Labels

Showing posts with label Αφιέρωμα Θέατρο. Show all posts
Showing posts with label Αφιέρωμα Θέατρο. Show all posts

Saturday, May 27, 2017

"Ως την άκρη του νερού" - θεατρική απόδοση του παραμυθιού στο 3ο Δημοτικού Σχολείο Επανομής



Από τις μεγαλύτερες χαρές του συγγραφέα, -μιας και το έργο του αβάσταχτα μοναχικό και άλλο τόσο γοητευτικό για τον ίδιο λόγο-, είναι να το βλέπει να ζωντανεύει, να ανασταίνεται, να ανασαίνει, να κινείται, να χορεύει, να ζει μέσα στις ψυχές των άλλων. Όταν μάλιστα αυτοί οι άλλοι είναι παιδιά, μοιάζει το έργο να αγιάζεται από τις αγνές ψυχούλες... 
Υπέροχη η παράσταση των μικρών παιδιών του 3ου Δημοτικού Σχολεόυ Επανομής που έδωσαν φτερά στο παραμύθι και εν μέσω ενός κατακλυσμού που γινόταν έξω από το σχολείο, να φτάσουν "Ως την Άκρη του Νερού" χωρίς φόβο και με όλη τους την αγάπη. Γονείς, εκπαιδευτικοί και παιδιά όλοι μια αγκαλιά. Φιλοξενία αξιοζήλευτη κα αξιοθαύμαστη. Και το ευχαριστώ μου προς όλους και ιδιαιτέρως στην Κατερίνα Π. Αντωνίου! Καλό και ταξιδιάρικο καλοκαίρι παίδες!









Friday, September 25, 2015

Θεατρική παράσταση του Παραμυθιού της Μουσικής στη Ζυρίχη -Das Märchen der Musik



Das Märchen der 

Musik

Ein musikalischer Dialogabend

Märchen verraten viel über die Traditionen eines Landes.
Märchen sind Erzählungen, die uns alle, ob gross oder klein, an die Grenze zwischen Realität und Fantasie führen.
Das Märchen der Musik handelt von der Geschichte einer Prinzessin, die von Geburt an blind die Welt durch Musik erfährt. Ihr Verhältnis zu den Klängen und der Stille ist sehr besonders und führt zu ihrer ausserordentlichen Liebe für die Musik. Als es an der Zeit wird, sie zu vermählen, sieht ihr Vater nur einen Musiker an ihrer Seite. Er lädt daher Musiker aus verschiedenen Ländern ein, welche die schönen Melodien ihres Landes spielen, singen und tanzen, um die Gunst der Tochter für sich zu gewinnen.
Auf diese Weise erhalten wir als Zuschauer und Zuhörer die Gelegenheit durch das Märchen der Musik die Musiktraditionen, Instrumente und Melodien des Mittelmeers kennenzulernen.

Präsentiert von:
mediterranean music festival und Prova.zh


    September

  1. So, 27. Sep 17:00
Musik: En Chordais
Komponist: Kiriakos Kalaitzidis
Autorin: Vasiliki Nevrokopli
Choreographie: Irini Tsotra
Künstlerische Leitung: Alkis Zopoglou


Thursday, January 29, 2015

Η ΨΕΥΤΡΑ ΤΟΥ JEAN COCTΕΑU - ΕΛΛΗ ΛΑΜΠΕΤΗ - ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ





Θα 'θελα να λέω την αλήθεια. Αγαπάω την αλήθεια, αλλά η αλήθεια δεν με αγαπάει. Αυτή είναι η καθαρή αλήθεια: η αλήθεια δεν με αγαπάει. Μόλις την ξεστομίζω, αυτή αλλάζει όψη και στρέφεται εναντίον μου. Μοιάζω σαν να λέω ψέμματα και όλος ο κόσμος με κοροϊδεύει. Κι όμως δεν αγαπάω το ψέμα, σας το ορκίζομαι. Το ψέμα σέρνει πίσω του τρομερές φασαρίες και μπελάδες. Πιάνεσαι στην παγίδα του, παραπατάς και πέφτεις κι όλοι σε κοροϊδεύουνε και γελάνε, ενώ είναι τόσο απλό να λες την αλήθεια. 
Ας πούμε, εγώ όταν με ρωτάνε κάτι, θέλω να πω την αλήθεια, θέλω να πω αυτό που σκέφτομαι, αλλά δεν ξέρω τι παθαίνω, με πιάνει, έτσι, κάτι, πώς να σας το πω, δεν μπορώ να σας το αναλύσω, αλλά είναι κάτι σαν φόβος, έτσι, σαν να μου φαίνεται ότι θα φωνώ γελοία αν πω την αλήθεια, κάτι παθαίνω και ανοίγω το στόμα μου και λέω ψέμματα. Λέω ψέματα και τετέλεσται, είναι πολύ αργά, δεν μπορώ πια να τα πάρω πίσω. Και έτσι και πατήσεις το πόδι σου μες στο ψέμα, χάθηκες. Χώνεσαι μέσα ως το λαιμό. Και δεν είναι ευχάριστο, σας βεβαιώνω. 
Ενώ, τι εύκολο είναι να λες την αλήθεια. Η αλήθεια ειναι η πολυτέλεια των τεμπέληδων. Τη λες και ξενοιάζεις. Δε φοβάσαι πως θα κάνεις ύστερα κανένα λάθος. Δεν πρέπει να θυμάσαι τι είπα, τι δεν είπα, πρόσεξε... Ό,τι κακό είναι να σου 'ρθει από την αλήθεια, σου 'ρεχεται εκεί, σε βρίσκει επί τόπου και τελειώνει η υπόθεση. 
Ενώ το ψέμα... Έπειτα, δεν είναι να πεις το ψέμα, είναι πες, ένας γκρεμός που πέφτεις, σκοτώνεσαι και τελειώνει. Α, το ψέμα είναι κύμα θεόρατο που σε αρπάζει, σε σηκώνει ψηλά, σου κόβει την αναπνοή, σου σταματάει την καρδιά και σου τη δένει θηλιά στο λαιμό σου. Όταν αγαπάω, λέω πως δεν αγαπάω, κι όταν αγαπάω, λέω πως αγαπάω. Καταλαβαίνετε τις συνέπειες... Καλύτερα να πάρει κανείς ένα περίστροφο και να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα!
Άδικα καθίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και του λέω σε πολύ αυστηρό τόνο βέβαια: Δε θα ξαναπείς ψέματα, ακούς; Δε θα ξαναπείς ψέματα, δε θα ξαναπείς ψέματα! Ξαναλέω ψέματα. Λέω ψέματα! Μικρά και μεγάλα ψέματα. Κι αν κατά λάθος, πω καμιά φορά την αλήθεια, να τη δείτε τι μου κάνει. Αυτή γυρίζει, με κοιτάει, αλλάζει όψη, στρίβει, παραμορφώνεται και κοιτάω και βλέπω μπροστά μου ψέμα, γίνεται ψέμα, σας βεβαιώνω. 
Εγώ θ' αλλάξω, όχι, δε θα ξαναπώ ψέματα. Θα βρω ένα τρόπο για να πάψω να ζω μέσα στο ψέμα. Να ζω μέσα σ' αυτό το χάος της ψευτιάς. Το να ζεις μέσα στο ψέμα, ξέρετε σαν τι είναι; Είναι σαν να ζεις μέσα σ' ένα ασυγύριστο δωμάτιο, σαν να περπατάς νύχτα μέσα σ' ένα δρόμο γεμάτο συρματοπλέγματα που συνεχώς σκονάφτεις, πέφτεις επάνω, γρατζουνιέσαι, Θα γιατρευτώ, θα βρω ένα σύστημα για να γιατρευτώ. Και νομίζω πως το βρήκα. Θ' αλλάξω. Ξέρετε πώς; Εδώ, ενώπιόν σας!
Εξομολογούμαι το έγκλημά μου: σας λέω ότι λέω ψέματα και σας παρακαλώ πάρα πολύ να με δικάσετε. Και μη νομίζετε ότι μου είναι και ευχάριστο να κάνω μια τέτοια εξομολόγηση. Εγώ θα πήγαινα και στην άκρη του κόσμου για να μη σας πω ότι είμαι υποχρεωμένη να λέω ψέματα.

Λοιπόν... μια στιγμή όμως. Εσείς, λέτε πάντα την αλήθεια; Α, σταθείτε, γιατί εγώ εδώ καθίζω τον εαυτό μου στο ειδώλιο του κατηγορουμένου και δεν αναρωτήθηκα εάν το δικαστήριο ειναι σε θέση να με κρίνει, να με αθωώσει ή να με καταδικάσει. Όχι, τώρα που το σκέφτομαι, είμαι βέβαιη ότι και εσείς λέτε ψέμματα! Εσείς μάλιστα, λέτε ψέματα όλη την ώρα και σας αρέσει να λέτε ψέματα και να πιστεύετε ότι δεν λέτε ψέματα. Εσείς λέτε ψέματα και στον εαυτό σας, αυτή είναι η διαφορά: εγώ δεν λέω ψέματα στον εαυτό μου. Εγώ έχω την ειλικρίνεια να λέω στον εαυτό μου την αλήθεια, δηλαδή, να παραδέχομαι ότι λέω ψέματα. Αυτό κάνει πολύ μεγάλη διαφορά!
Λοιπόν, σας την έσκασα... Δε λέω ψέματα. Δε λέω ψέματα ποτέ. Εγώ σας το 'πα αυτό, ότι λέω ψέματα, γιατί ήθελα να σας παρασύρω σε μια παγίδα. Ήθελα να καταλάβω κάτι, να διαπιστώσω κάτι. Εγώ δε λέω ψέματα ποτέ. Μισώ το ψέμα και το ψέμα με μισεί. Το μόνο ψέμα που έχω πει ήταν αυτό που σας είπα, ότι λέω ψέματα, κανένα άλλο. Και τώρα βέβαια, βλέπω τα πρόσωπά σας να ταράζονται. Καθένας θα ήθελε να σηκωθεί να φύγει γιατί φοβόσαστε μήπως σας κάνω καμία επερώτηση. Εσείς, κυρία, που είπατε στον άνδρα σας προχτές ότι θα πάτε στη μοδίστρα, πού πήγατε; Δεν το μαρτυράω, αλλά αυτό τι ήτανε; Ε, ψέμα ήταν, ψέμα, λέγατε ψέμα. Κι εσείς, κύριε, μη γελάτε, γιατί κι εσείς είπατε στη γυναίκα σας ότι πάτε να φάτε με τους φίλους σας στη λέσχη. Το θυμόσαστε; Και δεν ήταν μόνο μια φορά που είπατε ψέματα, λέτε ψέματα συνέχεια. Τολμήστε να με διαψεύσετε. Τολμήστε να με πείτε ψεύτρα. Κανένας δε μιλάει ε; Τό 'ξερα εγώ. Ε, βέβαια, είναι πολύ εύκολο να κατηγορείτε τον άλλον, να τον καθίζετε εδώ και να του λέτε πως λέει ψέματα. Και μάλιστα να του το λέτε εσείς που λέτε ψέματα όλη την ώρα, να το λέτε αυτό σ' εμένα που δεν λέω ψέματα ποτέ. Εγώ, αν καμιά φορά τύχει να πω κανένα ψέμα, εγώ το κάνω για να... πώς να σας πω... για να αποφύγω μία καταστροφή, μία συμφορά, το κάνω για να βοηθήσω κάποιον. Είναι αυτά που λέμε τα "κατά συνθήκιν ψεύδη", ε; Αυτά δεν είναι... επιτρέπονται αυτά, είναι επιτρεπτά ψεύδη. Όχι, δε λέω, όχι όλη την ώρα, πότε πότε, όταν χρειάζεται. Δεν πιστεύω να με κατηγορείτε γι' αυτού του είδους τα ψέματα, θα το 'βρισκα παράλογο, και μάλιστα να με κατηγορείτε εσείς, εμένα που δε λέω ψέματα ποτέ, εσείς που λέτε ψέματα όλη την ώρα. Λοιπόν, προχτές... δε σας το λέω όμως γιατί δε θα με πιστέψετε.

Κι έπειτα το ψέμα... το ψέμα είναι υπέροχο... Φανταστείτε να εφευρίσκεις έναν φανταστικό κόσμο και να κάνεις τους άλλους να τον πιστεύουν, δηλαδή να λες ψέματα...
Η αλήθεια έιναι πως και η αλήθεια είναι ωραία, έχει το κύρος της! Α, εμένα η αλήθεια με θαμπώνει, μου επιβέλλεται, τη θαυμάζω, αξίζει πολλά. Και τα δύο αξίζουν. Και η αλήθεια και το ψέμα. Ίσως το ψέμα ν' αξίζει λίγο περισσότερο. Μμμ; Τι λέτε εσείς; Όχι, σας ρωταω γιατί εγώ δεν ξέρω, επειδή εγώ δεν έχω πει ψέματα ποτέ. Πώς είπατε; Είπα ψέματα; Ούτε λόγος. Είπα ψέματα όταν σας έλεγα ότι λέω ψέματα.

Τώρα... είπα ψέματα όταν σας έλεγα ότι λέω ψέματα, ή μήπως λέω ψέματα τώρα που σας λέω πως δε λέω ψέματα; Είμαι ψεύτρα; Εσείς τι λέτε; 
Εγώ νομίζω, μάλλον, πως είμαι ένα ψέμα, 
ένα ψέμα που λέει πάντα την αλήθεια.






Απομαγνητοφώνιση: Βασιλική Νευροκοπλή

Tuesday, May 28, 2013

"Η ατμόσφαιρα" - Εργα του Τσέχωφ στο Σοβιετικό σινεμά




Τι είναι η "ατμόσφαιρα" σ' ένα χώρο, μια σχέση, μια χειρονομία, μια κουβέντα, ένα κείμενο, ένα έργο τέχνης; Αυτή η ατμόσφαιρα που υποβάλλει σεβασμό, καλλιεργεί αισθητήρια και αισθήσεις, μας ευαισθητοποιεί χορδίζοντας τις εσωτερικές ασυντόνιστες χορδές μας, πώς ορίζεται;  Δύσκολο να αποσαφηνίσουμε, μιας και η ατμόσφαιρα ανήκει στο χώρο του αοράτου, παρόλο που συντίθεται από λογής-λογής τμήματα του ορατού. Η ατμόσφαιρα προκύπτει από αυτό που κρύβεται πίσω απ' όλα και ωστόσο, κυριαρχεί όλων. Είναι η διάθεση που υπάρχει κάτω από το κάθε τι. 
Ό, τι υπαινίσσεται ο λόγος, ό, τι υπονοεί η εικόνα, ό, τι γεννά την κάθε στιγμή. Είναι ακριβώς αυτό που δεν φαίνεται και δεν ειπώνεται.  Σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου όλα επιτρέπονται αδιακρίτως, όλα ειπώνονται ανενδοίαστα και όλα γίνονται χωρίς τίποτα να συμβαίνει πραγματικά, η ατμόσφαιρα είναι αυτό που λείπει. Το συμπυκνωμένο ψυχικό και πνευματικό υπόστρωμα που φωτίζει με φως ισχνού, μα αναμμένου, κεριού, τον κόσμο μέσα μας και γύρω μας, υποσχόμενο ελπίδα μέσα στο σκοτάδι.

Η Ταινιοθήκη της Θεσσαλονίκης πρόσφερε στο κοινό ένα τετραήμερο αφιέρωμα με έργα του Τσέχωφ στο Σοβιετικό κινηματογράφο. Τα τέσσερα έργα ήταν: "Η νουβέλα σε πρώτο πρόσωπο" (Σοβιετική Ένωση, 1978, Εμίλ Λοτεάνου), "Η κυρία με το σκυλάκι" (Σοβ. Ένωση, 1960, Γιόσιφ Κέιφιτς), "Ο θείος Βάνια" (Σοβ. Ένωση 1971, Αντρέι Μιχάλκωφ Κοντσαλόφσκι) και "Οι τρεις αδερφές" (Σοβ. Ένωση, 1964, Σαμψών Σαμψώνοφ). Μ' αυτήν την αφορμή θυμήθηκα την έννοια και την απαράμιλλη αίσθηση της ατμόσφαιρας στην τέχνη και τη ζωή, για την οποία τώρα γράφω.


Διέσχιζα το παλιό λιμάνι κι έμπαινα στην αίθουσα της Α΄αποθήκης που φιλοξενεί το Μουσείο Κινηματογράφου. Όταν έβγαινα από κάθε προβολή -και για τέσσερις συνεχόμενες μέρες-, δεν ήξερα πού βρίσκομαι. Προσγειωνόμουν ανώμαλα σ' έναν ξένο και αφιλόξενο πλανήτη. Η σύγχρονη ζωή που με περιέβαλλε, έμοιαζε αναίσθητη. Σε πρώτη ανάγνωση όλα έδειχναν μια χαρά, πλήθος άνθρωποι καθισμένοι στην προκυμαία, καφέδες, σακίδια πεταμένα, γέλια τρανταχτά, νταλαβέρια και φλερτ, παρέες που μιλούσαν συνθηματικά ή χαριεντίζονται βρίζοντας. Πλήθος άνθρωποι σαν να τους άδειασε μια σέσουλα από μαγαζί που θα το βάφτιζα: ανθρωποκοπτείο. Ανέκφραστα πρόσωπα, βλέματα λασπωμένα από τη λάσπη της τηλεόρασης και του ίντερνετ, σώματα ευκαιριακά, νευρικά ή αδιάφορα, εύκολα σώματα, εύκολα συναισθήματα, στιγμιαίες απολαύσεις που θα λησμονηθούν γρήγορα στον καιάδα του ρηχού βίου που ισοπεδώνει τα πάντα. Όλα φαίνονταν μια χαρά, αλλά δεν υπήρχε καμία ατμόσφαιρα...


Έμπαινα στην αίθουσα των προβολών σαν να έμπαινα στο πιο δικό μου δωμάτιο. Άρχιζαν οι ταινίες σαν να άρχιζαν θείες λειτουργίες. Όλα τα πρόσωπα εκείνων ηθοποιών του '60, πρόσωπα ιερέων της τέχνης που είχαν όλα τους κάτι κοινό. Βλέμματα καθαρά, στραμμένα άλλοτε εντός τους, άλλοτε στο όνειρο, κι άλλοτε στα επέκεινα. Μάτια γεμάτα έκφραση. Διάφανα μάτια που αβίαστα άφηναν να ειδωθεί από τον θεατή η εσωτερική τους πάλη. Η πάλη ανάμεσα στην επιθυμία και το χρέος, στην τιμή και την ατιμία, στη λογική και την τρέλα. Πρόσωπα ποιητικά, αντάξια του ποιητικού μεγέθους του Τσέχωφ και των έργων του, όπως και των κινηματογραφικών σκηνοθεσιών τους που τα περιτύλιξαν και τα ανάδειξαν με απόλυτο σεβασμό. Η ατμόσφαιρα, πλήθος υπόγεια ρεύματα που έκαναν τον θεατή να ξεχνά να αναπνεύσει. Όχι τον κάθε θεατή. Ακούστηκαν και γέλια γελοία, σχόλια ασχολίαστα, αμήχανες νευρικές κινήσεις. Για να εισχωρήσεις σ' αυτό που ονομάζουμε " Τσεχωφική ατμόσφαιρα", απαιτείται να είσαι "παλιός" άνθρωπος, δηλαδή άνθρωπος  γαλουχημένος με εφόδια πνευματικά που ουδεμία σχέση έχουν με τα σκουπίδια της τηλεόρασης και της ανώδυνης, ανέξοδης, απρόπσωπης διαδικτυακής επικοινωνίας. Ευτυχώς, υπήρχαν αρκετοί που είχαν αυτά τα εφόδια στην αίθουσα, και για τους άλλους κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει πως κάτι δεν τάραξε την ανούσια επιδερμική τους προσέγγιση. Αυτή είναι εξάλλου και η δύναμη της μεγάλης τέχνης. Να αλλοιώνει τα κακώς, καλώς.


Ο σκηνοθέτης του "Θείου Βάνια", Κοντσαλόφσκι, ήταν συμφοιτητής του Ταρκόφσκι, λίγο μικρότερος στην ηλικία. Στην ταινία βλέπουμε σκηνές που μας θυμίζουν αντίστοιχες του "Καθρέφτη", μόνο που το κορυφαίο έργο του Ταρκόφσκι έπεται τέσσερα χρόνια. Η μεταφορά του θεατρικού έργου στο σινεμά φτάνει να ξεπερνά και την καλύτερη απόδοσή του στο θέατρο. Οι ταινίες ήταν η μια ανώτερη απ' την άλλη. Η εναλλαγή κοντινών και μακρινών πλάνων, εσωτερικών και εξωτερικών σκηνών -στα δάση με τις πελώριες σημύδες-, οι αλλαγές ταχύτητας κίνησης της κάμερας, το εναλλασόμενο ασπρόμαυρο με το έγχρωμο φιλμ, και κυρίως η υποκριτική δεινότητα των ηθοποιών μαζί με τον μεταφυσικό λόγο του Τσέχωφ, μας χάρισαν την ποίηση στην οπτική της μορφή.


Αν για κάτι μπορεί να καυχηθεί η λογοκρισία που ταλαιπώρησε και βασάνισε γενιές και έργα καλλιτεχνών, ήταν ότι αφαίρεσε την ευκολία, τον ωμό ρεαλισμό, την καταγραφή και αποτύπωση της πραγματικότητας, οδηγώντας στη γέννηση των μεγάλων αριστουργημάτων που εξαιτίας της ήταν υποχρεωμένα να γίνουν ποιήματα και να μείνουν ως ποιήματα στην ιστορία της τέχνης. 

Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι που κυρίως ευθύνεται για τη φτηνή και εύκολη τέχνη των καιρών μας, την απουσία μεγάλων καλλιτεχνών και μεγάλων έργων τέχνης. Δεν θα ήμουν ποτέ υπέρμαχος της λογοκρισίας, ούτε και θα ήθελα ποτέ να επιστρέψει. Σήμερα όπου συναντάμε σπουδαία έργα είναι γιατί από μόνοι τους οι καλλιτέχνες θέτουν όρια, εμπόδια, αυτολογοκρίνονται, ή δεν έχουν τα μέσα που να τους "διευκολύνουν", κι έτσι αποζητούν και επιδιώκουν τον υπαινιγμό και όχι την αμεσότητα και τον ωμό ρεαλισμό. Τρανή απόδειξη είναι ο Ιρανικός κινηματογράφος.


Τον Τσέχωφ τον απασχολούσε ιδιαίτερα το τι θα μείνει μετά από μας, σε διακόσια-τριακόσια χρόνια. Τι ίχνος αφήνουμε πίσω μας και αν οι επόμενες γενιές θα είναι πιο ευτυχισμένες. Η διαχείριση της ανιαρής ζωής και των στιγμών που χάνονται, το περιβάλον που καταστρέφεται και κυρίως ο πόνος, ο ανθρώπινος πόνος και το αδιέξοδο του βίου. Το βαθύ θρησκευτικό του αίσθημα εκφράζεται υπαινικτικά και καμιά φορά και ευθέως. Όταν οι τρεις αδερφές επαναλαμβάνουν συχνά τη φράση: στη Μόσχα, στη Μόσχα, δεν είναι η πρωτεύουσα που τους περιμένει να αναπαυθούν, να γλυκαθούν, να γαληνέψουν από τα βάσανα. Η Μόσχα γίνεται η Ουράνια πόλη. "Αν δεν έχεις πίστη", λέει η μία από τις αδερφές στην άλλη, "δεν έχει νόημα η ζωή". "Κι αν δεν έχεις πίστη, πρέπει να βρεις μια πίστη", συνεχίζει. Η προσδοκία της χαράς μετατίθεται στην άλλη ζωή. Η προσδοκία αυτή διακαιολογεί και δικαιώνει όλα τα βάσανα και τους καημούς αυτού του κόσμου που μόνο με υπομονή, ελπίδα και αγάπη μπορούμε να σηκώσουμε.

Φεύγοντας και από την τελευταία ταινία σημείωσα στο βιβλίο των επισκεπτών: Το αφιέρωμα στα έργα του Τσέχωφ, θυμίζει στον άνθρωπο του σήμερα, τον άνθρωπο του πάντα...






Θείος Βάνια: http://animusanimus.blogspot.gr/2008/02/blog-post.html



Wednesday, May 8, 2013

Αποχαιρετώντας τον Λευτέρη Βογιατζή



Ο Λευτέρης έφυγε τη Μ. Πέμπτη απ' αυτή τη ζωή. Ήταν ένας από τους πιο αγαπημένους μου δασκάλους στο θέατρο, αν και είναι ορθότερο να πω φίλος και όχι δάσκαλος, κι ας ήμουν κυρίως μαθήτριά του και ίσως λιγότερο φίλη του. Βλέπετε, αυτός δεν ήταν ακριβώς "δάσκαλος", κι ας βλέπω να χαρακτηρίζεται έτσι  σε πολλά δημοσιεύματα, ή τουλάχιστον, δεν ήταν δάσκαλος με την έννοια που θέλουμε να αποδίδουμε στη λέξη. Ήταν τόσο δάσκαλος όσο κάθε άνθρωπος που έχει πλούσια ψυχή και σε διδάσκει χωρίς να το θέλει, χωρίς να το επιδιώκει ή να το προσπαθεί. Ήταν  δάσκαλος αν κατάφερνες ως μαθητής να εισχωρήσεις στην ψυχή, στη σιωπή και στο βλέμμα του και να τον ανακαλύψεις. Και είχε μεγάλη ψυχή, φλογισμένη, παθιασμένη, τρεμάμενη σαν φλόγα κεριού στο πλέον ανεπαίσθητο αεράκι. Είχε βλέμμα βαθύ και διεισδυτικό. Σιωπή μεγάλη...



Ήταν γύρω στο 1995 - '96. Ερχόταν κάθε Σαββατοκύριακο από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη για να μας κάνει πολύωρα μαθήματα υποκριτικής. Γνωρίζαμε μόνο την ώρα της αφετηρίας και ποτέ την ώρα της λήξης τους, στο Τμήμα Θεάτρου της ΑΣΚΤ. Την πρώτη Κυριακή εκείνων των μαθημάτων, πλησιάζοντας πια το μεσημέρι, σταμάτησε το μάθημα και μας είπε: "Λοιπόν, έχετε μια ώρα καιρό για ένα διάλειμμα. Ακριβώς σε μια ώρα θα ξεκινήσουμε πάλι, αλλά δεν επιτρέπω να φύγει κανένας από τη σχολή για να βγει έξω". Εγώ ήμουν εικοσιπέντε χρονών τότε, μιας και ήταν η δεύτερη σχολή μου, είχα ήδη τα δυο μου κορίτσια τριών και ενός έτους αντίστοιχα. Πήγα και του είπα: "Γιατί να μη φύγουμε; Εγώ θα φύγω και θα είμαι πίσω ακριβώς σε μία ώρα". "Όχι", μου απάντησε με επιμονή, "θα χαθεί η ροή, θα σπάσεις τη συγκέντρωση, δε θα φύγεις". "Θα φύγω", απάντησα με μεγαλύτερη επιμονή, "θα πάω να φάω με τα παιδάκια μου που με περιμένουν και θα γυρίσω στην ώρα μου". "Θ' αφήσεις το μάθημα για να πας στα παιδιά σου; Τα καταστρέφεις όλα!" "Δεν καταστρέφω τίποτα, θα είμαι αποδοτικότερη έτσι, αλλά πού να τα καταλάβετε εσείς τώρα αυτό που το θέατρο είναι και σπίτι και οικογένεια και παιδιά, και δεν έχετε τίποατα άλλο στη ζωή σας;" Γύρισε την πλάτη κι έφυγε σε άλλη αίθουσα. Δεν είπε τίποτα. Τίποτα δεν απάντησε στην τόσο σκληρή μαθήτριά του που για να υπερασπίσει τα παιδιά της τον πρόσβαλλε τόσο απάνθρωπα. Πόσο ντράπηκα εκ των συτέρων για κείνα τα λόγια που ξεστόμισα... Έφυγα καταστεναχωρημένη και πιεσμένη, πολύ αγχωμένη αν όντως θα προλάβαινα να είμαι πίσω στην ώρα μου. Όταν επέστρεψα νόμιζα πως θα μου κρατούσε κακία. Είχα ήδη αντιμετωπίσει αρκετά παρόμοια περιστατικά με άλλους μου καθηγητές σ' εκείνη τη σχολή. Για μένα θέατρο και ζωή ήταν ένα, για πολλούς όμως δεν ήταν έτσι. Με περίμενε στην πόρτα. Άστραψε από χαρά όταν με είδε, θαρρείς και φοβόταν πως δε θα επέστρεφα. Χαμογέλασε πλατιά με το πιο ζεστό χαμόγελο του κόσμου και με ρώτησε: "Τι κάνουν τα παιδάκια σου; Είναι καλά;" Τα έχασα. Δεν ήξερα αν με κοροϊδεύει ή αν το εννοεί. Απάντησα ζαλισμένη πως είναι καλά, και αρχίσαμε το μάθημα. Στο τέλος μάς πρότεινε να πάμε να πιούμε έναν καφέ. Ήρθε και με ρώτησε αν θα πάω μαζί με όλη την ομάδα και όντως πήγα. Σε όλο το δρόμο περπατούσε μαζί μου και με ρωτούσε για τα παιδιά με μια γλύκα ανείπωτη... Έτσι αγαπηθήκαμε...



Πέρασε το εξάμηνο και ήρθε η ώρα για το τελευταίο μάθημα. Δουλεύαμε τη "Μειλίχια" του Ντοστογιέφσκι, σε μια μέτρια μετάφραση που έδινε στο διήγημα τον ατυχή τίτλο "Η Ήμερη". Τον αγαπούσε πολύ τον Ντοστογιέφσκι και ήταν φυσικό. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ήρωάς του. "Το θέμα δεν είναι να διαβάζετε πολλά βιβλία, αλλά να διαβάζετε πολλές φορές το ίδιο βιβλίο" έλεγε. Στο τέλος αυτού του μαθήματος, αφού μας είπε να καθήσουμε, μας ρώτησε τι αποκομίσαμε από το μάθημα, πώς πήγε, πώς ήταν για μας αυτή η εμπειρία. Δεν μιλούσε κανείς μας. Και τι να λέγαμε; Πιο εύκολα θα λύναμε τον γόρδιο δεσμό... Ώσπου με κοίταξε επίμονα. Ήξερε πως θα του έλεγα την αλήθεια, και ήξερα πως γι' αυτήν διψούσε. Αποφάσισα να το κάνω. "Τι πώς πήγε; Είμαστε έτοιμοι να πηδήξουμε από το μπαλκόνι..." είπα. "Δεν καταλάβαμε τίποτα". Έγινε έξω φρενών. Σηκώθηκε πάνω κι άρχισε να φωνάζει: "Και γιατί μου το λες; Ήταν ανάγκη να μου το πεις; Νομίζεις πως εγώ δεν ξέρω πως δεν είμαι καλός δάσκαλος; Πως δεν μπορώ να μεταδώσω τίποτα απ' αυτά που ξέρω; Πως είμαι ένας αποτυχημένος Δεν θα έπρεπε να την κάνω αυτή τη δουλειά...;" Για άλλη μια φορά θα μετάνιωνα γι' αυτά που ξεστόμισα. Για άλλη μια φορά θα μετάνιωνε κι εκείνος. Πάνω που φεύγαμε με φώναξε και μου είπε: "Σ' ευχαριστώ..."



Μετά από εκείνα τα μαθήματα τον συναντούσα κάθε φορά που κατέβαινα Αθήνα. Πάντα πήγαινα κι έβλεπα τις παραστάσεις του και πάντα περνούσα απ' το καμαρίνι του μετά. Όσοι κατάφερναν να συνεργαστούν μαζί του γεννούσαν θαύματα. Χαιρόμασταν πολύ και οι δύο τις συναντήσεις μας. Μια φορά, στο τέλος μιας παράστασης όταν τον ρώτησα πώς είναι, μου απάντησε πως είναι πολύ μόνος. "Άνθρωπον ουκ έχω;" ρώτησα χαμογελώντας. "Από πού είναι αυτή η φράση;", με ρώτησε και του εξήγησα το θαύμα του παραλυτικού στη Βηθσαϊδά.  "Πόσο σε ζηλεύω που πιστεύεις... Ξέρεις πόσο θα ήθελα να πιστεύω κι εγώ;" είπε, και μετά με φώναξε στο καμαρίνι του και με κέρασε σοκολάτα lacta... και βέβαια πάλι με ρώτησε για τα παιδιά, αλλά και για τα βιβλία, γιατί του έστελνα ό, τι έβγαζα.



Το βλέμμα του Λευτέρη είναι χαραγμένο μέσα μου. Βλέμμα άοπλο. Σπάνιο βλέμμα. Διάφανο. Δεν ξέρω αν έχω γνωρίσει άλλον άνθρωπο που να παλεύει έτσι με τα πάθη του. Τον δάγκωναν και τα δάγκωνε. Τον τραυμάτιζαν και τα τραυμάτιζε. Έδινε την εντύπωση θηρίου και μωρού ταυτόχρονα. Είχε όμως μια βαθιά αγνότητα που τίποτα δεν μπορούσε να τη σκιάσει. Έτρεμε τη σιγουριά, τις βεβαιότητες. Μεθούσε με τις λέξεις ψάχνοντας ακατάπαυστα το νόημά τους. Την Κυριακή των Βαϊων ζήτησε να του φέρουν βάγια στο νοσοκομείο... 



Αναπαυμένος να είσαι αγαπημένε μου... μετά από τόσες πρόβες νομίζω πως είσαι έτοιμος για τη μεγάλη παράσταση... 


Στη ΝΕΤ με την Έλλη Στάη στις 15/10/12:
Γραπτή συνέντευξη ένα χρόνο πριν...  http://www.lifo.gr/mag/features/3126


Monday, December 19, 2011

"Κορίτσι Μπαταρία" της Όλιας Λαζαρίδου, (Βασιλική Νευροκοπλή για την εφημερίδα "Σταυροδρόμι")




Στην Αθήνα, απέναντι από το Ναυτικό νοσοκομείο, όπου ασθενείς αναζητούν την ίαση και γιατροί πασχίζουν να τους τη δώσουν, επί της οδού Δεινοκράτους (που ήταν ο τεχνικός σύμβουλος του Μ. Αλεξάδνδρου, δημιούρησε το πολεοδομικό σχέδιο της Αλεξάνδρειας, αλλά συμμετείχε και σε σχεδιασμούς πολλών αρχαίων ναών, όπως αυτός της Αρτέμιδας στην Έφεσο), στον αριθμό 103, σ’ ένα ισόγειο πολυκατοικίας που επικοινωνεί μέσω μιας μπαλκονόπορτας με το πεζοδρόμιο και τον δρόμο, τους διαβάτες και τα διερχόμενα αυτοκίνητα, φιλοξενήθηκε η παράσταση της Όλιας Λαζαρίδου: “Το Κορίτσι Μπαταρία”.

Το κείμενο δικό της και η σκηνοθεσία του Ευρυπίδη Λασκαρίδη.

Ο χώρος ονομάστηκε “Προσωρινός”, σαν την παράσταση και τη ζωή μας.

Ποικίλλα καθίσματα, καρέκλες, καναπέδες, πολυθρόνες γέμιζαν το μικρό χαμηλοτάβανο δωμάτιο, που χωρούσε δε χωρούσε καμιά εξηνταριά ανθρώπους. Έμπαινες μέσα κι ένιωθες πως κατέφυγες σε μυστικό κρυσφύγετο προστατευμένο από τις μέριμνες και τη σκληρή βιοπάλη.


Η απλότητα του χώρου και του διαμορφωμένου σκηνικού σε πήγαινε κατευθείαν σ’ αυτό που εννοούσε “φτωχό θέατρο” ο Γκροτόφσκι. Για να τολμήσεις να καταπιαστείς με το φτωχό θέατρο πρέπει να είσαι πολύ πλούσιος. Πλούσιος σε ουσία εσωτερική. Ψυχική και πνευματική.

Η παράσταση ξεκίνησε σαν μια άμεση αφήγηση από την Όλια. Θα μπορούσε να είναι η ξαδέρφη μας. Ένας πραγματικός άνθρωπος απευθυνόταν σε πραγματικά  δικούς του ανθρώπους. Σ’ έκανε αμέσως να νιώσεις πως είσαι συγγενής της κι όχι θεατής. Κι αφού σε κέρδιζε σαν συγγενή, ύστερα σε προχωρούσε βαθύτερα στη σχέση. Σ’ έκανε φίλο στον οποίο μπορεί να εκμηστηρευθεί κάτι ανομολόγητο στον απλό συγγενή. Σε λίγο σε πήγαινε ακόμη πιο πέρα. Σε οδηγούσε στον εαυτό σου, όπως κάνει κάθε καλός φίλος, και στον βαθύτερο πυρήνα της καρδιάς σου. Σου έδινε το χρόνο να βουτήξεις εντός σου. Να ανοίξεις πόρτες δωματίων που μέχρι εκείνη την ώρα σε τρόμαζαν. Κι εσύ τις άνοιγες, γιατί ένιωθες την ζεστή παρουσία της αδιόρατα πίσω σου να φωτίζει μ’ ένα κερί την εσωτερική σου πορεία, διακριτικά και ανεπαίσθητα. Το είχε κάνει προηγουμένως η ίδια, ήξερε πώς είναι, κι αφού στο είχε εκμυστηρευθεί, την εμπιστευόσουν και συνέχιζες.

Οι λέξεις της Όλιας Λαζαρίδου πηγαινοέρχονταν από το παρόν στο παρελθόν, από τη ζωή στο θάνατο και τούμπαλιν, από τον πεζό λόγο στον ποιητικό, από το εγώ στο εμείς, στο εσείς και στο όλοι.

Λίγο λίγο μια γλύκα πλημμύριζε το χώρο και τρύπωνε στην προσωρινή μας παρουσία, μεταβάλλοντάς την σε μόνιμη και διαρκείας. Σε αιώνια.

Θα πρέπει πολύ να έχει λειανθεί το “μέσα” σου για να τα καταφέρεις όλα αυτά. Θα πρέπει πολύ να έχεις πονέσει κι άλλο τόσο αγαπήσει, για να ομολογείς τους φόβους σου άφοβα, να γελάς μαζί τους, να τους κάνεις προσευχή.

Μα όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να υπάρχουν δίχως να αρθρώνουν υποχρεωτικά  Τέχνη. Γιατί η Τέχνη σου ζητά να μπορείς, να θέλεις και να γνωρίζεις τον τρόπο που τη σαρκώνει. Το πώς χτίζονται οι λέξεις για να γίνουν αφήγημα, και το πώς βήμα βήμα, χειρονομία χειρονομία, ανάσα ανάσα, τις εκφέρεις έτσι ή αλλιώς κι αλλοιώτικα, άλλοτε με την αμεσότητα της γειτόνισσας κι άλλοτε απόκοσμα σαν φωνή μυστική που μπορεί και ξεκλειδώνει τα πιο κρυφά μας όνειρα.

Η Όλια Λαζαρίδου, μέσα από το “Κορίτσι Μπαταρία”  που στηρίχτηκε στο κείμενό της “Η Προσευχή του Ελάχιστου” κατάφερε να μας χαρίσει “την Ηδονή του Ελάχιστου”. Μια σπάνιας υφής ηδονή που δεν εξατμίζεται μετά το πέρας της πράξης, αλλά αποτυπώνεται στην ψυχή χάδι ανεξίτηλο από χέρι παιδικό.





Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Σταυροδρόμι" του Ιερού Ναού Αγ. Φιλίππου, Βασιλική Νευροκοπλή, Δεκέμβριος 2011
Η φωτογραφία προέρχεται από το μπλογκ του Τσαλαπετεινού: http://tsalapetinos.blogspot.com/2011/11/blog-post_09.html

Friday, November 4, 2011

"Κορίτσι Μπαταρία" με την Όλια Λαζαρίδου, του Άρη Δαβαράκη




Δεν πάω πια συχνά στο θέατρο δυστυχώς για μένα. Να. Πήγα την Κυριακή στις οκτώμισι και είδα την Όλια Λαζαρίδου που ερμηνεύει το γραμμένο από την ίδια «Κορίτσι Μπαταρία» σε σκηνοθεσία του Ευριπίδη Λασκαρίδη – και τώρα το στήθος μου έχει μια εσωτερική επίστρωση από πορφυρό βελούδο και νοιώθω κι’ εγώ λίγο σαν λάμπα έτσι που αισθάνομαι το φώς να διαχέεται μέσα μου και να φωτίζει τη μνήμη, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον  –στο νύν και αεί. Εκτοξεύτηκα. Μπήκα σ’ ένα πολύ απλό και ταπεινό μικρό χώρο απέναντι από το Ναυτικό νοσοκομείο («Προσωρινός» λέγεται και είναι ένα ισόγειο με μπαλκονόπορτα που δείχνει στο φωτισμένο περίπτερο του νοσοκομείου, στην άσφαλτο με τα αυτοκίνητά της και στο πεζοδρόμιο με τα δεντράκια του και τους πεζούς του). Στριμωχτήκαμε καμιά εξηνταριά (υπολογίζω στο περίπου) άνθρωποι και ήμασταν σαν τους φίλους και τους συγγενείς που περιμένουνε να δούνε τι σκαρώσανε τα παιδιά για να τους κάνουν έκπληξη. Και με το που χαμηλώσανε τα φώτα και ο σκηνοθέτης ακούμπησε το Mac λαπ-τοπ, που ήταν παρατημένο σε μια γωνιά –η μαγεία ξεχύθηκε απλόχερα σαν ευλογία :Σχεδόν μια ώρα κράτησε το ταξίδι αυτό το παραμυθένιο (που είναι σκληρό και τρυφερό, πλημμυρισμένο πόνο, και αγάπη, και θάνατο, και φώς πολύ να επικρατεί του σκότους) –όπως στη ζωή όσων «συνεχίζουν» όπως η Όλια να προχωρούν στην Ιδιωτική Οδό τους come rain or come shine.
Στην παράσταση ακούγονται αποσπάσματα από το «Blue Valentines» του Tom Waits και από την«Piccolissima Serenata» του Renato Carosone. Σχεδόν ακούγονται δηλαδή, γιατί αυτά που λέει η Όλια (η παράσταση βασίζεται στο ποίημα της «Η Προσευχή του Ελαχίστου») είναι λέξεις διαλεγμένες μία-μία από το περιβόλι του περιπάτου της σ’ αυτόν τον κόσμο, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, και όταν τις αρθρώνει σού καρφώνονται γλυκά στο στήθος (το ήδη, από τα πρώτα κιόλας λόγια της, όπως ήδη σας είπα, πορφυρό και βελούδινο) και κρέμεσαι κυριολεκτικά από τα χείλη της –αλλά και από την τόσο δυναμική γλώσσα του σώματός της. Δεν κάνει τίποτα διαφορετικό από αυτό που κάνουμε όλοι όταν ζούμε, αλλά όσο διαρκεί η παράσταση το κορμί της το χρησιμοποιεί, από κορφής μέχρι ονύχων, με μεγάλη διακριτικότητα, σαν εργαλείο ερμηνευτικό, υποστηρικτικό του Λόγου και του αισθήματος. Αυτό είναι το ταλέντο εξ’ άλλου, από εκεί πηγάζει και η μεγάλη απόλαυση που μας χαρίζει το θέατρο : Ο Ηθοποιός που με το σώμα και την φωνή του σε ανασηκώνει από την καρέκλα, το σκαμπό, τον καναπέ (έχει απ’ όλα το μαγαζί για να βολέψει όσους πιστούς προσέρχονται από νωρίς για να κόψουν εισιτήριο εγκαίρως) και σε ξαμολάει σαν χαρταετό στον ουρανό της ποίησης να ταξιδέψεις άφοβα –γιατί ξέρεις πως κάποιος τάχει ζυγιάσει όλα σωστά και κρατάει γερά το σχοινί.
Δεν μπορείς να πεις πολλά για ένα τέτοιο σπάνιο ποίημα τετραδιάστατο. Παίζει και ο άγγελος που μπαινοβγαίνει από την μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα του ισογείου. Λιγοστεύεις την ουσία με τα πολλά λόγια, δεν πιάνεται τόση ομορφιά στις λέξεις εύκολα. Ν’ αντιγράψω μόνο ένα μικρό απόσπασμα από το μικρό βιβλιαράκι με το κείμενο –και να σας αφήσω να οργανώσετε ταξίδι, μόνοι ή με παρέα (όλοι εκεί γίνονται μια παρέα έτσι κι’ αλλιώς αναγκαστικά)  μέχρι την Δεινοκράτους 103.
«Κι’ άκου να δεις,  άκου να δεις, /που έπειτα,/μια μέρα,/θα τα καταφέρω να σας αγαπήσω, ξανά,/ όλους μαζί κι’ έναν έναν χωριστά».
Ναι, έτσι ακριβώς. Πέρασαν χρόνια -αλλά ήρθε η μέρα που τα κατάφερε.

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=9849
Πηγή:
ένα άρθρο των πρωταγωνιστών

Sunday, May 8, 2011

Θέατρο: Η πολυτέλεια του Τίποτα (Μέρος β΄)



Σ' αυτό το δεύτερο μέρος θα προσπαθήσω να γίνω πιο σαφής καθώς το πρώτο μέρος ξεσήκωσε αρκετή αντίδραση δικαιολογημένων σχολίων και εδώ στο μπλογκ, αλλά και στο FB. Στην πραγματικότητα δεν καταφέρομαι εναντίον του θεάτρου, αντιλαμβάνομαι όμως σ' αυτό κάτι ιδιότροπο που το κάνει να διαφέρει από τις άλλες τέχνες. Κάτι που το ονομάζω "απουσία αντικειμένου". Και εστιάζω κυρίως στον ηθοποιό. Τι κάνει ακριβώς ο ηθοποιός;

Αν θυμηθούμε πως το θέατρο στην αρχαιότητα, εν τη γεννέσει του δηλαδή, ήταν μια απολύτως ιερή διαδικασία, ίσως αυτό μας βοηθήσει. Διότι ο ηθοποιός εκεί φορούσε μάσκα και κοθόρνους. Ανάμεσα σ' αυτόν και στο κοινό παρεμβάλλονταν έτσι κάτι άλλο. Ήταν ξεκάθαρο πως ο ίδιος αποτελεί έναν φορέα λόγου και το σώμα του όλο αυτόν τον λόγο εξυπηρετούσε. Δεν ταυτιζόταν ο ίδιος με τον ρόλο. Τον ρόλο τον έπαιζε η μάσκα. Διότι ο ρόλος είναι κάτι τόσο φανταστικό όσο και η μάσκα. Δεν είναι άνθρωπος ο ρόλος. Δεν υφίσταται ως άνθρωπος, ως πρόσωπο, ως ζωή.

Ποια είναι η διαφορά του ηθοποιού της αρχαιότητας απ' αυτόν που γνωρίζουμε σήμερα όπως εξελίχθηκε στο πέρασμα τόσων αιώνων; Είναι αυτή ακριβώς: ο ηθοποιός μπαίνει στο ρόλο. Δηλαδή πού; Στον αέρα των λέξεων που σωματοποιεί με όλο του το είναι. Των λέξεων του θεατρικού συγγραφέα; Των λέξεων του σκηνοθέτη που τον καθοδηγεί; Των λέξεων που επιλέγει ο ίδιος να φορτίσει με το δικό του βίωμα;

Πλάι σ' έναν ζωγράφο, έναν ποιητή, έναν μουσικό, ποιον θα βάλουμε στην τέχνη του θεάτρου; Τον συγγραφέα, τον ηθοποιό, τον σκηνοθέτη ή τον σκηνογράφο; Θα τους βάλουμε όλους μαζί υποστηρίζοντας πως εδώ μιλούμε για μια συλλογική τέχνη, για να κλείσουμε ανώδυνα το ζήτημα; Όχι, βέβαια. Θέατρο υπάρχει και χωρίς τους περισσότερους απ' αυτούς. Αρκεί ένας ηθοποιός κι ένας θεατής για να έχουμε θέατρο. Άρα επιλέγουμε τον ηθοποιό από όλους τους παραπάνω. Και ξαναρωτώ με άλλες λέξεις: τι δημιουργεί ο ηθοποιός; Δημιουργεί;

Δημιουργεί έναν άλλον εαυτό χρησιμοποιώντας τον ήδη υπάρχοντα. Προσεγγίζει ένα άλλο Είναι μέσα από το δικό του. Ένα Είναι ολότελα φανταστικό, ολότελα ανύπαρκτο, άπιαστο, φευγαλέο. Η ερωτική σχέση που διέπει τον ζωγράφο με τα χρώματα, τον μουσικό με τις νότες, τον ποιητή με τις λέξεις, στην περίπτωση του ηθοποιού με ποιον είναι; Και τι κινδύνους υποκρύπτει μια σχέση ερωτική με το ανύπαρκτο που ντύθηκε λέξεις κάποιου άλλου και που καλείται ο ηθοποιός να ενσαρκώσει σε πρόσωπο;

Θυμάμαι μια άσκηση που -τριτοετής στο Τμήμα Θεάτρου- μας είχε βάλει η Λυδία Κονιόρδου. Να βγαίνουμε ένας ένας και να απαγγέλουμε ένα ποίημα. Όλοι οι συμφοιτητές μου διάλεξαν ένα ποίημα κι εγώ διάλεξα ένα δικό μου. Όταν τελείωσε η διαδικασία, η Λυδία ολοφάνερα έκπληκτη και συνεπαρμένη, μου είπε: "πρώτη φορά στη ζωή μου άκουσα να ειπώνεται έτσι ένα ποίημα. Τίνος είναι;" Της είπα πως ήταν δικό μου. "Αδέσποτα σκυλιά οι μνήμες τριγυρνούν στους δρόμους του μυαλού, πουθενά δε βρίσκεται τροφή για δαύτα, μήτε το φάρμακο που θα τα γιάνει από τη λύσσα... κλπ", το θυμάμαι λίγο μέχρι σήμερα. "Α, γι' αυτό...", μου απάντησε. Ποια ήταν λοιπόν η διαφορά που το έκανε να ξεχωρίσει, διότι βεβαίως δεν ήταν σε καμία περίπτωση ωραιότερο ποίημα από του Καβάφη και άλλων μεγάλων ποιητών που είχαν οι άλλοι επιλέξει. Ήταν απλώς πως το ποίημα το είχα γράψει εγώ και το εκφωνούσα εγώ. Ήταν δικό μου. Ήταν βίωμά μου. Ήμουν εγώ. Ποια απομίμηση ή μίμηση μπορεί να συγκριθεί με την ειλικρίνεια του είναι μας; Νομίζω καμία.

Γιατί θαυμάζουμε τους μεγάλους έλληνες ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου που έπαιζαν τον εαυτό τους; Γιατί εκεί η σχέση είναι ξεκάθαρη, όπως και η καθεαυτό δημιουργία. Δεν υποδύονται. Είναι αυτό που είναι. Εκθέτουν τον εαυτό τους σε όλες τους τις εκδοχές. Είναι οι ίδιοι καλλιτέχνες του εαυτού τους. Τον καλλιτεχνούν και τον προσφέρουν. Χρησιμοποιούν τις λέξεις του συγγραφέα που δεν απέχουν διόλου από τις λέξεις της ζωής τους, προσθέτοντας συχνά δικές τους αυθόρμητα, σε εκδοχές που είναι μέσα στη ζωή τους απολύτως πραγματικές.

Θαυμάζουμε όμως και τον Αλ Πατσίνο και την Μέριλυ Στριπ, τον Χορν και την Λαμπέτη, που κάνουν άλλου είδους δουλειά, αυτήν για την οποία εγώ έχω τις ενστάσεις μου. Αυτούς που κατάφεραν να σαρκώσουν τον αέρα σε πρόσωπο. Να οικειωθούν τις ξένες λέξεις χτίζοντας μέσα τους ένα άλλο πρόσωπο δημιουργώντας μια νέα ψυχή. Εδώ είμαστε. Εδώ είναι όλος ο κίνδυνος. Η ευλογία και η κατάρα του ηθοποιού.

Κάθε άλλου είδους καλλιτέχνης επιχειρεί να συλλάβει και να εκφράσει μια ψηφίδα του κόσμου, της ζωής, της ύπαρξης. Μία έννοια, ένα αίσθημα, μία στιγμή, ένα ερώτημα. Ο ηθοποιός επιχειρεί κάτι τρομακτικό που εκ των πραγμάτων εμπεριέχει μία ύβρη και μία ανυπέρβλητη αλαζονεία: να δημιουργήσει και να ενσαρκώσει μια νέα ψυχή. Σ' αυτή την προσπάθεια γινεται εκφραστής ενός άλλου που γράφει ένα κείμενο, δημιουργός επί του κειμένου που του δίνει φωνή και κίνηση, μέσο, και στο τέλος ένας άλλος. Όλα μαζί. Αυτό είναι τερατώδες.

Ας σκεφτούμε πως σε όλες τις τέχνες έχουν αναπτυχθεί πλήθος θεωρίες για τις τεχνικές της ζωγραφικής, τα είδη και τους τρόπους της μουσικής σύνθεσης, τα είδη της γραφής. Πλάι σε όλα αυτά που αφορούν αντικείμενα, έχουν αναπτυχθεί πλήθος θεωρίες για τις τεχνικές της υποκριτικής που δεν αφορούν αντικείμενο, αλλά τον ηθοποιό τον ίδιο. Τον άνθρωπο που αίφνης αντικειμενοποιείται. Κανείς ποτέ δεν έγραψε θεωρητικό για το πώς πρέπει να είναι ο μουσικός, ο ζωγράφος ή ο ποιητής. Όλοι αυτοί "φτιάχνονται" ελεύθερα μέσα από τη δημιουργία τους. Τον ηθοποιό στον αιώνα μας τον "φτιάχνει" ο σκηνοθέτης... Σε τι μεταφράζεται αυτό; Ποιος δικαιούται να φτιάχνει έναν άνθρωπο, ποιος δικαιούται να παραδίδεται σ' έναν άνθρωπο κατ' αυτόν τον τρόπο, και προς χάριν τίνος πράγματος;

Έχω αφαιρέσει όπως βλέπετε όλες τις γνωστές χάρες της διαδικασίας που απευλευθερώνουν έναν άνθρωπο που μπαίνει στην υποκριτική διαδικασία. Έχω αφαιρέσει και όλες τις θεραπευτικές ιδιότητες που εμπεριέχει η έκφραση. Διότι αυτά όλα αφορούν τα αρχικά στάδια και κάποτε φτάνουμε στην ουσία. Επί της ουσίας γράφω και εκεί συζητώ.

Εδώ όμως σταματώ. Όλα όσα γράφω είναι ζητήματα προς σκέψη. Ούτε αφορισμούς θέλω να δώσω, ούτε ιδεολογικές μπροσούρες να περάσω σε κανέναν. Με απασχολούν πολύ γιατί όντως αγαπώ το θέατρο πάρα πολύ καθώς και την θεατρική διαδικασία. Όταν είδα πρόβα και συγκλονίστηκα και αποφάσισα στα 25 μου να σπουδάσω, το έκανα ελπίζοντας μέσα στην άγνοια και στην αθωότητά μου πως υπάρχει ένα επάγγελμα που λέγεται: θεατής πρόβας... Οσμίζομαι όμως τώραα πια κάτι προβληματικό που προσπαθώ να ονομάσω. Κι αν ακόμα δεν το κατάφερα, δεν θα επιμείνω περισσότερο. Ας περάσουν ακόμα λίγα χρόνια χρόνια, κι αν είμαστε γεροί, το ξαναβλέπουμε...



Saturday, May 7, 2011

Θέατρο: Η πολυτέλεια του Τίποτα (Μέρος Α΄)


Αυτή τη φράση χρησιμοποιούσε ο παλιός μου αγαπημένος φίλος και δάσκαλος στην υποκριτική, σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου για να περιγράψει με απόλυτη ακρίβεια την δουλειά του ηθοποιού. Ο ηθοποιοός έχει την πολυτέλεια να εργάζεται πάνω στο Τίποτα. Και είχε βέβαια απόλυτο δίκιο. Το θέατρο είναι αέρας. Δεν έχει αντικείμενο πραγματικό. Οι λέξεις του απέχουν πολύ από τις λέξεις που κάνουμε αντικείμενο στην καθημερινή μας ζωή. Ακόμη και το ίδιο το θεατρικό είδος γραφής παραμένει πάντα κάτι λειψό, κάτι μετέωρο, κάτι που αν δεν σαρκωθεί στη σκηνή δεν ολοκληρώνεται και αν σαρκωθεί μεταμορφώνεται πάντοτε σε κάτι άλλο απ' αυτό στο οποίο στόχευε αρχικά.

Τον έζησα τον αέρα αυτόν. Κινήθηκα μέσα του κάποια χρόνια. Ένιωσα τον κίνδυνο να αιωρούμαι μέσα στο Τίποτα του θεάτρου. Μέσα του μετεωρίζεται όλη η ύπαρξη. Το πραγματικό και φανταστικό σου Είναι. Τα αισθήματα και τα συναισθήματα. Αυτό που είσαι κι αυτό που υποδύεσαι πως είσαι. Το θέατρο είναι μια απολύτως ριψοκίνδυνη τέχνη ακριβώς διότι στερείται αντικειμένου. Και το ακόμη πιο επικύνδυνο είναι πως η εικόνα σου σαν ηθοποιός δεν σου επιστρέφεται ποτέ ακέραια. Αν σου επιστραφεί ένα κομμάτι της αυτό δε θα είναι ποτέ αυτό που ήσουν τη στιγμή της υποκριτικής πράξης, αλλά αυτό που εισέπραξε ο θεατής, ο κάθε θεατής με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα μ' αυτό που ο ίδιος κάθε φορά ήταν. Χάος.

Ίσως τελικά γι' αυτό εγκατέλειψα το θέατρο. Πολλές φορές ένιωσα να γλιστρά η ύπαρξή μου στην άβυσσο. Αυτό το νιώθεις όταν μπεις βαθιά μέσα στο Τίποτα. Όταν γίνεσαι ικανός για το Τίποτα. Και το αντέχουν πραγματικά σε όλο του το βάθος ελάχιστοι. Αυτοί που μένουν στην ιστορία ως τέρατα υποκριτικής και που στο τέλος φτάνουν να κενωθούν απολύτως. Διότι αν αποφασίσεις πως θα ακολουθήσεις αυτή την τόσο παράξενη δουλειά πρέπει να είσαι έτοιμος να χρησιμοποιήσεις σ' αυτήν ό, τι πολύτιμο με κόπο έχεις συσσωρεύσει μέσα σου από την πραγματική σου ζωή. Είναι βέβαιο πως θα έρθει μια μέρα που δε θα έχεις πια τίποτα να διαθέσεις. Θα μείνεις απολύτως άδειος σαν ένα άδειο σακί. Εγώ δεν το άντεξα. Και δεν το άντεξα ακριβώς διότι δεν είχα αυτή την επιστροφή της εικόνας μου. Δεν ήξερα τι δίνω και τι μου απομένει. Kι ακόμα δεν ήξερα προς χάριν τίνος αυτή η κένωση;

Αν ζωγραφίζεις ο πίνακας σού επιστρέφει αυτό που του δίνεις. Αν γράφεις ένα ποίημα, ένα παραμύθι, ένα χ βιβλίο, αυτά σου επιστρέφουν επίσης ό, τι έδωσες σε μεγάλο βαθμό ή σε πολύ μεγαλύτερο. Το ίδιο κάνουν οι μουσικές, ακόμα κι ο κινηματογράφος. Το θέατρο όμως είναι σαν ένα αχάριστο παιδί, αχόρταγο, άπληστο. Τα θέλει όλα δικά του και τα σκορπά στους τέσσερις ανέμους της στιγμής που περνά και χάνεται. Εκεί είναι όλο το ρίσκο, αλλά και όλη η γοητεία του.

Επικίνδυνο πράγμα η γοητεία. Η γητειά. Το μάγεμα.

Τα αρνήθηκα. Και αν κάποτε μετάνιωνα, τώρα πια δεν μετανιώνω. Τώρα την πολυτέλεια του Τίποτα την έχω μεταφέρει στην πραγματική μου ζωή. Ανοίγω τα μάτια το πρωί και μένω μια ώρα στο κρεβάτι δίχως να κάνω το παραμικρό. Πίνω τη σοκολάτα μου το απόγευμα και απλώς κοιτάζω το παράθυρο. Συχνά δίχως καμία σκέψη. Η ζωή που στο θέατρο γίνεται αντικείμενο άπιαστο, στην περίπτωσή μου γίνεται τώρα ένα δρων υποκείμενο χειροπιαστό. Ενεργεί μέσα στον κενό χρόνο του ρεμβασμού υπογείως. Δεν μου επιστρέφει απλώς την εικόνα μου, αλλά μου χαρίζει την εικόνα όλου του κόσμου. Της σιωπής. Της ανάσας. Της ακινησίας. Δεν απαιτεί από μένα να χρησιμοποιήσω το είναι μου για κάποιον λόγο ή προς χάριν ενός αμφίβολου άπιαστου κάτι. Της τον παρέχω αφειδώς μιας και καμιά βία, κανένας στόχος, καμιά φιλοδοξία δεν υποκινεί τη σχέση μας. Το κενό είναι μια ευλογημένη κατάσταση, όπως και η κένωση του εαυτού, που όμως τώρα ξέρω πως δεν πρέπει να την χρησιμοποιείς και να την εκμεταλλευτείς εσκεμμένα. Θα σε καταπιεί. Αν της παραδοθείς δίχως έργο, θεατές, σκηνοθέτες και χειροκροτήματα, θα μεταμορφωθεί σε θάλασσα λάδι που θα σε ταξιδέψει σε μέρη ανείπωτα επιστρέφοντάς σου την ανιδιοτέλεια που της χάρισες.

Σκέφτομαι πως ίσως αυτό να είναι ένα κείμενο εναντίον του θεάτρου. Ναι, κάποτε είπα πως το θέατρο είναι μια καταραμένη τέχνη... Βαριά κουβέντα, δεν την υπερασπίζομαι με σθένος... ίσως όμως να έφτασα να κατανοήσω αυτό που κάποτε δήλωσε ο Πήτερ Μπρουκ: το θέατρο σταματά μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας...