«Ο Καραπαναγιώτης μ’ αποχαιρέτησε αλλιώς.
-Είμαι σίγουρος πως θα το μετανιώσω που σ’ αφήνω. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, δε σε χώνεψα. Μη γελαστείς και νομίσεις πως μπορείς να μου κάνεις τίποτα. Έχω διαταγές για όλα όσα κάνω – μου έδειξε ένα ντοσιέ. Εγώ εκτελώ διαταγές και δε μ’ ενδιαφέρει η πολιτική. Όποια κυβέρνηση και να ’ναι, δε μ’ ενδιαφέρει. Εγώ διαταγές εκτελώ. Μη νομίσεις πως θα σε στείλω στην εξορία, για να μου κάνεις τον ήρωα. Δεν είμαι τρελός να δώσω στελέχη στο ΚΚΕ. Και πέντε χρόνια να μείνεις στην εξορία, θα γυρίσεις επαγγελματικό στέλεχος του ΚΚΕ. Μη νομίσεις πως τώρα είσαι ελεύθερος, φυλακή είσαι πάλι, αλλά με πιο μεγάλη αυλή. Κιχ να κάνεις, χάθηκες. Στη φυλακή είχες μάσες, ξάπλες, φούμες, όλα τζάμπα. Άντε τώρα να δουλέψεις, να βγάλεις το μεροκάματο και τα λέμε. Να δούμε αν θα μείνει καιρός για πολιτική. Λοιπόν, τελευταία συμβουλή. Μακριά από το θέατρο. Να αλλάξεις επάγγελμα, να γίνεις υπάλληλος, να νοικοκυρευτείς. Να ’χεις μια τακτική ζωή. Παρέες και τέτοια κομμένα. Είναι ο μόνος τρόπος να σωθείς. Αν τυχόν σε ξαναφέρουνε εδώ, έχεις το λόγο της τιμής μου χάθηκες. Τώρα μπορείς και περπατάς, ε την άλλη φορά δεν πρόκειται να ξανασηκωθείς. Στρίβε.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Αυτό το βιβλίο δε θα γραφόταν ποτέ, αν οι φιλήσυχοι και αντικειμενικοί άνθρωποι όλης της γης δε βοηθούσαν με την αδιαφορία τους και τη σιωπή τους στην επέκταση και στη συνέχιση των βασανιστηρίων (…)».[1]
ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ
Το ημερολόγιο δείχνει Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012. Ο Ουαλίντ προσπαθεί να πιάσει το πρόσωπό του που καίει. Τα ζυγωματικά του είναι πρησμένα, προσπαθεί να ανασηκωθεί στο κρεβάτι του νοσοκομείου, ένα πόνος στα πλευρά κι ύστερα ένας αναστεναγμός πνιχτός, υπόκωφος. Εγκαταλείπει την προσπάθεια, αφήνει τη ματιά του να τρέξει λίγο στο χώρο, ζαλίζεται. Καλύτερα, σκέφτεται, θα ’ταν κλείσει τα μάτια του, να ξεκουραστεί, ν’ αδειάσει το μυαλό του. Όμως επιστρέφουν στο νου του απρόσκλητες οι σκηνές από τα βασανιστήρια, νοιώθει μια αλυσίδα να του σφίγγει τον λαιμό, πνίγεται, τα μάτια του βουρκώνουν και το άσπρο δωμάτιο του νοσοκομείου παίρνει και πάλι να σκοτεινιάζει. Ξεσπάει σε λυγμούς, σκύβει από πάνω του η νοσοκόμα με το θλιμμένο χαμόγελο, κάτι φωνάζει, ο Ουαλίντ δεν ακούει, μετά την ένεση τον τυλίγει γλυκά ο ύπνος, αλλά ξέρει, πως τα φίδια περιμένουν υπομονετικά να κλείσει τα μάτια του.
Το ημερολόγιο έδειχνε Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012. Ένα αυτοκίνητο είναι σταματημένο μπροστά του, με την πόρτα του οδηγού ανοιχτή και τη μηχανή αναμμένη. Ένα άνδρας δίπλα του μιλάει σε έντονο ύφος στο κινητό του. Λιποθυμά και πάλι, κρυώνει, δεν μπορεί να θυμηθεί, θέλει μόνο να κοιμηθεί ή να πεθάνει. Ανοίγει τα μάτια του, αντικρίζει δύο άνδρες με στολές και δύο ακόμα, που τον κοιτάζουν ερευνητικά[2]. Αυτοί με τις στολές τον σηκώνουν, ό ένας τον κρατά απ’ τις μασχάλες κι ο άλλος απ’ τα πόδια, ο Ουαλίντ ουρλιάζει απ’ τον πόνο καθώς τον ξαπλώνουν στο φορείο, του φάνηκε όμως, πως αυτός που τον κρατούσε απ’ τα πόδια του χαμογέλασε, σα να του λέγε «κουράγιο, όλα θα περάσουν». Ύστερα τον τύλιξε ένα μαύρο σεντόνι.
Το ημερολόγιο έδειχνε Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012. Η Σταυρούλα[3] του λέει πως έχει ευχάριστα νέα. Τον κοιτάζει και σε δευτερόλεπτα κατάφερε στο πρόσωπό της να διακρίνει όλα τα συναισθήματα που μπορεί να νοιώσει άνθρωπος, από συμπάθεια μέχρι οργή. «Σήμερα, θα πάμε στο νοσοκομείο της Νίκαιας, εκεί θα περιποιηθούν τα τραύματά σου οι γιατροί, τέρμα πια το πήγαινε – έλα στα αστυνομικά τμήματα», του λέει, χαρίζοντάς του ένα αναπάντεχο χαμόγελο. Την επομένη ο Ουαλίντ θα χρειαστεί να καταθέσει στον ανακριτή, να του περιγράψει, δηλαδή, τι έζησε το Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012, όταν απήχθη και βασανίστηκε από τον Γιώργο Σγουρό, τον γιο του και δύο ακόμα άτομα.[4] Ο Ουαλίντ δεν είχε πολλά να πει:
«Το σίδερο έχει πιο λεπτή διείσδυση, είναι σα να σε κόβουν. Μεταβιβάζεται σα λεπίδι. Ένα ξύλο που το πελεκάνε. Το μαξιλαράκι έφυγε από το στόμα και κάποιος έτρεξε και το κράταγε. Εν τούτοις φώναζα. Τότε άφησε το μαξιλαράκι κι άρχισε να με στραγγαλίζει. Ο αέρας που υπήρχε στο στήθος εγκλωβίστηκε. Ο Γκραβαρίτης συνέχισε να χτυπάει. Μεθοδικά και με ρυθμό. Και τα δυο μαζί δεν αντεχόντουσαν. Το πνίξιμο και το πελέκημα είχαν γίνει μια ενότητα. Δεν καταλάβαινα πότε χτυπάει, ήταν κάτι που διαρκούσε. (…) Είχα αρχίσει και δεν αισθανόμουν συμπαγής, ήμουν άνευρος σαν μαλάκιο. Αν δεν υπήρχε ο πάγκος και το σχοινί να με κρατάει, θα ’χα διαλυθεί σαν νερό. Έχασα τις αισθήσεις μου. Συνήλθα. Ο Γκραβαρίτης σε μια γωνιά κουρασμένος κάπνιζε, ένας χαφιές έπινε καφεδάκι. Και το να βασανίζεις, φαίνεται, είναι κούραση. (…) Τώρα πια δε μ’ ένοιαζε, το μόνο που θυμάμαι είναι πως δε μ’ ένοιαζε πια. Ένα αίσθημα που σημαίνει πως λειτουργούνε τα ένστικτα της αυτοάμυνας. Σαν να μην με αφορούσε όλο αυτό το κακό. Ούτε καν λυπόμουνα. Πάει πια, δεν υπάρχεις. Τελεία και παύλα. Όμως κάτι έμενε που δούλευε. Ένας λογιστής κατέγραφε λεπτομέρειες, τίποτα άλλο».[5]
Υ.Γ. Η απόφαση των ελληνικών αρχών προβλέπει την απέλαση του 30χρονου Αιγύπτιου που έπεσε θύμα βασανιστηρίων, ενώ η προφυλάκιση των ανθρώπων που κατονόμασε ως βασανιστές του δεν κρίθηκε απαραίτητη. Επίσης το λαϊκό αίτημα, μετά την πτώση των πραξικοπηματιών, «δώστε τη χούντα στο λαό» δεν ικανοποιήθηκε ποτέ και οι βασανιστές του καθεστώτος της επταετίας συνέχισαν το θεάρεστο έργο τους κατά και μετά τη μεταπολίτευση.
ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Από μέρες σχεδίαζα να γράψω ένα κείμενο για την 39η επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, που συνέβαλε – κατά την κυρίαρχη θεώρηση της Ιστορίας- στην