Labels

Showing posts with label Αποχαιρετισμός. Show all posts
Showing posts with label Αποχαιρετισμός. Show all posts

Sunday, August 25, 2024

Καλό ταξίδι…


« Ο Χρήστος Γιανναράς πέθανε, έλεγε η πληροφορία, στα αγαπημένα του Κύθηρα, βράδυ, μιλώντας με φίλους, έχοντας από ώρα στρέψει τη συζήτηση στον Δ. Κουτρουμπή (το Καταφύγιο Ιδεών που διάβασα το 1987 γεμάτο ένταση και συγκίνηση για τον «ερημίτη της Βουλιαγμένης») που σφράγισε ανεξίτηλα και τη δική του πνευματική διαδρομή. Μιλούσε λοιπόν γι' αυτόν όταν ξαφνικά σιώπησε, σήκωσε το χέρι του, έκανε το σταυρό του και έσβησε ανάμεσα στους φίλους.»


*Της Όλγαw Ντέλλα, η αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του Νωντα Τσίγκα: Xartokptis.blogspot.com


Wednesday, December 27, 2023

Βασίλης Καρράς - ο χριστιανός της νύχτας

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο

Το ακόλουθο δημοσίευμα το έκανε ο Γιάννης Τσαβδαρλής, φίλος των φοιτητικών μας χρόνων. Οι μεγάλες ψυχές φανερώνονται όταν φύγουν… Τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι μπορεί να τη χωρίζει μεγάλη απόσταση από τη μουσική του Βασίλη Καρρά, αλλά οι μεγάλες, φιλ’ανθρωπες και ελεήμονες ψυχές τους ήταν από το ίδιο καλούπι και πιστεύω πως μαζί αναπαύονται τώρα στην αγκαλιά του Θεού… Δεν ξέρω ποια μουσική προτιμά ο Ύψιστος αλλά είμαι βέβαιη πως τέτοιες ψυχές αγαπά… Αυτούς τους ευαίσθητους καλλιτέχνες που αντικατέστησαν τους μεγάλους ευεργέτες…. ο Θεός να αναπαύει αυτήν την… ψυχάρα…

….

“Ήταν Οκτώβριος του 1988.Εργαζόμουν ως σερβιτόρος σε ψαροταβέρνα στο πάρκο Τερψιθέας στην Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης.Ημουν φοιτητής της Θεολογικής του ΑΠΘ.
Τρίτη μέρα στη δουλειά και μπαίνει ο Βασίλης Καρράς με την παρέα του,όλοι αλάνια,για τσίπουρα.Αφου φάγανε και ήπιανε ζητούν λογαριασμό.
Τον πηγαίνω,Κύριε Καρρά 7000 δραχμές,η κάτι τέτοιο.
Ρε ψηλέ,πας καλά; Μας έσφαξες.
Πάω στο αφεντικό σαν βρεγμένη γάτα,το και το του λέω ο Καρράς.
Πες του να πα να γα...εί.
Μα,πως να το πω;
Αν δεν το πεις,σε απολυω.
Τι να κάνω,πάω.
Κύριε Καρρά το αφεντικό είπε το και το .
Σκάσανε στα γέλια όλοι τούς.Ρε ψηλέ ποιος είσαι;Είμαι φοιτητής Κύριε Καρρά,για το μεροκάματο,τι να κάνω; Σηκώνεται και λέει,όλοι απο 1000 δραχμές πορμπουαρ στον ψηλό μη σας γα...ω.
Καλά xριστουγεννα.»

Wednesday, July 13, 2022

Αποχαιρετώντας τον Απόστολο Καρούλια (1/04/1937 - 9/07/2022)


Κάποιοι άνθρωποι ανάμεσά μας είναι σχεδόν αόρατοι. Τόσο λεπτεπίλεπτοι και διακριτικοί, τόσο αθόρυβοι μέσα στην πολύβουη και πολυτάραχη ζωή μας σαν να κάνουν τα πάντα για να μην ταράξουν τον αέρα, να μην προσβάλλουν το φως, να μην τραυματίσουν το Κάλλος της ζωής. Αυτοί είναι τα πιο ευγενικά και γνήσια παιδιά της ζωής. Αν τους τύχεις στο διάβα σου κι αν σταθείς τυχερός και τους γνωρίσεις λίγο, εκπλήσσεσαι από το πέλαγος της ομορφιάς που κουβαλούν στα σπλάχνα τους. Ένας τέτοιος σπάνιος άνθρωπος υπήρξε ο Απόστολος Καρούλιας. 

Ο Απόστολος στη συνέχεια σπουδάζει Μετεωρολογία και φεύγει λίγο πριν το 1970 στο Παρίσι όπου και θα κάνει το διδακτορικό του πάνω στην επιστήμη που αγαπά. Εκεί θα γνωρίσει τον συνταγματολόγο Δήμο Τσούρκα ο οποίος κάνει επίσης το διδακτορικό του εκεί και μέλλει να γίνει ένας από τους στενότερους φίλους του. Εκεί όμως γνωρίζει και την οικογένεια του Ουσπένσκι με τους οποίους συνδέεται στενά, όπως και τον π. Συμεών de la Jara (από το Περού). Επιστρέφοντας στην Ελλάδα και στη γενέθλια πόλη του Θεσσαλονίκη λίγο πριν το 1974 του προτείνουν θέση στο Πανεπιστήμιο την οποία και αναλαμβάνει, αλλά μετά από λίγο καιρό παραιτείται. Προσλαμβάνεται στην «Ξυλοπάν» από τον Ανδρέα και τη σύζυγό του Έφη Μαρκεσίνη που έχουν δημιουργήσει μια εταιρεία επεξεργασίας συγκολλητικών ουσιών φιλικών προς το περιβάλλον για ξυλοσανίδες. Ο Απόστολος μεταμορφώνει το εργαστήρι σε μικρό παράδεισο βάζοντας την προσωπική σφραγίδα της υψηλής αισθητικής του, πράγμα που οδηγεί σε μία ακόμα στενή φιλία με το ζευγάρι των χημικών που θα κρατήσει για όλη του τη ζωή. Όταν φεύγει από κει, προσλαμβάνεται και εργασιακά αγκυροβολεί πλέον οριστικά στην Ελληνική Εταιρεία Σλαβικών Μελετών όπου διευθύνει ο Ταχιάος. Άλλη μια δυνατή φιλία γεννιέται εκεί ανάμεσα στους δύο άντρες, καθώς ο Απόστολος αναλαμβάνει τη γραμματειακή υποστήριξη του Ιδρύματος μιας και γνωρίζει άπταιστα αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά. Από κει θα συνταξιοδοτηθεί. 

 

Οι φιλίες του στο διάβα της ζωής του δεν ήταν τυχαίες ούτε ευκαιριακές. Η φιλία για τον Απόστολο ήταν ιερή. Συνδέεται στενά με τον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη και τον Κάρολο Τσίζεκ. Συχνά κάνουν μεγάλες εκδρομές μαζί στις εξοχές τις οποίες με νοσταλγία θα μας περιγράφει χρόνια μετά αφότου οι σπουδαίοι αυτοί άνθρωποι έχουν φύγει απ’ τη ζωή. Η παρέα αυτή συνήθιζε να περπατάει, να συζητά, να κάθεται στα χορτάρια, να μαζεύει αγριολούλουδα και να φτιάχνει ανθοδέσμες από άνθη του αγρού. Ο Απόστολος γνώριζε όλα τα δέντρα και τα φυτά με το λατινικό τους όνομα, την προέλευσή τους και πώς αναπτύσσονται. 


Η αισθητική για τον Απόστολο ήταν σχεδόν προϋπόθεση της ύπαρξης. Ο ίδιος ήταν πάντα κοκέτης, αλλά και τις γυναίκες ήθελε να τις βλέπει να φορούν φορέματα. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη σχολιάσει αρνητικά μια γυναίκα με παντελόνι, πρόχειρα ντυμένη ή αχτένιστη. Μια τέτοια εικόνα τον έθλιβε βαθιά και ενίοτε τον εξόργιζε.  Ήταν εραστής του ωραίου σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, από τα πιο μικρά και ασήμαντα πράγματα μέχρι τα πιο μεγάλα και σημαντικά. Η ασχήμια τον πονούσε. Ακόμα και στο πακέτο των τσιγάρων του έβαζε πάντα μικρά πολύχρωμα χαρτάκια για να μη βλέπει τις άσχημες φωτογραφίες που από ένα σημείο και μετά είχαν, ενώ το βιβλίο που κάθε φορά διάβαζε το έντυνε με χάρτινο κάλυμμα που επιμελώς έκοβε για να μη φθείρεται το εξώφυλλο. Διψούσε την ομορφιά, λάτρευε την τάξη, ζούσε με σταθερό πρόγραμμα που ποτέ δεν παραβίαζε. Μα πάνω απ’ όλα ήταν εραστής της τέχνης και της λογοτεχνίας. Νομίζω πως δεν τον συνάντησα ποτέ εδώ και είκοσι πέντε τουλάχιστον χρόνια που συνδεόμασταν χωρίς να έχει μαζί του τουλάχιστον ένα βιβλίο. Πολλές φορές δε είχε δύο ή τρία, όλα με δικό του εξώφυλλο. Ήταν μεθυσμένος με την ανάγνωση, σχεδόν εξαρτημένος, ξόδευε σχεδόν όλα του τα λίγα χρήματα στην αγορά βιβλίων. Ακόμα κι όταν ερχόταν στο σπίτι μας μαζί με τα γλυκά ή το δώρο που έφερνε είχε και το βιβλίο που διάβαζε και πάντα πρώτα ερευνούσε εξονυχιστικά τη βιβλιοθήκη ή τα βιβλία που ήταν ακουμπισμένα στο τραπέζι του σαλονιού και μετά μας μιλούσε. Ήταν συνδρομητής σε διάφορα περιοδικά ανά τον κόσμο και ήξερε ανά πάσα στιγμή τι συμβαίνει σε Ευρώπη, Αμερική και Ρωσία από παραστάσεις, εκθέσεις, εκδόσεις, επιστήμες κά. Διάβαζε στο πρωτότυπο τα ξένα λογοτεχνικά βιβλία και είχε το σπάνιο χάρισμα να θυμάται αναρίθμητους τίτλους, ονόματα συγγραφέων αλλά και το περιεχόμενο του κάθε βιβλίου, μέχρι και τους τίτλους των διηγημάτων που περιείχαν. 


Τα τελευταία χρόνια οι φίλοι του συγκεντρωνόμασταν τις Κυριακές στο καφέ «Λουτρό» ή και σε άλλα παρακείμενα καφέ της Αριστοτέλους. Ο Απόστολος είχε επίσης το μεγάλο χάρισμα να ενώνει τους ανθρώπους. Ποθούσε οι φίλοι του να γίνουν και φίλοι μεταξύ τους. Και στο μεγαλύτερο βαθμό το κατάφερνε. Έτσι γνωρίσαμε πριν χρόνια έναν ακόμη στενό του φίλο, τον Μάρκελλο Πιράρ που τον υπεραγαπούσε, έτσι σ’ αυτές τις συναθροίσεις και τον φοιτητή του Γιώργο, τον Γρηγόριο Ζιάκα και την κόρη του Αγγελική, τον γιατρό Κανονίδη κά. Ήταν χαρακτηριστικό πως ευρισκόμενος ανάμεσα στην μεγάλη του παρέα ο Απόστολος δε μιλούσε ποτέ, παρά μόνο άκουγε προσεχτικά τους άλλους. Μιλούσε μόνο όταν τον συναντούσες κατ’ ιδίαν και μόνο τότε ξεδιπλωνόταν ο απέραντος θησαυρός που κουβαλούσε. 



Ζούσε μόνος, ολομόναχος με τα βιβλία του, τα φυτά του και τα έργα τέχνης και όλα είχαν τη θέση τους. Σπάνια έβλεπε καμιά ταινία στην τηλεόραση και συνήθως αυτή ήταν από τις περιπέτειες του Ηρακλή Πουαρώ,  -πράγμα διόλου τυχαίο αν λάβουμε υπόψιν μας την αισθητική της εποχής αυτής της σειράς. 

Το σπίτι του ήταν μια απέραντη βιβλιοθήκη και ένα μουσείο κεραμικών, τα περισσότερα της κεραμίστριας φίλης του Αλεξάνδρας, αλλά  και κάθε είδους μικρών αντικειμένων αξίας που αγόραζε από τα παλιατζίδικα. Τα αγόραζε και μετά τα δώριζε στους φίλους του. Ήταν ένας εξαιρετικός εκτιμητής της αξίας των πραγμάτων. 
  • Τον έθλιβε ιδιαίτερα όταν σ’ αυτά τα μαγαζιά έβρισκε πακέτα από αλληλογραφίες ενός τεθνεώτος που έδωσαν οι συγγενείς του. Δεν ήθελε η δική του αλληλογραφία να «καταντήσει» έτσι. Έτσι, μια νύχτα ήρθε στο σπίτι μας και μας παρακάλεσε να ανάψουμε το τζάκι για να κάψει όλη την αλληλογραφία του. Του κάναμε βέβαια το χατίρι, αλλά δε φανταστήκαμε τι γράμματα θα κατάπιναν οι φλόγες. Κάποια τα έριχνε στις φλόγες δίχως να πει τίποτα γι’ αυτά, για κάποια όμως ονομάτιζε τον αποστολέα τους. Το μόνο που προλάβαμε - και για καλή μας τύχη μας το χάρισε- ήταν η περίφημη επιστολή του Κόντογλου που δημοσιεύουμε εδώ.



  • Σύχναζε στην Παναγία Χαλκέων. Αγάπησε τους ιερείς και τους μοναχούς και τον διακατείχε μια ξεχωριστή ευλάβεια για το ράσο αλλά και για κάθε πονεμένο άνθρωπο. Τον πίκραινε πολύ η στενοκεφαλιά και η ασπλαχνία κάποιων που προσποιούνται τους χριστιανούς και έχουν καρδιά πιο σκληρή κι από την πέτρα. Ήταν βαθιά ευγνώμων στον Χριστό, αλλά και στους ανθρώπους. Το μόνο που ζητούσε ήταν να ζήσει άλλη μια άνοιξη που ήταν η αγαπημένη του εποχή. Φιλάσθενος σε όλη του τη ζωή, αφότου συγχωρέθηκε η λατρεμένη του αδελφή πήρε την κάτω βόλτα. Παρ’ όλα αυτά εξακολουθούσε να έρχεται με το μπαστουνάκι του στις κυριακάτικες συναθροίσεις μας. Τα τελευταία χρόνια απέκτησε για συντροφιά κι έναν γάτο, τον Τσουτσούρη, που τον αγάπησε πολύ και ήθελε να μιλά γι’ αυτόν. Ένας από τους πιο πρόσφατους φίλους του, ο Δημήτρης Σκλαβενίτης και η γυναίκα του Αθανασία έμελλε να γίνουν σαν παιδιά του και να τον φροντίσουν ιδιαίτερα. 


    Θα έχει πάνω κάτω δυο μήνες που εξασθένησε πολύ και δυσκολευόταν να φάει. Κανείς δεν ήξερε τι έχει. Τον επισκεπτόμασταν στο σπίτι του γιατί δεν μπορούσε πλέον να περπατήσει. Μια μέρα μας παρακάλεσε να τον πάρουμε και να πάμε στην φίλη του και φίλη μας Έφη, αλλά ενώ το κανονίσαμε, ο γιατρός του συμβούλεψε να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Εμείς πήγαμε στην Έφη, αλλά εκείνος δεν μπόρεσε να έρθει κι αυτό του κόστισε πολύ. Δυο μέρες πριν εισαχθεί στο Ιπποκράτειο, την πρώτη φορά, πήγα να τον δω και του χάρισα την Οδύσσεια που γνώριζα πως την περίμενε πώς και πώς. Δεν μπορούσε ούτε να τη σηκώσει στα αδύναμα χεράκια του, αλλά δε θα ξεχάσω τη λάμψη στο πρόσωπό του. Να είναι καλά και η κυρία Χριστίνα που τον φρόντιζε και τον αγάπησε σαν πατέρα της. Βγήκε από το Ιπποκράτειο αλλά ξαναέγινε εισαγωγή λίγο μετά και εκεί τον φρόντισε ο στενός του φίλος και καρδιολόγος Γιάννης Κανονίδης από τον οποίο και πληροφορηθήκαμε δέκα μέρες πριν πως είχε όγκο στον εγκέφαλο. Ο όγκος διάλεξε έναν τέτοιο αξεπέραστο νου… Δεν του το είπε κανείς. Του έδωσαν ζωή δυο τρεις μήνες. Μα όποιος τον ήξερε μπορούσε εύκολα να υποθέσει πως ένας τόσο αξιοπρεπής άνθρωπος κάτι τέτοιο δεν θα το άντεχε για πάνω από λίγες ώρες ή μέρες. Στο νοσοκομείο κοιμόταν τις περισσότερες ώρες και ευτυχώς δεν πονούσε. Όταν ξύπνησε όμως και είδε πως του έχουν βάλει σωληνάκια για να λαμβάνει τροφή, τα έβγαλε λέγοντας πως δεν τα χρειάζεται αυτά και πως μπορεί να τρώει μόνος του. Επέστρεψε στο σπιτάκι του, δυο μέρες μετά δεν μπόρεσε να φάει το πρωινό του και το απόγευμα του Σαββάτου έφυγε... Η κυρία Χριστίνα μου είπε πως το μόνο βιβλίο που είχε στο τραπεζάκι δίπλα του ήταν η Οδύσσεια κι ήταν αυτό που οι καλοί του φίλοι πότε πότε του διάβαζαν τις τελευταίες του μέρες...Κι έτσι έφυγε ο αγαπημένος μας Απόστολος ήσυχα και αθόρυβα όπως έζησε, αξιοπρεπώς όπως ήθελε και σαν ψέματα όπως ήρθε σ’ αυτόν τον κόσμο...
  • Ας τον αναπαύει ο Κύριός μας που τόσο Τον αγάπησε κι ας έχουμε όλοι την ευχούλα του… 

     


  •  

    Sunday, February 20, 2022

    ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ 1948 -19/2/2022 -ΠΟΙΗΜΑ

    Ασθμαίνοντας πορεύεται το ποίημα
    κι οι λέξεις δύσκολα μπαίνουν
    στον στίχο
    παιδιά που συλλαβίζουν
    ή τρέχουν στην αυλή
    μην ξέροντας από πού να πας
    κοντά τους
    Το ποίημα αποτυπώνει
    τη μέσα μας ζωή πολύ δύσκολα
    το φτάνεις
    Όπως σε νύχτα μακελειού
    οχυρώνεσαι πίσω απ’ τον θάνατο των άλλων
    έτσι και το ποίημα εκτεθειμένο
    πριν από μας
    κερδίζει τις λέξεις.

    Monday, February 14, 2022

    duende στο ημίφως - της Όλγας Ντέλλα

    Εnduendado λέει ο Λόρκα, για τον ένθεο βίο ενός ποιητή. Εν και Θεός και Ουσία. Ενθουσιασμένος, εκστατικός, από τη θεία μανία -δερβίσικα- κατεχόμενος.

    Όπως ο Πλάτωνας στον “Φαίδρο”, όποιος χωρίς τη μανία των Μουσών φτάνει στις θύρες τις ποιητικές, πεπεισμένος ότι χάρη στην τεχνική του θα γίνει ικανός ποιητής, ατελής θα παραμείνει, και αυτός και η ποίησή του.

    Κάπως έτσι.

    Και αυτή η σκέψη ήρθε μετά την αναχώρηση του Γιώργου Μπρουνιά -τέσσερις μέρες τώρα.

    Υπάρχει τρόπος να' χεις το duende έτσι -αθόρυβα, διακριτικά, χαμηλόφωνα. Να παραμένεις βολβός, να συνομιλείς με τα χώματα, άνθη σου να' ναι αυτές οι μικρές εκρήξεις μεταφορικού λόγου, αιφνίδια φευγαλέα περάσματα, “πεταρίσματα” πάνω στην ομορφιά, συνοπτικά βλέμματα, που τρέχεις ακάλυπτος, με όλες σου τις αισθήσεις ορθάνοιχτες, με λέξεις μοναχά -κι αφού την ενδυθείς- να την ποιήσεις.

    Ο Μπρουνιάς χρειάστηκε τον μεταφορικό λόγο να μιλήσει, ισορροπώντας, θα' λεγα, σε μια τραμπάλα παιδική. Πότε από εδώ πότε από εκεί. Μην αντέχοντας και πολλή πραγματικότητα. Γι' αυτό και την είδε μέσα σε μια καινή ονοματοδοσία. Και έπειτα την αφήνει στην άκρη, για να δει τον κόσμο όπως είναι. Προτού ή αφού τον ονομάσει.

    Τα έφερε όλα κοντά μας με τα δικά του μάτια, όπως το έκανε ο Όμηρος και μετά ο Κορνάρος, εκτενή περάσματα από το “όπως” στο “έτσι”. Το ανοίκειο κοντά με το οικείο. Αυτά που στα δικά του μάτια ήταν συγγενή, και στους υπόλοιπους όχι, προτού η δική του ματιά τα συνενώσει.

    Συμμετέχει έτσι με τον δικό του τρόπο σ' αυτό που συντελείται κατά το ξάφνιασμα που σε συνεπαίρνει μέσα στην καθημερινότητα και που σε κάνει να ανακαλύπτεις λιθαράκια ομορφιάς, όπως περίπου ο Κοντορεβιθούλης, ξαναβρίσκοντας κάθε φορά και το χαμένο μονοπάτι προς αυτήν. Έτσι, σα να δραπετεύεις την ίδια ώρα από ό,τι δε συνάδει με αυτήν. Ακόμα και από τη μοναξιά. 

    Παραμένει ενθουσιασμένος. Τα ποιήματά του είναι εκμυστηρεύσεις αυτού του ενθουσιασμού.

    Άλλοτε μικρές αφηγήσεις -ημερολογιακές σχεδόν- σκέψεις που σαρκώθηκαν μέσα σε στίχους, στοχασμοί πολύτιμοι.

    Αγαπώ αυτά και τα ακαριαία, λιτά, υπαινικτικά ποιήματα, και προπάντων αυτά που σε πιάνουν εξαπίνης. Αλλά και εκείνα τα εκτενή. Που απνευστί σχεδόν τα φτάνεις ως το τέλος. Σα να τον έχεις μπροστά και να σου μιλά, ενώ στην πραγματικότητα μονολόγους αφήνει προς ανάγνωση. 

    Αγαπούσα ιδιαίτερα αυτά τα υπέροχα τρία κοσμήματα -τις ποιητικές συλλογές- πρώτα ως βιβλίο μέσα σ' αυτό το αγαπητικό σχήμα, της αγκαλιάς. Ήταν μια είσοδος που πάντα με έθελγε να την περπατήσω. Μετά διέσχιζα το δώμα. Και το δώμα παραμένει η ραχοκοκκαλιά της εστίας.


    ΟΥΡΑΝΟΣ


    Δάση. όπως λέμε σκίστηκαν τα ρούχα μου

    Νερά. όπως λέμε τρύπησαν τα παπούτσια μου

    Σύννεφα. όπως λέμε μ' ανακατωθήκαν τα μαλλιά

    Δάση νερά σύννεφα. όπως λέμε

    είμαστε όνειρα


    ΧΑΡΑΚΤΙΚΟ


    Οι σπόροι πέφτοντας στη γη

    είναι σαν το μολύβι όταν πρωταγγίζει το χαρτί

    για να γίνει χάρτης

    με καινούριους τόπους

    επάνω του σχηματισμένους, τα πλοία που τους βρήκανε

    και τις θάλασσες που διασχίσανε για να φτάσουν ως αυτούς

    Μαζί φαίνεται πιο πίσω

    και μια κάμαρη με σύνεργα πάνω στο τραπέζι

    διαβήτες φακούς και τρίγωνα

    κι έξω η νύχτα με τον έναστρο ουρανό και τους πλανήτες

    να διαγράφουνε τροχιές

    στιγμιαία ορατές στα τηλεσκόπια

    και ένα σκελετό στον τοίχο

    στην εικόνα μέσα ίσως υπενθύμιση

    ότι οι σπόροι πέφτοντας στο χώμα

    είναι δέντρα με φύλλα και κλαριά και χρυσά πορτοκάλια

    αλλά είναι μαζί και σώματα

    το καθένα ένας τόπος

    μακρινός και άγνωστος

    άλλοτε να προβάλλει κι άλλοτε να σβήσει στο σκοτάδι


    ΣΥΝΘΕΣΗ


    Ο ποιητής

    είναι ένας άνθρωπος

    που ξυπνάει το πρωί

    βγαίνει

    κρατώντας μια τσάντα

    συναντιέται με τον κόσμο

    και τα πράγματα

    στη συναλλαγή της μέρας

    μετά γυρίζει σπίτι

    κάθεται

    ανοίγει την τσάντα

    βγάζει λίγο χώμα

    το απλώνει στο τραπέζι του

    το πλάθει υπομονετικά

    κι ύστερα κοιμάται


    ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ


    Είναι μια χρυσή κλωστή

    κρεμασμένη από ψηλά

    κι όταν την αγγίξει ένα σύννεφο

    βγάζει μια λεπτή μουσική

    που διαπερνάει τους ανθρώπους

    και τους κάνει

    εκεί που αμέριμνοι πάνε στις δουλειές τους

    να αναποδογυρίζονται ξαφνικά

    και να βαδίζουνε κατόπιν με τα χέρια

    κάτω και τα πόδια στον αέρα

    Όταν το σύννεφο περάσει

    μ' ένα πήδο γυρίζουνε στην παλιά τους θέση

    και προχωρούν στο δρόμο τους κανονικά

    Είναι ωστόσο κάποιοι που τους αρέσει

    αναποδογυρισμένοι να μιλούνε με τη γη

    βαδίζοντας στον ουρανό

    και μένουνε σ' εκείνη την κατάσταση

    ουρανοκατέβατοι

    Αυτούς όταν τους βλέπουμε να περπατάνε έτσι

    σκύβουμε

    και χαμογελώντας λέμε στο διπλανό μας

    να οι άνθρωποι με τον τραγουδισμένο νου


    ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΡΟΥΝΙΑΣ


    Οφείλω να κλείσω αυτά τα απρόσμενα που μου ήρθανε να πω με τον τρόπο του ίδιου του Μπρουνιά. Με άνω τελεία στη μόνη περίπτωση. Και σε καμία περίπτωση με τελεία. Έτσι όπως παραμένει η ποίηση. να ανασαίνει και μετά την τελευταία ανάσα του γραφιά της


    [Και τα τέσσερα ποιήματα βρίσκονται στη συλλογή “Η συντροφιά”, εκδόσεις Το Ροδακιό, 2005]



    https://alypiaxwra.blogspot.com/2022/02/duende.html?fbclid=IwAR3rMFOHEM2agd49ggbJUUS-mVjFKjef0guiVxmjv4MyjEbGvFbvvWlSW08

    Thursday, June 17, 2021

    Στή μνήμη τοῦ παππούλη από Κωνσταντίνος Σταυρόπουλος- περ. Αντίφωνο








    Χθὲς.. στὸ πάρκο.. ἦρθε ξαφνικὰ ἕνα μήνυμα ἀπό φίλο ἀδερφικό. Ἀνάμεσα σὲ χαμόγελα εὐχάριστης συζήτησης στὴ δροσιὰ τῶν δέντρων..! Ἔφυγε..; Τὸν πῆρε ὁ Κύριος κοντά του νὰ ξεκουραστεῖ..; Μὲ ἐρωτηματικά, σὰ νὰ ἦταν ἀμφίβολο. Ἴσως γιὰ νὰ ἔρθει ἡ εἴδηση πιὸ ἁπαλά..! Ἡ σεισμικὴ ταραχή τοῦ σώματος κράτησε κάτι ἐλάχιστο τοῦ δευτερολέπτου..! Συγκρατήθηκα καὶ ἀνέφερα ἁπλῶς στοὺς παρόντες φίλους, πὼς κάποια εἴδηση ἦταν λίγο στενάχωρη..! Ἑνάμιση μῆνα νωρίτερα, πάλι σε στιγμὴ δημόσια, περιμένοντας νὰ μοῦ φέρουν τὸ μεσημεριανό φαγητό, ἔμαθα γιὰ τὴν εἰσαγωγή του στὸ νοσοκομεῖο..! Τότε.. δὲν μπόρεσα νὰ κρατήσω τὰ δάκρυά μου..! Κατέβαλα προσπάθεια γιὰ νὰ συγκρατηθῶ λίγο πιὸ μετά..! Θὰ ἔφερνε σὲ ἀμηχανία καὶ ἐμένα καὶ τοὺς γύρω ἀγνώστους, μιὰ ἀκατάσχετη ροὴ δακρύων..! Ἴσως τοῦ συναισθήματος καὶ τοῦ δικοῦ μου πόνου περισσότερο. Ἄλλωστε, αὐτοί ποὺ παραμένουμε, γιὰ μᾶς δὲν εἶναι ποὺ πονᾶμε..; Γιὰ τὴν ἀγωνία τῆς μοναξιᾶς.. τοῦ χωρισμοῦ.. καὶ τοῦ φόβου γιὰ τὸ δικό μας μέλλον του θανάτου..! Γιὰ τοὺς πολλούς μιλάω, ὄχι γιὰ τὶς ἐξαιρέσεις..! Πέρασε τὸ κατόπιν ἑνάμισι μήνας μὲ προσευχές, κάποτε ἔντονες, κάποτε μὲ δάκρυα τοῦ πόνου, τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἔλλειψης..! Μὲ τὴν δική μου μικροζωὴ καὶ τὴν δική μου ἀσθένεια ψυχῆς καὶ σώματος, νὰ μὲ συνδέει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά, μὲ ἕναν ἀκόμη τρόπο, μαζί του..!

    Ταξιδεύοντας ἀπό τὸ καταφύγιο τῆς ἀνατολῆς στὴν ὑλικὴ θαλπωρὴ τῆς δύσης, μοῦ δόθηκε νὰ ζήσω τὴ μεγάλη γιορτὴ τῆς Πασχαλιᾶς, μὲ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴ συμμετοχή, ποὺ λίγοι ἀπό τὴν πατρίδα μποροῦσαν νὰ ἔχουν στοὺς παράξενους καιρούς μας..! Μὲ ψαλμοὺς καὶ ὕμνους σὲ μιὰ χαρούμενη διακονία, ἔζησα την μέγιστη χαρά τῆς Ἀναστάσεως, παρέα μὲ τοὺς ξεριζωμένους ἕλληνες καὶ ἀνάμεσα σὰ κάθε λογῆς ἀνθρώπους, ποὺ ψάχνουν τὴν ἐλπίδα καὶ παλεύουν τὴν ἐπιβίωση..! Μὲ τὴν ἀσθένεια ψυχῆς καὶ σώματος νὰ μὲ ἀκολουθεῖ καὶ νὰ γίνεται δρόμος καὶ δῶρο ταπείνωσης γιὰ τὸν ἀχαλίνωτο ἑαυτό, ποὺ σὰν καράβι ἀκυβέρνητο πλανιέται στὸ πέλαγος..! Μὲ πάντοτε παροῦσα, τὴν ἀκατανόητη καὶ ἐξαιρετική εὔνοια τοῦ Ἁγίου Θεοῦ..! Καθημερινὰ τὸν ἔφερνα στὸ σκορπισμένο μου νοῦ, ἔστω καὶ μὲ τὸν ἐλάχιστο τρόπο..! Κάποιες φορές καὶ σὲ ὁλονύχτια συντροφιὰ μνήμης καὶ προσευχῆς, ποὺ σὰ νὰ ἐρχόταν ἀπὸ ἐκεῖνον στὸ κρεβάτι τοῦ ὕπνου, καὶ μας ἔφερνε κοντά μὲ τὸν τρόπο τοῦ Θεοῦ..! Καὶ τόσοι καὶ τόσοι φίλοι κι ἀδερφοί ὁλόγυρα. Γυναῖκες τῆς ἀγάπης καὶ τοῦ αἰσθήματος. Ἄνδρες ποὺ λιτὰ τοῦ παραστέκονταν καὶ τὸν κρατοῦσαν στὴ μνήμη καὶ τὴν εὐχή..! Μικροὶ μαθητὲς μιᾶς ἀπέραντης ἀγάπης..! Κοντά του γευτήκαμε τὸν παράδεισο νὰ μᾶς ἀκουμπάει..! Καμιὰ δύναμη δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς πάρει το δῶρο ποὺ μας δόθηκε, ὅταν διψασμένοι τοῦ ζητήσαμε νὰ στάξει τὴ δροσιὰ τοῦ Πνεύματος στὶς καρδιές μας..!

    Σήμερα, μιὰ μέρα ἀνοιξιάτικη στὴν ἄλλη ὄχθη τοῦ ὠκεανοῦ, μὲ φίλους καλούς, γευτήκαμε τὴ χαρὰ τῆς ζωῆς μὲ πλούσια ἁπλότητα..! Ἔτσι τὰ ἔφερε ἡ ὥρα..! Δίπλα τους, ἔνοιωσα τὴν παράδοξη χαρμολύπη..! Νωρίτερα, μετὰ τὴν κυριακάτικη λειτουργία, πάλι βρέθηκα νὰ συγκρατῶ τὰ δάκρυα ποὺ κύλησαν στὸ πρόσωπό μου..! Πάλι σε δημόσιο χῶρο..! Δὲν μ᾽ἄφησε ὁ πανάγαθος στὴ συνήθη μοναξιά νὰ γεύομαι τὴν ἀπώλεια..! Μὲ ἔφερε κοντὰ στοὺς ἀνθρώπους..! Ἔτσι πέρασε ἡ σημερινὴ Κυριακή, μέρα τῆς παραμονῆς γιὰ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ ἀγαπημένου μας..! Τὴν ὥρα ποὺ πρόσωπα οἰκεῖα καὶ προσφιλῆ κατέκλυσαν, σίγουρα λέει ὁ νοῦς μου, τὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα σὲ ὁλονύχτια ἀκολουθία δίπλα στὸ σεπτὸ σκήνωμα τοῦ ἁγιασμένου ἱερέα τοῦ Χριστοῦ, ἐγὼ ἔζησα στιγμὲς ἁπαλῆς χαρᾶς δίπλα στὴ θάλασσα τῆς μεγαλούπολης..! Αὐτὸ μὲ κάποιο τρόπο τόσο παρόμοιο, τὸ ξανάζησα στὴν ἀναχώρηση τοῦ πατέρα ποὺ μὲ ἔφερε στὸν κόσμο. Μία παράξενη οὐράνια χαρὰ μὲ συνόδευε τὶς μέρες τῆς κοίμησης, ὡς καὶ τὴν ταφή. Ὅπου πάλι τότε βρέθηκα νὰ περιδιαβαίνω δίπλα στὴ θάλασσα τῆς ἑλληνικῆς μεγαλούπολης κοιτάζοντας τὸν οὐρανό, ποὺ μόνο αὐτὸς μποροῦσε νὰ χωρέσει τὸν πατέρα μου..!

    Τώρα.. πίσω στὴ πατρίδα ἡ λειτουργία ἔχει τελειώσει..! Πλῆθος λαοῦ βρέθηκε ἀπὸ χθὲς νὰ προσκυνήσει τὸ σεπτὸ λείψανο..! Ἀπ’ τὴν ἄλλη ἄκρη τοῦ κόσμου μοιράζομαι μὲ τοὺς ἀδερφοὺς στὴν πατρίδα, τὴν λύπη τοῦ ἀποχωρισμοῦ ποὺ νικιέται ἀπὸ τὴν χαρὰ τῆς βεβαιότητας, τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς ἀνάστασης..! Σὲ λίγο θὰ ἀφεθῶ στὴν κούραση τῆς νύχτας καὶ στὸν ὕπνο..! Πιὸ μετά, στὸ μικρό θάνατο του δικοῦ μου ὕπνου, ὁ παππούλης θὰ ψέλνεται ἀπὸ τὸν ἅγιο ἐπίσκοπο Φιλόθεο, τὸν πιστὸ καὶ ἄξιο μαθητὴ του ἱερομόναχο Σιλουανό, τὸν Θοδωράκη καὶ τοὺς λοιπούς..! Στὸν προσωρινὸ ἀποχαιρετισμό, μὲ τὸ τίμιο σῶμα καταμεσῆς τῆς ἐκκλησίας, παραστεκόμαστε μὲ συγκίνηση καὶ ἥσυχα δάκρυα. Μὲ πρόσωπα νὰ λάμπουν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς λύπης καὶ μιᾶς χαρᾶς ἀνείπωτης..!

    Ἔτσι ξεκίνησε αὐτή ἡ γιορτὴ τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ πολυαγαπημένου μας παππούλη. Τοῦ ἁγιασμένου ἱερομονάχου Ἀνανία Κουστένη..! Μέσα στοῦ Μάη τὴ δροσιὰ καὶ τὴν χαρὰ τῆς ἄνοιξης..! Κοντὰ στὶς γιορτὲς τῆς ἀγαπημένης του Κωνσταντινούπολης καὶ τῶν λατρεμένων του, Ἁγίων Ἐνδόξων Μεγάλων Βασιλέων καὶ Ἰσαποστόλων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, ποὺ μὲ τὸν λόγο του μᾶς ἔδειξε τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν μεγαλωσύνη τοῦ βίου τους..! Δίπλα στὴ λύπη τῆς γενικῆς τοῦ κόσμου κατάστασης καὶ φθορᾶς, ποὺ τὸ Ἅγιο Φῶς τῆς Ἀναστάσεως νίκησε ὁριστικά..! Ἔτσι θὰ συνεχίσει αὐτή ἡ γιορτὴ τῆς μνήμης τοῦ ἀγαπημένου μας παππούλη. Γιορτὴ ἀγάπης καὶ ἁγιότητας ποὺ μᾶς φέρνει στὴν ἐμπειρία τῆς ἀληθινῆς ζωῆς ποὺ τελειωμὸ δὲν ἔχει..! Ἂς τὸν μιμηθοῦμε στὸ ἐλάχιστο..!

    Ἀνάπαυσον Ἅγιε Κύριε τὴν ψυχὴν τοῦ κεκοιμημένου δούλου σου Ἀνανίου ἱερομονάχου, ἔνθα οἱ δίκαιοι ἀναπαύονται, τὰ ἐλέη Σου τὰ πλούσια..!

    Χριστός Ἀνέστη..

    ————————

    Γράφτηκε στὴ Νέα Ὑόρκη, τὴν ἑπομένη μέρα τῆς κοίμησης τοῦ ἁγιασμένου καὶ μαρτυρικοῦ μας πατέρα. [Σήμερα], παραμονὴ τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἔγινε μιὰ μικρὴ ἐπιμέλεια. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ πεφιλημένος μας παππούλης βρίσκεται στὴ δική του ἄνοδο στοὺς οὐρανούς. Ἀναλάβετέ τον ἅγιοι ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ καὶ κρατῆστε τον γιὰ πάντα στὴν αὐλὴ καὶ τὴν ἀγκάλη τῆς Παναγίου Τριάδος. Ἀμήν καὶ γένοιτο..!



    https://antifono.gr/στὴ-μνήμη-τοῦ-παππούλη/





    Monday, June 7, 2021

    π. Ανανίας Κουστένης: «Ἡ Βασιλική δρῦς» της Ορθοδοξίας-ο πιό ανυπεράσπιστος άνθρωπος του κόσμου από Μαντώ Μαλάμου -

     Βασιλική Δρῦς»! Έτσι τον χαρακτήρισα πριν πολλά χρόνια. Δεν το κατάλαβε και νομίζοντας ότι μιλάω για το περίφημο παπαδιαμαντικό διήγημα μού λέει εμφατικά: «Αριστούργημα, κόρη μου, αριστούργημα!». Και του ξαναλέω: «Εσείς είστε η Βασιλική Δρῦς!». Γέλασε και με…έδιωξε με τον αμίμητο τρόπο του…Αλλά «ἐπειδήπερ πολλοί τε ἐπεχείρησαν (και θα επιχειρούν συνεχώς στο μέλλον) ἀνατάξασθαι διήγησιν» περί τοῦ ἄρτι κοιμηθέντος πατρὸς ἡμῶν, αισθάνομαι την ανάγκη να καταθέσω τη δική μου άποψη για τα πολλά χρόνια που ευλογήθηκα να είναι πνευματικός μου πατέρας.

    Για πολλούς που τον γνώρισαν παλαιότερα ή και τα τελευταία χρόνια ο πατήρ Ανανίας είναι ό «αναρχικός παππάς» των Εξαρχείων με την καλύτερη σημασία του όρου: αντισυμβατικός με άφθονα στοιχεία σαλότητος, τα οποία πολλούς -ειδικά στον χώρο των εκκλησιαστικών- σοκάρουν ως έκφραση κυρίως. Αγνοώντας ίσως ότι ο πατήρ Ανανίας με τον τρόπο αυτόν ασκούσε ποιμαντική με σύγχρονη μέθοδο, αφού ήταν ο άνθρωπος που γέγονε τοῖς πᾶσι τὰ πάντα ἵνα πάντας ἐλκύσει εἰς Χριστόν. Ο παππούλης, όπως τον αποκαλούμε οι περισσότεροι, είναι ο στύλος της Ορθοδοξίας, ο άνθρωπος με την απέραντη αγάπη και το αστείρευτο χιούμορ, ο επιεικής πνευματικός που συγκαταβαίνει στα πάθη μας και τα παίρνει όλα επάνω του: «σάς έχω κρεμασμένους όλους στο πετραχήλι μου» έλεγε, όπως κάθε ιερέας άξιος του ονόματος. Επιπλέον είναι ο λαμπρός φιλόλογος, ο μοναδικός μεταφραστής του Αγίου Ρωμανού και του Θεοφάνους, ο λάτρης της ελληνικής γλώσσας και της ιστορίας του διαχρονικού ελληνισμού, ο αγαπημένος του Θοδωράκη (έτσι τον έλεγε πάντα) Κολοκοτρώνη και του πρώτου Κυβερνήτη της πατρίδος -μερικές φορές του ξέφευγε κι έλεγε «του αγίου Ιωάννη Καποδίστρια». Και μετά το διόρθωνε…Για άλλους ήταν ίσως και λίγο γραφικός… Κατανοητό εν μέρει, γιατί το βάθος του π. Ανανία ήταν απέραντο και εκείνος το έκρυβε επιμελέστατα. «Άλλωστε ποιος μπορεί να μιλήσει για έναν άγιο; Μόνο ένας άγιος!» Για τον Άγιο Πορφύριο ειδικά έλεγε «Πώς μπορεῖ κανείς να περιγράψει την αύρα; Γίνεται; Δεν γίνεται!». Εδώ θα έπρεπε συνεπώς να σταματήσω κι εγώ να γράφω. Αλλά δεν γίνεται… Γιατί ακούω συνεχώς τη φωνή του όταν αναφερόταν στους μάρτυρες και στους Νεομάρτυρες  της Εκκλησίας μας: «Παιδιά, προσέξτε: Δεν άντεξαν το μαρτύριο οι άγιοι μάρτυρες επειδή είχαν απάθεια στον πόνο! Δεν ήταν φακίρηδες!… Πονούσαν και παραπονούσαν!… Άλλο αν στη συνέχεια τους επεσκίαζε η Θεία Χάρις και το άντεχαν. Αλλά πονούσαν απερίγραπτα, πονούσαν όπως κάθε κοινός άνθρωπος. Μην το ξεχνάμε αυτό! Μην το ξεχνάμε!…». (Οι επαναλήψεις του ήταν μουσική!) Γι’ αυτό κι εγώ -ίσως υπακούοντας στην προτροπή του, δυστυχώς μετά από πολλά χρόνια -όταν του έλεγα να καταγράψει τις δικές του “παπαδιαμαντικές” ιστορίες που μάς αφηγείτο με το απαράμιλλο ύφος του, επαναλάμβανε «εσύ να τις γράψεις!». Ισως να ήταν μοιραίο να καταγράψω κάτι από την τραγική, αθέατη και άγνωστη εν πολλοίς πλευρά του, όπως μπόρεσα να τη διακρίνω μέσα από κάποιες ρωγμές.

    Για μένα ο πατήρ Ανανίας είναι ο λεβέντης του Θεού! Ο Άνθρωπος της Ελευθερίας του Χριστού! Ολόκληρη η ζωή του υπήρξε διηνεκής θυσία για την αγάπη του Χριστού και τη διακονία του ανθρώπου. «Δεν του περίσσευε κανένας», όπως έλεγε ο ίδιος για τον Χριστό. Ήταν ο πνευματικός πατέρας του οποίου η αγάπη ξεπερνούσε φαινομενικά τα όρια. Όπως λέει ο Άγιος Παΐσιος «ο καλός πνευματικός πρέπει να είναι αποφασισμένος να πάει στον πάτο της κολάσεως ο ίδιος προκειμένου να σωθούν τα παιδιά του». Με την απέραντη διάκρισή του μάς παραχωρούσε τόση ελευθερία ώστε δεν χρειαζόταν τις περισσότερες φορές να τη χρησιμοποιήσουμε…Ασκούσε διακριτική ποιμαντική με τόσο μυστικό και ανεπαίσθητο τρόπο που κάποιες φορές φαινόταν σκανδαλώδης. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο ιδιαίτερος τρόπος που εκφραζόταν. Πολλοί δεν μπορούσαν να το αντέξουν και αποχωρούσαν… Τους κατανοώ απολύτως γιατί κάποια φορά, για ένα βράδυ μόνο, έπεσα και η ίδια θύμα αυτού του μεγάλου πειρασμού. Εγώ, η αθυρόστομη, ενοχλήθηκα τάχα μου από ορισμένες λέξεις και έγινα ξαφνικά σεμνότυφη και πουριτανή!!! Εκείνη τη νύχτα έζησα οντολογικά την Κόλαση… Όταν ξημέρωσε του τηλεφωνώ. Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε τον ακούω να μού λέει: «Έλα αμέσως!» Με το που μπαίνω με ρωτάει χωρίς περιστροφές «Τί σού είπε; Ξέρεις Ποιος!!! Γιατί αυτό δεν είναι δικό σου! Ο ανθρωποκτόνος από καταβολής κόσμου σου το σφύριξε για να σε διώξει από δω’ και να σε τρελλάνει τελείως!…».Όταν του περιέγραψα επιγραμματικά την εφιαλτική νύχτα που πέρασα, με κοίταξε αμίλητος και μετά είπε: «Αυτό, κόρη μου, είναι το αρχέγονο αίσθημα της εξορίας του Αδάμ…».

    Τον γνώρισα στα 23 μου χρόνια, ανήμερα της αγαπημένης του εορτής της Παναγίας των Βλαχερνών. Είναι η Παναγία του Ακαθίστου Ύμνου, που της έχτισε εκκλησία στην ιδιαίτερη πατρίδα του, κι όπου τώρα αναπαύεται το μαρτυρικό του σώμα. Εξέφρασε έτσι την άφατη αγάπη του για κείνην, «την “ιδιαιτέρα” του Κολοκοτρώνη», όπως την έλεγε. Aλλά μάλλον έπρεπε να πει την δική του “ιδιαιτέρα”! Δεν το έλεγε  όμως ακολουθώντας το παράδειγμα του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Ερμήνευε άλλωστε το Ευαγγέλιο «σαν μεγάλος βιρτουόζος της Θεολογίας», κατά την προσφυή παρομοίωση φίλης μουσικού για κείνον: «Ο πατήρ Ανανίας είναι όπως οι μεγάλοι δεξιοτέχνες: παίζουν ένα πολύ δύσκολο κομμάτι και νομίζεις ότι παίζουν κάτι εύκολο, καθώς δεν προβάλλεται καθόλου η προσπάθεια. Έτσι και ο πατήρ Ανανίας: σού λέει τις πιο βαθειές δογματικές αλήθειες με τρόπο απλό, κατανοητό και βιωματικό». Γιατί ο π. Ανανίας “κατανοούσε” τα μυστήρια του Θεού όχι με το μυαλό, την ψυχολογία  ή τον φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά με την προσευχή και την ταπείνωση. Αναφερόμενος λοιπόν συχνά στον Ευαγγελιστή Ιωάννη και στον αυτοχαρακτηρισμό του «ὁ μαθητὴς ὅν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς», ερμήνευε τη φράση αυτή αντίστροφα: «ὁ μαθητὴς ὅς ἠγάπα τὸν ’Ιησοῦν», έλεγε, γιατί, ο Χριστός όλους τους αγαπούσε το ίδιο, αλλά από ταπείνωση λέει αυτό που λέει ο Ιωάννης. Και επειδή τον αγαπούσε τόσο, γι’ αυτό και τού αποκάλυψε τα περισσότερα ο Ιησούς. Κατά το μέτρο της Αγάπης γνωρίζουμε». Ή για να θυμίσω μια ακόμα προσφιλή του διαπίστωση: «ό, τι αισθάνεσαι εσύ για τον άλλον, αργά-γρήγορα θα αισθανθεί κι αυτός για σένα! Τηρουμένων των αναλογιών βγάλτε τα συμπεράσματά σας!…». Και κάτι ακόμα για την ερμηνεία του Ευαγγελίου: θυμάμαι όταν μού ερμήνευσε με την ιδιαίτερη ματιά του την ευαγγελική περικοπή της μοιχαλίδος γυναικός. «Νομίζω πως ο Χριστός λέγοντας “ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλέτω” εννοεί “ὁ ἀναμάρτητος ἀπέναντι τῶν γυναικῶν” …Γιατί κανένας  μας  δεν είναι αναμάρτητος απέναντί σας…». Αχ, πατέρα Ανανία, πόσο συχνά επαναλάμβανες την διαπίστωση του Ναζιανζηνού «ἄνδρες εἰσίν οἱ κατὰ γυναικῶν νομοθετήσαντες!»…

    Ο πατήρ Ανανίας, για να έρθω σ’ αυτό που προεξανήγγειλα στον τίτλο του κειμένου μου, ήταν «ο πιο ανυπεράσπιστος άνθρωπος στον κόσμο». Τού το είπα στο τηλέφωνο ένα χειμωνιάτικο απόγευμα του 2007. «Είμαι, κόρη μου… Είμαι…Σε ευχαριστώ που το κατάλαβες…» μού είπε… Ήταν η μοναδική φορά που του τηλεφώνησα τέτοια ώρα κινούμενη από ακαταμάχητη ανάγκη «να τού εκφράσω την συμπαράστασή μου», όπως τού είπα, απορώντας κι εγώ εκ των υστέρων γι’ αυτή την παιδική έκφραση. Για πολλά χρόνια συνέβαινε να του χτυπούν την πόρτα οποιαδήποτε ώρα της μέρας. Ή να του τηλεφωνούν οποιαδήποτε ώρα της νύχτας. Αυτά συνέβαιναν τα παλαιότερα χρόνια, στην απέραντα μοναχική περίοδο της ζωής του. Δεν κοιμήθηκε και δεν έφαγε ποτέ σαν όλους μας: «Έφτιαξα ένα χαμομήλι, το ήπια και κοιμήθηκα…», είπε σε κάποιον δικό μου για τη νύχτα της Αναστάσεως. «Της Αναστάσεως» επέμεινε και όχι «της Ανάστασης», που ακούω συνεχώς και από κληρικούς ακόμα, για να μην υστερήσουν σε προοδευτισμό με τη «δημοκρατία των τριτοκλίτων», όπως χαρακτήριζε το φαινόμενο καθηγητής της Γλωσσολογίας. Ο πατήρ Ανανίας επαναλάμβανε συχνά το μάλωμα του Αγίου Πορφυρίου στον ίδιο: «Μού ξέφυγε κάποτε και είπα μπροστά στον Γέροντα Πορφύριο τη γενική «της φύσης». Και πώς νομίζετε αντέδρασε ο άγιος Γέροντας; “Τον κακό σου τον καιρό! Εσύ, το λές έτσι; «τῆς φύσεως» είναι το σωστό και το ωραίο. Αυτή είναι ή άγια γλώσσα μας!”. Ακούτε τί μού είπε ο άγιος; “Τον κακό σου τον καιρό”! Τί ωραίος που ήταν ο Γέροντας!».

    Ο πατήρ Ανανίας υπήρξε ασκητικότερος πολλών ασκητών της ερήμου. Κατοικούσε σε 30 τετραγωνικά, στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας που δεν έβλεπε ποτέ τον ήλιο, αν και γεννήθηκε «πτωχό βοσκόπουλο εις τα όρη», για να θυμηθούμε τον αγαπημένο του Κυρ -Αλέξανδρο. «Ήμουν μικρός ποιμήν αλόγων προβάτων», μού είπε κάποτε, «και ο Κύριος με αξίωσε να γίνω ποιμήν λογικών προβάτων». Τον διέκοψα σχεδόν: «παραλόγων ἐριφίων»  θέλετε να πείτε, Γέροντα!  Πού την είδατε τη λογική σε μάς;». Με κοίταξε αμίλητος… Έζησε το μέγιστο μέρος της ζωής του «στο καμίνι των Εξαρχείων». Έτσι μού χαρακτήρισε επιγραμματικά ο ίδιος τη βιωτή του, όταν κάποτε του εξέφρασα την απορία: «Πώς μπορείτε, γέροντα, και μάς κρατάτε  όλους -και ειδικά εμάς τις γυναίκες, σ’ αυτή τη θαυμαστή απόσταση και ισορροπία στην κόψη του ξυραφιού; Χωρίς συναισθηματισμούς και αρρωστημένες προσκολλήσεις, ενώ εισπράττουμε την αγάπη σας όλοι σαν να είμαστε ο καθένας και η κάθε μία ο απόλυτος αποδέκτης; Πώς γίνεται;» Αφού με κοίταξε για λίγο αμίλητος, μου είπε με σιγανή φωνή: «Αν είσαι συνεχώς στο καμίνι, κόρη μου… Γίνεται…».

    Πάντα αισθανόμουνα τη βαθειά του ευγνωμοσύνη, όταν υποψιαζόμασταν κάτι ελάχιστο από τον αγώνα του, ή αν τον βλέπαμε και λίγο ανθρώπινα. Αν δηλαδή δεν είμασταν συνεχώς «από την …Πάρο», όπως συχνά πυκνά επαναλάμβανε. Θυμάμαι πώς αντέδρασε όταν του σχολίασα  την περίπτωση ενός ξένου συγγραφέα, δεδηλωμένα άθεου ώς τότε, που είχε γνωρίσει. «Ο Ολλανδός σάς αγαπά πολύ» του είπα γυρίζοντας από τον γάμο του με την αδελφική μου φίλη στο Άμστερνταμ. Σημειωτέον ότι εκείνος, ενώ πρώτη φορά στη ζωή του έβλεπε Ορθόδοξο ιερέα, είπε μετά τη συνάντηση μαζί του στην Ελληνίδα γυναίκα του: «Να ξέρεις ότι από ένα σημείο και μετά ήσουν περιττή ως μεταφράστρια! Ο πατήρ Ανανίας με καταλάβαινε ενώ εγώ μιλούσα τη γλώσσα μου κι εκείνος τη δική του!» Χαρούμενος ο παππούλης αντέδρασε αυθόρμητα: «Το ξέρω, κόρη μου! Κι εγώ τον έχω στην καρδιά μου! Αυτός ο άνθρωπος με το που με είδε, με αγάπησε! Ξένος αυτός, χωρίς λέξη ελληνικά! Κι εγώ άνθρωπος είμαι!… Υπάρχει εδώ κόσμος και κοσμάκης που έχουν ευεργετηθεί ώς τα μαλλιά… Κι όμως δεν αιστάνθηκαν ποτέ τόση δα αγάπη για μένα (μού έδειξε στην άκρη του νυχιού) …». Καταλαβαίνω…» είπα. «Όχι», συνεχίζει με έντονη άρνηση του κεφαλιού, «Δεν μπορείς να καταλάβεις…». Είχε δίκιο! Αργότερα θα αντιλαμβανόμουνα κάτι ελάχιστο, μαθαίνοντας πάντα από πρώτο χέρι: Άλλος μού ομολογούσε ότι όταν επί δύο χρόνια ήταν άνεργος, ο πατήρ Ανανίας τού πλήρωνε το ενοίκιο. Άλλος ότι έστελνε κάποιον δικό του άνθρωπο να συντροφεύει ή να νοσηλεύει τους άρρωστους γονείς του, όσο εκείνος εργαζόταν…Και πόσα άλλα που δεν μπορώ όχι να περιγράψω, αλλά ούτε καν να φανταστώ…

    Τα πάντα στον πατέρα Ανανία ήταν Θεολογία. Ενθυμούμενος τα γενέθλιά μας σε μένα ερμήνευσε το “ζώδιό” μου με ένα εύγλωττο παράδειγμα που παρέλκει να το αναφέρω: «Ζυγός σημαίνει δικαιοσύνη. Και δικαιοσύνη σημαίνει αποκατάσταση ισορροπίας». Αξίζει να αναφέρω -από αφήγηση άλλης φίλης- ότι σε συζήτηση νεολαίας «χωρίς θέμα», όπως θα ’λεγε κι ο  ίδιος, στο κελί του, κάποιοι επέμεναν ότι τα γενέθλια δεν έχουν έχουν καμμία σημασία. Μόνο η ονομαστική εορτή μετράει! Ο παππούλης που δεν είχε μιλήσει καθόλου ώς τότε, στρέφεται στη φίλη και την ρωτάει: «Πόσες χιλιάδες είναι, κόρη μου, οι δισμύριοι;» «Δέκα», απάντησε εκείνη. «Άντε που ξέρεις και αρχαία ελληνικά! Είκοσι χιλιάδες είναι!». Επιστρέφοντας στο σπίτι της, προβληματισμένη με την ερώτηση του Γέροντα, έψαξε στον Συναξαριστή τη λέξη. Και ανακαλύπτει ότι στις 28 Δεκεμβρίου είναι η μνήμη των Δισμυρίων μαρτύρων των εν Νικομηδεία κααίντων. Αυτή είναι η μέρα των γενεθλίων της την οποία αγνοούσε ωστόσο ο πατήρ Ανανίας.

    Δεν θα αναφερθώ στον καιρό που «όλο το σύμπαν είχε πέσει επάνω του» (δικά του λόγια σε μένα) και κάθε τρίτη σχεδόν μέρα πάθαινε γαστρορραγία…Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ ότι κάποτε, παρόντος του μακαριστού πατρός Πορφυρίου Δελλή («ο λεβέντης που τα άφησε όλα για τον Χριστό», όπως τον χαρακτήριζε ο ίδιος π. Ανανίας) θυμάμαι και τους δύο να ακούνε πολύ προσεκτικά το εκκλησιαστικό ραδιόφωνο να μεταδίδει  σε συνεχή ροή ειδήσεων κάποιο εκκλησιαστικό “σκάνδαλο”, που αργότερα αποδείχτηκε μεγάλη ευλογία. Βλέποντάς τους έτσι, αποτολμώ μια παρατήρηση: «Απορώ με μάς τους λεγόμενους Χριστιανούς», λέω, «που, όταν διαβάζουμε στα Συναξάρια και στο Γεροντικό ιστορίες για τους μεγάλους πειρασμούς των αγίων, ενθουσιαζόμαστε! Όταν όμως συμβεί κάτι ανάλογο στην πραγματικότητα που ζούμε εμείς, όπως τώρα παραδείγματος χάριν, αδυνατούμε να το κατανοήσουμε. Σκανδαλιζόμαστε και είμαστε έτοιμοι να κατασπαράξουμε τους πάντες…». Με κοίταξαν και οι δύο με πολλή μεγάλη σοβαρότητα και ο π. Ανανίας συμφώνησε επιλέγοντας: «Είπες μια πολύ μεγάλη αλήθεια αυτή τη στιγμή, κόρη μου! Δυστυχώς αυτοί είμαστε οι ταλαίπωροι…». Θα καταθέσω λοιπόν μια δική μου εμπειρία από τα ανείπωτα δύσκολα χρόνια του Γέροντα. Ένα περιστατικό που με σημάδεψε για μια ζωή και βρήκε μέσα μου δικαίωση τη μεγάλη μέρα της εκφοράς του, στη ανεπανάληπτη ατμόσφαιρα της χαρμολύπης μας. Είναι τον Νοέμβρη του 1987, όταν για πρώτη φορά βγαίνει από το Άγιον Όρος η εικόνα του «Άξιον Εστί». Την υποδέχονται στην Αθήνα με τιμές αρχηγού κράτους και την μεταφέρουν στην Μητρόπολη. Στα πλήθη του κόσμου που συρρέουν στην οδό Μητροπόλεως είμαι και εγώ στη δεκαετία των είκοσι ακόμα, και όπως θα ’λεγε και ο παππούλης, κάθε άλλο παρά «να με βλέπουν τα παιδιά και να τρώνε όλο το φαΐ τους!» Στο πεζοδρόμιο που αντιστοιχεί στο ιερό του μητροπολιτικού ναού συναντώ τον αδελφό μου. Στεκόμαστε να βλέπουμε τους ιερείς που, αφού προηγήθηκαν των λαϊκών στην προσκύνηση της Εικόνας, βγαίνουν από τον ναό κατευθυνόμενοι προς το Σύνταγμα. Για πρώτη φορά τώρα, στην πιο ανελέητη δεκαετία της αθεΐας των Ελλήνων, έχουν οι καημένοι την τιμητική τους. Περνούν ανά τριάδες και τετράδες συνομιλώντας μεταξύ τους χαρούμενοι. Ξαφνικά ο αδελφός μου τον διακρίνει και μού τον δείχνει σοκαρισμένος: «Ο πατήρ Ανανίας!» Γυρίζω και τον βλέπω. Μόνος του, ολομόναχος, με σκυμμένο το κεφάλι προχωρούσε αργά… Πήγε κι εκείνος να προσκυνήσει. Και τον είδαν…Όλος ο κλήρος παρών και η αρνητική φήμη πλανιόταν ακόμα στα στόματα και καθρεφτιζόταν στα μάτια των περισσοτέρων… (Υπήρχαν ακόμα τότε ιερείς που …απειλούσαν τις πνευματικές τους κόρες, ειδικά τις νεώτερες, με επιτίμια και «καλημέρα» αν τού λέγανε…). Τρέχουμε και τον προλαβαίνουμε ζητώντας συγγνώμη και σπρώχνοντας σχεδόν ιερείς και λαϊκούς. Τού φιλάμε το χέρι, του μιλάμε. «Ευχαριστώ, παιδιά. Χαίρομαι που σάς βλέπω. Η ευχή της Παναγίας μας να σάς σκέπει πάντοτε!» Είναι περίλυπος άχρι θανάτου…Μάς αποχαιρετά και χάνεται στο σκοτεινό δρομάκι. Αλλά για ένα πράγμα είμασταν εκείνη τη στιγμή βέβαιοι: Από όλους όσοι προσκύνησαν την Αγία Εικόνα αυτόν η Κυρία των Αγγέλων ξεχώρισε…

    Αυτό το ανείπωτα λυπημένο του πρόσωπο έμεινε αδικαίωτο μέσα μου όλα αυτά τα χρόνια. Μέχρι την περασμένη Δευτέρα. Ως την ώρα που το πλήθος με ουρανομήκεις φωνές επαναλάμβανε «Άγιος, Άγιος, Άγιος» καθώς το τίμιο σκήνωμά του, τυλιγμένο με τη σημαία, εφέρετο για την οριστική κατοικία του και ο δρόμος είχε στρωθεί με ροδοπέταλα…Κατευόδιο για το ταξείδι του στα «Ρόδινα ακρογιάλια της Θείας Βασιλείας».


    https://antifono.gr/πατήρ-ανανίας-κουστένης-ἡ-βασιλική/