Labels

Showing posts with label Αφιέρωμα κινηματογράφος. Show all posts
Showing posts with label Αφιέρωμα κινηματογράφος. Show all posts

Tuesday, October 15, 2019

Ταξίδι στον κόσμο με ένα ούτι” Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019 στις 20:00 στην ΕΡΤ2


Ταξίδι στον κόσμο με ένα ούτι”
Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019 στις 20:00 στην ΕΡΤ2

Η τριαντάχρονη μουσική πορεία του ουτίστα Κυριάκου Καλαϊτζίδη από το Σιάτλ μέχρι το Σίδνεϊ και από τη Σαγκάη μέχρι το Mεξικό, σε μεγάλα φεστιβάλ και μουσικές σκηνές του κόσμου. Μία περιπλάνηση στις νότες της ζωής και της καριέρας του.

Το «Ταξίδι στον κόσμο με ένα ούτι», συμμετείχε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2019, καθώς και σε πολλές περιφερειακές διοργανώσεις προβολής ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα. Είναι υποψήφιο συμμετοχής στο ετήσιο Φεστιβάλ Μεσογειακής Κουλτούρας στη Μασσαλία και στο Sunny Side of the Doc στην La Rochelle.

Σκηνοθεσία: Γιάννης Ρεμούνδος
Διεύθυνση Φωτογραφίας : Δημήτρης Καρκαλέτσος
Ηχοληψία : Δημήτρης Παλατζίδης
Διεύθυνση Παραγωγής : Περικλής Ε. Παπαδημητρίου

Παραγωγή ΕΡΤ ΑΕ 2018-2019
Γενική Διεύθυνση Τηλεόρασης
Διεύθυνση Προγράμματος
Τμήμα Εσωτερικής Παραγωγής


Μπορείτε να το δείτε εδώ:
https://webtv.ert.gr/ert2/close-up/15okt2019-close-up/




Saturday, March 16, 2019

Meltem - Η νέα ταινία του Βασίλη Δογάνη με μουσική του Κυριάκου Καλαϊτζίδη - πρεμιέρα στο Παρίσι - 13/03/19


Le film "Meltem" de Basile Doganis, pour lequel j'ai composé la musique, sort aujourd'hui dans les cinémas français!
Basile Doganis' film "Meltem", for which I composed the music is being released in French cinemas today!
H ταινία "Meltem" του Βασίλη Δογάνη για την οποία συνέθεσα τη μουσική βγαίνει σήμερα στις γαλλικές αίθουσες! (φωτογραφίες από το μετρό του Παρισιού)
Τις θερμότερες ευχαριστίες μου στους μουσικούς που συμμετείχαν στις ηχογραφήσεις, στη Βασιλική Νευροκοπλή για τους στίχους στο "Μελτεμάκι", στους ηχολήπτες και στο στούντιο Magnanimous.
My special thanks to the musicians who participated in the recordings, to Vasiliki Nevrokopli for the lyrics in "Meltemaki" song, το the sound engineers and το the Magnanimous recording studio.







https://www.facebook.com/kyriakos.kalaitzidis.3?__tn__=%2CdlCH-R-R&eid=ARARj63Vx0lvGhfgMEf0nWRE9hRXS9lX6ZyvFytjmmiFxXp2KohKBSVfGAX8heS4hDW3xvdi-Bq_HNXL&hc_ref=ART9ooxZL1qTO_Bw-TdqGUB70QtqMNFO603OMen453r3PwEz4rSFFGDRC78cWV2shLU









Wednesday, March 6, 2019

“Ταξίδι στον κόσμο με ένα ούτι ” Στο Φεστιβάλ ντοκυμαντέρ Θεσσαλονίκη - 6/03/19


Η τριαντάχρονη μουσική πορεία του ουτίστα Κυριάκου Καλαϊτζίδη από το Σιάτλ μέχρι το Σίδνεϊ και από τη Σαγκάη μέχρι το Mεξικό, σε μεγάλα φεστιβάλ και μουσικές σκηνές του κόσμου. Μία περιπλάνηση στις νότες της ζωής και της καριέρας του. Παραγωγή ΕΡΤ.
Γιάννης Ρεμούνδος, “Ταξίδι στον κόσμο με ένα ούτι”. 
Αίθουσα Τζων Κασσαβέτης, Αποθήκη 1 (Λιμάνι Θεσσαλονίκης), την Τετάρτη 6 Μαρτίου, ώρα 17:30. 
"Voyage around the world with an 'Ud". 
The musical journey, spanning thirty years, of 'ud player Kyriakos Kalaitzidis, from Seattle to Syndney and from Shanghai to Mexicο, in important festivals and music venues of the world. A peregrination through the notes of his life and career. 
Αt Thessaloniki Documentry Festival 2019

Monday, November 12, 2018

Ο άγιος Νεκτάριος στον ασπρόμαυρο ελληνικό κινηματογράφο



Στην αρχή της περασμένης εβδομάδας έτυχε να παρακολουθήσω τη γνωστή ταινία του παλιού ασπρόμαυρου ελληνικού κινηματογράφου “Ο θησαυρός του μακαρίτη”. Η παραγωγή ήταν της Φίνος Φιλμ, και η σκηνοθεσία του Νίκου Τσιφόρου. Το σενάριο γράφτηκε από τον ίδιο τον σκηνοθέτη και τον Πολύβιο Βασιλειάδη. Στην έξοχη αυτή ταινία πρωταγωνιστούν δύο από τα ιερά τέρατα της εποχής, η Γεωργία Βασιλειάδου και ο Βασίλης Αυλωνίτης, αλλά και οι Νίκος Ρίζος και Ξένια Καλογεροπούλου.
Όταν τρεις μέρες αργότερα ξημέρωσε η εορτή του αγίου Νεκταρίου, διαβάζοντας το συναξάρι του πρόσεξα πως η αγιοκατάταξή του έγινε στις 20 Απριλίου του 1961 με πράξη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η ταινία ξανάρθε τότε στο νου μου μιας και θυμόμουν πως δύο φορές κατά τη διάρκειά της, οι πρωταγωνιστές σταυροκοπούμενοι επικαλούνταν τον άγιο να τους βοηθήσει και να κάνει το θαύμα του. Αναρωτήθηκα, λοιπόν, πότε γυρίστηκε η ταινία και είδα έκπληκτη πως έχει γυριστεί δύο χρόνια πριν την αγιοκατάταξη, στις 18 Ιουνίου του 1959.
Μη έχοντας, βέβαια, στα χέρια μου το σενάριο του Νίκου Τσιφόρου, αλλά και μη γνωρίζοντας αν οι δύο επικλήσεις στην χάρη του αγίου ήταν αυτοσχέδιες των μεγάλων ηθοποιών που συνήθιζαν πολλές φορές να αυτοσχεδιάζουν κατά τα γυρίσματα, δεν μπορώ να γνωρίζω τι από τα δύο συνέβη. Αυτό όμως που είναι βέβαιο είναι πως το γεγονός παραμένει και όποιος δει την ταινία μπορεί να το επιβεβαιώσει. 
Ο πλέον συκοφαντημένος εν ζωή άγιος, ήταν ήδη άγιος στην συνείδηση του κόσμου, και μάλιστα στον αθηναϊκό κύκλο των καλλιτεχνών που αυθόρμητα και αυτονόητα δεν δίστασαν να εκφράσουν την πίστη και την αγάπη τους στον άγιο σε ένα έργο τέχνης και μεγάλης εμπορικής επιτυχίας, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων η εν λόγω ταινία.
Θεώρησα σημαντικό να κρατήσω αυτή την υποσημείωση, διότι κατά τη γνώμη μου αποδεικνύει περίτρανα, ότι αφενός ο κάθε άγιος είναι άγιος πρώτα στη συνείδηση του κόσμου και μετά αγιοκατατάσσεται, αν αγιοκατατάσσεται, από την Εκκλησία και αφετέρου, όσο συκοφαντημένος και διωγμένος κι αν είναι από κάποια κυκλώματα, η χάρη του υπερβαίνει τις ίντριγκες που ουδόλως την εμποδίζουν και την επηρεάζουν, για να μην πω πως την πολλαπλασιάζουν κιόλας.







Wednesday, February 18, 2015

"Το αμαξάκι", ταινία του Ντίνου Δημόπουλου - Κριτική παρουσίαση


Ο Ντίνος Δημόπουλος γεννιέται στο Πάλαιρο Ακαρνανίας (100 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Μεσολογγίου επί της ανατολικής ακτής του ομώνυμου όρμου) στις 21 Αυγούστου του 1921 και φεύγει απ' τη ζωή από ένα καρδιακό επεισόδιο, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου του 2003, πριν δώδεκα χρόνια.
Ξεκινάει ως ηθοποιός, αλλά γρήγορα εμφανίζονται και τα υπόλοιπα ταλέντα του: σκηνοθέτης θεάτρου και κινηματογράφου, σεναριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, λογοτέχνης και ποιητής. Είναι ένας υπερκινητικός, πολυτάλαντος, ευαίσθητος και διεισδυτικός καλλιτέχνης. Πολύ εργατικός και δημιουργικός δημιουργει πάνω από πενήντα ταινίες και σκηνοθετεί άλλα τόσα θεατρικά έργα. Πάνω απ' όλα, μια άκρως ποιητική φυσιογνωμία. 
Θα έλεγα πως τον ενδιαφέρει το παραμικρό, δεν αφήνει τίποτα να περάσει απαρατηρήτο, τυχαίο, άνευ σημασίας: αισθητικής, συγκινησιακής, πνευματικής. Βλέποντας τις ταινίες του νομίζεις πως περνούν μπροστά σου μια σειρά έργων τέχνης μεγάλων ζωγράφων και φωτογράφων σε κινούμενη τροχιά. Το βλέμμα του είναι παντού διακριτό, αλλά και διακριτικό. Το χέρι του υπογράφει κάθε πινελιά που προλαβαίνεις να αντιληφθείς στο πλάνο. Τα ποιητικότατα σενάριά του αρκούνται στα απολύτως απαραίτητα λόγια, αλλά μέσα τους θα βρεις θησαυρούς σοφίας παρμένους από τα σεντούκια της παλιάς Ελλάδας.

Ο Ντίνος Δημόπουλος σαν ένας Μπαλάφας του κινηματογράφου, διασώζει μια Ελλάδα που μένει πίσω, που σβήνει σιγά σιγά, παίρνοντας μαζί της κι εκείνο το ακριβοπληρωμένο με το αίμα της καρδιάς του Έλληνα ήθος για να παραχωρήσει τη θέση της στην νέα εποχή και τα ήθη της, στα φαντασμαγορικά χρώματα που θα υπερκεράσουν όλες τις αποχρώσεις του σεμνού ασπρόμαυρου.
Ευτύχησε να συνεργαστεί με τα ιερά τέρατα του θεάτρου και του κινηματογράφου, που η υποκριτική τους δεινότητα δεν εξαντλούνταν μόνο στις άριστες επιδόσεις τους πάνω στο σανίδι ή μέσα στο πανί, αλλά συμβάδιζε και συντονιζόταν απόλυτα με το ψυχικό τους μεγαλείο, την απλότητα και τη γνησιότητα του ρωμαίικου ήθους, αυτού που δεν περιγράφεται με λέξεις γιατί μοιάζει κεραυνός που πέφτει στο άδικο, χέρι που απλώνεται στη δυστυχία, φιλότιμο και πίστη στον Θεό των προγόνων μας.

"Το αμαξάκι" είναι η πέμπτη ταινία του Δημόπουλου, γυρισμένη το 1957. Δεν συμπεριλαμβάνεται στα αριστουργήματά του από τους κριτικούς, δεν ξέρω γιατί και με ποια κριτήρια, και είναι αλήθεια πως δε με αφορούν και τόσο όποια κι αν είναι. Πρόκειται για ένα κινηματογραφικό κομψοτέχνημα κεντημένο βελονιά βελονιά την ελληνική ψυχή. Πρωταγωνιστούν δυο αμαξάδες, καροτσέρηδες, που ενσαρκώνουν στην οθόνη ο Βασίλης Αυλωνίτης και ο Ορέστης Μακρής, φίλοι καρδιακοί που θα τους χωρίσουν οι εξελίξεις του άστεως, μιας και ο δεύτερος θα τα πουλήσει όλα για να αγοράσει ένα ταξί και ο πρώτος θα το θεωρήσει αυτό προδοσία. Το κεντρικό όμως θέμα της ταινίας είναι η περιπέτεια του γιου του Μακρή που παρόλες τις θυσίες του πατέρα του διαμορφώνεται σ' έναν τύπο χωρίς ηθικούς φραγμούς. Αυτός είναι που θα φύγει στην Αφρική για να δουλέψει και είναι η ξενιτιά που θα τον κάνει άνθρωπο για να επιστρέψει μια μέρα αλλοιωμένος, μετανιωμένος και λαμπερός. Θα μπορουσε η τιανία να είναι στηριγμένη πάνω στην παραβολή του Ασώτου, ίσως και να ήταν ήδη, δεν το γνωρίζω. Γνωρίζω όμως πως η ποιητική της διάσταση εμποτίζει κάθε φράση του σεναρίου και των πλάνων και αναδύεται λιτά, χωρίς γκροτέσκα και φανφαρονισμούς, από τους δύο σπουδαίους ηθοποιούς.

Αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω πρώτα τον δημιουργό Ντίνο Δημόπουλο και μετά τους δύο πατεράδες του υποκριτικού μεγαλείου και να ευχηθώ ολόψυχα να είναι όλοι τους αναπαυμένοι.  







Tuesday, January 28, 2014

Νεμπράσκα: Η μεγάλη επιστροφή του Αλεξάντερ Πέιν με ασπρόμαυρο αριστούργημα




Ἕνας ἡλικιωμένος ἄνδρας λαμβάνει ἕνα διαφημιστικὸ φυλλάδιο ποὺ δῆθεν ὑπόσχεται ὅτι ἔχει κερδίσει ἕνα ἑκατομμύριο δολάρια, καὶ ὁ γιὸς τοῦ ἀναγκάζεται νὰ τὸν συνοδέψει στὴν Νεμπράσκα γιὰ νὰ παραλάβει τὰ χρήματα.
 Ἐξαιρετικὲς ἑρμηνεῖες – ὁ Μπροὺς Ντὲρν εἶναι μία πραγματικὴ ἀποκάλυψη – στὴ νέα ταινία τοῦ Ἀλεξάντερ Πέιν, ποὺ εἶναι ἀστεία καὶ συγκινητικὴ καὶ μιλᾶ γιὰ πράγματα ποὺ ἔχουμε ζήσει ὅλοι.
Πῶς μπορεῖς νὰ κάνεις μία ὑπέροχη ταινία μὲ τὰ πιὸ ἁπλὰ ὑλικά;
Πῶς μπορεῖς νὰ πάρεις μερικοὺς μπανὰλ χαρακτῆρες καὶ νὰ κάνεις κάτι ἐξαιρετικὰ πρωτότυπο;
Πῶς μπορεῖς νὰ πάρεις ἕνα βαρετὸ θέμα καὶ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εἶναι ἰδιαίτερα συναρπαστικό;
Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται στὸ ὄνομα τοῦ Ἀλεξάντερ Πέιν.
Τὸ βασικὸ προτέρημα αὐτῆς τῆς ταινίας εἶναι τὸ σενάριό της – μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τὰ σενάρια τῶν ταινιῶν τοῦ Πέιν εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ αἰχμηρὰ τῶν τελευταίων χρόνων στὸ ἀμερικανικὸ σινεμά.
Βραβευμένος μὲ τὸ Ὄσκαρ Σεναρίου (γιὰ τὸ «Πλαγίως» τὸ 2004 καὶ τοὺς «Ἀπογόνους» 2012), ὁ Ἑλληνοαμερικανὸς Πέιν κατάφερε καὶ στὸ «Νεμπράσκα» νὰ φτιάξει ἀπὸ τὸ σενάριο τοῦ Μπὸμπ Νέλσον μία ἐξαιρετικὴ ἱστορία, διασκεδαστικὴ καὶ συγκινητικὴ ταυτόχρονα.
Ἕνας ἡλικιωμένος ἄνδρας (Μπροὺς Ντὲρν) λαμβάνει ἕνα διαφημιστικὸ φυλλάδιο ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ὑπόσχονται ὅτι, ἂν παραγγείλεις τὰ σωστὰ προϊόντα καὶ ἔχεις τὸ σωστὸ μυστικὸ νούμερο, μπορεῖς νὰ κερδίσεις ἕνα ἑκατομμύριο δολάρια.
Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος, ὅπως λέει ὁ γιὸς τοῦ (Γουὶλ Φόρτε), «πιστεύει ὅ,τι τοῦ λένε» καὶ ἔτσι ἀποφασίζει νὰ διασχίσει μία τεράστια ἀπόσταση γιὰ νὰ πάει στὴ Νεμπράσκα καὶ νὰ διεκδικήσει τὸ ἕνα ἑκατομμύριο.
Οἱ πάντες βέβαια ξέρουν ὅτι τὸ φυλλάδιο αὐτὸ δὲν ἔχει τὴν παραμικρὴ ἀξία, ὁ γιὸς τοῦ ὅμως ἀποφασίζει νὰ τὸν ὁδηγήσει ἐκεῖ ποὺ θέλει – εἶναι τόσο ξεροκέφαλος καὶ τόσο ἐπίμονος ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ τοῦ πεῖς ὄχι.
Λιγομίλητος, πρώην ἀλκοολικὸς καὶ ὄχι ἰδιαίτερα συμπαθής, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς θὰ ἐπιστρέψει στὰ μέρη ποὺ μεγάλωσε, θὰ συναντήσει τοὺς συγγενεῖς καὶ παλιοὺς φίλους του, καὶ θὰ «ξεναγήσει» τὸ γιό του σὲ ἕνα τοπίο γεμάτο ἡλικιωμένους καὶ ἀπογοητευμένους ἀνθρώπους, ποὺ στὴν πραγματικότητα ἔχουν πρὸ πολλοῦ ἐγκαταλείψει τὴ ζωή.
Ὁ Πέιν, συνεχίζοντας τὴν προβληματικὴ ποὺ ξεκίνησε στὸ «Σχετικὰ μὲ τὸν Σμὶντ» (οἱ ἀπογοητεύσεις καὶ οἱ ἐλπίδες τῆς τρίτης ἡλικίας) ἀλλὰ καὶ στοὺς «Ἀπογόνους» (ὁ τρόμος καὶ ἡ ἀναγκαιότητα τῆς οἰκογενειακῆς συνοχῆς), ἀφήνει τοὺς ἀνθρώπους του νὰ ἀναπνέουν ἐλεύθερα μέσα σὲ ἕνα ἐντελῶς ἀνελεύθερο περιβάλλον ποὺ οἱ ἴδιοι ἔχουν φτιάξει.
Προσπαθοῦν νὰ ἐπικοινωνήσουν καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ καταργοῦν μόνοι τους αὐτὲς τὶς προσπάθειες. Συζητοῦν ἀσήμαντα οἰκογενειακὰ θέματα βλέποντας τηλεόραση, τσακώνονται γιὰ τὸ παρελθὸν ἀλλὰ ἡ ὀργή τους δὲν ἔχει κανένα βάρος. Ὑπάρχουν μέσα στὴν οἰκογένεια, καὶ ταυτόχρονα τὴ χλευάζουν καὶ βγαίνουν ἔξω ἀπὸ αὐτήν.
Ἡ «Νεμπράσκα» ἔχει ἐξαιρετικὲς ἑρμηνεῖες – ὁ Ντὲρν εἶναι μία πραγματικὴ ἀποκάλυψη – εἶναι ἀστεία καὶ συγκινητική, μιλᾶ γιὰ πράγματα ποὺ ἔχουμε ζήσει ὅλοι, καὶ ἀκόμη καὶ ἂν τοποθετεῖται στὶς ΗΠΑ νομίζεις ὅτι διαδραματίζεται δίπλα μας. Ἐκπληκτικῆς ὀμορφιᾶς εἶναι ἐπίσης ἡ φωτογραφία τοῦ Φαίδωνα Παπαμιχαήλ, ὁ ὁποῖος συνέλαβε στὸ φακὸ μία Ἀμερικὴ «ἄγνωστη» ἀλλὰ καὶ περίεργα ἑλκυστική.

(πηγή:ΗΜΕΡΗΣΙΑ)

Για μια ακόμα χρονιά ο καταξιωμένος ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης, Αλεξάντερ, Πέιν επιστρέφει στα βραβεία Όσκαρ, αυτή τη φορά μάλιστα με τη συμμετοχή στην ταινία ενός ακόμα «δικού μας», του περιζήτητου διευθυντή φωτογραφίας στο Χόλιγουντ, Φαίδωνα Παπαμιχαήλ.
Μετά την μεγάλη επιτυχία του ‘‘Πλαγίως” (”Sideways”, 2004), αλλά και των ”Απογόνων” του (”The Descendants”, 2011), ο ελληνικής καταγωγής δημιουργός Αλεξάντερ Πέιν επιστρέφει στις κινηματογραφικές αίθουσες και τα Όσκαρ με το γλυκόπικρο”Νεμπράσκα”.
Με το γνώριμό του ύφος, την τρυφερότητά του απέναντι στους χαρακτήρες του και ισόποσες δόσεις δράματος και χιούμορ, ο σκηνοθέτης μας δίνει μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς.
Ο επίσης ελληνικής καταγωγής Φαίδων Παπαμιχαήλ βρίσκεται πίσω από την εκπληκτική ασπρόμαυρη φωτογραφία, ενώ αξίζει να σημειώσουμε ότι για πρώτη φορά ο Πέιν δεν υπογράφει και το σενάριο της ταινίας του.
Το ”Νεμπράσκα” μας παρουσιάζει την ιστορία του Γούντι (εξαιρετικός ο Μπρους Ντερν στον κεντρικό ρόλο), ενός φτωχού ηλικιωμένου άνδρα που ζει στην Μοντάνα, ο οποίος το σκάει από το σπίτι του για να ταξιδέψει στη Νεμπράσκα και να παραλάβει το βραβείο ενός λαχείου που πιστεύει ότι έχει κερδίσει. Προβληματισμένη με την άνοιά του, η οικογένειά του αποφασίζει να τον βάλει σε γηροκομείο… Και κάπως έτσι ξεκινά ένα ταξίδι (κυριολεκτικό και μεταφορικό) του γιου με τον πατέρα στη Νεμπράσκα.
Το ταξίδι αυτού του φαινομενικά αταίριαστου ζευγαριού, θα τους οδηγήσει μέσα από τους λιγότερο ταξιδεμένους δρόμους μιας Αμερικής που δεν βλέπουμε συχνά στην οθόνη, σε μέρη όπου έζησε και άφησε τα σημάδια του ο ηλικιωμένος άντρας. Σε παλιούς φίλους και κυρίως εχθρούς, σε αναμνήσεις και φαντάσματα του παρελθόντος…
Στη συνέντευξη Τύπου για την ταινία στις Κάννες, ο σκηνοθέτης είπε χαρακτηριστικά ότι «πρόκειται για μία ιστορία που είναι ταυτόχρονα αστεία και θλιβερή. Λίγο σαν την ίδια τη ζωή».
«Κάνεις μία ταινία σε μία δεδομένη στιγμή της ζωής σου. Πήρα το σενάριο στα χέρια μου πριν από 9 χρόνια. Ο σεναριογράφος έζησε αυτά που συμβαίνουν στην ιστορία, οπότε περιέγραψε την προσωπική του εμπειρία. Είναι μία ταινία για την Αμερική της οικονομικής κρίσης και γι’ αυτό ήθελα να τη γυρίσω σε ασπρόμαυρο».
Το αμερικανικό όνειρο αποδομείται και η παλαιότερη γενιά απομυθοποιείται, κατά τη διάρκεια αυτού του μελαγχολικού ταξιδιού στην χτυπημένη από την οικονομική κρίση καρδιά της Αμερικής…
Ωστόσο το τρυφερό road-movie του Πέιν, ξεφεύγει από τα όποια γεωγραφικά σύνορα, καθώς μας μιλά για μια βαθύτατα ανθρώπινη ιστορία μέσα στην οικονομική κρίση, η οποία θα μπορούσε τελικά να διαδραματιστεί παντού.

1390302737


1390302719

Σε συνεντεύξεις του ο Πέιν μίλησε και για τη σχέση πατέρα-γιου στην ταινία. «Ο πατέρας θέλει να προσφέρει στον ηλικιωμένο πατέρα του μία στιγμή αξιοπρέπειας. Οι γονείς μου μεγαλώνουν και αυτό είναι ένα ζήτημα που με απασχολεί, γιατί θα ήθελα να μεγαλώσουν με αξιοπρέπεια. Η προχωρημένη ηλικία μπορεί να μας εξαφανίσει, να μας κάνει να χάσουμε την αξιοπρέπειά μας. Πρέπει να κρατηθούμε από αυτή» πρόσθεσε.
«Η γλυκόπικρη ταινία δρόμου του Αλεξάντερ Πέιν, που βρίσκει τον Μπρους Ντερν σε εκπληκτική φόρμα, συνδυάζει τις σκληρές αλήθειες με μια απαλή καρδιά» έγραψε ο κριτικός του Guardian, Πήτερ Μπράντσοου.
«Ένα γλυκόπικρο road trip πατέρα-γιου σε μία συναισθηματικά και οικονομικά ξερή πατρίδα» ανέφερε o Hollywood Reporter, κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στην ασπρόμαυρη φωτογραφία του Παπαμιχαήλ.

Θετικά σχόλια επιφύλαξε στην ταινία και το περιοδικό Variety. «Η έκτη ταινία του Αλεξάντερ Πέιν αποτελεί ακόμα μία χαμηλών τόνων, λεπτομερώς σχεδιασμένη μελέτη χαρακτήρων με μειονεκτήματα, οι οποίοι έχουν πέσει στο λούκι της ζωής» γράφει το περιοδικό.
«Οι widescreen μονόχρωμες εικόνες, γυρισμένες από τον διευθυντή φωτογραφίας του Πέιν, Φαίδων Παπαμιχαήλ, είναι ταυτόχρονα γοητευτικές και μελαγχολικές» προσθέτει το περιοδικό.
Επιβλητική η παρουσία και της μητέρας, που ερμηνεύει μοναδικά η Τζουν Σκουίμπ. Ενώ, όπως σχεδόν πάντα στις ταινίες του δημιουργού, όλοι οι δευτερεύοντες ρόλοι είναι εξαιρετικά δυνατοί και ενδιαφέροντες.
Η ταινία είναι υποψήφια σε έξι κατηγορίες των βραβείων Όσκαρ: Καλύτερης ταινίας, Α’ Ανδρικού Ρόλου για τον Μπρους Ντερν, Β’ Γυναικείου Ρόλου για την Τζουν Σκουίμπ, Σκηνοθεσίας, Φωτογραφίας για τον Φαίδωνα Παπαμιχαήλ και Πρωτότυπου Σεναρίου.
Α.Τ.



Sunday, September 29, 2013

"Από τις δυο πλευρές του Αιγαίου" - παρουσίαση




Αργά ή γρήγορα η αλήθεια έρχεται στο φως. Κάποτε έρχεται κι από τις δυο όψεις της, όπως στην περίπτωση του συγκεκριμένου ντοκυμαντέρ, μετά το άνοιγμα σφραγισμένων για χρόνια αρχείων.
Οι εικόνες ακόμη ρέουν στα μάτια μου και οι λέξεις ηχούν σαν σφυριά στ’ αφτιά μου.  Αυτό που οι εκατέρωθεν του Αιγαίου πολιτικοί, Βενιζέλος και Κεμάλ, λεπτεπίλεπτα ονόμασαν “Ανταλλαγή των πληθυσμών”, σαν να έδιναν όνομα στα κομμάτια μιας τούρτας, όπου απλώς ξεχώριζαν το παντεσπάνι από τη σαντιγύ της, τα ντοκουμέντα το αποκαλύπτουν ως απανθρωπία της πολιτικής που διχάζει λαούς, που για χρόνια ζούσαν αρμονικά. Οι ηχηρές τους λέξεις μεταφράστηκαν σε αμέτρητο πόνο, αναρίθμητο θάνατο, ανερμάτιστη νοσταλγία. Και τώρα, εμείς βλέπουμε τα απορημένα κι ανήμπορα πρόσωπα των προσφύγων, τους μπόγους, τα ξυπόλητα πόδια τους. Βλέουμε τα μιλιούνια των ανθρώπων στοιβαγμένα στην προκυμαία της Σμύρνης ν’ αναζητούν με αγωνία τρόπους διαφυγής. Την πορεία προς τα τάγματα εργασίας. Είναι όλα μπροστά μας με στοιχεία αδιάσειστα. Κι επιτέλους, κατανοούμε, συμμεριζόμαστε, συμπάσχουμε και διδασκόμαστε. Πονάμε.

Εξαιρετικοί επιστήμονες από Ευρώπη και Αμερική αναλύουν τα γεγονότα, αλλά πλάι τους και απόγονοι των προσφύγων αφηγούνται τις τραγικές προσωπικές ιστορίες των παππούδων τους. Τούρκοι που μιλούν ελληνικά, Έλληνες που μιλούν τουρκικά, κι όλοι νοσταλγοί της πατρίδας απ’ την οποία ξεριζώθηκαν. Πολύ πιο βίαια οι Έλληνες, αδίκως όμως και οι Τούρκοι. Το ντοκυμαντέρ δείχνει όλη την πορεία των προσφύγων, Ελλήνων και Τούρκων, από το διωγμό τους μέχρι την εγκατάστασή τους στη νέα τους “πατρίδα’. Τον τρόμο, την αγωνία, το πένθος, τον αγώνα για ζωή, την αφιλόξενη υποδοχή στην νέα “πατρίδα” που δεν έγινε ποτέ πατρίδα τους, κι ας πήγαν Έλληνες στην Ελλάδα και Τούρκοι στην Τουρκία. Τι μ’ αυτό; Και οι μεν και οι δε, νοσταλγούσαν τον τόπο τους. Έβλεπαν τον κόσμο μέσα από τον ίσκιο της ροδιάς του δικού τους κήπου, γεύονταν τις γεύσεις μέσα απ’ τα κηπευτικά που είχαν στο δικό τους μπαξέ, μύριζαν τον αέρα μέσα από το γιασεμί της αυλής τους. Κι όταν αυτά έμειναν πίσω, πίσω έμειναν κι οι καρδιές, κι η ζωή τους. Τι είναι ο άνθρωπος; Δεν είναι ό, τι ζυμώνεται κάθε στιγμή μαζί του από τότε που αυτός υπάρχει; Και τι είναι ο ξεριζωμένος, ο πρόσφυγας; Δεν είναι ό, τι χωρίζεται απ’ τη ζύμη του, απ’ αυτό που τον έφτιαξε άνθρωπο, -πλούσιο ή φτωχό, μικρή σημασία έχει. Βλέπουμε τη Σμύρνη να καίγεται, τους Συμμάχους να πετούν ζεμαστιστό νερό στους Έλληνες που ήθελαν ν’ ανέβουν στα πλοία τους, αλλά αυτοί είχαν εντολή να μην πάρουν κανέναν. Και πάίρνουμε μια γεύση αληθινή, πικρά αληθινή, για τα παιχνίδα που παίζουν οι πολιτικοί εις βάρος των λαών. Πλήθη ανθρώπων που αντιμετωπίστηκαν σαν κοπάδια ζώα, γιατί αποφασίστηκε η διαβόητη  “εθνοκάθαρση”. Φύλαγέ μας Θεέ, από την καθαρότητα…  
Συγκλονιστικό το ντοκυμαντέρ, και παράλληλα, σοβαρό, ψύχραιμο, τρυφερά  ανθρώπινο. Με μια ελπίδα για τις επόμενες γενιές που δε θέλουν άλλους πολέμους, όχι άλλη κάθαρση…


Όπως αναφέρεται στο πρόγραμμα της προβολής (http://www.filmfestival.gr/default.aspx?lang=el-gr&page=595&movieid=282)” “Η σκηνοθέτης Μαρία Ηλιού και ο ιστορικός Αλέξανδρος Κιτρέφ, μετά το έργο “Σμύρνη: η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης 1900-1922”, παρουσιάζουν το δεύτερο μέρος με τίτλο “Από τις δύο πλευρές του Αιγαίου” σε σχέση με το Διωγμό και την Ανταλλαγή των πληθυσμών της Τουρκίας και της Ελλάδα το 1922-1924, φέρνοντας στο κοινό “κλειστά” αρχεία από την Αμερική και την Ευρώπη, αλλά και μια ένα οπτική.
Τα παιδιά και τα εγγόνια των ελληνορθοδόξων και μουσουλμάνων προσφύγων μπορούν να διηγηθούν από κοινού τις ιστορίες τους. αυτή είναι η πρόταση του έργου. Την ισοτορία και από τις δύο πλευρές, όχι τη μισή.

Ιστορικοί από την Αμερική, την Ευρώπη, την Ελλάδα και την Τουρκία μιλούν, όπως και πρόσφυγες πρώτης δεύτερης και τρίτης γενιάς και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου τις προσωπικές τους ιστορίες. Μικρά Ασία, Πόντος, Καππαδοκία, Β.Ελλάδα και Κρήτη. Η Καλλιόπη, κόρη ελληνορθόδοξων προσφύγων από την Καπαδοκία, διηγείται τηςν ιστορία της στα Τουρκικά, και ο Husnu, γιος μουσουλμάνων προσφύγων από την Κρήτη, τη δική του στα Κρητικά.

Το ντοκυμαντέρ σταχυολογείται από σπάνιο φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό από αρχεία της Αμερικής και της Ευρώπης. Άγνωστες εικόνες του διωγμού και της Ανταλλαγής από αρχεία της Library of Congress του Πανεπιστημίου του Princeton, του Ερυθρού Σταυρού της Γενεύης, του Αμερικάνικου Ερυθρού Σταυρού, του Save the children Fund, Albere Kahn Fondation, του πανεπιστημίου της Minnesota, αλλά και άλλων ιδρυμάτων της Ελλάδας και του εξωτερικού. Επίσης, για πρώτη φορά θα δούμε μερικές από τις χαμένες φωτογραφίες του μεγάλου Αμερικανού φωτογράφου
Lewis Hine, εικόνες από το κλειστό για χρόνια αρχείο του Near East Reilef καθώς και φιλμικό υλικό από την χαμένη ταινία της YMCA που κινηματογραφήθηκε το 1922 στη Μικρά Ασία και την Ελλάδα και η οποία προέρχεται από το αρχείο Robert Davidian. Το άγνωστο οπτικό αρχειακό υλικό διασώθηκε από τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό ΠΡΩΤΕΑΣ & PROTEUS NYINC και τους χορηγούς του.



Δημοσιεύτηκε στο : http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.politismos&id=121 








Tuesday, May 28, 2013

"Η ατμόσφαιρα" - Εργα του Τσέχωφ στο Σοβιετικό σινεμά




Τι είναι η "ατμόσφαιρα" σ' ένα χώρο, μια σχέση, μια χειρονομία, μια κουβέντα, ένα κείμενο, ένα έργο τέχνης; Αυτή η ατμόσφαιρα που υποβάλλει σεβασμό, καλλιεργεί αισθητήρια και αισθήσεις, μας ευαισθητοποιεί χορδίζοντας τις εσωτερικές ασυντόνιστες χορδές μας, πώς ορίζεται;  Δύσκολο να αποσαφηνίσουμε, μιας και η ατμόσφαιρα ανήκει στο χώρο του αοράτου, παρόλο που συντίθεται από λογής-λογής τμήματα του ορατού. Η ατμόσφαιρα προκύπτει από αυτό που κρύβεται πίσω απ' όλα και ωστόσο, κυριαρχεί όλων. Είναι η διάθεση που υπάρχει κάτω από το κάθε τι. 
Ό, τι υπαινίσσεται ο λόγος, ό, τι υπονοεί η εικόνα, ό, τι γεννά την κάθε στιγμή. Είναι ακριβώς αυτό που δεν φαίνεται και δεν ειπώνεται.  Σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου όλα επιτρέπονται αδιακρίτως, όλα ειπώνονται ανενδοίαστα και όλα γίνονται χωρίς τίποτα να συμβαίνει πραγματικά, η ατμόσφαιρα είναι αυτό που λείπει. Το συμπυκνωμένο ψυχικό και πνευματικό υπόστρωμα που φωτίζει με φως ισχνού, μα αναμμένου, κεριού, τον κόσμο μέσα μας και γύρω μας, υποσχόμενο ελπίδα μέσα στο σκοτάδι.

Η Ταινιοθήκη της Θεσσαλονίκης πρόσφερε στο κοινό ένα τετραήμερο αφιέρωμα με έργα του Τσέχωφ στο Σοβιετικό κινηματογράφο. Τα τέσσερα έργα ήταν: "Η νουβέλα σε πρώτο πρόσωπο" (Σοβιετική Ένωση, 1978, Εμίλ Λοτεάνου), "Η κυρία με το σκυλάκι" (Σοβ. Ένωση, 1960, Γιόσιφ Κέιφιτς), "Ο θείος Βάνια" (Σοβ. Ένωση 1971, Αντρέι Μιχάλκωφ Κοντσαλόφσκι) και "Οι τρεις αδερφές" (Σοβ. Ένωση, 1964, Σαμψών Σαμψώνοφ). Μ' αυτήν την αφορμή θυμήθηκα την έννοια και την απαράμιλλη αίσθηση της ατμόσφαιρας στην τέχνη και τη ζωή, για την οποία τώρα γράφω.


Διέσχιζα το παλιό λιμάνι κι έμπαινα στην αίθουσα της Α΄αποθήκης που φιλοξενεί το Μουσείο Κινηματογράφου. Όταν έβγαινα από κάθε προβολή -και για τέσσερις συνεχόμενες μέρες-, δεν ήξερα πού βρίσκομαι. Προσγειωνόμουν ανώμαλα σ' έναν ξένο και αφιλόξενο πλανήτη. Η σύγχρονη ζωή που με περιέβαλλε, έμοιαζε αναίσθητη. Σε πρώτη ανάγνωση όλα έδειχναν μια χαρά, πλήθος άνθρωποι καθισμένοι στην προκυμαία, καφέδες, σακίδια πεταμένα, γέλια τρανταχτά, νταλαβέρια και φλερτ, παρέες που μιλούσαν συνθηματικά ή χαριεντίζονται βρίζοντας. Πλήθος άνθρωποι σαν να τους άδειασε μια σέσουλα από μαγαζί που θα το βάφτιζα: ανθρωποκοπτείο. Ανέκφραστα πρόσωπα, βλέματα λασπωμένα από τη λάσπη της τηλεόρασης και του ίντερνετ, σώματα ευκαιριακά, νευρικά ή αδιάφορα, εύκολα σώματα, εύκολα συναισθήματα, στιγμιαίες απολαύσεις που θα λησμονηθούν γρήγορα στον καιάδα του ρηχού βίου που ισοπεδώνει τα πάντα. Όλα φαίνονταν μια χαρά, αλλά δεν υπήρχε καμία ατμόσφαιρα...


Έμπαινα στην αίθουσα των προβολών σαν να έμπαινα στο πιο δικό μου δωμάτιο. Άρχιζαν οι ταινίες σαν να άρχιζαν θείες λειτουργίες. Όλα τα πρόσωπα εκείνων ηθοποιών του '60, πρόσωπα ιερέων της τέχνης που είχαν όλα τους κάτι κοινό. Βλέμματα καθαρά, στραμμένα άλλοτε εντός τους, άλλοτε στο όνειρο, κι άλλοτε στα επέκεινα. Μάτια γεμάτα έκφραση. Διάφανα μάτια που αβίαστα άφηναν να ειδωθεί από τον θεατή η εσωτερική τους πάλη. Η πάλη ανάμεσα στην επιθυμία και το χρέος, στην τιμή και την ατιμία, στη λογική και την τρέλα. Πρόσωπα ποιητικά, αντάξια του ποιητικού μεγέθους του Τσέχωφ και των έργων του, όπως και των κινηματογραφικών σκηνοθεσιών τους που τα περιτύλιξαν και τα ανάδειξαν με απόλυτο σεβασμό. Η ατμόσφαιρα, πλήθος υπόγεια ρεύματα που έκαναν τον θεατή να ξεχνά να αναπνεύσει. Όχι τον κάθε θεατή. Ακούστηκαν και γέλια γελοία, σχόλια ασχολίαστα, αμήχανες νευρικές κινήσεις. Για να εισχωρήσεις σ' αυτό που ονομάζουμε " Τσεχωφική ατμόσφαιρα", απαιτείται να είσαι "παλιός" άνθρωπος, δηλαδή άνθρωπος  γαλουχημένος με εφόδια πνευματικά που ουδεμία σχέση έχουν με τα σκουπίδια της τηλεόρασης και της ανώδυνης, ανέξοδης, απρόπσωπης διαδικτυακής επικοινωνίας. Ευτυχώς, υπήρχαν αρκετοί που είχαν αυτά τα εφόδια στην αίθουσα, και για τους άλλους κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει πως κάτι δεν τάραξε την ανούσια επιδερμική τους προσέγγιση. Αυτή είναι εξάλλου και η δύναμη της μεγάλης τέχνης. Να αλλοιώνει τα κακώς, καλώς.


Ο σκηνοθέτης του "Θείου Βάνια", Κοντσαλόφσκι, ήταν συμφοιτητής του Ταρκόφσκι, λίγο μικρότερος στην ηλικία. Στην ταινία βλέπουμε σκηνές που μας θυμίζουν αντίστοιχες του "Καθρέφτη", μόνο που το κορυφαίο έργο του Ταρκόφσκι έπεται τέσσερα χρόνια. Η μεταφορά του θεατρικού έργου στο σινεμά φτάνει να ξεπερνά και την καλύτερη απόδοσή του στο θέατρο. Οι ταινίες ήταν η μια ανώτερη απ' την άλλη. Η εναλλαγή κοντινών και μακρινών πλάνων, εσωτερικών και εξωτερικών σκηνών -στα δάση με τις πελώριες σημύδες-, οι αλλαγές ταχύτητας κίνησης της κάμερας, το εναλλασόμενο ασπρόμαυρο με το έγχρωμο φιλμ, και κυρίως η υποκριτική δεινότητα των ηθοποιών μαζί με τον μεταφυσικό λόγο του Τσέχωφ, μας χάρισαν την ποίηση στην οπτική της μορφή.


Αν για κάτι μπορεί να καυχηθεί η λογοκρισία που ταλαιπώρησε και βασάνισε γενιές και έργα καλλιτεχνών, ήταν ότι αφαίρεσε την ευκολία, τον ωμό ρεαλισμό, την καταγραφή και αποτύπωση της πραγματικότητας, οδηγώντας στη γέννηση των μεγάλων αριστουργημάτων που εξαιτίας της ήταν υποχρεωμένα να γίνουν ποιήματα και να μείνουν ως ποιήματα στην ιστορία της τέχνης. 

Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι που κυρίως ευθύνεται για τη φτηνή και εύκολη τέχνη των καιρών μας, την απουσία μεγάλων καλλιτεχνών και μεγάλων έργων τέχνης. Δεν θα ήμουν ποτέ υπέρμαχος της λογοκρισίας, ούτε και θα ήθελα ποτέ να επιστρέψει. Σήμερα όπου συναντάμε σπουδαία έργα είναι γιατί από μόνοι τους οι καλλιτέχνες θέτουν όρια, εμπόδια, αυτολογοκρίνονται, ή δεν έχουν τα μέσα που να τους "διευκολύνουν", κι έτσι αποζητούν και επιδιώκουν τον υπαινιγμό και όχι την αμεσότητα και τον ωμό ρεαλισμό. Τρανή απόδειξη είναι ο Ιρανικός κινηματογράφος.


Τον Τσέχωφ τον απασχολούσε ιδιαίτερα το τι θα μείνει μετά από μας, σε διακόσια-τριακόσια χρόνια. Τι ίχνος αφήνουμε πίσω μας και αν οι επόμενες γενιές θα είναι πιο ευτυχισμένες. Η διαχείριση της ανιαρής ζωής και των στιγμών που χάνονται, το περιβάλον που καταστρέφεται και κυρίως ο πόνος, ο ανθρώπινος πόνος και το αδιέξοδο του βίου. Το βαθύ θρησκευτικό του αίσθημα εκφράζεται υπαινικτικά και καμιά φορά και ευθέως. Όταν οι τρεις αδερφές επαναλαμβάνουν συχνά τη φράση: στη Μόσχα, στη Μόσχα, δεν είναι η πρωτεύουσα που τους περιμένει να αναπαυθούν, να γλυκαθούν, να γαληνέψουν από τα βάσανα. Η Μόσχα γίνεται η Ουράνια πόλη. "Αν δεν έχεις πίστη", λέει η μία από τις αδερφές στην άλλη, "δεν έχει νόημα η ζωή". "Κι αν δεν έχεις πίστη, πρέπει να βρεις μια πίστη", συνεχίζει. Η προσδοκία της χαράς μετατίθεται στην άλλη ζωή. Η προσδοκία αυτή διακαιολογεί και δικαιώνει όλα τα βάσανα και τους καημούς αυτού του κόσμου που μόνο με υπομονή, ελπίδα και αγάπη μπορούμε να σηκώσουμε.

Φεύγοντας και από την τελευταία ταινία σημείωσα στο βιβλίο των επισκεπτών: Το αφιέρωμα στα έργα του Τσέχωφ, θυμίζει στον άνθρωπο του σήμερα, τον άνθρωπο του πάντα...






Θείος Βάνια: http://animusanimus.blogspot.gr/2008/02/blog-post.html



Wednesday, December 19, 2012

Δυο ταινίες - δυο κόσμοι: "Amour" & "Ταξίδι στα Κύθηρα"

-


Πάει καιρός που είδα την ταινία "Amour". 

Πρόσφατα είδα την δεύτερη, "Ταξίδι στα Κύθηρα".

Η πρώτη, Αυστριακή - Γαλλική- Γερμανική συμπαραγωγή, σε σκηνοθεσία Μίκαελ Χάνεκε με τους: Ζαν-Λουί Τρεντινιάν, Εμανουέλ Ριβά, Ιζαμπέλ Ιπέρ. Οι ογδοντάχρονοι Ζορζ και Αν, συνταξιούχοι δάσκαλοι μουσικής, έρχονται ξαφνικά αντιμέτωποι με το τέλος τής για δεκαετίες κοινής τους διαδρομής. Στο αθηνόραμα, ο Χρήστος Μάντης έγραψε: Ο Μικάελ Χάνεκε ενώνει με πρωτότυπο, συναπαρστικό και απόλυτα συγκινητικό τρόπο τον έρωτα και το θάνατο, τη σκληρότητα της ζωής και την τρυφερότητα της αγάπης. Χρυσός φοίνικας στο φεστιβάλ των Κανών.





Το Ταξίδι στα Κύθηρα είναι ελληνική ταινία, σε σκηνοθεσία του Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Βγήκε στις αίθουσες το 1984.

Ο Αλέξανδρος (Giulio Brogi) είναι στην αναζήτηση ενός ηλικιωμένου ηθοποιού. Τον συναντά τελικά σε ένα οπωροπωλείο και η ταινία του μπορεί να αρχίσει. Ο Αλέξανδρος υποδέχεται τον πατέρα του, Σπύρο (Μάνος Κατράκης), πρώην κομμουνιστή που επιστρέφει στην Ελλάδα μετά από 32 χρόνια εξορίας στην ΕΣΣΔ χάρη στην αμνηστία που αποδόθηκε με την πτώση της δικτατορίας το 1974. Ο Σπύρος ξαναβρίσκει τη γυναίκα του, Κατερίνα (Δώρα Βολανάκη), το σπίτι του και κάποιους παλιούς συντρόφους. Έχοντας περάσει 32 χρόνια ονειρευόμενος την ημέρα της επιστροφής του, αδυνατεί να προσαρμοστεί στον τόπο καταγωγής του και να επικοινωνήσει με τους γύρω του. Μόνο η γυναίκα του τον καταλαβαίνει.



Οι πληροφορίες για την πρώτη ταινία είναι από το αθηνόραμα, για τη δεύτερη από τη ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ. Κι εγώ γιατί επιλέγω να βάλω δίπλα δίπλα τώρα δυο ταινίες με εξ' ολοκλήρου διαφορετικό θέμα και χρονική απόσταση μεταξύ τους σχεδόν τριάντα χρόνια; Γιατί ενώ η πρώτη διαπραγματεύεται την αγάπη, ενώ η δεύτερη την εξορία ενός πολιτικού κρατούμενου, τις βάζω στο ίδιο τραπέζι της σκέψης μου;

Καταρχάς, διότι επιτέλους μπορώ τώρα να γράψω για την πρώτη, -πράγμα που θέλω από τότε που την είδα-, και το μπορώ επειδή είδα τη δεύτερη. Αυτά είναι τα μυστήρια της γραφής που έχει τον δικό της χρόνο και όχι τον δικό μας. Αυτή αποφασίζει κι εμείς υπακούμε, -αν τύχει κι έχουμε ανοιχτά τ' αφτιά μας...

Το πρώτο που αντιλαμβανόμαστε όταν προσεγγίζουμε ένα καλλιτεχνικό έργο είναι ο τίτλος του. Αυτός φέρει τη σφραγίδα του έργου. Ο τίτλος οφείλει καταρχάς να συμπυκνώνει το κέντρο κάθε δημιουργίας. Είναι ο άξονας και το πρίσμα βάσει του οποίου διαβάζουμε, βλέπουμε, επεξεργαζόμαστε κάθε έργο. Εϊναι το όχημα πάνω στο οποίο κινείται η σκέψη, το συναίσθημα, το βλέμμα μας. Οφείλει να μας πηγαίνει μέχρι το τέλος. Οφείλειι και να δικαιώνεται, 
-έστω και με ειρωνικό τρόπο.

Όσες  κριτικές κι αν διάβασα για την ξένη ταινία "Αγάπη" εκθειάζαν την παραγωγή, τονίζοντας πως κατάφερε να συμπυκνώσει το νόημα της αληθινής αγάπης. Αν κάποιος κάνει αναζήτηση στο Coogle, η κυρίαρχη φωτογραφία της ταινίας θα δει πως είναι αυτή που ανέβασα. Δεν θα δει καμιά φωτογραφία από το φινάλε του έργου, όπου ο γέρος πνίγει την γριά άρρωστη γυναίκα του με το μαξιλάρι της, για να τη "σώσει" από την αρρώστεια και τους πόνους γιατί δεν αντέχει άλλο να την βλέπει να υποφέρει, και μετά να αυτοκτονεί και ο ίδιος, -πράγμα που ευτυχώς υπαινίσσεται η ταινία και δεν μας δείχνει πώς συμβαίνει. 

Λίγο πριν φτάσουμε σ' αυτό το φινάλε, θαύμασα κι εγώ τον χειρισμό του σκηνοθέτη, για το πώς στηρίζει ο παππούς την γυναίκα του στην αρρώστεια. Όταν όμως τον είδα ξαφνικά να παίρνει το μαξιλάρι και να σκεπάζει το πρόσωπό της για να πάψει αυτή να αναπνέει, κόντεψα κυριολεκτικά να κάνω εμετό κι έκανα να συνέλθω αρκετές ώρες. Θύμωσα αφάνταστα, και όχι γιατί δεν κατανοώ μια ανάλογη αντίδραση, ή γιατί μέσα στα πλαίσια της ανθρώπινης αδυναμίας δεν μπορώ να δικαιολογήσω ακόμη και τον φόνο, αλλά γιατί ο τίτλος της ταινίας ήταν "Αγάπη" και αυτός ο τίτλος δεν δικαιώνεται, αλλά αντίθετα αυτοακυρώνεται. Αν η ταινία είχε τίτλους όπως: "Όρια", "Αντοχές", "Αδυναμία", "Θάνατος" ή ό, τι άλλο εκτός από "Αγάπη", ούτε εγώ θα έφτανα να θέλω να κάνω εμετό, ούτε και θα είχα μάλλον κανένα λόγο να γράψω τώρα μια τέτοια κριτική σαν αυτή που επιχειρώ. Θεωρώ όμως απαράδεκτο, εξωφρενικό, διαστροφικό και ολότερλα απάνθρωπο -έως δαιμονικό-, να τιτλοφορείται αυτή η ταινία "Αγάπη" και να εκθειάζεται από όλους τους κριτικούς ως υποδειγματική αγάπη μια σχέση ηλικιωμένων που οδηγεί στο να σκοτώσει ο ένας τον άλλον και μετά να αυτοκτονήσει και ο ίδιος, προκειμένου να αποφύγουν τον πόνο, την παιδαγωγία του, την φιλαδελφία στην οποία οδηγεί μαζί με όλες τις άλλες αρετές που σου παρέχει τη δυνατότητα, ο πόνος, να αναπτύξεις, υπομένοντας τα πάντα για χάρη του αγαπημένου. Αν αυτό είναι το νόημα της αγάπης για τους φίλους Ευρωπαίους, τότε δεν έχουμε ουδεμία σχέση μαζί τους. Το θεμελιώδες δώρο της ζωής, εμείς έχουμε διδαχθεί -από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα, εν μέσω ενός Χριστιανισμού που ο Θεάνθρωπος υπομένει τον Σταυρό και ανασταίνεται,- πως δεν έχει δικαίωμα κανείς να το καταλύει και μάλιστα ακριβώς εν ονόματι αυτής της αγάπης. Μπορείς να πεθάνεις για τον αγαπημένο, όχι όμως να τον σκοτώσεις.

Σε απόλυτη αντίθεση μ' αυτή την ταινία είναι η ταινία του συχωρεμένου πλέον, Θεόδωρου Αγγελόπουλου, που θα μπορούσε κάλλιστα να φέρει τον ίδιο τίτλο "Αγάπη" αντί "Ταξίδι στα Κύθηρα" και να αντιπροσωπεύει αυτό που ως Έλληνες, αλλά και ως απόγονοι των Αρχαίων Ελλήνων, μα και Ορθόδοξοι, πιστεύουμε, αισθανόμαστε, ακολουθούμε καθένας όσο μπορεί. 
Σε αντίθεση με την ξένη ταινία, αναζητώντας πάλι στο Coogle μαι αντιπροσωπευτική φωτογραφία της ταινίας, η κυρίαρχη είναι αυτή που ανέβασα εδώ, και επίσης σε αντίθεση με την ξένη ταινία, δεν είναι απλώς ένα στιγμιότυπο της ταινίας, αλλά το φινάλε της. Είναι μάλλον περιττό να υπενθυμίσω την αρχαία ρύση: "μηδένα προ του τέλους μακάριζε". Καί είναι περιττό να πω πως εμείς μακαρίζουμε τα ζευγάρια που τελειώνουν έτσι την ζωή τους. Γιατί στο "Ταξίδι στα Κύθηρα" ο εξόριστος για 32 χρόνια από την χώρα του, εξορίζεται ακόμη μια φορά και επειδή δεν τον παίρνει ένα ξένο πλοίο που περνά εκείνη την ώρα που δίνεται η νέα εντολή εξόδου του από τη χώρα και ταυτόχρονα δεν μπορεί να παραμείνει μετά την εντολή ούτε στα χωρικά ύδατα της Ελλάδας, τον αφήνουν σε μια πλατφόρμα μέσα στα διεθνή ύδατα παραμονές Χριστουγέννων. Παρ' όλο που η ταινία φαίνεται να διαπραγματεύεται την επιστροφή του πολιτικού εξόριστου στην πατρίδα του και την νέα του εξορία, στην πραγματικότητα διαχειρίζεται απ' την αρχή μέχρι το τέλος, όπως και η ξένη, τη σχέση ηλικιωμένου ζευγαριού. 

Παρ' όλο που η γυναίκα έχει να δει τον άντρα της 32 ολόκληρα χρόνια, παρ' όλο που αυτός ξαναπανττρεύτηκε στα ξένα κι έχει κάνει εκεί κι άλλα παιδιά, γιατί δεν άντεξε τη μοναξιά και όπως λέει, βρέθηκε μια γυναίκα να του ράψει ένα κουμπί και να του προσφέρει ένα πιάτο ζεστό φαγητό, η ελληνίδα γυναίκα του, όχι μόνο τον συγχωρεί, όχι μόνο εξακολουθεί να τον νοιάζεται και να τον πονά, αλλά ακόμα και στο τέλος που τον εξορίζουν και πάλι και στέκει μέσα στη θάλασσα ολομόναχος μέχρι να βρει η αστυνομία τι θα τον κάνει, αυτή ζητά να πάει μαζί του, να μείνει μαζί του, ό, τι κι αν συμβεί, ό, τι κι αν του μέλλεται. 

Ο υποκριτικά ανυπέρβλητος Κατράκης σηκώνεται όρθιος στην πλατφόρμα μετά τη νύχτα που περνούν αγκλιασμένοι στην πλατφόρμα και λέει, "Ξημερώνει". Σηκώνεται και η γυναίκα του και το μόνο που απαντά είναι, "είμαι έτοιμη". Έτοιμη για όλα όσα είναι να έρθουν, αρκεί να είναι μαζί. Εκείνος λύνει τότε το παλαμάρι που δένει την πλατφόρμα στο λιμάνι κι αυτή απομακρύνεται. Ταξιδεύουν μέσα στην ομίχλη και τ' αγιάζι μακριά από την αδικία και τη σκληρότητα των ανθρώπων. Μπορεί να ταξιδεύουν προς τον θάνατο, μπορεί σε μια νέα ζωή που θα ξεπροβάλλει. Κανείς δεν ξέρει. Αναλαμβάνουν την ευθύνη της αγάπης τους μαζί. Ελεύθεροι και με δική τους βούληση, αποφασίζουν να ζήσουν αυτό που θα τους βρει, παραδομένοι σ' αυτό που έρχεται, και χωρίς κανέναν εκβιασμό της πραγματικότητας. 
Αυτό, λοιπόν, εγώ μπορώ να το δεχτώ ως Αγάπη. Την ίδια την ταινία μπορώ να της δώσω αυτόν τον τίτλο με όλο το τραγικό, αλλά και τόσο ανθρώπινο, ουσιαστικό, μα και μεγαλειώδες περιεχόμενο που μπορεί να σηκώσει.

Δυο ταινίες - δυο κόσμοι. Μόνο που το νόημα της αγάπης το κερδίζει η ταινία του Αγγελόπουλου και ο ίδιος, και το χάνει εντελώς, το ακυρώνει η ταινία του Χάνεκε, ο ίδιος και όσοι τον επικροτούν.







Monday, November 21, 2011

"Ο κόσμος είναι μεγάλος και η σωτηρία της ψυχής βρίσκεται στη γωνία", ταινία του Στεφάν Κομαντάρεφ




Ξέρω πως το λογικό θα ήταν να ανεβάσω την περίληψη αυτής της ταινίας που θέλω να σας παρουσιάσω. Αλλά στα ποιήματα δεν κάνει κανείς περίληψη. Οπότε, αντέγραψα μεγάλο μέρος των διαλόγων και σας την παρουσιάζω με τη σειρά. Επειδή γίνονται διαρκώς πισωγυρίσματα στη ροή, τα διακρίνω με τις φράσεις «τότε» και «τώρα». Προσωπικά την τοποθετώ πλάι στις κορυφαίες  Ιρανικές «Βροχή», «Τα χρώματα του Παραδείσου» και του Κουροσάβα «Τα όνειρα». Πρόκειται για ένα αριστούργημα από όλες τις πλευρές. Πάμε λοιπόν.



Η ταινία ξεκινά με την αφήγηση του Αλεξάντερ:
«Η ζωή μου ξεκίνησε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1975. Κάπου στα Βαλκάνια όπου η Ευρώπη τελειώνει αλλά δεν ξεκινάει ποτέ».

«Η γιαγιά πίστευε ότι ο κόσμος γυρνά γύρω από τη ζάχαρη».

«Το καφενείο. Το μυστικό άντρο για το τάβλι.
Εκείνη τη μέρα ανακηρύχτηκε νέος βασιλιάς στο τάβλι ο Μπέη Νταν, ο παππούς μου».

Τώρα. Ο 25χρονος Αλεξάντερ ταξιδεύει με τους γονείς του. Εδώ γίνεται ατύχημα, εκεί το τάβλι σταματά, τα γλυκά στο φούρνο της γιαγιάς καίγονται. Χτυπά το τηλέφωνο κι ο παππούς μαθαίνει πως οι γονείς είναι νεκροί και ζει μόνο ο εγγονός τους.

Ο παππούς πηγαίνει από τη Βουλγαρία στη Γερμανία, αλλά ο Σάσε –χαϊδευτιό του Αλεξάντερ- έχει πάθει αμνησία και δεν τον αναγνωρίζει.

Τότε. Ο Σάσε πρώτη φορά ζητά να ρίξει τα ζάρια. Πριν ξεκινήσουν ο παππούς του λέει: «Στο λόγο της τιμής μας. Παίζουμε για την τιμή, όχι για τα λεφτά. Πρέπει να πιστεύεις στα ζάρια. Σκέψου δυο αριθμούς και ρίξε».

Τώρα. Ο γιατρός ενημερώνει τον παππού για την αμνησία. Αυτός πάει και κάνει διάρρηξη στο σπίτι του εγγονού και βρίσκει το τάβλι που του είχε κάνει δώρο στα γενέθλιά του, και φωτογραφίες οικογενειακές. Ο Σάσε δε θυμάται τίποτα. Ο παππούς του μαθαίνει το τάβλι απ’ την αρχή.

Τότε. Κάποτε στο καφενείο ο παππούς πείραξε έναν τύπο της πολιτοφυλακής. Αυτός την επόμενη μέρα, ως υπαύθυνος στο γραφείο προσωπικού του εργοστασίου που δουλεύει ο πατέρας του Αλεξάντερ, ο Βασκο, έχει όλους τους φακέλους. Τον φωνάζει και τον εκβιάζει να καταδώσει όλη την παρέα του παππού και τον ίδιο για τις επαναστατικές τους πράξεις, γράφοντας αναφορές. Στο φάκελο του παππού διαβάζει πως ήταν ποδηλάτης και κέρδισε το γύρο της Βουλγαρίας το ’54, σπούδασε με υποτροφία στη Λαϊκή δημοκρατία της Γερμανίας και επιστρέφοντας στη Βουλγαρία ανατίναξε το μνημείο του Στάλιν με δυναμίτη. Καταδικάστηκε σε θάνατο κι έλαβε χάρη.
«Φυλακίστηκε 15 χρόνια κι ακόμα δεν συνετίστηκε. Φέρεται κατά των αρχών και πουλάει παράνομα τάβλια».

Ο Βάσκο ζητά να το σκεφτεί. Αν δεν το κάνει θα απολυθεί, θα φυλακιστεί κά...

Τώρα. Ο παππούς παιζει τάβλι στο νοσοκομείο με τον εγγονό.
Τότε. «Άσσοι. Δεν είναι καλή ζαριά», λέει ο μικρός  Αλεξάντερ. «Δεν υπάρχει κακή ζαριά, υπάρχουν κακοί παίκτες. Εξαρτάται πώς παίζεις», απαντά ο παππούς.
Τώρα. Στο νοσοκομείο ο Αλεξάντερ φέρνει εξάρες. «Η καλύτερη ζρριά». «Και μ’ αυτή τη ζαριά μπορείς να χάσεις. Υπάρχει πάντα η επόμενη ζαριά», απαντά ο σοφός Μπέη Νταν.

Τότε. Τη μέρα που πεθαίνει ο Μπρέζνιεφ ο Βάσκο φεύγει απ’ το εργοστάσιο και πηγαίνει στο καφενείο. Λέει στον πεθερό του πως τον "μπλοκάρει". «Αν η κατάσταση μοιάζει απελπιστική, άλλαξε τακτική. Ρισκάρεις, κάνεις κίνηση κι ελπίζεις για το καλύτερο» λέει ο πεθερός του καθώς παίζουν τάβλι. Ο Βάσκο αποφασίζει να πάρει την οικογένεια και να φύγουν μετανάστες στη Γερμανία.

Τώρα. Μετά από τρεις βδομαδες ο παππούς παιρνει ένα μπαστούνι και αναγκάζει τον Σάσε να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι με το ζόρι. Αυτός περιμένει να δει στην τηλεόραση τις ειδήσεις. «Θα σου πω εγώ τις ειδήσεις, κλείσ’ το». Το κλείνει λέγοντας: «Δε θα κάνεις εσύ κουμάντο στη ζωή μου». «Ζωή είναι αυτή; Να μεταφράζεις για ηλεκτρικές σκούπες; Πρέπει ν’ αλλάξξεις . Τίποτα καλύτερο από την αλλαγή. Θα σε χτυπήσω μέχρι να έρθεις μαζί μου! Αυτή είναι η είδηση».
Στην επόμενη σκηνή παίζουν τάβλι.
«Τα ζάρια είναι τύχη».
«Πού είναι η τύχη; Κρατάς τα ζάρια στα χέρια σου. Εξαρτάται πώς τα ρίχνεις, με ποια γωνία».

Τότε. Πρωτοχρονιά του 1983 αποφασίζουν να μεταναστεύσουν.

Τώρα. Ο παππούς τα πίνει με το παιδί και μπαινει ο γερμανός γιατρός και απειλεί να τον διώξει. «Ποιον απειλείς;», ρωτά ο παππούς και μετά αγκαλιάζει τον Σάσε και του λέει να φύγουν από κει γιατί δεν θα τον κάνουν ποτέ καλά και του λένε ψέμματα πως ζουν οι γονείς του.

Στην αυλή του νοσοκομείου η πρώτη μνήμη που έρχεται επιτέλους στο μυαλό του Σάσε είναι ένα παραμύθι που του έλεγε η μαμά του.

Τότε. Τη στιγμή του αποχαιρετισμού ο παππούς συμβουλεύει το παιδί: «Όταν θέλεις να μου πεις κάτι να το λες σ’ ένα άσπρο συννεφάκι κι αυτό θα έρχεται να μου το λέει».

Τώρα. Ξεκινάν να ταξιδεύουν μ’ ένα ταντέμ (διπλό ποδήλατο). «Επιτρέπεται χωρίς κράνη;» «Ναι, ρώτησα κα τον πάπα». Πρώτα έχουν φροντίσει τα μνήματα των γονιών κι ο παππούς έχει κρατήσει μια μικρή γλαστρούλα που την παίρνουν μαζί τους δώρο για τη γιαγιά.

Τότε. Η οικογένεια φτάνει στην Ιταλία, που όμως δε δίνει πολιτικό άσυλο. Λίγες χώρες δίνουν και οι διαδικασίες είναι χρονοβόρες.

Τώρα. Καθώς ξεκινούν το ταξίδι με το ποδήλατο. «Σήμερα  θα μιλήσουμε για τη φαντασία. Το ελιξήριο κάθε παιχνιδιού. Ποιος οδηγεί αυτό το αμάξι, τι είναι, πώς είναι;» Ο Σάσε αναγκάζεται να απαντά και η φαντασία του ξυπνά υποχρεωτικά.

Τότε. Τον παππού τον βάζει φυλακή ο χαφιές της πολιτοφυλακής, μόλις διαπιστώνει πως η οικογένεια του γαμπρού του έχει δραπετεύσει. Πίσω μένει μόνη η γιαγιά.

Από το στρατόπεδο προσφύγων της Ιταλίας στο οποίο «φιλοξενούνται», στέλνουν μια κάρτα μόνο με τη διεύθυνση για να ξέρουν οι γονείς πως ζουν. Ο Σάσε εκεί αποκτά μια μικρή φίλη. Τη Μάρθα. Η γιαγιά τούς στέλνει λίγα λεφτά κι έτσι πάνε μια βόλτα στην Τεργέστη, όπου αγοράζουν στον μικρό ένα αυτοκινητάκι λίγο αφότου προς στιγμήν τον χάνουν. Αυτή είναι η επόμενη μνήμη που θα του έρθει στο μυαλό του.





Τώρα. Ενώ ξαποσταίνουν στο δάσος τη νύχτα ανάβουν φωτιά και πάνω που ο Σάσε πάει να πάρει τα φάρμακα για την κατάθλιψη, τον εγκέφαλο και την κυκλοφορία του αίματος, ο παππούς ζητά να τα δει και τα πετά στη φωτιά. Του δίνει να πει λίγο ποτό για να αναπνεύσει ο εγκέφαλός του.

Τότε. Ο Βάσκο πρέπει να βρει δυο εκατομύρια λίρες για να μπορέσει να φύγει από το στρατόπεδο προσφύγων κρυφά για τη Γερμανία. Τον πληροφορούν πως σ’ ένα μπαρ στο σταθμό παίζουν τάβλι με λεφτά. Αν και ποτέ δεν έπαιξε με λεφτά αποφασίζει να το κάνει γιατί είναι πολύ καλός παίκτης.

Επανασταση στο στρατόπεδο. «Πρόσφυγες έιμαστε όχι εγκληματίες. Μας κρατάτε εδώ χρόνια σα φυλακισμένους. Παίρνετε δέκα δολάρια τη μέρα για τον καθένα μας και τα κρατάτε. Θέλουμε καλό φαγητό και μαθήματα γλώσσας». «Αχρείοι, θα σαπίσετε εδώ», λέει ο Ιταλός υπεύθυνος. Ο Βάσκο πάει και παίζε ιτάβλι και βγάζει τα λεφτά. Φεύογυν για Γερμανία.

Τώρα. Παππούς κι εγγονός διανυκτερεύουν σ’ ένα παραθαλάσσιο μέρος. Εκεί γίνεται ένα γλέντι κι ο παππούς σηκώνεται και χορεύει. Παραασέρνει και τον ντροπαλό Σάσε και στο τέλος τον σπρώχνει στην κοπέλα που του αρέσει. «Πήγαινε γιατί αλλιώς θα σε πάω εγώ με το ζόρι». Είναι η Μαρία.

Στη διαδρομή με το ποδήλατο σταθμεύουν στο στρατόπεδο που έζησε ο Σάσε με τους γονείς του. Θυμάται το μέρος που είχε κρύψει το αυτοκινητάκι του, το φιλί που είχε δώσι στη Μάρθα και μετά αρχίζει και θυμάται πως οι γονείς του είχαν χωρίσει για 15 χρόνια, θυμάται το ατύχημα, τα ζάρια που κρέμονταν στον καθρέφτη, τη ντροπή της μάνας του που τον μεγάλωσε χωρισμένη και πως τα είχαν ξαναβρεί μόλις δυο μήνες πριν το ατύχημα κι αποφάσισαν να πάνε στη Βουλγαρία.

Είχα πει τότε στον πατέρα σσο: «Η μοίρα είναι τα ζάρια στα χέρια σου. Ό, τι γίνει μετά εξαρτάται από την τύχη και τις ικανότητές σου».

Το επόεμνο πρωί ο παππούς φεύγει απροειδοποίητα με το τρένο κι αφήνει το Σάσε να επιστρέψει με το ποδήλατο μόνος του. Αυτός χαίρεται πλέον την ευθύνη του εαυτού τυο και φτάνει στο χωριό. Τη στιγμή που η γιαγιά φυτεύει το λουλούδι που της στον κήπο ακούει τον Σάσε να χτυπά το καμπανάκι του ποδηλάτου.

Πηγαίνουν στο καφενείο. Είναι καιρός να ανακηρυχτεί ο βασιλιάς της χρονιάς στο τάβλι.
«Θα δούμε αν είσαι εγγονός μου. Προλαβαίνεις να κάνεις πίσω».
«Εγώ δεν κάνω ποτέ πίσω».

«Θα νικήσει όποιος πάρει στη σειρά δυο παιχνίδια. Αν αυτό δε συμβεί μέχρι το βράδυ θα ρίξετε τα ζάρια και θα βγει βασιλιάς αυτό που θα φέρει τη μεγαλύτερη ζαριά».

Ο παππούς παίζει πρώτος και φέρνει εξάρες. Ρίχνει και ο Αλεξάντερ. Καθώς τα ζάρια κατρακυλούν στο τάβλι επιστρέφουν στο μυαλό του  όλες οι μνήμες μέχρι τη γέννησή του. Θεραπεύεται πλήρως.

(Δε θα ομολογήσω τι γίνεται εδώ. Είναι τόσο μεγαλειώδες που αξίζει να το δει κανείς.)

Στο τέλος ακούμε τη σέψη του Αλεξάντερ:
«Τώρα μπορούσα πάι να παίξω, να χάσω, να κερδίσω. Να είμαι». Και τον βλέπουμε να επιστρέφει στη Μαρία...






Σκηνοθεσία
Stephan Komandarev 
Σενάριο
Yurii Dachev
Stephan KomandarevDusan MilicIlija Trojanow (μυθιστόρημα)
Παραγωγή
Karl Baumgartner
Danijel HocevarThanassis KarathanosStefan KitanovAndrás Muhi
Μουσική
Stefan Valdobrev 

Φωτογραφία
Emil Hristow 

Μοντάζ
Nina Altaparmakova 

Casting
Victor Bojinov
Alexander Kossev 

Σχεδιασμός Παραγωγής
Anastas Yanakyev

Καλλιτεχνική Διεύθυνση
Susanne Abel
Dusan Milavec 

Σκηνικά
Vanina Geleva 

Κοστούμια
Sonja Hesse
Marta Mironska
Βοηθός Σκηνοθέτη
Jane Kortoshev
Desislava Nikolova
Εταιρείες Παραγωγής
RFF International (producer)
Pallas Film (producer)Vertigo/Emotionfilm (producer)Inforg Stúdió (producer)BNT (co-producer)
Διανομή
Amafilms
SolopanArt FestCinemania GroupEpicentre Films
Χρονολογία παραγωγής
2008
Χώρα παραγωγής
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ, ΓΕΡΜΑΝΙΑ, ΣΛΟΒΕΝΙΑ, ΟΥΓΓΑΡΙΑ
Γλώσσα
ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΑ, ΓΕΡΜΑΝΙΚΑ, ΙΤΑΛΙΚΑ, ΣΛΟΒΕΝΙΚΑ




Για περισσότερες πληροφορίες στο http://www.myfilm.gr/7979.html