Τα καλοκαίρια πριν την έναρξη της Πέμπτης και της Έκτης Δημοτικού, η μάνα μου για να μπορεί να με κουμαντάρει την εποχή που ήμουν κομματάκι ζωηρό και ανήσυχο παιδί όπως μολογούσαν οι γείτονες μπροστά της – γιατί πίσω της «σατανά» με ανεβάζανε, «διαβολόπαιδο» με κατεβάζανε – και, επειδή είχε κι ένα μωρό στην αγκαλιά, έναν πιο μικρό από μένα να τον σέρνει από το χέρι κι έναν άντρα ανεπρόκοπο καθώς έλεγε τον πατέρα μας, είχε παρακαλέσει έναν γείτονα καφετζή - τον κυρ Παντελή της Τασούλας - να με απασχολεί στο καφενείο που διατηρούσε στο κέντρο της πόλης.
Το καφενείο του κυρ Παντελή βρισκόταν στο ισόγειο μιας πολύ γνωστής πολυκλινικής την οποία και εξυπηρετούσε με παραγγελίες. Δεν ήτανε μεγάλο, αλλά ούτε και μικρό θα το έλεγες , γιατί όποτε μαζεύονταν όλοι οι συνταξιούχοι και οι χασομέρηδες κι έπαιζαν κολιτσίνα και δηλωτή, ήταν σαν να φούσκωνε όπως τα μπαλόνια. Όταν γέμιζε, εμείς δύο άτομα, ο κυρ Παντελής και η αφεντιά μου, και η κυρά Τασούλα που μας βοηθούσε καμιά φορά, δεν τους προλαβαίναμε. Τα απογεύματα δε, που δεν πήγαινα εγώ, αν περνούσες τυχαία απ’ έξω, δεν μπορούσες να δεις από το ντουμάνι το βάθος του










