Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Μαυρουδέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταύρος Μαυρουδέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

Τι είναι (και τι δεν είναι) η Μνημονιακή στρατηγική και γιατί αποτυγχάνει συστηματικά (II)


Του Σταύρου Μαυρουδέα (συνέχεια)



V. Οι συστηματικές αποτυχίες της Μνημονιακής στρατηγικής


Όπως είδαμε και παραπάνω, η Μνημονιακή Στρατηγική και τα προγράμματα υλοποίησης της αποτυγχάνουν συστηματικά στις προβλέψεις και στα χρονοδιαγράμματα τους. Ενδεικτικά, από τον Μάιο του 2010 έως τον Μάιο του 2013 χρειάσθηκε να αναθεωρηθούν επί τα χείρω οκτώ φορές οι προβλέψεις για τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Αντίστοιχα, η τρόικα χρειάσθηκε να αναθεωρήσει επτά φορές επίσης επί τα χείρω τις προβλέψεις της για την απαιτούμενη δημοσιονομική προσαρμογή: τα αρχικά μέτρα δημοσιονομικής λιτότητας ήταν 25 δις ευρώ ενώ η πιο πρόσφατη εκτίμηση τα ανεβάζει αθροιστικά σε 66 δις ευρώ. Αντίστοιχη είναι η αποτυχία των προβλέψεων για το δημόσιο χρέος, τον λόγο εξωτερικού χρέους προς ΑΕΠ, το επίπεδο της ανεργίας κλπ. Πρόκειται για ένα επιεικώς απαράδεκτο αποτέλεσμα για ένα οικονομικό πρόγραμμα.

Ποιος είναι ο λόγος της αποτυχίας; Πρόσφατα η επίσημη συζήτηση άναψε μετά την μελέτη του O.Blanchard (διευθυντή του Τμήματος Μελετών του ΔΝΤ) που υποστήριξε ότι τα ελληνικά Προγράμματα υποτίμησαν τον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή. Δηλαδή, σε απλά λόγια, θεώρησαν ότι οι δομικές αλλαγές (η μετατροπή της οικονομίας σε ιδιωτικο-κεντρική) και οι περικοπές στον δημόσιο τομέα (η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα) δεν θα είχαν τόσο μεγάλο υφεσιακό αποτέλεσμα όσο προέκυψε στην πραγματικότητα. Επιπλέον, παρόλο ότι αυτό δεν λέγεται στην επίσημη αυτή αντιπαράθεση, η κάλυψη των συρρικνούμενων δημόσιων οικονομικών δραστηριοτήτων από ιδιωτικές – το περιβόητο «μέρισμα μεγέθυνσης» (growth dividend) που παπαγάλισαν εγχώριοι ορθόδοξοι οικονομολόγοι και τα μόνο κατ’ όνομα ερευνητικά κέντρα των τραπεζών – δεν υλοποιήθηκε. Ο λόγος είναι πολύ απλός και προφανής αλλά αδυνατεί να τον συλλάβει η φτωχή και σχηματική λογική των ορθόδοξων οικονομικών: σε κατάσταση κρίσης (και μάλιστα εν μέσω παγκόσμιας κρίσης) και δομικών αλλαγών με αβέβαιο αποτέλεσμα κανένα ιδιωτικό κεφάλαιο (εκτός από τυχοδιώκτες και οικονομικούς κοντοτιέρους) δεν κάνει επενδύσεις. Βέβαια σύντομα μία άλλη μελέτη του ΔΝΤ ήρθε να διαψεύσει τον Blanchard. Το ενδιαφέρον είναι ότι η έννοια του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή είναι Κεϋνσιανή έννοια και ο ίδιος ο Blanchard ένας Νέος Κεϋνσιανός. Αυτό δείχνει, σε αντίθεση με τις φωνασκίες πολλών Κεϋνσιανών, ότι τα προγράμματα του ΔΝΤ δεν είναι ακραιφνώς νεοφιλελεύθερα αλλά είναι αντιπροσωπευτικά αυτού του μίγματος νεοφιλελευθερισμού και συντηρητικού κεϋνσιανισμού που τόσο η Συναίνεση της Ουάσιγκτον όσο και μετά-Ουάσιγκτον Συναίνεση αντιπροσωπεύουν. Όμως όλη αυτή η επίσημη αντιπαράθεση μεταξύ «γερακιών της λιτότητας» και «ομαλών διαχειριστών» (smooth operators) ευέλικτων συμβιβασμών είναι παραπλανητική. Το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο από την τεχνική του διάσταση, δηλαδή το εύρος ορισμένων τεχνικών παραμέτρων.

Τι είναι (και τι δεν είναι) η Μνημονιακή στρατηγική και γιατί αποτυγχάνει συστηματικά (I)


Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την αποστολή. Εξαιτίας του μεγέθους του, δημοσιεύεται σε δύο μέρη.


Του Σταύρου Μαυρουδέα



Ι. Εισαγωγή



Ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων. Η οικονομική κρίση του συνδέεται και επηρεάζει σημαντικά την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και την συνδεόμενη με αυτή κρίση της ΕΕ.

Για να αντιμετωπισθεί η κρίση αυτή το σύστημα επέβαλλε την στρατηγική που αποκρυσταλλώνεται στα Μνημόνια «Κατανόησης» μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και της τρόικα των ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ. Τα διαδοχικά Μνημόνια και οι ενδιάμεσες αναθεωρήσεις τους εξειδικεύουν και υλοποιούν την γενικότερη αυτή στρατηγική.

Η Μνημονιακή πολιτική έχει βυθίσει την ελληνική οικονομία σε μία άνευ προηγουμένου κρίση. Από το 2009 μέχρι το 2013 έχει «χαθεί» σχεδόν το 25% του ΑΕΠ, η επίσημα καταγεγραμμένη ανεργία το 2013 φθάνει το 27.5% (με την ανεργία των νέων να αγγίζει το 65%) και τα εισοδήματα των εργαζομένων να έχουν υποστεί μείωση της τάξης του 40%. Επιπλέον τα Μνημόνια έχουν πέσει συστηματικά έξω στις προβλέψεις τους τόσο για τα επιμέρους κρίσιμα μεγέθη τους (ύφεση, πρωτογενές πλεόνασμα, λόγος εξωτερικού χρέους προς ΑΕΠ κλπ.) όσο και για το χρονικό ορίζοντα εξομάλυνσης της κρίσης. Είναι δηλαδή αδιαμφισβήτητο ότι η Μνημονιακή στρατηγική πέφτει συστηματικά έξω στις προβλέψεις της.

Υπάρχει μία αντι-μνημονιακή κριτική που εκπορεύεται από Κεϋνσιανές αντιλήψεις και την οποία ενστερνίζονται ακρίτως ελαφρόμυαλες και πανικόβλητες αριστερές απόψεις που υποστηρίζει ότι τα Μνημόνια είναι μία παράλογη νεοφιλελεύθερη στρατηγική που οδηγεί ακόμη και τον καπιταλισμό στην καταστροφή του. Συνεπώς χρειάζεται η ευρύτερη δυνατή συσπείρωση όλων των νουνεχών αντι-μνημονιακών δυνάμεων για την ανατροπή του νεοφιλελεύθερου παραλογισμού και την επιβολή μίας αποτελεσματικότερης (για τους Κεϋνσιανούς) και φιλολαϊκότερης (για την λαϊτ αριστερά) αστικής διαχείρισης. Η αντίληψη αυτή είναι είτε αφελής (γιατί δεν κατανοεί την βαθύτερη συστημική λογική) είτε εκ του πονηρού (δηλαδή επιδιώκει να ελέγξει τις λαϊκές αντιδράσεις μέσα στα πλαίσια της αστικής διαχείρισης. Η Μνημονιακή στρατηγική δεν είναι παράλογη. Αντιθέτως, απηχεί την «βαθειά» λογική τους συστήματος που κατανοεί ότι σε αντίθεση με την μεταπολεμική περίοδο οι Κεϋνσιανές πολιτικές τόνωσης της ζήτησης δεν λύνουν αλλά αντίθετα επιδεινώνουν την κρίση φθίνουσας κερδοφορίας και υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου. Τα προβλήματα και οι αποτυχίες της Μνημονιακής στρατηγικής προκύπτουν επειδή είναι αναγκαστικά υπερφιλόδοξη: το σύστημα για να ξεπεράσει την κρίση του πρέπει να παραβιάσει κρίσιμα ιστορικά οικονομικά και κοινωνικά όρια του. Ιδιαίτερα, πρέπει να επιβάλλει μία αδιανόητη για τα δεδομένα του 20ου αιώνα μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης (δηλαδή τόσο του άμεσου όσο και του κοινωνικού μισθού), να αυξήσει δραματικά την εκμετάλλευση της εργασίας (μέσω της αύξησης της απλήρωτης εργασίας), να αυξήσει αποφασιστικά την ανεργία (για να επιβάλλει τα προηγούμενα) αλλά και να δεχθεί μία μαζική απαξίωση κεφαλαίων (δηλαδή χρεοκοπίες επιχειρήσεων) για να επιστρέψει το σύστημα σε ρεαλιστικά επίπεδα λειτουργίας. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος για το καπιταλιστικό σύστημα. Όμως οι απαιτήσεις του είναι τόσο υπερβολικές και φιλόδοξες που παραβιάζουν βάναυσα θεμελιώδεις ιστορικούς (για τον 20ο αιώνα) οικονομικούς και πολιτικούς ταξικούς συσχετισμούς όχι μόνο σε σχέση με την εργατική τάξη αλλά και με μεσαία στρώματα. Αυτό όμως εγκυμονεί δραματικούς κινδύνους καθώς μαζεύει μία επικίνδυνη κρίσιμη μάζα κοινωνικών εκρήξεων. Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα της Μνημονιακής στρατηγικής: το σύστημα είναι υποχρεωμένο να κάνει τέτοιες βαθιές τομές που μπορεί να μην τις αντέχει.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

Προβλήματα και προβληματισμοί εμπρός στη 2η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Του Σταύρου Μαυρουδέα *

Η μεγαλύτερη συνεισφορά του διαλόγου στα πλαίσια της 2ης Συνδιάσκεψης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι ότι βάζει στο τραπέζι μία σειρά κρίσιμα ζητήματα που αφορούν το σύνολο της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος και τα οποία οι άλλοι χώροι της Αριστεράς είτε δεν συζητούν καθόλου είτε τα συζητούν μέσα από γραφειοκρατικούς και ρεφορμιστικούς παραμορφωτικούς φακούς. Όμως η «αξία χρήσης» ενός πολιτικού χώρου δεν εξαρτάται μόνο από τις θεωρητικές και πολιτικές αναζητήσεις του αλλά κυρίως από το εάν και πως αυτές αποκρυσταλλώνονται σε μαζική πολιτική παρέμβαση. Με βάση αυτό το σκεπτικό διατυπώθηκε το κείμενο συμβολής στο διάλογο της 2ης Συνδιάσκεψης που υπέγραφαν οι Λ. Θερμογιάννης, Γ. Ραχιώτης, Γ. Ρούσης και ο υποφαινόμενος όπου διακρίνονταν δύο βασικά καθήκοντα που πρέπει να εκπληρωθούν: (α) η διαμόρφωση ενός συνεκτικού και αξιόπιστου μεταβατικού προγράμματος με κεντρικό άξονα την αποδέσμευση από την ΕΕ και (β) η άμεση ανάληψη πρωτοβουλίας για την συγκρότηση ενός πλατιού πολιτικού Μετώπου των δυνάμεων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΜΑΑ, Εργατικός Αγώνας, άλλες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, Ανένταχτοι Αριστεροί αλλά και πολλοί αγωνιστές που παραμένουν εγκλωβισμένοι στο ΣΥΡΙΖΑ ή στο ΚΚΕ) με βάση αυτό το πρόγραμμα. Επίσης υποστηριζόταν ότι το Μέτωπο αυτό δεν θα είναι αποτελεσματικό αν δεν σηκώσει το γάντι της κυβερνητικής πρόκλησης και δεν απαντήσει ότι το πρόγραμμά του αποτελεί και την πρόταση διακυβέρνησης από τις δυνάμεις που το αποδέχονται και το στηρίζουν.

Στη συνέχεια ακολούθησαν μία σειρά κείμενα – κυρίως εκ μέρους στελεχών του ΝΑΡ – που εστίασαν ουσιαστικά μόνο στο τρίτο ζήτημα (της κυβέρνησης) αφήνοντας στην άκρη όλα τα προηγούμενα ζητήματα παρόλο ότι είχαν ήδη αναδειχθεί σαν βασικά (αν όχι τα βασικά) ζητήματα μέσα από το διάλογο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. 

Προβληματισμός πρώτος: δεν υπάρχει ανάγκη ενός συνεκτικού και αξιόπιστου μεταβατικού προγράμματος; Είναι όλα καλά καμωμένα μέχρι τώρα; Οι μέχρι προγραμματικές επεξεργασίες έχουν

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Πρωτογενές πλεόνασμα; Ποιό πρωτογενές πλεόνασμα; Κουτοπόνηρα κυβερνητικά παραμύθια για το πρωτογενές πλεόνασμα (έλλειμμα)

Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την αποστολή

Του Σταύρου Μαυρουδέα

Η προπαγανδιστική εκστρατεία της κυβέρνησης του Τριωδίου (με άλλα λόγια της τρικομματικής “εθνοσωτήριας” κυβέρνησης μας) δεν σταματά μπροστά σε τίποτα. Την ώρα που έχει εξαθλιώσει την μεγάλη εργαζόμενη πλειονότητα της κοινωνίας (με την ανεργία στο 27%, τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα να μειώνονται και άλλο, τις φοροεπιδρομές που πλέον δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν κλπ.) προσπαθεί να μας πείσει ότι πρέπει να είμαστε επιπλέον και χαρούμενοι γιατί “σώζει την χώρα”.

Έτσι επίσημα και ημι-επίσημα φερέφωνα έχουν πάρει σβάρνα τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ και χοροπηδούν κυριολεκτικά ως πίθηκοι τσίρκου για το “πρωτογενές πλεόνασμα” και την “βελτίωση του ισοζυγίου (εξωτερικών) πληρωμών”.Πρόκειται, για άλλη μία φορά, για χυδαία ψέμματα.
Πρώτον, το περσινό πολυδιαφημισμένο “πρωτογενές πλεόνασμα” είναι αποτέλεσμα στατιστικών αλχημειών (σε πλήρη συνέργεια με τους ευρωπαίους πάτρωνες της χώρας). Βασίσθηκε στην εσωτερική στάση πληρωμών του δημοσίου (δηλ. ότι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές του είχαν εκτιναχθεί και παραμένουν και σήμερα στα ύψη, εκτός από τα οφειλόμενα στους “νταβατζήδες” (κατά Κωστάκη Καραμανλή)), στη δραματική μείωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (που επειδεινώνει την ύφεση) και στις ληστρικές φοροεπιδρομές (που πλέον μοιάζουν με εξορμήσεις πλιατσικολόγησης στρατού κατοχής – κάτι σαν την σαλαμπρέντα που λένε στα μέρη μου). Έτσι η κυβέρνηση και τα φερέφωνα της εμφανίσθηκαν ακιζόμενοι και πανηγυρίζοντες ότι φαίνεται φως στην άκρη του τούνελ. Ψεύδονται ασύστολα γιατί γνωρίζουν ότι αυτό το “πρωτογενές πλεόνασμα” είναι εικονικό. Γνώριζαν πολύ καλά (από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους) αυτό που ανακοινώθηκε σήμερα (10/5/2013) από την Τράπεζα της Ελλάδος (που άλλωστε το έμαθε από το προηγούμενο) ότι όχι μόνο το λογιστικό νούμερο που ανέφεραν ήταν κατασκευασμένο αλλά και ότι στην πραγματικότητα υπάρχει ταμειακό έλλειμμα. Ως γνωστόν, το πρωτογενές ισοζύγιο (πλεόνασμα ή έλλειμμα) της κεντρικής διοίκησης υπολογίζεται δημοσιονομικά (τι εγγράφεται λογιστικά) και ταμειακά (τι στην πραγματικότητα υπάρχει στον κρατικό κορβανά). Έτσι, σαν από μιράκολο, σήμερα η ΤτΕ ανακοίνωσε ότι το ταμειακό έλλειμμα του 2012 (3.061 εκ. ευρώ) αυξήθηκε την περίοδο Ιανουραρίου-Απριλίου 2013 στα 5.268 εκ. ευρώ). Φυσικά η είδηση καταχωνιάσθηκε ενώ γνωστά παπαγαλάκια των καναλιών έσπευσαν να μηρυκάσουν με νόημα ότι στο τέλος του χρόνου θα κριθεί το ζήτημα. Με άλλα λόγια “στο τέλος κουρεύουν το γαμπρό”, που λέει και ο λαός μας, και συνεπώς και αν δεν βγουν τα νούμερα με μία νέα καλή φοροεπιδρομή θα βγούν (φυσικά στις πλάτες μας) και γι’ αυτό να μην ανησυχούμε!

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

Έξοδος από την κρίση ή η τελική φάση της ελληνικής τραγωδίας;


Image 
Ευχαριστούμε τον συγγραφέα για την αποστολή

Του Σταύρου Μαυρουδέα 

Μετά την απόφαση της ΕΕ (Νοέμβριος 2012) – μετά από σκληρά ενδοϊμπεριαλιστικά παζάρια αλλά και εκβιασμούς προς την Ελλάδα – για εκταμίευση της δόσης των 31.5 δις αλλά και την πρόσφατη (Ιανουάριος 2013) εύκολη έγκριση της επόμενης δόσης των 9.5 δις, τα κυβερνητικά και συστημικά κέντρα επιδίδονται σε μία μανιασμένη προπαγανδιστική εκστρατεία να μας πείσουν ότι είναι ορατή η έξοδος από την κρίση. Υποστηρίζεται ότι επιτέλους (μετά από τρία Μνημόνια και αρκετές αναθεωρήσεις τους, σωρευτική μείωση του ΑΕΠ κατά 21% σε τρία χρόνια και ραγδαία καταβαράθρωση του επιπέδου ζωής των εργαζόμενων) το Μνημόνιο επιτυγχάνει. Ιδιαίτερα προβάλλεται ότι μειώνονται (α) περισσότερο από το προβλεπόμενο το δημοσιονομικό έλλειμμα και (β) το έλλειμμα του ισοζυγίου εξωτερικών τρεχουσών συναλλαγών. Έτσι ζητείται από το λαό να υπομείνει τις θυσίες που έχει κάνει (και να δεχθεί και άλλες που αναγκαστικά θα χρειασθούν όσο και αν διαψεύδονται δια κυβερνητικών χειλέων).