Labels

Showing posts with label Ταξιδιωτικά. Show all posts
Showing posts with label Ταξιδιωτικά. Show all posts

Monday, April 1, 2024

Καλημέρα, Κεμαλ!

Στην πατρίδα ξημερώνει Κυριακή του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Εδώ ξημερώνει Πάσχα των Καθολικών. Αλλού στον κόσμο αργεί να ξημερώσει κι αλλού έχει ξημερώσει ήδη. Κάπου αλλού ίσως να μην ξημερώνει πια.

Μένουμε στην καρδιά μιας γειτονιάς Αράβων προσφύγων. Η οικοδομή σαν στοιχειωμένη, λες πως την κατοικούνε φαντάσματα. Αλλά δεν είναι φαντάσματα. Άνθρωποι είναι με σάρκα και οστά, όνειρα ναυαγισμένα. Άνθρωποι που έφυγαν από την πατρίδα τους να γλιτώσουν από την κακιασμένη τους μοίρα κι εκείνη τους περίμενε ήδη στον τόπο του ονείρου τους μ’ ένα μαστίγιο στο χέρι. Τους τιμωρεί καθημερινά ανελέητα. Τους μεταμορφώνει από κυρίους σε επαίτες και από ανθρώπους σε γουρούνια. Τους θρέφει με αποφάγια χειρότερα απ’ αυτά που δίνει στα σκυλιά της. Κι όμως ακόμα κι έτσι οι πρόσφυγες προτιμούν αυτόν τον τόπο από την πατρίδα τους. Πόσο χειρότερα μπορεί να ήταν εκεί; Αυτοί μονάχα το ξέρουν. Η Γαλλία δέχθηκε περισσότερους μετανάστες από αυτούς που μπορούσε να σηκώσει. Κάτω από το βάρος τους λύγισε, όπως ήταν φυσικό. Η αρχόντισσα Μασσαλία, η πανέμορφη αριστοκράτισσα του παρελθόντος στέκεται ανήμπορη, γερασμένη. Σχεδόν απελπισμένη κλείνεται στον εαυτό της σαν γριά που βλέπει τη ζωή της να τελειώνει, το αρχαίο της κάλλος να αμαυρώνεται. Οι έφηβοι Άραβες κάτω από το μπαλκόνι μας φωνάζουν όλη τη νύχτα, παίζουν τάβλι, ακούν στο ζενίθ τα τραγούδια τους ανάμεικτα με γαλλικές επιτυχίες. Θέλουν να ζήσουν, να ξοδέψουν το αίμα τους που βράζει και δεν έχουν πού να το ξοδέψουν. Τρώνε τις σάρκες τους μέχρι να έρθει η ώρα που δεν θα τους χορταίνουν και θα φάνε τις σάρκες των άλλων. Μα ποιος μπορεί να ξέρει; Η ζωή είναι πολύ πιο ευφάνταστη από τις πολιτικές, τα συστήματα, τις οικονομίες. Κάνει την έκπληξη εκεί που δεν το περιμένεις.
Το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα της πατρίδας μου κλυδωνίζεται σοβαρά για πρώτη φορά. Αρκούσε μία μονάχα μάνα να ορθώσει το χαροκαμένο της ανάστημα απέναντί του απαιτώντας Δικαιοσύνη. Η Μαρία Καριστιανού ζωντανεύει μπροστά μας την Αντιγόνη, την Κασσιανή, τις Σουλιώτιςες, τη Μπουμπουλίνα. Έρχεται από τα βάθη των ελληνικών αιώνων φωτεινή, θαρραλέα, ανίκητη επειδή είναι αληθινή. Και μας εμπνέει και μας ενθαρρύνει και μας ενώνει. Λοιπόν, Κεμάλ, καλημέρα… αυτός ο κόσμος μπορεί να αλλάξει και να γίνει καλύτερος.


Monday, November 18, 2019

Εικόνες της αντίπερα όχθης - Νιου Χάμσερ - Μπίνγχαμπτον - Ίθακα



Επόμενος σταθμός το Νιου Χάμσερ, η πολιτεία των δασών, των λιμνών και της ελευθερίας. Σύνθημά της, να ζεις ελεύθερος ή να πεθαίνεις. Και το σύνθημά της αντικατοπτρίζεται και στους νόμους της.  Αξιωνόμαστε για δεύτερη φορά την στοργική φιλοξενία του π. Παναγιώτη. Δεν προλαβαίνουμε αυτή τη φορά την μεθυστική πολυχρωμία των φύλλων που προσελκύει κάθε φθινόπωρο τους εικονολάτρες ταξιδιώτες του κόσμου. Εκτός από τα απυρόβλητα έλατα, όλα τα υπόλοιπα είναι γυμνά και διάγουν με υπομονή το στάδιο του σκληρού χειμώνα. Ξέρουν αυτά. Γι’ αυτό και σιωπηλά υπομένουν. Θα έρθει και πάλι η Άνοιξη. Μπορεί να αργήσει λίγο, αλλά σίγουρα θα έρθει. Οι μέρες περνούν με συζητήσεις, βιβλία, αναγνώσεις, περιπάτους και μαγειρέματα. Πρώτη φορά θα ψήσω κολοκύθα στον φούρνο που η γεύση της θυμίζει ψημένο κάστανο. Η χαρά του υπάρχειν ανασταίνεται στην συνύπαρξη με τις συγγενικές εκείνες ψυχές που ο Θεός φέρνει στο δρόμο του ανθρώπου για να τον παραμυθήσει. Χιονίζει. Ασπρίζουν τα έλατα, ασπρίζουν και τα γυμνά δέντρα, ασπρίζει και η λίμνη. Η Χεβρώνα προβάρει το χριστουγεννιάτικο της ένδυμα και η μοδίστρα εποχή κάνει τις αναγκαίες τελευταίες επιδιορθώσεις. Πολλοί από τους κατοίκους θα αναχωρήσουν σαν αποδημητικά πουλιά για θερμότερες πολιτείες και οι υπάλληλοι της πολιτείας θα φροντίζουν τα σπίτια τους.

Θα αναχωρήσουμε για το Μπίγχαμπτον και θα χαρούμε την φιλοξενία του Κώστα και της Μαργαρίτας, φίλων των νεανικών μας χρόνων. Διάσημος φωτογράφος ο Κώστας Σακελλαρίου εργάστηκε χρόνια για τα μεγαλύτερα έντυπα της Αμερικής ως φωτορεπόρτερ σε πολέμους και έζησε χρόνια στην Κωνσταντινούπολη όπου και τον πρωτοανταμώσαμε. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες του επιβάλλουν την ευαισθησία τους στο πανέμορφο σπίτι. Το λεύκωμά του “Οι τελευταίοι Έλληνες της Πόλης" κυκλοφόρησε πριν χρόνια από τις εκδόσεις Άγρα. Το πρωί η πανέμορφη πόλη θα ντυθεί με τη σειρά της στα λευκά. Το χιόνι δε βρίσκει κανέναν από τους κατοίκους απροετοίμαστο. Πρωί πρωί θα βγουν και θα καθαρίσουν το δρόμο που περνά μπροστά από το σπίτι τους προκειμένου να μην γλύστρισουν οι διαβάτες. Νωρίς το απόγευμα οι φίλοι μας, θα μας μεταφέρουν στο Ίθακα, δηλαδή στην αμερικάνικη Ιθάκη. Εκεί ο Κυριάκος με το μουσικό σχήμα Φάρος θα δώσουν την επόμενη συναυλία στο πανεπιστήμιο του Cornell. Πριν τη συναυλία θα περάσουμε για έναν καφέ από το σπίτι της Αυστραλέζας Γκέηλ που οι μελέτες της για το ρεμπέτικο και την παραδοσιακή μουσική εδώ και πολλά χρόνια την έχουν κάνει γνωστή στην Ελλάδα, την Αμερική και σε πολλά μέρη του κόσμου. Η λεπτοκαμωμένη αρχόντισσα έχει διατηρήσει τη χάρη του παιδιού πλάι στη σοφία του ηλικιωμένου. Ο σύζυγός της, περίφημος καθηγητής του Πανεπιστημίου στις θετικές επιστήμες, από τη στιγμή που βγήκε στη σύνταξη, ζωγραφίζει με μελάνι και τα έργα του κοσμούν το σπίτι πλάι σε πολλά  άλλα έργα τέχνης. Είναι από τα ζευγάρια που τα βλέπεις και λες μέσα σου, ναι, αυτό είναι ένα αληθινό ζευγάρι. 
Στην υποδοχή της μεγαλόπρεπης αίθουσας μας περιμένουν χαρωπά φιλότιμα ελληνόπουλα που σπουδάζουν στο Κορνέλ. Παιδιά λαμπερά που άφησαν τη βόλεψή τους και παλεύουν για ενα καλύτερο αύριο. Η Γκέηλ προλογίζει τη συναυλία πάνω στο πατάρι με την άνεση έμπειρου παρουσιαστή. Θα σιγοτραγουδάει από κάτω όλα τα παραδοσιακά τραγούδια του προγράμματος. Ο κόσμος θα συγκινηθεί, θα θυμηθεί, θα νοσταλγήσει, θα θαυμάσει. Οι μουσικοί μας είναι ένας κι ένας, το επίπεδο και αυτής της συναυλίας ιδιαίτερα υψηλό.
Μετά το φαγητό, θα επιστρέψουμε στο Μπίγχαμπτον για να αναχωρήσουμε την επόμενη μέρα με χιονοθύελλα για την Βοστώνη. Τον τελευταίο και και πλέον προσφιλή προορισμό του ταξιδιού μας. Η μεγάλη και ιστορική αγκαλιά της Θεολογικής Σχολής του Τιμίου Σταυρού μας περιμένει...










Friday, November 15, 2019

Εικόνες της αντίπερα όχθης - Princeton



Οι μέρες σαν σελίδες του συναρπαστικού κεφαλαίου Ταξίδι στην Αμερική καλπάζουν  ίδια άλογα σε παραμυθένια ακρογυάλια.
Από τόπο σε τόπο φίλοι παλιοί, νέες γνωριμίες, η καρδιά τριαντάφυλλο δεν χορταίνει να ανθίζει καταμεσής του χειμώνα που φτάνει να μετουσιώνεται σε εποχή συμβολική σαν δοκιμασία που πρέπει να υπομείνεις αν θέλεις να ανθίσεις.
Ο Κυριάκος δίνει συναυλιες σε μερικά από τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια που βρίσκονται στην αντίπερα όχθη του κόσμου. Princeton, Cornell, Harvard. Συνεργάζεται με το μουσικό σχήμα Φάρος που αποτελείται από τέσσερα νέα παιδιά, τον Γιώργο στα κρουστά, τον Βασίλη στο λαούτο, τον Πάνο στο κανονάκι και την Ειρήνη στο τραγούδιι. Τέσσερις ταλαντούχοι μουσικοί που σπούδασαν μουσική εδώ, εμβάθυναν στα άδυτα της τέχνης τους και δίνουν ήδη το προσωπικό τους στίγμα που γράφει ιστορία.

Φεύγοντας από την Νέα Υόρκη ο πρώτος σταθμός είναι το Πρίνστον. Μια λέξη που καθένας γνωρίζει και κάθε νους με διαφορετικό τρόπο τη φαντασιώνεται. Κι όμως καμιά φαντασία δεν μπορεί να πλησιάσει το ονειρώδες περιβάλλον στο οποίο εισέρχεται ο ταξιδευτής. Ο τόπος έχει από τη μία πλευρά το μεγάλο πανεπιστήμιο μέσα σε μια τεράστια έκταση πάρκου με πολλά κτίρια υποδειγματικής αρχιτεκτονικής της αρχοντιάς κι από την άλλη την ομώνυμη κουκλίστικη πόλη που χτίστηκε για το πανεπιστήμιο. Συναντούμε τον Δημήτρη Γόντικα, διευθυντή του Ελληνικού κέντρου σπουδών που ως ίδρυμα φέτος γιορτάζει τα σαράντα του χρόνια. Πατρική φιγούρα ο Δημήτρης,  έμπλεος  στοργής για τους φοιτητές που προστρέχουν σαν διψασμένα ελάφια στην ελληνική γραμματεία, τη λογοτεχνία και την ιστορία της. Ένας ιδιοφυής άνθρωπος που αφιέρωσε όλη του τη ζωή σ’ αυτή τη θέση και ανέδειξε τον τομέα που διευθύνει σε πρότυπο επιστημονικής μελέτης και διάδοσης της γλώσσας μας. Οι βιβλιοθήκες έχουν σήμερα πάνω από 20 εκατομμύρια βιβλία. Ανάμεσα σ’ αυτά υπάρχουν μοναδικά αντίτυπα που αγοράζονται σε δημοπρασίες όπως τα πρώτα βιβλία που εξέδωσε ο Cutemberg. 


Με παραδίδει σε μια Αμερικανίδα για να με οδηγήσει στην παιδική βιβλιοθήκη του Πρίνστον που είναι μια από τις πέντε μεγαλύτερες του κόσμου με 150.000 βιβλία απ’ όλα τα μέρη του πλανήτη. Ο μεγάλος ευεργέτης της αποφάσισε να δώσει ένα μέρος των χρημάτων του για να φτιαχτεί αυτός ο χώρος ύστερα από ένα τραγικό συμβάν στη ζωή του. Επιστρέφοντας μια μέρα στο σπίτι του βρήκε σφαγμένους τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Μπαίνω στη βιβλιοθήκη και το παραμύθι ζωντανεύει. Οι κατασκευές που διακοσμούν τον χώρο ειναι έργα μεγάλων καλλιτεχνών φτιαγμένα από φυσικά υλικά για να αγκαλιάζουν το πλέον φυσικό πλάσμα της ζωής, το παιδί. Ο μεγάλος όγκος των συλλεκτικών βιβλίων βρίσκεται στα υπόγεια. Για να τον επισκεφτώ θα πρέπει να κάνω μια αίτηση και να εγκριθεί. Δυστυχώς δεν υπάρχει ο χρόνος που απαιτεί αυτή η διαδικασία. Την επόμενη μέρα αναχωρούμε. Έτσι θα μείνω διψασμένη να ονειρεύομαι την επόμενη μετάβαση.
Βγαίνουμε έξω με τη συνοδό μου που με ρωτά τι θα ήθελα να κάνω. Της απαντώ πως θέλω να καθίσω κάπου να γράψω. Ψάχνεις, λοιπόν, ένα όμορφο μέρος; Ναι. Έλα μαζί μου. Με οδηγεί σε έναν ακόμη μυθικό χώρο. Είναι μια βιβλιοθήκη σε σχήμα ροτόντας που πηγαίνουν οι φοιτητές να εργαστούν. Καθένας τους έχει τον υπολογιστή του, τα χαρτιά του και τα βιβλία του. Τι ωραία που είναι να αλληλεπιδρούν και τα τρία αυτά μεταξύ τους. Δε θέλω να φύγω. Ξεχάστε με, λέω, αφήστε με εδώ για πάντα.
Η βραδινή συναυλία που στεγάζεται κάτω από τον τίτλο Εξορία, θα συγκεντρώσει καθηγητές και φοιτητές που ενδιαφέρονται για την ελληνική μουσική. Στη διάρκειά της θα βγουν χαρτομάντιλα, θα τρέξουν δάκρυα, θα δονηθούν καρδιές. Κι εγώ θα αποκτήσω μια νεαρή φίλη με την οποία θα περάσω τις επόμενες ώρες συζητώντας όπως συζητούν δυο φωτιές που ανταμώνουν. 












Sunday, November 10, 2019

Εικόνες της αντίπερα όχθης - Νέα Υόρκη - Εικόνες 3, 4, 5, 6


Κεντρικος σταθμός των τρένων της Νέας Υόρκης. 
Ιδιαίτερα καλαίσθητο κτίριο και σαφώς επηρεασμένο από Ευρωπαϊκά πρότυπα. Και μεγάλο. Πολύ μεγάλο. Οπως όλα στην Αμερική. Από τα κτίρια, τα αυτοκίνητα, τους δρόμους, τα πανεπιστήμια μέχρι τις συσκευασίες των τροφίμων, τις μπουκάλες των ποτών, των απορρυπαντικών, του γάλακτος.
Οι παλιοί ουρανοξύστες αναδύουν μια ζεστασιά. Είναι η πατίνα του χρόνου, είναι τα υλικά κατασκευής τους, ο πιο διακοσμητικός σχεδιασμός, και ίσως κι ένα πιο ανθρώπινο μέτρο. Οι καινούργιοι υψώνονται εντυπωσιακά αιχμηροί σαν γιγάντιες βελόνες που ματαιοπονούν στην προσπάθειά τους να τρυπήσουν τα ούρνάια.  Από γυαλί και μέταλλο σε δυσθεώρητα ύψη κραυγάζουν, και η ιαχή τους δονεί τον πλανήτη. Εδώ είναι Αμερική, δεν είναι παίξε γέλασε. 
Που νομίζεις ότι βρίσκεσαι; Εδώ είναι Νέα Υόρκη! λέει με ερντογανικό τσαμπουκά ο ταλαίπωρος υπάλληλος της εταιρείας στην οποία καταφεύγουμε για να αλλάξουμε τα ευρώ σε δολλάρια. Χωρίς προειδοποίηση μας έχουν κατακρατήσει το 20% για προμήθεια. Αυτό βέβαια είναι καθαρό κλέψιμο. Αλλά κι αυτή είναι η Νέα Υόρκη. Ζητούμε ακύρωση της συναλλαγής, αλλά η απάντηση είναι επιμόνως αρνητική. Πέρασε στο σύστημα και ό,τι περνά στο σύστημα πίσω δεν ξαναγυρνά. Ο υπάλληλος αυτός που σε οποιαδήποτε άλλη χώρα θα είχε λίγο σκυμμένο το κεφάλι, εδώ νιώθει υπεράνθρωπος και υπερήρωας. Να κάτι από το οποίο στην Ελλάδα μας φύλαξε ο Θεός.
Ο ναός του αγίου Πατρικίου μου ααρέσει περισσότερο απο όλους τους καθολικούς ναούς που έχω επισκεφτεί ως σήμερα. Ίσως επειδή δεν είναι μαυρισμένος και ασυντήρητος όπως οι αντίστοιχοι ναοί της Ευρώπης που η μαυρίλα τους σε συνδιασμό με το αχανές τους ύψος συνθέτουν επιτυχώς το φάντασμα ενός τρομαχτικού μπαμπούλα. Στον άγιο Πατρίκιο τελούνται οι γάμοι της καλής κοινωνίας. Αυτός είναι και ο λόγος που στις μαρμάρινες κολώνες υπάρχουν οθόνες. Κάθε κολώνα και οθόνη. Πλήρη αναμετάδοση της τελετής μέχρι και στον τελευταίο προσκεκλημένο που δεν μπορεί να έχει οπτική επαφή. Εξάλλου, γιατί να προσέλθουμε σ’ ένα τέτοιο μυστήριο αν δεν έχουμε οπτική επαφή...

Το Σέντραλ Παρκ αποτελεί τον βασικό πνεύμονα πράσινου της γιγάντιας πόλης και σταθερό σημείο συνάντησης των κατοίκων και επισκεπτών της. Εξάλλου,  γι’ αυτό το επιλέξαμε κι εμείς ως κέντρο της παράστασής μας «Ο Αλησμόνητος κήπος». Παρέες νέων παιδιών βολτάρουν χαρωπές και θορυβώδεις, μοναχικοί περιπατητές βυθίζονται στους λογισμούς, συλλογισμούς και υπολογισμούς τους, μοναξιασμένοι άνθρωποι κάθονται στα παγκάκια παρέα με τα κινητά τους τηλέφωνα.
Έχω αρρωστήσει. Ψάχνω να βρω φαραμακείο. Ρωτάω και με οδηγούν σε ένα Σούπερ Μάρκετ. Στον κάτω όροφο, μου λέει η υπάλληλος. Κατεβαίνω τα σκαλιά και στέκομαι στο τελευταίο σκαλί. Μετεωρίζομαι. Αναρωτιέμαι αν βλέπω εφιάλτη ή ζω πράγματι αυτό που βλέπω. Σε έναν τεράστιο χώρο με διαδρόμους και ράφια χιλιάδες φάρμακα με περιμένουν. Δεν υπάρχει φαρμακοποιός να κουβεντιάσω μαζί του. Ούτε για δείγμα. Μια κινεζούλα μόνο που γονατισμένη παίρνει ένα ένα φάρμακο και διαβάζει τις ετικέτες τους. Ανεβαίνω επάνω και ψάχνω να βρω τον φαρμακοποιό. Δεν υπάρχει. Τρεις Μαυρούλας χτυπούν νούμερα στις τρεις ταμειακές μηχανές του Μάρκετ. Βγαίνω στο κρύο και μπαίνω στο ταξί. Ο νους μου δε χωρά αυτό που έζησα. Δυο μέρες μετά οι φίλοι μου εξηγούν πως υπάρχουν και τα φαρμακεία που έχουν φαρμακοποιούς και εκτελούν συνταγές...

Αλλάζει ο κόσμος και οι καταιγιστικές αλλαγές του  συμπαρασύρουν τα πάντα. Τι θα μείνει, τι θα λησμονηθεί; Τι θα αντισταθεί, τι θα υποκύψει; Τι θα βελτιωθεί, τι θα κακοποιηθεί; Πόση πληροφορία να αντέξει ο άνθρωπος; Πόση ταχύτητα; Πόση μοναξιά;
Ωστόσο, θα παραμένει πάντα παρήγορο και απαγορευτικό οιασδήποτε απελπισίας. Όσο περισσότερο αβοήθητος θα γίνεται ο άνθρωπος, τόσο περισσότερες ευκαιρίες θα δίνει στον Θεό να του παράσχει την βοήθειά του...

 Ο ιερός ναός του αγίου Πατρικίου

Σέντραλ Παρκ





Monday, November 4, 2019

Εικόνες της αντίπερα όχθης - Νέα Υόρκη & Apple - Εικόνα 2.


Είναι καιρός να αλλάξω το ipad μου. Χρόνια πριν το είχα αγοράσει από την Apple της Νέας Υόρκης με μεγάλη διαφορά τιμής απ’ αυτήν της Ελλάδας. Κουράστηκε πια. Σέρνεται. Εξάλλου αυτό  επιβάλλουν οι καιροί. Όταν κάτι κουράζεται και σέρνεται το πετάμε και αγοράζουμε άλλο. Είτε είναι μηχάνημα, είτε ρούχο, είτε άνθρωπος. Αφού υπάρχει πληθώρα προσφοράς, γιατί να ταλαιπωρούμαστε; Δεν αγαπούν την ταλαιπωρία οι καιροί, δεν την αγαπούμε κι εμέις που τους υποτασσόμαστε. Δεν αγαπούν ούτε την υπομονή. Εξάλλου, για ποιο λόγο να υπομένεις; Μήπως θα σου δώσει κανείς βραβείο ή λεφτά, ή μήπως θα λεπτύνει αυτή η παλιά και λησμονημένη αρετή λλίγο την παχιά καρδιά σου; Μπορούμε να νιώσουμε σήμερα το παχύ στρώμα της ευκολίας που σαν λίπος συντηρεί ακέραια την παχυκαρδιά μας;  
Κατεβαίνω τις σκάλες. Κάτι έχει αλλάξει. Πάλι πριν τα μεσάνυχτα είχα έρθει και τότε. Αυτό παρέμεινε. Ένα αξιοπρεπές μαγαζί σαν κι αυτό δεν επιτρέπεται να κλείνει. Είναι πάντα ανοιχτό. Όλες τις εποχές, όλες τις μέρες, όλες τις ώρες. Τόσο ανοιχτό όσο κι ο Θεός που από τότε που έπλασε τον κόσμο δεν έπαψε να εργάζεται. Η διαφορά είναι απειροελάχιστη. Ο Θεός επιτρέπει στα πλάσματά του να ξεκουραστούν χωρίς να αναπληρώσει τις βάρδιές τους.  Η Apple ποτέ. Και πολλές άλλες εταιρείες μαζί της, τουλάχιστον σ’ αυτήν την όχθη του κόσμου. 
Αυτό που άλλαξε είναι ότι έχει προσθέσει στο ηλεκτρονικό σκηνικό τεράστιες γλάστρες με υπερμεγάθη φυτά. Αληθινά φυτά κααμεσής του εικονικού περιβάλλοντος.  Κατεβαίνοντας τις σκάλες, οι κυκλικοί καθρέφτες πολλαπλασιάζουν την εικόνα μας. Τραβώ μια φωτογραφία που να φανερώνει τα δύο επίπεδα, του πάνω κόσμου και του κάτω, του χθόνιου. Δεν αντιλαμβάνομαι τα πολλαπλασιασμένα μας είδωλα στους καθρέφτες παρά μόνον όταν παρατηρώ εκ των υστέρων τη φωτογραφία. Υπερμεγέθη είδωλα του εαυτού μας περικυκλώνουν, μας φυλακίζουν εντυπωσιακά. Ένα ακόμα αίτημα των καιρών αξιοθαύμαστο στη σύλληψή του και την ανεπαίσθητη καταδίκη του. Το πολλαπλασιασμένο και υπερμεγέθεις είδωλο του Εγώ. Γιατί το Εγώ είναι είδωλο όταν δεν συσχετίζεται με το Εσύ.
 Όπως και τότε, όλα τα υπόλοιπα ισχύουν όπως τα θυμάμαι στον κάτω κόσμο. Τρεις μαύροι στην είσοδό του που σε καθοδηγούν μόλις τους πεις για ποιο πράγμα ενδιαφέρεσαι. Ένας υπάλληλος που αοράτως καταφτάνει δίπλα σου και σου λέει το μικρό του όνομα και ρωτά το δικό σου. Άπειροι υπάλληλοι, σχεδόν ένας για τον κάθε πελάτη του άπειρου πελατολογίου. Εκπαιδευμένοι στην εντέλεια. Πανέξυπνα παιδιά που λύνουν και δένουν τα μηχανήματα, εξυπηρετικά, ευγενικά, ζητούν συγνώμη όταν δεν ξέρουν κάτι και αστραπιαία καλούν, αοράτως πάλι, έναν συνάδελφό τους. Ακούραστα, αεικίνητα, χαμογελαστά, χαρά Θεού. Οι τιμές όμως δεν έχουν παρά ελάχιστη διαφορά πλέον από αυτές της πατρίδας μας. 
Ο φίλος που ζει εδώ, μας ενημερώνει πως η εταιρία ποντάρει σχεδόν αποκλειστικά πλέον στα τηλέφωνα και πως ό,τι άλλο βγάζει από υπολογιστές είναι απλώς για να μη μείνει στα παλιά. Τα παιδιά στο σχολείο κοροϊδεύουν τον φίλο που έχει παλιό κινητό. Είναι παιδιά πολύ φτωχών οικογενειών που μπορεί να μην έχουν να φάνε, αλλά έχουν το τελευταίο μοντέλο της Apple. Ποιος μπορεί να τα κατηγορήσει;   Δίκιο έχουν. Τι να το κάνεις το φαϊ; Τι μπορεί να σε θρέψει καλύτερα από το πολλαπλασιασμένο υπερμεγέθες είδωλο του εαυτού σου, ακόμα κι αν αυτό καταντήσει μια γλάστρα μέσα σ’ έναν κόσμο εικονικό;

Κυριακή βράδυ. Δροσερός αέρας χωρίς υγρασία. Φώτα παντού. Η 5η λεωφόρος δονείται από ζωή. Δύσκολα ξεχωρίζεις πια είναι η αυθεντική και ποια η εικονική. Τόσο πολύ εξελίχθηκε η τεχνολογία του Είναι και του Φαίνεσθε.




Εικόνες της αντίπερα όχθης - Νέα Υόρκη - Εικόνα 1.


Στο μετρό από το αεροδρόμιο για τον σταθμό Τζαμάικα. Αποκαμωμένοι ταξιδιώτες, αποχαυνωμένοι εργάτες, πλήθος υπόδουλοι του Ιντερνετικού Δικτάτορα σε όλες τις αποχρώσεις με σκυμμένο κεφάλι υπακούουν αναντίρρητα και αφοσιωμένα στις προσσταγές του. 
Δεν κοιτάζει κανένας κανέναν. Δεν μιλάει σε κανέναν κανείς. Κινούμενο νεκροταφείο ζώντων το τρένο.
Αλλά μια μικρή Κινέζα -όλες οι Κινέζες είναι μικρές- επιχειρεί άκρως επιτυχώς τη σιωπηλή της τρομοκρατική ενέργεια. Ράβει, για την ακρίβεια επιδιορθώνει, ένα ρούχο.
Τα μικρά της δάχτυλα κεντούν τον αέρα, τον δένουν κόμπους, τον τρυπούν με την αδιόρατη βελόνα τους. 
Δεν τραβά την προσοχή του πλήθους. Το πλήθος δεν έχει μάτια, έχει οθόνες.
Αναρωτιέμαι αν είναι μοδιστρούλα. Η επιδεξιότητά της προδίδει επαγγελματική σχέση με τη βελόνα μέσα απ’ την οποία αν περάσει ο πλούσιος θα μπει στην Βασιλεία των Ουρανών.  
Μήπως όμως ετοιμαζόταν για έξοδο και τελευταία στιγμή πρόσεξε το ελάττωμα στο ρούχο της; Κι από πού κι ως πού να έχει μαζί της ραφτικά; Και γιατί να ράβει μέσα στο μετρό, αντί να το κάνει στο σπίτι της; Και τι μπορεί να έχει η μισάνοιχτη σακούλα τέλος πάντων ανάμεσα στα πόδια της;
Είναι ώρα να κατέβω. Πλησιάζουμε στον σταθμό Τζαμάικα. Πρώτη Κυριακή του Νοεμβρίου, απόγευμα. Η Κινεζούλα δένει τον τελευταίο κόμπο της κλωστής και την κόβει προσεχτικά με τα δόντια της. Κρατώ τη χειρολαβή. Κρατά το ρούχο. Το σηκώνει να το ελέγξει. Είναι ένα μαύρο μεταξωτό γυναικείο μπλουζάκι με μανίκια από τούλι. Το κοιτάζει από πάνω ως κάτω. Όπως κι εγώ εκέινη. Δεν εκφράζει το πρόσωπό της ούτε ικανοποίηση ούτε δυσαρέσκεια. Κανένα Κινέζικο πρόσωπο δεν εκφράζει τα συναισθήματά του. Το διπλώνει επιμελώς και το βάζει στη σακούλα πάνω από άλλα διπλωμένα ρούχα που μάλλον έχει ήδη επιδιορθώσει ή θα επιδιορθώσει μέσα σε άλλα τρένα, σε άλλες ώρες, ατέλειωτες ώρες της νύχτας, της μέρας, χωρίς να την πάρει έίδηση κανείς.
Κανείς, εκτός από τον αέρα που της παραδόθηκε άνευ όρων, τρυπήθηκε και χαϊδεύτηκε από τα μικρά της χέρια -όλες οι Κινέζες έχουν χέρια μικρά- και χαϊδεμένος φώλιασε μέσα στην καρδιά της γιατί μόνο στην δική της καρδιά βρήκε λίγο χώρο να ανασάνει...

Στάση Τζαμάικα. Κατεβαίνω.

Tuesday, October 15, 2019

Ταξίδι στον κόσμο με ένα ούτι” Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019 στις 20:00 στην ΕΡΤ2


Ταξίδι στον κόσμο με ένα ούτι”
Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019 στις 20:00 στην ΕΡΤ2

Η τριαντάχρονη μουσική πορεία του ουτίστα Κυριάκου Καλαϊτζίδη από το Σιάτλ μέχρι το Σίδνεϊ και από τη Σαγκάη μέχρι το Mεξικό, σε μεγάλα φεστιβάλ και μουσικές σκηνές του κόσμου. Μία περιπλάνηση στις νότες της ζωής και της καριέρας του.

Το «Ταξίδι στον κόσμο με ένα ούτι», συμμετείχε στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης 2019, καθώς και σε πολλές περιφερειακές διοργανώσεις προβολής ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα. Είναι υποψήφιο συμμετοχής στο ετήσιο Φεστιβάλ Μεσογειακής Κουλτούρας στη Μασσαλία και στο Sunny Side of the Doc στην La Rochelle.

Σκηνοθεσία: Γιάννης Ρεμούνδος
Διεύθυνση Φωτογραφίας : Δημήτρης Καρκαλέτσος
Ηχοληψία : Δημήτρης Παλατζίδης
Διεύθυνση Παραγωγής : Περικλής Ε. Παπαδημητρίου

Παραγωγή ΕΡΤ ΑΕ 2018-2019
Γενική Διεύθυνση Τηλεόρασης
Διεύθυνση Προγράμματος
Τμήμα Εσωτερικής Παραγωγής


Μπορείτε να το δείτε εδώ:
https://webtv.ert.gr/ert2/close-up/15okt2019-close-up/




Tuesday, May 7, 2019

Χαμ Αν της Νότιας Κορέας - Λαϊκή αγορά - Δημόσιος χώρος - Μουσική


Όσο πιο μακρινός ο προορισμός ενός ταξιδιού τόσο πιο ασαφείς, αλλά και απαιτητικές οι προσδοκίες που επιμελώς φρόντισαν να θρέψουν πολιτισμικές εστίες και εισησιογραφικά πρακτορεία. Τι γνωρίζουμε για την Νότια Κορέα; Σχεδόν τίποτα. Ούτε καν ότι η περίφημη κερασιά που έγινε γνωστή από Ιάπωνες ποιητές και ζωγράφους, αλλά και από τις ταινίες του Κουροσάβα, έφτασε στην Ιαπωνία από την Κορέα...
Οι πολίτες αυτού του τόπου συνιστούν έναν ιστορικά ταλαιπωρημένο και πολύ βασανισμένο λαό εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Μέχρι να αποκτήσουν την ανεξαρτησία τους και να φτάσουν να έχουν δημοκρατικό πολίτευμα πέρασαν από πάνω τους πολλοί και βάναυσοι κατακτητές, με χειρότερους από όλους τους Ιάπωνες, λόγος για τον οποίο μέχρι σήμερα οι δυο λαοί διατηρούν τις χειρότερες σχέσεις. Είναι μάλλον γνωστό ότι έπαιρναν τα μικρά κορίτσια της Κορέας για να τα κάνουν πόρνες στη χώρα τους...
Βεβαίως και γνωρίζουμε όλοι την περίφημη αυτοκινητοβιομηχανία της Huday χωρίς όμως ίσως να ξέρουμε πως κατασκευάζει μέχρι και καράβια, όπως βέβαια και τη Samsung. Και έχοντας σου νου μας τους Κορεάτες που εξάγουν τα πλέον εξελιγμένα μοντέλα της τεχνολογίας, περιμένουμε να συναντήσουμε κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που στην πτραγματικότητα συναντάμε, πράγμα που για μια ακομη φορά επαληθεύει το γεγονός ότι ο πλούτος μιας χώρας δεν συνιστά απαραίτητα και πλούτο των κατοίκων της. Τι συναντάμε;

Πέμπτη μέρα στην Νότια Κορέα και από την Γκορεόγκ στην Χαν Αν, μετά στη Μασάν, στην Σουν Τσαν και τα περίχωρά της. Τριγυρνώντας στους δρόμους των μικρών χωρίων και κωμοπόλεων αναρωτιέμαι διαρκώς και προσπαθώ να καταλάβω τι συμβαίνει. Ο δημόσιος χώρος είναι τόσο παρατημένος που δεν θα ήταν καθόλου χειρότερος αν για δέκα χρόνια δεν πατούσε εδώ ανθρώπου πόδι. Τα ελάχιστα κτίρια που στέκουν μεγαλεπίβολα και χρίζουν ιδιαίτερης φροντίδας είναι αποκλειστικά τα νοσοκομεία, τα σχολεία και τα θέατρα. Από κει και πέρα, τα σπίτια και τα μαγαζιά δεν διαφέρουν από αυτά που έχω δει πριν από πολλά χρόνια στο Αμάν και στο Χαλέπι ή σε μεμονωμένες φτωχικές συνοικίες της Πόλης και του Καϊρου. Με τη διαφορά πως εδώ είναι όλα έτσι. Το μάτι σου δεν μπορεί να σταθεί σε ένα νοικοκυρεμένο, περιποιημένο και καθαρό οίκημα. Να δει πίσω από τα βρώμικα τζάμια μιας βιτρίνας που οι περισσότερες έχουν κολλημένες αφίσες που πρέπει να τοποθετήθηκαν πριν από αρκετά χρόνια. Είναι ολοφάνερο πως δεν τους ενδιαφέρει διόλου η εικόνα και όψη των καταστημάτων και των σπιτιών τους ούτε και η ευπρέπεια ή η καλαισθησία του δημόσιου χώρου. Στα περισσότερα καταστήματα πωλούνται ψευτοπργματα σαν αυτά που βλέπουμε στα κινέζικα μαγαζιά της πατρίδας μας. Νιώθω πως οι άνθρωποι είναι πάρα πολύ πίσω, αλλά και πάρα πολύ μπροστά ταυτόχρονα. Πώς γίνεται αυτό, δεν μπορώ ακόμα να το εξηγήσω και να το κατανοήσω. Προφανώς μου λείπουν δεδομένα.
Πηγαίνοντας όμως στην λαϊκή αγορά της Γκορεόγκ καθώς και στην αντίσοιχη λαϊκή της πολύ μεγαλύτερης πόλης Σουν Τσαν, όπου οι διοργανωτές της μουσικής περιοδείας μάς οδήγησαν για να πάρουμε μια γεύση της καθημερινής ζωής και των απλών ανθρώπων, σφίχτηκε η ψυχή μας. Άπειρο πλήθος γηραιών ανθρώπων και κυρίως γυναικών που θα ήταν μανάδες ή γιαγιάδες μας, με παντούφλες ή ξυπόλυτες καθισμένες κατάχαμα ή πάνω σε κάποιο τούβλο πουλούν την λιγοστή πραμάτεια τους μέσα σε πλαστικά κόκκινα πιάτα. Αναρίθμητα βότανα, ψαροειδή, βολβοί, φύκια, όσπρια μέχρι λουκουμάδες που ψήνουν, φρούτα, σάλτσες σόγιας και ένα σωρό ζωντανά που μοιάζουν με σκορπιούς και κατσαρίδες προς μαγείρεμα... 
Όταν ρώτησα την φίλη Κορεάτισσα αν οι άνθρωποι αυτοί είναι τόσο φτωχοί όσο φαίνονται, μου απάντησε πως δεν είναι, απλώς έχουν μείνει στα χωριά μόνο οι γέροι που έρχονται στις λαϊκές να πουλήσουν τα μπαξεβανικά τους, ενώ οι νέοι έχουν μετακομίσει στις μεγαλοπόλεις. Δεν μπορω να πω ότι η απάντηση με έπεισε. Κι εμείς έχουμε λαϊκές, αλλά η εικόνα τους δεν είναι διόλου αξιοθρήνητη. Πόσο άνετος οικονομικά να είναι κάποιος ογδοντάχρονος που κάνει ένα ταξίδι από το μικρό χωριό του στην πόλη για να πουλήσει τρία πιάτα χόρτα; Δεν ξέρω.
Ο εξωτερικός δημόσιος χώρος είναι στα όρια της αθλιότητας. Ακόμα και τα καλά εστιατόρια στα οποία τρώμε, χρίζουν ολοφάνερα ανακαίνισης που δεν έγινε από τότε που χτίστηκαν. Αν μου έλεγε κάποιος πως όλοι αυτοί οι γέροι δούλεψαν μια ζωή στα εργοστάσια των μεγάλων βιομηχανιών παίρνοντας έναν στοιχειώδη μισθό και πλέον μια ψωραλέα σύνταξη, θα το πίστευα. Τόσο πολύ να μας εξαπατούν τα φαινόμενα; Δεν ξέρω.
Οπωσδήποτε όμως για έναν άνθρωπο που έρχεται εδώ από τη Δύση, ακόμα και από τη «μισοδυτική» χώρα μας, υπάρχουν κάποια πράγματα που θα τον δυσκολέψουν και βέβαια άλλα τόσα που θα τον γοητέψουν. Δεν υπάρχει καμία σχέση με την Χονγκ Κογκ όύτε και με τη Σιγκαπούρη που έχω επισκεφτεί, αυτό μπορώ να το διαβεβαιώσω, ούτε στον δημόσιο χώρο ούτε όμως και στο φαγητό. Η προσθήκη της περίφημης σόγιας μπινς (σόγιας από φασόλια) σε όλα όσα σερβίρουν καθορίζει τις γεύσεις. Η μυρωδιά και η γεύση της σόγιας αυτής είναι πολυ βαριά, εννίοτε και πολύ καυτερή. Αν σε αυτό προσθέσουμε την, ως γνωστόν, παντελή απουσία ελαιόλαδου αλλά και αλατιού, μπορείτε ίσως να υποψιαστείτε για τι πράγμα μιλώ. Και καλά το ελαιόλαδο κάποιες φορές το αντικαθιστούν με σουσαμέλαιο ή σογιέλαιο, αλλά όσον αφορά στο αλάτι, ένας λαός ολόκληρος το έκοψε όταν πριν λίγα χρόνια οι επιστήμονες ανακοίνωσαν πως βλάπτει. Υπήρχαν εστιατόρια που όταν τους ζητούσαμε λίγο αλάτι δεν είχαν ούτε για δείγμα, και όσα είχαν μας το έφερναν σε ένα μικρό κουπάκι λίγο μεγαλύτερο από μια δαχτυλήθρα.

Αν όμως αφήσουμε στην άκρη όλα αυτά τα πολιτισμικά γνωρίσματα ενός λαού, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε το πρόσωπό του όσο μπορούμε και όσο μας το έχουν επιτρέψει οι άνθρωποι που συναντήσαμε που βέβαια είναι μουσικοί.

Και οι άνθρωποι αυτοί έχουν κάτι σπάνιο... Μπορείς να το ονομάσεις, παιδική αθωότητα... Αξιοθαύμαστα φιλότιμοι και γενναιόδωροι, φιλόξενοι, συνενοήσιμοι, απλοί, φιλομαθείς προς κάθε τι καινούργιο και άγνωστο, έτοιμοι να οικειοποιηθούν το ξένο, ανοιχτοί. Παρόλο που η μουσική τους παράδοση είναι για μας τόσο παράδοξη όσο το φαγητό τους, οι ίδιοι όχι μόνο μαγεύτηκαν από τις μουσικές του Κυριάκου, αλλά τις σιγοτραγουδούσαν συνέχεια και τις έπαιζαν ακόμα κι όταν δεν βρίσκονταν στην κοινή συναυλία τους. Εδώ θα πρέπει επίσης να τονίσω πως η δική τους μουσική είναι φυσει αδύνατον να παιχτεί από τα δικά μας όργανα και να αποδοθεί ως μελωδία από το στόμα μας ως τραγούδι. Η μελωδία είναι κάτι που απουσιάζει σχεδόν σε απόλυτο βαθμό, όπως το αλάτι από το φαγητό τους.

















Saturday, April 21, 2018

Προσκύνημα στους Αγίους Τόπους - Πατριαρχείο, Μονή Αγίου Σάββα, Ναός τηςΑναστάσεως - 6η Ημέρα και 7η Ημέρα αναχώρησης


Ξημέρωσε ο Θεός το Σάββατο. 
Η αφύπνιση στις 9.00, η αναχώρηση στις 9.30 το πρωί. Είναι η πιο χαλαρή μας μέρα, έχουμε ξεκουραστεί και κατευθυνόμαστε προς τα Ιεροσόλυμα με σκοπό να συναντήσουμε τον Πατριάρχη. Σήμερα τα μαγαζιά των Εβραίων είναι κλειστά, θα ανοίξουν την Κυριακή όπου θα είναι αντιστοίχως κλειστά αυτά των χριστιανών. Φτάνουμε στο πατριαρχείο και περιμένουμε να μας επιτρέψουν την είσοδο.  Από το σοκάκι έρχεται ο Γεράσων, μας καλημερίζει εύχαρις, ελάτε στο σπίτ μιου, λέει. Μα, ξέρετε, περιμένουμε τον πατριάρχη. Τότε ελάτε μετά τον Πατριάρχη, μένω εδώ δίπλα, ρωτήστε κι ελάτε. Τον βλέπω να σπρώχνει μια πανύψηλη ξύλινη πόρτα διαγωνιώς απέναντι, βγαίνοντας δεξιά από την είσοδο του Πατριαρχείου. Ο φύλακας μας ειδοποιεί να περάσουμε. Ανεβαίνουμε τα μαρμάρινη σκαλιά, φτάνουμε σε μία μεγάλη σάλα, μπαίνουμε στο σαλόνι υποδοχής, είμαστε το πρώτο γκρουπ που έχει φτάσει, καθόμαστε στις βελούδινες καρέκλες και αφού βλέπουμε πως θα έχουμε λίγη αναμονή κάποιοι βγαίνουμε στο ωραιό μπαλκόνι να δούμε τον ήλιο να ανεβαίνει πάνω από τις Ιεροσολυμίτικες στέγες. Στέγες σπιτιών, ναών, προσκυνημάτων, κωνικές, αψηδωτές, κατακόρυφες. Ποικίλες στέγες που σκεπάζουν τα θαύματα, τη μικρή και μεγάλη ζωή, την εφήμερη και αιώνια της πόλης. Κουβεντιάζω με τις δύο μικρές της παρέας. Δυο τριανταφυλλένια κορίτσια που μόνα τους, χωρίς συνοδεία, αποφάσισαν να κάνουν αυτό το ταξίδι. Τις νιώθω σαν κόρες μου, τις έχω έννοια, ωραία και πολύ ευαίσθητα παιδιά στην ηλικία των παιδιών μου. Μας ειδοποιούν να μπούμε στο σαλόνι, έχουν φάσει όλα τα γκρουπ, καθόμαστε, έρχεται και ο πατριάρχης, σηκωνόμαστε να τον υποδεχθούμε. Το γκρουπ των Ρώσων έχει πολλούς ιερωμένους, ανάμεσά τους και ένας επίσκοπος, δεν γνωρίζω ποιος είναι. Κάποιοι στέκονται όρθιοι πίσω από τις καρέκλες και ψέλνουν το Χριστός Ανέστη στα ελληνικά. Ο πατριάρχης απευθύνεται  στον επίσκοπο και κατά συνέπεια και σε όλους μας, ο Ρώσος μεταφραστής μεταφράζει. Μιλά απλά, καίρια, χωρίς φλυαρίες για την ιστορία του τόπου, τη βαρύτητά των προσκυνημάτων, την ουσία των πραγμάτων. Αφού τελειώνει ο επίσκοπος τον ευχαριστεί για την υποδοχή. Σιηκωνόμαστε και αφού περνούν πρώτοι οι ιερωμένοι, περνούμε κι εμείς με σειρά και τάξη να πάρουμε την ευχή και να δεχθούμε την εικονίτσα που μας δίνει ως ευλογιά. 

Βγαίνοντας από το πατριαρχείο, ο νεραρός, καλός και φιλότιμος αρχηγός μας, μάς ανακοινώνει πως έχουμε δυο ώρες ελεύθερο χρόνο που μπορεί καθένας να τον διαθέσει όπως θέλει. Οι περισσότεροι θέλουν να τριγυρίζουν στην αγορά. Εγώ θα πάω στον Δεσπότη, λέω, μας κάλεσε. Μισό λεπτό να τον πάρω τηλέφωνο, απαντά ο αρχηγός. Τον καλεί δυο φορές, αλλά ο Γεράσων δεν απαντά. Εγώ ντρέπομαι να πάω έτσι, αν πρώτα δεν συννενοηθώ μαζί του, μας λέει. Έχει δίκιο, αλλά σκέφτομαι πως δεν ξέρουμε ποια σχέση έχει ο άνθρωπος με το κινητό. Εγώ θα πάω γιατί μας κάλεσε, λέω, κι όποιος θέλει ας έρθει μαζί μου. Αν δεν μπορεί, θα το διαπιστώσουμε, αν δεν είναι εκεί, θα φύγουμε. Με ακολουθούν εφτά οχτώ μέλη της ομάδας. Ανοίγω την μεγάλη πόρτα, ανεβαίνουμε λίγα πέτρινα σκαλιά, στρίβουμε δεξιά και βρισκόμαστε σε μια ταράτσα με δυο τρεις εξόδους. Δεν ξέρω ποιον δρόμο να διαλέξω. Εκείνη τη στιγμή έρχεται ο φύλακας, του λέμε ποιον γυρεύουμε και μας οδηγεί. Φτάνουμε σε μια αυλή που το μισό της τμήμα είναι ένας ονειρεμένος ολάνθιστος κήπος. Ο φύλακας χτυπά το ρόπτρο μιας χαμηλής πόρτας, ο Γεράσων έρχεται και μας υποδέχεται με πλατύ χαμόγελο. Χαμηλοτάβανο, ταπεινό σπίτι, παλιά αρχοντικά έπιπλα, βιβλιοθήκες κατάφρορτες βιβλία. Μόλις καθόμαστε παίρνει στα χέρια ένα όμορφο σκεύος γεμάτο σοκολατάκια και μας κερνά. Ντρέπομαι που κοτζάμ δεσπότης μας υπηρετεί. Σηκώνομαι να τον βοηθήσω, δεν το αρνείται, πηγαίνει στην μικρή κουζίνα να βάλει τα αναψυκτικά, τον ρωτώ αν θέλει βοήθεια, μοίρασε εσύ τα ποτήρια να περνώ εγώ να σερβίρω τον χυμό. Το πρωινό φως του ήλιου λούζει τα μικρό σαλονάκι ήσυχα και απαλά. Και τι γίνεται και πώς περάσατε και πόσο σας χάρηκα, λέει ο Θεοφάνης και κάποιες κυρίες της παρέας δράπτουν της ευκαιρίας να εξομολογηθούν τους καημούς τους. Τι να κάνουμε με τα παιδιά μας που δεν πάνε στην εκκλησία, τον ρωτούν. Τίποτα να μην κάνετε, αφήστε τα παιδιά ήσυχα. Καλό είναι όταν είναι μικρά να φυτέψτε τον σπόρο, μετά αφήστε τα ήσυχα. Αν είναι να φυτρώσει, θα φυτρώσει. Αν μπορούν ν ακοινωνούν Χριστούγεννα και Πάσχα, να είστε ευχαριστημένοι. Είκοσι με τριάντα χρονών ο άνθρωπος είναι τρελός. Θυμάμαι κι εγώ τον εαυτό μου. Πρέπει να πήξει λίγο το μυαλό του ανθρώπου για να αναρωτηθεί, να αναζητήσει τον Θεό. Εγώ δεν στεναχωριέμαι όταν δεν βλέπω νέους στην εκκλησια, στεναχωριέμαι όταν δεν βλέπω γέρους. Σημαίνει πως μεγάλωσαν και δεν κατάλαβαν τίποτα…
Μια ευγενική κυρία μας λέει πως πρέπει να φύγουμε. Εχει δίκιο, τον κουράσαμε τον άνθρωπο κι ας μην το δείχνει. Θέλω να μείνω εκεί όσο γίνεται περισσότερο. Βγαίνω τελευταία και τον ρωτώ αν μπορεί να μας δεχθεί σε λίγη ώρα που θα βρεθώ με τον Κυριάκο. Σκέφτεται λίγο, στην αρχή μου λέει πως θα λειτουργήσει αύριο στον ναό της Αναστάσεως, μετά μόνος του το διορθώνει και μου λέει να έρθουμε ό,τι ώρα μπορούμε. Πράγματι θα ζήσουμε λίγο αργότερα μαι ώρα χαράς, Χάρης και ευλογίας καθισμένοι σαν φίλοι παλιοί στην μικρή κουζίνα του...
Μπαίνουμε στο λεωφορείο για να πάμε στο μοναστήρι του αγίου Σάββα. Μεγάλο προσκύνημα, μεγάλη ιστορία, άγιοι που σημάδεψαν την εκκλησιαστική μας ιστορία και τη ζωή μας. Είναι άβατον για τις γυναίκες, μπαίνουν μόνον οι άντρες. Μέχρι σήμερα η ζωή εκεί είναι πολύ αυστηρή, ούτε ρεύμα δεν έχουν. Ο μοναχός βγάζει κάποιοα λείψανα στην είσοδο να τα προσκυνήσουμε κι εμείς κι ύστερα κάθεται μαζί μας κάτω από τα δέντρα. Ο ήλιος έχει ανέβει ψηλά.    Σηκώνομαι όσο πιο διακριτικά μπορώ και ανηφορίζω το μονοπάτι να δω γύρω γύρω το χτισμένο στον γκρεμό μοναστήρι. Αφού ξανασυγκεντρωννόμαστε κάποιοι από το γκρουπ μού λένε πως τους βοήθησε. Χαίρομαι. Πολλές οι ψυχές, κάθε μια κάτι άλλο θέλει, σε κάποια άλλη φάση βρίσκεται. Ποτέ δεν μπορείς να πεις τίποτα για κανέναν. Ο καθένας μακάρι να βρίσκει αυτό που διψά. 
Διασχίζουμε την έρημο, φτάνουμε στο ξενοδοχείο. Καθόμαστε στο Καφέ του και οι ουτίστες της παρέας, ο Κυριάκος και ο καλός οδηγός μας, θα παίξουν εναλλάξ για μας. Η νύχτα θα κυλίσει αγαπητικά για όλους όσους θα τη ζήσουμε στην αγκαλιά της μουσικής. 
Η επόμενη μέρα, η Κυριακή, είναι η ημέρα της αναχώρησης. Μα είναι κυρίως η ημέρα της αποκορύφωση του ταξιδιού. Γιατί αν η αποκορύφωση κάθε ταξιδιού είναι πάντα η Θεία Λειτουργία, πόσο μάλλον όταν αυτή λαμβάνει χώρα στον Ναό της Αναστάσεως των Ιεορσολύμων. Μεγάλη η τύχη μας να πρωτοστατεί ο δικός μας επίσκοπος. Βλέπω να τον ντύνουν οι διάκονοι μέσα στο Ιερό, να ανεβαίνει τα πολλά σκαλιά του θρόνου, να περνούν όλοι οι ιερωμένοι και να του βάζουν μετάνοια. Είναι ο ίδιος που την προηγούμενη μέρα μας κερνούσε σοκολατάκια, ο ίδιος που σαν παπαδάκι χωρίου γυρνούσε δυο μέρες μαζί μας, χωρίς να φάει και να πιει, με μια τσάντα στον ώμο που είχε μέσα του τα χρειαζούμενα. Βλέπω δυο τρεις λαϊκούς να ανεβαίνουν τα σκαλιά για να πάρουν την ευχή του. Άρα μπορώ κι εγώ, σκέφτομαι, να τον χαιρετίσω, γιατί θα φύγουμε πριν το τέλος της Λειτουργίας. Πηγαίνω και γελά με ένα πλατύ χαμόγελο. Λέμε δυο λόγια γλυκά και κατεβαίνοντας βλέπω την ομάδα των ανθρώπων που είχαν έρθει στο σπίτι του να πηγαίνουν να πάρουν την ευχή του. Χτυπούν οι καμπάνες χαρμόσυνα. Σε λίγο όλη η ιερή ακολουθία θα μετακινηθεί και θα την ακολουθήσει το πλήθος του κόσμου για να γίνει η Λειτουργία στον Πανάγιο Τάφο. Δεν το ήξερα αυτό. Οι ψάλτες ανεβαίνουν σε ένα μπαλκόνι και ψέλνουν από κει. Ανεβαίνω τα σκαλιά για να βλέπω. Να ακούς το Χριστός Ανέστη μπροστά στον Πανάγιο Τάφο, είναι πράγμα συγκλονιστικό. Να προετοιμάζει ο επίσκοπος τα Τίμια Δώρα εκεί, είναι ανεκδιήγητο. 
Λίγο πριν το Δι’ ευχών, αναχωρούμε. Θα περάσουμε πρώτα από τη Λήδα να προσκυνήσουμε τα λείψανα του Άη Γιώργη μας καιμετά από την πανέμορφη Γιάφα για να πιούμε εκεί έναν καφέ, αφού πρώτα προσκυνήσουμε τη μονή Αρχαγγέλων. Κατόπιν Τελ Αβίβ και αναχώρηση για Αθήνα και ακολούθως για Θεσσαλονίκη. Υποτίθεται πως προσγειωνόμαστε… 
Μια βδομάδα τώρα είμαι στην πόλη μου, μα ακόμα η καρδιά μου είναι εκεί. Στα ευλογημένα μέρη. Στα χώματα του Κυρίου. Χώμα κι εγώ. Πιο χώμα κι απ’ το χώμα. Γέματο βρωμιές, πέτρες, ξύλα. Με ρωτούν αν θέλω να ξαναπάω. Δεν ξέρω. Ούτε όταν γέννησα το πρώτο μου παιδί ήξερα να απαντήσω αν θέλω να κάνω άλλο και πότε. Όταν η οδύνη του τοκετού και η χαρά της κύησης φτάνουν στον ακραίο τους βαθμό, δεν μπορείς να μιλήσεις εύκολα. Μόνο ευγνωμονείς που τα αξιώθηκες. 
Χαίρομαι που το πρακτορείο Marios travel ήταν τόσο καλό, ο αρχηγός μας, ο Σιδέρης, εξαίρετος, ο οδηγός φιλότιμος και υπομονετικός, τα μέλη του γκρουπ άνθρωποι που είχαν αγάπη και ευλάβεια. Περισσότερο από όλα που είχαμε μαζί μας τον Θεοφάνη, τον άγιο Γεράσων. Αυτός ξεκλείδωσε τις στιγμές μας και την ουσία του ταξιδιού. Ο Θεός να τον έχει πάντα καλά και του χαρίζει το Φως Του, να βοηθά πάντα τους ανθρώπους. Το μόνο που μπορώ να πω πλέον είναι, και τω Θεώ, δόξα!