Labels

Showing posts with label Αφιέρωμα λογοτεχνικό. Show all posts
Showing posts with label Αφιέρωμα λογοτεχνικό. Show all posts

Wednesday, July 16, 2025

Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο - Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός - Κυριάκος Καλαϊτζιδης - Βασιλική Νευροκοπλη - Εν Χορδαίς


Μία επίγευση δροσοσταλίδας μάς άφησε η χθεσινή μας παράσταση: Το Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο, στη θρυλική Ροτόντα.
Δροσοσταλίδα που δεν ήσουν σίγουρος αν προερχόταν από κάποια αόρατη αρχέγονη πηγή ή από τα μυστικά δάκρυα των πολύπαθων προηγούμενων αιώνων που μας κράτησαν στοργικά σαν μάνα και παραμάνα στην αγκαλιά τους.
Δεν ήταν μόνο οι σεμνές μουσικές του Κυριάκου Καλαϊτζιδη και η αριστοτεχνική τους εκτέλεση από το μουσικό σχήμα Εν Χορδαίς  ούτε μόνο τα βαθυστόχαστα και τόσο συγκινητικά λογοτεχνικά κείμενα που είχα την τιμή να αναγνώσω.
Ήταν η ίδια η Ροτόντα και οι αντηχήσεις των θόλων της -που κάποιες φορές δυσκόλευε την καθαρή ακουστική- μα που  απηχούσαν σαν αντίλαλοι από τα βάθη της σπηλιάς του χρόνου τις αναρίθμητες φωνές όσων έζησαν πριν από εμάς παρέα με τα φτερουγίσματα στρατιών αγγέλων στους οποίους κάποτε αφιερώθηκε ο ναός αυτός.
Είμαστε βαθιά ευγνώμονες στους ανθρώπους που προσήλθαν και έγιναν συνταξιδιώτες μας σε αυτό το ιστορικό ταξίδι. Ευγνώμονες στις πέτρες του, στα αψιδωτά του παράθυρα και στα ψηφιδωτά του, στους σπουδαίους τεχνίτες του και σε εκείνους που τους ανταμείψαν γενναιόδωρα, όπως το άξιζαν. 
Ευγνώμονες στον μόχθο και στην αγάπη, στη μεγάλη τέχνη που είναι το χνάρι του Θεού στον κόσμο.
Ευχαριστούμε το Υπουργείο Πολιτισμού.

*οι φωτογραφίες είναι της Ελένης Μπάρκα.
Β.Ν






 

Friday, January 5, 2024

Μνήμη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο


Στις 3 Ιανουαρίου 1911 φεύγει από τούτη τη ζωή
ο χρυσαετός των Ελληνικών γραμμάτων σαν ένα ταπεινό σπουργίτι…
Στη μνήμη του σαν κερί αφήνω ένα μικρό απόσπασμα της διασκευής μας από την μουσική παράσταση πάνω στο διήγημά του «Στο Χριστό στο Κάστρο» που παρουσιάστηκε στο Μαλλιώτειο πνευματικό κέντρο της Βοστώνης την 1η Δεκεμβρίου της χρονιάς που αφήσαμε πίσω μας σε μουσική του Kyriakos Kalaitzidis.
«Δεκέμβρης μήνας με χιονιά και στου παπα Φραγκούλη
η παπαδιά, οι κόρες τους κι ο γιος, το στερνοπούλι,
όσπρια τρώγανε ενώ, το Μαλαμω, η χήρα
στα χέρια με μια λειτουργιά πρόβαλε μπρος στη θύρα.
Στην ώρα πάνω ο μαραγκός Πανάγος που διψούσε,
μπήκε να πιει μια δυο ρακιες καθώς το συνηθούσε.
«Ο Αργύρης», είπε ο παπάς με κάποια στεναχώρια
«κι ο Γιάννης, αποκλείστηκαν στου Κάστρου τ’ ανηφόρια…»
Η παπαδιά ανήσυχη, αν είχανε γεμάτα,
ρωτάει, τα ζεμπίλια τους, σαν πήρανε τη στράτα.
«Κουμπάνια θα ’χουν και θηλειές να πιάσουνε κοτσύφια»,
της απαντά ο μαραγκός -μ’ απάθεια είν αλήθεια...»
.........
Την ευχή του να έχουμε…

Tuesday, September 26, 2023

Βρίσκω τη ζωή ωραία -Etty Hillesum

Βρίσκω τη ζωή ωραία.

Το πρωί, καθώς έκανα ποδήλατο στη Stadionkadeρέμβαζα ατενίζοντας τον απέραντο ορίζοντα που ανοίγεται μπροστά σου από τις παρυφές της πόλης και ανάσαινα φρέσκο αέρα, στον ο­ποίο ακόμη δεν έχει μπει δελτίο. Παντού υπάρχουν πι­νακίδες που απαγορεύουν στους Εβραίους τις διαδρομές μέσα στη φύση. Πάνω, όμως, από τον στενό δρόμο στον οποίο ακόμη επιτρέπεται να κυκλοφορούμε απλώνεται ο απέραντος ουρανός. Δεν μπορούν να μας κάνουν τίποτα, τίποτα πραγματικά. Μπορούν να δυσχεράνουν αρκετά τη ζωή μας, να μας στερήσουν κάποια υλικά αγαθά, μια κάποια εξωτερική ελευθερία κίνησης, αλλά εμείς οι ίδιοι στερούμε από τον εαυτό μας τις καλύτερες δυνάμεις μας, επειδή κρατούμε μια επιζήμια ψυχολογική στάση: Νιώθουμε κατατρεγμένοι, ταπεινωμένοι, καταπιεσμέ­νοι, νιώθουμε μίσος, κάνουμε τον καμπόσο για να κρύ­ψουμε τον φόβο μας. Έχουμε κάθε δικαίωμα να είμαστε, πότε πότε, θλιμμένοι και καταβεβλημένοι, από όλα αυ­τά στα οποία μας υποβάλλουν είναι ανθρώπινο και κατανοητό. Όμως, τα μεγαλύτερα δεινά τα προκαλούμε οι ίδιοι στον εαυτό μας.

Βρίσκω τη ζωή ωραία κι αισθάνο­μαι ελεύθερη. Έχω μέσα μου έναν ουρανό τόσο απέρα­ντο όσο το στερέωμα. Πιστεύω στον Θεό και πιστεύω στον άνθρωπο, τολμώ να το πω χωρίς ψευτοντροπές. Η ζωή είναι δύσκολη, αλλά δεν πειράζει. Παίρνεις στα σο­βαρά τον εαυτό σου, και τα υπόλοιπα έρχονται από μόνα τους. Το να δουλεύεις με τον εαυτό σου δεν είναι νοσηρός ατομικισμός. Η ειρήνη στον κόσμο θα είναι αληθινή μόνο αν κάθε άτομο την κατακτήσει εντός του, αν ξεριζώ­σει από μέσα του κάθε αίσθημα μίσους, είτε για μια φυ­λή είτε για έναν λαό, ή αν μετατρέψει αυτό το μίσος σε κάτι άλλο, ίσως ακόμη σε αγάπη. Ή μήπως ζητάω πολλά; Αυτή είναι, πάντως, η μοναδική λύση. Θα μπο­ρούσα να γεμίσω πολλές σελίδες με τέτοιες σκέψεις. Αυτό το κομμάτι αιωνιότητας που έχουμε μέσα μας μπορούμε να το εκφράσουμε τόσο καλά με μία λέξη όσο και με δέκα παχυλές πραγματείες. Είμαι μια ευτυχι­σμένη γυναίκα και πλέκω το εγκώμιο αυτής της ζωής —ναι, διαβάσατε καλά—, στο σωτήριο έτος 1942, το νιοστό έτος του πολέμου.

Etty Hillesum


* Μας το έστειλε ο π.Βασίλειος Χριστοδούλου


Wednesday, January 4, 2023

Πολιτισμός / Μορφές Τρύφων Τσομπάνης « Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»: 111 χρόνια από την κοίμησή του (με τη γλώσσα του κυρ-Αλέξανδρου)

« Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»: 111 χρόνια από την κοίμησή του (με τη γλώσσα του κυρ-Αλέξανδρου)

...
Μυστηριώδες θέλγητρον απέπνεεν η νυξ αύτη της 3ης Ιανουαρίου του 1911. Εις τον μικρόν οικίσκον της οικίας Παπαδιαμάντη, το παλαιόν πρεσβυτέριον, το λάδι εσώνετο εις την κανδήλαν, η οποία εφώτιζε αμυδρώς την μικράν κάμαραν.
Ο Αλέξανδρος, όστις έκειτο επί της κλίνης πυρέσσων, εζήτησε με τρεμάμενη φωνήν εν βιβλίον. Αυτό που το έδωκαν δεν ήτο εκείνο που εζήτη. Εκράτησεν ωστόσο το μικρόν τομίδιον ανά χείρας και το εθώπευσεν έχων κλειστούς τους οφθαλμούς.
Τι να εζήτει άραγε και τι να επόθει η ψυχή του;
Μήπως τον Όμηρον, τον Θουκυδίδην, το Ευαγγέλιον ή το μέγα ωρολόγιον;
Εγύρισε προς τον τοίχον και ήρχισε να ψάλλει χαμηλοφώνως το δοξαστικόν της ενάτης ώρας των Θεοφανείων: «Την χείραν σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου, έπαρον υπέρ ημών προς αυτόν Βαπτιστά…».
Ω ναι, ήτο η φωνή του κυρ-Αλέξανδρου…που έγινε ένα με τον άνεμον και περιέτρεχεν τα οδούς και τας ρύμας της μικράς πολίχνης, εν είδει αποχαιρετισμού.
Η νυξ προέκοψεν και τότε ο κυρ-βοριάς εκόπασε αισθητώς. Μία γολέττα ήτο σηκωμένη στα πανιά κι έτοιμη να βγει εκ του λιμένος.Μία βόσκουσα φώκη εκεί πλησίον, ήκουσε προφανώς το μοιρολόγι της γραίας Φραγκογιαννούς και το εσυντρόφευσε και αυτή. Ο αέρας τώρα έπνεε ηρέμα και η λαμπάδα μέσα στο πρεσβυτέριο, προ της εικόνος της γλυκοφιλούσης εσβύστη. Το λάδι είχεν σωθεί εις την κανδήλαν.
Ο κυρ-Αλέξανδρος εσταύρωσε τας χείρας και έγειρε την κεφαλήν ως εις αγκάλην τινά. Ο ύπνος ήλθεν γλυκύς, ήτο όμως ένας ύπνος άνευ ονείρων. Ένας ύπνος όχι εις την αγκάλην του Μορφέως, αλλ΄εις την αγκάλην του δικαίου Κριτού, του Παλαιού των ημερών, του Τρισαγίου, όστις αναστάς εκ νεκρών απαρχή των κεκοιμημένων εγένετο.
Καλή σου νύχτα κυρ-Αλέξανδρε.
Απόσπασμα από το κείμενο του κ.Τρύφωνα Τσομπάνη, Αναπλ. Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ
«Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»:
112 χρόνια από την κοίμησή του
(με τη γλώσσα του κυρ-Αλέξανδρου)


https://www.pemptousia.gr/2022/01/mnimonevete-alexandro-papadiamanti-111-chronia-apo-tin-kimisi-tou-me-ti-glossa-tou-kir-alexandrou/?fbclid=IwAR3xI2_0zTeWsYnYRrsP2b8ZgjDQEjbPEyk3y8wmCx4zGamemWd7yfBBMn8

Thursday, December 15, 2022

Το χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη

Πήγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα γραφεία της εφημερίδας
«Ἀκρόπολις» για να παραδώσει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα. Ο Σταμάτης Σταματίου δεν τον αναγνώρισε και μάλιστα σχημάτισε την εντύπωση ότι ήταν κάποιος άπορος που πήγε να πάρει τις δέκα δραχμές για τα Χριστούγεννα, όπως όλοι οι φτωχοί της εποχής. Ο Παπαδιαμάντης τις πήρε, αλλά ήθελε να δώσει και το κείμενό του. Ακολουθεί ο χαρακτηριστικός διάλογος, όπως τον κατέγραψε ο Σταματίου:
– Κι᾿ αὐτά τί νά τά κάμω; Δέν τά θέλετε;
Καί μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πώς ἦταν πιστοποιητικά ἀπορίας.
– Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, εμᾶς δέν μᾶς χρειάζονται.
Ἐσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε, σκυφτός νά φύγῃ, ξαναγύρισε.
– Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγώ μέ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ;
– Δέν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τόν λόγον σας. Χριστούγεννα εἶναι τώρα.
– Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν πάρετε αὐτά, ἐγώ δέν μπορῶ νά πάρω χρήματα.
– Μά δέν τά παίρνετε ἐσεῖς τά χρήματα, σᾶς τά δίνουμε ἐμεῖς!…
– Έ, τότε, πᾶρτε κι᾿ ἐσεῖς ἐτοῦτα πού μοῦ τά ζητήσατε.
Καί τά ἄφησε σιγά καί μαλακά ἀπάνω στό τραπέζι.
Ἐσκέφθηκα, μήπως τοῦ ζήτησε τίποτα πιστοποιητικά τό λογιστήριο.
– Μά τί εἶναι, ἐπί τέλους αὐτά, τοῦ λέω, πού πρέπει ἀπαραιτήτως νά τά πάρουμε;
– Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων, πού μοῦ ἐζητήσατε.
– Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων… καί ποιός εἶσθε σεῖς;
– Ο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
– Ο ἴδιος;
– Ο ἴδιος καί ὁλόκληρος!
Ἔπεσε τό ταβάνι καί μέ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπό τά χέρια μου, ὅλα ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σάν νά στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νά συνέλθω.
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αὐτός ὁ πρίγκηψ τῶν Ἑλλήνων λογογράφων, πού τόν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμάτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καί μεγαλοπρέπεια, αὐτός!… Αὐτὸς ὁ μαλακός, ὁ καλός, ὁ δειλός, ὁ φοβισμένος, καί τσαλακωμένος ἄνθρωπος, πού στεκότανε μέ συστολή μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!…
Αὐτός, πού μᾶς ἔδωκε γλύκες πνευματικές καί συγκινήσεις ψυχικές, πού ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι᾿ ἐζωντάνεψε, ἐμπρός μας, ἀνθρώπους μακρυνούς κι᾿ ἀγνώστους, πού τούς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σάν νά περάσαμε μιά ζωή μαζί, αὐτός σέ μιά τέτοια κατάστασι, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!…
Τοῦ ἕσφιξα τό χέρι χωρίς νά ἠμπορῶ οὔτε μιά λέξι νά προφέρω. Ἀπό τήν ταραχή μου καί τή σαστιμάρα μου οὔτε τό φῶς δέν ἄναψα. Αἰσθάνθηκα ἕνα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγῃ τό δικό μου καί τόν ἔχασα μέσα εἰς τό σκοτάδι… Ἔμεινε ὅμως πίσω μιά μοσχοβολιὰ κηριοῦ πού λυώνει ἐμπρός στίς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπό τοῦ καντηλιοῦ τό σβύσιμο, κάτι ἀπό θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνό πολύ…

https://www.facebook.com/groups/16813757645/?hoisted_section_header_type=recently_seen&multi_permalinks=10162160281112646

Tuesday, March 8, 2022

Γιατί σκοτώνουν, Κύριε; -Γιώργος Θεοτοκάς

Γιατί σκοτώνουν, Κύριε;

 ... Η εικόνα του Ιησού ζωντάνευε στα μάτια του ολό­δροση και άσπιλη, έλαμπε ελαφρότατα σαν μέσα από ένα φευγαλέο κύμα διάφανης άχνης. Μια απέραντη γλυκύτητα κατέβαινε στον κόσμο.

—       Κύριε, τραύλισε μέσα του ο Μανόλης Σκυριανός, Κύ­ριε, γιατί σκοτώνουν;

Η αγάπη, η ελεημοσύνη, η συγγνώμη της ψυχής του συγχωνευόντανε με τη γλυκύτητα του κόσμου. Στα τελευταία βάθη της απελπισίας, προαισθανότανε μια ευτυχία καινούρ­για. Μα δεν ήξερε, δεν μπορούσε πια να ξεχωρίσει αν ήταν ένα μήνυμα Θεού ή μια καινούργια αίσθηση της γήινης ζωής.

Η αιματωμένη εικόνα του Υιού του ανθρώπου σπαρτα­ρούσε μες σ' ένα ξεχείλισμα στοργής και χαράς.

— Γιατί σκοτώνουν, Κύριε; Γιατί τιμωρούν; Γιατί είμαι τόσο μοναχός; Γιατί όλη αυτή η δυστυχία;

—       Κάνε το χρέος σου, είπε το όραμα.

Ο κόσμος γέμισε γαλήνη.

Γιώργος Θεοτοκάς

(Αργώ)


* Μας το έστειλε ο π.Βασίλειος Χριστοδούλου



Sunday, January 3, 2021

Mνήμη Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη , 4 Μαρτίου 1851 - 3 Ιανουαρίου 191 — από τον Δημήτρη Μαυρόπουλο

 Τὸ διήγημα «Ἀγάπη στὸν κρεμνὸ» πρωτοδημοσιεύθηκε τὸ 1913, δύο χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Παπαδιαμάντη. Τὸ ἀπόσπασμα τῆς διήγησης τοῦ Γιαννιοῦ μᾶς δείχνει ὅτι ὁ Παπαδιαμάντης εἶχε τὸ χάρισμα νὰ καταργεῖ τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὸν πεζὸ καὶ ποιητικὸ λόγο – ὅλα τὰ γραπτά του νὰ εἶναι ποιήματα.

Μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἐπετείου τοῦ θανάτου του, 3 Ἰανουαρίου 1911, θυμίζω ὅτι κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κηδείας του χιόνιζε, καὶ τὸ φέρετρο ποὺ μεταφερόταν ξεσκέπαστο ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν στὰ Μνημούρια, στρώθηκε μὲ χιόνι, σὰν σάβανο. Τὴ συνθήκη αὐτὴ εἶχε περιγράψει ὁ ἴδιος στὸ διήγημα «Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια», ὅπου ὁ μπαρμπα–Γιαννιός, ὁ ἥρωας τοῦ διηγήματος, πεθαίνει σαβανομένος ἀπὸ τὸ χιόνι: «Καὶ ὁ μπαρμπα-Γιαννιὸς ἄσπρισεν ὅλος, κ᾽ ἐκοιμήθη ὑπὸ τὴν χιόνα, διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ γυμνὸς καὶ τετραχηλισμένος, αὐτὸς καὶ ἡ ζωή του καὶ αἱ πράξεις του, ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου»

Δημήτρης Μαυρόπουλος

Mε αφορμή την επέτειο του θανάτου του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη,
ο εκδότης του ΔΟΜΟΥ και των ΑΠΑΝΤΩΝ Δημήτρης Μαυρόπουλος διαβάζει απόσπασμα από το διήγημα "Αγάπη στον κρεμνό".


https://m.youtube.com/watch?v=2Q50BZUidlo&feature=youtu.be

Monday, February 17, 2020

Δύο ειδών συμφωνητικά


Θα ‘λεγε κανείς πως ο Χριστός ζητάει πολλά, πάρα πολλά. Για να τον ακολουθήσεις πρέπει «να αφήσεις» σπίτι, γυναίκα, αδέρφια, γονείς, παιδιά, κοπάδια, περιουσία, μέχρι και τους νεκρούς να τους αφήσεις άταφους.
Τόσο οι δαιμονισμένοι όσο και οι χριστιανοί είναι άνθρωποι προικισμένοι με το συναίσθημα του απείρου. Για τον χριστιανό κάθε κοσμικό είναι μαρτύριο. Αλλά ο Χριστιανισμός δίνει στον χριστιανό κάτι σαν αντάλλαγμα: του δινει εσωτερική ειρήνη για τη ζωή αυτή και υπόσχεση αιώνιας σωτηρίας για την άλλη ζωή. Ο διάβολος αντίθετα είναι πιο απαιτητκός. Σου ζητάει τη συνείδησή σου, τη γαλήνη σου, τον ύπνο σου, ζητάει να πουλήσεις φίλους, συγγενείς, σου ζητάει να υποκύψεις εντελώς σε όλα. Κι όλα αυτά χωρίς να σου προσφέρει τίποτα. Αντίθετα με το αίσθημα αξιοπρέπειας που σου προσφέρει ο Χριστός, ο διάβολος το μόνο που σου προσφέρει τελικα είναι η απαλπισία. Τι κέρδισε ο Ιούδας από τον διάβολο; Τίποτα. Προτίμησε την περιφρόνηση, τη θηλιά στο λαιμό του, και τι πήρε ως αντάλλαγμα; Ένα χαμόγελο του διαβόλου γεμάτο ικανοποίηση, διότι κατάφερε και πήρε άλλον έναν μαζί του.
Στους αγίους ο Χριστός ζητάει πολλά, όχι όμως τα πάντα, και κυρίως όχι χωρίς να τους προσφέρει κάτι. Νήστεψαν, αγρύπνησαν, αλλά την καρδιά και την ψυχή τους δεν την έχασαν.
Η συμφωνία που κλείνει ο άνθρωπος με τον διάβολο είναι συμφωνία με την οποία δέχεσαι να δώσεις χωρίς να πάρεις τίποτα. Ο διάβολος πληρώνει τον άνθρωπο δίνοντάς του απελπισία μαζί με όλα τα επακόλουθά της: πείσμα από το γεγονός ότι κατάλαβες πως σε ξεγέλασαν, ντροπή, αυτοκτονία, θάνατο. (Στον Ιούδα πρόσφερε και τριχιά για να αυτοκτονήσει).
... 
Όπως έλεγε ο Μπαλζάκ: «Η αγάπη που δε μεγαλώνει μέρα με την ημέρα είναι πάθος χωρίς καμιά αξία».



Νικολάε Στάινχαρτ, Το ημερολόγιο της ευτυχίας, εκδ. Μαϊστρος, σ.338-9 

Wednesday, January 15, 2020

Η αγάπη και ο θάνατος του σημαιοφόρου Χριστοφόρου Ρίλκε - εκδ. Ηριδνός - απόσπασμα









Ο ποιητής Κλαμπούντ είχε γράψει για τον Ρίλκε:
«Ο Ρίλκε είναι ένας καλόγερος ντυμένος με πορφυρό αντί σταχτί ράσο, και που αγαπά τη μακαριότητα του ουρανού, χωρίς να καταφρονεί τις χαρές τούτου του κόσμου.»



Saturday, February 16, 2019

H πλύστρα - Ισσάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ (1902-1991)



Η οικογένειά μας είχε πολύ περιορισμένες σχέσεις με τους χριστιανούς. Στην πολυκατοικία μονάχα ο θυρωρός ήταν χριστιανός. Τις Παρασκευές θα ’ρχότανε για φιλοδώρημα, το «βδομαδιάτικό» του. Στεκόταν στην πόρτα, έβγαζε το καπέλο του, και η μητέρα μου του έδινε έξι δεκάρες.
Εκτός από τον θυρωρό ήταν και οι χριστιανές πλύστρες που έρχονταν στο σπίτι να πάρουν για μπουγάδιασμα τα ρούχα μας. Η ιστορία μου είναι για μια απ’ αυτές τις πλύστρες.
Ήταν μια μικρόσωμη γυναίκα, γριά και μαραγκιασμένη. Όταν άρχισε να μας πλένει είχε κιόλας πατήσει τα εβδομήντα. Οι πεισσότερες εβραίες στην ηλικία της ήταν φιλάσθενες και ανήμπορες με το κορμί τσακισμένο. Όλες οι γερόντισσες στο δρόμο μας είχαν καμπουριάσει και στηρίζονταν σε μπαστούνι για να περπατήσουν. Αλλά αυτή η πλύστρα, έτσι μικρόσωμη και ξερακιανή καθώς ήταν, έκρυβε μέσα της μια αντοχή που ερχόταν από γενιές αγροτών προγόνων. Η μητέρα θα της μετρούσε μια στοίβα ρούχα που είχαν μαζευτεί από βδομάδες. Εκείνη θα σήκωνε τον βαρύ μπόγο, θα τον φόρτωνε στους στενούς ώμους της και θα οτν κουβαλούσε στον μακρύ δρόμο ως το σπίτι της. Έμενε στην οδό Κρομχάλνα κι αυτή, αλλά στην άλλη άκρη, κοντά στη συνοικία Βόλα. Πρέπει να ’τανε μισή ώρα περπάτημα.
Μας έφερνε τα ρούχα μετά από δυο περίπου βδομάδες. Η μητέρα μου δεν ήτανε ποτέ τόσο ευχαριστημένη από καμιά πλύστρα της. Το κάθε ασπρόρουχο άστραφτε σαν γυαλισμένο ασήμι. Καλοσιδερωμένο. Και δεν ήταν πιο ακριβή από τις άλλες. Αληθινός θησαυρός. Η μητέρα είχε πάντα έτοιμα τα χρήματα, γιατί ήτανε πολύ μακριά για τη γερόντισσα να ’ρχεται δεύτερη φορά.
Η μπουγάδα δεν ήταν εύκολη δουλειά εκείνον τον καιρό. Η γερόντισσα δεν είχε βρύση εκεί που έμενε κι έπρεπε να τραβάει νερό με την αντλία. Για να βγουν τα ασπρόρουχα τόσο καθαρά, έπρεπε να τα τρίψει καλά καλά στη σκάφη, να τα ραντίσει με σόδα και να τα αφήσει να μουσκεύουν, να τα ζεματίσει μετά σ’ ένα πελώριο λεβέτι, να τα κολλαρίσει, να τα σιδερώσει. Το κάθε ρούχο περνούσε από τα χέρια της δέκα φορές και παραπάνω. Και το στέγνωμα! Δεν μπορούσε να βγάλει έξω τα πλυμένα γιατί θα της τ’ άρπαζαν οι κλέφτες. Έπρεπε να τα κουβαλήσει στυμένα στη σοφίτα και να τα απλώσει στα σκοινιά. Τον χειμώνα κρουστάλιαζαν να σπάσουν άμα τ’ άγγιζες. Και πάντα γίνονταν φασαρίες με τις άλλες νοικοκυρές και τις πλύστρες που χρειάζονταν κι εκείνες τη σοφίτα. Μονάχα ο Θεός ήξερε τι έπρεπε να υποφέρει κάθε φορά που έβαζε πλύση.
Θα μπορούσε να ζητιανεύει στην πόρτα της εκκλησιάς ή να μπει σε ίδρυμα για άπορους ηλικιωμένους. Αλλά υπήρχε στη γερόντισσα μια περηφάνια χωρίς άλλο και η αγάπη για το μόχθο, που έχουν ευλογηθεί μ’ αυτή η χριστιανοί. Η γερόντισσα δεν ήθελε να γίνεται φόρτωμα κι έτσι σήκωνε το δικό της φορτίο.
Η μητέρα μου ήξερε λίγα πολωνικά, και η γερόντισσα κουβέντιαζε μαζί της για πολλά πράγματα. Εμένα με συμπαθούσε ιδιαίτερα και πήρε τη συνήθεια να λέει πως έμοιαζα με τον Χριστό. Αυτό το επαναλάμβανε κάθε φορά που ερχόταν, και η μητέρα σούφρωνε τα φρύδια και μουρμούριζε από μέσα της, ίσα που σάλευαν τα χείλη της: «Που να σκορπιστούν τα λόγια της στις ερημιές».
Είχε κι ένα γιο που ήταν πλούσιος. Δεν θυμάμαι τι δουλειά έκανε. Ντρεπόταν για τη μητέρα του, την πλύστρα, και ποτέ δεν πήγαινε να τη δει. Ούτε και της έδωσε ποτέ μια δεκάρα. Η γερόνττισσα το έλεγε αυτό χωρίς μνησικακία. Κάποια μέρα ο γιος παντρεύτηκε. Και φαίνεται πως είχε καλοπέσει. Το μυστήριο τελέστηκε σε μια εκκλησιά. Ο γιος δεν είχε προσκαλέσει τη γριά μητέρα του στην τελετή, μα εκείνη πήγε στην εκκλησιά και περίμενε στα σκαλοπάτια να δει το γιο της να στεφανώνεται «τη νεαρή κυρία». Δε θέλω να φανώ σοβινιστής, αλλά πιστεύω πως κανένας εβραίος δε θα φερότανε μ’ αυτόν τον τρόπο. Αλλά δεν έχω καμιά αμφιβολία πως, έτσι και το ’κανε αυτό, η μητέρα θα έσκουζε και θα οδυρόταν και θα ’στελνε τον καντηλανάφτη να τον φωνάξει για να δώσει εξηγήσεις. Κοντολογίς, οι εβραίοι είναι εβραίοι και οι χριστιανοί χριστιανοί.
Η ιστορία του άπιστου γιου έκανε στη μητέρα μου βαθιά εντύπωση. Μιλούσε για το θέμα αυτό βδομάδες και μήνες. Η προσβολή στη γερόντισσα πρόσβαλλε όλες τις μητέρες. Και η μητέρα μου αγανακτούσε. «Τι ωφελεί τάχα να κάνεις θυσίες για τα παιδιά σου; Η μάνα του στράγγισε στα πόδια της, κι αυτός δεν ξέρει τι θα πει καν αφοσίωση.»
Και θα άφηνε σκοτεινούς υπαινιγμούς πως πια δεν ήταν σίγουρη ούτε και για τα δικά της παιδιά: ποιος ξέρει τι ήταν ικανά να κάνουν μια μέρα; Ωστόσο, αυτό δεν την εμπόδιζε να ’χει αφιερώσει σε μας όλη τη ζωή της. Αν βρίσκονταν στο σπίτι τίποτα λιχουδιές, θα τις φύλαγε στην άκρη για τα παιδιά και θα σκαρφιζόταν κάθε λοήγς προφάσεις και αιτίες, ότι εκέινη δεν είχε τάχα όρεξη να δοκιμάσει. Ήξερε μάγια του παλιού καιρού και μεταχειριζόταν κάτι εκφράσεις που είχε κληρονομήσει από γενιές αφοσιωμένων γιαγιάδων και μανάδων. Αν κάποιο παιδί της παραπονιόταν πως πονούσε, εκείνη θα έλεγε: «Άμποτε εγώ να ’μαι το λίτρο σου κι άμποτε εσύ να ζήσεις πιότερο απ’ τα κόκαλά μου!» ή θα έλεγε: «Άμποτε να ’μαι εξιλασμός για το μικρότερο νυχάκι του χεριού σου.» Όταν τρώγαμε της άρεσε να λέει: «Με τις υγείες σας και μεδούλι μες στα κόκαλά σας!» Μια μέρα πριν από το νέο φεγγάρι μας έδινε κάτι σαν κουφέτο που είχαν να λένε ότι προλαβαίνει την ταινία. Αν μας έμπαινε σκουπιδάκι στο μάτι η μητέρα το ’παιρνε γλείφοντας το μάτι με τη γλώσσα της. Μας τάιζε ακόμη κάντιο για τον βήχα και από καιρό σε καιρό μας τραβούσε κοντά της να μας ξεβασκάνει. Αυτό δεν την εμπόδιζε να διαβάζει τα Καθήκοντα της καριδάς, τη Βίβλο της Διαθήκης, και άλλα σοβαρά φιλοσοφικά έργα.
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στην πλύστρα. Εκείνος ο χειμώνας ήταν βαρύς. Ένα φαρμακερό κρύο μάγγωνε τους δρόμους. Τι κι αν πυρώναμε τη σόμπα μας, τα παράθυρα σκεπάστηκαν με διχτυωτά πάχνης και στολίστηκαν με κρεμασίδια από πάγο. Το κάρβουνο ακρίβυνε, ο χειμώνας αγρίεψε τόσο που οι γονείς έπαψαν να στέλνουν τα παιδιά στο χέντερ, έκλεισαν και τα πολωνικά σχολεία.

Μια τέτοια μέρα η πλύστρα, κοντά ογδόντα χρονών τώρα πια, ήρθε στο σπίτι μας. Είχανε μαζευτεί μπόλικα ρούχα τις βδομάδες που πέρασαν. Η μητέρα της έδωσε ένα κύπελλο τσάι για να ζεσταθεί και λίγο ψωμί. Η γερόντισσα καθότανε σε μια καρέκλα της κουζίνας ριγώντας και τρέμοντας, και ζέσταινε τα χέρια της στο τσαγερό. Τα δάχτυλά της ήταν κομπιασμένα απ’ τη δουλειά, μπορέι κι από τα αρθριτικά. Τα νύχια είχαν ένα παράξενο ασπρουδερό χρώμα. Αυτά τα χέρια μιλούσαν για την επιμονή των ανθρώπων, για τή θέλησή τους να δουλεύουν όχι μόνο όσο η αντοχή κάποιου το επιτρέπει, αλλά και πέρα από τα όρια της δύναμής του. Η μητέρα μέτρησε τα άπλυτα κι έκανε έναν κατάλογο: αντρικές φανέλες, γυναικεία ζιπούνια, μακριά σώβρακα, σαλβάρια, μεσοφούστανα, καμιζόλες, κλύφια για τα πουπουλένια παπλώματα, μαξιλαροθήκες, σεντόνια, και οι κροσσωτοί των ανδρών. Ναι, η χριστιανή έπλενε ως και αυτά τα ιερά ενδύματα.
Ο μπόγος ήταν μεγάλος, μεγαλύτερος από τον συνηθισμένο. Όταν η γυναίκα τον έριξε στους ώμους της, τη σκέπασε ολόκληρη. Στην αρχή ταλαντεύτηκε, λες κι ήταν έτοιμη να πέσει, κάτω από το βάρος. Αλλά ένα πείσμα μέσα της σαν να της φώναζε: Όχι, δεν μπορείς να πέσεις. Ο γάιδαρος μπορεί να αφήσει τον εαυτό του να σωριαστεί κάτω από το φορτίο του, αλλά όχι η ανθρώπινη ύπαρξη, η κορώνα της δημιουργίας.
Ήταν τρομερό να βλέπεις τη γερόντισσα τρεκλίζοντας με το πελώριο ζαλίκι της, να ξεμακραίνει μέσα στο κρύο, εκεί που το χιόνι έπεφτε στεγνό σαν αλάτι και ο αέρας ήταν γεμάτος ψιλοκοσκινισμένους άσπρους στροβίλους σαν τελώνια που χόρευαν στην παγωνιά. Θα ’φτανε άραγε ποτέ η γερόντισσα στη Βόλα;

Χάθηκε από τα μάτια μας και η μητέρα αναστέναξε και προσευχήθηκε για κείνη.
Συνήθως μας έφερνε τα πλυμένα μετά από δυο ή το πολύ τρεις βδομάδες. Αλλά οι τρεις βδομάδες πέρασαν, ύστερα τέσσερις και πέντε, και από τη γερόντισσα ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Μείναμε χωρίς ασπρόρουχα. Το κρύο δυνάμωσε ακόμα περισσότερο. Τα τηλεφωνικά σύρματα ήτανε τώρα χοντρά σαν παλαμάρια. Τα κλαδιά των δέντρων φάνταζαν γυάλινα. Είχε πέσει τόσο πολύ χιόνι που μεριές μεριές οι δρόμοι σαν να φούσκωσαν. Σε πολλούς δρόμους μπορούσαν να γλυστρούν έλκηθρα σάμπως στις πλαγιές των λόφων. Οι πονόψυχοι άνθρωποι άναβαν φωτιές στους δρόμους για να ζεσταθούν οι αλήτες, και να ψήνουν, αν τους βρισκότανε, καμικά πατάτα.
Για μας η εξαφάνιση της πλύστρας ήταν σωστή καταστροφή. Χρειαζόμασταν καθαρά ρούχα. Δεν ξέραμε ούτε καν τη διεύθυνσή της. Το δίχως άλλο, είχε γονατίσει, είχε πεθάνει. Η μητέρα δήλωσε πως είχε ένα προαίσθημα όταν η γερόντισσα έφευγε από το σπίτι μας την τελευταία φορά, πως δε θα ξαναβλέπαμε ποτέ τα πράγματά μας. Βρήκε κάτι παλιές κουρελιασμένες φανέλες και τις έπλυνε, τις μπάλωσε. Κλαίγαμε και τα ασπρόρουχά μας και τη ρημαγμένη τη γερόντισσα, που είχε γίνει άνθρωπος δικός μας όλα αυτά τα χρόνια που μας υπηρέτησε τόσο πιστά.
Πάνω από δυο μήνες πέρασαν. Η παγωνιά υποχώρησε κι ύστερα ήρθε νέα παγωνιά, νέο κύμα ψύχους.  Ένα βράδυ, ενώ η μητέρα καθότανε κοντά στη λάμπα της μπαλώνοντας μια φανέλα, η πόρτα άνοιξε και μπήκε μια τουλούπα ατμού, το κατόπι της ένας γιγάντιος μπόγος. Κάτω από τον μπόγο παραπατούσε η γερόντισσα με το πρόσωπο άσπρο σαν από λινό σεντόνι. Μερικές τούφες από τα άσπρα της μαλλιά ξεγλιστρούσαν κάτω από το σάλι της. Η μητέρα έμπηξε μια μισοτρομαγμένη φωνή. Ήταν σαν να ’χε μπει στο δωμάτιο κάποιο πτώμα. Έτρεξα στη γερόντισσα και τη βοήθησα να ξεφορτωθεί το δέμα της. Ήταν ακόμα πιο ξερκιανή τώρα, πιο καμπουριασμένη. Το πρόσωπό της είχε γίνει πετσί και κόκαλο, το κεφάλι της κουνιόταν πέρα – δώθε σάμπως να ’λεγε όχι. Δεν μπορούσε να αρθρώσει καθαρά ούτε μια λέξη, παρά μονάχα κάτι ψέλλιζε με το βουλιαγμέο στόμα της και τα ωχρά χείλη.
Όταν η γερόντισσα συνέφερε λιγάκι, μας είπε πως είχε πέσει άρρωστη, πολύ άρρωστη. Τι αρρώστια έπαθε ακριβώς δεν μπορώ να θυμηθώ. Ήταν τόσο άσχημα, που κάποιος φώναξε γιατρό, κι ο γιατρός έστειλε για παπά. Κάποιος ειδοποίησε τον γιο, κι εκέινος έδωσε χρήματα για το φέρετρο και για την κηδεία. Μα ο Παντοδύναμος δεν ήθελε ακόμα να πάρει την τυραννισμένη αυτή ψυχή κοντά του. Άρχισε να αισθάνεται καλύτερα, έγιανε, και μόλις μππόρεσε πάλι να σταθεί στα πόδια της, ξανάπιασε να πλένει. Όχι μονάχα τα δικά μας, αλλά και κάμποσων άλλων οικογενειών.
«Δεν μπορούσα να βρω ησυχία στο κρεβάτι μου, και η αιτία ήταν αυτά τα άπλυτα» εξήγησε η γερόντισσα. «Τα άπλυτα δεν με άφηναν με κανέναν τρόπο να πεθάνω.»

«Με τη βοήθεια του Θεού, θα φτάσεις τα εκατόν είκοσι» είπε η μητέρα μου ευχετικά.
«Θεός φυλάξοι! Τι να την κάνω τόσο μακριά ζωή; Η δουλειά γίνεται όλο και πιο σκληρή –μ’ αφήνει η αντοχή μου- δε θέλω να είμαι βάρος σε κανέναν!»
Η γερόντισσα έγρουξε και σταυροκοπήθηκε και σήκωσε τα μάτια της στον ουρανό. Ευτυχώς υπήρχαν λίγα χρήματα στο σπίτι και η μητέρα την πλήρωσε. Είχα ένα παράξενο αίσθημα: τα νομίσματα στα αποσταμένα χέιρα της γεόντισσα έδειχναν τόσο κουρασμένα και καθαρά και ευλαβικά όσο κι εκέινη. Φύσηξε πάνω στα νομίσματα και τα έδεσε σε ένα μαντήλι. Ύστερα έφυγε με την υπόσχεση πως θα ’ρθει πάλι σε μερικές βδομάδες να πάρει νέο φορτίο άπλυτα.
Αλλά δεν ξαναφάνηκε ποτέ. Τα πλυμένα που είχε φέρει ήταν η τελευταία της προσπάθεια πάνω στη γη. Είχε οδηγηθεί από την ανίκητη θέλησή της να επιστρέψει στον κάθε κάτοχο τα υπάρχοντά του, να εκπληρώσει το χρέος που είχε αναλάβει.
Και τώρα πια το σώμα, που από καιρό δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα σπασμένο όστρακο, μονάχα από τη δύναμη της τιμής και του καθήκοντος συγκρατημένο, έπεσε. Η ψυχή πήγε στα μέρη εκείνα όπου ανταμώνουν όλες οι άγιες ψυχές, αδιάφορο ποιους ρόλους έπαιξαν πάνω στη γη, σε πιοια γλώσσα, με ποια πίστη.
Δεν μπορώ να φανταστώ την Εδέμ χωρίς αυτή την πλύστρα. Ούτε μπορώ να συλλάβω έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει ανταμοιβή για μια τέτοια προσπάθεια.





  * Γλυπτό - Η πλύστρα: Καπράλος Χρήστος 1909-1993) Πωρόλιθος
* Το κείμενο μας το έστειλε ο π.Βασίλειος Χριστοδούλου σε μορφή αρχειου pdf και εγώ το αντέγραψα σε μορφή word προκειμένου να το ανεβάσω στο blog μου.

Thursday, January 3, 2019

Η επεισοδιακή συνάντηση του Βάρναλη με τον Παπαδιαμάντη


Ο Κώστας Βάρναλης χαρακτήρισε τον Παπαδιαμάντη «μεγαλύτερο νεοέλληνα συγγραφέα»  και ως τον μόνο «που μπορεί κανείς να τον διαβάζει και πάντα να τόνε βρίσκει νέον κι αναπάντεχο», και τον υπερασπίστηκε απέναντι σε  επικρίσεις για τη γλώσσα του: «Οι ήρωές του, άνθρωποι του λαού μιλούνε σ' όλα του τα διηγήματα τη γλώσσα του λαού». 
Η πρώτη τους συνάντηση (όπως θα δείτε παρακάτω) ήταν επεισοδιακή και στον Παπαδιαμάντη κάθε άλλο παρά καλή εντύπωση άφησε ο νεαρός τότε Βάρναλης… Δεν στάθηκε όμως καθοριστική για τη μετέπειτα γνωριμία τους. «Ο κυρ Αλέξανδρος, ο πράος άνθρωπος με τη μεγάλη χριστιανική καρδιά, την κοσμοφοβία του, την αγάπη του για τα ταπεινά πλάσματα του θεού και τους λαϊκούς ανθρώπους, με το κανελί πανωφόρι του, το μπαστούνι του, το σκληρό καπέλο του, τη διχαλωτή κοντή γενειάδα του και τα ήμερα (δυσανάγνωστη λέξη) μάτια, περνά ανάμεσα στα πλάσματα της φαντασίας μας και τραβά ίσια για το εικονοστάσι της καρδιάς μας να καθίσει με σταυρωμένα χέρια και με κλειστά μάτια, σαν άγιος στο τέμπλο της εκκλησιάς, ψιθυρίζοντας τα αγαπημένα του «τραγούδια του θεού». Κάπως έτσι σώζεται στη φαντασία των νεώτερων γενιών η ειδή του Παπαδιαμάντη. Ασκητικός, πτωχαλαζών, αμίλητος με την ακινησία βυζαντινής τοιχογραφίας.» Αυτές οι γραμμές του Τάσου Βουρνά στην Επιθεώρηση Τέχνης προλόγιζαν την αναφορά του περιοδικού στην πεντηκοστή επέτειο από το θάνατο του σπουδαίου λογοτέχνη και θεμελιωτή του νεοελληνικού διηγήματος Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που έφυγε απ’ τη ζωή στις 3 Γενάρη του 1911.
Ο Τ. Βουρνάς με αφορμή την επέτειο θανάτου του Παπαδιαμάντη συνάντησε για λογαριασμό της «Επιθεώρησης Τέχνης» τον Μάρκο Αυγέρη (γιατρός, ποιητής, θεωρητικός και κριτικός της λογοτεχνίας ― περισσότερα για τον ίδιο μπορείτε να δείτε εδώ), ο οποίος του μίλησε για τη γνωριμία του με τον σπουδαίο λογοτέχνη και για τη φιλική σχέση που δημιουργήθηκε ανάμεσά τους. Μεταξύ άλλων ο Αυγέρης διηγείται με τρόπο γλαφυρό και πώς ο Βάρναλης με την «ασεβή» συμπεριφορά του εξόργισε τον Παπαδιαμάντη.
Κατά τη μεταγραφή κάποιες δυσανάγνωστες λέξεις (ευτυχώς λίγες) παραλήφτηκαν.
«Πώς τον γνώρισα; Το θυμούμαι σαν και τώρα. Ήταν στα 1905. Νεαρός τότε φοιτητής, είχα έρθει τον προηγούμενο χρόνο στην Αθήνα και η μεγαλύτερη επιθυμία μου ήταν να γνωρίσω τον Παπαδιαμάντη που τον ήξερα από το έργο του και από τη φωτογραφία του Νιρβάνα, δημοσιευμένη στα «Παναθήναια». Ανέβηκα πολλές φορές στη Δεξαμενή, αλλά δεν στάθηκα τυχερός. Ώσπου ένα σούρουπο βροχερό, με δυνατό άνεμο που ξεμάλλιαζε τις πελώριες λεύκες της Δεξαμενής, τον πέτυχα. Μπαίνοντας στο καφενείο του κυρ Γιάννη τον είδα να κάθεται στο μισοσκόταδο τυλιγμένος στο παλτό του, με το μπαστούνι ανάμεσα στα γόνατά του και το πηγούνι στηριγμένο στη λαβή του μπαστουνιού που έμοιαζε με πατερίτσα ιερατική.
― Αυτός είναι ο Παπαδιαμάντης, μου ψιθύρισαν. Ένιωσα ένα ιερό δέος σα να έβλεπα κάτι το υπερφυσικό. Μέσα στη βροχή και τον άνεμο μου φάνηκε σαν μαύρο πουλί, διωγμένο από την καταιγίδα, που ήρθε ν’ απαγκιάσει στο φτωχό καφενεδάκι.
Αυτή ήταν η πρώτη μου εντύπωση. Τις επόμενες μέρες με παρουσίασαν στον Παπαδιαμάντη ο Κονδυλάκης κι ο Βλαχογιάννης. Με δέχτηκε με ευμένεια και καλοσύνη. Αν και πολύ νέος ήμουν γνωστός κιόλας στους φιλολογικούς κύκλους από το δράμα μου «Ανάμεσα στους ανθρώπους» που είχε παίξει στη Νέα Σκηνή ο Χριστομάνος εκείνη τη χρονιά. Ο Ξενόπουλος και ο Τσακόπουλος είχαν γράψει πολύ επαινετικά για το έργο μου κι ο Παπαδιαμάντης τάχε διαβάσει.
Από τότε γίναμε φίλοι, ο πιτσιρίκος εγώ κι αυτός ο φτασμένος. Του φερόμουν με σεβασμό και πάντα σύμφωνα με την τραυματισμένη ψυχολογία του, γι’ αυτό με συμπαθούσε και με καλούσε να τον συντροφεύω στο καφενείο της Δεξαμενής, χώρια βέβαια από την θορυβώδη και ασεβέστατη παρέα μου, που ο Παπαδιαμάντης την έβλεπε με κάποιο δέος.
Εκείνες τις μέρες έτυχε να γράψει στο «Άστυ» ο Μαλακάσης κάτι εντυπώσεις του ποιητικές από μια εκδρομή του στο παλάτι της δούκισσας της Πλακεντίας στην Πεντέλη. Ο Παπαδιαμάντης, που τον αγαπούσε πολύ και ήθελε πάντα να τον προβάλλει, με ρώτησε το πρωί, καθώς πήγα να τον καλημερίσω στο καφενείο.
― Διάβασες το χρονογράφημα του Μίλτου στο «Άστυ»;
Δεν το είχα διαβάσει. Μούδωσε την εφημερίδα κι εγώ άρχισα να το διαβάζω. Όταν τελείωσα με ρώτησε:
― Ε, δεν είναι έκτακτο;
Δεν μου είχε πολυαρέσει. Ιδίως γιατί άρχιζε με κάτι αφόρητες γενικές. Από σεβασμό συμφώνησα μαζί του.
― Ωραίο είναι!
Εκείνη τη στιγμή φάνηκε ο Βάρναλης. Με τον Παπαδιαμάντη δεν είχε προσωπική γνωριμία, ούτε ταίριαζαν τα χνώτα τους.
― Τι διαβάζεις; με ρώτησε.
Τούδωσα το «Άστυ» τρέμοντας ότι θα πει οπωσδήποτε κάτι πειραχτικό. Και πραγματικά, αφού διάβασε στις πρώτες γραμμές τις απανωτές γενικές, αγανάχτησε!
― (Η ίδια δυσανάγνωστη λέξη επαναλαμβάνεται τρεις φορές)! έκανε κοροϊδευτικά, μου πέταξε την εφημερίδα και απομακρύνθηκε. Έπρεπε νάβλεπες εκείνη τη στιγμή τον Παπαδιαμάντη! Πρώτη και τελευταία φορά τον είδα έτσι οργισμένο.
― Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε τρέμοντας.
― Γνωστός μου…ψέλλισα…ποιητής!...
Ο Παπαδιαμάντης σηκώθηκε όρθιος και φώναξε:
― Ορίστε φίλε μου νέοι!... Τι ασέβεια!... και απομακρύνθηκε αγαναχτισμένος.
Αργότερα, βέβαια, γνωρίστηκε με το Βάρναλη και τον είχε δεχτεί κοντά του καθώς και τους άλλους «οργισμένους νέους», που όμως μπροστά στον Παπαδιαμάντη γίνονταν αμίλητα πρόβατα. Τόσο σεβασμό ενέπνεε η παρουσία του, ώστε κι αυτή η αδίστακτη μποεμαρία  της Δεξαμενής, που δε λογάριαζε τίποτε και θορυβούσε ως τα ξημερώματα, λούφαζε και τον άκουγε με θρησκευτική προσήλωση, τόσο αυτόν, όσο και τους φίλους του και συμπότες του ανθρώπους του λαού, που κάθονταν στο τραπέζι του ― ένα σοβατζή και μερικούς πηγαδάδες, καταπληκτικούς λαϊκούς τύπους με μεγάλη καρδιά και αφηγηματικό ταλέντο ανυπέρβλητο.



http://stithaghi.blogspot.com/2017/01/blog-post_5.html






Wednesday, December 26, 2018

Κάποια Χριστούγεννα ο Παπαδιαμάντης.... (αληθινό περιστατικό)



''Πήγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στα γραφεία της εφημερίδας «Ἀκρόπολις» για να παραδώσει ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα. Ο Σταμάτης Σταματίου (Στὰμ Στὰμ) δεν τον αναγνώρισε και μάλιστα σχημάτισε την εντύπωση ότι ήταν κάποιος άπορος που πήγε να πάρει τις δέκα δραχμές για τα Χριστούγεννα, όπως όλοι οι φτωχοί της εποχής. Ο Παπαδιαμάντης τις πήρε, αλλά ήθελε να δώσει και το κείμενό του. Ακολουθεί ο χαρακτηριστικός διάλογος στο πολυτονικό της καθαρεύουσας, όπως τον κατέγραψε Στ. Σταματίου:
«-Κι᾿ αὐτὰ τί νὰ τὰ κάμω; Δὲν τὰ θέλετε;
Καὶ μοῦ ἔδειχνε κάτι χαρτιά. Νόμισα πὼς ἦταν πιστοποιητικὰ ἀπορίας.
–Κράτησέ τα, τοῦ εἶπα, ἐμᾶς δὲν μᾶς χρειάζονται.
Ἐσείστηκε, λυγίστηκε ὀλίγο, ἔκανε, σκυφτὸς νὰ φύγῃ, ξαναγύρισε.
–Τότε ἀφοῦ δὲν σᾶς χρειάζονται αὐτά, ἐγὼ μὲ τί δικαίωμα θὰ πληρωθῶ;
–Δέν πειράζει, ἀρκούμεθα εἰς τὸν λόγον σας. Χριστούγεννα εἶναι τώρα.
–Ναί, ἀλλὰ ἂν δὲν πάρετε αὐτά, ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ πάρω χρήματα.
–Μά δὲν τὰ παίρνετε ἐσεῖς τὰ χρήματα, σᾶς τὰ δίνουμε ἐμεῖς!...
–Έ, τότε, πᾶρτε κι᾿ ἐσεῖς ἐτοῦτα ποὺ μοῦ τὰ ζητήσατε.
Καὶ τὰ ἄφησε σιγὰ καὶ μαλακὰ ἀπάνω στὸ τραπέζι. Ἐσκέφθηκα, μήπως τοῦ ζήτησε τίποτα πιστοποιητικὰ τὸ λογιστήριο.
–Μά τί εἶναι, ἐπὶ τέλους αὐτά, τοῦ λέω, ποὺ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ τὰ πάρουμε;
–Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων, ποὺ μοῦ ἐζητήσατε.
–Τό διήγημα τῶν Χριστουγέννων... καὶ ποιὸς εἶσθε σεῖς;
–Ο Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης!
–Ο ἴδιος;
–Ο ἴδιος καὶ ὁλόκληρος!
Ἔπεσε τὸ ταβάνι καὶ μὲ πλάκωσε, ἡ πέννα ἔφυγε ἀπὸ τὰ χέρια μου, ὅλα ἐκεῖ μέσα, εἰκόνες, καρέκλες, βιβλία, ἐφημερίδες, σὰν νὰ στροβιλίσθηκαν γύρω μου καὶ ἔκανα ὥρα νὰ συνέλθω.
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αὐτὸς ὁ πρίγκηψ τῶν Ἑλλήνων λογογράφων, ποὺ τὸν φανταζόμουνα ἀκτινοβολοῦντα, γελαστόν, ὡραῖον, καλοντυμένον, εὐτυχῆ, γεμάτον ἐγωϊσμόν, ἀέρα καὶ μεγαλοπρέπεια, αὐτός!... Αὐτὸς ὁ μαλακός, ὁ καλός, ὁ δειλός, ὁ φοβισμένος, καὶ τσαλακωμένος ἄνθρωπος, ποὺ στεκότανε μὲ συστολὴ μαθητοῦ ἐπιμελοῦς, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!... Αὐτός, ποὺ μᾶς ἔδωκε γλύκες πνευματικὲς καὶ συγκινήσεις ψυχικές, ποὺ ἀνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς, κι᾿ ἐζωντάνεψε, ἐμπρός μας, ἀνθρώπους μακρυνοὺς κι᾿ ἀγνώστους, ποὺ τοὺς ἔκαμε δικούς μας, ἐντελῶς δικούς μας, σὰν νὰ περάσαμε μιὰ ζωὴ μαζί, αὐτὸς σὲ μιὰ τέτοια κατάστασι, ἐκεῖ ἐνώπιόν μου!... Τοῦ ἕσφιξα τὸ χέρι χωρὶς νὰ ἠμπορῶ οὔτε μιὰ λέξι νὰ προφέρω. Ἀπὸ τὴν ταραχή μου καὶ τὴ σαστιμάρα μου οὔτε τὸ φῶς δὲν ἄναψα. Αἰσθάνθηκα ἕνα τρεμουλιαστὸ χέρι νὰ σφίγγῃ τὸ δικό μου καὶ τὸν ἔχασα μέσα εἰς τὸ σκοτάδι... Ἔμεινε ὅμως πίσω μιὰ μοσχοβολιὰ κηριοῦ ποὺ λυώνει ἐμπρὸς στὶς ἅγιες εἰκόνες, κάτι ἀπὸ τοῦ καντηλιοῦ τὸ σβύσιμο, κάτι ἀπὸ θυμιατοῦ πέρασμα μακρυνό, μακρυνὸ πολύ...''



Πηγή Ελένη Μαρκάκη:

Sunday, April 1, 2018

Καλό ταξίδι, Φωτεινή....


Βγαίνοντας χθες από την τελευταία μας παράσταση του Αλησμόνητου Κήπου, πολλοί άνθρωποι μας περιμεναν στο φουαγιέ του Νιάρχος, για να μας μιλήσουν και οι περισσότεροι δακρυσμένοι... Με πλησίασε ένας πολύ όμορφος κύριος, του άρεσαν πολύ τα κείμενά μου, με ρώτησε αν είμαι συγγραφέας... του είπα πως έχω επικεντρωθεί στο παραμύθι... Τη Φωτεινή Φραγκούλη, με ρώτησε, την ξέρετε; Μα τι λέτε, του είπα, δεν θα ξέρω την Φωτεινή; Είναι η καλύτερη συγγραφέα της παιδικής λογοτεχνίας που έχουμε. Ήτανε, μου λέει... Ήτανε; Τι εννοείτε; Δεν είναι πια... Εγώ διάβασα τον επικήδειό της... Έμεινα κόκκαλο... Από τη μεγάλη χαρά της παράστασης που μόλις είχε τελειώσει, έπεσα σε ένα βαθύ βάραθρο...
Μία μόνο φορά τη συνάντησα. Ήμασταν το 2008 στα βραβεία Διαβάζω συνυποψήφιες, εκείνη με το Εφτά ορφανά μολύβια κι εγώ με το Παραμύθι της μουσικής. Όταν άκουσα πως παίρνει το βραβείο, γέμισα άπλετη χαρά. Την αναζήτησα στο τέλος και της είπα πως χάρηκα πολύ περισσότερο που το πήρε εκέινη παρά αν το έπαιρνα εγώ... συγκινήθηκε... Πέρασαν χρόνια κι εγώ διάβαζα ό,τι έβγαζε... Κάποτε γνωρίζω την Μυρσίνη που ήτανε φίλη της και της ζητάω το τηλέφωνο της Φωτεινής. Την παίρνω αμέσως... θαρρείς και με περίμενε... Ξέρεις πόσο συγγενείς είμαστε, με ρωτάει. Νομίζω πως ξέρω, της απαντώ... Για πες μου, λοιπόν, ποια είναι η συγγένειά μας, μου λέει. Το ποιητικό παραμύθι, της λέω. Και βέβαια, μου λέει, αυτό μπορει να το καταλάβει ο καθένας, αλλά έχουμε κι άλλη μια συγγένεια που μπορεί να μην την καταλάβει κανείς. Ποια; τη ρωτώ. Πιστεύουμε και οι δυο, μου λέει, στον Θεό. Εμείς ξέρουμε πως Εκείνος μας χαρίζει την αγάπη και την έμπνευση, ελπίζουμε σε Εκείνον, ξέρουμε πως όσο ψηλά κι αν φτάσουμε δεν είμαστε τίποτα μπροστά στο δικό Του μεγαλείο και πως όλα τα χρωστάμε σ' Αυτόν...Και συνεχίζει: το σπίτι μου, σπίτι σου... όποτε θέλεις να έρχεσαι να μένεις εδώ...
Τώρα, Φωτεινή μου, εσύ έβαλες πλώρη για τον Αλησμόνητο Κήπο... Η λογοτεχνία μας έμεινε εφτά φορές ορφανή... κι εγώ με μια σδερφή στον Παράδεισο... Ο Θεός να αναπαύει την πανέμορφη ψυχή σου... Καλή αντάμωση στο κοινό μας σπίτι...

Friday, February 16, 2018

Μια βραδιά καρναβαλιού με τον Γιώργο Ιωάννου, την Σαπφώ Νοταρά και τον Τσαρούχη -του Γιάννη Κοντού


Οι απόκριες άρεσαν πολύ στον Γιώργο Ιωάννου. 
Και από την άποψη του ξέφρενου γλεντιού (που πάντα φανταζότανε) και από την άποψη της λαογραφίας, που μελετούσε και ερευνούσε. Eτσι λοιπόν μια χειμωνιάτικη βραδιά του Φλεβάρη (η διήγησή μου θα έχει τη μορφή παραμυθιού, γιατί πέρασαν χρόνια και γιατί μερικά πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια είναι παραμυθένια), ήρθαν οι αποκριές. Η Αθήνα πάντα ωραία το χειμώνα, με αεράκι παγωμένο να κόβει μύτες και αφτιά. Μια νύχτα κρυστάλλινη με ψιλόβροχο, σ' ένα σπίτι στο Κολωνάκι έγινε σύναξη μεταμφιεσμένων. Μόνο που σε αυτές τις θεατρικές παραλλαγές, σκηνοθέτης και ενδυματολόγος ήτανε ο Γιάννης Τσαρούχης. Eδινε εντολές, οδηγίες και περιγραφές. 
Eτσι λοιπόν ο Γιώργος Μανιώτης έγινε για ένα βράδυ ο Μπαλζάκ, με ένα πολύ μυτερό κοτιγιόν, που ομοιοκαταληκτούσε με το βάρος του! Η Σαπφώ Νοταρά, κυρία με τις καμέλιες, με λευκά, με τούλια, με καπελάκι εποχής και τα απαραίτητα τσιγάρα Sante στο χέρι, να φουμάρει συνέχεια και σε τακτά διαστήματα να εκδηλώνει έναν επίμονο τσιγαρόβηχα. Ο Ιωάννου να μου λέει στο αφτί: «Τι τσιγάρα, Θεέ μου, τι τσιγάρα!». Η δε βραχνή και χαρακτηριστική φωνή της να δίνει και να παίρνει. Ο Αλέξης Σαβάκης, ναύτης νοσταλγικός. Η πάντα ωραία Αλίκη Γεωργούλη νοσοκόμα, με έναν πλαστικό πισινό, που όλο σήκωνε τη λευκή στολή για να φαίνεται και να προκαλεί ένα κύμα γέλιου όταν τον φανέρωνε με νάζι και σκέρτσο. 
Ο Γιώργος Ιωάννου από την προηγουμένη μάζευε ρούχα, παπούτσια, κάλτσες, περούκα, κραγιόν, πούδρες, χτενάκια, σκουλαρίκια και μολύβια για ψεύτικες ελιές. Του είχε πει, ο ζωγράφος: «Εσύ θα ντυθείς Πολίτισσα και θα τους φάμε όλους», με εκείνη τη φωνή τη χαμηλή και τόσο μουσική που όλοι αγαπούσαμε και περιμέναμε να μας απευθύνει το λόγο. Ο Γιώργος μού τηλεφωνούσε συνέχεια λέγοντας: «Δεν μπαίνουν οι κάλτσες, τα παπούτσια με χτυπάνε, κάνω δοκιμές με το κραγιόν και δεν τα καταφέρνω, δύο ή τρεις ελιές να κάνω;». Υπήρχε μια αγωνία και μια αθωότητα, σε όλη αυτή την προετοιμασία. Απ' ό,τι μου εξομολογήθηκε αργότερα, παιδευότανε δύο με τρεις μέρες να τα φέρει βόλτα, να σκηνοθετήσει πάνω του τα ρούχα. 
Ξέχασα να σας πω ότι ο Τσαρούχης μεταμορφώθηκε σε μια μαγική Μήδεια, έτοιμη για όλα με το μαχαίρι στο χέρι και φωνή σαν να βγαίνει από υποβολείο. Μου διηγείτο ο Γιώργος ότι κατευθυνόμενος στο σπίτι της συνάντησης αντάμωσε στο δρόμο μεταμφιεσμένο και τον ζωγράφο Γιάννη Μιγάδη. Μου έλεγε δε: «Τι κέφι, βρε παιδί μου, αυτός ο Μιγάδης! Μάλιστα χορέψαμε λίγο και στο δρόμο». Τέλος, ο Βασίλης Στεριάδης κι εγώ, ντυθήκαμε Τομ Σόγιερ σε σημείο να πει ο Τσαρούχης αδιάφορα: «Τι κοινοτοπία, τι επανάληψη, η επιλογή σας». 
Eγινε το πάρτι, γλεντήσαμε, χορέψαμε, τα είπαμε. Στον χορό, φυσικά, πρωτοστατούσε ο Ιωάννου και η φωνή της Σαπφούς τα σκέπαζε όλα με μια αχλή και ένα τράνταγμα! Τελείωσαν όλα, φύγαμε λίγο ζαλισμένοι. 
Με τα πόδια φτάσαμε στην πλατεία Κολωνακίου, ο γράφων και ο Γιώργος (Ιωάννου). Σταθήκαμε και μιλούσαμε και οι χαλκάδες στα αφτιά του Γιώργου φώτιζαν τη χειμωνιάτικη νύχτα. Περνάει ένα μηχανάκι και οι εποχούμενοι μας φώναξαν κάτι κοροϊδευτικό, ο Γιώργος μου λέει: «Μη δίνεις σημασία, είναι πράκτορες του...» (και ανέφερε ένα όνομα συγγραφέα που δεν τα είχαμε καλά τότε). Oπως εξομολογητικά, στο όρθιο, τα λέγαμε, του μίλησα για έναν σφοδρό έρωτά μου και μάλιστα δάκρυσα. Τότε έσκυψε και με φίλησε, λέγοντάς μου: «Μη στεναχωριέσαι, καλό μου, τα έχει η ζωή αυτά». Χωρίσαμε με φιλιά σταυρωτά και την υπόσχεση να βρεθούμε σύντομα. Εκείνος κατηφόρισε προς τα Εξάρχεια κι εγώ πήρα ταξί για το Κουκάκι που έμενα τότε. Eφτασα σπίτι και κοιτώντας στον καθρέφτη της τουαλέτας το πρόσωπό μου, είδα τα αποτυπώματα με το κραγιόν του Γιώργου. Για μια στιγμή φάντασα σαν κλόουν και με πήραν πάλι τα κλάματα. Yστερα έκλεισα το φως και κοιμήθηκα. 

Υ.Γ. Ποτέ δεν πήγα σε αυτό το πάρτι μεταμφιεσμένων, ξέρω τα καθέκαστα από διηγήσεις του Γιώργου (Ιωάννου) και του Γιώργου (Μανιώτη). Δεκέμβρης 2004. (Από την Καθημερινή). Πηγή: