θεωρείται και προστάτης της πόλης του Βόλου, όπως και της ομώνυμης πόλης του Αγίου Νικολάου Κρήτης, όπου τιμάται με την ημέρα που εορτάζεται (6 Δεκεμβρίου) ως επίσημη αργία σε όλη την πόλη.
 

Δύο φωτογραφίες από το ΑΒΕΡΩΦ
 
Παρεκκλήσια πάνω σε πλοία είναι αφιερωμένα στον Άγιο Νικόλαο, όπως εκείνο στο ιστορικό Θ/Κ Γ. Αβέρωφ. Επίσης πολλά πλεούμενα παίρνουν το όνομά του και ως προστάτης των ναυτικών αναφέρεται και σε πολλά νησιώτικα τραγούδια. Επίσης Ναός του Αγίου Νικολάου υπάρχει και στο Ναύπλιο, χτισμένος δίπλα στο λιμάνι, σε ένα από τα πιο όμορφα σημεία της πόλης, καθώς είναι αφιερωμένος στους Ναυτικούς.
 
Η ημέρα τιμής του Αγίου Νικολάου είναι επίσημη αργία σε όλα τα ελληνικά πλοία, λιμένες, Υπηρεσίες λιμένων και ναυτιλιακές εταιρείες. Επίσημη επίσης αργία είναι για το Πολεμικό Ναυτικό, το Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας και το Λιμενικό Σώμα.
 
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ'.
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον, ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
 

26 Απριλίου 2024

Άρης (βρίκιο). Πολεμικό πλοίο κατά την Επανάσταση 1821.

Το βρίκιον Άρης (γνωστό και ως Αθηνά κατά την περίοδο 1829–1879) θεωρείται ένα από τα ενδοξότερα πλοία του ελληνικού ναυτικού στον αγώνα της ανεξαρτησίας της Ελλάδος, ήταν ιδιοκτησίας Αναστασίου Τσαμαδού. 
 
Ναυπηγήθηκε στη Βενετία το 1807 κατόπιν παραγγελίας του Αναστασίου Τσαμαδού και πήρε το όνομα του μυθικού θεού του πολέμου Άρη.
 
Το Μάρτιο του 1821, εν όψη του αγώνα της ανεξαρτησίας της Ελλάδος, εξοπλίστηκε και στη συνέχεια εντάχθηκε στο στόλο της Ύδρας. Έλαβε μέρος σε πολλές ναυμαχίες, αλλά δοξάστηκε στις 8 Μαΐου [Π.Η. 26 Απριλίου] 1825, λίγο πριν την Πτώση της Σφακτηρίας, με τη διάσπαση κατά την πολιορκία του νησιού, όπου πέρασε με επιτυχία ανάμεσα από τον κλοιό των Αιγυπτιακών πλοίων του Ιμπραήμ στην Σφακτηρία διαφεύγοντας σώο από τον κόλπο του Ναυαρίνου μετά από πολύωρη μάχη. 
 
Στις 5 Μαΐου(Π.Η.) του 1821 το βρίκιο «Άρης» βρέθηκε στον Παγασητικό και βοήθησε στο να επισπευθεί το αναφερόμενο ως κίνημα της Νοτιοανατολικής Θεσσαλίας, στη συνέχεια πήγε για περιπολία στα στενά μεταξύ Χίου και Ψαρών ως μέλος της μοίρας της Ύδρας μαζί με τη μοίρα των Σπετσών. Σύμφωνα με το ημερολόγιο του πλοίου περίμεναν την άφιξη μιας ισχυρής μοίρας του τουρκικού στόλου αποτελούμενη από οκτώ πλοία. Τελικά, εντοπίστηκε ένα τούρκικο δίκροτο της εμπροσθοφυλακής της, το οποίο βρήκε καταφύγιο στην Ερεσό, εκεί, στις 27 Μαΐου(Π.Η.) πήρε μέρος στην αποστολή για την πυρπόληση του τουρκικού δικρότου, την οποία πραγματοποίησε με επιτυχία ο Δημήτριος Παπανικολής. 
 
Το βρίκιο «Άρης» ήταν σε αποστολή μεταφοράς πολεμικού υλικού με προορισμό την Πάτρα όταν διερχόμενο από το Νεόκαστρο (ή την σημερινή Πύλο) στις 19 Απριλίου (Π.Η.) του 1825 ο κυβερνήτης του Aναστάσιος Tσαμαδός αυτεπαγγέλτως στάθμευσε και ζήτησε άδεια από τον Υπουργό Πολέμου της Κυβέρνησης να παραμείνει και να εφοδιάσει την άμυνα του λιμανιού λόγω του ότι ο Ιμπραήμ Πασάς ετοίμαζε εκεί απόβαση. 
 
Έτσι και έγινε, μετά από συμβούλιο που διεξήχθη τελικά στο πλοίο «Άρης» υπό του υπουργού Πολέμου Αναγνωσταρά, όπου αποφασίστηκε να ενισχυθεί η άμυνα του νησιού με 500 ακόμα άνδρες και ναυτικούς, καθώς και να ζητήσουν επιπλέον ενισχύσεις. Στις 22 Απριλίου (Π.Η.) ο ελληνικός στόλος βρέθηκε εμπρός στο Νεόκαστρο, ενώ ο εχθρικός γύρω στις Οινούσες. Ο Ανδρέας Μιαούλης αφού συσκέφθηκε με τον Τσαμαδό, παρατάχθηκε για μάχη, αλλά όλη η μέρα πέρασε με ακροβολισμούς, ομοίως, και οι επόμενες δύο επιθέσεις του ελληνικού στόλου δεν κατάφεραν να παρασύρουν τον εχθρικό στόλο σε κάποια ναυμαχία. Κύριος στόχος του Ιμπραήμ ήταν η Σφακτηρία. 
 
Σύμφωνα με το σχέδιό του η πρώτη μοίρα, που αποτελείτο από 3 φρεγάτες, 4 κορβέττες και 39 άλλα μικρότερα πλοία, διατάχθηκε να εισδύσει στον κόλπο να βομβαρδίσει το νησί και να καλύψει την απόβαση. Η δεύτερη μοίρα, που αποτελείτο από τα μεγαλύτερα πλοία, θα ορμούσε εναντίον του ελληνικού στόλου που λοξοδρομούσε κάτω από το νησί Πρώτη. Συγχρόνως τα αιγυπτιακά στρατεύματα της ξηράς θα επιτίθεντο εναντίον του Παλαιοκάστρου. 
 
Την νύχτα της 25ης Απριλίου (Π.Η.) προς την 26η Απριλίου (Π.Η.) ο Aιγυπτιακός Στόλος, έχοντας πλέον ευνοϊκό άνεμο, εισέπλευσε στον όρμο του Nαυαρίνου συνοδεύοντας αποβατικό σώμα τριών χιλιάδων ανδρών για να καταλάβει τον όρμο και το φρούριό του. O εχθρός αρχικά κατέλαβε τη Σφακτηρία φονεύοντας 350 από τους 800 υπερασπιστές της, μεταξύ των οποίων ήταν ο αρχηγός των Ελλήνων στη μάχη Αναγνωσταράς, ο φιλέλληνας Ιταλός κόμης Σαντόρε ντι Σανταρόζα και ο κυβερνήτης του βρικίου «Άρης», πλοίαρχος Aναστάσιος Tσαμαδός που βρισκόταν στην ξηρά στο πλευρό των αμυνομένων Ελλήνων μαζί με 200 περίπου αξιωματικούς και ναυτικούς που εγκατέλειψαν και αυτοί τις λέμβους τους για να βοηθήσουν στη μάχη. 
 
Tο γεγονός ότι όχι μόνο αυτός αλλά και ο κυβερνήτης του πλοίου «Aθηνά», ο πλοίαρχος Νικόλαος Βότσης, δεν πρόλαβαν να επιβιβασθούν στα πλοία τους σημαίνει ότι ο είσπλους των Aιγυπτίων έγινε αιφνιδιαστικά. 
 
Όταν οι ναυτικοί μας τράπηκαν σε φυγή, επιστρέφοντας ατάκτως στις λέμβους τους, επέβησαν όπου ήταν δυνατόν ανεξαρτήτως αν ήταν το πλήρωμα του σκάφους ή όχι. Δύο από τα πέντε άλλα πλοία μας που ήταν στον όρμο πρόλαβαν να σαλπάρουν έγκαιρα και να εξέλθουν ανενόχλητα, με κυβερνήτες τον Θεόδωρο Σάντο Σπετσιώτη και τον Βασίλειο Σ. Βουδούρη. 
 
Το «Aθηνά» χωρίς τον κυβερνήτη του επιχείρησε και επέτυχε ηρωική έξοδο. 
 
Στο βρίκιο «Αχιλλεύς», ενώ απέπλεε από τον όρμο υπό των αδελφών Γεωργίου και Αντωνίου Ορλάνδου, κρεμάσθηκαν τριάντα ναύτες στα πλευρά της λέμβου με το σώμα στη θάλασσα, όπως και σε άλλα πλοία. 
 
Επίσης, το τρικάταρτο και βαριά οπλισμένο «Ποσειδών» υπό του Θεοφίλου Μουλά, απέπλευσε οριακά φορτωμένο με βαρέλια νερό στην πλώρη για να μοιάζει πυρπολικό και έτσι κατάφερε να διαφύγει χωρίς να προσπαθήσουν να το εμβολίσουν. 
 
Tελευταίο έμεινε το βρίκιο «Άρης» που είχε μείνει μέσα στον όρμο περιμένοντας τον κυβερνήτη του. Mόλις το πλήρωμα έμαθε για το θάνατό του απέπλευσε με τον Πλοίαρχο Nικόλαο Bότση, που πρόλαβε να επιβιβαστεί την τελευταία στιγμή σε αυτό μαζί με τον Δημήτριο Σαχτούρη και τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. 
 
Η έξοδος του Άρη 
 
Το ημερολόγιο του πλοίου «Άρης» παραδόθηκε στους συγγενείς του Αλεξάνδρου Τσαμαδού και σώζεται μέχρι σήμερα από τους απογόνους του. Είναι γραμμένο με μολύβι και το παρακάτω απόσπασμά του αναφέρει συμβάντα της ημέρας της εξόδου του πλοίου, 8ης Μαΐου [Π.Η. 26ης Απριλίου] του 1825, μέχρι της στιγμής που το πλοίο ανοίγει τα πανιά του. 
 
Ημερολόγιον βρικίου Άρης — Κυριακή, 26 Απριλίου(Π.Η.) 1825: 
 
Έως εις τας 8 ώρας μ.μ. ο εχθρικός στόλος, γενόμενος εις δύο μοίρας, η μεν φυλάττουσα το Βλησίδι, εκανονιοβόλει το νησίον Σφακτηρία, ταυτοχρόνως δε και ο Ιμβραήμ πασάς δια ξη[ρ]άς την πόλιν. Ο κανονιοβολισμός διήρκεσεν ώραν 1 εις τας 5, όπου και έρριψαν τας βάρκας των οι εχθροί γεμάταις πολεμοφόδια να κάμουν απόβασιν· οι εν τῳ Νησίῳ έδωσαν το κατ' αρχάς αντίστασιν γενναίων και έτρεψαν ταις βάρκαις εις φυγήν και μία όμως εξ εκείνων μη δυνηθέντες να την εμποδίσωσιν έκαμεν απόβασιν και ταυτοχρόνως έκαμον και αι άλλαι και ούτως οι Έλληνες ετράπησαν εις φυγήν και άλλους εζώγρησαν, άλλους εθανάτωσαν και άλλους έπνιξαν και ούτως εκυριεύθη το Νησίον από τους εχθρούς, τα δε ιδικά μας πλοία, ιδόντα τον κίνδυνον και αβεβαιότητα μη κλεισθώσιν, έκαμον αρχή να κόπτουν τας άγκυρας αφού άφησαν το[...] έξω εις το Νησίον, άλλους συντρόφους, αρκετούς θανατωμένους και ζωγρησμένους· πρώτον το καράβι που έκαμε πανιά εστάθη το πλοίο του Βασιλείου Σ. Βουδούρη, και ακολούθως τα πλοία, ημείς δεν ηξήλθομεν και ο πλοίαρχός μας μετά του ναυκλήρου έξω και άλλοι σύντροφοι, ο δε Εκλαμπρότατος Μαυροκορδάτος έλλειπεν έξω εις το Νησίον· εστείλαμεν ταις βάρκαις μας δια να τους λάβωμεν, αλλά κατά δυστυχίαν ταις ανήγγειλον ότι εθανατώθη ο γενναίος πλοίαρχός μας, πολεμών μετά του ναυκλήρου Χριστοφίλου και λοιπών· τούτους επερίλαβον. Ο ναύκληρος Χριστόφιλος εσώθη κολυμβών εις το φρούριον. 
 
Ένα σύντομο και συνάμα ουσιώδες άρθρο για την περίφημη αυτή «Έξοδο του Άρη» παρουσιάζει με πολύ εκφραστικό τρόπο και το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας της Ελλάδας στην ιστοσελίδα του. 
 
Ιστοσελίδα ΓΕΕΘΑ για την Κυριακή, 26 Απριλίου(Π.Η.) 1825: 
 
Το βρίκι «Άρης» με κυβερνήτη τον Νικόλαο Βότση αρνείται να υποστείλει την ελληνική σημαία και να παραδοθεί. Εξέρχεται από το στενό του Ναυαρίνου, πλέοντος ανάμεσα σε 57 αιγυπτιακά πλοία που του έχουν φράξει τον έκπλου. Ένας αγώνας ζωής ή θανάτου αρχίζει. Οι Έλληνες ναύτες αυθόρμητα φέρνουν στο κατάστρωμα την εικόνα της Θεοτόκου και την τοποθετούν πάνω στο βαρούλκο. Ένας ιερέας που είχε διασωθεί πάνω στον «Άρη» μετά την καταστροφή στη Σφακτηρία, ψέλνει παρακλήσεις.
 
Πέντε ολόκληρες ώρες κρατά η υπεράνθρωπη πάλη εκείνων των Ελλήνων ναυτικών. Οι χαρακτηριστικές αυτές σκηνές είναι αυθεντικές, από τις ωραιότερες του ναυτικού Αγώνα και τις περιγράφει διεξοδικά ο μεγάλος ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης. Είχε τις πληροφορίες από τον κουνιάδο του, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, που επέβαινε στον «Άρη» κατά την υπεράνθρωπη εκείνη συμπλοκή.
 
Τριάντα πέντε εχθρικά καράβια συγκρούσθηκαν συνολικά με τον «Άρη», κατά κύματα. Ο αριθμός είναι επίσημα εξακριβωμένος. Δεκάδες κανόνια χτυπούσαν όλα μαζί το ελληνικό σιτοκάραβο από όλες τις διευθύνσεις. Αλλά, το ένα μετά το άλλο τα αιγυπτιακά καράβια υποχωρούν με δεκάδες νεκρούς και τραυματίες. Πέντε εχθρικά καράβια αχρηστεύτηκαν παντελώς.
 
Ο «Άρης» κατόρθωσε να ξεφύγει από τον κλοιό του θανάτου, να βγει σώος στο ανοικτό πέλαγος και να ενωθεί με τον ελληνικό στόλο. Δεν είχε απλώς διαφύγει τη σύλληψη και τη βύθιση, ήταν ο αναμφισβήτητος νικητής. Οι Αιγύπτιοι σαστίζουν, δεν μπορούν να κρύψουν το θαυμασμό τους και σταματούν τη ναυμαχία. 
 
Το 1829, αγοράστηκε από την Ελληνική Κυβέρνηση και μετονομάστηκε σε «Αθηνά», αλλά το 1879 μετονομάστηκε εκ νέου σε «Άρης». Χρησιμοποιήθηκε ως Σχολή Ναυτικών Δοκίμων μέχρι το 1900, καθώς και σχολή για το κατώτερο προσωπικό το διάστημα 1863–1865 και 1882–1885. Μετά το 1900 το πλοίο έμεινε προσορμισμένο στον Πόρο και λειτουργούσε ως Σχολή Ναυτοπαίδων. Διατηρήθηκε μέχρι τις 25 Μαρτίου 1921 οπότε και βυθίστηκε «τιμητικά», κατά τον εορτασμό των 100 ετών από την ελληνική επανάσταση, στα νερά του Σαρωνικού κοντά στη νησίδα «Κυρά Σαλαμίνος» του Ναυστάθμου, ουσιαστικά όμως λόγω οικονομικής αδυναμίας συντήρησης και επισκευής του. Το ακρόπρωρο του πλοίου, τοποθετήθηκε στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στην Αθήνα. O ιστός του τοποθετήθηκε στο Nαύσταθμο Σαλαμίνας και με τον καιρό ξεχάστηκε η προέλευσή του, εκεί βρίσκεται ακόμα και σήμερα σε χρήση για τις ανάγκες του σηματορείου. 

31 Ιανουαρίου 2021

25 χρόνια από την μοιραία νύχτα των Ιμίων

Ξημερώματα Τετάρτης 31-1-1996 ώρα 04:59 ....
 
Πέρασαν 25 χρόνια από την μοιραία εκείνη νύκτα που συγκλόνισε το Πανελλήνιο και ειδικότερα την Οικογένεια της Διοικήσεως Ελικοπτέρων Ναυτικού.
 
Τι έγινε και έπεσε το Ελικόπτερο; διαξιφισμούς πολιτικών και απόστρατων για το ποιος φταίει, προβλήματα υγείας των χειριστών, κλπ.  
 
Τελικά, αυτή η προβολή του θέματος όμως, μόνο πίκρα, απογοήτευση, εκνευρισμό, απέχθεια και θλίψη προκαλεί. Και δεν εννοώ τον δημοσιογραφικό παράγοντα. Ο δημοσιογράφος κάνει την δουλειά του. Γιατί αν μη τι άλλο τα βάζει με το κατεστημένο, πράγμα, για το οποίο θέλει κότσια και κόστος πολλές φορές προσωπικό.  
 
Όμως τα ανθρωποφάγα κανάλια ξεκοκαλίζουν τα πάντα. Σκυλεύουν μνήμες, παραβιάζουν τα ιερά των ψυχών, για το συμφέρον.  
 
'Άλλα πράγματα, αν υπήρχε ίχνος αρετής, θα έπρεπε μετά από 25 χρόνια να είχαν γίνει. Τόσο η πολιτεία όσο και η δημοσιογραφία, καταρχήν θα έπρεπε να μην έχουν λησμονήσει τους ανθρώπους που χάθηκαν σε διατεταγμένη αποστολή.  
 
Θα έπρεπε να εκμεταλλευτούν το άτυχο αυτό γεγονός και να προβάλλουν τον ηρωισμό του πληρώματος του Ελικοπτέρου ΠΝ21, να αντλήσουν ηθικά και επιχειρησιακά διδάγματα.  
 
Γιατί πλέον καμιά σημασία δεν έχει πως έπεσε το Ελικόπτερο στα Ίμια.  
Ένα μόνο έχει σημασία για το γεγονός αυτό.  
Πως κατατάσσεται στην ιστορία.  
Αλλά εδώ γεννιέται το ερώτημα, ποιος είναι αυτός που θα το κρίνει;.  
O δημοσιογράφος; ο πολιτικός; ο δικηγόρος; οι απόστρατοι; οι διάφοροι, που μαζεύονται στα τραπέζια των εκπομπών;  
 
Eχουν την πλήρη ιστορική γνώση και την προσωπική εμπειρία για το θέμα που αναφέρονται; Γιατί αν λείπει ένα από τα δυο, τότε οι προσεγγίσεις τους θα είναι, ρηχές, μικρές, περιορισμένες, συχνά ανόητες, στενές.  
 
΄Η μήπως οι περισσότεροι που εκφέρουν άποψη, αυτοπαγιδεύονται, θαμπωμένοι από τα φώτα της δημοσιότητας, νιώθοντας για λίγο, κυρίαρχοι του κόσμου;  
 
Και η Πολιτεία; Τι θέση παίρνει η Πολιτεία για τα παιδιά της που χάθηκαν;  
Πολλά θα μπορούσε να κάνει η πολιτεία συνεπικουρούμενη από τα ΜΜΕ. Πρώτο και κύριο να έχει ζητήσει τις ευθύνες από τους ηθικούς αυτουργούς της ανθρώπινης τραγωδίας με την πτώση του Ελικοπτέρου στα Ίμια και της εθνικής τραγωδίας με την υποστολή της σημαίας .  
 
Η πολιτική ηγεσία σαστισμένη, εξαφανισμένη, μακριά από το κέντρο επιχειρήσεων, μακριά από την ευθύνη και την απόφαση, οδήγησε έτσι τα πράγματα. Σκορπισμένη στα κανάλια, ο ένας υπουργός έκανε δηλώσεις ότι οι χειριστές έπαθαν “βέρτιγκο”, και άλλοι μέσα στο πανικό έδιναν τις εντολές για υποστολή της σημαίας.  
 
Είναι οι ίδιοι που παρέδωσαν τον Οτσαλάν στον ίδιο εχθρό.  
Οι ίδιοι που βιάστηκαν να υπογράψουν το εθνοκτόνο σχέδιο Ανάν.  
Είναι οι ίδιοι, αφού χρήζουν ασυλίας ακόμη, με προκλητική άνεση βγαίνουν σήμερα και πάλι στα κανάλια και λένε ότι είχαν ενημερώσει τους γονείς για το πόρισμα, ότι είχαν κάνει αυτό, το άλλο …  
 
Οι άνθρωποι έχουν το δικαίωμα να θυσιάζουν τις δικές τους ζωές, όχι όμως των άλλων. Οι δε κυβερνώντες που έβγαζαν πύρινους λόγους στις κηδείες των τριών αξιωματικών και στο κοινοβούλιο, περί απονομής δικαιοσύνης, τους ξέχασαν.  
 
Αλλά και πολλά άλλα θα μπορούσε να είχε κάνει η πολιτεία, ακόμα πιο σημαντικά, από την δικαιοσύνη. Γιατί πιο πάνω από την δικαιοσύνη είναι η παιδεία.  
 
Θα μπορούσε η πολιτεία να έχει δώσει επίσημα τα ονόματα τους σε δρόμους και να φτιάχνει τα μνημεία τους, όχι οι χαροκαμένοι γονείς και οι πικραμένοι φίλοι και συνάδελφοι.  
 
Θα μπορούσε η πολιτεία να καθιερώσει στην επέτειο αυτή, σιωπηλή πορεία μπροστά στο μοναδικό μνημείο των Ιμίων που βρίσκεται στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας, προσφορά της κυρίας Μελά, να αφήσουν λίγα λουλούδια, περαστικοί, μαθητές, σπουδαστές.  
 
Θα μπορούσε η πολιτεία να καθιερώσει την 31 Ιανουαρίου ως ''ημέρα μνήμης ηρώων-βετεράνων πολέμου'' και να γιορτάζεται κάθε χρόνο, όπως σε άλλες χώρες.  
 
Θα μπορούσε η πολιτεία να επιβάλει την ημέρα αυτή να γίνονται ομιλίες στα σχολεία, στα πολεμικά πλοία και στα στρατόπεδα.  
 
Θα μπορούσε η πολιτεία να έχει θεσπίσει μετάλλιο ''Ηρώων Ιμίων’’ και να απονέμεται σε διακεκριμένες πράξεις ηρωισμού, όπως γίνεται σε άλλες χώρες.  
 
Θα μπορούσε η πολιτεία να έχει καθιερώσει ως τόπο ταφής αυτών που έπεσαν στο καθήκον, μια περιοχή κοντά στις Θερμοπύλες, στην οποία να γίνονται οι εκδηλώσεις.  
 
Αυτά και πολλά άλλα, θα μπορούσε η πολιτεία, τα ΜΜΕ να προβάλλουν, για να συμβάλουν στην παιδεία της κοινωνίας, κυρίως της νέας γενιάς μήπως και βγει από τον βούρκο, της αμάθειας και της ασχήμιας των πανεπιστημίων, με το κάψιμο της σημαίας σήμερα.  
 
Γιατί η παιδεία είναι ο δεύτερος ήλιος για την ανθρωπότητα όπως είπε ο Πλάτων.  
Που είναι λοιπόν οι εκπρόσωποι της πολιτείας στον τομέα αυτό; οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, που είναι η εκκλησία, που είναι οι πνευματικοί ταγοί;  
Που είναι όμως και ο λαός;  
Τι φταίει λοιπόν; Φταίει ότι δεν υπάρχει ήθος στην ελίτ της κοινωνίας, στους πολιτικούς, στους επιστήμονες, στους καλλιτέχνες, στα ΜΜΕ…  
 
“Μόνο με το κριτήριο της Αρετής καταμερίζω εγώ τους ανθρώπους” έλεγε ο Μ. Αλέξανδρος.  
Όμως αυτές οι πρωτοβουλίες θέλουν να είσαι κοινωνός ελληνικής παιδείας . Θέλουν να ψάξεις μέσα σου, όταν περνάς από το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη να σκύβεις ταπεινά το κεφάλι και με σεβασμό να διαβάζεις τα πεδία των μαχών.  
 
Να νιώθεις το χρέος.  
Και ως πολιτικός να έχεις πρώτη προτεραιότητα το συμφέρον της πατρίδας.  
 
Κι όταν καταπιάνεσαι με ονόματα όπως του Καραθανάση του Βλαχάκου του Γιαλοψού, θα πρέπει να τα προφέρεις με τη μέγιστη επισημότητα και σεβασμό . Είναι ιερά ονόματα ηρώων. Είναι πεσόντες για την πατρίδα.  
 
Πόσο μάλλον όταν διατυπώνεις μια κρίση! Για να τους κρίνεις πρέπει να έχεις βρεθείς ΕΣΥ, ο ίδιος σε αυτές τις καταστάσεις και αν καταφέρεις ότι έκαναν εκείνοι, ναι ,τότε μπορείς να έχεις, μια κάποια, άποψη.  
 
Το πλήρωμα του Ελικοπτέρου ΠΝ 21 διατάχθηκε την 31 Ιανουαρίου 1996, από την ανώτατη ηγεσία της χώρας να εκτελέσει νυκτερινή οπτική αναγνώριση επάνω σε βραχονησίδα υπό του εχθρού.  
 
Ένα σχετικά νέο πλήρωμα, ταλαιπωρημένο από τις τριάντα ώρες αϋπνίας, μέσα σε ένα πολεμικό πλοίο που ήταν σε πολεμική ατμόσφαιρα, σε συναγερμό.  
 
Ένα πλήρωμα που έπρεπε να απογειωθεί, μέσα σε μια σκοτεινή βροχερή νύκτα, με περιορισμένη ορατότητα.  
Ένα πλήρωμα που έπρεπε να εκτελέσει αποστολή αναγνώρισης, βράδυ, με προβολέα, υπό βροχή, πάνω από έδαφος, που είχε πιθανόν καταληφθεί από τον εχθρό.  
 
Ένα πλήρωμα σε μια αποστολή μέγιστης δυσκολίας, που δεν είχε εκτελέσει παρόμοια κανένα άλλο πλήρωμα.  
Ένα πλήρωμα του οποίου το Ελικόπτερο, δεν παρέχει καμιά βαλλιστική προστασία.  
Ένα πλήρωμα του οποίου η αποστολή, θα ήταν καθοριστική για την έκβαση της κρίσης που είχε ξεσπάσει μεταξύ των δύο χωρών.  
 
Ένα πλήρωμα που είχε και αυτό οικογένειες.  
Στον νεαρό κυβερνήτη του ελικοπτέρου, τον Υποπλοίαρχο Καραθανάση, ένα νέο κυβερνήτη, έπεφτε ΟΛΟ το βάρος εκείνης της κρίσης.  
 
Σε αυτή την καρδιά ακουμπούσε όλη η Ελλάδα εκείνη την νύκτα. Μια αφόρητη πίεση. Ο Υποπλοίαρχος Καραθανάσης έμεινε μόνος του. Όλοι στο πεντάγωνο, στη βουλή, στη φρεγάτα, περίμεναν αυτόν να επιβεβαιώσει την πληροφορία ότι κομάντος του εχθρού είχαν καταλάβει την βραχονησίδα.  
 
Εκείνη τη σκοτεινή νύκτα κοιτάζοντας το ελικόπτερο στον ελάχιστο χρόνο που είχε να σκεφτεί, τα ζύγισε μέσα του όλα αυτά. Γιατί τα ήξερε. Ήξερε ότι ήταν μόνος του απέναντι σε όλες τις δυσκολίες. Ήξερε ότι του ζητούσαν αυτό που κανείς άλλος δε τολμούσε να κάνει. Ήξερε ότι το κάθε όριο είχε ξεπεραστεί. Και εκεί στο ζύγισμα, στη λυσσαλέα μάχη του νου και της ψυχής, το μάτι του θα έπεσε στο Ελικόπτερο, ΠΝ 21.
 
Τότε η ψυχή του πρέπει να σκίρτησε. Το πήρε το μήνυμα ξεκάθαρα.  
Τέτοια νούμερα δεν είναι τυχαία εκείνες τις στιγμές. Είναι μηνύματα. Αποφάσισε. Δέχτηκε μαζί με τους συντρόφους του. Με φιλότιμο και σεβασμό στην ιστορία και τους προγόνους. Η αθάνατη ιδέα της ελευθερίας, νίκησε την θνητή ύλη. Ο νους μαζεύτηκε ταπεινωμένος μπροστά σε τέτοιο μεγαλείο ψυχής.  
 
Το πλήρωμα του Ελικοπτέρου ΠΝ 21, δεν συζήτησε ούτε έναν από τους παραπάνω λόγους. Δεν φοβήθηκε την σκοτεινή βροχερή νύκτα. Δεν επικαλέστηκε κάποια βλάβη για να μην απογειωθεί.
 
Δεν υπολόγισε τις μαύρες κάνες των Μ16, του εχθρού που πιθανόν να παραμόνευαν θανατηφόρα πάνω στη βραχονησίδα.  
Το πλήρωμα του ΠΝ 21 προσπέρασε όλες αυτές τις φυσικές και ψυχολογικές αντιστάσεις και υπάκουσε μόνο στον υπέρτατο νόμο της πατρίδας.  
 
Το πλήρωμα του ΠΝ 21 βρέθηκε αντιμέτωπο με γιγαντιαίες δυσκολίες που ξεπερνούσαν τα όρια και του πιο έμπειρου πληρώματος σε κάθε επίπεδο.  
Το πλήρωμα του ΠΝ 21 ΔΕΝ ΛΑΚΙΣΕ.  
 
Το πλήρωμα του ΠΝ 21 δέχτηκε να κρατήσει τον αναμμένο πυρσό της ελευθερίας που του το πρόσφερε η ιστορία, προχώρησε στην υπέρβαση, φόρεσε με αποφασιστικότητα τις κάσκες του, και εκτέλεσε την αποστολή.  
 
Όχι μόνο υπό αυτές τις συνθήκες αλλά με πολύ πιο εύκολες, κάποιος άνθρωπος μπορεί να υποκύψει σε πρόβλημα υγείας, χωρίς καν να έχει κάποιο πρόβλημα, όπως αναφέρουν οι μελέτες των ειδικών.  
 
Πως και ποιοι είναι αυτοί λοιπόν που μπορούν να κρίνουν το πλήρωμα του Ελικοπτέρου ΠΝ 21; Μην σκυλεύετε τις καρδιές τους. Είναι μέγιστη ιεροσυλία.  
Μόνο οι χειριστές και τα πληρώματα των Ελικοπτέρων του Πολεμικού Ναυτικού, που έχουν ζήσει υπό αυτές τις συνθήκες μπορούν να έχουν άποψη για τέτοια θέματα. Μόνο όταν κάποιος απογειώνεται την νύκτα από το κλυδωνιζόμενο κατάστρωμα πολεμικού πλοίου και νιώθει το σφίξιμο στην καρδιά του μπορεί να έχει άποψη, κατά προσέγγιση. Όλοι είναι εκτός παιχνιδιού.  
 
Ο Καραθανάσης, ο Βλαχάκος και ο Γιαλοψός, ανυψώθηκαν σε δόξα στο ίδιο ύψος με αυτή των 300 στις Θερμοπύλες, μέγεθος που ''ξεκινάει απο την γή και φτάνει στα άστρα,'' όπως έγραψε ο Απολλώνιος Τυανέας.  
 
Έτσι λοιπόν η ιστορία, κατέταξε την αποστολή του Ελικοπτέρου ΠΝ 21 στα Ίμια. Στο χρυσό κεφάλαιο των εξαίρετων ηρωικών πράξεων, ανιδιοτελούς προσφοράς στην πατρίδα. Εκεί που ελάχιστοι από τα δισεκατομμύρια των ανθρώπων είχαν την ψυχική δύναμη ανά τους αιώνες να τολμήσουν να διεκδικήσουν μια θέση. Να κρατήσουν τον πυρσό της ελευθερίας.  
 
Αυτοί ήταν κύριοι ο Καραθανάσης, ο Βλαχάκος, ο Γιαλοψός. Αυτό ήταν το πλήρωμα του Ελικοπτέρου του Πολεμικού Ναυτικού, ΠΝ 21.  
 
Τα ονόματα αυτά στεφανωμένα με τις δάφνες της ιστορίας μνημονεύονται μόνο σε ιερά ναών, δημοτικά σχολεία ως παραδείγματα ήθους και ανδρείας.  
 
Τα ονόματα αυτά, βαρυφορτωμένα, από την δόξα δεν μπορείς να τα προφέρεις σε τηλεοπτικά στούντιο με ξύλινους πάγκους και παπαγάλους.  
 
Τα ονόματα αυτά, ιερά, από την θυσία δεν μπορείς ούτε να τα γράφεις έτσι απλά στον περιοδικό τύπο, για να γεμίζεις κάποιες στήλες..  
 
Τα ονόματα αυτά, γράφονται μόνο σε μάρμαρο πρώτης ποιότητας, από αμόλυντα παιδικά χέρια.  
 
Τα ονόματα αυτά που αστραφτίζουν, όπως ο ήλιος στη γαλανή θάλασσα του Αιγαίου, μόνο οι μούσες μπορούν να τα εξυμνούν και οι ιέρειες των Δελφών.  
Τα ονόματα αυτά, που εξάγουν ιδέες και χρέος, μπαίνουν ως θέματα σε εκθέσεις μαθητών.  
Τα ονόματα αυτά η πολιτεία, ρίχνει σαν σπόρους να ανθήσουν στις καρδιές των πολιτών της.  
Τα ονόματα αυτά, θύματα του καθήκοντος, μπαίνουν στις πλώρες πολεμικών πλοίων.  
Τα ονόματα αυτά, μπορείς, μόνο, να τα ατενίζεις με σιωπή, με ταπεινότητα, και με σεβασμό να τα δείχνεις στα παιδιά σου .  
Τα ονόματα αυτά, τιμούν με αθλητικούς αγώνες, τρέχουν Ολυμπιονίκες.  
 
Τα ονόματα αυτά, τα χαράζεις στην καρδιά και την ψυχή σου, τα έχεις οδηγό κάποια στιγμή, που ίσως χρειαστεί να ζυγίσεις και εσύ τα πράγματα, για να κρατήσεις τον πυρσό, που ίσως σου προσφέρουν εκείνοι.  
 
Τα ονόματα αυτά, όταν ακούγονται στα ΜΜΕ οπουδήποτε στον πλανήτη, οι Έλληνες θα πρέπει να πετάγονται όρθιοι από σεβασμό, όπως οι Λακεδαιμόνιοι τότε, στο στάδιο της Ολυμπίας για να καθίσει κάποιος γέροντας.  
 
Τα ονόματα αυτά, που ορίζουν την ανδρεία, τα προφέρουν μόνο οι ειδικές δυνάμεις.  
Μην πιάνετε λοιπόν τα ονόματα τέτοιων Πολιτών στο στόμα σας, χωρίς το επίπεδο που αρμόζει. Μην κρίνετε τέτοιους ήρωες. Μην τους ενοχλείτε άλλο. Κοιταχθείτε μέσα σας με ειλικρίνεια και απαντήστε στο ερώτημα, αν εσείς κάνατε κάτι για την πατρίδα.  
 
Αν η απάντηση είναι θετική, μπορείτε να φέρετε τον τίτλο του Έλληνα πολίτη.  
Αν η απάντηση είναι αρνητική, έχετε δρόμο ακόμη.  
(από έναν χειριστή Ε/Π του ΠΝ)

Πηγή: Ολύμπιο Βήμα

28 Οκτωβρίου 2018

Η άγνωστη εποποιία του Βασιλικού Ναυτικού την περίοδο 1940-1945

Η μάχη της Ελλάδας το 1940-41 κατά των απρόκλητων ιταλικών αρχικά επιθέσεων αργότερα δε και των γερμανικών, διήρκεσε συνολικά 216 ημέρες. Αυτό προκάλεσε παγκόσμια κατάπληξη και αιτία πολλαπλού γενικευμένου θαυμασμού και εγκωμίων. 

Η, τότε, φτωχή Ελλάδα, με επαρκή υλική και ηθική προπαρασκευή, σύμπνοια, αυτοθυσία, αλλά και ικανή Πολιτική, Πνευματική, Θρησκευτική και Στρατιωτική Ηγεσία, κατενίκησε την κατά πολύ μεγαλύτερη και πανίσχυρη Ιταλία, αγωνιζόμενη μόνη επί 160 ημέρες. 

Ακολούθως, όταν της επιτέθηκε και η Γερμανία, συνέχισε μαχόμενη με τη βοήθεια μικρών αγγλικών δυνάμεων στην ηπειρωτική χώρα, ενώ τις τελευταίες 11 ημέρες συμπολέμησε με στρατεύματα της αγγλικής Κοινοπολιτείας στην άμυνα της Κρήτης, η οποία κάμφθηκε 56 ημέρες μετά και τη πρώτη γερμανική επίθεση στα βόρεια σύνορά μας.

Στην Πολιτική του Διαθήκη, αλλά και στην περίφημη Γερμανίδα φωτογράφο και κινηματογραφίστρια Λένι Ρίφενσταλ, όπως αναφέρει η ίδια στα απομνημονεύματά της, ο Χίτλερ είχε δηλώσει:

«Η είσοδος της Ιταλίας στον πόλεμο αποδείχτηκε καταστροφική γιά μας. Άν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δεν χρειάζονταν τη βοήθειά μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. Θα είχαμε προλάβει να κατακτήσουμε το Λένινγκραντ και τη Μόσχα πριν μας πιάσει το ρωσικό ψύχος».

Σε λόγο του στο Ραϊχσταγκ την 4-5-41, που διασώζεται ηχογραφημένος στα αρχεία της ΕΡΑ, ο Χίτλερ είπε:

«Η ιστορική δικαιοσύνη με υποχρεώνει να διαπιστώσω ότι από όλους τους αντιπάλους που αντιμετωπίσαμε, ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με ύψιστο ηρωισμό και αυτοθυσία και συνθηκολόγησε μόνο όταν η εξακολούθηση της αντιστάσεως δεν ήταν δυνατή και δεν είχε κανένα νόημα. Ο Ελληνικός λαός αγωνίστηκε τόσο γενναία, ώστε και αυτοί οι εχθροί του δεν μπορούν να αρνηθούν την προς αυτόν εκτίμηση. Εξ όλων των αντιπάλων που μας αντιμετώπισαν, μόνον ο Έλληνας στρατιώτης πολέμησε με παράτολμο θάρρος και ύψιστη περιφρόνηση προς το θάνατο». 

Όλες οι αξιόμαχες μονάδες του Βασιλικού Ναυτικού, οι οποίες είχαν απομείνει, μετά την επτάμηνη σκληρή μάχη της Ελλάδας, δεν παραδόθηκαν, αλλά έπλευσαν στη Μέση Ανατολή, γιά να συνεχίσουν μαχόμενες μέχρι το 1945 στο πλευρό των Συμμάχων.

Ήταν μία σύσσωμη αποδημία Στόλου σύμμαχης Χώρας, την οποία κατέλαβε ο Άξονας. Όλα τα αξιόμαχα πολεμικά μας πλοία δεν υπέστειλαν τις Σημαίες. Τάχθηκαν στο πλευρό των ελευθέρων Συμμάχων και συνέχισαν να πολεμούν μαζί τους σε όλες τις θάλασσες, όχι μόνο στη διάρκεια της κατοχής της πατρίδας μας, αλλά και μέχρι τη νικηφόρα λήξη του Β΄ΠΠ.

Δείτε βίντεο με αποσπάσματα από ντοκιμαντέρ με την άγνωστη εποποιία του Βασιλικού Ναυτικού την περίοδο 1940-1945.


πηγή

6 Δεκεμβρίου 2014

Αγιος Νικόλαος ο Προστάτης των Ελλήνων ναυτικών.

Θεωρείται προστάτης των Ελλήνων ναυτικών σε όλο τον κόσμο και δεν είναι τυχαίο. Κάποτε αποφάσισε να ταξιδέψει με πλοίο στους Άγιους Τόπους, για να προσκυνήσει. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ξέσπασε θαλασσοταραχή, με αποτέλεσμα πλήρωμα και επιβάτες να πανικοβληθούν. Ο Άγιος όμως δεν έχασε την πίστη του, προσευχήθηκε στον Θεό και η θάλασσα ηρέμησε. Ο μύθος λέει ότι ένας ναυτικός γλίστρησε, έπεσε από το κατάρτι και σκοτώθηκε. Όμως ο Νικόλαος προσευχήθηκε θερμά και ο ναυτικός αναστήθηκε.

Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε το 270 μ.Χ. στα Πάταρα της Λυκίας, από πλούσια οικογένεια. Μεγάλωσε με επιμελημένη μόρφωση και με πίστη στα Θεία. Από πολύ μικρός έμεινε ορφανός και με μεγάλη περιουσία στα χέρια. Αφιερώθηκε στον Θεό και βοήθησε πολλούς φτωχούς και αδύνατους, για την προστασία των οποίων έδωσε μεγάλους αγώνες, ενώ ίδρυσε πολλά νοσοκομεία και φιλανθρωπικά ιδρύματα.

Όταν επέστρεψε από τα Ιεροσόλυμα, χειροτονήθηκε ιερέας και αφιερώθηκε στον ασκητικό βίο. Έγινε ηγούμενος στη Μονή Σιών στα Μύρα της Λυκίας και όταν απεβίωσε ο τότε Αρχιεπίσκοπος, οι επίσκοποι, δια θεϊκής αποκαλύψεως, αναγόρευσαν τον Νικόλαο σε Αρχιεπίσκοπο. Εμψύχωνε τους διωκόμενους, από τους Ρωμαίους, Χριστιανούς και αυτό του κόστισε την εξορία του και την υποβολή του σε βασανιστήρια, κατά την περίοδο των διώξεων από τον Διοκλητιανό. Όταν όμως ανέβηκε στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος, ο Νικόλαος αποφυλακίστηκε, επέστρεψε στη θέση του Αρχιεπισκόπου και σύμφωνα με την παράδοση, βοήθησε πολύ κόσμο, αφού είχε το χάρισμα της θαυματουργίας. 

Ο Άγιος Νικόλαος αποδήμησε στις 6 Δεκεμβρίου του 343 μ.Χ. και μετά την κοίμησή του ονομάστηκε «μυροβλήτης». Το 1087 κάποιοι ναύτες αφαίρεσαν τα λείψανά του από τα Μύρα της Λυκίας και τα μετέφεραν στο Μπάρι της Ιταλίας. Τοποθετήθηκαν στον Ναό του Αγίου Στεφάνου, όπου -σύμφωνα με τον θρύλο- κατά τη διάρκεια της θείας λειτουργίας, τα ιερά λείψανα άρχισαν να αναβλύζουν τόσο μύρο, που οι πιστοί το συνέλεγαν σε δοχεία, για να το χρησιμοποιήσουν για θεραπεία σε διάφορες ασθένειες. 

πηγή

28 Σεπτεμβρίου 2014

ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ D -15: ΕΝΑΣ ΘΡΥΛΟΣ ΣΤΟ ΒΥΘΟ.

«Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν όταν χάθηκε το πλοίο - θυμάται ο Ν.Ματάλας. Ακούστηκε μία φωνή ‘Ζήτω η ΟΛΓΑ’ και 120 άνθρωποι που χαροπάλευαν μέσα στη θάλασσα επανέλαβαν την κραυγή ‘Ζήτω η ΟΛΓΑ’». Μέχρι αυτή την ύστατη στιγμή που το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ βυθιζόταν ακούγονταν το ραδιόφωνο στο υπόφραγμα που μετέδιδε την Κυριακάτικη Λειτουργία, σαν να συνόδευε το αντιτορπιλικό μας και τους νεκρούς του στον υγρό τους τάφο... 

Αντιτορπιλικό ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ. Το πλοίο - σύμβολο του ναυτικού μας αγώνα στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πήρε μέρος σε επικίνδυνες αποστολές στην Αδριατική, στο Τομπρούκ, στη Μεσόγειο και στον Ινδικό Ωκεανό. Το Φεβρουάριο του 1941, ήταν εκείνο που μετέφερε τα αποθέματα χρυσού της Τράπεζας της Ελλάδος, στην Κρήτη. Και ήταν πάλι το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ που επιλέχθηκε για την μετακίνηση της Ελληνικής κυβέρνησης στην Μεγαλόνησο, μετά τη γερμανική εισβολή.

Κείμενο: Ρένα Γιατροπούλου 
Φωτογραφίες ναυαγίου: Κώστας Θωκταρίδης

Σήμερα, αναπαύεται στην υγρή αγκαλιά της θάλασσας, στο σημείο που βυθίστηκε παίρνοντας μαζί του στο βυθό 65 μέλη του ηρωικού πληρώματος του. Τώρα προσφέρει καταφύγιο τους κατοίκους του βυθού. Τότε πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην πατρίδα, στον αγώνα για την τελική νίκη και την απελευθέρωσή της... και το έκανε με τον καλύτερο τρόπο.

Η ιστορία του ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ αρχίζει στην Αγγλία, όπου ναυπηγείται και καθελκύεται το 1938. Στις 14 Φεβρουαρίου, το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ με κυβερνήτη τον Μ. Ζαρόκωστα αφήνει τη Γλασκώβη και ξεκινά για την Ελλάδα. Δεκαπέντε ημέρες μετά, την 1η Μαρτίου του 1939, θα καταπλεύσει στον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας.

Η δράση του Β. ΟΛΓΑ αρχίζει στις 15 Αυγούστου του 1940. Τότε, μετά τον τορπιλισμό της ΕΛΛΗΣ στην Τήνο, κλήθηκε μαζί με το αδελφό του πλοίο Β.ΓΕΩΡΓΙΟΣ να συνοδεύσει τα επιβατηγά σκάφη με τους προσκυνητές της Μεγαλόχαρης από την Τήνο στον Πειραιά. Κυβερνήτης του Β. Όλγα αυτή την περίοδο, ήταν ο γνωστός για την «αδυναμία» του στους θεαματικούς και ριψοκίνδυνους χειρισμούς των πλοίων, Πλοίαρχος Α. Λεοντόπουλος.

Με την κήρυξη του πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου το 1940, η Β. ΟΛΓΑ αναπτύσσει έντονη πολεμική δραστηριότητα. Παίρνει μέρος σε επικίνδυνες πολεμικές επιχειρήσεις, σε περιπολίες, καταδρομικές εξόδους, συνοδείες νηοπομπών αλλά και αποστολές εξόντωσης των εχθρικών πλοίων.

Στις 27 Απριλίου 1941 όμως, τα γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν στην Αθήνα και υψώνουν στην Ακρόπολη την σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό. Δυο μέρες πριν, η Β. ΟΛΓΑ άφηνε πίσω της, την πατρίδα και έπλεε προς την Αλεξάνδρεια για την συνέχιση του αγώνα.

Στην Αλεξάνδρεια, η Β. ΟΛΓΑ εντάσσεται στη βρετανική μοίρα αντιτορπιλικών ενώ την κυβέρνησή της αναλαμβάνει ο 37χρονος πλωτάρχης Γεώργιος Μπλέσσας. Με κυβερνήτη τον Μπλέσσα η Β.ΟΛΓΑ θα ζήσει τις πιο δοξασμένες στιγμές της αλλά και τις πιο τραγικές της ώρες. Υπόδειγμα αξιωματικού , ο αισιόδοξος κεφαλλονίτης με τη σιδερένια θέληση και τα ακλόνητες αρχές του, ο Γ. Μπλέσσας ταύτισε το όνομά του με την αυτοθυσία και τη συναδελφική αλληλεγγύη. Ο άγγλος αξιωματικός , ανθυποπλοίαρχος G.Connell, περιγράφει τον πλωτάρχη Γ. Μπλέσσα με τα παρακάτω λόγια : «Η Β.ΟΛΓΑ είχε κυβερνήτη τον εγκάρδιο και θαρραλέο πλωτάρχη Μπλέσσα, ο οποίος εκτός από έξοχος επαγγελματίας, ήταν επίσης ένας διεθνούς φήμης πρωταθλητής γέφυρας..»

Αυτός ο κυβερνήτης θα κερδίσει τον σεβασμό και την απεριόριστη εκτίμηση του πληρώματος του πλοίου του, πολύ γρήγορα. Απαιτητικός κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων, πραγματικός φίλος όμως όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν ή το απαιτούσαν.

Ηξερε να είναι άψογος κυβερνήτης αλλά και σωστός άνθρωπος με ενδιαφέρον και κατανόηση για τους συντρόφους του. Με αυτόν τον Κυβερνήτη η Β. Ολγα θα γράψει τα χρόνια που θα ακολουθήσουν μία από τις πιο χρυσές σελίδες της ναυτικής μας ιστορίας.

Συμμετείχε στη ναυμαχία του Ταίναρου. Μαζί με το αγγλικό αντιτορπιλικό PETARD αιχμαλώτισε το ιταλικό υποβρύχιο UARSCIEK, κοντά στη Βεγγάζη. Εγιναν τρεις επιθέσεις από το PETARD και την Β.ΟΛΓΑ κατά του ιταλικού υποβρυχίου. Η τελευταία από το ελληνικό αντιτορπιλικό έδωσε και τη χαριστική βολή στο UARSCIEK, που αναγκάστηκε να αναδυθεί. Μετά την αιχμαλώτιση του ιταλικού υποβρυχίου, άρχισε η ρυμούλκησή του από το PETARD. Ο κυβερνήτης του αγγλικού αντιτορπιλικού, αντιπλοίαρχος M.Thornton, ήθελε να οδηγήσει θριαμβευτικά το αιχμαλωτισμένο υποβρύχιο στην Μάλτα. Παράλληλα το Β.ΟΛΓΑ εκτελούσε συνεχή ανθυποβρυχιακή περιπολία γύρω από το PETARD και το ρυμουλκούμενο υποβρύχιο. Η απόφαση όμως του Αγγλου Κυβερνήτη να αυξήσει την ταχύτητα ρυμούλκησης στάθηκε μοιραία. Η στεγανή πόρτα του πρυμναίου διαμερίσματος άνοιξε , το υποβρύχιο άρχισε να γεμίζει θαλασσινό νερό και λίγο αργότερα χάθηκε για πάντα στη μαύρη άβυσσο. Ετσι τα δύο πλοία δεν κατάφεραν να μπουν στο λιμάνι της Μάλτας μαζί με το υποβρύχιο, 

Η επιτυχία τους όμως, παρ’ όλα αυτά, ήταν αναμφισβήτητα μεγάλη. Ο Ε.Δανιήλ, ανθυποπλοίαρχος τότε, σε συνέντευξή του που παραχώρησε στον καθηγητή Μανόλη Ήσυχο, αναφέρει για τη βύθιση του UARSCIEK: «Η μεγάλη επιτυχία της καταστροφής τελικώς αυτού του υποβρυχίου δεν είναι μόνο ότι καταστράφηκε μία μονάδα εχθρική, είναι ότι καταφέραμε και συλλέξαμε τους κρυπτογραφικούς κώδικες του εχθρικού υποβρυχίου που διευκόλυναν το συμμαχικό στρατηγείο να έχει άμεσες πληροφορίες μέχρι ο εχθρός να αντιληφθεί ότι πράγματι ήταν υπό την κατοχή μας». Το UARSCIEK ήταν το τελευταίο από τα 20 ιταλικά υποβρύχια που χάθηκαν στη Μεσόγειο το 1942.

Τον Ιανουάριο του 1943, το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ βυθίζει το Ιταλικό πετρελαιοφόρο STROMPOLI και τον Ιούνιο της ίδιας χρονιάς βυθίζει σε συνεργασία με το βρετανικό JERVIS, δύο πολεμικά και δύο πλοία συνοδείας. Πρωτοστάτησε στην επίθεση κατά της Παντελλερίας, του «νησιού φρουρίου» του Μουσολίνι και στην απόβαση της Σικελίας. Ηταν το μοναδικό ελληνικό πλοίο που συμμετείχε το Σεπτέμβριο του 1943, στην παράδοση του ιταλικού στόλου, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Την ομάδα των πλοίων που ανέλαβαν να συνοδεύσουν τον ιταλικό στόλο στη Μάλτα, αποτελούσαν τα θωρηκτά WARSPITE και VALIANT, τα αντιτορπιλικά FAULKNOR, FURY, ECHO, INTREPID, RAIDER, TERRIBLE και η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ. Η συμμετοχή της Β. ΟΛΓΑΣ, ήταν ιδιαίτερα τιμητική τόσο για το θρυλικό αντιτορπιλικό μας όσο και το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. 

Τα συμμαχικά πλοία θα συναντούσαν τον ιταλικό στόλο στις 10 Σεπτεμβρίου, 20 μίλια βόρεια από το ακρωτήριο Bon. Στις 06.50 φάνηκαν στον ορίζοντα επτά μεγάλα ιταλικά πλοία και αρκετά αντιτορπιλικά. Στον ιστό των ιταλικών πλοίων ήταν επηρμένος ο «μαύρος επισείοντας», σήμα που δήλωνε την παράδοση του στόλου. Ο κυβερνήτης και το πλήρωμα της ΟΛΓΑΣ στο θέαμα αυτό ένιωσαν τη μεγαλύτερη υπερηφάνεια και τη δυνατότερη συγκίνηση. «Το πλοίο μας επιλέχθηκε τιμής ένεκεν - θυμάται ο Ε.Δανιήλ - να συμμετάσχει στο συμμαχικό στόλο στον οποίο επρόκειτο να παραδοθεί ο ιταλικός στόλος νοτίως της Σαρδηνίας. Με δάκρυα χαράς, είδαμε τότε τους Ιταλούς να υποστέλλουν τις σημαίες τους και να παραδίδονται στα συμμαχικά πλοία, που αντιπροσώπευαν το Βρετανικό και το Ελληνικό ναυτικό, οι δυο στόλοι, που μονάχοι τους κράτησαν ανοιχτούς τους δρόμους στη Μεσόγειο. Γι’ αυτή την ώρα είχαμε αγωνιστεί, τόσο καιρό ...»

Από την Μάλτα κρίθηκε αναγκαίο να μεταφερθεί στην Αλεξάνδρεια μέρος του ιταλικού στόλου, λόγω της συμφόρησης που είχε προκληθεί στο λιμάνι τόσο από τα παραδοθέντα ιταλικά όσο και από τα συμμαχικά πλοία. Έτσι, τα θωρηκτά V.VENETO και ITALIA, τα καταδρομικά EUGENIO DI SAVOLA, MONTECUCCOLI, DUCA D’ AOSTA, CADORNA και τέσσερα αντιτορπιλικά, ξεκίνησαν με τη συνοδεία των αγγλικών θωρηκτών HOWE και KING GEORGE V και των αντιτορπιλικών FAULKNOR, INTREPID, ECLIPSE, FURY, ECHO και ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ, για το αιγυπτιακό λιμάνι. Εκεί περίμενε μαζί με τον ναύαρχο John Cunningham ο Έλληνας Αρχηγός Στόλου, ναύαρχος Αλεξανδρής, που περιγράφει στο βιβλίο του αντιναύαρχου ε.α Κ. Μεταλληνού, τις ιστορικές εκείνες στιγμές: «Ο Αρχηγός της Αν. Μεσογείου Ναύαρχος Sir John Cunningham με ειδοποίησεν από της προηγουμένης εσπέρας του κατάπλου, ότι θα ύψωνε το σήμα του επί ενός ναρκαλιευτικού και θα εξέπλεε προς συνάντησιν του Ιταλικού Στόλου, με εκάλεσε δε να τον συνοδεύσω επιβαίνων και εγώ ενός των ιδικών μας ναρκαλιευτικών. Υψωσα λοιπόν το σήμα μου επί του ναρκαλιευτικού ΚΑΡΤΕΡΙΑ ... και περί ώραν 07.15 ακολουθούντες τα ίχνη του Αγγλικού Ν/Α DUBRY του οποίου εκυμάτιζε το σήμα του Ναυάρχου Cunningham εξεπλεύσαμεν από τον λιμένα. 

Δεν άργησαν να φανούν αραιοί καπνοί κατ’ αρχάς εις τον ορίζοντα και ύστερα από ολίγον οι ιστοί και τα ογκώδη υπερκατασκευάσματα των γεφυρών των Βρετανικών θωρηκτών, που προηγούντο, αμέσως δε κατόπιν και τα των Ιταλικών θωρηκτών. Επροχωρήσαμεν προς αυτά και περί την 08.30 επεράσαμεν μεταξύ της στήλης των θωρηκτών και της παραλλήλου στήλης των αντιτορπιλικών της συνοδείας. Κάθε εν από τα ιταλικά πλοία που επερνούσεν αντιπλέον προς ημάς απένεμε τας κεκανονισμένας τιμάς προς το σήμα του Βρετανού Ναυάρχου και προς το ιδικόν μου. Είναι δύσκολον να περιγράψω τα αισθήματα ικανοποιήσεως και εθνικής υπερηφάνειας, που επλημμύριζαν τας ψυχάς όλων μας κατά τας αλησμονήτους εκείνας στιγμάς, που τα νικημένα πλοία του Ιταλού Δικτάτορος απέδιδαν ταπεινωμένα τιμάς προς τους νικητάς. Ηταν κάτι σαν ένας ιστορικός εξαγνισμός, ύστερα από τας τόσας αδικίας και τας απροκλήτους επιθέσεις που η φασιστική Ιταλία δεν είχε παύσει, από την εποχήν του επεισοδίου της Κερκύρας, να διαπράττη εις βάρος της μικράς Χώρας μας».

Δάκρυσαν από χαρά και συγκίνηση όσοι είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν είτε από το ΚΑΡΤΕΡΙΑ είτε από τις προκυμαίες την άφιξη των πλοίων και ανάμεσά τους την Β.ΟΛΓΑ να μπαίνει στο λιμάνι, συνοδεύοντας τα ηττημένα πλοία και με την ελληνική σημαία να κυματίζει στον ιστό της. Αυτη ήταν μία απο τις πολλες φορές που η Β.ΟΛΓΑ και το πλήρωμά της έκαναν την ψυχή των Ελλήνων να φτερουγίσει...

Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, άρχισαν οι επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα. Με κάθε τρόπο, έπρεπε να μην καταφέρουν οι Γερμανοί ν’ αντικαταστήσουν τους Ιταλούς που είχανε πια συνθηκολογήσει. Επιπλέον, τα Δωδεκάνησα έπρεπε να καταληφθούν και να χρησιμοποιηθούν ως ορμητηριο για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τα ελληνικά αντιτορπιλικά παρά τους κινδύνους, έπλεαν πλέον στο Αιγαίο, χτυπούσαν εχθρικές νηοπομπές, απεβίβαζαν κομμάντος στα Δωδεκάνησα και επέστρεφαν στις βάσεις τους για ν’ ανεφοδιαστούν και ν’ αποπλεύσουν πάλι για άλλες περιπολίες ή αποστολές. 

Μια τέτοια τόσο επικίνδυνη όσο και επιτυχή αποστολή πραγματοποίησε η Β.ΟΛΓΑ τον Σεπτέμβριο του 1943, κοντά στην Αστυπάλαια. Μαζί με τα αγγλικά αντιτορπιλικά FAULKNOR και ECLIPSE είχαν εντοπίσει γερμανική νηοπομπή. Οι Γερμανοί προσπαθούσαν ν’ αποφύγουν την αναμέτρηση. Στάθηκαν όμως άτυχοι. Ο Ε.Δανιήλ, θυμάται: «το ένα από τα συνοδευόμενα πλοία το ανατινάξαμε. Το συνοδό πλοίο το καταστρέψαμε και αφήσαμε το άλλο μεταγωγικό να καίγεται και με μεγάλη ταχύτητα πήραμε κατεύθυνση προς νότο. Επειτα από ώρα και σε αρκετά μεγάλη απόσταση είδαμε μια τεράστια λάμψη που σήμαινε ότι το εχθρικό πλοίο είχε και αυτό ανατιναχθεί». Μέσα σε λίγη ώρα, η γερμανική νηοπομπή που αποτελείτο από μία τορπιλάκατο και δύο μεταγωγικά, είχε καταστραφεί. Έτσι 800 Γερμανοί αντί να αντικαταστήσουν τους Ιταλούς στη Ρόδο, βρεθήκανε στη θάλασσα...

Τρεις μέρες μετά την βύθιση της εχθρικής νηοπομπής στην Αστυπάλαια, η Β.ΟΛΓΑ ξαναβρέθηκε στα Δωδεκάνησα, μεταφέροντας στρατό, αντιαεροπορικά ταχυβόλα, μοτοσικλέτες, τρόφιμα και πυρομαχικά, στη Λέρο. Ήταν η πρώτη φορά μετά από 2,5 χρόνια που το πλήρωμα του Β.ΟΛΓΑ αντίκριζε ξανά ελληνικό νησί..

Τα συναισθήματα ήταν έντονα για τους άντρες του αντιτορπιλικού αλλά και για τους κατοίκους του νησιού, που είχαν πολύ σπάνια την ευκαιρία να δουν από κοντά ελληνικό πλοίο. Αρκετοί από αυτούς πλησίασαν με βάρκες τη ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ για να μπορέσουν να μιλήσουν με τα μέλη του πληρώματος. Μάλιστα, δύο παιδιά, με την άδεια του αξιωματικού υπηρεσίας ανέβηκαν στο πλοίο για να φιλήσουν την γαλανόλευκη που κυμάτιζε στην πρύμνη... 

Κάτω από αυτή την συναισθηματική φόρτιση συνέβη και ένα ελληνοιταλικό επεισόδιο, που δίχασε πολλούς - και διχάζει ακόμα- ως προς το ρόλο που διαδραμάτισε στα γεγονότα που ακολούθησαν λίγες μέρες μετά με αποκορύφωμα τη βύθιση της Β.ΟΛΓΑΣ. Επειδή το νησί υπέφερε από λειψυδρία, ο άγγλος ναυτικός διοικητής , είχε ζητήσει από τα αντιτορπιλικά να δώσουν όσο πόσιμο νερό μπορούσαν για τις ανάγκες της βρετανικής δύναμης και της ιταλικής φρουράς. Έτσι, δίπλα στην ΟΛΓΑ πλεύρισε μία ιταλική υδροφόρα και άρχισε να παραλαμβάνει νερό. Την ώρα εκείνη κάποιοι από τους άντρες του αντιτορπιλικού έπλεναν το κατάστρωμα του πλοίου. Βλέποντας την ιταλική σημαία να κυματίζει στον ιστό της υδροφόρας δεν άντεξαν και ξαφνικά η μάνικα που έπλενε το πλοίο στράφηκε προς την ιταλική σημαία. Αυτό θεωρήθηκε μεγάλη προσβολή. Μερικοί φανατικοί φασίστες μάλιστα, απείλησαν ότι θα ανοίξουν πυρ εναντίον της Β.ΟΛΓΑΣ με τα πυροβόλα των γύρω λόφων.
Τελικά, ο Μπλέσσας με εξηγήσεις και ψυχραιμία κατάφερε να ηρεμήσει τα πνεύματα...

Το επόμενο ταξίδι όμως του ελληνικού αντιτορπιλικού στη Λέρο, θα είναι και το τελευταίο του θρυλικού πλοίου. Ενα ταξίδι που άρχισε στις 08.45 της 25ης Σεπτεμβρίου, όταν το Β.ΟΛΓΑ απέπλευσε από την Αλεξάνδρεια μαζί με το αγγλικό INTREPID με προορισμό την θαλάσσια περιοχή ανάμεσα στην Κρήτη και την Κω. Εκεί τα δύο αντιτορπιλικά θα εκτελούσαν επιθετική περιπολία για να εμποδίσουν τη διέλευση εχθρικών νηοπομπών από λιμάνια της ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης προς τα Δωδεκάνησα. Μέχρι τις 04.15 της 26ης Σεπτεμβρίου, τα δύο πλοία περιπολούσαν στην προκαθορισμένη περιοχή, χωρίς απρόοπτα. Τότε, παίρνουν με κρυπτογραφημένο σήμα εντολή να καταπλεύσουν στη Λέρο, στις 07.00 το πρωί.

Στις 07.00 το πρωί της επόμενης ημέρας, τα δύο αντιτορπιλικά έμπαιναν στον όρμο Λακκί της Λέρου. Ηταν Κυριακή, [26-9-1943] ανήμερα της θρησκευτικής εορτής του Αγίου Θεολόγου.

Στο φυσικό λιμάνι της Λέρου υπήρχαν τρεις βρετανικές τορπιλάκατοι και ένα μικρό ιταλικό καράβι, δεμένα κοντά στην προκυμαία. Η ΟΛΓΑ έδεσε κοντά στη δεύτερη είσοδο του όρμου και το INTREPID περίπου 200 μέτρα ανατολικότερα. Το πλήρωμα ήταν κουρασμένο από την ολονύχτια περιπολία κι έτσι οι περισσότεροι κατέβηκαν στα υποφράγματα για να κοιμηθούν. Στη γέφυρα έμεινε ο αξιωματικός φυλακής με τους βοηθούς του, στα πυροβόλα και τα πολυβόλα έμειναν οι πυρήνες των ομοχειριών και στις μηχανές υπήρχαν οι μηχανικοί και οι θερμαστές βάρδιας. Η γαλήνια αιγαιοπελαγίτικη μέρα έκανε τα πληρώματα των πλοίων να πιστέψουν ότι θα περνούσαν μια ήρεμη μέρα στο μέχρι τότε ασφαλές ορμητήριο της Λέρου.

Η παρουσία της Β.ΟΛΓΑΣ ενθουσίασε τους κατοίκους του νησιού. Κάποιοι θέλησαν να επισκεφθούν το θρυλικό αντιτορπιλικό. Ένας από αυτούς, ο Νικόλας Διαμαντάρας αφηγείται στο βιβλίο του Κ. Μεταλληνού: «Πήρα δυο Λεριούς και με μία βάρκα φτάσαμε στην Β.ΟΛΓΑ. Δένουμε κάβο και ανεβαίνουμε πάνω. Μ’ έπιασε συγκίνηση που πάταγα σ’ ελληνικό καράβι. Γονάτισα και φίλησα τις λαμαρίνες». Στις δύο ώρες που ακολούθησαν επτά ναυτικοί από το φορτηγό πλοίο TAGANROG που ήταν αγκυροβολημένο κι αυτό στο Λακκί και δεκαπέντε Λέριοι, είχαν ανέβει στο Β.ΟΛΓΑ. Ανάμεσά τους και δύο παιδιά. Εν τω μεταξύ, στο πλοίο άρχισαν να ακούγονται οι μελωδίες της κυριακάτικης Θείας Λειτουργίας.

Ο γιατρός Εμ. Γουργουρής ανθυποπλοίαρχος τότε στο αντιτορπιλικό, περιγράφει σε τεύχος της ‘Ναυτικής Επιθεώρησης’: «Στις καμπίνες των αξιωματικών και τα υποφράγματα του πληρώματος βασίλευε απόλυτη σιγή. Αυτή τη σιωπή ήρθε να διακόψει σε λίγο το ραδιόφωνο. Δύο - τρεις υπαξιωματικοί στο υπόφραγμά τους προσπαθούσαν να πιάσουν τον σταθμό Αθηνών, την μόνη επαφή μας καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, με την σκλαβωμένη πατρίδα. Ετσι ύστερα από λίγα λεπτά από τον ραδιοφωνικό σταθμό των Αθηνών ακούγαμε την αναμετάδοση της κυριακάτικης λειτουργίας από τον Μητροπολιτικό Ναό. Ήταν τόση η χαρά μας που ακούγαμε την μετάδοση της λειτουργίας, ώστε κανένας μας δεν διαμαρτυρήθηκε. Ακούγαμε όλοι τις ψαλμωδίες με τόση κατάνυξη σαν να βρισκόμασταν μέσα σε εκκλησία. Αναπολούσαμε την πατρίδα, τις οικογένειές μας, τους φίλους μας όταν ξαφνικά και τελείως αναπάντεχα ο παράφωνος και δαιμονισμένος ήχος του κουδουνιού του αεροπορικού συναγερμού διέκοψε τις ονειροπολήσεις μας και τάραξε την ευδαιμονία μας».

Ο Ντίμης Ματάλας, αξιωματικός τότε, περιγράφει εκείνες τις στιγμές: «Στις 9.58 βλέπω από το βουνό να σκάνε μύτη 9 βομβαρδιστικά. Αμέσως τρέχω να πατήσω το συναγερμό.. ώσπου να πατήσω όμως το κουδούνι, πέφτουν οι πρώτες βόμβες» Οσοι βρισκόντουσαν στα υποφράγματα άρχισαν να τρέχουν προς τις θέσεις τους. Πρώτος απ’ όλους ο κυβερνήτης, που με χαρακτηριστική ψυχραιμία προσπαθούσε να εμψυχώσει το πλήρωμά του: «Δεν είναι τίποτα παιδιά - τους φώναζε. Γρήγορα στα πολυβόλα σας!»

Ο Ε.Δανιήλ ξεκουραζόταν στο Γραφείο Χαρτών, στη γέφυρα: «Κοιμόμουν στη γέφυρα, όταν ένα ξαφνικό πανδαιμόνιο, από πολυβολισμούς, εκρήξεις τρομερές και κωδωνοκρουσίες συναγερμού, με ξύπνησε». Ο αιφνιδιασμός ήταν πλήρης, τόσο για τα πλοία όσο και για την ιταλική αεροάμυνα. Γερμανικά αεροσκάφη Ju-88 επιτίθονταν κατά κύματα. Αφηναν τις βόμβες τους από ύψος 300 - 400 μέτρων, ενώ συγχρόνως με τα πολυβόλα τους σάρωναν τα 2 πλοία. Πρώτο χτυπήθηκε το INTREPID. «Βγήκα από το καρέ - συνεχίζει ο Εμμ. Γουργουρής - και έσπευσα προς την πολεμική μου θέση, το θεραπευτήριο του πλοίου.

Τρέχοντας είδα από ένα φινιστρίνι το αγγλικό αντιτορπιλικό INTREPID να καίγεται, λίγο μακρύτερα από το καράβι μας. Ενα απαίσιο σφύριγμα από τον ατμό των μηχανών του, που ξέφευγε και πεταγόταν σε μεγάλο ύψος έκανε ακόμη πιο αγωνιώδεις τις στιγμές». Τα γερμανικά στούκας έκαναν κάθετες εφορμήσεις ξανά και ξανά, ρίχνοντας βόμβες εναντίον των δύο αντιτορπιλικών, ενώ συγχρόνως θέριζαν τα καταστρώματά τους για να εμποδίσουν τα πληρώματα να πάρουν θέσεις μάχης.

«Εγώ ήμουν επικεφαλής τεσσάρων αντιαεροπορικών - λέει ο Ν.Ματάλας. Ρίχναμε με τα αντιαεροπορικά και ξαφνικά μας πετυχαίνει μία δέσμη βομβών. Πετάχτηκα στον αέρα και έπεσα ξανά στο πλοίο, για να δω γύρω μου μόνο κεφάλια .. χέρια .. πόδια .. ήταν σκοτωμένοι όλοι. Και οι οκτώ άντρες που βρισκόντουσαν στα αντιαεροπορικά ήταν νεκροί. Μόνο εγώ σώθηκα κατά ένα ανεξήγητο τρόπο». Την ώρα εκείνη ο κυβερνήτης, κατευθύνονταν προς τη γέφυρα από την αριστερή πλευρά του καταστρώματος. Φορούσε μόνο ένα πουλόβερ κι ένα παντελόνι. Η ξαφνική επίθεση τον ανάγκασε ν’ ανέβει στο κατάστρωμα χωρίς παπούτσια.

Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Κι αυτό ο Μπλέσσας το ήξερε πολύ καλά. Στην πρωραία κάθοδο του μηχανοστασίου σταματά για να δώσει κάποιες οδηγίες στους αξιωματικούς του. Εκεί θα τον βρει και το μοιραίο πλήγμα.

«Ενα αεροπλάνο κατέβηκε, πολυβόλησε και σκότωσε τον Κυβερνήτη - θυμάται ο Ν.Ματάλας. Ο πρώτος νεκρός του ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ ήταν ο κυβερνήτης, πλωτάρχης Γεώργιος Μπλέσσας». Χτυπημένος από μία ριπή στο στήθος και στο λαιμό, ο Μπλέσσας, σκοτώθηκε ακαριαία στο κατάστρωμα του αντιτορπιλικού που είχε ταυτίσει με την ίδια του την ύπαρξη, «Η σφαίρα που τον τρύπησε στο λαιμό - λέει ο Εμ.Γουργουρής ξαναζώντας τις φρικτές εκείνες στιγμές - έκοψε στη μέση την τελευταία φράση που απηύθυνε ο πλωτάρχης Μπλέσσας, εμψυχώνοντας το πλήρωμά του ενώ οι υπόλοιπες διέτρησαν το στήθος και την κοιλιά του. Ετσι με μισοτελειωμένη ακόμη τη φράση στο χείλη του και με διάτρητο το στήθος του από τις εχθρικές σφαίρες, ο κυβερνήτης έπεσε στο κατάστρωμα του καραβιού του, το οποίο είχε οδηγήσει σε τόσες περιπολίες, σε τόσες επιτυχίες και σε τόσους θριάμβους ...» 

Και οι Γερμανοί συνέχιζαν να επιτίθονται με μανία ξανά και ξανά. Οι Ιταλοί πυροβολητές των αντιαεροπορικών πυροβολείων που ήταν πάνω στους λόφους της Λέρου, όχι μόνο δεν ειδοποίησαν για την εμφάνιση εχθρικών αεροσκαφών αλλά πολεμούσαν κι εναντίον των Γερμανών τόσο αραιά και άστοχα, που ουσιαστικά δεν προσέφεραν καμία βοήθεια .. Οι στιγμές ήταν εφιαλτικές. Αντιαεροπορικά, πολυβόλα και κανόνια γέμιζαν τον ουρανό με τις εκρήξεις των βλημάτων τους. Ο βαρύς βόμβος των αεροσκαφών ανακατεύονταν με τους κρότους των κανονιών και το στρίγκλισμα των πολυβόλων που τρυπούσαν τ’ αυτιά και παρέλυαν τα νεύρα.

Μέσα σε λίγα λεπτά, το ελληνικό αντιτορπιλικό θα δεχτεί το τελικό χτύπημα. Δυο τουλάχιστον βόμβες πέφτουν μερικά μέτρα πίσω από την πρυμναία τσιμινιέρα και ανατινάζουν το βληματοθέσιο. Ακολουθεί μία φοβερή έκρηξη και το πρυμναίο τμήμα σχεδόν αποκομμένο, γέρνει δεξιά και αρχίζει να βυθίζεται. Ο Γιάννης Βαρελάς, υπαξιωματικός τότε στο ΟΛΓΑ, μιλά για την «αρχή του τέλους»: «Μία δέσμη βομβών - εκείνη η οποία επέφερε και το μοιραίο τέλος του πλοίου - μας χτύπησε στη δεξιά καπνοδόχο, στο πίσω μέρος του λεβητοστασίου. Το πλοίο άρχισε να παίρνει κλίση προς τα δεξιά. Εγώ ήμουν στο δεξί κατάστρωμα και προσπαθούσα να προωθηθώ προς την πλώρη αλλά και να βοηθήσω αυτούς που ήταν χτυπημένοι και δεν μπορούσαν να κουνηθούν».

Μετά τον θάνατο του Μλέσσα, την ευθύνη της διακυβέρνησης του πλοίου ανέλαβε ο υποπλοίαρχος Μ.Γρηγορόπουλος. Διαπιστώνοντας ότι θα ήταν αδύνατο να φθάσει έγκαιρα στη γέφυρα για να αντιμετωπίσει την κατάσταση αποφασίζει να κατευθυνθεί προς το «βικερς» το κανόνι της ΟΛΓΑΣ και να διευθύνει από εκεί τον αγώνα κατά των Γερμανών, Ο γενναίος όμως ανθυποπλοίαρχος δεν πρόλαβε να κατευθύνει ούτε τον πρώτο χειρισμό της ομοχειρίας. Μια βόμβα που έπεσε εκείνη τη στιγμή πάνω στο «βικερς» κυριολεκτικά διαμέλισε τον υποπλοίαρχο Μ. Γρηγορόπουλο, τον σημαιοφόρο Σημιτζόπουλο και αρκετούς από τους άνδρες της ομοχειρίας. Το σκηνικό στο κατάστρωμα του πλοίου ήταν γεμάτο από τη φρίκη του πολέμου. 

Ο Εμ.Γουργουρής εξιστορεί: «Τα βογκητά των πληγωμένων ακούγονταν απ’ όλα τα μέρη του πλοίου και μπερδεύονταν με τις ψαλμωδίες της λειτουργίας, που συνέχιζε να μεταδίδει το εγκαταλελειμμένο στο υπόφραγμα των υπαξιωματικών ραδιόφωνο. Το κατάστρωμα της ΟΛΓΑΣ είχε μεταβληθεί πλέον σε μια πραγματική κόλαση. Κραυγές πόνου ακούγονταν απ’ όλες τις θέσεις, από την γέφυρα, από το καμπούνι, από την πλώρη ως την πρύμνη. Ένας από τους πυροβολητές ο οποίος καιγόταν σαν πυροτέχνημα, έβγαλε μόνο μερικές σπαρακτικές κραυγές και μετά σιώπησε για πάντα. Πιο πέρα το σώμα ενός χειριστή πυροβόλου είχε πιαστεί ανάμεσα σε δύο ανεστραμμένες από κάποια έκρηξη βόμβας, λαμαρίνες που έκαναν ακόμη πιο αβάσταχτο και ατέλειωτο το μαρτύριό του. Ήταν κάτι το τρομερό που δύσκολα μπορεί να το αντέξει κανείς ..» Ο τρίτος αξιωματικός της Β.ΟΛΓΑΣ υποπλοίαρχος Δ. Μπάτσης ήταν στην κάτω γέφυρα χωρίς να γνωρίζει ότι εκείνη την κρίσιμη στιγμή ήταν πλέον ο αρχαιότερος επιζών αξιωματικός το πλοίου και κατά συνέπεια κυβερνήτης.

Προσπαθώντας να ενισχύσει την άμυνα του πλοίου παρατήρησε ότι το πολυβόλο «έρλικον» του αριστερού εξώστη της γέφυρας είχε πάθει κάποια εμπλοκή. Έτρεξε προς τον πολυβολητή ο οποίος προσπαθούσε να το διορθώσει. Κι ενώ ο υποπλοίαρχος Δ. Μπάτσης προσπαθουσε να ξεμπλέξει το κλείστρο για να λειτουργήσει το πολυβόλο, μία βόμβα εξερράγη εκεί κοντά και τα θραύσματα τον τραυμάτισαν σοβαρά. Κυβερνήτης πλέον του αντιτορπιλικού ανέλαβε ο ανθυποπλοίαρχος Δανιήλ, ο οποίος μαζί με ένα ναύτη μετέφεραν τον πληγωμένο υποπλοίαρχο Μπάτση στο ιατρείο. «Όχι εμένα-φώναζε ο υποπλοίαρχος. Σώστε το πλοίο». 

Τραγικό θάνατο - όπως αναφέρεται στο τεύχος της ‘Ναυτικής Επιθεώρησης’ - βρήκε και ο πρώτος μηχανικός υποπλοίαρχος Σακίπης, ο οποίος τρέχοντας προς την κάθοδο των μηχανών για να πάρει τη θέση του χτυπήθηκε στο πρόσωπο από ριπή πολυβόλου ενός γερμανικού αεροπλάνου. Και ήταν τότε, που έδωσε κι εκείνος το δικό του μάθημα ηρωισμού. Τρικλίζοντας έφθασε ως τα «σπιράγια» των μηχανών σε μια προσπάθεια του να πάει ακόμα και την ύστατη στιγμή στη θέση του. Το πρόσωπό του μια πληγή! Στην κατάσταση που βρισκόταν, ήθελε να κατέβει τη σκάλα για το μηχανοστάσιο. Κάποια στιγμή συναντά τον σημαιοφόρο Χριστόφιλο και τον αρχικελευστή Τσωβό και τους δίνει εντολή να απομονώσουν τους τρεις λέβητες, ψελλίζοντας ‘ τα ασφαλιστικά’ ... κάτι που είχε ήδη διαπράξει ο σημαιοφόρος με δική του πρωτοβουλία για να αποφευχθούν τυχόν εκρήξεις.Το τραύμα του υποπλοίαρχου Σακίπη όμως ήταν πολύ σοβαρό. Δεν κατάφερε να πατήσει σταθερά στη σκάλα και κατρακύλησε προς τα κάτω. Χτύπησε πολύ στις λαμαρίνες και έπεσε νεκρός εκεί, δίπλα στις μηχανές του, ως πραγματικός «πρώτος».

Τα γερμανικά αεροσκάφη άρχισαν να απομακρύνονται όταν κατάλαβαν ότι το ελληνικό αντιτορπιλικό είχε λαβωθεί θανάσιμα. Οι πιο τραγικές σκηνές διαδραματίζονται τώρα κοντά στο ιατρείο όπου βρίσκονται οι περισσότεροι τραυματίες για να τους παρασχεθούν έστω και οι πρώτες βοήθειες. Βλέποντας ότι για το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ είχε αρχίσει πλέον η αντίστροφη μέτρηση, ο Ε. Δανιήλ, έστρεψε την προσοχή του στο πιο σημαντικό έργο που έπρεπε να γίνει. Τη μεταφορά των τραυματιών και την επιβίβασή τους σε τρία αγγλικά περιπολικά που μαζί με δυο ιταλικές πετρελαιακάτους είχαν πλησιάσει το ΟΛΓΑ για να τους παραλάβουν. 

Εν τω μεταξύ στο μικρό νοσοκομείο του πλοίου ο ιατρός Εμ.Γουργουρής, έδινε το δικό το αγώνα, προσπαθώντας να ανακουφίσει τους τραυματίες. Σε ένα από τα κρεβάτια βρισκόταν και ο υποπλοίαρχος Μπάτσης, ο οποίος έσφιγγε τα δόντια για να μην ξεφωνίσει από τον τρομερό πόνο. Ο γιατρός ετοιμαζόταν να του κόψει το πόδι, όταν ακούστηκε ένα ‘κρακ’ που σήμαινε ότι η Β.ΟΛΓΑ είχε χτυπηθεί σε καίριο σημείο και πιθανώς σπάσει στα δύο. Τότε, ακούστηκε από τη γέφυρα, η φωνή του ανθυποπλοιάρχου Δανιήλ, να διατάζει: «Εγκατάλειψη πλοίου. Πέσατε στη θάλασσα. Το πλοίο βυθίζεται». 

Η αρχική κλίση των 5ο μοιρών αυξήθηκε απότομα και μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα η αριστερή πλευρά του πλοίου θα οριζοντιωθεί. Αμέσως μετά το πλοίο ανατρέπεται. Πολλοί εγκλωβίζονται στα υποφράγματα. Κάποιοι άλλοι από τους ναυαγούς πέφτουν σε καιγόμενο πετρέλαιο και βρίσκουν τραγικό θάνατο. Οι περισσότεροι που βούτηξαν στη θάλασσα από την δεξιά πλευρά του αντιτορπιλικού παρασύρθηκαν από τη δίνη ή τραυματίστηκαν από τις υπερκατασκευές του πλοίου. Όσοι ήταν στην αριστερή πλευρά του σκάφους βρέθηκαν κάπως ομαλά στη θάλασσα. Εκείνοι πάντως που ήταν σε καλή κατάσταση προσπαθούσαν να βοηθήσουν , ακόμη και με κίνδυνο της ζωής τους, τους τραυματισμένους συναδέλφους τους. 

Μέσα στο ιατρείο τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Τα υποφράγματα είχαν αρχίσει να γεμίζουν νερά ενώ το σκάφος ήταν πλέον μπαταρισμένο. Ο γιατρός Εμ. Γουργουρής κατέβαλε υπεράνθρωπες προσπάθειες για να καταφέρει να σωθεί και να βοηθήσει και τον υποπλοίαρχο Μπάτση. «Κρατώντας τον ετοιμοθάνατο υποπλοίαρχο Μπάτση προσπάθησα , μέσα σε αυτή την κόλαση της φωτιάς και του σιδήρου και ενώ το σκάφος εβυθίζετο, να φθάσω εις την πόρτα του θεραπευτηρίου. Το πλήρωμα εγκατέλειπε τη Β.ΟΛΓΑ και βουτούσε στη θάλασσα. Αγκάλιασα σφιχτότερα τον αείμνηστο φίλο μου Μπάτση και άνοιξα την πόρτα του μικρού νοσοκομείου. Τότε ένα απότομο κύμα αέρος και νερού με κτύπησε στο στήθος και με έκανε να χάσω την ισορροπία μου. Παρασυρόμενος από το κύμα έχασα και τον πληγωμένο θανάσιμα υποπλοίαρχο Μπάτση. Ενα ακόμη κύμα μπουκάρισε απότομα στο θεραπευτήριο και με έσπρωξε προς τα έξω. Βρέθηκα πάνω στο κατάστρωμα, το οποίο εν τω μεταξύ είχε καλυφθεί από την θάλασσα. Ήμουν ένας από τους τελευταίους επάνω στο καράβι γι’ αυτό έσπευσα να πέσω στη θάλασσα».

Λίγο πριν το πλοίο εξαφανιστεί από την επιφάνεια της θάλασσας πέντε από τους εγκλωβισμένους άνδρες στο πρωραίο υπόφραγμα κατάφεραν με απεγνωσμένη προσπάθεια να σωθούν. Ένας από αυτούς ήταν και ο υπαξιωματικός Ν. Χρηστίδης που μίλησε για την περιπέτειά του στον καθηγητή Μανόλη Ησυχο: «Το πλοίο έγερνε. Κατέβηκα τις σκάλες για να δω κάποιον συνάδελφό μου και μπήκα στο μεγάλο υπόφραγμα των ναυτών. Μόλις πέρασα την πόρτα, το πλοίο πήρε μεγάλη κλίση και βρέθηκα εγκλωβισμένος μέσα στο υπόφραγμα δίχως να μπορώ να βγω από εκεί που μπήκα. Πίσω από την πόρτα υπήρχαν κιβώτια τροφοδοσίας και με την κλίση μετατοπίστηκαν. Με την κλίση του καραβιού είδα τα φινιστρίνια να βλέπουν προς τον ουρανό. Μέσα από τα φινιστρίνια περνούσαν οι ακτίνες του ηλίου, κατακόρυφα. Μη έχοντας άλλη επιλογή βρέθηκα σε ένα φινιστρίνι, αρκετά μικρό. 

Στο καράβι μας όταν το παραλάβαμε δεν υπήρχαν έξοδοι κινδύνου, μεγάλα φινιστρίνια, παρά μόνο μικρά για να παίρνουμε αέρα. Πήγα στο φινιστρίνι λοιπόν κι ενώ ανέβαιναν τα νερά είδα τους συναδέλφους που μου φώναζαν ‘Χρηστίδη το άλλο, το άλλο. Εγώ επειδή ήμουν στο ταβάνι δεν έβλεπα τι εννοούσαν. Με τις φωνές τους όμως συνειδητοποίησα ότι μιλούσαν για μία ανθρωποθυρίδα που είχαμε φτιάξει σε μία επισκευή στην Καλκούτα. Και η τραγική ειρωνεία είναι ότι όταν πρωτοφιάχθηκε αυτή η ανθρωποθυρίδα, επειδή εγώ ήμουν ναυτάκι τότε, οι άλλοι μου έκαναν καλαμπούρι και μου έλεγαν ‘ρε Χρηστίδη για μπες να δούμε χωράς να περάσεις..’ και έτσι με έβαζαν να περνώ από την ανθρωποθυρίδα που ήταν τελικά εκείνη που με έσωσε ... Βγήκα στην καρίνα και άρχισα να τραβώ και τους άλλους. Υπήρχαν όμως και άλλοι ναύτες στα πιο χαμηλά υποφράγματα των μηχανικών και των τορπιλών, που μείνανε μέσα ... δεν πρόλαβαν ...». Στο περιστατικό αναφέρθηκε και ο Γ. Βαρελάς: «Από μία παραφωτίδα ασφαλείας είδα να βγαίνουν 4-5 ναυτοδίοπες, οι οποίοι με πολύ ψυχραιμία -κι αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση - έβγαιναν ο ένας μετά τον άλλον χωρίς κινήσεις πανικού που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα και να μη βγει κανένας τελικά».

Βγαίνοντας στην καρίνα του πλοίου, ο Χρήστιδης είχε κι άλλο ένα πρόβλημα να αντιμετωπίσει. Πάνω στο πλοίο, υπήρχε ένα νεαρό παιδί από τη Λέρο, το οποίο ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια. Για να μπορέσει να κρατηθεί στο πλοίο, το παιδί είχε πιαστεί από ένα σκοινί. «Απλωσα τα χέρια μου για να φθάσω το μικρό - αφηγείται ο Ν.Χρηστίδης - μα εκείνο δεν ερχόταν κοντά .. στην αγκαλιά μου. Σαλτάρισα κοντά του και έπιασα τα χέρια του. Το παιδί όμως έτσι όπως κρεμόταν είχε δει από την άλλη πλευρά του πλοίου μία βάρκα και ήθελε να το πάρουν εκεί. Δεν υπήρχε όμως χρόνος. Ανέβηκα στο σημείο που κρατιόταν και του χτύπαγα τα χέρια για ν’ αφήσει το σκοινί και να μπορέσω να το σώσω εγώ. Το παιδί όμως δεν τ’αφηνε το σκοινί με τίποτα μέχρι που το καράβι μπατάρισε κι άλλο και κατάφερε ν’ ανέβει στην καρίνα και να πηδήξει από την άλλη πλευρά όπου τελικά τον μάζεψε η βάρκα... Εγώ έφυγα από την άλλη πλευρά και βρέθηκα στη θάλασσα, δίπλα στα πετρέλαια που καιγόντουσαν. Εκεί ήταν ένας συνάδελφος, ο Παγώνης. Πλησιάσα να τον βοηθήσω να βγει από τα πετρέλαια και μου φώναξε ‘Μη με πιάνεις Χρηστίδη’ και μου έδειξε το πόδι του που ήταν σχεδόν κομμένο. Βρήκαμε ένα ξύλο, το έπιασε ο Παγώνης και άρχισα να τον σπρώχνω μέχρι που απομακρυνθήκαμε από την πυρκαγιά».


Από το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ μία μαύρη στήλη καπνού ανέβαινε ψηλά κι απλωνόταν. Το ένδοξο αντιτορπιλικό έγειρε δεξιά, και άρχισε να βυθίζεται ώσπου στο τέλος έμεινε όρθια μόνο η ράχη της πλώρης. Στάθηκε για λίγο έτσι η ΟΛΓΑ σαν να μην ήθελε να πεθάνει... Όμως το πλοίο ήταν βαριά λαβωμένο, και χώθηκε απότομα στη θάλασσα που το αγκάλιασε για πάντα μαζί με τους 65 νεκρούς ήρωές του.

«Η πιο συγκινητική στιγμή ήταν όταν χάθηκε το πλοίο - θυμάται ο Ν.Ματάλας. Ακούστηκε μία φωνή ‘Ζήτω η ΟΛΓΑ’ και 120 άνθρωποι που χαροπάλευαν μέσα στη θάλασσα επανέλαβαν την κραυγή ‘Ζήτω η ΟΛΓΑ’». Μέχρι αυτή την ύστατη στιγμή που το ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ βυθιζόταν ακούγονταν το ραδιόφωνο στο υπόφραγμα που μετέδιδε την Κυριακάτικη Λειτουργία, σαν να συνόδευε το αντιτορπιλικό μας και τους νεκρούς του στον υγρό τους τάφο...

Προτομή του κυβερνήτη Μπλέσσα στο Αργοστόλι τόπο καταγωγής του

Tο θρυλικό ναυάγιο που αναπαύεται στην υγρή αγκαλιά της θάλασσας, στο Λακκί της Λέρου. Η οργάνωση της αποστολής απασχόλησε τα μέλη της ομάδας αρκετούς μήνες. Η σημαντική ιστορία αυτού του αντιτορπιλικού που το τοποθέτησε στη σφαίρα του θρύλου, ήταν μεγάλος πόλος έλξης. Η δυνατότητα να δούμε από κοντά αυτό το πλοίο που με την δράση του έγραψε μία από τις πιο ένδοξες σελίδες της ναυτικής μας ιστορίας, μας προκαλούσε δέος. Η συνεργασία με τον Δήμο Λέρου ήταν από την αρχή ιδιαίτερα καλή. Οι κάτοικοι της Λέρου δεν ξεχνούν. Κάθε χρόνο πραγματοποιούν μνημόσυνο για τους ήρωες του ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΟΛΓΑ και καλούν όλους τους επιζώντες δίνοντάς τους έτσι την ευκαιρία να ξαναζήσουν τις στιγμές που πέρασαν μαζί. Στιγμές γεμάτες αγωνία και πολύ συχνά θλίψη αλλά και στιγμές αλληλεγγύης, συντροφικότητας και αληθινής φιλίας. Γιατί το πλήρωμα δεν ξεχνά ποτέ τον κυβερνήτη του όσα χρόνια κι αν περάσουν. Δεν ξεχνά τους συναδέλφους που θυσιάστηκαν. Και τους τιμά όπως τους πρέπει και τους αξίζει.

http://www.theabyss.gr
το είδαμε ΕΔΩ