Labels

Showing posts with label Βιογραφία. Show all posts
Showing posts with label Βιογραφία. Show all posts

Wednesday, December 27, 2023

Βασίλης Καρράς - ο χριστιανός της νύχτας

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο

Το ακόλουθο δημοσίευμα το έκανε ο Γιάννης Τσαβδαρλής, φίλος των φοιτητικών μας χρόνων. Οι μεγάλες ψυχές φανερώνονται όταν φύγουν… Τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι μπορεί να τη χωρίζει μεγάλη απόσταση από τη μουσική του Βασίλη Καρρά, αλλά οι μεγάλες, φιλ’ανθρωπες και ελεήμονες ψυχές τους ήταν από το ίδιο καλούπι και πιστεύω πως μαζί αναπαύονται τώρα στην αγκαλιά του Θεού… Δεν ξέρω ποια μουσική προτιμά ο Ύψιστος αλλά είμαι βέβαιη πως τέτοιες ψυχές αγαπά… Αυτούς τους ευαίσθητους καλλιτέχνες που αντικατέστησαν τους μεγάλους ευεργέτες…. ο Θεός να αναπαύει αυτήν την… ψυχάρα…

….

“Ήταν Οκτώβριος του 1988.Εργαζόμουν ως σερβιτόρος σε ψαροταβέρνα στο πάρκο Τερψιθέας στην Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης.Ημουν φοιτητής της Θεολογικής του ΑΠΘ.
Τρίτη μέρα στη δουλειά και μπαίνει ο Βασίλης Καρράς με την παρέα του,όλοι αλάνια,για τσίπουρα.Αφου φάγανε και ήπιανε ζητούν λογαριασμό.
Τον πηγαίνω,Κύριε Καρρά 7000 δραχμές,η κάτι τέτοιο.
Ρε ψηλέ,πας καλά; Μας έσφαξες.
Πάω στο αφεντικό σαν βρεγμένη γάτα,το και το του λέω ο Καρράς.
Πες του να πα να γα...εί.
Μα,πως να το πω;
Αν δεν το πεις,σε απολυω.
Τι να κάνω,πάω.
Κύριε Καρρά το αφεντικό είπε το και το .
Σκάσανε στα γέλια όλοι τούς.Ρε ψηλέ ποιος είσαι;Είμαι φοιτητής Κύριε Καρρά,για το μεροκάματο,τι να κάνω; Σηκώνεται και λέει,όλοι απο 1000 δραχμές πορμπουαρ στον ψηλό μη σας γα...ω.
Καλά xριστουγεννα.»

Wednesday, January 4, 2023

Πολιτισμός / Μορφές Τρύφων Τσομπάνης « Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»: 111 χρόνια από την κοίμησή του (με τη γλώσσα του κυρ-Αλέξανδρου)

« Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»: 111 χρόνια από την κοίμησή του (με τη γλώσσα του κυρ-Αλέξανδρου)

...
Μυστηριώδες θέλγητρον απέπνεεν η νυξ αύτη της 3ης Ιανουαρίου του 1911. Εις τον μικρόν οικίσκον της οικίας Παπαδιαμάντη, το παλαιόν πρεσβυτέριον, το λάδι εσώνετο εις την κανδήλαν, η οποία εφώτιζε αμυδρώς την μικράν κάμαραν.
Ο Αλέξανδρος, όστις έκειτο επί της κλίνης πυρέσσων, εζήτησε με τρεμάμενη φωνήν εν βιβλίον. Αυτό που το έδωκαν δεν ήτο εκείνο που εζήτη. Εκράτησεν ωστόσο το μικρόν τομίδιον ανά χείρας και το εθώπευσεν έχων κλειστούς τους οφθαλμούς.
Τι να εζήτει άραγε και τι να επόθει η ψυχή του;
Μήπως τον Όμηρον, τον Θουκυδίδην, το Ευαγγέλιον ή το μέγα ωρολόγιον;
Εγύρισε προς τον τοίχον και ήρχισε να ψάλλει χαμηλοφώνως το δοξαστικόν της ενάτης ώρας των Θεοφανείων: «Την χείραν σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου, έπαρον υπέρ ημών προς αυτόν Βαπτιστά…».
Ω ναι, ήτο η φωνή του κυρ-Αλέξανδρου…που έγινε ένα με τον άνεμον και περιέτρεχεν τα οδούς και τας ρύμας της μικράς πολίχνης, εν είδει αποχαιρετισμού.
Η νυξ προέκοψεν και τότε ο κυρ-βοριάς εκόπασε αισθητώς. Μία γολέττα ήτο σηκωμένη στα πανιά κι έτοιμη να βγει εκ του λιμένος.Μία βόσκουσα φώκη εκεί πλησίον, ήκουσε προφανώς το μοιρολόγι της γραίας Φραγκογιαννούς και το εσυντρόφευσε και αυτή. Ο αέρας τώρα έπνεε ηρέμα και η λαμπάδα μέσα στο πρεσβυτέριο, προ της εικόνος της γλυκοφιλούσης εσβύστη. Το λάδι είχεν σωθεί εις την κανδήλαν.
Ο κυρ-Αλέξανδρος εσταύρωσε τας χείρας και έγειρε την κεφαλήν ως εις αγκάλην τινά. Ο ύπνος ήλθεν γλυκύς, ήτο όμως ένας ύπνος άνευ ονείρων. Ένας ύπνος όχι εις την αγκάλην του Μορφέως, αλλ΄εις την αγκάλην του δικαίου Κριτού, του Παλαιού των ημερών, του Τρισαγίου, όστις αναστάς εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.
Καλή σου νύχτα κυρ-Αλέξανδρε.
Απόσπασμα από το κείμενο του κ.Τρύφωνα Τσομπάνη, Αναπλ. Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ
«Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»:
112 χρόνια από την κοίμησή του
(με τη γλώσσα του κυρ-Αλέξανδρου)


https://www.pemptousia.gr/2022/01/mnimonevete-alexandro-papadiamanti-111-chronia-apo-tin-kimisi-tou-me-ti-glossa-tou-kir-alexandrou/?fbclid=IwAR3xI2_0zTeWsYnYRrsP2b8ZgjDQEjbPEyk3y8wmCx4zGamemWd7yfBBMn8

Tuesday, October 25, 2022

Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος


Ὁ Ἅγιος πού ὑμνεῖται καί τιμᾶται ἑξαιρέτως ἀπό ἐμᾶς, ἀνάμεσα στούς μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐντόπιος καί συμπολίτης μας πολιοῦχος, τό μέγα θαῦμα τῆς οἰκουμένης, τό μέγα ὡράϊσμα τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὁ θαυματουργός καί μυροβλήτης Δημήτριος. 

Μέγας φωστήρας ἀνάμεσα σέ περίλαμπρα ἄστρα πού μόνος του κρατεῖ μέσα του μαζεμένα ὅλων τά χαρίσματα, ὅπως σύν Θεῷ θά ἀποδείξουμε, ὁ ἅγιος Δημήτριος μόνος του δικαιοῦται νά καρπώνεται ὅλες μαζί τίς εὐφημίες πού ὀφείλονται σέ ὅλους.

Παρόλο πού δέν ἐπαρκοῦμε νά ποῦμε λόγο γιά τόν μεγαλομάρτυρα ἐν τούτοις ὁ πόθος μᾶς πιέζει νά μιλήσουμε κατά δύναμη καί ὁ καιρός ζητεῖ τόν ἐπίκαιρο λόγο καί τό χρέος ἐπιβάλλει νά θαυμάζουμε μέ τό λόγο τό ὑπερλόγο μεγαλεῖο του μάρτυρος.

Ἦταν σχεδόν ὅλα μαζί ἀπό τή παιδική ἡλικία, στήλη στερεά καί ἀκαθαίρετη κάθε καλοῦ, ἄγαλμα ζωντανό καί αὐτοκινούμενο κάθε ἀρετῆς, ἑστία καί συστοιχία θείων καί ἀνθρωπίνων χαρίτων, βίβλος ζωντανή καί λαλοῦσα πρός δόξα καί διδασκαλία τοῦ ἀνωτέρου, ἐλαιά καρπερή, δένδρο φυτευμένο κοντά στά ρεύματα τῶν ὑδάτων τοῦ Πνεύματος. 

Μόνο πού τό μέν ψαλμικό δένδρο «δίδει τό καρπό στό καιρό του», αὐτός ὅμως εἶχε καί ἔχει κάθε ἐποχή καιρό ἀνθοφορίας καί καρποφορίας μαζί, καί οὔτε τό ἄνθος οὔτε ὁ καρπός θά πέσουν καί θά μεταδίδονται σέ ὅσους προσέρχονται μέ πίστη, χωρίς ποτέ νά ἐκλείπουν. 

Παρέχει δέ ἀμείωτα καί ἀκατάπαυστα στούς προσερχομένους τό πλῆθος, θά λέγαμε, τῶν χαρίτων, γι’ αὐτό μοιάζει μέ φωτοφόρο δένδρο, ἀφοῦ μεταδίδει ἀσταμάτητα τούς καρπούς σάν ἀκτίνες καί παρέχει κατά κόρο στούς προσερχομένους τά κάλλιστα καί θειότατα, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶναι πάντοτε γεμάτος ἀπό τέτοια ἀγαθά, σάν ἥλιος παντοειδοῦς εὐεργεσίας ἤ ἀστείρευτη πηγή χαρίτων ἤ πέλαγος θαυμάτων ἀνεξάντλητο ἤ ἄβυσσος ἀνεκδιήγητος ὁρατῶν καί ἀοράτων ἀγαθῶν.

Ἦταν λοιπόν ἁπαλός νεανίας, πολύ ὡραῖος στήν ὄψη, ὄχι μόνο κατά τόν ἐξωτερικό καί αἰσθητό ἄνθρωπο, ἀλλά πολύ περισσότερο κατά τόν ἐσωτερικό καί μή βλεπόμενο. Πραγματικά, δέν καταδέχθηκε ποτέ νά κυριεύσει τό νοῦ του κάτι ἀπρεπές οὔτε βάδισε σέ πράξη ἀντίθετη πρός τό Θεῖο θέλημα, φυλάγοντας ἀμίαντη τήν βαπτισματική  Θεία χάρη.

Καί στό ἄνθος τῆς νεότητος ἀποδέχθηκε τήν ὡραιότητα τῆς παρθενίας, πράττοντας τά πάντα, ὥστε νά εἶναι παρθένος καί στό σῶμα καί στή ψυχή καί νά ἔχει μέ αὐτό τό τρόπο τή πολιτεία στούς οὐρανούς καί νά βαδίζει ἐφάμιλλα πρός τούς ἀσωμάτους, ἄν καί βρισκόταν ἀκόμα στό σῶμα. 

Πρίν ἀπό ὅλες ὅμως τίς ἀρετές, εἶχε τή σπουδή τῆς σοφίας, ὥστε ζώντας μέσα στή σύνεση καί τήν καθαρότητα ἕως τό τέλος τῆς ζωῆς του, νά φέρει ἀπό τή νεότητα τήν ἐπαινουμένη γεροντική πολιά, ὅπως λέγει ὁ Σολομών: «ἄσπρα μαλλιά εἶναι στούς ἀνθρώπους ἡ σύνεση καί γεροντική ἡλικία ὁ ἀκηλίδωτος βίος». (Σοφ.Σολ.4, 9).

Ἦταν καί δάσκαλος καί ἀπόστολος ὁ πάγκαλος, καί κανείς δέν μποροῦσε νά ἀντισταθεῖ στοῦ Δημητρίου «τή σοφία καί τό Πνεῦμα, μέ τό ὁποῖο μιλοῦσε» εἰδικά πρός ἐκείνους πού πολεμοῦσαν τόν Χριστό, εἶχε τό λόγο του ὡς κατάλληλο ἐργαλεῖο.

Ἐγώ καί τή στρατιωτική στολή καί τό δακτυλίδι στό χέρι καί τό ὑπατικό ἐπώμιο, τό ὁποῖο φοροῦσε ὁ Μάρτυρας, ὅταν ἔλαβε τό βαθμό ἀπό τόν τότε βασιλέα (Γαλέριο Μαξιμιανό), θεωρῶ ὅτι ὑπῆρξαν σύμβολα τοῦ διδασκαλικοῦ καί καθοδηγητικοῦ ἀξιώματος, πού τοῦ δόθηκε μυστικά ἀπό τόν ἀληθινό βασιλέα Χριστό. Γι’ αὐτό καί, ἀργότερα, ἡ Θεία χάρη θαυματούργησε πλούσια μέ τίς εὐχές του.

 Ἀλλά ὁ ἀπό τήν ἀρχή ἀπατεών διάβολος προετοίμασε πρόωρα τό θάνατο τοῦ Μάρτυρα. Μόλις εἶδε τό ἀποτέλεσμα τῶν συμβόλων ἐκείνων, μή μπορώντας νά ὑποφέρει, ἐρεθίζει τούς ὑπηρέτες τῆς πλάνης ἐναντίον τοῦ ἀντιπάλου τῆς πλάνης. 

Αὐτοί, ἀφοῦ συνέλαβαν τόν διώκτη τῆς ἀπάτης τόν προσάγουν στό βασιλέα τῆς ἀπάτης, τόν Μαξιμιανό καί ἔτσι ὁ Δημήτριος κατέρχεται πρός τό στάδιο τοῦ μαρτυρίου, ὁ ἀπό παιδί γεμάτος ἄρρητα χαρίσματα, ὁ σέ ὅλα σοφός καί δίκαιος.

Γνωρίζω ὅτι ποθεῖτε νά μάθετε τό τρόπο τῆς κρατήσεως, πού καί πώς ἀναζητήθηκε καί συνελήφθηκε. Ὑπάρχει μία στοά, ὑπόγεια στό ναό τῆς Ἀειπαρθένου καί Θεομήτορος, πού ὀνομάζεται Καταφυγή. Σύμφωνα μέ παλαιό ἔθιμο σέ αὐτό τό σημεῖο ξεκινοῦν κάθε χρόνο τήν πανήγυρη τοῦ μεγαλομάρτυρος καί ἀπό ἐκεῖ ἀνερχόμενοι διά τῆς λεωφόρου μέ ὕμνους πρός αὐτόν ἀνεβαίνουν σέ αὐτό τό σημεῖο καί ὁλοκληρώνουν τή γιορτή. 

Ὅταν λοιπόν ἐπικρατοῦσε ἡ ἀσέβεια –ἐπειδή ἡ λατρεία τῆς εὐσεβείας δέν μποροῦσε νά ἀσκῆται ἐλεύθερα– ὁ Μάρτυρας πήγαινε σέ ἐκεῖνα τά ὑπόγεια, μετέδιδε στούς φοιτητές τήν οὐράνια διδασκαλία καί παρουσίαζε τή θρησκεία τῶν Χριστιανῶν καί τελοῦσε ἄφοβα τή λατρεία της, στούς καταφεύγοντας σέ αὐτόν, ὡς γαλήνιο λιμένα τῆς εὐσεβείας. 

Καί ἔτσι ὁ θειότατος Μάρτυρας ἦταν τότε καταφυγή ὅλων ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν νά εὐσεβοῦν, ἀπό αὐτό δέ καί ὁ τόπος ὀνομάσθηκε Καταφυγή.

Οἱ διορισμένοι διῶκτες, ὅταν γνώρισαν ὅτι ὁ Μάρτυρας ἐκεῖ δίδασκε τό λαό, ἐξεμάνησαν πολύ περισσότερο, ἐπειδή εἶδαν τό συγκεντρωμένο πλῆθος νά προσέχει στούς λόγους τοῦ Δημητρίου σάν φωνές τοῦ Θεοῦ, ὁρμοῦν ἐναντίον του ὡς διδασκάλου.

Τόν συνέλαβαν καί τόν ὁδήγησαν διά μέσου αὐτῆς τῆς λεωφόρου καί τόν παρουσιάζουν στόν Μαξιμιανό πού κάπου ἐδῶ διέμενε καί παρακολουθοῦσε μέ πολλή ἡδονή τίς ἀνθρωποκτονίες τοῦ Λυαίου. Διατάσσει νά κρατηθεῖ ἐδῶ κατάκλειστος ὁ Ἅγιος, ὅπου καί ὑπέστη τό μαρτύριο. Ἡ φροντίδα τοῦ ἀρχέκακου Διαβόλου ἦταν νά φύγει τό ταχύτερο τότε ἀπό τούς ἀνθρώπους ὁ Δημήτριος, διότι δέν τόν ὑπέφερε. Καί γνωρίζετε τήν κάθειρξη τοῦ Δημητρίου καί τήν προφητεία πρός τόν Νέστορα γιά τήν νίκη τοῦ κατά τοῦ Λυαίου, καί τό μαρτύριο. 

Ὅταν δέ παρατάθηκε ἡ παραμονή τοῦ μάρτυρα στή φυλακή, ὁ ἀρχέκακος ὄφις δέν ὑπέφερε ζωντανό τόν Μάρτυρα καί ὑποδυόμενος τόν σκορπιό προσπάθησε νά τόν θανατώσει, ἀλλά ἡ ἐνοικοῦσα Χάρη τόν ἔσωσε.

Θέλοντας δέ παραδίδεται καί φυλακίζεται καί κρατεῖται στά χέρια τῶν δημίων καί ὑποφέρει τούς βασανισμούς τῶν κακούργων, μιμούμενος τόν παθόντα γιά μᾶς Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.

Γι’ αὐτό καί ὅταν ἐπῆλθαν οἱ αἱμοχαρεῖς λογχοφόροι μέ ἐντολή τοῦ τυράννου, τούς δέχεται μέ ἀνοιχτές ἀγκάλες γιά νά κτυπηθεῖ σέ αὐτές μέ τό τελικό κτύπημα, μᾶλλον κτυπήματα πού διαπερνοῦσαν τά πάντα, σπλάχνα ὀστᾶ σάρκες καί τίς δυό πλευρές.

Καί ἀπό τήν περίσσεια καί ὑπερβολή τοῦ ἔρωτά του πρός τόν Χριστό, ἔλαβε Χάρη τό σῶμα του νά γίνει πηγή μύρων. Ἔτσι καί ὅταν ἔπαυσε νά χύνεται ἀπό τό σῶμα του τό αἷμα του, ἀντί αἵματος, ἐξέβλυσε μύρο, πρός δόξαν Χριστοῦ, τόν Ὁποῖο αὐτός διά τῆς ζωῆς καί διά τοῦ θανάτου, ἀλλά καί μετά τόν θάνατο, ἐδόξασε καί θά δοξάζει.

Καί ὅλη ἡ πόλη συμφιλιώθηκε μέ τόν Θεό διά τοῦ θανάτου του, διότι διέλυσε τό πλήρωμα τῆς ἀσέβειας καί ὅλα τά δεινά λύθηκαν, ἀφοῦ ὑπερασπίσθηκε ὁ Δημήτριος τήν εὐσέβεια. Ναοί μεγαλοπρεπεῖς καί περικαλλεῖς εἶναι οἰκοδομημένοι στόν σκοτεινό ἐκεῖνο τόν κρυφό τόπο καί ὅλη ἡ πόλη καυχᾶται γιά τό μαρτύριό του.

Καί ἡ κρήνη τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι τό μαρτυρικό του σῶμα, εἶναι γεμάτο μύρα καί θαύματα καί ἰάματα καί τό θαυμαστότερο ἀπό αὐτά εἶναι ὅτι, ἄν καί τρέχει συνεχῶς, ἡ πηγή αὐτή μένει ἀστείρευτη. Καί ὅσα τρυπήματα ἔγιναν στό σῶμα ἀπό τούς λογχιστές, τόσες πηγές ἀναδείχθηκαν.

Ὁ μεγάλος αὐτός μάρτυρας Δημήτριος, πού ἀντιστάθηκε στούς πειραστές τῆς εὐσέβειας, ἀφοῦ εὐχήθηκε πρός τό Κύριο ὑπέρ δημίων του, ἄλλοι σταμάτησαν τή κακία, ἄλλοι μετενόησαν καί πίσευσαν στόν Χριστό, ἔτσι ὥστε σήμερα νά μήν ὑπάρχει στή πόλη μας κανένα ἀπομεινάρι ἐκείνης τῆς δυσσεβείας.

Ἀλλά ἐπικρατεῖ ἡ εὐσέβεια καί ἡ πλούσια προστασία τοῦ Ἁγίου μέ τίς ἀδιάκοπες πρεσβεῖες του πρός τόν Θεό.

Καί ἐμεῖς ἄς λαμπρήνουμε περισσότερο τήν πανήγυρη, ζητώντας ἀπό τό Τριαδικό Θεό διά τῆς πρεσβείας του, νά ἀξιωθοῦμε τῆς αἰωνίας πανηγύρεως τῶν πολιτῶν τοῦ οὐρανοῦ.

 ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Thursday, June 30, 2022

Για δυο πουλιά

Εκεί στην άκρη της κλωστής που αιωρείται στους ανέμους λεπτή σαν διάφανη σχεδόν, φτερούγες δυο πουλιών ανοιγοκλείνουνε με πάθος σκίζοντας το γαλάζιο τόσο μυστικά που βλέμμα δεν φτάνει να μουντζουρώσει το πέταγμά τους, καμιά οργή να τα ταράξει και όπλο να τα σημαδέψει. Η απειλή του θανάτου γι’ αυτά είναι το σύννεφο που προσπερνούν, ο θάνατος είναι ο πλανήτης που αφήνουν πίσω τους.
Εκεί στην άκρη της κλωστής που αιωρείται στους ανέμους λεπτή σαν διάφανη σχεδόν, δυο πουλιά ενώνονται στο φτεροκόπημά τους ελεύθερα από τον εαυτό τους και υποταγμένα το ένα στο άλλο, τα δυο μαζί στην αόρατη κλωστή που συγκρατεί, οδηγεί, προστατεύει το φτερούγισμα και τ ανυψώνει πιο ψηλά, πιο ψηλά, κι όλο ψηλότερα απ’ τα νέφη, τους καιρούς, τις νύχτες τις έρημες.
Εκεί στην άκρη της κλωστής που αιωρείται στους ανέμους λεπτή σαν διάφανη σχεδόν, δυο πουλιά δίχως αξιοζήλευτη φωνή και πλούσια χρώματα, δυο μικρά μικρά κι ασήμαντα πουλιά για τον κόσμο που κυνηγά το εξωτικό και άξιο της μεγάλης ηδονής, δυο μεγάλης τρυφερότητας πουλιά ενώνονται στο πέταγμά τους εκεί στην άκρη της κλωστής.
Το πέταγμά τους δε θ’ αφήσει απογόνους άλλους από ένα άρωμα που τις νύχτες του καλοκαιριού θα φτάνει μόνο σ’ εκείνες τις καρδιές που αγαπούν χωρίς προσπάθεια. Θα φτάνει κόκκος ζάχαρης τις θαμπές νύχτες του χειμώνα στο στόμα των παιδιών που πεινούν και δεν καταλαβαίνουν τίποτα απ’ τον κόσμο των μεγάλων. Αυτός ο κόκκος θα γλυκαίνει τα όνειρά τους και θα παρηγορεί τ’ απορημένα μάτια τους. Θα τους κερνά το πηγαίο χαμόγελο ίδιο στη θλίψη ίδιο στη χαρά.
Πιασμένα από την άκρη της κλωστής που αιωρείται στους ανέμους λεπτή σαν διάφανη σχεδόν, τα ενωμένα στο πέταγμα κι ασήμαντα για όλους δυο πουλιά πετούν ψηλά κι όλο ψηλότερα δίχως ν’ αφήσουν πίσω τους σημάδια και ίχνη. Δεν είναι δρόμος η πορεία τους να τον ακολουθήσουν άλλοι. Δεν πρόκειται ν’ ασχοληθεί μαζί τους η ιστορία ή να γίνουν παραμύθι να το αφηγούνται οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους. Ούτε αστέρι θα γίνουν ούτε γαλαξίας ούτε τίποτα που να το δείχνει κάποιος με το δάχτυλο. Γλιστρώντας απ’ τα δίχτυα των παρατηρητών θα πηγαίνουν κι όλο θα πηγαίνουν, πετώντας μαζί αγκαλιασμένα εκεί, στην άκρη της κλωστής και του γαλάζιου...

Sunday, March 20, 2022

Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ Σύντομος βίος

Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους Πατέρες καί διδασκάλους τῆς μυστικῆς καί νηπτικῆς θεολογίας καί τῆς δογματικῆς ἀλήθειας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Καταγόταν ἀπό ἀριστοκρατική καί πλούσια γενιά. Οἱ γονεῖς του προέρχονταν ἀπό τήν Μ. Ἀσία.

Μέ τήν προσπέλαση ὅμως τῶν Τούρκων στά Βυζαντινά ἐδάφη, ἀναγκάστηκαν νά ἐγκαταλείψουν τήν πατρίδα τους καί νά ἐγκατασταθοῦν στήν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἔφτασε σέ μεγάλα ἀξιώματα καί ἔγινε Συγκλητικός.

Ἀλλά ἡ πίστη του καί ἡ ἀγάπη του γιά τό Θεό, δέν τόν ἄφηναν νά προσφερθεῖ ὁλοκληρωτικά στά κοσμικά ἀξιώματα καί στίς τιμές.

Ἀντίθετα πολλές φορές λειτουργοῦσαν εἰς βάρος τῶν πολιτειακῶν του ὑποχρεώσεων. Διηγοῦνται χαρακτηριστικά οἱ βιογράφοι ὅτι κάποτε, σέ μιά συνεδρίαση τῆς Συγκλήτου, ἦταν βυθισμένος σέ βαθιά προσευχή, ἐνῶ τό θέμα ἦταν πολύ σοβαρό καί ἡ συζήτηση ὀξεία.

Ὁ αὐτοκράτορας, πού ἰδιαίτερα ὑπολόγιζε τή γνώμη του, στράφηκε πρός τό μέρος του γιά νά ζητήσει τή γνώμη του. Ὁ Συγκλητικός ὅμως προσευχόταν καί βρισκόταν σέ ἄλλους κόσμους. Ὁ αὐτοκράτορας συγκινήθηκε ἀπό τό θέαμα καί δέν τόλμησε «νά τόν κατεβάσει ἀπό τόν οὐρανό».

Ὁ Γρηγόριος γεννήθηκε τό 1296 μ.Χ. καί μεγάλωσε στήν αὐτοκρατορική αὐλή. Πολύ νωρίς, σέ ἡλικία μόλις ἑπτά ἐτῶν, ἔμεινε ὀρφανός ἀπό πατέρα, ἀλλά παρέμεινε κάτω ἀπό τήν προστασία καί τήν προσωπική ἐπίβλεψη τοῦ αὐτοκράτορα.

Ὅταν τελείωσε τή βασική ἐκπαίδευση, ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἔδωσε τή δυνατότητα νά παρακολουθήσει στό Πανεπιστήμιο φιλοσοφικές σπουδές. Ἐδῶ ὁ Γρηγόριος διακρίθηκε τόσο γιά τή μεγάλη διάνοιά του, ὅσο καί γιά τή βαθιά ἐπιμέλεια καί ἐπίδοσή του στό φιλοσοφικό καί θεολογικό χῶρο.

Ἀναφέρεται ὅτι κάποτε τοῦ ἀνέθεσαν νά κάνει μιά διάλεξη στά ἀνάκτορα, ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα καί ὅλων τῶν ἐπισήμων καί τῶν ἐκπροσώπων τῶν τεχνῶν καί τῶν γραμμάτων, μέ θέμα τή ζωή καί τή σκέψη τοῦ Ἀριστοτέλη.

Ἡ ἐπιτυχία του ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ὁ δάσκαλός του εἶπε, μπροστά σ᾽ ὅλο τό πλῆθος, πώς ἄν παρευρισκόταν στή διάλεξη ὁ ἴδιος ὁ Ἀριστοτέλης, ἀσφαλῶς θά τόν χειροκροτοῦσε γιά τήν παρουσίαση πού τοῦ ἔκανε.

 Ὅπως καί τόν πατέρα του, οἱ ἐπιτυχίες καί τά ἀξιώματα δέν τόν μεθοῦσαν. Ἀλλοῦ εἶχε αὐτός τό «ὄμμα τῆς ψυχῆς» στραμμένο. Ἡ φλογερή ἀγάπη του γιά τό Θεό τοῦ σκίαζε τή λάμψη τῆς κοσμικῆς δόξας.

Ἔτσι σέ ἡλικία εἴκοσι ἐτῶν, ἀφοῦ πρῶτα ἐνέπνευσε στίς ἀδερφές καί στή μητέρα του τήν ἀγάπη γιά τή μοναχική ζωή καί τήν ἀπόφαση νά ἀφήσουν τόν κόσμο, ἀναχώρησε μαζί μέ τά τρία ἀδέρφια του καί ἐγκαταστάθηκαν στή φημισμένη Μονή, πού βρισκόταν στό ὄρος Παπίκιο, μεταξύ Μακεδονίας καί Θράκης.

Ἡ φήμη ὅμως τῶν Ἁγιορειτῶν μοναχῶν καί ὅσα ὁ ἴδιος εἶχε ἀπό παιδί ἀκόμα ἀκούσει, ἀπό τούς μοναχούς πού ἐπισκέπτονταν κατά καιρούς τήν Κωνσταντινούπολη, τόν ἔφεραν γρήγορα στό ποθητό Ἀθωνίτικο περιβάλλον.

Ἀρχικά ἐγκαταστάθηκε σ᾽ ἕνα ἐρημητήριο κοντά στό Βατοπέδι, κάτω ἀπό τήν ὑπακοή καί τήν πνευματική καθοδήγηση κάποιου σπουδαίου ἀσκητῆ πού ὀνομαζόταν Νικόδημος. Πολύ σύντομα ὅμως ὁ Γέροντας Νικόδημος ἄφησε τή γῆ καί ὁ Γρηγόριος κοινοβίασε στή Μεγίστη Λαύρα. Ἡ ζωή ὅμως τῆς ἐρήμου γέμιζε περισσότερο τήν ψυχή του.

 Γι᾽ αὐτό καί ὅταν πέθανε ὁ ἕνας ἀπό τά δυό ἀδέρφια του, ὁ Θεόδοτος, ἄφησε τό Μοναστήρι καί ἀπομακρύνθηκε στήν ἐρημική σκήτη, πού ὀνομαζόταν Γλωσσία, μαζί μέ τόν ἄλλο του ἀδελφό τό Μακάριο. Ἡ σκήτη αὐτή ἀνῆκε στή Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας καί εἶχε Γέροντα κάποιο ἐξαίρετο μοναχό, τό Γρηγόριο.

Οἱ ἀκατάπαυστες ὅμως ἐπιδρομές τῶν Τούρκων πειρατῶν τούς ἀπειλοῦσαν διαρκῶς καί μάλιστα ὅσους κατοικοῦσαν στήν ἔρημο, ὅπου δέν ὑπῆρχαν ὀχυρά καί τείχη, ὅπως εἶχαν τά μεγάλα Μοναστήρια.

Ἔτσι ὁ Γρηγόριος μαζί μέ μιά ὁμάδα μοναχῶν, ἀποφάσισαν νά ἐγκαταλείψουν πάλι τήν ἔρημο, νά πᾶνε στά Ἱεροσόλυμα καί ἐκεῖ νά ἐγκαταβιώσουν σέ κάποια μεγάλη Μονή ἤ Σκήτη.

Ὁ Θεός ὅμως ἄλλα σχεδίαζε γιά τή ζωή τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Ἔτσι, ὅταν πέρασε ἡ συνοδεία ἀπό τή Θεσσαλονίκη, συνάντησε διαφορετικές συνθῆκες, ἀπ᾽ ὅ,τι εἶχε ὑπολογίσει καί οἱ ταξειδιῶτες ἀναγκάστηκαν νά ἐγκαταλείψουν τό σχέδιό τους καί τό ταξείδι τους.

Στή Θεσσαλονίκη τό 1326 μ.Χ., σέ ἡλικία τριάντα ἐτῶν, χειροτονήθηκε ἱερέας καί θεμελίωσε νέο ἡσυχαστήριο στήν περιοχή τῆς Βέροιας. Ἐκεῖ, παρόλο πού ἦταν προϊστάμενος, ζοῦσε τελείως ἀπομονωμένος, μέ μεγάλη ἄσκηση, προσευχή καί σιωπή καί ἔβγαινε ἀπό τό κελλί του μόνο τό Σάββατο καί τήν Κυριακή, γιά νά λειτουργήσει καί νά δεῖ τούς ἀδερφούς.

Μόλις πέντε χρόνια μπόρεσε νά ἀπολαύσει τήν ἀγαπημένη του ἔρημο καί ἡσυχία. Σέρβοι ἐπιδρομεῖς ἔφτασαν στήν περιοχή καί ἡ συνοδεία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἀναγκάστηκε νά ἐγκαταλείψει τό ἐρημητήριό της καί νά ξαναγυρίσει στόν Ἄθωνα.

Αὐτή τή φορά διάλεξε γιά τόπο ἡσυχίας καί ἀπομόνωσης τό κελλί τοῦ Ἁγίου Σάββα, πού βρισκόταν κοντά στή Λαύρα, σέ ἀπόκρημνη περιοχή, ἀπ᾽ ὅπου χρειάζεται μιᾶς ὥρας κοπιαστική πορεία, γιά τή Μονή τῆς Μεγίστης Λαύρας.

Στό κελλί τοῦ Ἁγίου Σάββα, ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κράτησε τό ἴδιο τυπικό μέ αὐτό πού εἶχε στή Βέροια. Δέν πρόλαβε ὅμως πάλι νά χαρεῖ τήν ἡσυχία καί τό ἐρημικό κελλί του. Τόν ἐξέλεξαν ἡγούμενο τῆς Μονῆς Ἐσφιγμένου. Ἀλλά καί σ᾽ αὐτόν τόν τόπο δέν παρέμεινε γιά πολύ.

Ἡ ζωή τῆς ἀσκήσεως στήν ὁποία εἶχε ὑποβάλλει τόν ἑαυτό του, δέν ἔγινε ἀποδεκτή ἀπό τούς ἐκεῖ μοναχούς.

Ἔτσι γύρισε πίσω στό κελλί του. Ἐδῶ τόν περίμεναν νέοι καί ἰδιόμορφοι ἀγῶνες. Κάποιος Ἕλληνας ἀπό τήν Καλαβρία τῆς Ἰταλίας, ἔφτασε τό 1330 μ.Χ. στήν Κωνσταντινούπολη καί ἐπιδόθηκε στή διδασκαλία τῆς φιλοσοφίας καί τῆς Λογικῆς. Ἦταν ὁ γνωστός Βαρλαάμ, στόν ὁποῖο μάλιστα ὁ Ἰωάννης ὁ Καντακουζηνός, πού εἶχε τό ἀξίωμα τοῦ «μεγάλου Δομέστικου» (πρωθυπουργοῦ), ἐμπιστεύτηκε μιά ἕδρα τοῦ αὐτοκρατορικοῦ Πανεπιστημίου καί αὐτό συνετέλεσε στό νά γίνει ὁ Βαρλαάμ περισσότερο γνωστός στόν κύκλο τῶν γραμμάτων.

Ὁ σκοπός καί τό ἔργο τοῦ Βαρλαάμ, ὅπως ἀργότερα ἀποδείχτηκε, δέν ἦταν τυχαῖα. Ὅταν τό 1333-34 ὁ Πάπας ἔστειλε δύο Δομηνικανούς θεολόγους γιά νά προετοιμάσουν τό διάλογο γιά τήν ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, ὁ Βαρλαάμ ἀνέλαβε νά ἐκπροσωπήσει τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Καί ναί μέν διακήρυττε πάντοτε τήν ὀρθοδοξία του, ἀλλά δέν ἀντέδρασε καθόλου στή θέση τῶν Ρωμαιοκαθολικῶν περί τῆς «ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ».

Βασιζόμενος στά κείμενα τοῦ Ἁγίου Διονυσίου τοῦ Ἀρεοπαγίτου, παρερμήνευσε τόν ἀποφατισμό τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας μέ τήν σκέψη ὅτι, ἐφόσον ὁ Θεός εἶναι τό «ἐπέκεινα», δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά ὁδηγηθεῖ στή θεοπτία.

Σ᾽ αὐτό τό σημεῖο ἄρχισε ἡ ἀντιδικία του μέ τούς ὀρθόδοξους μοναχούς, τῶν ὁποίων ὁ Βαρλαάμ περιγέλασε τή νηπτική τακτική καί τή μέθοδο τῆς καθάρσεως τοῦ νοῦ διά τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ὀνομάζοντάς τους «ὀμφαλοσκόπους». Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος δέν μποροῦσε νά σιωπήσει. Ἀπό τό ἐρημητήριο τοῦ Ἁγίου Σάββα καί ἀργότερα ἀπό τή Θεσσαλονίκη συνέταξε τίς περίφημες Τριάδες, γιά τήν ὑπεράσπιση τοῦ ἡσυχασμοῦ.

Τά κείμενα αὐτά κατοχυρώνουν, γιά πρώτη φορά θά λέγαμε, τή θεολογία τοῦ ἡσυχασμοῦ. Ἡ εὐκαιρία πού δόθηκε μέ τήν αἱρετική θέση καί πρόκληση τοῦ Βαρλαάμ, ἔδωσε τή δυνατότητα στήν ὀρθόδοξη θεολογία νά προσδιορίσει τήν ἔννοια καί τό νόημα τοῦ ἡσυχασμοῦ καί ἀκόμα τή σχέση του μέ τά βασικά δόγματα, γιά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου, τή Σάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τήν ἀπολυτρωτική χάρη τῶν Μυστηρίων.

Ὁ Γρηγόριος στή συνέχεια ξεκαθαρίζει τό θέμα τῆς θεωρίας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Ὁ Θεός, λέει, δέν εἶναι δυνατόν νά κατανοηθεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο, ὡς πρός τήν οὐσία Του. Μπορεῖ ὅμως νά ἀποκαλυφθεῖ καί ὁ ἄνθρωπος νά κοινωνήσει μαζί Του, «διά τῶν θείων ἐνεργειῶν».

Μέ τή θέση αὐτή, ἡ ὁποία περιγράφηκε καί ἐκφράστηκε δογματικά πρῶτα ἀπό τόν Ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἔκλεισε τό πολυσύνθετο θέμα τῆς θέας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός καί τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ.

 Τό 1341 μ.Χ. ἡ Σύνοδος στήν Κωνσταντινούπολη καταδίκασε τό Βαρλαάμ καί ἔτσι τελείωσε ἡ πρώτη φάση τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδας, ἡ ὁποία εἶχε τρία βασικά ἀντικείμενα: α) Τήν ἐκπόρευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος β) Τή γνώση τοῦ Θεοῦ καί γ) Τή θέα τοῦ Ἀκτίστου Φωτός. Ἡ ἑπόμενη φάση τῶν «ἡσυχαστικῶν ἐρίδων» ἀρχίζει τό 1341 μ.Χ. καί τελειώνει τό 1347 μ.χ. Ἀντιμέτωπο αὐτή τή φορά εἶχε τόν Ἀκίνδυνο.

 Ὁ Ἀκίνδυνος ἦταν μοναχός Βουλγαρικῆς καταγωγῆς καί παλιός μαθητής τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου στόν Ἄθωνα. Ἀρχικά ὁ Ἀκίνδυνος στάθηκε ἀπό πλευρᾶς θεολογικῆς μεταξύ τῶν ἀπόψεων τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Παλαμᾶ. Ἀργότερα κράτησε δική του θέση συντηρητική καί ἐξωτερικά παραδοσιακή. Ἡ βάση της ὅμως ἦταν μιά ἀπόλυτα αἱρετική παρέκκληση ἀπό τό ὀρθόδοξο δόγμα καί τήν ἐκκλησιαστική παράδοση. Δυστυχῶς οἱ ἀπόψεις τοῦ Ἀκινδύνου ὑπερίσχυσαν καί ὁ Παλαμᾶς ἀπομακρύνθηκε καί ἐξορίστηκε σέ κάποια Μονή τοῦ Βοσπόρου.

Ἀπό ἐκεῖ τόν μετέφερναν ἀπό Μονή σέ Μονή καί τέλος τόν ἔκλεισαν στίς φυλακές τῶν ἀνακτόρων. Παράλληλα τό 1346 ἡ Σύνοδος τόν ἀπέκοψε ἀπό τήν Ἐκκλησιαστική κοινωνία, ὡς αἱρετικό. Ἀπό τίς φυλακές ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἔγραψε πολλές ἐπιστολές καί τούς ἀντιρρητικούς λόγους κατά τοῦ Ἀκινδύνου.

Τό 1346 μ.Χ., ὕστερα ἀπό ἐπέμβαση τῆς βασιλομήτορας Ἄννας, ἐλευθερώθηκε. Ἐδῶ ἔκλεισε καί ἡ δεύτερη φάση τῶν ἡσυχαστικῶν ἐρίδων, πού τόσο ταλαιπώρησαν τήν Ἐκκλησία, ἀλλά καί πού ἔδωσαν τήν εὐκαιρία νά ἐκφραστεῖ γιά μιά ἀκόμη φορά ἡ ὀρθή πίστη τῆς Ἐκκλησίας. Τόν ἴδιο χρόνο ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ἐκλέχθηκε ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ἀλλά ἐξαιτίας πολιτικῶν ἀναταραχῶν δέν μπόρεσε νά ἐγκατασταθεῖ στήν ἕδρα του, καί παρέμεινε γιά ἕνα διάστημα μεταξύ Ἁγίου Ὅρους καί Κωνσταντινουπόλεως.

Ὅταν ὅμως ὁ Ἰωάννης Καντακουζηνός κατέλαβε τή Θεσσαλονίκη, ἐγκαταστάθηκε καί ὁ Ἅγιος Γρηγόριος κοντά στό ποίμνιό του.

Στή Θεσσαλονίκη ὁ Παλαμᾶς ἀντιμετώπισε ἕνα νέο ρεῦμα δοξασιῶν, μέ ἐπικεφαλῆς κάποιον Γρηγορᾶ, μαθητή τοῦ Ἀκινδύνου. Δύο ὅμως ἀλλεπάλληλες Σύνοδοι τό 1351-52, καταδίκασαν τό Γρηγορᾶ, πρίν ἀκόμα νά τοῦ δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νά διαταράξει ἐκ νέου μέ τίς δοξασίες του τήν εἰρήνη τῆς Ἐκκλησίας. Στήν προσπάθειά του νά μεσολαβήσει μεταξύ δύο πολιτικῶν ἀντιπάλων καί νά εἰρηνεύσει τήν πολιτική κατάσταση γιά τό καλό καί τῆς Πολιτείας καί τῆς Ἐκκλησίας, ἔπεσε στά χέρια τῶν Τούρκων, ἔξω ἀπό τήν νῆσο Τένεδο.

Τά χρόνια πού ἀκολούθησαν τοῦ πρόσθεσαν πολλούς κόπους καί ταλαιπωρίες, ἀλλά προσπάθησε νά ἐκμεταλλευτεῖ «τά δεσμά» του, προσεγγίζοντας τούς Τούρκους καί προετοιμάζοντας τήν Κατήχηση καί τήν εἴσοδό τους στήν Ἐκκλησία.

Τό 1355 ἐλευθερώθηκε καί ξαναγύρισε στή Θεσσαλονίκη, ὅπου καί πέθανε τό 1359 μ. Χ. Ἡ Ἐκκλησία, ἀναγνωρίζοντας στό πρόσωπό του ἕνα γνήσιο τέκνο της καί αὐτόν πού ἐξέφρασε θεωρητικά καί δίδαξε πρακτικά ὅτι τό δόγμα καί ἡ παράδοση δέν εἶναι στεγανά καί ἡ πίστη δέν εἶναι, ἀπό πλευρᾶς θεολογικῆς τοποθετήσεως, μιά ἁπλή καί ἄκαμπτη «ἐπανάληψη τῶν γνωστῶν», ἀλλά εἶναι ἕνας διαρκής χείμαρρος πού ρέει ἀκατάπαυστα μέσα στήν Ἐκκλησία καί τή ζωογονεῖ, τόν ἀνακήρυξε ἅγιο (1368 μ.Χ.) καί ἔχει ἀφιερώσει στή μνήμη του τή Β’ Κυριακή τῶν Νηστειῶν.

Τό ἔργο του Τό συγγραφικό ἔργο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ὑπῆρξε πολύ μεγάλο καί σέ ὄγκο καί σέ βάθος. Ἡ θεολογία του δέν ξεκινάει ἀπό φιλοσοφικές ἔννοιες, ἀλλά ἀπό τήν προσωπική ἐμπειρία. Αὐτό δέν ὑπονοεῖ καμιά ἀπολυτοποίηση τῆς γνώσεως, ἀντίθετα τονίζει ὅτι ἡ θεολογία καί ἡ πίστη δέν ἔχουν βάση τή γνώση πού πηγάζει ἀπό τήν αἴσθηση, ἀλλά βασίζονται στή γνώση πού ξεκινάει καί τρέφεται μέ τή διόραση.

Μ᾽ ἄλλα λόγια ἡ μελέτη τῶν ὄντων μόνο δέν ὁδηγεῖ στή θεογνωσία, ἀλλά ἡ θεγνωσία γεννιέται στήν ψυχή ἀπό τόν Ἴδιο τό Θεό, πού «αὐτοαποκαλύπτεται», κοινωνεῖ μέ τόν ἄνθρωπο καί τοῦ διδάσκει τήν «ἄνωθεν σοφία».

Στά συγγράμματα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου διδάσκεται καθαρά καί ἐπίμονα ἡ διάκριση μεταξύ τῆς οὐσίας καί τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ. Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι «αὐθύπαρκτος, αὐτοπάτωρ καί ἀκατάληπτος», ἐνῶ οἱ ἐνέργειες εἶναι «ἐνυπόστατα στοιχεῖα» πού κοινωνοῦν μέ τόν ἄνθρωπο. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι συγκεφαλαίωση τῆς κτίσεως, πού ὑποδουλώθηκε ὅμως σ᾽ αὐτή μετά τήν πτώση του. Μέ τό βάπτισμα «ἐκβάλλεται» ὁ Σατανᾶς ἀπό τήν ψυχή καί τήν πολεμάει πλέον «ἐκ τῶν ἔξω».

Γι᾽ αὐτό, ὡς βασικές προϋποθέσεις γιά τήν ἀνακαίνιση τοῦ ἀνθρώπου, θεωρεῖ τό βάπτισμα καί τή Θ. Εὐχαριστία. Ἡ Θ. Εὐχαριστία μαζί μέ τή βίωση τῆς μετανοίας καί τῆς ἀσκήσεως ὁδηγοῦν στή «μέθεξι» τοῦ Θεοῦ καί κάνουν τόν ἄνθρωπο «ἐν τῷ Χριστῷ ἄναρχον καί ἀτελεύτητον».

Αὐτό δέν εἶναι φιλοσοφική θεώρηση, ἀλλά πραγματικότητα, τήν ὁποία βίωσαν, κατά κάποιο τρόπο, ἀπόλυτα ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί ὁ Τίμιος Πρόδρομος, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν πλέον καί τά ἀρχέτυπα ὅσων ἐπιθυμοῦν νά ἁγιαστοῦν καί νά ζήσουν αἰώνια. Τό συγγραφικό του ἔργο ἔχει τά ἑξῆς μέρη: Α’ Ἐπιστολές:

Κατά τή Β’ φάση τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδας, πρός «οἰκείους καί ἀντιπάλους».

Β’ Πραγματεῖες: Ἀναφέρονται στήν ἡσυχαστική ἔριδα καί εἶναι:

α) Περί ἑνώσεως καί διακρίσεως

β) Διάλεξη ὀρθοδόξου καί Βαρλααμίτου

γ) Ἀπολογία περί διθεΐας

δ) Περί τῆς θείας καί θεοποιοῦ μεθέξεως

ε) Περί διχοτομήσεως τοῦ Θεοῦ ὑπό Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου κτλ.

Γ’ Συγγράμματα: Περί Ἁγίου Πνεύματος

Δ’ Ἐπιστολές: Εἰς Ἀκίνδυνον καί Βαρλαάμ

Ε’ Συγγράμματα: Ὑπέρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων

ΣΤ’ Ὁμολογιακά:

α) Ἁγιορείτικος τόμος

β) Ὁμολογία Πίστεως

γ) Ἀναίρεση διαφόρων ἐπιστολῶν τῶν ἀντιπάλων του

Ζ’ Ἀντιρρητικοί κατά Ἀκινδύνου

Η’ Κείμενα σχετικά μέ τό ποιμαντικό του ἔργο

Θ’ Ἀσκητικά καί πνευματικά συγγράμματα

Ι’ Ὁμιλίες

 Ὁ συγγραφικός πλοῦτος, πού κληροδότησε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὁ Ἅγιος Γρηγόριος, εἶναι ἀνεκτίμητος. Δίκαια ὁ ὑμνογράφος του τόν ἀποκαλεῖ «λύρα τοῦ Πνεύματος».

Ἔζησε μέ τήν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τράφηκε ἀπό τό Ἄκτιστο Φῶς καί ἄφησε τήν ἐμπειρία του στήν Ἐκκλησία, ὡς ὁδηγητική στήλη στή «ζοφερά νύχτα τοῦ παρόντος αἰῶνος»https://aerapatera.wordpress.com/2022/03/19/%ce%bf-%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%b3%cf%81%ce%b7%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%bf%cf%83-%ce%bf-%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%bc%ce%b1%cf%83/

Friday, January 28, 2022

ΝΑΡ ΘΑ ΠΕΙ ΡΟΔΙ του Θωμά Κοροβίνη


''Yorimos como creaturas - Θρηνήσαμε σαν τα μικρά παιδιά"
Μέρα μνήμης που είναι, ας θυμηθούμε ένα από τα πιο σημαίνοντα πρόσωπα της Θεσσαλονίκης, τον Αλμπέρτο Ναρ.
Το κείμενό μου αυτό δημοσιεύτηκε στις 8 Απριλίου του 2005 στο σπουδαίο περιοδικό "Πανσέληνος", που εξέδιδε ο δαιμόνιος Γιώργος Σκαμπαρδώνης ως διευθυντής τότε της εφημερίδας "Θεσσαλονίκη".
----------------------------------------------------------------------
Ο αδελφός μας Αλμπέρτος Ναρ αναχώρησε απ’ τον κόσμο μας στις 2 Μαρτίου του 2005, είκοσι ακριβώς χρόνια μετά τον θάνατο του πολυφίλητου Γιώργου Ιωάννου και έχοντας διανύσει, όπως κ ι εκείνος, πενήντα οχτώ χρόνια ζωής.
Ο Αλμπέρτος ήταν σοβαρός αλλά γλυκός άνθρωπος. Η φυσική του ευγένεια και η γενική του διαγωγή σε υποχρέωνε να τον υπολογίζεις και να τον σέβεσαι. Ας είχε λεπτά και αυστηρά γούστα και φυσιογνωμία αριστοκρατική. Ήταν λαϊκό παιδί. Ήταν ανοιχτόκαρδος και έτοιμος να σε βοηθήσει, όπου χρειάζεται. Τον διέκρινε το σπάνιο κιμπαρλίκι. Αγαπούσε το λαό μας. Πονούσε τους κοινωνικούς αγώνες. Λάτρευε το ρεμπέτικο. Εκτιμούσε και μελετούσε την παράδοση, όχι μόνο των Εβραϊσμού της Θεσσαλονίκης, θέμα γύρω απ’ το οποίο στρέφεται κυρίως ο ερευνητικός του προσανατολισμός αλλά και την συνολική παράδοση της πόλης και της χώρας μας σε όλες της τις εκφάνσεις. Εκπροσωπούσε το δίπτυχο Έλληνας-Εβραίος στην ουσιαστική και την πιο πνευματική του εκδοχή. Ήταν ατόφιος. Ήταν ανήσυχος. Δεν του άρεσαν τα προσωπεία. Αγαπούσε το δίκιο. Ήθελε να ξεγυμνώνει τα πράγματα απ’ το κέλυφός τους. Ήταν αληθινός άνθρωπος.
Ο Αλμπέρτος κόσμησε την γενέτειρά του με το έργο του και την παρουσία του. Οι επιλογές του, οι ενασχολήσεις του, οι εμμονές του, ο οραματισμός και η θεώρησή του των πραγμάτων, η εν γένει ψυχοσύνθεσή του, συνδυάζονται και αντικρίζονται με όλα τα κειμήλια και τα σημεία ιστορικής τομής της Σαλονίκης, από τα παλαιότερα : ρωμαϊκά, βυζαντινά, ανατολίτικα, εβραίικα, όπως τα μαθαίνουμε από τα διαβάσματά μας, στην πρώτη αυθεντική τους μορφή, μέχρι τα πιο πρόσφατα που οι πιο παλιοί τα πρόλαβαν, κι εμείς οι νεώτεροι είμαστε έμμεσοι -μέσω αφηγήσεων και μελέτης- μάρτυρές τους : την επαναστατική πρωτοπορία της Φεντερασιόν, την λεηλασία της πόλης del tiempro del fuego (απ’ τον καιρό της πυρκαγιάς), την τραγωδία της προσφυγιάς, τα δράματα της κατοχής, την εποποιία της αντίστασης, τον εξευτελισμό και το ξεκλήρισμα της φάρας του, τα μαρτύρια μέσα και τις εκτελέσεις πίσω απ’ το Γεντί Κουλέ, τα ρεμπέτικα και τον Τσιτσάνη, τη Ρόζα και τη Χασκίλ, την παντοκρατορία της δεξιάς, τα φονικά του Λαμπράκη, του Τσαρουχά του Χαλκίδη και των άλλων παλικαριών, την ακμή των Θεσσαλονικιών ποιητών, του Πεντζίκη, του Αναγνωστάκη, του Ιωάννου, του Χριστιανόπουλου κι όλων των άλλων πανάξιων συντοπιτών μας δημιουργών, τα ανεπούλωτα ακόμη ρήγματα του σεισμού, την αναδιαμόρφωση του ανθρωπογεωγραφικού μωσαϊκού της Θεσσαλονίκης, που πραγματοποιείται στις μέρες μας και την κάνει μαζί με ποικίλες άλλες επεμβάσεις, μεταποιήσεις, αλλοτριώσεις, ενδοτικότητες και συρμούς να μεταμορφώνεται σε κάτι σχεδόν αγνώριστο για τους πιστούς εραστές της. Όλα τα διερευνούσε, τα μελετούσε και τα σχολίαζε με σεβασμό στη σοβαρότητα και τη δραματικότητα που περιέχουν. Ο Αλμπέρτος δεν παρατηρούσε και δεν μελετούσε απλώς τα γεγονότα και τα πρόσωπα αλλά έπασχε κυριολεκτικά μαζί τους και τα διατηρούσε μέσα του στην πρωτογενή τους μορφή, αγνά και αφτιασίδωτα κι όχι με τα ψιμύθια του αναγκαστικού σουλουπώματος που επιβάλλει η συντήρησή τους. Το μυαλό του ήταν ένα δημιουργικό εργαστήρι που γεννούσε συνέχεια ιδέες και στοχασμούς. Είχε πολλά να επεξεργαστεί και να μας πει ακόμη.
Σε κάποιες γλώσσες των ανατολικών λαών «ναρ» σημαίνει «πυρ». Ναρ, δηλαδή φωτιά, που κρυφόκαιγε τα σωθικά του Αλμπέρτο και καμιά φορά άφηνε την ορμή της να ξεσπάσει. Στα γραπτά του αλλά συχνά και στην προφορική του συνομιλία. Αλλά κατά μία άλλη εκδοχή «ναρ» θα πει ρόδι. Σοφή και θελξικάρδια σαν το ρόδι είναι η γραφή του Αλμπέρτου Ναρ.
Ο Αλμπέρτος ήταν -όπως και η Ελβίρα, η γυναίκα του- γόνος συμπολιτών μας Σεφαραδιτών που διέφυγαν από την φρίκη της ναζιστικής λαίλαπας. Όποτε συναντιόμασταν διάβαζα μέσα στη ματιά του τον αποσταγμένο πόνο της νεώτερης εβραίικης γενιάς και το υπερήφανο παράπονο για τους αδικαίωτους πόθους. Αυτό το ντέρτι καίει ακόμη τη ματιά και την ψυχή των νεώτερων Εβραιόπουλων, όπως τα δυο λαμπρά παλικαράκια του Αλμπέρτο, Λεόν και Βίκτωρ. Σα να έσερνε τον παμπάλαιο θρήνο των ξεριζωμένων Ισπανοεβραίων, των προγόνων του, για να τους ανασταίνει μέσα του, για να μην λησμονηθούν, θαρρείς, η ιστορία και οι θρύλοι τους. Αλλά ο πόνος του ήταν αγιάτρευτος για τα πρόσφατα πάθη του λαού του, για το ολοκαύτωμα και το ξεπάστρεμα των Σαλονικιών Εβραίων συμπολιτών μας. Κι ήταν ένας πόνος ανάγλυφος. Την έκφρασή του την ερμήνευα σαν μια άφατη οιμωγή για τον συνολικό αμίλητο σπαραγμό όλων των δικών μας Ισραηλιτών, των αδικοθανατισμένων στα κρεματόρια και των ελάχιστων γλυτωμένων που ξαναγύρισαν στην γενέθλια γη. Σα να του το’ χανε καρφιτσώσει του ίδιου το κίτρινο άστρο πάνω απ’ την αιμάσσουσα καρδιά του και να μην το ξήλωσαν ποτέ.
En estas notches yeladas,
Y asta las manianadas,
Yorimos como creaturas,
En eshuenios de folguras.
Σ’ αυτές τις νύχτες τις παγερές
κι όσο να ξημερώσει,
θρηνήσαμε σαν τα μικρά παιδιά,
μέσα σε όνειρα αποπνιχτικά.
Ο Αλμπέρτος ήταν, ίσως, η πιο εξέχουσα προσωπικότητα των «δικών μας Εβραίων». Έτσι τους λέω, «οι Εβραίοι μας» γιατί έτσι τους νιώθω. Δεν τους συσχετίζω αναγκαστικά ούτε με τους κατοίκους-υπηκόους του Ισραήλ, -παρόλο που η πολιτική αυτού του κράτους έναντι των Παλαιστινίων με εξοργίζει- ούτε με τους Εβραίους της παγκόσμιας διασποράς. Πρέπει να τους αγαπάμε και να τους τιμούμε, γιατί οι Εβραίοι μας είναι οι πιο παλιοί Σαλονικιοί κι οι πιο κυνηγημένοι. Κάναμε κουβέντες με τον Αλμπέρτο για τέτοια θέματα. Όπως και για την διαφορά αντισιωνισμού και αντισημιτισμού, ένα πρόβλημα που το είχε μελετήσει καλά και πίστευε πως η σύγχυση της σημασίας αυτών των όρων και η εύκολη ταύτισή τους προκαλεί άδικες πολώσεις ενώ η διάκρισή τους στο μυαλό των ανθρώπων, ξεκαθαρίζει το τοπίο των πολιτικών παρεξηγήσεων.
Αγαπιόμασταν με τον Αλμπέρτο. Μας συνέδεε η κοινή λατρεία για την πόλη μας, αν και εκείνος ήταν περισσότερο και βαθύτερα μυημένος. Είχε στήσει το αυτί του πιο νωρίς, είχε χωθεί με τα μούτρα από παιδί μέσα στα βιβλία που γράφτηκαν για τη Θεσσαλονίκη, είχε γαλουχηθεί από παλαιότερους μύστες, σαν τον δάσκαλό του τον Ιωάννου. Ο Αλμπέρτος ήταν ποιητής. Ασχολήθηκε με επιτυχία με θέματα λαογραφίας, ιστορίας και δημοσιογραφίας. Η πρωτοτυπία της ερευνητικής του εργασίας έγκειται στο ότι εμπνεύστηκε, ανασκάλεψε και προέβαλλε ανεξερεύνητες και παραμελημένες περιοχές της τοπικής μας λαογραφίας και ιστορίας. Οι ανθολογίες του «Τα τραγούδια μας - Σεφαραδίτικα λαϊκά τραγούδια της Θεσσαλονίκης», «Τιμή στη Θεσσαλονίκη-Μελέτες για την Εβραϊκή Κοινότητα της Θεσσαλονίκης» και «Η φυσιογνωμία του Εβραίου στη νεότερη Ελληνική λογοτεχνία» μαζί με τα άλλα του μελετήματα, άρθρα και συνεντεύξεις, συμβάλλουν σημαντικά στην γνωριμία μας με την ζωή και τις παραδόσεις των Θεσσαλονικιών Εβραίων. Το βιβλίο του «Κειμένη επί ακτής θαλάσσης», που περιέχει μελέτες και άρθρα για την Εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, είναι μνημειώδους σημασίας και δεν πρέπει να λείπει από την βιβλιοθήκη κανενός ευσυνείδητου συμπολίτη μας. Εξίσου σπουδαίο από ιστορικής και εθνογραφικής πλευράς είναι και το βιβλίο του «Οι συναγωγές της Θεσσαλονίκης-Τα τραγούδια μας»-Μελετήματα γύρω από την ιστορία και παράδοση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης. Οι δύο σειρές διηγημάτων που δημοσίευσε με τους τίτλους «Σε αναζήτηση ύφους» και «Σαλονικάι, δηλαδή Σαλονικιός» είναι εξαιρετικά δείγματα αυτοβιογραφικής και ταυτόχρονα κοινωνικής λογοτεχνίας και αναδεικνύουν την ιδιαιτερότητα της πεζογραφικής του στόφας.
Ο Αλμπέρτος γνώριζε καλά τα μυστικά της παλιάς Θεσσαλονίκης. Βέβαια υπάρχουν κι άλλοι, πολύ άξιοι που έχουν εντρυφήσει σ’ αυτά. Αλλά όσο υπήρχε ο Αλμπέρτος, ένιωθα ήσυχος, ότι έχω κάποιον φίλο, που, όταν χρειαστεί, έχει τη γνώση αλλά και την προθυμία να μιλήσει. Ήταν ευχάριστος και φιλόξενος ο λόγος του. Ένιωθες ότι οι ευφυείς απαντήσεις ή παρατηρήσεις του αξιοποιούσαν σκέψεις σου, που δεν είχαν ολοκληρωθεί. «Είσαι άνθρωπος καλός», του έλεγα. «Δεν πείραξα κανέναν», μου απαντούσε. Χρόνια τώρα όποτε περνάω απ’ το λιμάνι, φέρνω στο νου μου τον Αλμπέρτο και η μορφή του με ταξιδεύει κοντά στο άμοιρο πλήθος που συγκέντρωσαν εκεί οι Γκεσταπίτες με σκοπό τον αφανισμό του. Η πλατεία Ελευθερίας -τι ειρωνεία- παραμένει μια φαρδιά παραθαλάσσια χαρακιά στην ψυχή μας.
Αδελφέ Αλμπέρτο, η βιαστική αναχώρησή σου μας πόνεσε πολύ. Αλμπέρτο, η Σαλονίκη σε αγάπησε. Όπως ξέρει ν’ αγαπάει. Μαζί με τις καθημερινές δόσεις φαρμάκι, που έχει συνήθειο να σταλάζει μέσα μας.
Fuir me quiero de Selanik,
Por no ver mas manzilas.
Να φύγω θέλω από τη Σαλονίκη,
τα τόσα ντέρτια πια δεν τα μπορώ.
τραγουδούσε στα παλιά γλέντια ο τυφλός Εβραίος Σαλονικιός αμανετζής Σαδίκ Γκερσόν με το κανονάκι του.
«Θεσσαλονίκη, φιλώ το χώμα σου και προχωρώ. Και ας είσαι τόσο σκληρή για όσους επιμένουν να θυμούνται», έγραφε ο Ναρ σ’ ένα σπαραχτικής εξομολόγησης κείμενό του.
Αντίο, Αλμπέρτο, φίλε κι αδερφέ. Παιδί απ’ το χώμα της πόλης μας, παιδί αγαπημένο, απ’ τα πιο άξια και σεμνά τέκνα της, τίμησες τ’ όνομά σου και την ιστορία της και ξαναγύρισες στα σπλάχνα της. «Είσαι δικός της πια κι είναι δικιά σου» για πάντα.
''
https://www.facebook.com/thomas.korovinis.5

Thursday, January 27, 2022

Η περιπετειώδης ανακομιδή λειψάνων του αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου


Ο Ιωάννης Χρυσόστομος ήταν αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως όταν βασιλείς της βυζαντινής αυτοκρατορίας ήταν ο Αρκάδιος και η Ευδοξία. Οι βασιλείς αυτοί όμως έκαναν πολλές αδικίες και ο Ιωάννης τους ήλεγχε με ευγένεια αλλά και παρρησία. Εξοργισμένη η βασίλισσα τον εξόρισε δύο φορές, αλλά και άλλες δύο τον επανέφερε στη θέση του εξαιτίας της λαϊκής οργής που ξεσπούσε πάνω της. Ο λαός αγαπούσε πολύ τον ιεράρχη του. Παρόλα αυτά η Ευδοξία τον εξόρισε και τρίτη φορά και τον έστειλε στην Πιτυούντα. Όμως ο λαοφιλής αρχιεπίσκοπος δεν έφτασε ποτέ εκεί. Στα Κόμανα του Πόντου και στις 14 Σεπτεμβρίου του 407μ.Χ ήρθαν και τον παρέλαβαν οι μεγάλοι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης για να τον οδηγήσουν στην Ουράνια Βασιλεία. Τον έθαψαν οι φίλοι του στον ναό του αγίου Βασιλίσκου και του αγίου Λουκιανού εκεί στα Κόμανα. Έναν χρόνο αργότερα, το 408μ.Χ πέθαναν και οι δύο βασιλείς γιατί, όπως αναφέρει ο αείμνηστος π. Ανανίας Κουστένης, «δεν άντεξαν την αδικία! Πού ν’ αντέξουν το κακό... η ψυχή μας είναι για τον Θεό. Είναι για τον Παράδεισο. Είναι για την αγάπη. Είναι για την καλοσύνη. Είναι για την ομορφιά».

Στα 434μ.Χ αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως έγινε ο μαθητής του αγίου Ιωάννη, Πρόκλος, ο οποίος τέσσερα χρόνια αργότερα έπεισε τον γιο του Αρκαδίου και της Ευδοξίας, Θεοδόσιο Β΄ και την γυναίκα του Πουλχερία να φέρουν από τα Κόμανα το λείψανο του αγίου στην Πόλη αφού πρώτα κάνουν την ανακομιδή του. Πήγε η αυτοκρατορική αντιπροσωπεία, έκανε πράγματι την ανακομιδή, αλλά όταν πήγαν να σηκώσουν τη λάρνακα με τα ιερά λείψανα αυτή αποδείχθηκε ασήκωτη. Στάθηκε αδύνατον να τη μετακινήσουν από τη θέση της και έτσι επέστρεψαν άπραγοι στη Βασιλεύουσα.

Όταν ανέφεραν τα συμβάντα στον βασιλιά εκείνος κατάλαβε. Κάθισε τότε κι έγραψε στον άγιο μια επιστολή στην οποία ζητούσε συγνώμη εκ μέρους του, εκ μέρους των γονιών του και εκ μέρους των εχθρών του αγίου. «Εμείς λέγαμε πως είσαι πεθαμένος και μπορούμε να πάρουμε τα ιερά σου λείψανα και να τα μεταφέρουμε. Εσύ όμως είσαι ζωντανός και δεν μας έδωσες τα λείψανά σου. Επειδή όμως εσύ κήρυξες τη μετάνοια και εσύ βλέπεις πως όντως σε αγαπάμε και σε θέλουμε και σε ποθούμε, σε παρακαλούμε πολύ να μας δώσεις τα ιερά σου λείψανα να τα μεταφέρουμε στη Βασιλεύουσα και να σε αποκαταστήσουμε». Και προσθέτει ο π. Ανανίας στο συναξάρι: «το άδικο πονάει και τους αγίους. Ας μην τον ξεχνάμε αυτό».

Και πράγματι ξαναπήγαν στα Κόμανα και πάνω στη λάρνακα του αγίου ακούμπησαν την επιστολή του βασιλιά και όταν πήγαν να την σηκώσουν η λάρνακα έγινε πανάλαφρη. Την πήραν και ενώ την μετέφεραν νόμισαν πως κάποιος τους σήκωνε κι αυτούς και τους πήγαινε. Και πράγματι τους σήκωνε ο άγιος. Κι έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη αγαλλομένω ποδι πηγαίνοντας από την ξηρά. Ο βασιλιάς με το βασιλικό του καράβι και τη συνοδεία του τους υποδέχθηκε και αφού πέρασαν  μέσα ξεκίνησαν για να περάσουν απέναντι. Ξέσπασε όμως μεγάλη θαλασσοταραχή και σκορπίστηκαν τα καράβια της συνοδείας. Το βασιλικό καράβι με τη λάρνακα έμεινε ακυβέρνητο. Πήγε τότε και σταμάτησε απέναντι από το χωράφι της χήρας Καλλιτρόπης. Ήταν το χωράφι που κάποτε αδίκως η Ευδοξία το είχε αρπάξει από τη γυναίκα. Ο βασιλιάς γιος της ήξερε την ιστορία και αφού έκλαψε πικρά, κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Γονάτισε μπροστά στη λάρνακα και παρακάλεσε: «άγιε μου, εγώ το δίνω πάλι το χωράφι στη χήρα». Κι η γυναίκα ήταν εκεί και της το έδωσε μπροστά σε όλους. Και η τρικυμία έπαυσε και όλα ησύχασαν και επήρθε η αποκατάσταση!

Και προχώρησαν και κατέβασαν τη λάρνακα στον ναό του αγίου αποστόλου Θωμά, στην περιοχή του Αμαντίου. Δοξολόγησαν, ευχαρίστησαν και η βασιλική πομπή με τη λάρνακα συνέχισε για τον ναό της αγίας Ειρήνης, την εκκλησία από την οποία έδιωξαν κάποτε τον άγιο. Και τον έβαλαν στο σύνθρονο πίσω από την αγία Τράπεζα λέγοντάς του: «Απόλαυβε τον θρόνο σου, άγιε».

Κατόπιν τον πήγαν στον ναό των αγίων Αποστόλων και τον εναπόθεσαν και εκεί στο σύνθρονο. Και τότε ο άγιος μίλησε. Μέσα από τη λάρνακα με τα ιερά του λείψανα ακούστηκε η χρυσή φωνή του να λέει: «Ειρήνη πάσι». Ειρήνη σε όλους. Γιατί ήταν ζωντανός. Και είναι. Και είπε: Ειρήνη σε όλους. Επήλθε πλέον η συμφιλίωση, όπως λέει ο π.Ανανίας, και τον έθαψαν εκεί, στον ναό των αγίων Αποστόλων, πίσω από το ιερό Βήμα, κάτω από την Αγία Τράπεζα.

Τα λείψανά του αφού πήγαν πρώτα στη Δύση, τα επέστρεψαν οι Δυτικοί και πλέον βρίσκονται στο Οικουμενικό μας Πατριαρχείο.

Την ευχή και τις πρεσβείες του μεγάλου αγίου Ιωάννου Χρυστόμου να έχουμε…

 


Thursday, January 20, 2022

Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ


Την μέρα που γεννήθηκα, στον Βύρωνα, τα 2 παλιοκάικα του Μικρασιάτη πατέρα μου με τα οποία τάιζε 5 στόματα βούλιαξαν έξω από την Βουλιαγμένη, γρουσούζικο με ανέβαζαν γρουσούζικο με κατέβαζαν, ήμουν πάντα «το παιδί», όταν μιλούσαν για μένα λέγανε «Τι κάνει το παιδί;» όλα τα αδέλφια μου είχαν ονόματα, εκτός από εμένα, ήμουν πάντα το ουδέτερο.

Στην καριέρα μου μεγάλο ρόλο έπαιξε η τύχη. Την εποχή εκείνη για να γραφτείς στο Πανεπιστήμιο χρειαζόταν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, που να το βρω;, όλα μου τα αδέλφια αριστεροί, όταν πέθανε ο Στάλιν έκλαιγα απαρηγόρητα, η μόνη χρονιά που δεν ζήτησαν ήταν η δική μου και έτσι γράφτηκα στην Φιλοσοφική Σχολή.

Την έδρα στην Σορβόννη την πήρα πάλι από τύχη, γιατί ήμουν η μόνη από όλους τους άλλους υποψήφιους που είχα προλάβει να δημοσιεύσω την διπλωματική μου!

Στο Αρχαιολογικό, πάω να δω τις συμφοιτήτριες μου και πέφτω πάνω σε όλη την αριστοκρατία της Αθήνας. Μου λέει, λοιπόν, μια μέρα ο Οικονόμου, ο καθηγητής της Κλασικής Αρχαιολογίας: «Βρε Γλύκατζη, ετούτες εδώ όλες δεν έχουν ανάγκη να δουλέψουν, εσύ τι θα κάνεις στην ζωή σου;». «Ακούστε, εγώ κάνω πάντα αυτό που θέλω πολύ, μόνο έτσι χορταίνει η ψυχή, το στομάχι κάτι θα βρεις να το γεμίσεις, μπορώ να πουλώ ακόμα και λεμόνια στους δρόμους».

Και πάλι με ευνόησε η τύχη, αντί να πουλάω λεμόνια, βρέθηκα στο Παλάτι!. Ακούω λοιπόν στην τάξη από έναν καθηγητή μας ότι η Βασίλισσα ζητούσε για τον Έρανο κάποιον που να ξέρει καλά γαλλικά. Πρώτη πρώτη, σηκώνω εγώ το χέρι μου και με παίρνουν… ΕΠΟΝίτισσα και βρίσκομαι μπροστά στην Φρειδερίκη.

Δεν περνάνε 2-3 μέρες και φτάνει γράμμα από μια συμφοιτήτριά μου, δεν θα πω το όνομα, γιατί ίσως ζει: «Μεγαλειοτάτη, δεν υπάρχει μεγαλύτερη κομμουνίστρια από την Γλύκατζη και εσείς την έχετε πάρει κοντά σας;».

Το δείχνω στην Βασίλισσα και αυτή παίρνοντας το γνωστό αυστηρό αυταρχικό ύφος μου λέει: «Να της πεις, σε αυτή την χώρα, εγώ αποφασίζω ποιος είναι κομμουνιστής!».

Περνάει ο καιρός και με τον Βασιλιά Παύλο πάμε στην Στυλίδα που είχε φτιάξει σχολείά. Φτάνουμε όλοι μαζί, κόσμος πολύς περίμενε, ανεβαίνει ένας αστυνομικός στο πούλμαν και λέει στην Βασίλισσα: «Είναι όλοι εξαγριωμένοι, λένε ότι έχετε μαζί σας κομμουνιστές». Το ακούει η Βασίλισσα, κατεβαίνει από το πούλμαν, μπροστά στην πόρτα στεκόταν ένας κουτσός, πού της λέει: «Μεγαλειοτάτη, δίνετε τις δουλειές σας σε κομμουνιστές, εγώ έχασα το πόδι μου για να έχετε εσείς το θρόνο σας». Και η Φρειδερίκη, χωρίς καν να σκεφτεί, του λέει:

«Στην δούλεψη μου θέλω έξυπνους ανθρώπους. Αν εσύ έχασες το πόδι σου για να έχω εγώ το θρόνο μου και όχι για την πατρίδα σου, τότε είσαι βλάκας!».

Παρεμπιπτόντως, το τι χαστούκια έχει φάει μπροστά μου ο Κωνσταντίνος από την μητέρα του δεν λέγεται, για να την εκνευρίσει γύριζε όλο το Παλάτι φωνάζοντας «Κάππα Κάππα Ε, το κόμμα σου Λαέ!

Το πιο δεσμευτικό στις ανθρώπινες συναναστροφές είναι η ιδεολογία, να μην μιλάς παρά μόνο σε μια ορισμένη ομάδα ανθρώπων. Εμένα δεν με ενδιαφέρει η ιδεολογία, αλλά οι άνθρωποι.

Φίλος μου δεν είναι αυτός που πιστεύει στις ίδιες λύσεις με μένα, αλλά αυτός που είναι σωστός άνθρωπος. Η καλοσύνη είναι μίμηση Θεού.

Όσοι κρύβουν τα χρόνια τους, χάνουν μαζί και τις αναμνήσεις.

Στην Γαλλία, ο υλικά πλούσιος δεν θεωρείται αστός, η αστική τάξη είναι παιδεία!

Κανένας λαός δεν έμεινε 400 χρόνια σκλάβος, υπήρχε μεγάλη έλλειψη αυτοπεποίθησης. Γιατί μετά την απελευθέρωση δημιουργήθηκαν ρωσικό, γαλλικό και αγγλικό κόμμα; Που ήταν το ελληνικό κόμμα; Μάθαμε να είμαστε πάντα ραγιάδες κάποιου. Αν ξέραμε καλά την ιστορία μας, θα είχαμε διαγράψει πολλούς υποτιθέμενους «ήρωες» και θα αλλάζαμε πολλά ονόματα δρόμων και πλατειών που φέρουν τα ονόματά τους.

Όταν ο Έλληνας πάει στην Ευρώπη ουσιαστικά πάει στο σπίτι του, αν θεωρήσουμε «εξωτερικό» την Ευρώπη σημαίνει πως είμαστε ακόμα «Ανατολή».

Μαζί με τον Πρόεδρο Μιτεράν φθάνω στην Νέα Υόρκη για να υπογράψω συμβάσεις με τα αμερικανικά πανεπιστήμια. Φτάνοντας στο Πανεπιστήμιο, μας υποδέχεται ο πρόεδρός του: «Χορεύεις καλαματιανό;» μου λέει και τα χάνω, το όνομα μου «John Brademas». Στο δείπνο, εντυπωσιασμένος ο Μιτεράν, σχολιάζει: «Ο Πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (Μπραδήμας) και η Πρόεδρος όλων των Πανεπιστημίων του Παρισιού (Γλύκατζη) δεν μίλησαν ούτε γαλλικά, ούτε αγγλικά, αλλά ελληνικά. Ε! αυτό είναι αυτοκρατορία!».

Η Παιδεία μας έχει αποτύχει γιατί στα παιδιά μιλάνε όλοι από την αρχή για επιτυχία, κανείς δεν τους μιλάει για ευτυχία! (επίκαιρο λόγω Πανελλαδικών!).

Μια ημέρα πριν 29 Αυγούστου γιόρτασε τα γενέθλια της (94 ετών) με μια μαντινάδα «Στα ενενήντα περπατώ, στα εκατό θα φτάσω, και μόνο τότε θα σκεφτώ αν πρέπει να γεράσω».

Efie Christakou



https://www.themamagers.gr/kati-paizei/proswpa/quot-i-paideia-mas-echei-apotychei-dioti-oloi-milane-sta-paidia-gia-epitychia-kai-kaneis-gia-eytychia-quot/?fbclid=IwAR0FG39ba8iOIXdNp5aU6mv1tG_qTAMB__491YFrumbJamIiegvRmGRuSDs

Tuesday, January 18, 2022

Ευτυχία Πολυζωγοπούλου: Η γιατρός που "υποδέχτηκε" το πρώτο κρούσμα covi... και τον π.Ανανία Κουστένη



Η Ευτυχία Πολυζωγοπούλου είναι η γιατρός που ήρθε από την Αμερική για να εργαστεί στα επείγοντα του Αττικόν και είναι η γιατρός που υποδέχθηκε το πρώτο κρούσμα covid στην Ελλάδα, αλλά και αυτή που ετοίμασε για διασωλήνωση τον αείμνηστο π.Ανανία Κουστένη. 
Στην εκπομπή Πρωταγωνιστές του Σταύρου Θεοδωράκη λέει:
ΕΠ... και χαρακτηριστικός είναι ο γνωστός παπάς των Εξαρχείων, ο Ανανίας, που δυστυχώς δεν είναι... αλλά πολύ αγαπητός, κι εγώ ως εξαρχειώτισσα τον ήξερα, έτσι... φιγούρα... και ο οποίος ήταν πολύ ήρεμος, εννοώ σε καλή κατάσταση, αλλά οι μετρήσεις που κάναμε... έπρεπε να διασωληνωθεί, οπότε το κουβεντιάζεις, είναι πρωτοφανές και για μας αυτό, το να το κουβεντιάζεις... 
ΣΘ: Τι είπατε εκείνη τη μέρα; 
ΕΠ: Μου είπε: "Δεν πρόλαβα το εμβόλιο"  
ΤΘ: Ήταν στην αρχή.
ΕΠ: Ακριβώς, γιατί ήρθε όταν ακόμα δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα, είχε μόλις έρθει στην Ελλάδα το εμβόλιο, οπότε πραγματικά δεν είχε τη δυνατότητα, αλλά ήταν απ' τους ανθρώπους που ήθελαν, οπότε απλά δεν πρόλαβε,  και όταν του εξήγησα ότι πρέπει να διασωληνωθεί είπε: 
"Είμαι στα χέρια του Θεού και των ανθρώπων. Ό,τι πείτε, γιατρέ... " 
Να σε εξισώνει με τον Θεό είναι πολύ βαριά κουβέντα... και πολύ τιμητική... βέβαια δεν είμαστε θεοί, είμαστε άνθρωποι, αλλά νιώθεις εκείνη την ώρα ότι βοηθάς πραγματικά... είμαστε άνθρωποι..."

...........................................................

Σημείωση
Ακούω και ξανακούω τη συνέντευξη, την καταγράφω όσο πιο προσεκτικά μπορώ και στέκομαι στην φράση του  παπούλη: 
"Είμαι στα χέρια του Θεού και των ανθρώπων. Ό,τι πείτε, γιατρέ... " 
Ίσως αυτή να είναι και η διαφορά του αγίου από τον άλλον... 
ο άγιος εμπιστεύεται τον Θεό και τους ανθρώπους, ο άλλος εμπιστεύεται τον εαυτό του...

Β.Ν