Labels

Showing posts with label Ερμηνεία Ευαγγελικών περικοπών. Show all posts
Showing posts with label Ερμηνεία Ευαγγελικών περικοπών. Show all posts

Sunday, October 31, 2021

Κυριακή Ε΄ Λουκά (Λουκ. 16,19-31)

Εἶπεν ὁ Κύριος· 

19. Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς.

20. πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 

21. καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 

22. ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 

23. καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 

24. καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 

25. εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 

26. καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 

27. εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 

28. ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29. λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 

30. ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 

31. εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.



https://aerapatera.wordpress.com/2021/10/30/κυριακή-ε΄-λουκά-λουκ-1619-31/


Sunday, October 3, 2021

Κυριακή Β΄ Λουκά (Λουκ. 6,31-36)

 Εἶπεν ὁ Κύριος· 

31. καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. 

32. καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι.

33. καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. 

34. καὶ ἐὰν δανείζητε παρ’ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. 

35. πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε μηδὲν ἀπελπίζοντες, καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ ὑψίστου, ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. 

36. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.



https://aerapatera.wordpress.com/2021/10/03/κυριακή-β΄-λουκά-λουκ-631-36/

Sunday, May 11, 2014

Κυριακή του Παραλύτου - Ομιλία Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς





Ο συγκεκριμένος παράλυτος άνθρωπος ήταν πολύ-πολύ άρρωστος. Μια αρρώστια που κρατάει τριάντα οκτώ μέρες, στους ανθρώπους μοιάζει ατέλειωτη. Τί να πούμε τώρα για μια αρρώστια που κρατάει τριάντα οκτώ χρόνια; Το πόσο γρήγορα ή αργά περνάει η αρρώστια, εξαρτάται από τη δική μας στάση, από τη δική μας διάθεση. Οι χαρούμενες ώρες έχουν φτερά, περνάνε γρήγορα.
Οι ώρες του πόνου όμως είναι άπτερες, συχνά δεν έχουν ούτε πόδια και περνάνε πολύ αργά. Για έναν παράλυτο άνθρωπο, φαίνεται να ‘χει παραλύσει κι ο ίδιος ο χρόνος. Ο χρόνος για εκείνον μοιάζει ακίνητος, όπως είναι κι ο ίδιος. Αν το χρόνο αυτό των τριάντα οκτώ ετών τον πολλαπλασιάσεις τουλάχιστο με το τρία, θα πλησιάσεις περίπου το χρόνο του ανθρώπου που είναι υγιής, κινητικός, δημιουργικός και χαρούμενος. Ο παραλυτικός είχε ζήσει τόσο όσο ζει ο υγιής άνθρωπος, για έναν αιώνα, και μάλιστα κατάκοιτος, στο κρεβάτι του. Αντί να τον κυνηγάει ο χρόνος, τον κυνηγούσε αυτός, τον έσπρωχνε. Τί ηρωική υπομονή είχε ο άνθρωπος αυτός! Τί υπεράνθρωπες προσπάθειες θα κατέβαλε για να συρθεί ως την κολυμβήθρα τη στιγμή που ο άγγελος του Θεού τάραζε το νερό! Τί σταθερή ελπίδα είχε στη θεραπεία του από μέρα σε μέρα, από χρόνο σε χρόνο, ακόμα κι από δεκαετία σε δεκαετία! Μ’ όλο που ο άνθρωπος αυτός υπέφερε τόσο πολύ για τις αμαρτίες του, δεν μπορούμε παρά να τον θαυμάζουμε. Όταν τον φέρνουμε στο νου μας, δεν μπορεί παρά να σκεφτόμαστε τόσους αδύναμους χαρακτήρες -άνδρες και γυναίκες, νέους και νέες-  στις μέρες μας που, αν και υφίστανται πολύ λιγότερη πίεση, σηκώνουν τα χέρια τους, παραιτούνται από τη ζωή κι αναχωρούν για την άλλη αυτόχειρες.
«Θέλεις υγιής γενέσθαι;», τον ρώτησε ο μοναδικός φίλος που έσκυψε ποτέ κοντά του, στο κρεβάτι του, τα τριάντα οκτώ αυτά χρόνια. «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω», του απάντησε ο άρρωστος. Ο τυφλός έχει κάποιον οδηγό, ο ανάπηρος έχει συγγενείς, ο αδύνατος έχει φίλους. Εγώ δεν έχω κανέναν στον κόσμο ολόκληρο να με λυπηθεί και να με βάλει στο νερό τη στιγμή που παίρνει τη θεραπευτική δύναμη. Την ώρα που προσπαθώ να συρθώ στο νερό άλλος προλαβαίνει, μπαίνει πρώτος και θεραπεύεται κι εγώ πρέπει να ξανακάνω την ίδια επώδυνη προσπάθεια για να γυρίσω στο κρεβάτι μου. Κι αυτό γίνεται για τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια τώρα. Δεν έχω ούτε χρήματα ούτε υπηρέτη.

Ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους στην Ιερουσαλήμ, από τους άνεργους ως τους πλούσιους και δυνατούς, δεν υπάρχει ούτε ένας και μοναδικός για ν’ απλώσει το χέρι του και να σε βοηθήσει για χάρη της ψυχής του; Δεν μπορούσε τουλάχιστο να στείλει τον υπηρέτη του και να σε βοηθήσει; Όχι, ούτε ένας. Έπρεπε να ‘ρθει κάποιος Άνθρωπος από τη Γαλιλαία, να κάνει ένα τριήμερο και κουραστικό ταξίδι, την ώρα που πολλοί άνεργοι και χασομέρηδες γυρνούν ανέμελα στην πόλη μέρα νύχτα, λίγα μόλις μέτρα μακριά από το κρεβάτι σου; Υπάρχουν, Κύριε, πολλοί περπατούν κοντά μου, μα εγώ «άνθρωπον ουκ έχω». Κι υπάρχουν τόσο πολλοί ιερείς! Δες το ναό, απέναντι ακριβώς από το δρόμο. Αμέτρητοι ιερείς διαβάζουν το νόμο του Θεού και διδάσκουν τους ανθρώπους να δίνουν ελεημοσύνες. Και δε βρέθηκε κανένας τους να έρθει ή έστω να στείλει κάποιον για να σε βοηθήσει; Έτσι είναι, Κύριε. Εκεί στο ναό υπάρχουν πολλοί ιερείς. Εγώ όμως «άνθρωπον ουκ έχω». ‘Υπάρχουν πολλοί Ιουδαίοι, χιλιάδες χιλιάδων, που συνάχτηκαν στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή. Κανένας τους όμως δεν ενδιαφέρεται για έναν πονεμένο και ήσυχο άνθρωπο. Ενδιαφέρονται για το Σάββατο. Χιλιάδες χιλιάδων απ’ αυτούς ήρθαν μόνο για να προσευχηθούν και να προσκυνήσουν το Σάββατο, όπως οι πατέρες του προσκύνησαν τη χρυσή αγελάδα στην έρημο. Χιλιάδες χιλιάδων Ιουδαίοι, μα εγώ «άνθρωπον ουκ έχω».
Εδώ βρέθηκε ένας άνθρωπος, ο μοναδικός άνθρωπος! Έδώ είναι ο Κύριος, που αγαπά περισσότερο από το συγγενή και το φίλο, που υπηρετεί πιό πιστά από τον υπηρέτη. Δεν έκανε το μακρύ και κουραστικό ταξίδι από τη Γαλιλαία ως την Ιερουσαλήμ για το Σάββατο και τη γιορτή, αλλά για χάρη ενός πονεμένου άνθρωπου. Ήρθε ώστε με τα έργα του, κι όχι με λόγια, να καταγγείλει τη φοβερή έλλειψη αγάπης ενός λαού που τα αισθητήρια του έχουν αμβλυνθεί. Ο Άνθρωπος ήρθε για χάρη του ανθρώπου. «Λέγει αυτώ ο Ιησούς· έγει­ρε, άρον τον κράβαττόν σου και περιπάτει, και ευθέως εγένετο υγιής ο άνθρωπος, και ήρε τον κράβαττον αυτού και περιεπάτει» (Ιωάν. ε’ 8-9). Από τη στιγμή αυτή και προφανώς για πάντα, ο άγγελος σταμάτησε να έρχεται και να ταράζει το νερό στη Προβατική Κολυμβήθρα. Γιατί εμφανίστηκε ο Μεσσίας, ο Κύριος των αγγέλων, που θεραπεύει χωρίς μεσάζοντες. Ενόσω οι άνθρωποι βρίσκονταν κάτω από το Νόμο, υπηρέτες του Νόμου, ο Κύριος χρησιμοποιούσε τούς δούλους του. Τώρα που ήρθε η χάρη κι ο Νόμος ατόνησε, έρχεται ο ίδιος ο Κύριος κοντά στον άνθρωπο, όπως ο πατέρας στα παιδιά του. Ο ίδιος, με τα ίδια του τα χέρια, τους προσφέρει τις δωρεές του.
Ίσως ρωτήσει κάποιος: Γιατί ο Κύριος δεν έκανε στον άρρωστο άνθρωπο τη συνηθισμένη ερώτηση: Πιστεύεις; Γιατί δεν ερεύνησε να δει αν υπήρχε πίστη μέσα του, όπως έκανε με πολλούς άλλους; Μα η πίστη του ανθρώπου αυτού δεν ήταν ολοφάνερη; Τριάντα οκτώ χρόνια κείτονταν υπομονετικά σ’ ένα συγκεκριμένο τόπο, με την ελπίδα πως θα λάβει βοήθεια από τον ουρανό. Δεν πιστεύει μόνο στη θαυματουργική ενέργεια του αγγέλου του Θεού. Κατά κάποιο τρόπο πιστεύει και στον Κύριο Ιησού, μ’ όλο που δεν τον αποκαλεί Κύριο. Δεν είπε, «Ναι, Κύριε, θέλω να γίνω καλά, μα άνθρωπον ουκ έχω». Θα πρέπει με την ευκαιρία αυτή να θυμηθούμε πως ο Κύριος θεράπευσε πολλούς δαιμονισμένους και κωφάλαλους, χωρίς να τους ρωτήσει για την πίστη τους. Τους θεράπευσε απλά από αγάπη. Έτσι και στη Βηθεσδά τότε ο Κύριος ενήργησε από τη μια από αγάπη προς τον άνθρωπο που υπόφερε για τόσο μακρύ διάστημα, σ’ ένα περιβάλλον ελεεινό. Από την άλλη μεριά τώρα, έδρασε έτσι και μ’ ένα σκοπό· για να καταδείξει την έλλειψη αγάπης όχι μόνο των κατοίκων της Ιερουσαλήμ, αλλά όλων των ανθρώπων της εποχής, που έβλεπαν τον συνάνθρωπό τους να υποφέρει και δεν κουνάγανε το δαχτυλάκι τους για να βοηθήσουν. Και τέλος, ο Κύριος σκόπιμα θεράπευσε τον παραλυτικό ημέρα Σάββατο, αν και θα μπορούσε να το κάνει αυτό και Παρασκευή, αν ήθελε. Το έκανε αυτό για να καταγγείλει την ειδωλολατρική προσκύνηση των Ιουδαίων στην ημέρα του Σαββάτου. Να δείξει πως ο άνθρωπος αξίζει περισσότερο από το Σάββατο, πως η αγάπη αξίζει περισσότερο από οποιοδήποτε είδος νομικής τυπολατρείας. Η πράξη αυτή του Χριστού έχει τη μοναδική σφραγίδα του τρόπου που ενεργεί ο Θεός: να στοχεύσει σε πολλούς στόχους ταυτόχρονα.
(Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, «Αναστάσεως ημέρα»-απόσπασμα)


Η ευαγγελική περικοπή της ημέρας:

 http://aerapatera.wordpress.com/2014/05/11/κυριακή-του-παραλύτου-5/


Monday, April 28, 2014

Ο γερανός του έρωτα





Έχω αρκετό χρόνο για το ραντεβού μου, ή έτσι τουλάχιστον νομίζω γιατί αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί αυτό είναι κάτι που ποτέ δε γνωρίζουμε εκ των προτέρων και συχνά αποδεικνύεται πως δεν είχαμε καθόλου χρόνο και  μετανιώνουμε πικρά που σπαταλήσαμε τις στιγμές μας άδικα. Λέω να κάνω μια βόλτα στο παλιό λιμάνι, εκεί που τώρα είναι το Λιμενικό. Είναι ένα συννεφιασμένο μουντό απόγευμα, λεπτές ψιχάλες με χαϊδεύουν, διασχίζω τα παλιά μοναχικά κτίρια βαδίζοντας σ' ένα τοπίο άγνωστο. Αριστερά μου υψώνονται συρματοπλέγματα, δεν μπορώ να κατέβω μέχρι τη θάλασσα του Θερμαϊκού που λαχταρώ. 

Προχωρώ προσδοκώντας να βρω μια είσοδο, προχωρώ για ώρα που εξαιτίας της προσδοκίας μου μοιάζει αιώνας. Πάνω στα συρματοπλέγματα κάποια άλλα σύρματα τυλίγονται και ταμπέλες προειδοποιούν πως είναι ηλεκτροφόρα, κίνδυνος θάνατος. Όταν θα ήμουν πολύ μικρή και δε θα ήξερα να διαβάζω μπορεί και να τα ακουμπούσα εν αγνοιά μου, αν θα τα έφτανα, που μάλλον δε θα τα έφτανα. Όταν θα είχα μάθει ανάγνωση πάλι θα προσπαθούσα να τα ακουμπήσω γιατί δε θα πίστευα αυτό που γράφουν λόγω έλλειψης εμπειρίας της ηλεκτροπληξίας. Όταν θα ήμουν έφηβη μπορεί και να τους έριχνα κάποιο αντικείμενο ώστε να βεβαιωθώ πως λένε την αλήθεια. Λίγο μεγαλύτερη μάλλον θα μ' άφηναν παντελώς αδιάφορη γιατί ούτε που θα μ' ένοιαζαν τα ηλεκτροφόρα αυτά σύρματα. Τώρα όμως περπατώ ήσυχα, γνωρίζω πως πιθανότατα λένε αλήθεια οι ταμπέλες, χαμογελώ μ' αυτούς που θεώρησαν σκόπιμο να με τρομάζουν ή έστω να με προστατεύουν, τους δικαιολογώ, και συνεχίζω. Κάνω σχεδόν όλο τον κύκλο του λιμανιού μέχρι που βρίσκω μια διάπλατα ανοιχτή είσοδο και μπαίνω μέσα. Διαισθάνομαι πως απαγορεύεται να μπω, αλλά δεν το λέει πουθενά και δεν είναι και κανείς εκεί για να ρωτήσω, πράγμα που έτσι κι αλλιώς δε θα το 'θελα. Ακούω απ' το βάθος φωνές ανθρώπων που δε φαίνονται στον ορίζοντα. Προχωρώ  επιβραδύνοντας το βήμα μου. Ένα μικρό άσπρο αυτοκίνητο έρχεται προς το μέρος μου κι ο οδηγός κατεβάζει το παράθυρο και με ρωτά τι θέλω, αν ψάχνω κάτι. Απροετοίμαστη για ην ερώτηση απαντώ: θέλω μόνο να φωτογραφήσω τους γερανούς, μήπως δεν επιτρέπεται; Δεν ξέρω, μου απαντά, εδώ είναι το Λιμενικό, κανονικά απαγορεύεται, ρώτα κιόλας αν δεις κανέναν. Αυτά λέει και φεύγει. Εγώ συνεχίζω.

Εδώ είναι ένας άλλος κόσμος, ένας άλλος χρόνος, ένα τοπίο που σε κάνει να νιώθεις όμορφα μοναχικός σαν να κοιτάς τον εαυτό σου σε παμπάλαιη ασπρόμαυρη φωτογραφία περικυκλωμένος από ανθρώπους και σπίτια που δε ζούνε πια. Στίβες από παλιοσίδερα σαν χαλασμένα παιχνίδια αχρείαστα, σάπιες βάρκες που κάποτε θα γέμιζαν φρέσκα ψάρια και γέλια, μόχθο και θάνατο, εξαρτήματα σκουριασμένα από φαγάνες με τις οποίες θα έπρεπε να έπαιζαν κάποτε οι γίγαντες στις αμμουδιές πριν μπαζωθεί το λιμάνι. Το γεγονός ότι όλα αυτά δεν είναι στριμωγμένα, αλλά μέσα στον άπλετο χώρο το καθένα έχει τη δική του θέση στη μνήμη του τοπίου, τα κάνει όλα περισσότερο να μοιάζουν με έργα τέχνης μιας περασμένης ζωής, παρά με ευκαταφρόνητα παλιοσίδερα. 
Πλησιάζω τους γερανούς. Αυτά τα τόσο άχαρα, αλλά και τόσο γοητευτικά μηχανήματα που θα μπορούσαν να αναπαριστούν ανθρώπους σε πίνακα μεγάλου ζωγράφου. Αυτοί φαίνονται ζωντανοί, καινούριοι, λειτουργικοί, ακμαίοι. Έτσι φαίνονται, αλλά δε γνωρίζω αν είναι όπως φαίνονται. Οι γερανοί. Τόσο λεπτοί, σχεδόν από  αραχνούφαντο μέταλλο, κι όμως τόσο δυνατοί. Μπορούν να σηκώσουν το πιο βαρύ φορτίο. Να το πάρουν απ' τη γη και αργά, πάντα αργά, και ήσυχα, πάντα ήσυχα, να το σηκώσουν ως τον ουρανό και μετά να το αφήσουν μέσα σ' ένα πλοίο για να ταξιδέψει και σε κάποιο άλλο λιμάνι να το πάρει μετά άλλος γερανός, να το σηκώσει και πάλι, για να το κατεβάσει στον προορισμό του. Σαν τη ζωή και σαν τον έρωτα. Μήπως ζωή και έρωτας δεν είναι ένα και το αυτό; Ακριβώς έτσι, είτε ζωή το πεις, είτε έρωτα. Σε παίρνει απ' τη γη, απ' το χώμα σου, και σου δίνει φτερά, στα ουράνια σε πάει, μέχρι να σ' αφήσει εκεί που είναι η θέση σου, στο συγκεκριμένο πλοίο που πηγαίνει στον συγκεκριμένο προορισμό για να ταξιδέψεις με μπουνάτσες και μελτέμια μέχρι να φτάσεις. Πού να φτάσεις; Θα το μάθεις στο τέλος του ταξιδιού. Ίσως στο τέλος της ζωής σου. Εκεί που θα σε πάρει άλλος γερανός για να σε πάει ακόμα πιο πέρα. Μετά το τέλος της ζωής σου. Εσύ μόνο ένα πράγμα έχεις να κάνεις. Να είσαι παρών την ώρα που ο γερανός θα σε σηκώσει. Να είσαι παρών.

Σκέφτομαι τον απόστολο Θωμά. Στην πρώτη συναντηση των μαθητών με τον Χριστό, έλειπε. Απλώς έλειπε. Απουσίαζε. Δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν παρών. Δεν ήταν με τ' αδέρφια του. Για κάποιο λόγο, για κάποιους λόγους, οπωσδήποτε δευτερεύουσας σημασίας, δεν πήγε στη συνάντηση. Ήταν απών. Τι θα πει ήτανε απών; Θα πει πως έδωσε προτεραιότητα σε πράγματα ή ανθρώπους που στην καρδιά του ήταν σε δεύτερη θέση. Κι όταν ήρθε η ώρα να πιστέψει δυσκολεύτηκε. Δυσκολεύτηκε διότι είχε μείνει πίσω. Είχε μείνει μόνος. Ο γερανός είχε ήδη σηκώσει όλους τους άλλους κι αυτός τα έβλεπε όλα από μια απόσταση που θόλωνε το βλέμμα της καρδιάς του. Έχει δίκιο ο κυρ Νίκος ο Πεντζίκης. Αμαρτία είναι η απουσία από το παρόν. Ποιο είναι όμως τέλος πάντων αυτό το παρόν; Ποιο άλλο μπορεί να είναι απ' το κέντρο της καρδιάς μας; Αυτό που απόλυτα μας αφορά με τρόπο αδιαμφισβήτητο, που δίχως αυτό δε ζούμε, που δίχως αυτό πεθαίνουμε κι ύστερα αρχίζουμε ν' αμφιβάλλουμε για την ίδια τη ζωή και για την καρδιά μας την ίδια, για τον έρωτά μας τον μεγάλο, τον παμέγιστο. Παρ' όλα αυτά ο Θωμάς πήγε έστω σ' αυτή τη δεύτερη συνάντηση, δε δίστασε κι ας είχε γεμίσει αμφιβολίες. Δεν απελπίστηκε. Πήγε. Κι αφού δεν ακούμπησε εν τέλει τα σημάδια απ' τα καρφιά στα χέρια του Κυρίου του, γιατί πίστεψε αμέσως; Ήταν το φως. Το φως που έλαμψε μέσα απ' τις τρύπες του σώματος του Χριστού, το φως της Θεότητας που τον αγκάλιασε, τον πλημμύρισε κι ενώθηκε με το δικό του φως, το φως της καλής του προαίρεσης. Όταν ο Θωμάς δεν πήγε στην πρώτη συναντηση είχε κλείσει τα κενά του είναι του με προφάσεις που τον απομάκρυναν από το απόλυτο παρόν του. Πηγαίνοντας στη δεύτερη συνάντηση όμως, είχε ήδη ανοίξει τρύπες στις βεβαιότητές του, στο θωρακισμένο του σώμα, τρύπες στην ίδια του την απουσία, τρύπες στη δυσπιστία του. Γι' αυτό και του προσφέρθηκε γενναιόδωρα η απόδειξη που πλέον δεν του χρειαζόταν. Γι' αυτό και το Φως πέρασε μέσα του και σαν γερανός τον ύψωσε στον ουρανό της πίστης.

Φεύγω απ' το παλιό λιμάνι αφού τραβώ λίγες φωτογραφίες. Καθώς προχωρώ δεν έχω καμιά βεβαιότητα πως έχω χρόνο, μα δε με νοιάζει κιόλας. Τόσο που απουσίασα στο παρελθόν απ' τη ζωή μου, που προσπαθώ να δίνομαι άνευ όρων στο παρόν, μήπως μου συγχωρέσει κάποτε την απιστία μου. Και φτάνω στο ραντεβού μου ακριβώς στην ώρα μου. Αγαλλίαση. 



Παλιό Λιμάνι Porto Salonica from VasilikiNevrokopli on Vimeo.



Thursday, April 17, 2014

Η νύχτα της Γεθσημανής Ματθαίος 26, 36-46 Αλέξανδρου Κοσματόπουλου



«Τότε έρχεται μετ’ αυτών ο Ιησούς εις χωρίον λεγόμενον Γεθσημανή, και λέγει τοις μαθηταίς· καθίσατε αυτού έως ου απελθών προσεύξομαι εκεί. Και παραλαβών τον Πέτρον και τους υιούς Ζεβεδαίου ήρξατο λυπείσθαι και αδημονείν. Τότε λέγει αυτοίς ο Ιησούς· περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου· μείνατε ώδε και γρηγορείτε μετ’ εμού. Και προελθών μικρόν έπεσεν επί πρόσωπον αυτού προσευχόμενος και λέγων· πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ. Και έρχεται προς τους μαθητάς και ευρίσκει αυτούς καθεύδοντας, και λέγει τω Πέτρω· ούτως ουκ ισχύσατε μίαν ώραν γρηγορήσαι μετ’  εμού; Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν. Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής. Πάλιν εκ δευτέρου απελθών προσηύξατο λέγων· πάτερ μου, ει ου δύναται τούτο το ποτήριον παρελθείν απ’ εμού εάν μη αυτό πίω, γενηθήτω το θέλημά σου. Και ελθών ευρίσκει αυτούς πάλιν καθεύδοντας· ήσαν γαρ αυτών οι οφθαλμοί βεβαρημένοι. Και αφείς αυτούς απελθών πάλιν προσηύξατο εκ τρίτου τον αυτόν λόγον ειπών. Τότε έρχεται προς τους μαθητάς αυτού και λέγει αυτοίς· καθεύδετε το λοιπόν και αναπαύεσθε· ιδού ήγγικεν η ώρα και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδοται εις χείρας αμαρτωλών. Εγείρεσθε άγωμεν· ιδού ήγγικεν ο παραδιδούς με».
Μετά το μυστικό δείπνο ο Ιησούς και οι μαθητές του διαβαίνουν το χείμαρρο των Κέδρων με τα κόκκινα νερά απ’ τις θυσίες των ζώων, και έρχονται όπως συνήθιζαν στον τόπο με τις αρχαίες ελιές που λεγόταν Γεθσημανή, και στα εβραϊκά σημαίνει ελαιοτριβείο. Πλησίαζε πλέον η ώρα της εξουσίας του σκότους (Λουκ. 22, 53). 
Ο Ιησούς παραλαμβάνει τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη και απομακρύνεται απ’ τους υπόλοιπους σε απόσταση βολής λίθου. 
Αρχίζει να ταράζεται και να αδημονεί. «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου· μείνατε ώδε και γρηγορείτε μετ’ εμού», λέγει τους τρεις μαθητές. «Και προελθών μικρόν έπεσεν επί πρόσωπον αυτού προσευχόμενος». Την ώρα της δοκιμασίας εκείνο που εκφράζει την ψυχική του κατάσταση είναι μια φράση από τους ψαλμούς του Δαυίδ. Με την φράση αυτή είναι σαν να συνδέεται με τον αρχέγονο πόνο του ανθρώπου. Η βαθιά αυτή αίσθηση εκφράζεται καθαρότερα με κάτι που έχει ήδη ειπωθεί στις γραφές και ο Ιησούς επαναλαμβάνει, ακριβώς για να δώσει το βάθος της αίσθησης της οδύνης που τον διακατέχει. Δεν είναι μια δική του σκέψη που έρχεται εκείνη τη στιγμή στα χείλη, ένας στεναγμός  μόνο για την δοκιμασία που υφίσταται, αλλά μια απόκριση από τα βάθη των αιώνων, ζυμωμένη με την συνείδηση ενός ολόκληρου λαού: «΄Ινα τι περίλυπος ει, ψυχή, και ίνα τι συνταράσσεις με;» (Ψαλμ. 41,6). 
 Μέσα στην ατέλειωτη νύχτα στη Γεθσημανή ο Υιός του ανθρώπου καλείται να επωμισθεί μόνος εκείνος τις ανομίες ολόκληρης της ανθρωπότητας, και να φανερώσει την αγάπη του Θεού και Πατρός. «Πάτερ μου, ει δυνατόν εστι, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο· πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ’ ως συ». Ρήση που απηχεί τον ψαλμό του Δαυίδ (39,7-9), «Θυσίαν και προσφοράν ουκ ηθέλησας, σώμα δε κατηρτίσω μοι· ολοκαυτώματα και περί αμαρτίας ουκ ευδόκησας· τότε είπον· ιδού ήκω, εν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περί εμού, του ποιήσαι ο Θεός το θέλημά σου». Είναι η ώρα που σιγά πάσα σαρξ βροτεία. 

Τι άλλο μπορεί να είναι το θέλημα του Θεού παρά η γένεση της αγάπης στον κόσμο; Το «γενηθήτω το θέλημα σου» παραπέμπει σε μια γένεση, και όχι σε μια αναγκαστική υπακοή δούλου προς αφέντη. Και η γένεση αυτή δεν μπορεί παρά να είναι η γένεση της αγάπης. Αν λογαριάσουμε τη στάση του Ιησού ως συμπεριφορά ενός υπάκουου υιού ή ενός πάσχοντος δούλου, φοβάμαι πως πολύ απέχουμε από την οδύνη και την αγωνία της Γεθσημανής. Πώς μπορεί ο Θεός, ο οποίος αγάπη εστί, να επιθυμεί τον θάνατο του Υιού του ως απόρροια κάποιας νοσηρής έξης προς τον θάνατο; Ο Ιησούς δέχεται να πεθάνει. Όχι όμως από κάποια σκοτεινή βούληση του Πατρός, αλλά για να αλλάξει ο ρους της ζωής των ανθρώπων, για να γνωρίσει ο άνθρωπος την αλήθεια και να ζήσει. Αν υπάκουε τυφλά σε κάποια θεία εντολή, ο θάνατός του θα προερχόταν όχι από τους ανθρώπους, αλλά από τον Θεό. ΄Ομως ο λόγος του Ησαΐα (53,4) δίνει την απάντηση: «Ούτος τας  αμαρτίας ημών φέρει και περί ημών οδυνάται, και ημείς δε ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω και εν πληγή υπό Θεού και εν κακώσει». (Εκείνος φορτώθηκε τις αμαρτίες μας και για μας πονά, ενώ εμείς νομίσαμε ότι ήταν πληγές και κακοπάθειες που τον βρήκαν απ’ τον Θεό). 
Ο Ησαϊας αποκαλύπτει ότι ο θάνατος του Ιησού είναι από αγάπη και πόνο για τον άνθρωπο. Ο Χριστός υπακούοντας στο θέλημα του Πατρός ουσιαστικά υπακούει στο θέλημα της αγάπης, για να θριαμβεύσει η αληθινή ζωή. «Ημείς οίδαμεν ότι μεταβεβήκαμεν εκ του θανάτου εις την ζωήν, ότι αγαπώμεν τους αδελφούς∙ ο μη αγαπών μένει εν τω θανάτω. Πας ο μισών τον αδελφόν αυτού ανθρωποκτόνος εστίν, και οίδατε ότι πας ανθρωποκτόνος ουκ έχει ζωήν αιώνιον εν αυτώ μένουσαν» (Α΄ Ιωαν. 3, 14-15). Και για να συμβεί τούτο σε όλο το πλήρωμα του απερινόητου βάθους του, που καμιά ανθρώπινη λαλιά, καμιά γλώσσα δεν μπορεί να περιγράψει, ο Υιός αγαπάει άχρι θανάτου, ως τέλειος Θεός, όπως ο Πατέρας. 
Το να μην αγαπά κανείς τον αδελφό του δεν διαφέρει από να τον φονεύει. Η άρνηση του άλλου τείνει προς την αποπομπή και τον φόνο. Ο Ιησούς δίνει τη ζωή του για να εξέλθει ο άνθρωπος από την κατάσταση της άρνησης και απόρριψης του πλησίον, και να βγει από το φαύλο κύκλο που δεν οδηγεί παρά στο φόνο και στο θάνατο. Στον κήπο της Γεθσημανής ολοκληρώνεται η δωρεά της αγάπης που υπερέχει πάσης γνώσεως. Η αγάπη ως δωρεά του Πατρός δια του Ιησού Χριστού. 
Μετά από τους πειρασμούς στην έρημο ο σατανάς επανεμφανίζεται στο όρος των ελαιών ως λογισμός λιποψυχίας. Ο Ιησούς καλείται να αντιμετωπίσει τον πειρασμό και μάλιστα μπροστά στο ποτήριο του μαρτυρίου. Είναι η σύγκρουση με τις αρχές και τις εξουσίες, με τις δυνάμεις του σκότους εν τοις επουρανίοις, που διαφεντεύουν τούτο τον κόσμο. Αλλά δεν είναι μια σύγκρουση όπως θα την φανταζόμασταν, μια πάλη για το ποιος θα υπερισχύσει. Είναι η απόλυτη αδυναμία απέναντι στην απόλυτη δύναμη της εξουσίας. Και οι αρχές και οι εξουσίες ηττώνται, εκεί που ήταν βέβαιες ότι με την Σταύρωση του Δικαίου θριάμβευαν και απαλλάσσονταν απ’ αυτόν. Η κοσμική ισχύς ηττάται απ’ εκείνον που παραιτείται κάθε επίγειας ισχύος και εξουσίας. 
Τρεις φορές ο Ιησούς επιστρέφει στο σημείο που περίμεναν οι τρεις μαθητές του, και τρεις φορές τους βρίσκει να κοιμούνται. Και λέγει στον Πέτρο: «Ούτως ουκ ισχύσατε μίαν ώραν γρηγορήσαι μετ’ εμού;». Δεν είναι μόνο οι μαθητές που κοιμούνται, ολόκληρη η ανθρωπότητα είναι βυθισμένη στον ύπνο, και δεν υπάρχει κανένας Προφήτης για να την αφυπνίσει. Γι’ αυτό και ο Χριστός αγωνιά μέσα στον καθένα μας. Κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να αντέξει το μέγεθος της αγωνίας και της μοναξιάς του.  «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε, ίνα μη εισέλθητε εις πειρασμόν. Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής». ΄Εξω από την προσευχή και την εγρήγορση το κάθε βήμα είναι αβέβαιο, η κάθε στιγμή ανασφαλής. Η προσευχή, πέρα απ’ όλα τα φωνήματα, πέραν των φθόγγων, είναι στις πτυχές μιας σιγής που δεν γνωρίζουν μεταξύ τους οι άνθρωποι. Είναι η βαθιά εκείνη αναπνοή όπου περιέχεται η έσχατη επιθυμία του ανθρώπου να ενωθεί με τον Θεό Λόγο. Είναι το «γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου» (Λουκ. 1, 38). 
«Και γενόμενος εν αγωνία εκτενέστερον προσηύχετο. Εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Λουκ. 22,44). Από πού ξεκινά η ανείπωτη αγωνία του; Είναι ωσάν όλο το κακό που κυβερνά τον κόσμο να  ξεσπά επάνω του. Οι κολαφισμοί, τα ραπίσματα, οι εμπτυσμοί, το αγκάθινο στεφάνι και το φραγγέλιο, η σταύρωση, το όξος και η χολή στα χείλη, ο πνιγμός της αναπνοής, το τάνυσμα του σώματος, η αφόρητη δίψα, το άλγος όλων των μελών. Είναι ο Χριστός στην πιο ανθρώπινη στιγμή του, όπου το μέγεθος της ανθρωπότητάς του το μετρά η ίδια η αγωνία του. Ο Ιησούς εκείνη την ώρα δεν αντιπροσωπεύει την ανθρωπότητα, αλλά είναι η ανθρωπότητα. Η γεύση της οδύνης του Χριστού στη Γεθσημανή, που περιλαμβάνει την οδύνη όλης της ανθρωπότητας, διαρρηγνύει τα όρια της ατομικότητας. 
Η νύχτα της Γεθσημανής σηματοδοτεί την οριστική νίκη επί της ειδωλολατρίας, της ροπής των ανθρώπων να λατρεύουν είδωλα, να θυσιάζουν και να  θυσιάζονται γι’ αυτά. Εδώ τον λόγο έχει η αγάπη. «Μείζονα ταύτης αγάπη ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού» (Ιωαν. 15,13). Ο Ιησούς πεθαίνει για να ζήσει ο άνθρωπος. Στάση που στρέφεται ολοκληρωτικά προς τη ζωή και τον πλησίον. Ο θρίαμβος της ζωής που δεν έχει καμιά σχέση με το θάνατο. 
«΄Οτε ήμην μετ’ αυτών εν τω κόσμω, εγώ ετήρουν αυτούς εν τω ονόματί σου∙ ούς δέδωκάς μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο ει μη ο υιός της απωλείας, ίνα η γραφή πληρωθή. Νυν δε προς σε έρχομαι, και ταύτα λαλώ εν τω κόσμω ίνα έχωσι την χαράν την εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς» ( ΄Όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, τους φύλαξα με τη δύναμη του ονόματός σου, και κανείς τους δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, για να εκπληρωθούν οι γραφές. Τώρα έρχομαι προς εσένα, και λέγω αυτά ενώ είμαι ακόμη στον κόσμο για να έχουν τη δική μου χαρά μέσα τους σε όλη την πληρότητά της), λέγει στην τελευταία, πριν από την παράδοση στους γραμματείς και Φαρισαίους,  προσευχή του (Ιωαν. 17, 13). Η πληρότητα της χαράς του Ιησού, την οποία μαρτυρεί μέσα στον κόσμο και στην ιστορία, είναι η διάβαση προς τον Πατέρα, που μέσω του δικού του μαρτυρίου είναι πλέον δυνατή. 
Πρώτη έντυπη δημοσίευση περιοδικό Φρέαρ, τχ 6 (Απρίλιος-Μάρτιος) 2014, σελ. 241-243 


Saturday, April 12, 2014

Κυριακή των Βαϊων - Λόγος αγίου Γρηγορίου του Παλαμά



1. ε καιρό ευνοίας σε επήκουσα και σε ημέρα σωτηρίας σ' εβοήθησα", είπε ο Θεός δια του Ησαΐα (Ησ. 49,8). Καλό λοιπόν είναι να ειπώ σήμερα το αποστολικό εκείνο προς την αγάπη σας· «Ιδού καιρός εύνοιας, ιδού ημέρα σωτηρίας· ας απορρίψωμε λοιπόν τα έργα του σκότους και ας εκτελέσωμε τα έργα του φωτός, ας περιπατήσωμε με σεμνότητα, σαν σε ημέρα»(Βϳ Κορ. 6,2·Ρωμ. 13,12).
Διότι προσεγγίζει η ανάμνησις των σωτηριωδών παθημάτων του Χριστού και το νέο και μέγα και πνευματικό Πάσχα, το βραβείο της απαθείας, το προοίμιο του μέλλοντος αιώνος.

Και το προκηρύσσει ο· Λάζαρος που επανήλθε από τα βάραθρα του άδη, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς την τετάρτη ημέρα με μόνο τον λόγο και το πρόσταγμα του Θεού, που έχει την εξουσία ζωής και θανάτου, και προανυμνούν παιδιά και πλήθη λαού άκακα με την έμπνευση του θείου Πνεύματος αυτόν που λυτρώνει από τον θάνατο, που ανεβάζει τις ψυχές από τον άδη, που χαρίζει αΐδια ζωή στην ψυχή και το σώμα.

2. Αν λοιπόν κανείς θέλη ν' αγαπά τη ζωή, να ιδή αγαθές ημέρες, ας φυλάττη την γλώσσα του από κακό και τα χείλη του ας μη προφέρουν δόλο· ας εκκλίνη από το κακό και ας πράττη το αγαθό (Αϳ Πέτρ. 3,10ε. · Ψαλμ. 33, 13-15). Κακό λοιπόν είναι η γαστριμαργία, η μέθη και η ασωτία- κακό είναι η φιλαργυρία, η πλεονεξία και η αδικία· κακό είναι η κενοδοξία, η θρασύτης και η υπερηφάνεια. Ας αποφύγη λοιπόν ο καθένας τέτοια κακά και ας επιτελή τα αγαθά.

Ποιά είναι αυτά; Η εγκράτεια, η νηστεία, η σωφροσύνη, η δικαιοσύνη, η ελεημοσύνη, η μακροθυμία, η αγάπη, η ταπείνωσις. Ας επιτελούμε λοιπόν αυτά,για να μεταλάβωμε αξίως του θυσιασθέντος για χάρι μας αμνού του Θεού και ας λάβωμε από αυτόν τον αρραβώνα της αφθαρσίας για να τον φυλάξωμε κοντά μας σ' επιβεβαίωσι της υπεσχημένης προς εμάς κληρονομίας στους ουρανούς.

Αλλά είναι μήπως δυσκατόρθωτο το αγαθό και οι αρετές είναι δυσκολώτερες από τίς κακίες; Εγώ πάντως δεν το βλέπω· διότι περισσοτέρους πόνους υφίσταται από εδώ ο μέθυσος και ο ακρατής από τον εγκρατή, ο ακόλαστος από τον σώφρονα, ο αγωνιζόμενος να πλουτήση από τον ζώντα με αυτάρκεια, αυτός που επιζητεί ν' αποκτήση δόξα από τον διαγοντα σε αφάνεια· αλλ' επειδή λόγω της ηδυπαθείας μας οι αρετές μάς φαίνονται δυσκολώτερες, ας βιάσωμε τους εαυτούς μας· διότι ο Κύριος λέγει «η βασιλεία του Θεού είναι βιαστή και οι βιασταί την αρπάζουν»(Ματθ. 11,12).

3. Χρειαζόμαστε λοιπόν όλοι προσπάθεια και προσοχή, ένδοξοι και άδοξοι, άρχοντες και αρχόμενοι, πλούσιοι και πτωχοί, ώστε ν' απομακρύνωμε από την ψυχή μας τα πονηρά αυτά πάθη και αντί αυτών να εισαγάγωμε σ' αυτήν όλη τη σειρά των αρετών. Πραγματικά ο γεωργός και ο σκυτοτόμος, ο οικοδόμος και ο ράπτης, ο υφαντής και γενικώς ο καθένας που εξασφαλίζει τη ζωή του με τους κόπους και την εργασία των χεριών του, εάν αποβάλουν από την ψυχή τους την επιθυμία του πλούτου και της δόξας και της τρυφής, θα είναι μακάριοι· διότι αυτοί είναι οι πτωχοί για τους οποίους προορίζεται η βασιλεία των ουρανών, και γι' αυτούς είπε ο Κύριος, «μακάριοι είναι οι πτωχοί κατά το πνεύμα»(Ματθ. 5,3). Πτωχοί δε κατά το πνεύμα είναι αυτοί που λόγω του ακαυχήτου και αφιλοδόξου και αφιληδόνου του πνεύματος, δηλαδή της ψυχής, ή έχουν εκουσίαν και την εξωτερική πτωχεία ή την βαστάζουν γενναίως, έστω και αν είναι ακουσία. Αυτοί όμως που πλουτούν και ευημερούν και απολαύουν την πρόσκαιρη δόξα και γενικώς όσοι είναι επιθυμητοί αυτών των καταστάσεων θα περιπέσουν σε δεινότερα πάθη και θα εμπέσουν σε μεγαλύτερες, περισσότερες και δυσχερέστερες παγίδες του Διαβόλου· διότι αυτός που επλούτησε δεν αποβάλλει την επιθυμία του πλουτισμού, αλλά μάλλον την αυξάνει, ορεγόμενος περισσότερα από προηγουμένως. Έτσι και ο φιλήδονος και ο φίλαρχος και ο άσωτος και ο ακόλαστος αυξάνουν μάλλον τις επιθυμίες των παρά τις αποβάλλουν. Οι δε άρχοντες και οι αξιωματούχοι προσλαμβάνουν και δύναμι, ώστε να εκτελούν αδικίες και αμαρτίες.

4. Γι' αυτό είναι δύσκολο να σωθή άρχων και να εισέλθη στη βασιλεία του Θεού πλούσιος. «Πώς», λέγει, «μπορείτε να πιστεύετε σ' εμένα λαμβάνοντας δόξα από τους ανθρώπους και μη ζητώντας την δόξα από τον Θεό μόνο»(Ιω. 5,44); Αλλ' όποιος είναι εύπορος ή αξιωματούχος ή άρχων ας μη ταράσσεται· διότι μπορεί, αν θέλη, να ζήτηση τη δόξα του Θεού και να πιέση τον εαυτό του, ώστε ανακόπτοντας την προς τα χειρότερα ροπή να αναπτύξη μεγάλες αρετές και ν' απωθήση μεγάλες κακίες, όχι μόνο από τον εαυτό του, αλλά και από πολλούς άλλους που δεν θέλουν. Μπορεί πραγματικά όχι μόνο να δικαιοπραγή και να σωφρονή, αλλά και αυτούς που θέλουν ν' αδικούν και ν' ακολασταίνουν να τους εμποδίζη ποικιλοτρόπως, και όχι μόνο να παρουσιάζεται ο ίδιος ευπειθής στο ευαγγέλιο του Χριστού και στους κήρυκές του, αλλά και τους θέλοντας ν' απειθούν να τους φέρη σε υποταγή στην Εκκλησία του Χριστού και στους προϊσταμένους της κατά Χριστόν, όχι μόνο δια της δυνάμεως και εξουσίας που έλαβε από τον Θεό, αλλά και με το να γίνεται τύπος στους υποδιεστέρους σε όλα τα αγαθά· διότι οι αρχόμενοι εξομοιούνται με τον άρχοντα.

5. Χρειάζεται λοιπόν προσπάθεια και βία και προσοχή σε όλους μεν, αλλ' όχι εξ ίσου. Σ' αυτούς που ευρίσκονται σε δόξα, πλούτο και εξουσία, καθώς και στους ασχολούμενους με τους λόγους και την απόκτηση της σοφίας, αν θα ήθελαν να σωθούν, χρειάζεται περισσότερη βία και προσπάθεια, επειδή από την φύσι τους είναι δυσπειθέστεροι. Αυτό μάλιστα γίνεται καταφανές και από τα ευαγγέλια του Χριστού που αναγνώσθηκαν χθες και σήμερα. Πραγματικά, με το θαύμα που ετελέσθηκε στον Λάζαρο και παρέστησε ολοφάνερα ότι αυτός που το έκαμε είναι Θεός οι μεν άνθρωποι του λαού επείσθηκαν και επίστευσαν οι δε τότε άρχοντες, δηλαδή οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, τόσο αμετάπειστοι έμειναν, ώστε να εκμανούν περισσότερο εναντίον του και να θέλουν λόγω φρενοβλαβείας να τον παραδώσουν σε θάνατο, αυτόν που και με όσα είπε και με όσα έπραξε αναφάνηκε κύριος ζωής και θανάτου.

Δεν έχει δε να ειπή κανείς ότι το γεγονός ότι τότε ο Χριστός εσήκωσε επάνω τους οφθαλμούς του και είπε, «Πάτερ, σ' ευχαριστώ που με άκουσες», εστάθηκε εμπόδιο για το να θεωρήσουν ότι αυτός είναι ίσος με τον Πατέρα· διότι αυτός προσθέτει εκεί λέγοντας προς τον Πατέρα, «εγώ δε εγνώριζα ότι πάντοτε με ακούεις, αλλά τα είπα για χάρι του όχλου που παρευρίσκονταν, για να πιστεύσουν ότι εσύ με απέστειλες»(Ιω. 11,42).

Για να γνωρίσουν δηλαδή αφ' ενός μεν ότι είναι Θεός και έρχεται από τον Πατέρα, αφ' ετέρου δε ότι ενεργεί τα θαύματα όχι εναντίον αλλά με συναίνεσι του Πατρός, εσήκωσε μεν εμπρός σε όλους τους οφθαλμούς του προς τον Πατέρα, είπε δε προς αυτόν εκείνα που αποδεικνύουν ότι αυτός που ωμίλησε επί γης είναι ίσος με τον υψηλά στους ουρανούς Πατέρα.

Έτσι, όπως στην αρχή, όπου επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή, έτσι και τώρα στο Λάζαρο, όπου επρόκειτο ν' αναπλασθή ο άνθρωπος, προηγήθηκε βουλή. Αλλά εκεί, που επρόκειτο να πλασθή ο άνθρωπος, είπε ο Πατήρ προς τον Υιό «ας κατασκευάσωμε άνθρωπο» και ο Υιός άκουσε, και έτσι ο άνθρωπος παρήχθηκε στην ύπαρξι· εδώ δε τώρα είπε ο Υιός και ο Πατήρ άκουσε, και έτσι εζωοποιήθηκε ο Λάζαρος.

6. Βλέπετε πόση είναι η ομοτιμία και η ομοβουλία; Διότι η μεν μορφή της προσευχής χρησιμοποιήθηκε για τον παρευρισκόμενο όχλο, τα δε λόγια δεν ήταν λόγια προσευχής, αλλά δεσποτείας και εξουσίας· «Λάζαρε, ελθέ έξω», και αμέσως ο τετραήμερος νεκρός παρουσιάσθηκε σ' αυτόν ζωντανός· άραγε τούτο έγινε με πρόσταγμα αναζωούντος ή με προσευχή ζωοποιούντος; Εφώναξε δε με μεγάλη φωνή επίσης για τους παρευρισκομένους· διότι μπορούσε όχι μόνο με μετρία φωνή, αλλά και με την θέληση μόνο να τον αναστήση, όπως μπορούσε να το κάμη και απέχοντας μακριά και με την πέτρα επάνω στον τάφο. Αλλά και προσήλθε στον τάφο και είπε στους παρευρισκομένους, που εσήκωσαν οι ίδιοι την πέτρα και αισθάνθηκαν τη δυσωδία, κι εφώναξε με μεγάλη φωνή και τον εκάλεσε κι έτσι τον ανέστησε, ώστε και με την όρασί τους (διότι τον έβλεπαν επάνω στον τάφο) και με την όσφρησί τους (διότι αισθάνονταν τη δυσωδία του νεκρού που ήταν ήδη στην τετάρτη ημέρα) και με την αφή (διότι χρησιμοποιώντας τα χέρια τους κατά πρώτον εσήκωσαν την πέτρα από το μνημείο, ύστερα έλυσαν το δέσιμο στο σώμα και το σουδάριο στο πρόσωπο) και με τα αυτιά του (αφού η φωνή του Κυρίου έφθανε σε όλων τις ακοές) να καταλάβουν όλοι και να πιστεύσουν, ότι αυτός είναι που καλεί τα μη όντα σε όντα, που βαστάζει τα πάντα με τον λόγο της δυνάμεώς του, που και στην αρχή με λόγο μόνο εδημιούργησε τα όντα από μη όντα.

7. Ο μεν άκακος λαός λοιπόν επίστευσαν σ' αυτόν με όλα αυτά έτσι, ώστε να μη κρατούν την πίστι σιωπηρά, αλλά να γίνουν κήρυκες της θεότητός του με έργα και λόγια. Διότι μετά την τετραήμερη έγερσι του Λαζάρου ο Κύριος ευρήκε ένα γαϊδουράκι, που προετοιμάσθηκε από τους μαθητάς, όπως λέγει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, εκάθησε σ' αυτό, εισήλθε στα Ιεροσόλυμα κατά την προφητεία του Ζαχαρίου που προείπε, «μη φοβήσαι, θυγατέρα Σιών, ιδού έρχεται ο βασιλεύς σου δίκαιος και σωτήριος, πράος επάνω σε υποζύγιο, σε πωλάρι όνου»(Ζαχ. 9,9· Ματθ. 21,5), Με τα λόγια αυτά ο προφήτης εδείκνυε ότι αυτός είναι ο προφητευόμενος βασιλεύς, που είναι ο μόνος πραγμαπκά βασιλεύς της Σιών διότι, λέγει, ο βασιλεύς σου δεν είναι φοβερός στους παρατηρητάς, ούτε είναι κάποιος βαρύς και κακοποιός, συνοδευόμενος από υπασπιστάς και δορυφόρους, ή σύροντας πλήθος πεζών και ιππέων, ζώντας με πλεονεξία και απαιτώντας τέλη και φόρους, δουλείες και υπηρεσίες αγενείς και επιβλαβείς· αντιθέτως σημαία του είναι η ταπείνωσις, η πτωχεία και η ευτέλεια, εφ' όσον εισέρχεται επάνω σε όνο χωρίς καμμιά έπαρσι. Γι' αυτό αυτός είναι ο μόνος δίκαιος βασιλεύς που σώζει με δικαιοσύνη και αυτός είναι πράος έχοντας ως ιδιότητά του την πραότητα· διότι ο ίδιος ο Κύριος λέγει για τον εαυτό του, «μάθετε από εμένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».

8. Ο μεν βασιλεύς λοιπόν που ανέστησε τον Λάζαρο εισήλθε τότε στα Ιεροσόλυμα καθήμενος επάνω σε όνο· αμέσως δε όλοι οι λαοί, παιδιά, άνδρες, γέροντες, στρώνοντας τα ενδύματα και παίρνοντας βαΐα από φοίνικες, που είναι σύμβολα νίκης, τον προϋπαντούσαν σαν ζωοποιό και νικητή του θανάτου, τον προσκυνούσαν, τον προέπεμπαν, ψάλλοντας με μια φωνή όχι μόνο έξω, αλλά και μέσα στον ιερό περίβολο, «ωσαννά στον υιό του Δαβίδ, ωσαννά εν τοις υψίστοις». Το ωσαννά λοιπόν είναι ύμνος που αναπέμπεται προς τον Θεό και ερμηνευόμενο σημαίνει «σώσε μας λοιπόν»· η δε προσθήκη «εν τοις υψίστοις» δεικνύει ότι αυτός δεν ανυμνείται μόνο επί γης ούτε από τους ανθρώπους μόνο, αλλά στα ύψη από τους ουράνιους αγγέλους.

9. Όχι δε μόνο τον ανυμνούν και τον θεολογούν έτσι, αλλά στη συνέχεια εναντιώνονται και στην κακόβουλη και θεομάχο γνώμη των Γραμματέων και Φαρισαίων και στις φονικές προθέσεις των. Αυτοί μεν έλεγαν γι' αυτόν φρενοβλαβώς, «αυτός ο άνθρωπος δεν είναι από τον Θεό κι επειδή πραγματοποιεί πολλά θαύματα, αν το αφήσωμε χωρίς να τον θανατώσωμε, όλοι θα πιστεύσουν σ' αυτόν και θα έλθουν οι Ρωμαίοι που θα μας πάρουν την πόλι και το έθνος»(Ιω. 11,47). Ο δε λαός τι λέγει; «Ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου· ευλογημένη η ερχόμενη βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ»(Μάρκ. 11,10). Με την φράσι «ευλογημένος ο ερχόμενος στο όνομα του Κυρίου», υπεδείκνυαν ότι είναι από τον Θεό και Πατέρα και ότι ήλθε στο όνομα του Πατρός, όπως λέγει και ο ίδιος ο Κύριος περί εαυτού, «ότι εγώ ήλθα στο όνομα του Πατρός μου και από τον Θεό εξήλθα και σ' αυτόν πηγαίνω»(Ιω. 8,42). Με την φράσι δε «ευλογημένη η βασιλεία του πατρός μας Δαβίδ», υπεδείκνυαν ότι αυτή είναι η βασιλεία στην οποία πρόκειται να πιστεύσουν τα έθνη κατά την προφητεία, και μάλιστα οι Ρωμαίοι. Διότι ο βασιλεύς αυτός όχι μόνο είναι ελπίς του Ισραήλ, αλλά και προσδοκία των εθνών κατά την προφητεία του Ιακώβ(Γεν. 49,10), «δένοντας στην άμπελο την όνο του», δηλαδή τον υποκείμενο σ' αυτόν λαό από τους Ιουδαίους, «και στο κλήμα το πωλάρι της όνου του»(Γεν. 49,11). Κλάδος δε του κλήματος είναι οι μαθηταί του Κυρίου, προς τους οποίους έλεγε, «εγώ είμαι η άμπελος, εσείς τα κλήματα»(Ιω. 15,5). Με το κλήμα λοιπόν αυτό συνέδεσε ο Κύριος προς τον εαυτό του το πωλάρι της όνου του, δηλαδή το νέο Ισραήλ από τα έθνη, του οποίου τα μέλη έγιναν κατά χάρι υιοί του Αβραάμ. Εάν λοιπόν η βασιλεία αυτή είναι ελπίς και των εθνών, πώς, λέγουν, αφού επιστεύσαμε σ' αυτήν εμείς, θα φοβηθούμε τους Ρωμαίους;

10. Έτσι λοιπόν οι νηπιάζοντες όχι στα μυαλά αλλά στην κακία, εμπνευσθέντες από το άγιο Πνεύμα, ανέπεμψαν στον Κύριο πλήρη και τέλειον ύμνο, μαρτυρώντας ότι ως Θεός εζωοποίησε τον Λάζαρο ενώ ήταν τετραήμερος νεκρός. Οι δε Γραμματείς και Φαρισαίοι, μόλις είδαν τα θαυμάσια αυτά και τα παιδιά να κράζουν στο ιερό λέγοντας, «αίνος στον σωτήρα μας υιό του Δαβίδ», αγανάκτησαν κι έλεγαν προς τον Κύριο· «δεν ακούεις τι λέγουν αυτά;», πράγμα που έπρεπε μάλλον ο Κύριος να ειπή τότε προς αυτούς, ότι δηλαδή "δεν βλέπετε και δεν ακούετε και δεν καταλαβαίνετε;". Γι' αυτό ο ίδιος αντικρούοντάς τους που τον κατηγορούσαν ότι ανέχεται την υμνωδία που μόνο στον Θεό ταιριάζει, λέγει, ναι, ακούω αυτούς που σοφίζονται από εμέ αοράτως και εκφέρουν τέτοιους λόγους για μένα, εάν δε σιωπήσουν αυτοί, θα κράξουν οι λίθοι(Λουκ. 19,40). Εσείς όμως δεν ανεγνώσατε ποτέ εκείνον τον προφητικό λόγο, ότι από στόμα νηπίων που θηλάζουν συντόνισες ύμνον (Ματθ. 21,16) Διότι και τούτο ήταν άξιο μεγάλου θαυμασμού, ότι τα αμόρφωτα και αμαθή παιδιά θεολογούσαν τελείως τον Θεό που ενανθρώπησε για μας, παίρνοντας στο στόμα τους αγγελικό ύμνο· όπως δηλαδή οι άγγελοι έψαλλαν για τη γέννησι του Κυρίου, «δόξα προς τον Θεό στα ύψη και επί γης»(Λουκ. 2,14· 19, 38), έτσι και αυτά τώρα κατά την είσοδό του αναπέμπουν τον ίδιο ύμνο, λέγοντας, «δόξα στο σωτήρα μας τον υιό του Δαβίδ, δόξα στο σωτήρα μας στα ουράνια»(Ματθ. 21,9).

11. Αλλά ας νηπιάσωμε κι εμείς αδελφοί, κατά την κακία, νέοι και γέροντες, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, για να ενδυναμωθούμε από τον Θεό, να στήσωμε τρόπαιο και να βαστάσωμε τα σύμβολα της νίκης, όχι μόνο κατά των πονηρών παθών, αλλά και κατά των ορατών και αοράτων εχθρών, ώστε να ευρούμε την χάρι του λόγου για βοήθεια εύκαιρη. Διότι ο νέος πώλος, όπου καταξίωσε ο Κύριος να καθήση για χάρι μας, αν και είναι ένας, προετύπωνε την προς αυτόν υποταγή των εθνών, από τα οποία προερχόμαστε όλοι εμείς, άρχοντες μαζί και αρχόμενοι.

12. Όπως λοιπόν στον Ιησού Χριστό δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό, ούτε Έλλην ούτε Ιουδαίος, αλλά όλοι είναι ένα κατά τον θείο απόστολο(Γαλ. 3,28), έτσι σ' αυτόν δεν υπάρχει άρχων και αρχόμενος, αλλά με την χάρι του είμαστε ένα κατά την πίστι σ' αυτόν και ανήκομε στο ένα σώμα της Εκκλησίας του, έχοντας μία κεφαλή, αυτόν και ένα πνεύμα εποτισθήκαμε δια της παναγίας χάριτος του Πνεύματος και ένα βάπτισμα ελάβαμε όλοι και μια είναι η ελπίς όλων και ένας ο Θεός μας, ο επάνω από όλους και δια μέσου όλων και μέσα σε όλους μας (Εφ. 4,6). Ας αγαπούμε λοιπόν αλλήλους, ας ανεχώμαστε και ας φροντίζωμε ο ένας τον άλλον, αφού είμαστε μέλη αλλήλων διότι το σήμα της μαθητείας μας προς εκείνον, όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, είναι η αγάπη και η πατρική κληρονομία που μας άφησε αναχωρώντας από αυτόν τον κόσμο είναι η αγάπη και η τελευταία ευχή που μας έδωσε ανεβαίνοντας προς τον Πατέρα αναφέρεται στην προς αλλήλους αγάπη μας (Ιω. 13,33ε.).

13. Ας σπεύδωμε λοιπόν να επιτύχωμε την πατρική ευχή και ας μη αποβάλλωμε την από αυτόν κληρονομία ούτε το σήμα που μας έδωσε, για να μη αποβάλλωμε και την υιοθεσία και την ευλογία και την προς αυτόν μαθητεία, και τότε θα ξεπέσωμε από την ελπίδα που μας αναμένει και θα κλεισθούμε έξω από τον πνευματικό νυμφώνα. Όπως δε πρίν από το σωτηριώδες πάθος, καθώς ο Κύριος εισερχόταν στην κάτω Ιερουσαλήμ, του έστρωναν τα ιμάτια όχι μόνο ο λαός, αλλά και οι πραγματικοί άρχοντες των εθνών, οι Απόστολοι του Κυρίου δηλαδή, έτσι κι' εμείς άρχοντες μαζί και αρχόμενοι, ας στρώσωμε τα έμφυτα ιμάτιά μας, υποτάσσοντας την σάρκα και τα θελήματά της στο πνεύμα. Έτσι όχι μόνο θ' αξιωθούμε να ιδούμε και να προσκυνήσωμε το σωτηριώδες πάθος του Χριστού και την αγία ανάστασι, αλλά και ν' απολαύσωμε την κοινωνία προς αυτόν «διότι», λέγει ο απόστολος, «εάν εγίναμε σύμφυτοι με το ομοίωμα του θανάτου του, είναι φανερό ότι θα γίνωμε σύμφυτοι και της αναστάσεως»(Ρωμ. 6,5).

14. Αυτήν την ανάστασι είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς, με την χάρι και φιλανθρωπία του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, στον οποίο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το ζωοποιό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο.



Η ανάσταση του Λαζάρου - π.Αλέξανδρου Σμέμαν



Το προοίμιο του Σταυρού.
«Την ψυχωφελή, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, και την Αγίαν Εβδομάδα τον πάθους σον, αιτούμεν κατιδείν Φιλάνθρωπε …» Με αυτά τα λόγια του στιχηρού στον εσπερινό της Παρασκευής, πριν την Κυριακή των Βαΐων, τελειώνει η Μεγάλη Σαρακοστή. Μπαίνουμε πια στην «Αγία Εβδομάδα», στην περίοδο του εορτασμού των παθών του Χριστού, του Θανάτου και της Αναστάσεως Του. Περίοδος που αρχίζει από το Σάββατο του Λαζάρου .
Τα γεγονότα της διπλής γιορτής, η ανάσταση του Λαζάρου και η είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, αναφέρονται στα λειτουργικά κείμενα σαν «προοίμιο του Σταυρού». Έτσι, για να καταλάβουμε καλύτερα αυτά τα γεγονότα, θα πρέπει να τα δούμε μέσα στα πλαίσια της Μεγάλης Εβδομάδας.

Το κοινό απολυτίκιο των δύο αυτών ημερών: «την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός…» μας βεβαιώνει, με κατηγορηματικό τρόπο, για την αλήθεια της κοινής ανάστασης. Είναι πολύ σημαντικό ότι μια από τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, η θριαμβευτική είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, γίνεται ο οδηγός στην πορεία μας μέσα στο σκοτάδι του Σταυρού. Έτσι το φως και η χαρά λάμπουν όχι μόνο στο τέλος της Μεγάλης Εβδομάδας αλλά και στην αρχή της. Το φως και η χαρά φωτίζουν αυτό το σκοτάδι και αποκαλύπτουν το βαθύ και τελικό νόημα του.
Όλοι όσοι είναι εξοικειωμένοι με την Ορθόδοξη λατρεία γνωρίζουν τον ιδιότυπο, σχεδόν παράδοξο, χαρακτήρα των ακολουθιών του Σαββάτου του Λαζάρου. Είναι, θα λέγαμε, Κυριακή και όχι Σάββατο, δηλαδή έχουμε μέσα στο Σάββατο αναστάσιμη ακολουθία. Ξέρουμε ότι το Σάββατο είναι βασικά αφιερωμένο στους τεθνεώτες και η Θεία Λειτουργία γίνεται στη μνήμη τους. Όμως το Σάββατο του Λαζάρου είναι διαφορετικό. Η χαρά που διαποτίζει τις ακολουθίες αυτής της ημέρας τονίζει ένα κεντρικό θέμα: την επερχόμενη νίκη του Χριστού κατά του Άδη.
Άδης είναι ο βιβλικός όρος που χρησιμοποιείται για να ορίσει το θάνατο με την παγκόσμια δύναμη του, που με τα αδιαπέραστα σκότη και τη φθορά καταπίνει κάθε ζωή και δηλητηριάζει ολόκληρο το σύμπαν. Αλλά τώρα, με την ανάσταση του Λαζάρου, ο «θάνατος αρχίζει να τρέμει». Ακριβώς από δω αρχίζει η αποφασιστική μονομαχία ανάμεσα στη Ζωή και το Θάνατο και μας προσφέρει το κλειδί για μια πλήρη κατανόηση του λειτουργικού μυστηρίου του Πάσχα.
Στην πρώτη Εκκλησία, το Σάββατο του Λαζάρου ονομαζόταν «αναγγελία του Πάσχα». Πραγματικά αυτό το Σάββατο αναγγέλει, προμηνύει, το υπέροχο φως και τη γαλήνη του επομένου Σαββάτου, του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου, που είναι ημέρα του Ζωηφόρου Τάφου.
Το πρώτο μας βήμα ας είναι η προσπάθεια να καταλάβουμε το εξής: ο Λάζαρος, ο φίλος του Ιησού Χριστού, είναι η προσωποποίηση όλου του ανθρωπίνου γένους και φυσικά κάθε ανθρώπου ξεχωριστά . Η Βηθανία, η πατρίδα του Λαζάρου, είναι το σύμβολο όλου του κόσμου, είναι η πατρίδα του καθενός. Ο καθένας από μας δημιουργήθηκε να είναι φίλος του Θεού και κλήθηκε σ’ αυτή τη θεϊκή Φιλία που είναι η γνώση του Θεού, η κοινωνία μαζί Του, η συμμετοχή στη ζωή Του. «Εν αύτω ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων» (Ιω. 1, 4). Και όμως αυτός ο φίλος (ο άνθρωπος), τον οποίο τόσο αγαπάει ο Θεός και τον οποίο μόνο από αγάπη δημιούργησε , δηλαδή τον έφερε στη ζωή, τώρα καταστρέφεται, εκμηδενίζεται από μια δύναμη που δεν τη δημιούργησε ο Θεός: το θάνατο . Ο Θεός συναντάει μέσα στον κόσμο, που Αυτός δημιούργησε, μια δύναμη που καταστρέφει το έργο Του και εκμηδενίζει το σχέδιο Του. Έτσι ο κόσμος δεν είναι πια παρά θρήνος και πόνος, δάκρυα και θάνατος.
Πως είναι δυνατόν αυτό; Πως συνέβηκε κάτι τέτοιο; Αυτά είναι ερωτήματα που διαφαίνονται στη λεπτομερή διήγηση που κάνει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιο του για τον Ιησού Χριστό όταν έφτασε στον τάφο του φίλου Του Λαζάρου. «Που τεθείκατε αυτόν; λέγουσι αυτώ · Κύριε έρχου και ίδε. Εδάκρυσεν ο Ιησούς». (Ιω. 11, 35). Γιατί, αλήθεια, ο Κύριος δακρύζει βλέποντας το νεκρό Λάζαρο αφού γνωρίζει ότι σε λίγα λεπτά ο ίδιος θα του δώσει ζωή; Μερικοί Βυζαντινοί υμνογράφοι βρίσκονται σε αμηχανία σχετικά με το αληθινό νόημα αυτών των δακρύων. Μιλάνε για δάκρυα που χύνει η ανθρώπινη φύση του Χριστού, ενώ η δύναμη της ανάστασης ανήκει στη θεϊκή Του φύση. Η Ορθόδοξη όμως Εκκλησία μας διδάσκει ότι όλες οι πράξεις του Χριστού ήταν «Θεανδρικές», δηλαδή θεϊκές και ανθρώπινες ταυτόχρονα. Οι πράξεις Του είναι πράξεις ενός και του αυτού Θεού-Ανθρώπου, του σαρκωμένου Υιού του θεού. Αυτός, λοιπόν, που δακρύζει δεν είναι μόνο Άνθρωπος αλλά και Θεός, και Αυτός που καλεί το Λάζαρο να βγει από τον τάφο δεν είναι μόνο Θεός αλλά και Άνθρωπος ταυτόχρονα. Επομένως αυτά τα δάκρυα είναι θεία δάκρυα. Ο Ιησούς κλαίει γιατί βλέπει το θρίαμβο του θανάτου και της καταστροφής στον κόσμο το δημιουργημένο από τον Θεό.
«Κύριε, ήδη όζει…», λέει η Μάρθα και μαζί της oι παρεστώτες Ιουδαίοι, προσπαθώντας να εμποδίσουν τον Ιησού να πλησιάσει το νεκρό. Αυτή η φοβερή προειδοποίηση αφορά ολόκληρο τον κόσμο, όλη τη ζωή. Ο Θεός είναι η ζωή και η πηγή της ζωής. Αυτός κάλεσε τον άνθρωπο να ζήσει μέσα στη θεία πραγματικότητα της ζωής και εκείνος τώρα «όζει» (μυρίζει άσχημα). Ο κόσμος δημιουργήθηκε να αντανακλά και να φανερώνει τη δόξα του Θεού και εκείνος «όζει»…
Στον τάφο του Λαζάρου ο Θεός συναντά το Θάνατο, την πραγματικότητα που είναι αντι-ζωή, που είναι διάλυση και απόγνωση. Ο Θεός συναντά τον εχθρό Του, ο οποίος του απέσπασε τον κόσμο Του και έγινε ο ίδιος «άρχων του κόσμου τούτου». Και όλοι εμείς που ακολουθούμε τον Ιησού Χριστό καθώς πλησιάζει στον τάφο του Λαζάρου, μπαίνουμε μαζί Του στη «δική Του ώρα» («ιδού ήγγικεν η ώρα…») · στην ώρα για την όποια πολύ συχνά είχε μιλήσει και την είχε παρουσιάσει σαν το αποκορύφωμα, το πλήρωμα ολοκλήρου του έργου Του.
Ο Σταυρός, η αναγκαιότητα του και το παγκόσμιο νόημα του αποκαλύπτονται με την πολύ σύντομη φράση του Ευαγγελίου: «και εδάκρυσεν ο Ιησούς…». Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί δάκρυσε : αγαπούσε το φίλο Του Λάζαρο και γι’ αυτό είχε τη δύναμη να τον φέρει πίσω στη ζωή. Η δύναμη της Ανάστασης δεν είναι απλά μια θεϊκή «δύναμη αυτή καθ’ εαυτή», αλλά είναι δύναμη αγάπης, ή μάλλον η αγάπη είναι δύναμη.
Ο Θεός είναι Αγάπη και η Αγάπη είναι Ζωή. Η Αγάπη δημιουργεί Ζωή… Η Αγάπη, λοιπόν, είναι εκείνη που κλαίει μπροστά στον τάφο και η Αγάπη είναι εκείνη που επαναφέρει τη ζωή. Αυτό είναι το νόημα των θεϊκών δακρύων του Ιησού. Μέσα απ’ αυτά η αγάπη ενεργοποιείται και πάλι – αναδημιουργεί, απολυτρώνει, αποκαθιστά τη σκοτεινή ζωή του ανθρώπου: «Λάζαρε, δεύρο έξω!..» Προσταγή απολύτρωσης. Κάλεσμα στο φως. Ακριβώς γι’ αυτό το Σάββατο του Λαζάρου είναι το προοίμιο και του Σταυρού, σαν τη μέγιστη θυσία της αγάπης, και της Ανάστασης, σαν τον τελικό θρίαμβο της αγάπης.
π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, Σύντομη λειτουργική εξήγηση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας. Εκδ. Ακρίτας 1990.

 Πηγή: http://iliaxtida.wordpress.com/2014/04/12/ά-ά-έ-2/ 

Η ευαγγελική περικοπή της ημέρας εδώ: