Labels

Showing posts with label Μικρές ιστορίες. Show all posts
Showing posts with label Μικρές ιστορίες. Show all posts

Monday, September 4, 2023

Συντροφιά στη νύχτα

Ξημερώνει Δευτέρα 4 Σεπτεμβρίου.
Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Δεν ξέρω γιατί δεν μπορώ να κοιμηθώ.
Ίσως επειδή κοιμήθηκα δυο ώρες το μεσημέρι.
Ίσως επειδή μ’ αρέσει να σε βλέπω να κοιμάσαι.
Ίσως πάλι επειδή η καρδιά μου που ο ύπνος ησυχάζει είναι ήδη ήσυχη.
Κι όμως νομίζω πως δεν είναι τίποτα απ’ αυτά.
Είναι που η νύχτα άρχισε να μεγαλώνει.
Και είναι αβάσταχτο να μεγαλώνεις μονάχος.
Θέλεις μια συντροφιά. Κάποιον στο πλάι σου να μεγαλώνετε μαζί. Όταν είμαστε μαζί είναι λιγότερο οδυνηρό. Είναι σαν να μη μεγαλώνουμε πια. Σαν να σταματά ο χρόνος. Να καταργείται. Θαρρείς κι ο χρόνος αφορά αποκλειστικά τη μοναξιά και καθόλου τη συντροφικότητα. Βλέπεις όταν είμαστε μαζί τίποτα άλλο εκτός από το μαζί δεν έχει σημασία.
Βγαίνω στο μπαλκόνι να κρατήσω συντροφιά στη νύχτα.
Ανάβω ένα κερί, κοιταζόμαστε στα μάτια.
Μένουμε για ώρα σιωπηλές σαν γνώριμες από καιρό.
Ζούμε τη στιγμή. Ποιος ξέρει αν αύριο θα είμαστε πάλι μαζί…


Thursday, June 23, 2022

Ένας κοινός άγγελος


Ένας έμπειρος και παρατηρητικός άνθρωπος θα μπορούσε με την πρώτη ματιά να ισχυριστεί πως πρόκειται για έναν κοινό άνθρωπο. Δε θα ήταν μάλιστα καθόλου υπερβολικό να αποφανθεί πως πρόκειται για το "πρότυπο" του κοινού ανθρώπου.

Αδιάφορο έως κακοφτιαγμένο σουλούπι, λίγα λόγια κι αυτά χαμηλών τόνων, ντύσιμο απλό χωρίς καμία επιτήδευση, κάποιες φορές και κιτς. Δε θα χρειαζόταν καθόλου φαντασία για να συμπεράνει ο παρατηρητής, πως καμία γυναίκα, -της προκοπής τουλάχιστον-, δε θα γυρνούσε ποτέ να τον κοιτάξει. Κι ακόμα, πως ολοφάνερα πρόκειται για έναν φιλήσυχο, ολίγον βολεμένο και οπωσδήποτε αυτάρκη άντρα, που η ζωή του κύλησε αδιάφορη γεμάτη μικρά επαναλαμβανόμενα μοτίβα με απουσία εξάρσεων.

Ωστόσο, όλα αυτά τα προφανή και ανώδυνα συμπεράσματα των ηλιθίων  ισχύουν, όσο και το συμπέρασμα πως η γη είναι επίπεδη εφόσον ο ορίζοντας εκτείνεται στην ευθεία των ματιών μας.

Αυτός ο κοντός, ελαφρώς χοντρός και αρτσούμπαλος άντρας με τα βατραχίσια μάτια και τα πλατιά χείλη κάποτε παντρεύτηκε μία καλλονή που τον λάτρεψε όσο κι αυτός εκείνην. Μαζί της απέκτησε δύο παιδιά. Πάνω στη δεύτερη γέννα τον κάλεσαν επειγόντως στην κλινική γιατί κάτι δεν πήγαινε καλά. Μια αλλόκοτη αρρώστια μεταμόρφωνε ώρα την ώρα την καλλονή σε τέρας. Το ονειρεμένο σώμα της γέμιζε μελανιές και παραμορφωνόταν με ταχύτατο ρυθμό. Όταν την είδε δεν μπόρεσε να την αναγνωρίσει. Λίγες ώρες μετά η βασίλισσά του πέθανε στην αγκαλιά του.

"Είσαι λοιπόν στ' αλήθεια πουτάνα ρε ζωή;", αναρωτήθηκε τότε μέσα του, και απάντησε ευθύς αμέσως: "θα σε γαμήσω". 

Από τότε κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες να μην αγαπήσει ξανά. Παρόλα αυτά η επιτυχία του στις γυναίκες ήταν αναμφισβήτητα σκανδαλιστική. Δεν άφησε ντόπιες στη μικρή επαρχία που έμενε, δεν άφησε ξένες που έρχονταν τα καλοκαίρια διψασμένες για θάλασσα και έρωτα. Οι φίλοι του τραβούσαν τα μαλλιά τους, κανείς δεν καταλάβαινε τι του βρίσκουν και πώς είναι δυνατόν να τον προτιμούν από μια ντουζίνα ωραιότερους και πλέον ελκυστικότερους εμφανισιακά άντρες. Μέγα μυστήριο αυτό που είχε πάνω του ο κύριος αυτός κι έπεφταν όλες με το πρώτο.

Γνωρίζοντάς τον δεν μου ήταν και τόσο δύσκολο να λύσω το αίνιγμα. Είχε πράγματι ένα σπάνιο χάρισμα. Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε άμυνες. Του τις είχε αφαιρέσει όλες ο θάνατος. Και κατά δεύτερον, δεν έπαψε πραγματικά ποτέ να αγαπά τις γυναίκες και μάλιστα με τον τρόπο που εκείνες ήθελαν. Γνώριζε τη φύση της γυναίκας καλύτερα απ' όσο γνώριζε τον εαυτό του. Έκανε τα πάντα για να τους προσφέρει χαρά και απόλαυση με ευγένεια μοναδική. Ίσως να έπαιξε ρόλο και η μεγάλη του θλίψη, η απόγνωση που τον διακατείχε, χαρακτηριστικά ιδιαίτερα ελκυστικά στον κάθε άνθρωπο που δημιουργούν μια ιδιάζουσα ερωτική φύση αρκούντως θελκτική και πάντως ξεχωριστή. Γι' αυτό και άκρως ενδιαφέρουσα.

Στην πορεία της ζωής του έκανε έναν δεύτερο γάμο με μία ξένη, έναν τρίτο με μία Ελληνίδα. Ακολούθησαν διάφοροι αρραβώνες που δεν οδήγησαν σε γάμους, -δεν είχε εξάλλου και άλλα περιθώρια-, κι ένα πάθος που τον κυνήγησε και το κυνήγησε για χρόνια. Που του κατασπάραξε τα σωθικά ως οφείλει κάθε πάθος που σέβεται τον εαυτό του. Κάποτε τα άφησε όλα πίσω του κι έμεινε μόνος αφού έχασε ολάκερες περιουσίες, αφού μεγάλωσε σαν μάνα και πατέρας τα παιδιά του, διάβασε πολύ, λάτρεψε τη μουσική, έγινε συλλέκτης δίσκων που σπάνια άκουγε.

Έφτασε μια μέρα σε οριακό σημείο φτώχειας. Έκανε το σταυρό του κι αγόρασε ένα λαχείο. Κέρδισε τον πρώτο λαχνό και σώθηκε. Μια άλλη φορά για να κάνει δώρο σε μια ερωμένη του τη μέρα της γιορτής της και μη έχοντας λεφτά, πήγε κρυφά στον χρυσοχόο και του πούλησε τις κρυμμένες σ' ένα κουτί βέρες των πολλαπλών αρραβώνων του. Ο χρυσοχόος τον έκλεψε κι αυτός το ήξερε, αλλά το χρυσό δαχτυλίδι τής το πήρε. Μια τρίτη φορά που ο πόνος του ξέσκιζε τα σπλάχνα, -γιατί αυτός ο άντρας τα ζούσε όλα στον ακραίο τους βαθμό-, είδε στο δρόμο έναν γέρο. Σταμάτησε με το αμάξι και τον πήρε να τον πάει εκεί που θα ήθελε. Τον παρηγόρησε ο παππούς, του γλύκανε την ψυχή, έφτασε στον προορισμό του και κατέβηκε. Μόλις όμως κατέβηκε απ' το αμάξι εξαφανίστηκε. Τον έψαχνε από δω, τον έψαχνε από κει, πουθενά ο γέρος. Έσπαζε το κεφάλι του ο άντρας να θυμηθεί πού ήξερε αυτόν τον παππού, ώσπου θυμήθηκε. Δεν είχε πολλή ώρα που μπροστά στο εικόνισμά του είχε ανάψει κερί στο ξωκλήσι του βουνού και του είχε ζητήσει με όλη του την καρδιά βοήθεια. Ο Άη Νικόλας ήταν.

Μια φορά λίγο έλειψε να εγκληματήσει. Μια άλλη παρά τρίχα γλίτωσε τη φυλακή. Έσπασε άνθρωπο στο ξύλο γιατί πρόδωσε τη φιλία τους. Πολλές φορές χάρισε χρέη σε οφειλέτες. Σε γυναίκες ούτε λόγος να γίνεται. Από γενναιόδωρος μέχρι σπάταλος.

Τον συνάντησα πάλι πρόσφατα. Πάντα μιλούσαμε με ειλικρίνεια απ' την πρώτη στιγμή που γνωριστήκαμε κι ας βρεθήκαμε μέχρι σήμερα ελάχιστες φορές. Κυρίως μου μιλούσε αυτός. Και μιλούσε σπάνια σε κάποιον. Δεν άνοιγε εύκολα την πολυτάραχη παθιασμένη ψυχή του.

"Μόνος;" τον ρώτησα. "Ανδρέας και μόνος δεν γίνεται" μου απάντησε χαμογελώντας. "Προχθές μου είπε η γυναίκα πως μ' αγαπάει μετά από ένα μήνα σχέσης, κι εγώ της απάντησα, εμένα δε γίνεται να μη μ' αγαπήσεις, σε είχα προειδοποιήσει."

Βούρκωσα από χαρά και τον αγκάλιασα. Ναι, υπάρχουν άνθρωποι σ' αυτόν τον κόσμο που δεν είναι για να μένουν μόνοι και κυρίως δεν γίνεται να μην αγαπηθούν.

Προσωπικά δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τον εαυτό μου ερωτικά στο πλάι του. Θα μπορούσα όμως άνετα να με φανταστώ να αφήνομαι στην αγκαλιά του και να βγάζω κάποια στιγμή τον πόνο μου. Κι απ' την άλλη καταλαβαίνω και όλες τις γυναίκες που τον ερωτεύτηκαν και τον αγάπησαν και τις δικαιολογώ απολύτως. Μεγάλης αγκαλιάς άντρας παρόλο το μικρό του δέμας. Βράχος άφοβος. Στήριγμα και απάνεμο λιμάνι που δε σκιάζεται πια φουρτούνες. Τόσο χώνεψε τον πόνο, τόσο κατάπιε τα πάθη της ζωής και τόσο αποδέχθηκε το διπλό της πρόσωπο που παρκάρει κάθε φορά το αυτοκίνητο στο σπίτι του με τη μούρη προς τα έξω ώστε να είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να φύγει αν τύχει κάτι κακό και πρέπει να τρέξει για τον εαυτό του ή τους δικούς του.

Αυτός ο φαινομενικά κοινός άντρας είναι φιλόστοργος, καθαρός σαν παιδί, φιλότιμος όσο δεν πάει και περισσότερο από όλα, ταπεινός. Δεν έχει καμία απολύτως ιδέα για τον εαυτό του. Διαρκώς τονίζει πως είναι ένα "τίποτα" και το εννοεί.

Κι επειδή το πιστεύει το εννοεί, κάθε πρωί εδώ και είκοσι χρόνια, -από τότε που έχασε τη βασίλισσά του-, μόλις ξυπνήσει κι ανοίξει τα βατραχίσια μάτια του στο φως, κάνει τον σταυρό του και λέει: Σ' ευχαριστώ Θεέ μου που με αξίωσες να ξημερώσω... αξίωσέ με να βραδιάσω κιόλας..." Και το λέει με όλη του τη θέρμη που δεν είναι καθόλου κοινή όπως βέβαια και ο ίδιος...

Άραγε, υπάρχουν άνθρωποι κοινοί άνθρωποι. Ακούω προσεκτικά τον Πεσσόα να λέει: "Δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, όλοι οι άνθρωποι είναι εξαίρεση σ' έναν κανόνα που δεν υπάρχει."

 Στην ταινία του Κουροσάβα "Ο μεθυσμένος άγγελος" ένας γιατρός προσπαθεί να σώσει από τον αλκοολισμό έναν άντρα. Κάθονται σ' ένα μπαρ κι αφού τον έχει ζορίσει, ο αλκοολικός τον ρωτά: Τι θέλεις, ρε γιατρέ; Γιατί προσπαθείς να με σώσεις; Μήπως είσαι ο άγγελός μου;

Και ο γιατρός του απαντά: Δηλαδή εσύ νομίζεις ότι οι άγγελοι είναι ψηλές, ξανθιές κοπέλες ντυμένες στα μεταξωτά;

Δεν ξέρω αν υπάρχουν κοινοί άνθρωποι. Ξέρω όμως πως υπάρχουν κάποιοι λίγοι, μοναδικοί κι άλλο τόσο σπάνιοι κοινοί άγγελοι...


Friday, February 14, 2020

Αβρότητα



Ο Ταλεϋράνδος επισκέπτεται μαζί με μια κυρία κάποιο χρυσοχοείο προκειμένου να της δωρίσει ένα δαχτυλίδι. Ο υπάλληλος του φέρνει δύο δαχτυλίδια εξίσου πανέμορφα να διαλέξει. Ο Ταλεϋράνδρος προτείνει στην κυρία να διαλέξει όποιο της αρέσει. Εκείνη δυσκολεύεται, δεν ξέρει ποιο να προτιμήσει. Τότε ο Ταλεϋράνδρος απευθύνεται στον νεαρό υπάλληλο λέγοτνάς του: «Εσύ ποιο θα διάλεγες για την αρραβωνιαστικά σου;» Ο υπάλληλος προς στιγμήν διστάζει και κατόπιν διαλέγει ένα. «Πολύ ωραία» λέει χαμογελώντας ο Ταλεϋράνδρος «πάρ’ το να της το κάνεις δώρο, θα το πληρώσω εγώ. Η κυρία θα κρατήσει το άλλο!»





Το ημερολόγιο της ευτυχίας, Νικολάε Στάινχαρτ, σ.274, εκδ.Μαϊστρος

Thursday, September 21, 2017

Της μεγάλης Υπομονής η μικρή ιστορία

Η Υπομονή ήταν της Νύχτας πρωτότοκη κόρη. 
Με το που γεννήθηκε ρώτησε τη μητέρα της 
Πότε, επί τέλους, θα ξημερώσει, μάνα;
Μα ήταν μεγάλη η Νύχτα εκείνη
Να ξημερώσει άργησε
Όταν όμως ξημέρωσε ήταν ήδη μεγάλη και η Υπομονή
Και ήταν τέτοιο το κάλλος της 
Που την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα ο Ήλιος μόλις την αντίκρυσε 

Από τότε έγινε η αιώνια ερωμένη του Φωτός

Saturday, July 12, 2014

Ο μονόλογος της βελόνας




Τα πράγματα γύρω μου γερνούν, μαραίνονται, πεθαίνουν. Μένουν άπραγα, ξεχασμένα σε συρτάρια, ντουλάπια, αποθήκες, αχρείαστα στους ανθρώπους. Ώρες ώρες αναρωτιέμαι, είναι άραγε καλύτερο να σε πετούν στα σκουπίδια ή να σε λησμονούν κάπου και ν’ απομένεις παρατημένο παρελθόν που δεν έχει τίποτα να προσφέρει στο σήμερα.

Δούλεψα πολύ. Χρόνια με κράτησαν γυναίκες στα χέρια τους. Από χέρι σε χέρι πήγαινα. Κι αν μπάλωσα, κι αν μάνταρα, κι αν κέντησα. Πόσες κλωστές πέρασαν από μέσα μου δε λέγεται. Πόσα χρώματα. Πόσα μάτια προσηλώθηκαν στην ανοιχτή καρδιά μου. Τόσο ανοιχτή που δεν αρνήθηκε ποτέ καμιά κλωστή να τη διαπεράσει. Τόσο υπάκουη που δεν αρνήθηκε ποτέ τη θέληση των κυριών της. Δούλα, μα και αφέντρα στάθηκα. Στιλπνή, αιχμηρή, λεπτότατη βελόνα ταγμένη στην ομορφιά, στο σχέδιο που έκανε κάθε ύφασμα ξεχωριστό, κάθε σώμα μοναδικό, κάθε χέρι φιλικό, ζεστό, συντοφικό. Λίγα πράγματα είχαν τη δική μου τύχη. Την τύχη να σε κρατά μια γυναίκα στα δάχτυλα για ώρες απαλά, προσεχτικά, τρυφερά σχεδόν, και κεντώντας ένα μεταξένιο ύφασμα, ένα κάμποτ, ένα βαμβακερό με υπομονή και προσήλωση, να σου ζεσταίνει το είναι μέχρι να γίνεις ένα με τα δάχτυλα, ένα με την καρδιά της.

Κι η κλωστή να κολλά στο σώμα σου, να γίνεστε ζευγάρι όσο κρατά το μήκος της ζωής της, γιατί η ζωή των κλωστών δεν μετριέται με τα χρόνια, αλλά με το μήκος. Κι ύστερα ένα βιαστικό αντίο, ένας κόμπος, κι εκείνη να μένει για πάντα δεμένη στο ύφασμα. Κι εγώ μόνη, να θυμάμαι, να σιωπώ, να ξεκουράζομαι, να κρυώνω, να μεθώ από όνειρα. Όνειρα για κλωστές και όνειρα για χέρια νεανικά, μεσήλικα, υπερήλικα. Χέρια λεπτά, χοντρά, γεμάτα ρόζους, γεμάτα παρεθλόν και χάδια, νταντέματα, μαντήλια αποχωρισμών, μπουγάδες, μαγειρέματα, χώματα, μάρμαρα, κοιμητήρια. Χέρια αναμμένα κεριά. Χέρια πυρωμένα κάρβουνα. Χέρια ταπεινά.

Δε θυμάμαι πότε γεννήθηκα. Θυμάμαι μόνο πως είμαι προορισμένη να ζω στους αιώνες, ακόμα κι αν δε με χρειάζεται πια κανείς. Άξιζα τόσο όσο να μ’ αγαπήσουν χέρια πολλά. Άξιζα τόσο όσο να τρυπήσω τα πιο σκληρά υφάσματα. Τόσο όσο να μείνω αποξεχασμένη και αχρείαστη μέσα στο σκοτεινό συρτάρι για να αναπολώ ανενόχλητη όλη τη ζωή μου, τα δάχτυλα, τις κλωστές κα τα υφάσματα, τον θαυμασμό, την υπομονή. Άξιζα τόσο όσο να διαπερνώ την κάθε λογής ανυπομονησία και τον χρόνο. Να παρατείνω τα όρια της υπομονής των κυριών μου, να μαλακώνω τις σκληρόκαρδες νοικοκυρές, να παρηγορώ τις θλίψεις τους εκεί, στις άκρες των δαχτύλων τους υποταγμένη. Ο υποταγμενος είναι αλήθεια πως γίνεται αφέντης του κυρίου του. Σχεδόν τον εξουσιάζει. Ένα τόσο δα πραγματάκι  ήμουν, μια σταλιά θα παραμείνω όσα χρόνια κι αν περάσουν. Ένα τίποτα. Ένα ασήμαντο αντικείμενο που δεν το πιάνει καλά καλά το μάτι και πέφτοντας στο πάτωμα δυσκολεύονται να το βρουν. Κι όμως είχα έργο σπουδαίο να επιτελέσω και το έκανα με μεγάλη υπευθυνότητα. Εκεί στις άκρες των δαχτύλων σφηνωμένη στάθηκα τείχος και προστασία των γυναικών που με κράτησαν. Τα βάσανα κι οι πόνοι τους καταλήγοντας σε μένα γλιστρούσαν στο κενό πριν φτάσουν στην καρδιά τους. Κι όταν υποχωρούσαν κι έσβηναν, εγώ έστελνα σιωπηλά μηνύματα, κύμματα, αναλαμπές ανακούφισης. Έκλεβα τις πικρές σκέψεις και τρυπώνοντας στις καρδιές των υφασμάτων οδηγούσα σε άλλους δρόμους τις ευαίσθητες καρδιές των γυανικών, δρόμους χωρίς αγκάθια και πληγές.

Είμαι γριά. Γέρασα πια. Πολύ γριά για να περηφανεύομαι και να καυχώμαι. Πολύ γριά για να θυμάμαι κι ας είναι το σώμα μου ακόμα αξιοζήλευτα νεανικό. Μα ακόμα  και κλεισμένη μέσα στο σκοτάδι του συρταριού, λάμπω από το φως των αναμνήσεων πως έκανα το χρέος μου. Υπηρέτησα τις αρετές των γυναικών με απόλυτη συναίσθηση και χάρισα λίγο χαμόγελο στα χείλη τους, δυο δράμια ομορφιά στον κόσμο.

Wednesday, June 4, 2014

To όνειρο της ομπρέλας - Μικρή ιστορία



Πεθαίνω για βροχή. Τρελαίνομαι. Μέρες και νύχτες την περιμένω κλεισμένη στον εαυτό μου, παρατημένη στην μαύρη, μεταλλική, αραχνιασμένη ομπρελοθήκη του χωλ. Ατέλειωτες εποχές και μήνες αργούς σαν χαλασμένα ρολόγια, άπραγη, ακίνητη, σχεδόν αόρατη απ’ όλα  τα βλέμματα, περιμένω. Καλός ο ήλιος και το κρύο καλό, το χιόνι και το χαλάζι μαζί τους, μα εγώ ζω, αναπνέω και υπάρχω μόνο για τη βροχή. Χωρίς αυτήν είμαι ένα τίποτα, μαζί της γίνομαι τα πάντα. Ξαναβρίσκω την ουσία μου, τον εαυτό μου, τη χαρά της ζωής. Την ολοκλήρωση.

Μόλις νιώσω τις πρώτες σταγόνες πάνω μου με πιάνει τρέμουλο πρωτοφιλημένου κοριτσιού. Σαν να ξυπνώ απότομα από λήθαργο ή ν' ανασταίνομαι από θάνατο παλιό. Στο σώμα μου τότε ξυπνούν όλες οι κοιμισμένες μνήμες μου. Μνήμες που αρνήθηκα, απώθησα στα έγκατα της ύπαρξής μου προκειμένου ν' αντέξω τη μοναξιά, το περιθώριο, το πένθος του αχρείαστου. Μα η μνήμη αυτή με πληγώνει, δεν μπορώ να τη σηκώσω. Πόση μνήμη άραγε μπορεί να σηκώσει ένα πλάσμα σαν κι εμένα που δε ζει διαρκώς στο παρόν αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του είναι ένα απέραντο, καθηλωμένο σαν άγαλμα στη μέση του πουθενά, κενό;

Κι αρχίζουν να πέφτουν τακ τακ τικ τικ οι πρώτες στάλες της βροχής επάνω μου και μια ψιθυριστή φωνή μέσα μου συλλαβίζει: υ-πάρ-χω. Ακόμα υπάρχω. Και τίκι τικ τάκα τακ, πληθαίνουν οι σταγόνες. Μπερδεύονται μεταξύ τους γλυκά κι οι φωνές τους στο σώμα μου γλυκύτερα. Όσο υπάρχει βροχή υπάρχω κι εγώ. Όσο υπάρχει βροχή θα ξυπνά πάλι και πάλι το κοιμισμένο μου θάρρος και θα της υπόσχομαι κάθε φορά που ξυπνώ απ' το λήθαργο πως θα υπάρχω πάντα για χάρη της. Θα υπάρχω για κείνη τη λεπτότατη κι εύθραυστη, την τρυφερή σαν χάδι στο ύφασμα της καρδιάς μου, αλλά και για την άλλη, την άγρια, την αιχμηρή, που με μαστιγώνει θυμωμένα και σε κάθε της χτύπο δυναμώνω για ν’ αντέξω κι άλλο χτύπημα, σε κάθε της χαστούκι πεισματώνω και λέω μέσα μου "λίγο ακόμα, πρέπει να υπομείνεις την αιτία σου, όπως κι αν εκφράζεται αυτή". 

Κι ύστερα η βροχή κοπάζει. Σβήνει και χάνεται. Εξαφανίζεται σαν τζίνι που δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα μαγικά του και να πραγματοποιήσει μέχρι τέλους την επιθυμία σου, σαν αερικό που δεν το χόρτασες και χάθηκε πάνω που νόμιζες πως το κρατούσες στο χέρι, κι εγώ αναρωτιέμαι μήπως ήταν όλα άλλο ένα όνειρο... Με κλείνουν τα χέρια που λίγο πριν με κρατούσαν σφιχτά. Τα ίδια εκείνα λεπτεπίλεπτα χέρια που με άνοιξαν με τόση λαχτάρα, με κλείνουν και μου δένουν σφιχτά τα χέρια για να με ξαναχώσουν στη σκοτεινή φυλακή μου αφού πρώτα τινάξουν από πάνω μου τις τελευταίες σταγόνες της βροχής. Τι κρίμα να μην ακούν τη φωνή μου οι άνθρωποι. Να μην νιώθουν μια στάλα από τα αγνά μου αισθήματα. 

Πώς να τους το πω για να το καταλάβουν "Μη μου αφαιρείτε την αιτία μου! Αφήστε μου λίγες σταγόνες να γλιστρήσουν ήσυχα, να πεθάνουν αργά, να εξατμιστούν αβίαστα. Έτσι κι αλλιώς θα φύγουν, θα χαθούν, μην τις γκρεμίζετε άσπλαχνα. Ξέρεις, εσύ, εσύ άνθρωπε που τα ξέρεις όλα, πώς είναι να νιώθεις τη σταγόνα να γλιστρά στο δέρμα σου; Ξέρεις τι είναι να εξατμίζεται αργά σαν σύννεφο που διαλύεται μέσα στο γαλάζιο; Ξέρεις τι είναι να μην μπορείς ούτε μια σταγόνα να κρατήσεις, ούτε μια ν’ απορροφήσεις μέσα σου; Να ’ναι η ύλη σου αδιάβροχη χωρίς να είσαι εσύ υπεύθυνος γι’ αυτό; Να είσαι φτιαγμένος από υλικό αδιαπέραστο; Ξέρεις, και βέβαια το ξέρεις, άνθρωπε, καλά. Αφού μόνο γι’ αυτό το αδιαπέραστο υλικό μου κάνεις τη χάρη να με κρατάς για να σε προστατεύω απ’ τη βροχή που αλλιώς θα σε μούσκευε. Να ξέρες όμως και τι χάνεις τη στιγμή που ενώ εσύ προστατεύεσαι από μένα, εγώ αχόρταγα και αποκλειστικά χαίρομαι τη θεά τ' ουρανού κι όλα τα υγρά του χάδια στο κορμί μου. Αν ήξερες δε θα με άνοιγες ποτέ. Μα αν το ήξερες εσύ, εγώ ποτέ δε θα το μάθαινα. Ίσως και να μην υπήρχα. Δεν είναι δα και τόσο σπάνιο η ύπαρξη του ενός να στηρίζεται στην ανυπαρξία του άλλου, ούτε η γνώση του ενός να θρέφεται από την άγνοια του διπλανού του. Εσύ ζητάς προστασία κι εγώ σου την παρέχω. Εγώ ζητώ βροχή και μου την παρέχει ο ουρανός. Μια αλληλοπαροχή υπηρεσιών ο κόσμος μας.

Κι όμως, όταν όλα τελειώνουν, άνθρωπέ μου, βροχές και καταιγίδες, μπόρες  και φθινόπωρα, ξέρεις τι ονειρεύομαι πριν βυθιστώ ξανά στη λήθη του αχρείαστου; Ονειρεύομαι πως δραπετεύω απ’ την ομπρελοθήκη και βγαίνω στους δρόμους, ανοίγω μόνη μου, με τη δική μου θέληση, και υψώνομαι στον ουρανό. Ονειρεύομαι πως φτάνω στα σύννεφα και πριν με πάρουν είδηση τρυπάω την καρδιά τους. Πόσο θέλω να λαβώσω μια καρδιά κι εγώ... Κι εκείνα τα ευαίσθητα αρχίζουν τότε να σπαράζουν στο κλάμα εξαιτίας μου. Είναι σπουδαίο να σπαράζει κάποιος εξαιτίας σου. Κι ακόμα πιο σπουδαίο να τον κάνεις εσύ να σπαράζει. Κι ύστερα τα δάκρυά του να γλιστρούν επάνω σου και να χάνονται, όλα τα δάκρυα να χάνονται, μέχρι να μη μείνει ούτε ένα δάκρυ στα πλάσματα του κόσμου. Γιατί είναι κάποιες νύχτες που το ορκίζομαι πως μια μέρα θα τα σβήσω όλα τα δάκρυα του κόσμου. Θα στεγνώσουν ολα πάνω μου, μέχρι να γίνω μια ομπρέλα του ήλιου από ομπρέλα της βροχής...
Σπουδαία πράγματα τα όνειρα... Μα εμένα αυτός που μ' έφτιαξε, μ' έφτιαξε για τη βροχή, αυτός που με κρατά, μ’ανοίγει και με κλείνει όποτε θέλει και μόνο όταν θα με χρειαστεί για τη βροχή το κάνει, κι αν τυχόν σπαράξει ο ουρανός από κάποια αιτία αυτή ποτέ δε θα είμαι εγώ…

Δημοσιεύτηκε εδώ:

Friday, May 23, 2014

Τα δυο τραπέζια - Μικρή ιστορία






-      Και τώρα;
-      Τώρα δυο γερανοί κυνηγιούνται στον αέρα.
-      Κι ο ουρανός;
-      Είναι γεμάτος χρώματα. Το κοκκινο εισχωρεί σαν βέλος μέσα στο πορτοκαλί και το γαλάζιο παλεύει να κυριαρχήσει, ένα μενεξεδί σύννεφο ταξιδεύει αμέριμνο, αχ…
-      Τι έγινε;
- Ένα μεγάλο πλατανόφυλλο έπεσε στο κεφάλι μου κι ανατρίχιασα…
-      Πώς είναι;
-  Κιτρινισμένο, γέρικο, τσαλακωμένο απ’ το χρόνο, τις βροχές και τους αέρηδες, αποκαμωμένο από τις εποχές μιας ολόκληρης ζωής… Εσύ τι κάνεις;
-  Σ’ ακούω. Κι όταν δε μου μιλάς, βλέπω το ταβάνι. Άσπρο, άχαρο, άοσμο, μονότονο σαν πεθαμένο από χρόνια, από τη γέννησή του ακόμα. Και σε ζηλεύω... Περιμένω το χειμώνα. Θα ’ρθει, δε θα ’ρθει;
-      Γιατί σου αρέσει ο χειμώνας; Είσαι με τα καλά σου;
-    Ναι, μου αρέσει γιατί μόνο τότε θα με ξαναντύσουν με το χρυσοκέντητο τραπεζομάντηλο και θα με στρώσουν με πιάτα και μαχαιροπήρουνα, θα νιώσω τα ζεστά χέρια των ανθρώπων πάνω μου που τώρα χαίρεσαι εσύ στον κήπο. Θα γεμίσω μυρωδιές λαχταριστών φαγητών και λεκέδες που πάνω τους θα σκύψει το λεπτεπίλεπτο χέρι της κυρίας μας για να τους τρίψει με προσοχή και θ’ ακούω τα τραγούδια των παιδιών της και τους καυγάδες τους και θα γελάω, θα σκέφτομαι, θα τρίζω από τα νεύρα μου ή θα μένω ακίνητο ν’ απορροφήσω όση περισσότερη χαρά χωρά η καρδιά μου.
-    Μου θυμίζεις τον εαυτό μου, όπως είμαι τους χειμώνες που με ξεχνούν στον κήπο έρημο και παγώνω, βρέχομαι, γεμίζω βρωμιές και φύλλα ξεραμμένα και δε νοιάζεται κανείς για μένα.
-      Ναι, αλλά εσύ ακόμη και τότε έχεις έναν ουρανό που όλο αλλάζει να κοιτάς, να κουβεντιάζεις μαζί του, έχεις και πουλιά που σε κλωθογυρίζουν, ποτέ δε μένεις μ’ ένα ταβάνι συντροφιά.
-      Θα ήθελες, λοιπόν, να μας αλλάζουν πότε πότε θέση οι άνθρωποι;
-   Και το ρωτάς; Σαν τρελό θα το ήθελα, μα οι άνθρωποι είναι άνθρωποι κυρίως επειδή δεν αλλάζουν θέση, ούτε στα μέσα τους ούτε στα έξω τους. Αρνούνται τις αλλαγές του εαυτού τους και των πραγμάτων που τους περιβάλλουν. Αφιερώνουν μεγάλο μέρος της ζωής τους για να βρουν μια θέση για όλα, κι άμα τη βρουν δεν την αλλάζουν με τίποτα.
-      Έτσι εξηγείς τα βάσανά μας;
-   Κι όμως εγώ έχω εσένα κι εσύ εμένα. Μπορεί να μην πλησιάζουμε ποτέ τόσο κοντά, αλλά μπορούμε κι επικοινωνούμε, μοιραζόμαστε τις ομορφιές και τις ασχήμιες της ζωής του. Αδειάζουμε...
-   Αδειάζουμε; Γιατί λες αδειάζουμε; Μεταφέρουμε μήπως;
-      Όχι, προτιμώ το αδειάζουμε.
-      Μα δεν είναι σωστό.
- Είναι και παραείναι. Εγώ μια μέρα θέλω ν’ αδειάσω εντελώς. Να φύγουν όλα μου τα βάρη κι ας είμαι από δρυ, ξύλο βαρύ κι ασήκωτο. Εσύ με βοηθάς πολύ σ’ αυτό.
-      Κι αν αδειάσεις εντελώς, τι θα γίνει μετά;
-    Μετά θα γίνω ένα ξυλαράκι τόσο δα μικρό σαν μολύβι, ελαφρύ σαν το γέρικο πλατανόφυλλο και θα γλιστρήσω απ’ τη χαραμάδα.
-      Και πού θα πας, δε φοβάσαι;
-   Όχι, δε φοβάμαι τίποτα εκτός από το φόβο. Θα γυρνώ και θα κάνω πως λιποθυμώ πάνω στους ώμους κοριτσιών με τραγουδιστές φωνές κι αυτά θ’ ανατριχιάζουν όπως ανατρίχιασες εσύ προηγουμένως.
-   Τι όνειρο κι αυτό. Ποτέ μου δεν το σκέφτηκα, δεν μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό μια τόσο τρελή επιθυμία.
-      Είναι φυσικό. Εσύ γεύεσαι τις επιθυμίες των εποχών, δε στερείσαι καμία γιατί είσαι εκτεθειμένο σε όλες. Μόνο ο στερημένος επιθυμεί και ονειρεύεται.
-      Τότε είσαι εσύ το τυχερό κι εγώ το άτυχο.
-    Τυχερός αυτός που του δόθηκαν όλα και δεν ονειρεύεται τίποτα, τυχερός κι αυτός που στερήθηκε και του δόθηκαν τα όνειρα, κι όμως απ’ την άλλη το ίδιο άτυχοι κι οι δυο.
-      Μα γιατί; Δεν σε καταλαβαίνω.
-      Γιατί είμαι ένα ξύλινο βαρύ τραπέζι από δρυ, κι εσύ ένα παναλαφρο από πεύκο.
-      Και τι μ’ αυτό;
-     Αφότου κι οι δυο κοπήκαμε απ’ τη μάνα μας και γίναμε τραπέζια μήτε στον ύπνο μήτε στον ξύπνιο μας θα ενωθούμε αληθινά μ’ ένα άλλο σώμα...