Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέματα για Συζήτηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θέματα για Συζήτηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Μαΐου 2016

Ας μιλήσουμε για τον Κεν.

Πολλοί εξαγριώθηκαν με την βράβευση του σπουδαίου σκηνοθέτη Ken Loach με τον Χρυσό Φοίνικα του φετινού Φεστιβάλ των Καννών που έληξε την Κυριακή.



Συμβαίνει πολλές φορές να μην είμαστε σύμφωνοι με κάποιες βραβεύσεις- σε οποιοδήποτε κινηματογραφικό φεστιβάλ ή θεσμό- αλλά η ειρωνεία κι ο χλευασμός για την συγκεκριμένη βράβευση ήταν πρωτοφανείς, δεν ήταν γκρίνια δεν ήταν παράπονα, ήταν περισσότερο κακεντρέχεια με πολιτική χροιά.

Ο Κεν Λόουτς δεν κρύβει τις αριστερές πεποιθήσεις του, όπως δεν έκρυψε ποτέ ότι ο κινηματογράφος του είναι αφοσιωμένος στον απλό, καθημερινό άνθρωπο, τον εργάτη, τον άνεργο, τον βιοπαλαιστή, τον αγωνιστή, τον ξεχασμένο από την πρόνοια και το κράτος. Λίγοι, ελάχιστοι σκηνοθέτες έχουν κάνει κάτι παρόμοιο.

Προσωπικά, έχω μεγάλη αδυναμία στον ίδιο και το έργο του και γι' αυτό χάρηκα για τη βράβευση αυτή κι ας μην έχω δει ακόμα την ταινία. Που άλλωστε θα την δω, όπως έχει συμβεί με όλη σχεδόν την φιλμογραφία του.

Η αγάπη μου για τις ταινίες του Κεν Λόουτς ξεκίνησε πολύ νωρίς. Ήταν την εποχή που έμπαινα στην εφηβεία όταν πρωτοείδα την ταινία του "Kes". Εκείνη η εποχή είναι από τις χειρότερες στη ζωή μου, είχα γεννηθεί έξω -σε μια πολυπολιτισμική, ανοιχτόμυαλη χώρα- και ξαφνικά βρέθηκα στη χώρα που ξυπνούσε και κοιμόταν (κι ονειρευόταν) με το τρίπτυχο "Πατρίς- Θρησκεία-Οικογένεια", με ένα εκπαιδευτικό σύστημα στο οποίο αδυνατούσα να προσαρμοστώ, είχα γίνει η δακτυλοδεικτούμενη "ξένη", κι έτσι ασφυκτιούσα κι υπέφερα σιωπηλά.




 Η κρατική τηλεόραση είχε την καλή συνήθεια να βάζει αξιόλογες ταινίες -που η θέαση τους έγινε μεγάλη παρηγοριά και διέξοδος- κι έτσι ένα βράδυ έπαιξαν την ταινία αυτή. Ταυτίστηκα με τον Billy, κι η δική του ζωή δεν ήταν καλύτερη, πολύ χειρότερη είναι η αλήθεια. Αλλά υπήρχε κάτι στην ταινία που μου έδωσε ένα μικρό κίνητρο να πάρω θάρρος, να σηκώσω το κεφάλι, να παλέψω όσο μπορώ. Να ανασάνω. Έκλαψα αλλά συγχρόνως ένιωσα όπως όταν ηρεμεί η φύση μετά από μια βίαιη καταιγίδα κι όλα είναι πια πιο καθαρά, πιο ήρεμα. Μια ταινία με τον τίτλο "Kes", μου έδωσε δύναμη κι αυτό ήταν αρκετό για να αγαπήσω το σινεμά του κου. Λόουτς. Γιατί είναι βαθιά ανθρώπινο, συμπονεί, πάσχει, αλλά πάντα ελπίζει.

Ίσως η βράβευση του να είναι ένα μήνυμα προς μια Ευρώπη που έχει χάσει "τα αβγά και τα πασχάλια" για να το πω και κάπως ωμά. Δε θα μπω σε λεπτομέρειες, φτάνει να δούμε τι γίνεται αυτές τις μέρες στην Αυστρία, στη Γαλλία, εδώ, τι γίνεται με το προσφυγικό.

Ίσως η βράβευση του να ενέχει μια πολτική σκοπιμότητα. Ίσως η ταινία του να μην ήταν η καλύτερη του φεστιβάλ. Ίσως κάποιος άλλος σκηνοθέτης αδικήθηκε. Αλλά στο τέλος αυτό που μένει είναι η αμοιβαία αγάπη ανάμεσα στον κο. Λόουτς και εκείνων που αγαπούν και ζουν τις ταινίες του.


Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Romanzo di una strage

Θα ξεκινήσουμε την ανάρτηση με λίγη γκρίνια: Οι ταινίες που είναι βασισμένες σε "πραγματικά γεγονότα" φαίνεται πως γοητεύουν και προσελκύουν το σινεφίλ κοινό, αλλιώς δεν θα ήταν τόσο πολλές. Ιδιαίτερα από την Αμερική δεν προλαβαίνουμε κάθε χρόνο τις ταινίες που "βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα" -προσωπικά έχω την εντύπωση ότι οι σεναριογράφοι του Χόλλυγουντ έχουν ψιλοστερέψει από πρωτότυπες ιδέες και στρέφονται στα "πραγματικά γεγονότα" για έμπνευση. Και πάντα έχουν την ίδια αποδοχή, όλοι τις περιμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον, είτε το "πραγματικό γεγονός" στο οποίο βασίζονται είναι πολιτικό, ιστορικό, κοινωνικό. Ας πάρουμε για παράδειγμα, δύο ταινίες που "έπαιξαν" και στα Όσκαρ φέτος, "Το Μεγάλο Σορτάρισμα" και "Spotlight", οι οποίες μπορεί να είχαν κάποιο ενδιαφέρον -ιδιαίτερα η δεύτερη- αλλά δεν ήταν και τίποτα αριστουργήματα που θα θυμόμαστε για πάντα.
Όταν όμως μια ταινία που είναι "βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα" και δεν είναι αμερικάνικη αλλά ιταλική για παράδειγμα και τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται έχουν και ελληνικό ενδιαφέρον, όταν λοιπόν μια τέτοια ταινία περνά απαρατήρητη, εγώ αναρωτιέμαι γιατί.

Μιλάω για την ταινία Romanzo di una Strage (ε.τ. (;) "Το χρονικό μιας σφαγής") που γυρίστηκε το 2012 από τον Marco Tullio Giordana και χαμπάρι δεν την πήραμε εδώ στην Ελλάδα.




Η ταινία αναφέρεται σε όσα προηγήθηκαν και κυρίως όσα συνέβησαν μετά την τρομοκρατική επίθεση της Πλατείας Φοντάνα στο Μιλάνο στις 12 Δεκεμβρίου 1969, όταν βόμβα εξερράγη στο εκεί υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας σκοτώνοντας 17 άτομα και τραυματίζοντας δεκάδες.




Η χώρα ήταν ήδη σε αναβρασμό με τους εργάτες να έχουν κατεβεί στους δρόμους, τους κομμουνιστές έτοιμοι να κυβερνήσουν, ενώ οι ακροδεξιές οργανώσεις της χώρας ονειρεύονται μια δικτατορία εφάμιλλη της ελληνικής του '67- μάλιστα αναφέρεται συχνά στην ταινία ότι υπήρχαν επαφές της ιταλικής ακροδεξιάς με το ελληνικό δικτακτορικό καθεστώς.



Κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο αστυνομικός επιθεωρητής Λουίτζι Καλαμπρέζι, ο οποίος όταν συμβαίνει η τρομοκρατική επίθεση, ακολουθεί την επίσημη γραμμή και συλλαμβάνει μια ομάδα αναρχικών που θεωρούνται αρχικά υπεύθυνοι. Ανάμεσα στους συλληφθέντες είναι κι ο γνωστός αναρχικός Τζιουζέπε Πινέλι, ο οποίος κατά τη διάρκεια της ανάκρισης -με τον Καλαμπρέζι απόντα εκείνη την στιγμή-  πέφτει από το παράθυρο και σκοτώνεται. Οι συνάδελφοι του επιμένουν ότι ο Πινέλλι αυτοκτόνησε. Ο Καλαμπρέζι όμως έχει τις αμφιβολίες του. Όσο προχωρά την έρευνα του, τόσο πείθεται ότι πίσω από το τρομοκρατικό χτύπημα δεν ήταν οι αναρχικοί αλλά ακροδεξιές οργανώσεις της Βόρειας Ιταλίας που επιθυμούσαν αποσταθεροποίηση της πολιτικής κατάστασης που θα προετοίμαζε το έδαφος για ένα ελληνικού τύπου πραξικόπημα.




Πέρα από τον Καλαμπρέζι, σημαντικό ρόλο στην σεναριακή εξέλιξη παίζει κι η παρουσία του τότε Υπουργού Εξωτερικών Άλντο Μόρο, που μέσα από τις συναντήσεις του με τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Τζιουζέπε Σάραγκατ δίνει τον τόνο της πολιτικής κατάστασης και της πορείας των γεγονότων.



Ο σκηνοθέτης αποδίδει με αποστασιοποιημένο σχεδόν ψυχρό τρόπο τα γεγονότα, αφήνει πίσω τους μελοδραματισμούς και τα έντονα πάθη (αν κι υπάρχουν μια δυο στιγμές που το συναίσθημα κυριαρχεί). Η σκηνή της τρομοκρατικής επίθεσης είναι ενδεικτική. Βοηθά κι η φωτογραφία που εκμεταλλεύεται το μελαγχολικό, ψυχρό γκρίζο της πόλης του Μιλάνου, ενώ οι χρωματικοί τόνοι ακολουθούν το ίδιο μοτίβο. Εξαιρετική η αναπαράσταση της εποχής, όπως εξαιρετικές είναι κι οι ερμηνείες  ιδιαίτερα των Valerio Mastrandrea ως Καλαμπρέζι, και κυρίως του Fabrizio Gifuni ως τον ήρεμο, χαμηλών τόνων Άλντο Μόρο.

Η συγκεκριμένη τρομοκρατική επίθεση ήταν  ουσιαστικά η αρχή μιας αιματηρής περιόδου για την Ιταλία που κορυφώθηκε με την απαγωγή και δολοφονία του Άλντο Μόρο το 1978 και την τρομοκρατική επίθεση στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια το 1980 που στοίχισε τη ζωή σε 85 άτομα.



Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Captain Philips: Μια ασυνήθιστη κριτική!!!

Σημείωση navarino-s: εξασφαλίσαμε τη συνεργασία ενός παθιασμένου σινεφίλ του Κωστή Δεμερτζή που γράφει μοναδικές και τελείως πρωτότυπες κριτικές. Σας παρουσιάζω ένα δείγμα αυτής της εκπληκτικής δουλειάς του:


Κάπταιν Φίλιπς

(σημειώσεις για μια κριτική)

Από το ημερολόγιό μου

«Παραλειπόμενα» της Κυριακής, 27/10/2013

Κωστής Δεμερτζής
1)Για το έργο δεν έχω να πω πολλά. Μόνο, σε μια στιγμή, νοστάλγησα τη θάλασσα. Τη ζωή στη θάλασσα. Την οποία έχω ζήσει ελάχιστα. Αλλά και λίγο να την έχεις ζήσει, τη νοσταλγείς.
2 (σε μια στιγμή, νοστάλγησα και το αρνάκι (ή κατσικάκι) που τάζει ο Σομαλός στον Κάπταιν Φίλιπς στην Σομαλία – θα τρωγόταν, άραγε; Έθνικ μαγειρική. «Κατσικάκι»… του λέει ο Σομαλός, ο Μούσα (ο (σχεδόν) καλός πειρατής) «όσο θέλεις». Πληρωμένο με τα λύτρα του, φυσικά). 3)  Δίνει την εντύπωση – κι αυτό αξίζει να παρατηρηθεί – ότι, σαν τα έργα του Ιουλίου Βερν – κι αυτό, επίσης, αξίζει να παρατηρηθεί – το έργο στηρίζεται στο «αίνιγμα και στην λύση του». Η «εξίσωση» «σώστε τον Κάπτεν Φίλιπς» είναι (σχεδόν) αδύνατη, παρά μόνο με την χρήση υψηλής τεχνολογίας.

Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2012

Μήπως μας κορόϊδευε τόσα χρόνια ο Ίστγουντ; !!!



Είναι γεγονός ότι στην αμερικάνικη πολιτική σκηνή πολλές φορές κατά το παρελθόν είχε αποδειχτεί η πλήρης ταύτιση των Ρεπουμπλικανών και των Δημοκρατικών γι' αυτό και δεν ξένιζε τόσο η υποστήριξη των πρώτων από καλλιτέχνες με προοδευτικό έργο όπως για παράδειγμα συνέβαινε επί σειρά ετών με τον μακαρίτη το Ρέϊ Τσαρλς. Πιστεύω όμως ότι τα τελευταία χρόνια με την παρουσία του Ομπάμα, και λόγω βέβαια της οικονομικής κρίσης, ότι το παιχνίδι έχει αλλάξει προς μια κάπως ταξική διαφοροποίηση που πέραν από τα φιλαλαϊκά μέτρα για τη νοσοκομειακή περίθαλψη των απόρων, ελευθερία αμβλώσεων, γάμοι ομοφυλόφιλων, περιλαμβάνει και το χρώμα που έχει ο ένοικος του Λευκού Οίκου! Κάτι αδιανόητο για τους απογόνους της Κου Κλουξ Κλαν και τους σκοταδιστές του φυλετικού μίσους. Εξ' ου και τα παραληρήματα της Σάρα Πέϊλιν και τα tea parties. Αλλά να βλέπεις να παραληρεί με τό ίδιο πάθος και ο Κλιντ Ίστγουντ, ο σκηνοθέτης του Γκραν Τορίνο, σε πιάνει λιγάκι το παράπονο και λες: μήπως μας κορόϊδευε τόσα χρόνια ο τύπος;

Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010

ΙΤΑΛΙΚΗ ΜΑΦΙΑ: ΕΣΕΙΣ ΤΙ ΛΕΤΕ; "ΤΗΕ GODFATHER" ή "GOODFELLAS" !!!




Aφορμή για τη σημερινή ανάρτηση αποτελεί μια συνέντευξη στην Ελευθεροτυπία του κ. Νιέγκο Γκαμπέτα με τίλο: "Οι μαφιόζοι λατρεύουν τον Νονό του Κόπολα". Ο Γκαμπέτα είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Κολέγιο Nuffield του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης και ένας από τους πιο έγκυρους μελετητές της σικελικής Μαφίας.
Υποστηρίζει έμμεσα πλην σαφώς ότι από το 1972 -που γυρίστηκε το πρώτο μέρος της τριλογίας του Κόπολα- και μετά, οι ανά τον κόσμο μαφιόζοι (των Γιαπωνέζων και των Κινέζων συμπεριλαμβανομένων) νιώθουν με την ταινία αυτή κάποια επαγγελματική υπερηφάνεια. Το δε μουσικό θέμα της αποτελεί τη μουσική υπόκρουση στους πανάκριβους μαφιόζικους γάμους. Αναφέρει δε την περίπτωση κάποιου υπασπιστή του αρχηγού της Νεοϋορκέζικης Μαφίας που χρησιμοποιούσε διαρκώς ατάκες από την ταινία. Και προσθέτει ο Γκαμπέτα:
"...Αλλά εκείνο που είναι ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι καθώς έβλεπε στη μεγάλη οθόνη αυτό που θεωρούσε ότι ήταν η δική του ζωή, με έναν τρόπο αντλούσε μια αίσθηση νομιμοποίησης. Στα μάτια του, η ταινία έκανε τη ζωή του πιο αξιοσέβαστη από ό,τι τη θεωρούσε, με μια έννοια πίστευε ότι τον δικαίωνε."Όπως δικαιώνει και μένα ο Γκαμπέτα που χρόνια τώρα, πέραν από την τεχνική της αρτιότητα τη σκηνοθεσία και το παίξιμο των ηθοποιών, πιστεύω ότι η κινηματογραφική αυτή δημιουργία του Κόπολα αγιοποιεί κατά κάποιον τρόπο αυτά τα καθάρματα της Μαφίας που τα τελευταία χρόνια ξεσάλωσαν και πάνε και βυθίζουν στη Μεσόγειο σκάφη με πυρηνικά απόβλητα.
Θεωρώ ότι ο Σκαρτσέζε με το "GOODFELLAS" το 1990 απέδωσε πολύ πιο ρεαλιστικά τον χαρακτήρα αυτών των ανθρώπων. Δεν τους χαρίζεται καθόλου και δείχνει πολύ πιο αδρά τι φασιστοειδή και θρασύδειλα υποκείμενα είναι. Τι φαλλοκράτες του κερατά, ύπουλοι και μπαμπέσοι. Νομίζω δε επί πρόσθετα ότι ο Σκορτσέζε γύρισε την ταινία αυτή σαν απάντηση στον συμπατριώτη του Κόπολα και για να αποκαταστήσει κάπως τα πράγματα. Επιτρέψτε μου δε να θεωρώ το Σκορτσέζε πιο "Ιταλό" και πιο ενημερωμένο πάνω σε αυτά τα ζητήματα.


.

(Μεταγραφή)