Labels

Showing posts with label Μέγας Βασίλειος. Show all posts
Showing posts with label Μέγας Βασίλειος. Show all posts

Monday, September 4, 2023

Συντροφιά στη νύχτα

Ξημερώνει Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου.
Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δεν ξέρω γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Ίσως επειδή κοιμήθηκα δυο ώρες το μεσημέρι.
Ίσως επειδή μ’ αρέσει να σε βλέπω να κοιμάσαι.
Ίσως πάλι επειδή η καρδιά μου που ο ύπνος ησυχάζει είναι ήδη ήσυχη.
Κι όμως νομίζω πως δεν είναι τίποτα απ’ αυτά.
Είναι που η νύχτα άρχισε να μεγαλώνει.
Και είναι αβάσταχτο να μεγαλώνεις μονάχος.
Θέλεις μια συντροφιά. Κάποιον στο πλάι σου να μεγαλώνετε μαζί. Όταν είμαστε μαζί είναι λιγότερο οδυνηρό. Είναι σαν να μη μεγαλώνουμε πια. Σαν να σταματά ο χρόνος. Να καταργείται. Θαρρείς κι ο χρόνος αφορά αποκλειστικά τη μοναξιά και καθόλου τη συντροφικότητα. Βλέπεις όταν είμαστε μαζί τίποτα άλλο εκτός από το μαζί δεν έχει σημασία.
Βγαίνω στο μπαλκόνι να κρατήσω συντροφιά στη νύχτα.
Ανάβω ένα κερί, κοιταζόμαστε στα μάτια.
Μένουμε για ώρα σιωπηλές σαν γνώριμες από καιρό.
Ζούμε τη στιγμή. Ποιος ξέρει αν αύριο θα είμαστε πάλι μαζί…


Friday, January 1, 2016

Μέγας Βασίλειος




Ο Βασίλειος ο Μέγας ήταν ένας απ’ τους αγίους Πατέρες μας. Έζησε τα χρόνια του βασιλιά Ουάλεντος (394) γεννημένος γύρω στο 329 από πλούσιους και ευγενείς γονείς. Ο πατέρας του, Βασίλειος και αυτός, ήταν από τον Πόντο και η μητέρα του Εμμέλεια από την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ήταν και οι δυο ευσεβείς και ορθόδοξοι και είχαν συνολικά τέσσερα γιους, τον Βασίλειο τον Μέγα, τον Γρηγόριο τον Νύσσης, τον Ναυκράτιο και τον  Πέτρο, καθώς και μία θυγατέρα, τη Μακρίνα. Στην περίπτωσή τους, ίσχυσε ο λόγος του Δαυίδ: “γενεά ευθέων ευλογηθήσεται”. Γιατί δεν ήταν ευλογημένος μόνον ο Άγιος, αλλά και τα άλλα τέσσερα αδέρφια του έγιναν θαυμαστά ως σημαιοφόροι της αρετής, διότι ο μεν Πέτρος, ο μικρότερος αδερφός του αγίου, έγινε αρχιεπίσκοπος Σεβαστείας, ο Γρηγόριος, ο τρίτος, έγινε μητροπολίτης Νύσσης, ο Ναυκράτιος έγινε ασκητής και θαυματουργός άγιος ησυχάσας στο όρος της Νητρίας, και η Μακρίνα αγίασε, -το συναξάρι της το βρίσκουμε στην 19η Ιουλίου. Όλα όμως τα αδέρφια τα ξεπέρασε ο Άγιος και στην αρετή και στη μάθηση, όπως θα καταλάβετε στη συνέχεια.

Καταρχάς από παιδί ακόμα ο Άγιος μάθαινε τα ιερά γράμματα από τον πατέρα του Βασίλειο, ιερέα και δάσκαλο των χριστιανών, ενώ όταν μεγάλωσε θέλησε να λάβει και ελληνική παιδεία την οποία οι ανόητοι και αμαθείς άνθρωποι κατηγορούσαν, επειδή δεν γνώριζαν το κέρδος της. Οι Άγιοι όμως της εκκλησίας μας και τη σπούδαζαν και την επαινούσαν, και μάλιστα ο Θεολόγος Γρηγόριος στον επιτάφιο λόγο του Αγίου Βασιλείου λέει ότι:
“εκεινοι που κατηγορούν την ελληνική σοφία και εμποδίζουν αυτούς που θέλουν να τη σπουδάσουν μοιάζουν μ’ εκείνους που είναι τυφλοί από το ένα μάτι και θέλουν να είναι όλοι οι άνθρωποι στην ίδια κατάσταση για να μην τους κατηγορεί κανείς”.

Βέβαια, εάν κάποιοι σοφοί έγιναν αιρετικοί, άλλοι όμως έγιναν άγιοι της εκκλησίας μας, των οποίων τα ονοματα είναι περιττό να αναφέρω διότι και οι ολιγογράμματοι τα γνωρίζουν. Απ’ αυτό λοιπόν μπορεί καθένας να καταλαβει ότι δεν είναι η μάθηση αιτία για να γίνει κάποιος αιρετικός, αλλά η κακή προαίρεσή του, διότι αν η μάθηση έφτιαχνε τους αιρετικούς θα γίνονταν αιρετικοί όλοι όσοι τη μάθαιναν. Τώρα όμως δε συμβαίνει αυτό για να εννοήσουμε ότι η μάθηση είναι όργανο στις υπηρεσίες του ανθρώπου, όπως για παράδειγμα το μαχαίρι το οποίο αν πέσει σε άνθρωπο που θα το χρησιμοποιήσει για καλό, δηλ. για να κόψει ψωμί ή να κάνει κάποια άλλη εργασία, τότε ονομάζεται καλό. Ενώ αν κάποιος το έχει για να αφανίσει άνθρωπο, τότε λέγεται κακό. Από μόνο του δεν είναι καλό ούτε κακό επειδή είναι άψυχο πράγμα και δεν έχει προαίρεση. Είναι καλό ή κακό ανάλογα με το πώς θα το χειριστεί ο λογικός και αυτοπροαίρετος άνθρωπος.
Έτσι είναι και η μάθηση. Την έδωσε όργανο ο Θεός στους ανθρώπους για να κατανοήσουν τα ποιήματά του και όταν ο άνθρωπος τη χρειαστεί σε ψεύτικες αιρέσεις, τότε δεν μπορεί να ονομαστεί αίτιος του κακού ο Θεός που την έδωσε, όπως και ο τεχνίτης που έφτιαξε το μαχαίρι. Αίτιος του κακού είναι ο άνθρωπος που θα χρησιμοποιήσει για το κακό τη μάθηση, εκείνος έχει την κατηγορία, ενώ η μάθηση είναι ακατηγόρητη.

Ειθυμώντας, λοιπόν να σπουδάσει την ελληνική σοφία ο Άγιος, πρώτα πήγε στο Βυζάντιο, τη σημερινή Κωνσταντινούπολη, διότι πολλοί σοφοί ήταν εκεί, κι έπειτα επιθυμώντας τελειότερες διδασκαλίες ήρθε στην Αθήνα γιατί εκείνον τον καιρό εκεί βρίσκονταν οι πρώτοι σοφοί και δάσκαλοι των ελληνικών. Εκεί ήταν και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο οποίος σπούδαζε, όπως και ο Ιουλιανός ο Παραβάτης που έπειτα βασίλευσε, ο σοφιστής Λιβάνιος, καθώς και άλλοι πολλοί από διάφορους τόπους. 
Είχε τόση αρετή ο Άγιος κατά το διάστημα των σπουδών του στην Αθήνα, ώστε όσο καιρό έμενε εκεί δεν έφαγε ούτε κρέας ούτε ψάρι, ούτε άλλο άρτυμα, ούτε κρασί ήπιε. Έτρωγε μόνο άρτο, έπινε μόνο νερό και κατά διαστήματα έτρωγε λάχανο. Ο ονομαστός δάσκαλός του Εύβουλος, σοφός και άριστος ανάμεσα στους φιλοσόφους των Αθηνών τον θαύμαζε και στεκόταν έκπληκτος μπροστά  στην τόση σωφροσύνη και εγκράτεια του Αγίου. Λέγεται δε ότι μετά απ’ αυτό, ο Εύβουλος έγινε χριστιανός.
Με τέτοιο λοιπόν τρόπο, σπούδασε όλη τη φιλοσοφία των Ελλήνων ο Μέγας Βασίλειος.


Όλος ο βίος του Μεγάλου Βασιλείου κατά μέρη βρίσκεται στο ακόλουθο λινκ:

animusanimus.blogspot.gr/search/label/Μέγας%20Βασίλειος

Μέγας Βασίλειος (Μέρος δεύτερο) Πώς έγινε Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας και γιατί συνέγραψε τη Θεία Λειτουργία

Μέγας Βασίλειος (Γρίτο Μέρος) - Η αποκατάσταση της αδικίας της χήρας

Μέγας Βασίλειος (Δ΄ Μέρος) Η πείνα της Καισάρειας

Μέγας Βασίλειος (Ε΄Μέρος) - Πώς έσωσε ο άγιος τον λαό της Καισάρειας από τον Ιουλιανό τον Παραβάτη

Μέγας Βασίλειος - Στ΄ Μέρος - Οι πειρασμοί

Μέγας Βασίλειος (Ζ΄ Μέρος) -Η επιστροφή του εξωμότη-

Μέγας Βασίλειος Η΄ μέρος - Η θεραπεία του λεπρού



Μέγας Βασίλειος - Ι΄ Μέρος - Η συνάντηση με τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο


Μέγας Βασίλειος - Μέρος Κ΄ - Η δύναμη της προσευχής του αγίου


Μέγας Βασίλειος - Μέρος Λ΄ - Η άφεση των αμαρτιών της χήρας

Μέγας Βασίλειος - Τελευταίο Μέρος - Η κοίμηση του αγίου και η μεταστροφή του Εβραίου

animusanimus.blogspot.gr/search/label/Μέγας%20Βασίλειος

Σημείωμα:
Το κείμενο αποτελεί την αρχή μίας προσπάθειας απόδοσης του κατά πλάτους βίου του Αγίου Βασιλείου στην Νέα Ελληνική.

Wednesday, July 30, 2014

Μέγας Βασίλειος - Τελευταίο Μέρος - Η κοίμηση του αγίου και η μεταστροφή του Εβραίου




Είναι όμως σωστό να διηγηθούμε και άλλο παράδοξο θαύμα του αγίου κατά το θάνατό του.

Ένας Εβραίος ονόματι Ιωσήφ βρέθηκε στην Καισάρεια. Ήταν άριστος στην ιατρική επιστήμη και πολύ πλούσιος. Σπουδάζοντας την ιατρική και μαθαίνοντας τα προγνωστικά του Ιπποκράτη γνώριζε από το σφυγμό του ασθενούς τρεις μέρες πριν αν πρόκειται να ζήσει ή να πεθάνει. Γι’ αυτό και ο άγιος Βασίλειος προβλέποντας την μετέπειτα μεταμέλειά του τον αγαπούσε και συχνά συνομιλούσε μαζί του περί της πίστεως των χριστιανών. Οι χριστιανοί βλέποντας ότι ο άγιος κάθε μέρα συνομιλεί με τον Εβραίο σκανδαλίζονταν, αλλά ο άγιος προβλέποντας ότι θα γίνει χριστιανός δεν έπαυε να τον διδάσκει διαρκώς να βαπτιστεί και να πιτέψει στον Χριστό. Όμως τότε παρέμενε αμετανόητος φυλάσσοντας την πατροπαράδοτη μιαρή θρησκεία του. Όταν ο Θεός θέλησε να τον επιστρέψει τι οικονόμησε; όπως προείδε ο άγιος τη μέρα του θανάτου του έστειλε και κάλεσε τον Εβραίο με την πρόφαση ότι τον είχε ανάγκη για να τον γιατρέψει και του είπε: τι λες Ιωσήφ; πότε θα πεθάνω; Εκείνος παίρνοντας τον σφυγμό του αγίου και καταλαβαίνοντας πως το τέλος του ήρθε απάντησε: Σήμερα Δέσποτα κατά τη δύση του ήλιου πεθαίνεις. Είπε τότε ο άγιος: Δε γνωρίζεις”. “Πίστεψε Δέσποτα είπε ο Ιωσήφ, σήμερα μέλλεται να δύσουν δύο ήλιοι, εσύ ο λαμπρός φωστήρας της Καισάρειας και ο αισθητός ήλιος” “Κι αν δεν πεθάνω μέχρι τα μεσάνυχτα, τι θα κάνεις;” ρώτησε ο άγιος. “Αυτό είναι αδύνατο να συμβεί Δέσποτα” αποκρίθηκε ο γιατρός. “Μόνο όσο έχεις φωνή πρόσταξε ό,τι επιθυμείς για την εκκλησία σου και τις υποθέσεις σου γιατί η εσπέρα δε θα σε προλάβει” “Αλλά αν ζήσω μέχρι το πρωί, τι θα κάνεις;” είπε ο άγιος. Ο γιατρός απάντσησε “αν ζήσει η αγιωσύνη σου μέχρι αύριο, εγώ να πεθάνω”. Είπε τότε ο άγιος: “Καλώς το είπες, να αποθάνεις τη αμαρτία και να ζήσεις εν Χριστώ” Αποκρίθηκε τότε ο Εβραίος: “γνωρίζω Δέσποτα ότι επιυμείς να βαπτιστώ αλλά είναι αδύνατον να ζήσει η ιερωσύνη σου, επειδή η φύση του ανθρώπου δεν είναι δυνατόν να παραβεί τους νόμους της ιατρικής”. Αυτά και άλλα αφού είπε ο Εβραίος ομολόγησε με όρκο και βαρύ στοίχημα ότι αν ζήσει ο άγιος μέχρι την αυριανή μέρα θα βαπτιστεί με όλη του την οικογένεια. Όταν έφυγε ο Εβραίος ο άγιος παρακάλεσε τον Θεό να ζήσει μέχρι την επόμενη μέρα, αφενός για να προλάβει το λείψανό του η γυναίκα για την οποια μιλήσαμε κι αφετέρου για να βαφτίσει τον Εβραίο. Ο δε Πανάγαθος Θεός εισάκουσε τη δέησή του κι έτσι νωρίς την επομένη έστειλε ο άγιος να φωνάξουν τον γιατρό. Αυτός δυσπιστώντας πήγαινε νομίζοντας ότι θα βρει τον άγιο πεθαμένο. Όταν τον είδε ζωντανό στάθηκε έκθαμβος, έπεσε στα πόδια του και είπε: “Μέγας  ο Θεός των Χριστιανών, δεν υπάρχει άλλος εκτός απ’ Αυτόν. Σ’ Αυτόν πιστεύω κι εγώ και βαφτίζομαι σήμερα” Είπε τότε σ’ αυτόν ο άγιος: “Εγώ θέλω να σε βαφτίσω εσένα και όλη σου την οικογένεια”. Ο Εβραίος αφού πλησίασε τον άγιο και πήρε το σφυγμό του είδε πως είχαν νεκρωθεί τελείως οι φλέβες του και είπε: “Ατόνισαν οι δυνάμεις σου Δέσποτα και  η φύσις σου πέθανε” “Έχουμε το Δημιουργό της φύσης ο Οποίος μας ενδυναμώνει” είπε ο άγιος. Λέγοντας αυτό σηκώθηκε και εισήλθε περπατώντας στην εκκλησία, όπου βάφτισε το γιατρό μαζί με όλη του την οικογένεια και τον ονόμασε Ιωάννη. Αφού τον βάφτισε και τον κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων ο άγιος ζήτησε τροφή. Κάθησε στο κρεββάτι του και δίδασκε κι αυτόν και όλους τους παρευρισκόμενους χριστιανούς. Γύρω στις δέκα το πρωί ρώτησε πάλι ο άγιος το γιατρό: “Πότε πεθαίνω κύριε Ιωάννη;” απάντησε τότε εκείνος ”όταν ορίσεις Δέσποτα άγιε”. Μόλις είπε αυτά ο γιατρός ο άγιος παρέδωσε την τίμια κι  ολόφωτη ψυχή του στα χέρια του Θεού. Τότε ο Ιωάννης έπεσε στα πόδια του και κλαίγοντας οδυρόμενος έλεγε: “Πιστεύω δούλε του Θεού ότι αν δεν ήθελες ούτε τώρα δε θα πέθαινες”.

Επειδή ήταν εσπέρα το λείψανο του αγίου έμεινε άταφο. Την επόμενη μέρα συναθροίστηκαν οι χριστιανοί ιερείς και λαϊκοί, όλοι κλαίγοντας και οδυρόμενοι για τη συμφορά της στέρησης τούτου του Αρχιερέα του ποιμένα και του κοινού τους πατέρα του λαμπρού αυτού φωστήρα της οικουμένης, κατέθεσαν το σεπτό του λείψανο σε τόπο επίσημο. Μαθαίνοντάς το ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος στην Αριανζό τότε βρισκόμενος έγραψε το σωζόμενο επιτάξιο λόγο. Όταν έφθασε μετά από μέρες το διάβασε ένδακρυς πάνω στον τάφο του αγίου. Ήταν δε τότε όταν κοιμήθηκε εν Κυρίω ο εν αγίοις πατήρ ημών Βασίλειος σαράντα πέντε χρονών εκ των οποίων μόνο τα πέντε χρόνια διετέλεσε αρχιερέας




ο κείμενο αποτελεί μία προσπάθεια απόδοσης του κατά πλάτος βίου του Αγίου Βασιλείου στην Νέα Ελληνική  από το πρωτότυπο, όπως αυτό το συναντούμε στο βιβλίο "Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας" του Ματθαίου Λαγγή, Επισκόπου Οινόης.

Wednesday, July 23, 2014

Μέγας Βασίλειος - Μέρος Λ΄ - Η άφεση των αμαρτιών της χήρας





Αν και είναι κι άλλα πολλά τα σπουδαία θαύματα του Μεγάλου Βασιλείου, ας πάρει τέλος η διήγησή τους, επειδή μάκρυνε κι ας διηγηθούμε το άγιο τέλος του για να ολοκληρώουμε τη διήγηση.

Μια γυναίκα χήρα που ξεπερνούσε σε ευγένεια και πλούτο οποιαδήποτε άλλη στην Καισάρεια, υποδυλώνοντας τον εαυτό της στη γαστρυμαργία και την ασωτεία και μολύνοντας την ψυχή της με άλλα σαρκικά πάθη, σκόρπισε όλη την περιουσία της.  Κατόπιν ήρθε εις εαυτόν και σκεπτόμενη την αιώνια κόλαση αποφάσισε να πάει να εξομολογηθεί τις αμαρτίες της στον άγιο. Αλλά ο εχθρός της σωτηρίας, διάβολος, έφερε στο λογισμό της την ντροπή των έργων της, κι έτσι την εμπόδισε να έρθει σε μετάνοια μέσω της εξομολόγησης. Τι σκέφτηκε λοιπόν εκείνη; Έγραψε σ’ ένα χαρτί όλες τις αμαρτίες της, στο τέλος έβαλε μια θανάσιμη αμαρτία της, και σφράγισε το γράμμα.

Την ώρα που ο άγιος Βασίλειος προχωρούσε προς την εκκλησία του, το έριξε στα πόδια του κλαίγοντας και είπε: 
“Ελέησόν με, άγιε του Θού, εμένα που είμαι αμαρτωλότερη απ’ όλους τους ανθρώπους”. Στάθηκε ο άγιος τότε, και τη ρώτησε ποια είναι η αιτία των τόσων δακρύων της. 
Εκείνη απάντησε: “ Άγιε δέσποτα, έγραψα όλες μου τις αμαρτίες σ’ αυτό το γράμμα και παρακαλώ την αγιοσύνη σου να μην το ανοίξεις, αλλά μόνο με την προσευχή σου να εξαλείψεις τις αμαρτίες μου.” 
Παίρνοντας το χαρτί ο άγιος σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και προσευχήθηκε με τα εξής λόγια:
 “Δέσποτα Κύριε, δικό σου έργο είναι να συγχωρήσεις τις αμαρτίες αυτής της δούλης σου, διότι Εσύ ως Αγαθός και Φιλάνθρωπος βάσταξες τις αμαρτίες των ανθρώπων, ο Αναμάρτητος”. Αφού είπε αυτά ο άγιος, μπήκε στην εκκλησία και άρχισε να τελεί τη θεία λειτουργία κρατώντας το γράμμα. Μετά την απόλυση, προσκάλεσε τη γυναίκα και της παρέδωσε το γράμμα λέγοντας: 
“Άκουσες, γυναίκα, πως κανείς δεν μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες εκτός απ’ τον Θεό;” 
Εκείνη απάντησε: “Το άκουσα, δέσποτα άγιε, και γι’ αυτό σε παρακάλεσα να ικετέψεις τον Θεό να μου τις συγχωρήσει.” 
Λέγοντας αυτά, άνοιξε η γυναίκα το γράμμα και, ω του Θαύματος, το είδε όλο άγραφο, εκτός από την τελευταία της αμαρτία. Βλέποντάς το αυτό η γυναίκα ολιγοψύχησε και χτυπώντας το στήθος με τα χέρια ης έπεσε στα ποδια του αγίου με το γράμμα στα χέρια και είπε: 
“Ελέησόν με, άγιε του Θεού του Υψίστου, κι όπως με τις άγιες προσευχές σου έσβησες τις άλλες αμαρτίες μου, έτσι παρακάλεσε τον Θεό να μου συγχωρήσει κι αυτήν” 
“Σήκω γυναίκα, γιατί κι εγώ αμαρτωλός είμαι κι έχω κι εγώ ανάγκη συγχωρήσεως. Πήγαινε στην έρημο κι αναζήτησε έναν μεγάλο ασκητή με το όνομα Εφραίμ κι αφού εκείνος δεηθεί στον Θεό θα σου συγχωρεθεί η αμαρτία σου”.

Παίρνοντας, λοιπόν, η γυναίκα σαν αγαθό συνοδοιπόρο την ευχή του αγίου, έφτασε στην έρημο και βρήκε τον Όσιο Εφραίμ. Πέφτοντας στα πόδια του τότε, έδειξε την επιστολή λέγοντας: 
“Ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας, Μέγας Βασίλειος, μ’ έστειλε σ’ εσένα, ώστε αφού προσευχηθείς στον Θεό, να συγχωρέσει το θανάσιμο αμάρτημά μου. Μην ολιγωρίσεις, άγιε πάτερ, να δεηθείς στον Θεό να μου συγχωρέσει κι αυτό μου το αμάρτημα”. 
Αφού το άκουσε αυτό ο Όσιος Εφραίμ είπε: 
“Όχι, τέκνο μου, διότι εκείνος ο οποίος παρακάλεσε τον Θεό και συγχωρέθηκαν οι πολλές σου αμαρτίες μπορεί να παρακαλέσει και για τη μία. Πήγαινε λοιπόν, παιδί μου και μη σταθείς πουθενά, για να τον προφτάσεις ζωντανό, διότι μέχρι να επιστρέψεις θα τον βρεις νεκρό.”

Μόλις το άκουσε η γυναίκα έφυγε αμέσως, αλλά μπαίνοντας στην Καισάρεια συνάντησε το λείψανο του αγίου που το πλήθος συνόδευε σε πομπή. Αμέσως τότε η γυανίκα άρχισε να κλαίει γοερά και να φωνάζει: 
“Αλλοίμονο, δούλε του Θεού, γι’ αυτό μ’ έστειλες στηνέρημο, για να πεθάνεις ανενόχλητος; Μ’ έστειλες στονΌσιο Εφραίμ, και να, επέστρεψα άπρακτη. Να δει και να κρίνει ο Θεός ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εσένα ότι αν και μπορούσες να κάνεις να συγχωρεθεί η αμαρτία μου, μ’ έστειλες σ’ άλλον”.
 Λέγοτας αυτά έριξε το γράμμα στο φέρετρο του αγίου διηγούμενη σε όλους την υπόθσεή της. Ένας κληρικός παίρνοντας το γράμμα κι επιθυμώντας να γνωρίσει ποια ήταν εκείνηη μεγάλη αμαρτία, το ξετύλιξε, αλλά το βρήκε όλο άγραφο. Τότε φώναξε δυνατά στη γυναίκα: 
“Άγραφο είναι όλο το χαρτί σου, γυναίκα. Τι λοιπόν κοιτάς; Δεν γνωρίζεις την φιλανθρωπία του Θεού;”
 Παίρνοντας η γυναίκα το γράμμα στα χέρια και βλέποντας την ευσπλαχνία του Θεού, όπως και τη μεγάλη βοήθεια του αγίου, ευχαρίστησε τον άγιο. Έτσι έζησε με σωφροσύνη θεάρεστα την υπόλοιπη ζωή της κι αναπαύθηκε εν Κυρίω.















ο κείμενο αποτελεί μία προσπάθεια απόδοσης του κατά πλάτος βίου του Αγίου Βασιλείου στην Νέα Ελληνική  από το πρωτότυπο, όπως αυτό το συναντούμε στο βιβλίο "Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας" του Ματθαίου Λαγγή, Επισκόπου Οινόης.

Wednesday, July 9, 2014

Μέγας Βασίλειος - Μέρος Κ΄ - Η δύναμη της προσευχής του αγίου




Ας διηγηθούμε κι άλλο θαύμα του αγίου Βασιλείου. 
Όταν στην Κωνσταντινούπολη βασίλευε ο Ουάλης, τον επισκέφτηκαν οι Αρειανόφρονες επίσκοποι και ιερείς της επαρχίας Νίκαιας ζητώντας να τους παραδώσει τον μητροπολιτικό ναό για να ψάλλουν αυτοί εκεί και να διωχθεί ο Ορθόδοξος αρχιερέας. Ο Ουάλης που πίστευε τα ίδια μ’ αυτούς, συμφώνησε. Έστειλε αμέσως στρατιώτες κι έδιωξε τον αρχιεπίσκοπο των χριστιανών και όρισε να κατέχουν το ναό οι Αρειανοί. 
Μαθαίνοντάς το οι ορθόδοξοι χριστιανοί της Νίκαις πήγαν στον άγιο παρακαλώντας τον να μεσιτεύσει στο βασιλιά για ν’ αλλάξει γνώμη. Ο Άγος πήγε κι επισκέφτηκε τον Ουάλη και του είπε: 
“Βασιλιά, ο προφήτης Δαυίδ λέει: “τιμή βασιλέως κρίσιν αγαπά”, ο δε σοφός Σολομών: “κρίσιν βασιλέως δικαιοσύνη”. Η βασιλεία σου, λοιπόν, για ποιον λόγο δίχως δίκαιη κρίση έδιωξε τους ορθοδόξους από την εκκλησία τους που την παρέδωσες στους αιρετικούς αρειανούς;”
Ο βασιλιάς του απάντησε: “ Πάλι παρεκτράπηκες σε ύβρεις Βασίλειε; Δε σου αρμόζει να λες τέτοια λόγια”. 
Αλλά ο άγιος του είπε: “Για το δίκαιο αρμόζει και να πεθάνω, βασιλιά”. 
Τότε ο βασιλιάς είπε στον άγιο: “Πήγαινε μόνος σου στη Νίκαια και κρίνε με δικαιοσύνη και τα δύο μέρη. Πρόσεξε όμως να μην κάνεις ότι θέλει ο λαός σου”. 
Ο άγιος αποκρίθηκε: ”Δώσ’ μου εξουσία να κρίνω εγώ βασιλιά και αν ακούσεις πως μερολήπτησα υπέρ των χριστιανών να με θανατώσεις”. 

Παίρνοντας λοιπόν την εξουσία απ’ το βασιλιά, ο άγιος πήγε στη Νίκαια, όπου αφού συγκάλεσε αρειανούς και ορθοδόξους, τους μίλησε με τα ακόλουθα λόγια: 
“Ορίστε, ήρθα κατά την προσταγή του βασιλιά. Να κάνουμε λοιπόν το εξής: ας κλείσουμε την εκκλησία κι εμέις οι ορθόδοξοι κι εσείς οι αρειανοί. Κατόπιν, προσευχηθείτε πρώτοι εσείς κι αν ανοίξει η εκκλησία κρατήστε την, αν όμως δεν ανοίξει, τότε θα προσευχηθούμε κι εμείς, κι αν στη δική μας δέηση ανοίξει τότε θα μείνει σ’ εμάς. Αν όμως μείνει κλειστή και σ' εμάς, τότε είναι δική σας.”

Αυτή η κρίση του αγίου άρεσε σε όλους σαν δίκαιη και εύλογη. Φεύγοντας και οι αρειανοί και οι ορθόδοξοι έκλεισαν και σφράγισαν τις πόρτες της εκκλησίας. Μετά απ’ αυτό, συγκεντρώθηκαν οι αρειανοί και για τρεις μέρες έψαλλαν ικεσίες και δεήσεις για ν’ ανοίξει η εκκλησία. Όμως ο Χριστός -που πρόσβαλλαν- δεν άκουσε τις προσευχές τους. 

Τότε τους είπε ο άγιος: “Τώρα ας προσευχηθούμε κι εμείς”.
Προσκαλώντας, λοιπόν, ο άγιος τους ορθοδόξους χριστιανούς πήγε στον ναό του αγίου μεγαλομάρτυρα Διομήδη που ήταν κοντά στην μητροπολιτική εκκλησία. Εκεί αφού τέλεσε αγρυπνία με όλο το πλήθος, το πρωί  πήγαν όλοι μαζί με τους αρειανούς μπροστά στις πόρτες της μητροπολιτικής εκκλησίας. Ο άγιος Βασίλειος σφράγισε με τα χέρια του τρεις φορές τις  πόρτες της εκκλησίας και είπε: “Ευλογητός ο Θεός των χριστιανών στους αιώνες των αιώνων”. Αμέσως έσπασαν οι μοχλοί κι οι πόρτες άνοιξαν. Μπαίνοντας τότε ο άγιος με όλο το πλήθος των χριστιανών τέλεσε τη Θεία λειτουργία. Κατόπιν, αφού αγίασε το λαό την παρέδωσε στους ορθοδόξους. 
Ήταν 19 Ιανουαρίου. Εκείνη τη μέρα δεν ευφράνθηκαν μόνο οι ορθόδοξοι χριστιανοί γιατί επανέκτησαν την εκκλησία τους, αλλά και πολλοί από τους αρειανούς βλέποντας το θαύμα του αγίου επέστρεψαν στην ορθόδοξη πίστη αναθεματίζοντας την αίρεσή τους.





Το κείμενο αποτελεί μία προσπάθεια απόδοσης του κατά πλάτος βίου του Αγίου Βασιλείου στην Νέα Ελληνική  από το πρωτότυπο, όπως αυτό το συναντούμε στο βιβλίο "Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας" του Ματθαίου Λαγγή, Επισκόπου Οινόης.

Saturday, June 21, 2014

Μέγας Βασίλειος - Ι΄ Μέρος - Η συνάντηση με τον όσιο Εφραίμ τον Σύρο



Τον καιρό εκείνο ο Όσιος Εφραίμ ο Σύρος ησύχαζε στην έρημο. Ακούγοντας για τα θαύματα του αγίου Βασιλείου παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει ποιος είναι ο άγιος. Είδε τότε μια πύρινη στήλη που έφθανε ως τον ουρανό κι άκουσε τη φωνή να του λέει: 
"Εφραίμ, Εφραίμ, σαν αυτή την πύρινη στήλη είναι ο Μέγας Βασίλειος". 
Τότε χωρίς καθυστέρηση πήρε μαζί του έναν διερμηνέα που γνώριζε την ελληνική και τη συριακή γλώσσα και πήγε στην Καισάρεια. Ήταν η εορτή των Φώτων. Μπαίνοντας στην εκκλησία και βλέποντας τον άγιο Βασίλειο ντυμένο λαμπρά και πολύτιμα άμφια να τελεί με πολλή παρρησία την ιερή λειτουργία κατηγόρησε τον εαυτό του και είπε στον διερμηνέα: 
“Μάταια κοπιάσαμε αδερφέ, διότι αυτός αν και βρίσκεται σε τόση δόξα δεν είναι όπως τον είδα”. 
Αυτά τα λόγια του Οσίου Εφραίμ τα πληροφορήθηκε ο άγιος από το Πνεύμα το Άγιο και αφου κάλεσε έναν διάκονο του είπε: 
“Πήγαινε στη δυτική πύλη της εκκλησίας κι εκεί θα δεις να στέκονται δύο μοναχοί, ένας χωρίς γένια, ψηλός και λεπτόσαρκος κι ένας με μαύρη γενειάδα. Να πεις λοιπόν σ’ αυτόν που δεν έχει γένια: 
“να έρθεις στο Άγιο Βήμα, διότι σε καλεί ο πατέρας σου ο Αρχιεπίσκοπος”. 
Μετά βίας διασχίζοντας το πλήθος ο διάκονος έφτασε και είπε στον Όσιο Εφραίμ τα λόγια του αγίου. Μέσω του διερμηνέα εκείνος απάντησε: 
“Πλανεύτηκες αδερφέ, εμείς είμαστε ξένοι και άγνωστοι, πώς λοιπόν μας γνωρίζει ο Αρχιεπίσκοπος;” 
Αν και ο διάκονος επέστρεψε και ανέφερε τα λόγια του οσίου στον άγιο, πάλι ο άγιος τον έστειλε σ’ αυτόν να του πει: 
“Κύριε Εφραίμ, έλα στο Άγιο Βήμα, διότι σε καλεί ο Αρχιεπίσκοπος” 
Πηγαίνοντας λοιπόν δεύτερη φορά ο διάκονος, αφού ασπάστηκε τις άκρες των ποδιών του, είπε στον όσιο τα λόγια του αγίου.
Τότε ο Όσιος Εφραίμ έβαλε μετάνοια στον διάκονο λέγοντας: 
“Στ’ αλήθεια στήλη πυρός είναι ο Μέγας Βασίλειος, αλλά τον παρακαλώ να μιλήσουμε ιδιαιτέρως στο Σκευοφυλάκιο”.

 Όταν τελείωσε η λειτουργία προσκάλεσε ο άγιος τον όσιο Εφραίμ κι αφού τον φίλησε συνομίλησε μαζί του για πνευματικά και θεία νοήματα και τον παρακάλεσε αν έχει κάποιοι κρυφό ζήτημα στην καρδιά του να του το πει. Τότε ο Όσιος Εφραίμ διά του διερμηνέα είπε:
“Μια χάρη ζητώ από την αρχιερωσύνη σου, δούλε του Θεού” 
“Ζήτα ό,τι επιθυμείς’ είπε ο άγιος “διότι πολλά σου οφείλω για οτν κόπο που κατέβαλλες για την ταπεινόητά μου” 
Είπε τότε ο Όσιος Εφραίμ: 
“Γνωρίζω, δέσποτα άγιε, ότι αν παρακαλέσεις για κάτι τον Θεό, στο προσφέρει. Επιθυμώ λοιπόν να παρακαλέσεις να μιλήσω ελληνικά γιατί καθόλου δεν γνωρίζω τη γλώσσα σας” 
Ο άγιος απάντησε: 
“Το αίτημά σου είναι πάνω απ’ τις δυνάμεις μου, πάτερ άγιε και της ερήμου καθηγητή. Αλλά επειδή το ζήτησες με πίστη, ας προσευχηθούμε μαζί στο Θεό και σ’ Εκείνον είναι δυνατόν να πραγματοποιήσει την επιθυμία σου, διότι καθώς λέει ο προφήτης Δαυίδ, θέλημα των φοβουμένων Αυτού ποιήσει και της δεήσεως αυτών εισακούσεται και σώσει αυτούς”. 
Αφού τα είπε αυτά ο άγιος στάθηκε μαζί με τον όσιο Εφραίμ πολλή ώρα. Όταν η προσευχή τους τελείωσε είπε μεγαλοφώνως ο άγιος: “Η χάρις του Παναγίου Πνεύματος έστω μετά σου και λάλησον ελληνιστί”. Αμέσως μόλις το είπε αυτό ο άγιος, ω του θαύματος! Άνοιξε το στόμα του ό Όσιος Εφραίμ και μίλησε ελληνικά όπως ο άγιος Βασίλειος και όλοι οι χριστιανοί. Λένε δε ότι ο άγιος τον χειροτόνησε ιερέα και τον διερμνηνέα του διάκονο. Ο Όσιος Εφραίμ έμεινε σοτνάγιο τρεις μέρες και πολύ ωφελήθηκε από τη διδακσλία του.
Ύστερα αναχώρησε πάλι για την έρημο δοξάζοντας κι ευλογώντας το Θεό.



Friday, June 6, 2014

Μέγας Βασίλειος Η΄ μέρος - Η θεραπεία του λεπρού



Θέλησε τότε ο άγιος να πάει σε μια πόλη της επαρχίας του που υπηρετούσε ένας ιερέας που ονομαζόταν Αναστάσιος, άνθρωπος δίκαιος και ενάρετος. Εκτός από την εγκράτεια και τη νηστεία που με κάθε ακρίβεια τηρούσε, είχε και μια σύζυγο η Θεογνωσία που την είχε για σαράντα χρόνια σαν αδερφή και σαν γυναίκα ποτέ του δεν τη γνώρισε. Οι άνθρωποι εκείνης της πόλης έλεγαν, πως επειδή δεν έχει παιδιά, είναι στείρα. 
Και μια άλλη αρετή είχε ο ιερέας. Κρατούσε στο σπίτι του έναν λεπρό. Τον περιποιούνταν και τον θεράπευε μαζί με την πρεσβυτέρα του χωρίς κανείς να το γνωρίζει. Όταν ό άγιος ξεκίνησε την οδοιπορία του το πληροφορήθηκε ο ιερέας Αναστάσιος από το Πνεύμα το Άγιο και είπε στην πρεσβυτέρα: “αδελφή μου, εγώ θα πάω στο χωράφι επειδή είναι ανάγκη. Σήμερα θα έρθει ο Δεσπότης μας και την τάδε ώρα να βγεις από το σπίτι με θυμίαμα και λαμπάδες να τον προϋπαντήσε”ς". 
Όταν βγήκε η Θεογνωσία την ώρα που της είχε ορίσει ο Αναστάσιος, έφτασε και ο άγιος και της είπε: 
“Πώς είσαι κυρία Θεογνωσία;” 
Αυτή γεμάτη έκπληξη για την επίκληση του ονόματός της απάντησε: “Καλά Δέσποτα άγιε” 
Ύστερα τη ρώτησε ο άγιος: “Πού είναι ο κύριος Αναστάσιος ο μεγαλύτερος αδερφός σου;” 
Εκείνη απάντησε: “Σύζυγός μου είναι δέσποτα και πήγε σοτν αγρό να εργαστεί” 
Είπε τότε ο άγιος: “Ήρθε και είναι στο σπίτι. Μη στείλεις λοιπόν ανθρώπους να τον καλέσουν”. 
Ακούγοντας αυτή την προφητεία η Θεογνωσία έπεσε στα πόδια του κλαίγοντας, “ευχήσου για μένα την αμαρτωλή, δέσποτα άγιε, γιατί σ’ εσένα βλέπω μεγάλα και θαυμαστά”. Της ευχήθηκε ο άγιος και μπήκε στο σπίτι. Στην πόρτα τον προϋπάντησε ο ιερέας Αναστάσιος. 
Κι αφου κάθισε ο άγιος είπε στον ιερεά: “διηγήσου μας κύριε Αναστάσιε τις αρετές σου προς ωφέλεια των παρευρισκόμενων χριστιανών”. 
Τότε ο Αναστάσιος απάντησε: “είμαι αμαρτωλός άνθρωπος, δέσποτα άγιε, ποια αρετή ζητάς από μένα; Μόνο αυτό θα πω στην αρχιερωσύνη σου, ότι έχω δύο άροτρα και το μεν ένα δουλεύω εγώ το δε άλλο ο δούλος μου. Απ’ ό,τι παράγουμε κρατούμε όσο μας αρκεί για ζούμε, ενώ το υπόλοιπο το δίνουμε στους φτωχούς. Έχω δε και τη σύζυγό μου και δούλη σου που με υπηρετεί.” 
“Μη τη λες σύζυγό σου” είπε ο άγιος, “αλλά λέγε την αδερφή σου, όπως πράγματι είναι, και πες μου και τις άλλες αρετές σου”. 
Ο ιερέας απάντησε: “ Καμιά άλλη δεν έχω Δέσποτά μου και είμαι έρημος κάθε αγαθοεργίας”. 
Τότε του λέει ο άγιος: “Σήκω κι έλα μαζί μου”. 
Καθώς ο ιερέας σηκώθηκε, ο άγιος τον οδήγησε στο κελλί που είχε τον άρρωστο κλεισμένο και του είπε: “άνοιξε αυτή την π όρτα”. 
Ο πρεσβύτερος απάντησε: “μη μπεις άγιε του Θεού, γιατί ο τόπος είναι μολυσμένος” 
“Κι εγώ τέτοιο τόπο χρειάζομαι” είπε ο Άγιος. 
Επειδή δε ο ιερέας δεν ήθελε ν’ ανοίξει την πόρτα, για να μη φανερωθεί η αρετή του, ο άγιος την άνοιξε μόνο με την προσευχή του κι αφού μπήκε μέσα είπε στον Αναστάσιο: “γιατί κρύβεις από μένα τούτο τον θησαυρό σου;” 
Ο πρεσβύτερος απάντησε: “είναι οργίλος και οξύθυμος Δέσποτά μου και φοβήθηκα να σας τον παρουσιάσω μη πει καμιά βλαστημία εναντίον σου”. 
Είπε ο άγιος στον πρεσβύτερο: “καλά αγωνίστηκες  για αυτόν τόσα χρόνια, αλλά άφησέ με κι εμένα αυτή τη νύχτα εδώ να τον υπηρετήσω”. 
Παρέμεινε λοιπον ο άγιος όλη τη νύχτα στο κελί με τον άρρωστο προσευχόμενος θερμά στον Θεό και το θαύμα έγινε: Το πρωί αυτός βγήκε απ’ το κελλί εντελώς θεραπευμένος χωρίς να έχει ούτε το ελάχιστο σημαδι από τη λέπρα.



Το κείμενο αποτελεί μία προσπάθεια απόδοσης του κατά πλάτος βίου του Αγίου Βασιλείου στην Νέα Ελληνική  από το πρωτότυπο, όπως αυτό το συναντούμε στο βιβλίο "Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας" του Ματθαίου Λαγγή, Επισκόπου Οινόης.


Monday, May 12, 2014

Μέγας Βασίλειος (Ζ΄ Μέρος) -Η επιστροφή του εξωμότη-



Άρχοντας στην Καισάρεια ήταν κάποιος Προτέριος, πολύ πλούσιος και θεοσεβής. Αυτός είχε μοναχοπαίδι μια ωραία θυγατέρα δεκαπεντάχρονη. Τι σκέφτηκε λοιπόν ο πανούργος διάβολος ο εχθρός της παρθενίας; Άναψε την επιθυμία σ’ ένα δούλο του άρχοντα κι εκείνος έψαχνε τρόπο για να την πάρει γυναίκα του. Κι επειδή δεν μπορούσε να το κατορθώσει πήγε σ’ έναν μάγο ειδωλολάτρη του καιρού εκείνου, υπηρέτη του διαβόλου και του είπε: 
“αν μεταστρέψεις την καρδιά της θυγατέρας του αφέντη μου ώστε να με αγαπήσει και να με πάρει άντρα της θα γίνω δούλος σου και θα σου δώσω ό,τι θέλεις”. 
Τότε ο μάγος είπε στον δούλο: “αν αρνηθείς τον Χριστό και προφορικά και γραπτά θα εκτελέσω την επιθυμία σου” 
Ο ελεεινός δούλος απάντησε: 
“αρνούμαι το Χριστό και πορφορικά και γραπτά, αρκεί να γίνει το θέλημά μου” 
Ο μάγος τότε του είπε: 
“θα σου δώσω ένα γράμμα και κατά τα μεσάνυχτα θα πας σ’ ένα ειδωλολατρικό μνημείο όπου αφού επικαλεστείς τους δαίμονες θα το ρίξεις εκεί. Τότε θα έρθουν οι δαίμονες και θα σε αρπάξουν και θα σε οδηγήσουν στον άρχοντά τους κι εκεί θα γίνει αυτό που επιθυμείς”. 
Το γράμμα έγραφε τα εξής: 
“επειδή σαν αφέντης και δεσπότης μου πρέπει να υπηρετώ την επιθυμία σου να μεταστρέφω τους χριστιανούς από την πίστη του Χριστού και να πιστεύουν σ’ εσένα, γι’ αυτό σου στέλνω αυτόν τον νέο ο οποίος ερωτοχτυπήθηκε και σε παρακαλώ να πράξεις το θέλημά του για να έχω κι εγώ την περηφάνια ανάμεσα στους ανθρώπους ώστε να προστρέχουν σ’ εμένα.”
Αφού ο μάγος έγραψε το γράμμα το έδωσε στο νέο. Εκείνος σύμφωνα με την προσταγή του, στάθηκε στο μνημείο ενός ειδωλολάτρη και επικαλούμενος τους δαίμονες έριξε την επιστολή. Αμέσως εμφανίστηκαν οι δαίμονες μπροστά του και είπαν: 
“αν θέλεις να γίνει η επιθυμία σου ακολούθησέ μας” 
Τον μετέφεραν λοιπόν εκεί που κάθονταν ο μιαρός διάβολος πάνω σ’ ένα ψηλό κάθσιμα περιτριγυριζόμενος από τους δαίμονες. Αφού διάβασε την επιστολή του μάγου είπε στον νέο: “Πιστεύεις σ’ εμένα;” 
Εκείνος του απάντησε: “Ναι, πιστεύω” 
Πάλι ρώτησε ο διάβολος: “Αρνείσαι τον Χριστό;” 
“Ναι, αρνούμαι αυτόν” είπε ο νέος. 
“Είστε αχάριστοι εσείς οι χριστιανοί” συνέχισε ο διάβολος, “διότι όταν σας παρουσιάζεται ανάγκη έρχεστε σ’ εμένα κι όταν γίνει αυτό που επιθυμείτε με αρνείστε και πηγαίνετε πάλι στον Χριστό, ο οποίος επειδή είναι φιλάνθρωπος σας δέχεται. Αλλά να αρνηθείς γραπτά την πίστη σου και το βάπτισμα και γράψε ότι δέχεσαι να κολαστείς αιώνια μαζί μου την ημέρα της Κρίσεως και τότε εγώ θα σε υπηρετήσω”.

 Τότε ο ταλαίπωρος εκείνος νέος τυφλωμένος απ’ τον έρωτα έδωσε γραπτώς την άρνηση της πίστης του, όπως του το ζήτησε ο δαίμονας. Αφού το έπραξε επέστρεψε στο σπίτι του αφέντη του και αμέσως ο διάβολος έστειλε τους υπηρέτες του να παρασύρουν την κόρη στην επιθυμία του νέου. Μετά από κάποιες μέρες άρχισε η κόρη εκείνη να φωνάζει: 
“Ή μου δίνετε σύζυγο τον τάδε δούλο ή αλλιώς θα πεθάνω” Ακούγοντάς την οι γονείς της κάθε μέρα και βλέποντας ότι πολλές φορές αποπειράθηκε ν’ απαγχονιστεί, κι επειδή και κάποιοι φίλοι τους συμβούλευαν πως είναι καλύτερο να γίνει η επιθυμία της παρά να πεθάνει άδικα, κλαίγοντας και οδυρόμενοι τέλεσαν τους γάμους. 
Αφότου έγιναν οι γάμοι ο νέος ουδέποτε ούτε στην εκκλησία πήγε ούτε μεταλάμβανε των Αχράντων Μυστηρίων, ούτε έκανε το σημείο του σταυρού. Βλέποντάς το αυτό κάποιοι γείτονες χριστιανοί είπαν στη γυανίκα: 
“γνώριζε καλά ότι ο σύζυγός σου δεν είναι χριστιανός”.
Μια μέρα λοιπόν είπε αυτή σοτν άντρα της: 
“Έχω την υποψία πως δεν είσαι χριστιανός επειδή πέρασαν τόσες Κυριακές και τόσες Δεσπτοτικές γιορτές και ποτέ δεν ήρθες στην εκκλησία ούτε για να προσκυνήσεις ούτε για να κοινωνήσεις ούτε να κάνεις το σταυρό σου. Εγώ όμως νομίζοντας πως είσαι χριστιανός σε παντρεύτηκα. Αν λοιπόν δε δεχτείς να πάμε μαζί στην εκκλησία θα σε αποχωριστώ.”
Βλέποτνας τότε ο ταλαίπωρος πως δε μπορεί άλλο να κρύψει εκείνο που έπραξε της είπε: 
“Εγώ για την αγάπη σου απαρνήθηκα τον Χριστό γραπτά. Δεν μπορώ λοιπόν να έρθω στην εκκλησία των χριστιανών ούτε να κοινωνήσω” 
Ακούγοντας αυτά τα λόγια η δύστυχη εκείνη γυναίκα έκλαψε, θρήνησε και χτυπιόταν για τη συμφορά που τη βρήκε.
Έσπευσε τότε να πάει σον άγιο Βασίλειο και του διηγήθηκε όλη την υπόθεση. Τότε ο άγιος κάλεσε τον νέο και τον ρώτησε για τα συμβάντα. Εκείνος κλαίγοντας του εξομολογήθηκε όλη την αλήθεια. Τότε τον ρώτησε ο άγιος “θέλεις να μετανιώσεις;” “Θέλω άγιε Δέσποτα” απάντησε ο νέος “αλλά δεν μπορώ γιατί αρνηθηκα γραπτώς την πίστη μου” “Άκουσέ με σε ό,τι σου πω” είπε ο άγιος, “μη σε μέλλει για τη γραπτή ομολογία σου γιατί η μετάνοια κι αυτήν ακόμα την καθιστά άχρηστη” “Στο λαιμό σου κρέμεται η ψυχή μου άγιε Δέσποτα” είπε ο νέος, “ό,τι προστάξεις θα το κανω”. Τότε ο άγιος έκλεισε το νέο στο κελλί του και του είπε: “μείνε εδώ και προσευχήσου. Νήστεψε τρεις μέρες και κατόπιν θα έρθω εγώ να σε δω”. Ο δε άγιος προσευχόταν μόνος του και παρακαλούσε νηστεύοντας για τη σωτηρία του νέου. 
Μετά την τρίτη μέρα ήρθε ο άγιος και τον ρώτησε: 
“πώς είσαι παιδί μου;” “βρίσκομαι σε μεγάλη ανάγκη άγιε του Θεού, διότι δεν μπορώ να υπομείνω τις φωνές και το ξύλο των δαιμόνων, επειδή κρατώντας την ομολογία μου με πολεμούν λέγοντάς μου: “όσο κι αν κοπιάζεις δε θα μπορέσεις να ελαφρώσεις επειδή εμείς κρατάμε το ιδιόχειρο γράμμα στου”. Είπε τότε ο άγιος: “μη φοβάσαι παιδί μου, μόνο πίστευε και θα σωθείς” Αφού είπε αυτά ο άγιος, του έδωσε άρτο και νερό  και τον έκλεισε πάλι στο κελί. 
Μετά από μερικές μέρες πάλι πήγε ο άγιος και τον ρώτησε: “Πώς είσαι παιδί;” αποκρίθηκε ο νέος: “Διά των ευχών σου καλά, διότι τώρα δεν βλέπω τους δαίμονες, μόνο τις φωνές και τις απειλές τους ακούω να έρχονται από μακριά” και πάλι ο άγιος αφού του έδωσε τροφή και προσευχήθηκε, έκλεισε την πόρτα κι έφυγε. 
Όταν συμπληρώθηκαν σαράντα μέρες πήγε πάλι ο άγιος και τον ρώτησε: “Πώς είσαι παιδί;” αποκρίθηκε τότε εκείνος: “Με την ευχή σου πολύ καλά, άγιε Δέσποτα. Τώρα ούτε την κακιά σκιά των διαμόνων βλέπω, ούτε τις φωνές τους ακούω. Αυτή τη νύχτα μάλιστα είδα ένα όραμα, ότι πάλεψες για μένα με τον δαίμονα και νίκησες”. Αμέσως τότε ο άγιος έστειλε σ’ αυτούς που μεριμνούσαν για την ευταξία να παραγγείλουν σε όλους τους κληρικούς και τους λαϊκούς να μαζευτούν στην εκκλησία. 
Όταν συγκεντώθηκαν όλοι τούς είπε: 
“αγαπητά μου παιδιά, ας ευχαριστήσουμε όλοι μαζί τον Κύριο, γιατί ένα απολωλός πρόβατο βρέθηκε. Αλλά είναι σωστό να κοπιάσουμε κι εμείς για την αγάπη του Χριστού κάνοντας αγρυπνία αυτή τη νύχτα για να ελεήσει το πλάσμα των χειρών Του”.
Έκαναν λοιπόν, αγρυπνία με ψαλμούς και δάκρυα θερμά προσευχόμενοι στον Θεό όλη νύχτα. Κατά την τρίτη ώρα της μέρας εισήλθε ο άγιος να λειτουργήσει. Ενώ τελούσε τη Θεια λειτουργία ήρθαν εκεί οι δαίμονες ν’ αρπάξουν τον νέο. Φοβισμένος εκείνος πήγε σοτν άγιο και κρατώντας τον φώναζε: “Ελέησόν με δούλε του Θεού, ελέησόν με, διότι ήρθαν οι δαίμονες και θέλουν να μ’ αρπάξουν”. 
Είπε τότε ο άγιος στους δαίμονες: “Αναίσχυντοι και μιαροί, δεν σας αρκεί η δική σας απώλεια, αλλά ήρθατε στον ναό του Θεού ν’ αρπάξετε και τούτον;” 
Αποκρίθηκε τότε ένας απ’ τους δαίμονες: “Με αδικείς Βασίλειε. Δεν πήγα εγώ σ’ αυτόν, αλλά αυτός με τη θέλησή του ήρθε σ’ εμένα και αρνήθηκε την πίστη του. Ορίστε και η γραπτή ομολογία του”. 
Αλλά ο άγιος είπε: “Ευλογητός Κύριος ο Θεός μου. Τούτο το πλήθος δεν θα κατεβάσει τα χέρια του, αν εσύ δεν αποδώσεις το έγγραφο” και στρεφόμενος προς το εκκλησίασμα είπε: “σηκώστε στον ουρανό τα χέρια σας και με δάκρυα φωνάξτε όλοι μαζί το Κύριε ελέησον”. 
Καθώς όλοι όπως πρόσταξε ο άγιος φώναξαν για πολλή ώρα Κύριε ελέησον, το έγγραφο του νέου εκείνου άρχισε να πέφτει  ώσπου έφτασε στα χέρια του αγίου. Παίρνοντάς το ο άγιος, ευχαρίστησε το Θεό και είπε σοτν νέο: “ αναγνωρίζεις το ιδιόχειρο γράμμα σου;” “ναι, άγιε του Θεού, αυτό είναι”. Τότε ο άγιος το έσκισε σε μικρά κομματάκια και ολοκλήρωσε τη λειτουργία. Μετά απ’ αυτό αφού συμβούλεψε τον νέο και τον άλειψε με θείο μύρο, τον παρέδωσε στη γυναίκα του και επέστρεψε στο σπίτι, δοξάζοντας και ευλογώντας τον παντοκτίσμονα Θεό.



Το κείμενο αποτελεί μία προσπάθεια απόδοσης του κατά πλάτος βίου του Αγίου Βασιλείου στην Νέα Ελληνική  από το πρωτότυπο, όπως αυτό το συναντούμε στο βιβλίο "Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας" του Ματθαίου Λαγγή, Επισκόπου Οινόης.



Friday, April 11, 2014

Μέγας Βασίλειος - Στ΄ Μέρος - Οι πειρασμοί




Κατά τη βασιλεία του Ουάλη στην Ανατολή ξεσηκώθηκε μεγάλος διωγμός εναντίον όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών, ιδιαίτερα δε στην Καισάρεια, επειδή εκεί με παρρησία ο Άγιος αποκαλούσε αιρετικό το βασιλιά. Όταν το άκουσε ο βασιλιάς, θέλησε να πάει μόνος του στην Καισάρεια. Προτού όμως ξεκινήσει το ταξίδι του έστειλε πρώτα τον αρχιμάγειρά του Δημοσθένη για να απειλήσει τον άγιο. Εκείνος πήγε, αλλά μη μπορώντας να μεταλλάξει τη γνώμη του αγίου και να τον πείσει να αποδεχθεί το δόγμα του Αρείου επέστρεψε άπρακτος. Τότε ο βασιλιάς έστειλε έναν σπουδαίο άρχοντα, τον Μόδεστο, να απειλήσει τον άγιο με μεγάλες τιμωρίες, αν δεν ομογνωμούσε με το βασιλιά. Αλλα κι εκείνος μη μπορώντας να μεταστρέψει τον άγιο απ’ την Ορθοδοξία επέστρεψε άπραγος, και είπε στο βασιλιά: 
“Είναι ευκολότερο να λυγίσεις το σίδερο παρά τη γνώμη του Βασιλείου”. 
Ακούγοντας αυτά ο βασιλιάς και θαυμάζοντας την ανδρεία ψυχή του αγίου αποφάσεσε να πάει μόνος του στην Καισάρεια και στην εκκλησία όπου λειτουργούσε ο άγιος για να τον ακούσει πώς διδάσκει. Ήταν η εορτή των Θεοφανείων. Ο βασιλιάς βλέποντας εισερχόμενος  αναρίθμητο πλήθος λαού καθισμένο με απόλυτη ευταξία ν’ ακούσει τη διδασκαλία του αγίου κι αυτόν γεμάτο σεμνότητα να στέκεται και να διδάσκει σαν άλλος Απόστολος, η ψυχή του γέμισε κατάνυξη. Τότε, την ημέρα εκείνη, αφού συνομίλησε με σωφροσύνη με τον άγιο, έφυγε. Όταν όμως μετά από λίγες μέρες ήρθαν και τον βρήκαν οι Αρχιερείς του Αρειανού δόγματος του άλλαξαν τη γνώμη και πείστηκε να εξορίσει τον άγιο. Έτσι όρισε να γράψουν την απόφαση της εξορίας του. Τι επακολούθησε όμως. Ακούστε πώς ενήργησε η άπειρη δύναμη του Θεού την ώρα εκείνη.

Του μεν γραφέως που θα έγραφε την εξορία του αγίου το χέρι παρέλυσε. Του δε βασιλιά ο γιος, παιδί ακόμα, αρρώστησε τόσο βαριά που κινδύνεψε να πεθάνει. Βλέποντας αυτά ο βασιλιάς και καταλαβαίνοντας πως δεν είναι θέλημα Θεού να εξοριστεί ο άγιος του μήνυσε να έρθει να προσευχηθεί για το γιο του. Και ω του θαύματος! Και μόνο που το είδε ο άγιος αμέσως γιατρεύτηκε. Και δε γιάτρεψε μόνο το γιο του βασιλιά αλλά και τον έπαρχο Μόδεστο που κινδύνευε κι αυτός να πεθάνει. Βλέποντάς τα αυτά ο βασιλιάς και θαυμάζοντας την αρετή του Βασιλείου επέστρεψε στο θρόνο του.

Εκείνο τον καιρό ένας άρχοντας του βασιλιά που μοιράζονταν την ίδια έδρα με τον έπαρχο Μόδεστο, εκβίαζε μία χήρα αρχόντισσα από την Καισάρεια να τον παντρευτεί. Εκείνη δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει τα λόγια του γιατί ήθελε να γίνει μοναχή.  Νικημένος απ’ τον έρωτα ο άρχοντας έστειλε τους υπηρέτες του να του τη φέρουν με τη βία. Μόλις εκείνη το πληροφορήθηκε κατέφυγε στον ναό της Μητροπόλεως και μπαίνοντας στο Άγιο Βήμα κράτησε το άγιο δισκοπότηρο για να μην την πειράξει κανείς. Μαθαίνοντάς το ο έπαρχος Μόδεστος και θέλοντας να συκοφαντήσει τον άγιο, έστειλε ανθρώπους να ψάξουν κάτω απ’ το κρεββάτι του δήθεν για να την βρούν. Και όχι μόνο αυτό να κάνουν, αλλά και τον άγιο να φέρουν δεμένο σαν να είχαν βρει τάχα τη γυναίκα στο κελί του. Μόλις τα έμαθαν αυτά οι Χριστιανοί όρμησαν να σκοτώσουν τον Μόδεστο σαν αιρετικό και συκοφάντη του αγίου. Και πράγματι θα τον σκότωναν αν δεν κατεύναζε ο άγιος την οργή τους. Ντροπιασμένος αλλά και φοβισμένος ο Μόδεστος από την οργή του λαού άφησε ήσυχο τον άγιο. Ο εχθρός όμως της αλήθειας, διάβολος, βλέποντας να αυξάνεται η Ορθοδοξία στην επαρχία της Καππαδοκίας, την οποία κυβερνούσε ο άγιος να τι μηχανεύτηκε.

Ο βασιλιάς Ουάλης θέλησε να χωρίσει την επαρχία της Καππαδοκίας σε δύο επαρχίες κι έτσι να είναι δύο έπαρχοι και δύο κριτές σ’ εκείνον τον τόπο. Και ο ένας να έχει την έδρα του στην Καισάρεια, ο άλλος στα Τύανα. Μαθαίνοντάς το αυτό οι επίσκοποι των Τυάνων, κάποιοι απ’ αυτούς και αιρετικοί, άρχισαν να φιλονικούν με τον άγιο, θέλοντας να αναδείξουν δεύτερο μητροπολίτη στα Τύανα και να χωρίσουν την επαρχία σε δύο μητροπόλεις, όπως θα ήταν και οι έπαρχοι. Ο άγιος όμως με ταπείνωση τους έλεγε πως η εκκλησία δεν υποχρεούται να ακολουθεί τη βασιλεία, αλλά η βασιλεία την εκκλησιία και πως δεν είναι σωστό να χωρίσουν οι μητροπολίτες οι μιμητές του Χρισοτύ, επειδή χώρισαν οι έπαρχοι. Οι επίσκοπο όμως εκείνοι δεν τ’ άκουγαν αυτά γιατί είχαν παλιά έχθρα προς τον άγιο κι έτσι  χειροτότνησαν μητροπολίτη Τυάνων κάποιον με το όνομα Άνθιμο. Και δεν έκαναν μόνο αυτό οι κακοί αρχιερείς αλλά και κάτι χειρότερο.

Μεταξύ των συνόρων Καισαρείας και Τυάνων στην υπώρεια του όρους Ταύρου ήταν ο ναός του αγίου Ορέστη, ο οποίος είχε πολλά εισοδήματα από αγρούς και αμπέλια και άλλα παρόμοια. Αυτά λοιπόν οι πλεονέκτες επίσκοποι τα άρπαξαν από την εξουσία του αγίου με σκοπό να τον λυπήοσυν. Αλλά ο άγιος, όντας μιμητής Χριστού, είπε: “Το θέλοντί σοι κριθήναι και τον χιτώνα σου λαβείν, άφες αυτού και το ιμάτιο”, μη αγπαώντας τα σκάνδαλα, ειρήνευσε, αρκούμενος στην επαρχία της Καισάρειας μέχρις ότου ο Θεός βλέποντας την υπομονή του αγίου σύντομα τιμώρησε τον Μητροπολίτη Τυάνων Άνθιμο κι έτσι πάλι ενώθηκαν εκκλησιαστικως οι επαρχίες. 
Λένε πως τότε χειροτόνησε ο άγιος τον Μέγα Γρηγόριο τον Θεολόλγο επίσκοπο σε μια μικρή επισκοπή της Καισαρείας που ονομαζόταν Σάσιμα. Ως προς αυτά, ας τελειώσει η διήγηση. Θα διηγηθούμε άλλο θαύμα του αγίου και παρακαλούμε την αγάπη σας ευλογημένοι χριστιανοί να το ακούσετε με πίστη και ευλάβεια.




Το κείμενο αποτελεί μία προσπάθεια απόδοσης του κατά πλάτους βίου του Αγίου Βασιλείου στην Νέα Ελληνική  από το πρωτότυπο, όπως αυτό το συναντούμε στο βιβλίο "Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας" του Ματθαίου Λαγγή, Επισκόπου Οινόης.

Thursday, March 27, 2014

Μέγας Βασίλειος (Ε΄Μέρος) - Πώς έσωσε ο άγιος τον λαό της Καισάρειας από τον Ιουλιανό τον Παραβάτη




 Εκείνο τον καιρό, ο μιαρότατος Ιουλιάνος και ασεβέστατος βασιλιάς θέλοντας να πάει στα μέρη της Περσίας ήρθε κοντά στην πόλη της Καισάρειας. Ο δε Βασίλειος γνωρίζοντάς τον από την Αθήνα, δίοτι όπως είπαμε σπούδαζαν εκεί μαζί, και τιμώντας τον επιπλέον ως βασιλιά, πήρε το λαό του και τον προϋπάντησε. Μη έχοντας όμως να προσφέρει κατ’ απαίτηση του βασιλιά στη βασιλική συνοδεία άλλο δώρο, τους πρόσφερε τρεις κρίθινους άρτους, από κείνους που έτρωγε ο ίδιος. Δεχόμενος το δώρο ο βασιλιάς διέταξε τους υπηρέτες του ν’ ανταμείψουν τη δωρεά δίνοντας χόρτο από το λιβάδι. Βλέποντας ο Άγιος αυτή την καταφρόνηση είπε στο βασιλιά: “Εμείς μεν βασιλιά από κείνο που τρώμε καθώς ζήτησες σου προσφέραμε, η δε βασιλεία σου ως αρμόζει μας αντάμειψε τη δωρεά από κείνο που τρως”. Ακούγοντας αυτά ο βασιλιάς θύμωσε πολύ και είπε προς τον Άγιο: “Δέξου τώρα αυτή τη δωρεά κι όταν θα επιστρέψω απ’ την Περσία νικητής, την μεν πόλη σου θα κατακάψω, τον δε από σένα εξαπατημένο λαό θα αιχμαλωτήσω, διότι τους θεούς που εγώ προσκυνώ αυτοί τους ατιμάζουν. Εσύ δε, θα λάβεις την πρέπουσα ανταμοιβή”.

Μετά απ’ αυτές τις απειλές ο ασεβής βασιλιάς Ιουλιανός έφυγε για την Περσία. Όταν επέστρεψε ο Άγιος στην πόλη, κάλεσε όλο το πληθος του λαού κι αφού του ανακοίνωσε τις απειλές του βασιλιά τους συμβούλεψε λέγοντας: “Μη λυπηθείτε αδελφοί μου χριστιανοί τα χρήματά σας, μόνο φροντίστε για τη ζωή σας, φέρτε δε ό,τι χρήματα έχετε να τα μαζέψουμε σε ένα μέρος κι όταν ακοούσουμε ότι επιστρέφει ο βασιλιάς τα ρίχνουμε σωρούς σωρούςστο δρόμο ώστε βλέποντάς τα, σαν φιλοχρήματος που είναι να ειρηνεύσει και να μη μας κάνει όσα σκέπτεται”.
Φεύγοντας οι χριστιανοί έκαναν όπως τους πρόσταξε ο άγιος κι έφεραν άπειρο πλούτο, χρυσό, αργυρό και πολύτιμους λίθους, ενώ ο Άγιος αποδεχόμενος την προσφορά τους τα τοποθέτησε στο σκευοφυλακιο, γράφοντας του καθενός το όνομα για να φυλάγονται μέχρις ότου πληροφορηθούν την επιστροφή του βασιλιά. Όταν έμαθε ο Άγιος πως ο βασιλιάς επιστρέφει μάζεψε το πλήθος των χριστιανών με τις γυναίκες και τα παιδιά και τους πρόσταξε να νηστέψουν τρεις μέρες. Μετά τους πήρε κι ανέβηκαν στο όρος της Καισαρείας το ονομαζόμενο Δίδυμο, -δίοτι έχει δύο κορφές-, στο οποίο ήταν και ο Ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου. Στον Ναό αυτό προσευχόμενοι οι χρισιανοί με συντετριμμένες καρδιές στον μόνο εύσπλαχνο Θεό και στην υπέραγνον Μητέρα Αυτού παρακαλούσαν να μετασττρέψει την επιθυμία του ασεβέστατου βασιλιά.
Καθώς στεκόταν προσευχόμενος ο Άγιος, είδε με τον λαό του πληθος ουράνιες στρατιές να κυκλώνουν το όρος και στη μέση μια γυναίκα καθισμένη σε θρόνο με δόξα πολλή η οποία είπε στους Αγγέλους που την περιτριγύριζαν “Καλέστε μου τον Μερκούριο για να πάει και να φονεύσει τον εχθρό του Υιού μου Ιουλιανό”. Φάνηκε τότε στον Άγιο πως ήρθε ο μάρτυς Μερκούριος αρματωμένος και παίρνοντας την προσταγή εκείνης της γυναίκας που ήταν η Υπεραγία Θεοτόκος, αποχώρησε αμέσως. Μετά την αναχώρηση του μάρτυρα Μερκουρίου προσκαλώντας η Βασίλισσα των Αγγέλων τον Άγιο Βασίλειο του παρέδωσε ένα βιβλίο που περιήχε γραμμένη όλη τη δημιουργία της κτίσεως και τον πλασμένο κατόπιν απ’ το Θεό άνθρωππο. Και στη μεν αρχή του βιβλίου υπήρχε επιγραφή που έλεγε “Ειπέ” ενώ στο τέλος του βιβλίου εκεί που έγραφε για την πλάση του ανθρώπου έγραφε “τέλος”.

Βλέποντας αυτή την οπτασία ο Άγιος αμέσως ξύπνησε. Για να μην απορείτε όμως ποιο ήταν το νόημα της οπτασίας θα σας το εξηγήσω.  Ο Άγιος Βασιλείος έγραψε ερμηνεία στην Εξαήμερο του Μωυσή,στην οποία διηγούταν πώς έφτιαξε ο Θεός τον ουρανό, τη γη, τον ήλιο, τη σελήνη, τις θάλασσες, τα ζώα και όλα τα αισθητά πράμγατα. Όταν δε έμελλε να γράψει και για την έβδομη μερα, τουτέστι πώς έπλασε ο Θεός τον Αδάμ και την Εύα, τότε εκείνες τις μέρες μετέβη ο άγιος στους ουρανούς και άφησε ατελείωτο το βιβλίο του. Κατόπιν ο αδελφός του Γρηγόριος, ο αρχιεπίσκοπος Νύσσης, έγραψε περί της πλάσης του ανθρώπου και το τελείωσε. Αυτό είναι το νόημα όσων έγραφε το βιβλίο. Στην αρχή μεν  “Είπε”, στην πλάση του ανθρώπου “τέλος”. Ας επανέλθουμε όμως στον ειρμό της διήγησης.

Όταν ο Άγιος είδε αυτή την οπτασία κατέβηκε αμέσως μαζί με κάποιους κληρικούς στην πόλη. Εκεί ήταν ο ναός του αγίου Μεγαλομάρτυρα Μερκουρίου, στον οποίο βρίσκεται το λείψανό του και τα όπλα του που οι χριστιανοί τιμούσαν. Διότι ο άγιος Μερκούριος είχε μαρτυρήσει εκεί στην Καισάρεια πριν εκατό χρόνια επί της βασιλείας Βαλεριανού και Βαλερίου. Μαπίνοντας στο ναό ο Άγιος κα ιμη βρίσκοντας το λείψανο και τα όπλα ρώτησε το σκευοφύλακα της εκκλησίας να του πει τι συνέβη. Εκείνος μη γνωρίζντας την υπόθεση ορκιζόταν ότι δεν ξέρει τίποτα για το γεγονός. Τότε ο Άγιος κατάλαβε πως ήταν αληθινό το όραμά του κι ότι στη διάρκεια εκείνης της νύχτας φονεύθηκε ο ασεβέστατος βασιλιάς. Πήγε αμέσως στο όρος και είπε στους χριστιανούς: “Χαρείτε σήμερα κι αγαλλιάστε αδερφοί, εισακούστηκε η προσευχή μας, διότι ο μιαρός βασιλιάς υπέστη την πρέπουσα τιμωρία.  Αφού ευχαριστήσουμε λοιπόν τον Θεό ας πάμε πίσω στην πόλη για να πάρει καθένας από σας τα χρήματά του”.

 Ακόυγοντάς τα αυτά οι χριστιανοί φώναξαν όλοι με μια φωνή: “σκεφτήκαμε να τα δώσουμε στον ασεβή βασιλιά για να σώσουμε τη ζωή μας, να μην τα προσφέρουμε τώρα στον βασιλιά του Ουρναού και της γης που μας χάρισε τη ζωή;” Ο Άγιος τους επαίνεσε για την προθυμία τους. Όρισε να λάβουν το ένα τρίτο απ’ ότι έδωσε ο καθένας και με τα υπόλοιπα να χτίσουν πτωχοκομεία, ξενοδοχεία, γηροκομεία και ορφανοτροφεία. Έτσι λοιπόν αφού φονεύθηκε ο ασεβέστατος βασιλιάς Ιουλιανός στην Περσία από τον Άγιο Μερκούριο μέσω της προσευχής του Αγίου, βασίλεψε ο θεοσεβής Ιοβιανός που αφού βασίλεψε μόνο ένα χρόνο πέθανε και παρέλαβε τη βασιλεία ο Ουαλεντιανός και ο Ουάλης, ο αδερφός του, εκ των οποίων ο Ουάλης ήταν Αρειανός. Αρειανοί ονομάζονταν όσοι δέχονταν τα δόγματα του αιρετικού Αρείου, τον οποίο αναθεμάτισε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος επειδή έλεγε ότι ο Χριστός είναι κτίσμα και ποίημα του Θεού.



Το κείμενο αποτελεί μία προσπάθεια απόδοσης του κατά πλάτους βίου του Αγίου Βασιλείου στην Νέα Ελληνική  από το πρωτότυπο, όπως αυτό το συναντούμε στο βιβλίο "Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας" του Ματθαίου Λαγγή, Επισκόπου Οινόης.