Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλικός κινηματογράφος.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιταλικός κινηματογράφος.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Τζίλο Ποντεκόρβο: Ο ακραίος επαναστάτης της 7ης Τέχνης

 



     O Τζίλο Ποντεκόρβο, σκηνοθέτης: γεννήθηκε στην Πίζα της Ιταλίας στις 19 Νοεμβρίου 1919. Παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε τρεις γιους. Πέθανε στη Ρώμη στις 12 Οκτωβρίου 2006. Στο αριστούργημα του  «Η Μάχη του Αλγερίου» (La Battaglia di Algeri), μια γυναίκα εθελόντρια στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (FLN) αφαιρεί  τη μαντήλα της, κόβει τα μαλλιά της και με ευρωπαϊκό φόρεμα και χτένισμα περνάει άνετα το γαλλικό σημείο ελέγχου με μια βόμβα στην τσάντα που την αφήνει και εκρήγνυται σε ένα γεμάτο γαλλικό καφενείο, με πολλούς νεκρούς. Ο Γάλλος διοικητής αλεξιπτωτιστών που στέλνουν στο Αλγέρι για να συντρίψει τη δράση του FLN, δηλώνει στους δημοσιογράφους: "Ο έλεγχος των εγγράφων που γίνεται στα μπλόκα είναι γελοίος. Αν κάποιος είναι εντάξει, είναι και τρομοκράτης."  Και όταν ρωτήθηκε σε συνέντευξη Τύπου σχετικά με τη νομιμότητα της χρήσης βασανιστηρίων που εφάρμοζε, απάντησε: "Μήπως είναι νόμιμο να ανατινάζεις καφενεία; Πιστέψτε με, κύριοι, είναι ένας φαύλος κύκλος."

                             

     Είναι μια ταινία συναρπαστική και ακραίου ρεαλισμού που από μια στιγμή και μετά νομίζεις πως βλέπεις ντοκιμαντέρ από τον μεγάλο αγώνα των Αλγερινών για ανεξαρτησία. Πολλοί μάλιστα την κατατάσσουν μέσα στις 10 καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Καθώς η μεγάλη συνάφεια των σκηνών της με τους μετέπειτα αγώνες των λαών κατά της αποικιοκρατίας μαρτυρά την ευφυΐα της προσέγγισης του συγκεκριμένου καυτού θέματος από τον Ποντεκόρβο και τον μόνιμο σεναριογράφο του, Φράνκο Σολινά.

     Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως η ταινία αποτέλεσε αντικείμενο σοβαρής μελέτης και από τις δύο εξεγερτικές ομάδες της εποχής: το PLO της Παλαιστίνης και τους Μαύρους Πάνθηρες της Αμερικής καθώς και από εκείνους που τους πολεμούσαν: την Μονσάντ του Ισραήλ και το Πεντάγωνο των ΗΠΑ και οι οποίοι την είχαν χαρακτηρίσει κάτι «σαν εγχειρίδιο της τρομοκρατίας».

    «Η Μάχη του Αλγερίου» αποδείχθηκε το κορυφαίο σημείο της κινηματογραφικής αλλά άνισης καριέρας του Pontecorvo (έκανε μόνο πέντε σοβαρές ταινίες μεγάλου μήκους) κερδίζοντας με αυτήν το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας το 1966 και τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ, ενώ στη Γαλλία ήταν απαγορευμένη μέχρι το 1971, το ίδιο έτος κατά το οποίο κυκλοφόρησε (με περικοπές) στη Βρετανία.

     Ο Τζίλο Ποντεκόρβο μεγάλωσε μέσα στο περιβάλλον μιας εύπορης εβραϊκής οικογένειας της Πίζα. Δύο από τους μεγαλύτερους αδελφούς του έγιναν διακεκριμένοι επιστήμονες (ένας από αυτούς, ο Μπρούνο, ατομικός φυσικός, προκάλεσε σκάνδαλο με τη διαφυγή του στη Σοβιετική Ένωση το 1950) και ο ίδιος ο Τζίλο, παρά την επιθυμία να σπουδάσει μουσική, μετά τους φυλετικούς νόμους του Μουσολίνι έφυγε στη Γαλλία το 1938. Εκεί επηρεάστηκε άμεσα από τις αριστερές ιδέες και τις αφηγήσεις Γάλλων εθελοντών που είχαν πάρει μέρος στον ισπανικό εμφύλιο.. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, τότε μέλος του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, επέστρεψε στο σπίτι του, οργανώνοντας και συμμετέχοντας σε διάφορες αντιστασιακές δράσεις.

     Μετά τον πόλεμο βλέπει το 1946 την ταινία του Roberto Rossellini: «Paisan» (Παϊζά – Αυτοί που έμειναν ζωντανοί) και «μένει ξερός»! Αποφασίζει αμέσως να δοθεί ολοκληρωτικά στην 7η Τέχνη. Η ταινία αυτή πατώντας πάνω στ’ αχνάρια της «Ρώμη Ανοχύρωτη Πόλη» συνεχίζει στην προβληματική της άμεσης καταγραφής του κατεστραμμένου μεταπολεμικού τοπίου της Ιταλίας, σε πραγματικούς χώρους και με μη-επαγγελματίες ηθοποιούς. Είναι σπονδυλωτή από έξι μέρη μεταξύ των οποίων η καταγραφή της μάχης των παρτιζάνων ενάντια στους Γερμανούς για την κατάληψη της Φλωρεντίας, αλλά και μια σειρά επεισοδίων, που αναδεικνύουν την ανατροπή των κοινωνικών συμβάσεων στις συνθήκες του πολέμου.

     Αμέσως ο Ποντεκόρβο βρίσκει δουλειά ως βοηθός σκηνοθέτη σε ταινίες των Steno, Mario Monicelli και Francesco Maselli.  Στη δεκαετία του 1950, συναντιέται με τον Φράνκο Σολινάς, επίσης Κομμουνιστή, του οποίου η novella Squarciò αποτέλεσε τη βάση της πρώτης ταινίας μεγάλου μήκους, «Ο Δρόμος της Ντροπής» (La grande strada azzurra) το 1957 - η ιστορία ενός ψαρά που για να θρέψει την οικογένειά του 

αναγκάζεται να καταφύγει στο απαγορευμένο ψάρεμα με δυναμίτη, ερχόμενος σε σύγκρουση με τους συναδέλφους του και με τραγικό γι’ αυτόν τέλος. Εν τω μεταξύ από το 1956 ο Ποντεκόρβο, με αφορμή την εισβολή του Κόκκινου Στρατού στη Βουδαπέστη, εγκαταλείπει το Κομμουνιστικό Κόμα χωρίς να υποστείλει καθόλου την επαναστατική του ματιά.

Το 1960, ο Pontecorvo και ο Solinas συνεργάστηκαν στο «Kapò», μια ιστορία που έγινε στα στρατόπεδα θανάτου των Ναζί. Όπου μια έφηβη Εβραία φυλακισμένη για να επιβιώσει, γίνεται «καπό», παίρνει δηλαδή τον μαύρο σταυρό και εποπτεύει τους ομοφύλους συγκρατούμενούς της πριν θυσιάσει ηρωικά τον εαυτό της ως πράξη εξιλέωσης. η ταινία έλαβε ανάμικτες κριτικές και απορρίφθηκε από το Μηνιαίο Δελτίο Κινηματογράφου ως «έργο διεφθαρμένο και επιφανειακό». 


Εγώ όμως θα κρατήσω τα λόγια που είχε γράψει η Αμερικανίδα κριτικός κινηματογράφου Pauline Kael: «Ο Ποντεκόρβο είναι ένας Μαρξιστής του πιο επικίνδυνου είδους: Ένας Μαρξιστής ποιητής, η προβολή της ταινίας διακόπηκε 9 φορές από το έντονο, ομόφωνο και ατελείωτο χειροκρότημα του κοινού… το τελικό χειροκρότημα κράτησε 12 λεπτά καταρρίπτοντας όλα τα ρεκόρ στην Βενετία». Ήταν υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας και ο Στίβεν Σπίλμπεργκ για τη «Λίστα του Σίντλερ», αυτή την ταινία πήρε ως πρότυπο.

     Το 1966 όπως είπαμε ήρθε «Η Μάχη του Αλγερίου», μόνο να προσθέσω εδώ πως η μουσική της ταινίας είναι του Ένιο Μορικόνε.



      Το 1969 πάλι μαζί με το Σολινάς στο σενάριο γυρίζουν το «Κουεμάντα» (Queimada) με πρωταγωνιστή τον Marlon Brando ως Βρετανό πράκτορα σε μια αποικία της Καραϊβικής. Και εκεί είναι που στραβώνουν τα πράγματα και δεν μπορεί να κρατήσει το γνωστό ντικιμαντερίστικο ύφος του καθώς ο Μπράντο, με την έπαρση του Actors Studio, αρνείται να δεχτεί οδηγίες στα γυρίσματα. Κάτι που ο Ποντεκόρβο δεν το αφήνει να περάσει έτσι και συγκρούεται σφοδρά με τον Αμερικανό σταρ. Και όταν λέμε «συγκρούεται» εννοούμαι και ξύλο με γρονθοκοπήματα με αποτέλεσμα τα γυρίσματα να διακόπτονται για πολύ καιρό και η ταινία να κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να τιναχτεί στον αέρα. Μπαίνουν στη μέση και οι παραγωγοί και πιέζουν και με τα χίλια ζόρια το έργο ολοκληρώνεται. Μόνο που τελικά όλη αυτή η ιστορία δεν φάνηκε να επηρέασε πολύ την ταινία και βγήκε ένα πολύ αξιόλογο και ενδιαφέρον έργο. Ναι μεν δεν είχε την ντοκιμαντερίστικη ταχύτητα που ήθελε ο σκηνοθέτης στάθηκε όμως με σοβαρότητα ενός στοχαστικού και ικανοποιητικού διαλογισμού πάνω στη φύση της αποικιοκρατίας, γενικότερα. Αν και δεν έλειψαν οι κακεντρεχείς κριτικές που λόγω Σολινάς (δούλευε τότε σενάρια σπαγγέτι γουέστερν)  και της μουσικής του Μορικόνε, δεν δίστασαν να πουν πως υπάρχει έντονη η αύρα αυτών των ταινιών.


     Το 1979 χωρίς πλέον την παρουσία του Σολινάς αλλά με έντονους τους ήχους του Μορικόνε ο Ποντεκόρβο γυρίζει το «Operacion Ogro»  (Επιχείρηση Όγκρο). Ταινία που βασίζεται στη φοβερή εκτέλεση από την ΕΤΑ του διορισμένου από τον Φράνκο, Ισπανού πρωθυπουργού Καρέρο Μπλάνκο το 1973 στο κέντρο της Μαδρίτης, εφαρμόζοντας τη μέθοδο του Παναγούλη στην απόπειρά του  κατά του Δικτάτορα Παπαδόπουλου στην παραλιακή οδό που απέτυχε το 1968. Μόνο που εδώ ο συγχρονισμός ήτανε τέλειος και η ποσότητα δυναμίτιδας που εξερράγη στον υπόνομο τόσο μεγάλη που η έκρηξη εκτίναξε το αυτοκίνητο του θύματος στη βεράντα του 3ου ορόφου της διπλανής πολυκατοικίας όπου και στάθηκε.

     Εδώ ο Ποντεκόρβο επανήλθε στο αγαπημένο του ντοκιμαντερίστικο ύφος και η ταινία αποτέλεσε την τιμώμενη ταινία του Φεστιβάλ Βενετίας του 1980. Ήταν ιταλοϊσπανικής παραγωγής. Μην περιμένετε διακρίσεις, βραβεία και τέτοια, ταινίες με τέτοιο θέμα ποτέ δεν βραβεύονται.

     Τελειώνοντας το μικρό αυτό αφιέρωμα θα παραθέσω κάποια λόγια του Σκηνοθέτη μας από μια συνέντευξή του.

     Μιλώντας για την εγγενή αντίφαση της δημιουργίας πολιτικών ταινιών με καπιταλιστική υποστήριξη, ο Pontecorvo (που έφυγε από το Κομμουνιστικό Κόμμα το 1956) παρατήρησε κάποτε:

«Μια ταινία δεν είναι επανάσταση. . . Αλλά ο κινηματογράφος μπορεί να είναι ένας τρόπος αναζωογόνησης των νεκρών αντιδράσεων των ανθρώπων. . . Γι΄ αυτό πιστεύω σε έναν κινηματογράφο που απευθύνεται στις μάζες και όχι στον κινηματογράφο - για μια ελίτ».




Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

Pasqualino Settebellezze (ε.τ. "Ο Πασκουαλίνο κι οι εφτά καλλονές")

Η Ιταλίδα σκηνοθέτιδα  Lina Wertmüller ευτύχησε να συνεργαστεί με τον σπουδαίο συμπατριώτη της ηθοποιό Giancarlo Giannini σε μια σειρά θρυλικών ταινιών, κυρίως πολιτικές και κοινωνικές σάτιρες με πολλά υπονοούμενα και καρφώματα προς άπαντες, αριστερούς, δεξιούς, φασίστες και κομφορμίστες. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς: "Ιστορία έρωτα κι αναρχίας", "Μίμης ο Σιδεράς", "Η κυρία κι ο ναύτης". Υπάρχει κι η ταινία "Πασκουαλίνο Σετεμπελέτσε" , η οποία μπορεί να έχει όλα τα στοιχεία της πολιτικής σάτιρας που έχουν οι προηγούμενες αλλά εδώ η ταινία παίρνει έναν τέτοιο δραματικό τόνο που σε ακολουθεί σα στοιχειό για πολύ καιρό.



Το στόρυ έχει ως εξής: Ο στρατιώτης Πασκουαλίνο περιφέρεται σε ένα γερμανικό δάσος προσπαθώντας να ξεφύγει από τους πρώην σύμμαχους και  νυν εχθρούς Γερμανούς. Με φλασμπακ μαθαίνουμε ποιος είναι. Ένας κοκορόμυαλος Ναπολιτάνος που τον ταΐζουν η μάνα του κι οι εφτά αδερφές του, ενώ περιφέρεται στην πόλη παριστάνοντας τον γόη και το σκληρό αντράκι. Κάνει το λάθος να σκοτώσει τον φίλο της μεγάλης του αδερφής για λόγους τιμής. Για να γλιτώσει την καταδίκη παριστάνει τον παράφρονα και κλείνεται σε φρενοκομείο. Δεν αντέχει και του προτείνουν να στρατευθεί -έχει ξεσπάει πια ο Β Παγκόσμιος Πόλεμος- για να γλιτώσει κι έτσι ο Πασκουαλίνο μας ο φανφαρόνος φεύγει για το μέτωπο. Φευ, εκεί που περιφέρεται στο δάσος -με έναν συμπατριώτη Ιταλό με τον οποίο βρέθηκε τυχαία- τον πιάνουν αιχμάλωτο και τον στέλνουν σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης.



Κι εκεί αρχίζει η χειρότερη φάση της ζωής του. Γιατί όταν φεύγει από το φρενοκομείο είναι πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει χειρότερο μέρος στη γη. Κι όμως, Πασκουαλίνο υπάρχει. Κι είσαι εκεί σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης κι είσαι λυσσασμένος να επιβιώσεις. Πάσι θυσία στην κυριολεξία.

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα που μυρίζει θάνατο, διαστροφή, φρίκη, ο Πασκουαλίνο καλείται, μέσω των πράξεων των πράξεων του, να απαντήσει στο αμείλικτο ερώτημα: "Θα κάναμε τα πάντα για να επιβιώσουμε;". Για τον ήρωα μας, τον τόσο επιπόλαιο κι ελαφρόμυαλο κάποτε, ο σκοπός είναι ένας: Να γυρίσει ζωντανός στη Νάπολη. Και θα κάνει τα γλυκά μάτια στη σαδίστρια διοικητή του στρατοπέδου, θα προσπαθήσει να της κάνει έρωτα, θα σκοτώσει τον συμπατριώτη του κατόπιν δικής της εντολής. Και θα γυρίσει στη Νάπολη, μισός άνθρωπος πια, διαλυμένος, και το μόνο που θέλει είναι να παντρευτεί και να κάνει πολλά παιδιά. Γιατί έζησε. Γιατί πρέπει να ζήσει.



Αναπάντεχα σκληρή η ταινία, ιδιαίτερα οι σκηνές στο στρατόπεδο, με εκείνες στις οποίες ο Πασκουαλίνο προσπαθεί να κάνει έρωτα στην διοικήτρια να είναι επικά γελοίες. Κι ενώ η ταινία έχει ξεκινήσει ανάλαφρα, παρακολουθώντας την επιπόλαιη ζωή του ήρωα της, αυτού του αστείου ανθρωπάκου που το έπαιζε και καμπόσος. Και τελειώνει με εκείνο το βλέμμα του Πασκουαλίνο προς το φακό- μα γι' αυτό είναι μέγας  ηθοποιός ο Τζιανίνι- ένα βλέμμα νεκρό. Και μόνο για αυτήν την στιγμή αξίζει κανείς να δει την ταινία.



Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Romanzo di una strage

Θα ξεκινήσουμε την ανάρτηση με λίγη γκρίνια: Οι ταινίες που είναι βασισμένες σε "πραγματικά γεγονότα" φαίνεται πως γοητεύουν και προσελκύουν το σινεφίλ κοινό, αλλιώς δεν θα ήταν τόσο πολλές. Ιδιαίτερα από την Αμερική δεν προλαβαίνουμε κάθε χρόνο τις ταινίες που "βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα" -προσωπικά έχω την εντύπωση ότι οι σεναριογράφοι του Χόλλυγουντ έχουν ψιλοστερέψει από πρωτότυπες ιδέες και στρέφονται στα "πραγματικά γεγονότα" για έμπνευση. Και πάντα έχουν την ίδια αποδοχή, όλοι τις περιμένουμε με μεγάλο ενδιαφέρον, είτε το "πραγματικό γεγονός" στο οποίο βασίζονται είναι πολιτικό, ιστορικό, κοινωνικό. Ας πάρουμε για παράδειγμα, δύο ταινίες που "έπαιξαν" και στα Όσκαρ φέτος, "Το Μεγάλο Σορτάρισμα" και "Spotlight", οι οποίες μπορεί να είχαν κάποιο ενδιαφέρον -ιδιαίτερα η δεύτερη- αλλά δεν ήταν και τίποτα αριστουργήματα που θα θυμόμαστε για πάντα.
Όταν όμως μια ταινία που είναι "βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα" και δεν είναι αμερικάνικη αλλά ιταλική για παράδειγμα και τα γεγονότα στα οποία αναφέρεται έχουν και ελληνικό ενδιαφέρον, όταν λοιπόν μια τέτοια ταινία περνά απαρατήρητη, εγώ αναρωτιέμαι γιατί.

Μιλάω για την ταινία Romanzo di una Strage (ε.τ. (;) "Το χρονικό μιας σφαγής") που γυρίστηκε το 2012 από τον Marco Tullio Giordana και χαμπάρι δεν την πήραμε εδώ στην Ελλάδα.




Η ταινία αναφέρεται σε όσα προηγήθηκαν και κυρίως όσα συνέβησαν μετά την τρομοκρατική επίθεση της Πλατείας Φοντάνα στο Μιλάνο στις 12 Δεκεμβρίου 1969, όταν βόμβα εξερράγη στο εκεί υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας σκοτώνοντας 17 άτομα και τραυματίζοντας δεκάδες.




Η χώρα ήταν ήδη σε αναβρασμό με τους εργάτες να έχουν κατεβεί στους δρόμους, τους κομμουνιστές έτοιμοι να κυβερνήσουν, ενώ οι ακροδεξιές οργανώσεις της χώρας ονειρεύονται μια δικτατορία εφάμιλλη της ελληνικής του '67- μάλιστα αναφέρεται συχνά στην ταινία ότι υπήρχαν επαφές της ιταλικής ακροδεξιάς με το ελληνικό δικτακτορικό καθεστώς.



Κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο αστυνομικός επιθεωρητής Λουίτζι Καλαμπρέζι, ο οποίος όταν συμβαίνει η τρομοκρατική επίθεση, ακολουθεί την επίσημη γραμμή και συλλαμβάνει μια ομάδα αναρχικών που θεωρούνται αρχικά υπεύθυνοι. Ανάμεσα στους συλληφθέντες είναι κι ο γνωστός αναρχικός Τζιουζέπε Πινέλι, ο οποίος κατά τη διάρκεια της ανάκρισης -με τον Καλαμπρέζι απόντα εκείνη την στιγμή-  πέφτει από το παράθυρο και σκοτώνεται. Οι συνάδελφοι του επιμένουν ότι ο Πινέλλι αυτοκτόνησε. Ο Καλαμπρέζι όμως έχει τις αμφιβολίες του. Όσο προχωρά την έρευνα του, τόσο πείθεται ότι πίσω από το τρομοκρατικό χτύπημα δεν ήταν οι αναρχικοί αλλά ακροδεξιές οργανώσεις της Βόρειας Ιταλίας που επιθυμούσαν αποσταθεροποίηση της πολιτικής κατάστασης που θα προετοίμαζε το έδαφος για ένα ελληνικού τύπου πραξικόπημα.




Πέρα από τον Καλαμπρέζι, σημαντικό ρόλο στην σεναριακή εξέλιξη παίζει κι η παρουσία του τότε Υπουργού Εξωτερικών Άλντο Μόρο, που μέσα από τις συναντήσεις του με τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Τζιουζέπε Σάραγκατ δίνει τον τόνο της πολιτικής κατάστασης και της πορείας των γεγονότων.



Ο σκηνοθέτης αποδίδει με αποστασιοποιημένο σχεδόν ψυχρό τρόπο τα γεγονότα, αφήνει πίσω τους μελοδραματισμούς και τα έντονα πάθη (αν κι υπάρχουν μια δυο στιγμές που το συναίσθημα κυριαρχεί). Η σκηνή της τρομοκρατικής επίθεσης είναι ενδεικτική. Βοηθά κι η φωτογραφία που εκμεταλλεύεται το μελαγχολικό, ψυχρό γκρίζο της πόλης του Μιλάνου, ενώ οι χρωματικοί τόνοι ακολουθούν το ίδιο μοτίβο. Εξαιρετική η αναπαράσταση της εποχής, όπως εξαιρετικές είναι κι οι ερμηνείες  ιδιαίτερα των Valerio Mastrandrea ως Καλαμπρέζι, και κυρίως του Fabrizio Gifuni ως τον ήρεμο, χαμηλών τόνων Άλντο Μόρο.

Η συγκεκριμένη τρομοκρατική επίθεση ήταν  ουσιαστικά η αρχή μιας αιματηρής περιόδου για την Ιταλία που κορυφώθηκε με την απαγωγή και δολοφονία του Άλντο Μόρο το 1978 και την τρομοκρατική επίθεση στον σιδηροδρομικό σταθμό της Μπολόνια το 1980 που στοίχισε τη ζωή σε 85 άτομα.



Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί (1976)

Το 1976 ο εκλιπών Ettore Scola, αυτός ο τόσο σημαντικός Ιταλός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, γύρισε μια ταινία που συζητήθηκε πολύ, που χαρακτηρίστηκε ιερόσυλη κι ανηλεής, κι αυτή δεν είναι άλλη από την "Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί" .



Γυρισμένη στις παραγκουπόλεις πέριξ της Ρώμης, επικεντρώνεται στη μίζερη ζωή μιας πολυπληθούς οικογένειας της οποίας πάτερ φαμίλιας είναι ο πολυμίσητος, αποκρουστικός κι απωθητικός Giacinto Mazzatella. Ο οποίος Giacinto αφήνει την οικογένεια του να ζει κάτω από άθλιες συνθήκες, ενώ κρύβει με εμμονική επιμέλεια κι αφοσίωση ένα σημαντικό χρηματικό ποσό που κέρδισε όταν έχασε το ένα του μάτι σε εργατικό ατύχημα. Αυταρχικός, τυρρανικός, ένας μέθυσος βιτσιόζος, στην κυριολεξία ένα κάθαρμα, βίαιος, ασεβής προς όλους και κυρίως προς το γυναικείο φύλο, μια ταλαιπωρία η ζωή κάτω από την ίδια στέγη με δαύτον. Και δεν είναι λίγοι, μάνα, σύζυγος, αδέρφια, παιδιά, νύφες, γαμπροί, εγγόνια, ερωμένη.




Θα έρθει η ώρα που η οικογένεια θα προσπαθήσει να απαλλαγεί από δαύτον,δυστυχώς χωρίς επιτυχία. 
Μετά από αυτό τίποτε δεν θα αλλάξει. Η ζωή στην οικία Mazzatella θα συνεχίσει να είναι το ίδιο μίζερη και θλιβερή όπως πριν. Απλά θα έχουν προστεθεί και νέοι ένοικοι, μια εξίσου πολυπληθής οικογένεια στην οποία ο Τζιατσίντο έχει πουλήσει ...την παράγκα του!




Η τελευταία σκηνή είναι ενδεικτική. Ένα από τα πολύ νεαρά μέλη της οικογένειας Ματζατέλα περιφέρεται εγκυμονούσα, ποιος ξέρει από ποιον. Στο βάθος μια Ρώμη που επιμένει να γυρίζει την πλάτη της στους "άθλιους, βρώμικους και κακούς"




Αυτό που είναι εντυπωσιακό, είναι η ρεαλιστική σκηνοθεσία του Σκόλα, ένας ρεαλισμός που όχι μόνο αγγίζει το γκροτέσκο αλλά το αγκαλιάζει σφιχτά, ένας "μεγεθυσμένος ρεαλισμός", όπως ομολογεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Άλλωστε τα γυρίσματα της ταινίας, όπως είπαμε, έγιναν στις παραγκουπόλεις περιφερειακά της Ρώμης, ενισχύοντας αυτόν τον επιδιωκούμενο ρεαλισμό.




Ίσως κάποιος να βρει την ταινία αποκρουστική, υπερβολικά "βρώμικη, βίαιη και κακή", ίσως όλο αυτό το γκροτέσκο να τον απωθήσει- αλλά αυτή είναι η γοητεία της, μη ξεχνάμε. Καλώς. Αλλά την ταινία αξίζει να την δει κανείς, έστω  για την αριστουργηματική ερμηνεία αυτού του απίστευτου ηθοποιού του του Νίνο Μανφρέντι στο ρόλο του Τζιατσίντο. Σημείο αναφοράς!



Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Ο Ettore Scola κι οι αγαπημένοι του σκηνοθέτες.

Ο Έττορε Σκόλα, αυτός ο σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, μας άφησε στις 20 του προηγούμενου μήνα σε ηλικία 84 χρονών. Άφησε πίσω του μια σημαντικότατη φιλμογραφία, καθόλου τυχαίο ότι πολλές ταινίες του παραμένουν σημείο αναφοράς, όχι μόνο για τον ιταλικό κινηματογράφο.




Ο Έττορε Σκόλα εκτιμούσε απεριόριστα και θαύμαζε τους παλιούς του συναδέλφους και δεν δίσταζε να δείχνει αυτήν την εκτίμηση και μέσα από τις ταινίες του. Ιδιαίτερα, ο θαυμασμός του για τον μεγάλο Βιττόριο ντε Σίκα δεν κρύβεται! Στην ταινία "C' eravamo tanto amati" (Ήμασταν κάποτε τόσο αγαπημένοι") ένας από τους πρωταγωνιστές, φανατικός σινεφίλ, υπερασπίζεται με θέρμη την γνωστή ταινία του ντε Σίκα "Κλέφτης ποδηλάτων", όταν γίνεται προβολή της στη λέσχη του χωριού του. Οι υπόλοιποι θεωρούν την ταινία προσβλητική και κακόγουστη γιατί αμαυρώνει την εικόνα της χώρας. Γίνεται έξαλλος, τόσο που παραιτείται από τη θέση του δασκάλου και φεύγει για τη Ρώμη όπου αφοσιώνεται στη μελέτη του "Κλέφτη ποδηλάτων".


Στην ίδια ταινία υπάρχει μια σκηνή, όπου γίνονται υποτίθεται τα γυρίσματα της περίφημης σκηνής στην Φοντάνα ντι Τρέβι από την ταινία του Φεντερίκο Φελίνι "Dolce Vita". Σε αυτή τη σκηνή εμφανίζονται ο ίδιος ο Φελίνι και ο Μαστρογιάννι!



Σε μια άλλη ταινία του "La Cena" ("Το Δείπνο") , στην τελική σκηνή, δύο από τα πρόσωπα της ταινίας φεύγουν πετώντας πάνω σε μια σκούπα, μια μαγική σκηνή που θυμίζει εκείνη στο τέλος της ταινίας του Βιττόριο ντε Σίκα "Miracolo a Milano" ("Θαύμα στο Μιλάνο"), ένας μικρός φόρος τιμής από έναν σκηνοθέτη στο δάσκαλο του.

Εκείνος ο σκηνοθέτης τον οποίο θαύμαζε όσο κανέναν άλλον ήταν ο Pier Paolo Pasolini. Οι ταινίες του Παζολίνι ήταν ο λόγος για τον οποίο ο Σκόλα έφτασε ως τις παραγκουπόλεις της Ρώμης για να γυρίσει την περίφημη ταινία του "Brutti, sporchi e cattivi" ("Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί") (για την οποία θα μιλήσουμε στην επόμενη ανάρτηση μας).

Υπάρχει μάλιστα η εξής ιστορία. Ο Σκόλα ανησυχούσε ότι ο Παζολίνι θα απέρριπτε την ταινία του ως χυδαία και προσβλητική για τους ανθρώπους των παραγκουπόλεων- πάνω από τους οποίους άλλωστε ο Παζολίνι είχε σκύψει με τόση τρυφερότητα. Έτσι του έδωσε το σενάριο της ταινίας και περίμενε την αντίδραση του. Το αντίθετο όμως, ο Παζολίνι το λάτρεψε, τόσο που πρότεινε στον Σκόλα να γυρίσει- ο ίδιος ο Παζολίνι-  μια μικρού μήκους ταινία, που θα παιζόταν πριν την προβολή του "Βίαιοι, βρώμικοι και κακοί" στις αίθουσες. Ο Σκόλα ενθουσιάστηκε! Δυστυχώς τους πρόλαβε ο βίαιος φόνος του μεγάλου Πιερ Πάολο Παζολίνι.[1]

Η μεγάλη έγνοια του Έττορε Σκόλα ήταν να μην ξεχάσουν οι νέοι Ιταλοί τον Παζολίνι.
"Οι νέοι δεν πρέπει να ξεχάσουν τον Παζολίνι"
"I giovani non devono dimenticare Pasolini"




Κι εμείς αγαπημένε μαέστρο της μεγάλης οθόνης δεν θα ξεχάσουμε ούτε τον Παζολίνι, ούτε εσάς ...


Για μια από τις σπουδαιότερες ταινίες του Έττορε Σκόλα, "Μια ξεχωριστή Μέρα", είχαμε γράψει : εδώ

 [1]

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Umberto D.

Το μεγαλείο του κινηματογραφικού σύμπαντος του σπουδαίου Vittorio de Sica φαντάζει πιο επίκαιρο από ποτέ! Ιδιαίτερα μια ταινία του μου έρχεται ξανά και ξανά στο νου αυτές τις μέρες που συζητείται το ασφαλιστικό και συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Κι αυτή είναι δεν είναι άλλη από την ταινία Umberto D.



Η ταινία γυρίστηκε το 1952 κι αφηγείται τη θλιβερή ζωή ενός συνταξιούχου στη Ρώμη. Έχοντας δουλέψει πάρα πολλά χρόνια σε ένα υπουργείο, φτάνει στο σημείο ως συνταξιούχος να μην μπορεί να τα βγάλει πέρα, ούτε καν όσον αφορά τα στοιχειώδη, στέγη και τροφή.
Η ταινία ξεκινά με μια διαδήλωση συνταξιούχων που διαλύεται βίαια από την αστυνομία. Ο Ουμπέρτο τρέχει να κρυφτεί για να  γλιτώσει την σύλληψη. Επιστρέφει στο δώμα που νοικιάζει για να αντιμετωπίσει την γκρίνια της σπιτονοικοκυράς που απαιτεί τα καθυστερημένα ενοίκια κι απειλεί με έξωση.


Ο Ουμπέρτο ξεπουλά διάφορα τιμαλφή, ο Ουμπέρτο φτάνει στο σημείο να επαιτεί, τουλάχιστον κάνει μια προσπάθεια σε μια συγκλονιστική σκηνή της ταινίας. Ο Ουμπέρτο θα προσπαθήσει να βρει στέγη στο μοναδικό πλάσμα που αγαπά και του έχει σταθεί, το σκύλο του που δεν μπορεί να συντηρήσει πια, ο Ουμπέρτο θα αρρωστήσει και θα νοσηλευτεί, ο Ουμπέρτο θα επιχειρήσει την αυτοχειρία.



Η ταινία είναι βέβαια γυρισμένη πάνω στις νόρμες του νεορεαλισμού, ένα κινηματογραφικό είδος που υιοθέτησαν Ιταλοί σκηνοθέτες κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πόλεμου και συνεχίστηκε μέχρι και τη δεκαετία του 50. Βασικός στόχος του κινήματος ήταν να αποδίδουν όσο το δυνατόν την καθημερινότητα ως είχε και οι βασικοί πρωταγωνιστές να μην είναι επαγγελματίες ηθοποιοί. Όπως συμβαίνει και στη συγκεκριμένη ταινία, όπου τον κεντρικό χαρακτήρα, τον κο. Ουμπέρτο, παίζει ο Κάρλο Μπατίστι, ένας καθηγητής πανεπιστημίου, που δεν είχε παίξει ποτέ στη ζωή του, και αποδείχτηκε ιδανική ενσάρκωση του ταλαίπωρου ήρωα της ταινία.



Ο κος. Ουμπέρτο περιφέρεται σε μια Ρώμη που προσπαθεί να ορθοποδήσει, με μια θλιμμένη αξιοπρέπεια, καθόλου πικρόχολος, καθόλου επιθετικός, απλά δίνει μια άνιση μάχη για να διασφαλίσει τα βασικά κι επαρκή γι'αυτόν και τον Φλάικ, τον αγαπημένο τετράποδο φίλο του. Ο σκηνοθέτης με το απαράμιλλο γεμάτο ανθρωπιά βλέμμα του, παρακολουθώντας τη στενάχωρη ζωή του ήρωα του, μας συγκινεί χωρίς ποτέ να γίνεται μελοδραματικός.



Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2014

Μια σπάνια ταινία!!!


                   O Ξένος - Lo Straniero (1967)

Σκηνοθεσία: Luchino Visconti   Σενάριο: Μεταφορά -όχι βασισμένη- από τον Βισκόντι της ομώνυμης υπαρξιακής νουβέλας του Αλμπέρ Καμύ.    Παίζουν: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Άννα Καρίνα, Μπερνάρ Μπλιέ.

Και η λέξη "σπάνια" που έβαλα στον τίτλο, κυριολεκτεί και με τις δύο της έννοιες: δυσεύρετη και εκλεκτή. Γιατί από τη δημιουργία της ακόμη η ταινία -εφτά χρόνια μετά τον βίαιο θάνατο του 47χρονου Αλμπέρ Καμύ- έμπλεξε σε μια μακροχρόνια δικαστική διελκυνστίδα με τους κληρονόμους του μεγάλου Γάλλου συγγραφέα και φιλόσοφου η οποία κρατάει μέχρι και σήμερα. Με αποτέλεσμα τα πολλά εμπόδια στις προβολές της. Μόνο που το Ίντερνετ δεν κολώνει σε κάτι τέτοια. Και έτσι είχα την τύχη να τη δω μεσοβδόμαδα σε κάποια πολιτιστική λέσχη.
Επειδή το εμβληματικό αυτό βιβλίο της φιλοσοφίας του Καμύ είναι πολυδιαβασμένο -μεταφρασμένο σε πάνω από 40 γλώσσες και 5 εκατομμύρια πωλήσεις- πολλοί θα ξέρουν για τον κ. Μερσώ. Τον συνηθισμένο υπάλληλο γραφείου που μπλέκει αναπάντεχα σε ένα φόνο. Ενώ πρόκειται για φαινομενικά απαθή και αδιάφορο άνθρωπο απέναντι σε συγκλονιστικά, υποτίθεται, θέματα για την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία όπως είναι ο θάνατος της μητέρας του και η ύπαρξη του Θεού.
Εκείνο που μας άφησε άναυδους και το συζητάμε ακόμη με τη γυναίκα μου είναι η αριστουργηματική σκηνοθεσία του Βισκόντι -ίσως η καλύτερη του για μένα ταινία- που σε αγγίζει βαθειά στην ψυχή και σε καθηλώνει. Και τι να πω γι' αυτό το ... θηρίο το Μαστρογιάννι! Δίνει ο άνθρωπος ένα ρεσιτάλ τόσο υψηλής υποκριτικής τέχνης που ώρες-ώρες νομίζεις πως έγραψε ο Καμύ το βιβλίο ... γι' αυτόν! Μην τη χάσετε σας παρακαλώ με τίποτα, και όσοι την έχετε δει να την ξαναδείτε!!!


Κυριακή 22 Απριλίου 2012

Tutto Italia


Τις μέρες αυτές πραγματοποιείται στην πόλη το πρώτο φεστιβάλ ιταλικού κινηματογράφου Tutto Italia . Ένα φεστιβάλ το οποίο έχει επιμεληθεί ο κος. Παναγιώτης Τιμογιαννάκης. Ο εν λόγω κριτικός κινηματογράφου είναι βαθύς γνώστης του ιταλικού κινηματογράφου, οπότε δεν είχαμε παρά να εμπιστευτούμε τις επιλογές του. Αρκετός κόσμος συρρέει αυτές τις μέρες στους δύο κινηματογράφους στους οποίους πραγματοποιείται το φεστιβάλ, Έλλη κι Ιντεάλ. Κι αυτό είναι παρήγορο. Όπως επίσης παρήγορη είναι κι η αντίδραση του κόσμου. Έτυχε μετά την προβολή ταινιών που παρακολούθησα , ο κόσμος να ξεσπά σε χειροκροτήματα και τα ενθουσιώδη σχόλια να δίνουν και να παίρνουν! Χθες βράδυ στο Ιντεάλ, μετά την προβολή της ταινίας Tutta la vita davanti η θετική αντίδραση του κόσμου ήταν ακαριαία! Από παντού ακούγονταν σχόλια όπως ''Τι ωραία ταινία'' , ''Εξαιρετική'' , ''Μπράβο''! Είναι πραγματικά πολύ όμορφο το συναίσθημα του να ζεις μετά το τέλος της προβολής μιας ταινίας αυτόν τον ομαδικό ενθουσιασμό!
Η συγκεκριμένη ταινία , που είναι του 2008, δεν παίχτηκε ποτέ στους ελληνικούς κινηματογράφους. Γιατί; Δεν είναι του παρόντος να αναλύσω τους λόγους -που είναι αρκετοί. Το μόνο που τώρα μπορώ να πω είναι ότι τέτοια φεστιβάλ είναι πολύτιμα. Ακριβώς για το λόγο ότι ανακαλύπτουμε διαμαντάκια όπως  η ταινία στην οποία αναφέρθηκα. Ταινία που πατά γερά στην παράδοση της comedia all'italiana. Γλυκόπικρη, υπάρχουν αστείες σκηνές υπάρχουν και συγκινητικές. Αιχμηρή, ασκεί κριτική σε κάποια φαινόμενα που έμελλε να πρωταγωνιστήσουν με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Θα ενδιαφέρει ιδιαίτερα απόφοιτους πανεπιστημίων που στριμώχνονται πια για μια ταπεινή θέση σε ημιαπασχολούμενη εργασία. Η ταινία τελειώνει κάπως αισιόδοξα, η ελπίδα φαίνεται πεθαίνει τελευταία (;)!
Στο πρόγραμμα του φεστιβάλ βλέπω ότι η ταινία προβάλλεται και την Τετάρτη 25/4 (τελευταία μέρα του φεστιβάλ) στο Ιντεάλ, στις 5:30 μ.μ. Σας τη συνιστώ. Όσοι ενδιαφέρεστε μην τη χάσετε.



To trailer της ταινίας εδώ

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

Paolo & Vittorio Taviani: Κινηματογράφος Σεμιναρίου!!!

Οι Paolo & Vittorio Taviani ( γεν. 1931 και 1929 στο San Miniato της Τοσκάνης) έχουν δημιουργήσει με την τέχνη τους μια ξεχωριστή ταυτότητα στο στερέωμα της 7ης τέχνης και όλα τα έργα τους τα διακρίνει η σκηνοθετική τελειότητα , τα κάδρα τους μοιάζουν με έργα ζωγραφικής. Οι χαρακτήρες είναι αδροί που "μιλάνε" και ενώ έχουν καταπιαστεί με δύσκολα θέματα δεν τα προσεγγίζουν ποτέ ακαδημαϊκά και σε όλες τους τις ταινίες υπάρχει έντονο το συναίσθημα. Από τις πέντε γνωστές τους ταινίες που ΄τους έχουν καθιερώσει και έχουν παιχτεί και στη Ελλάδα οι δυό πρώτες San michele και Allonsanfan καταπιάνονται με το θέμα "επανάσταση-επαναστάτης" το Padre Padrone θίγει το θέμα της οικογενειακής βαρβαρότητας μέσω του Πατέρα-Αφέντη και οι επόμενες δύο: La Notte di San Lorenzo και Kaos που είναι σπονδυλωτό και στηρίζεται σε τέσσερα διηγήματα του Λουίτζι Πιραντέλο, θίγουν πολλά θέματα ανθρώπινων χαρακτήρων και σχέσεων.
Αναλυτικά οι ταινίες αυτές είναι:

1972: San Michele Aveva Un Gallo Ελλην. Τίτλος: Ο Σαν Μικέλε είχε έναν κόκκορα ή σχέτο Σαν Μικέλε

Σενάριο: P. & V. Τaviani στηριγμένο σε μια νουβέλα του Τολστόϊ.

Φωτογραφία: Mario Masini
Μουσική: Benedetto Ghiglia
Ηθοποιοί: Giulio Brogi, Daniele Dublino, Renato Cestie.








1973: Allonsanfan ελλην. τίτλος: Αλλονζανφάν

Σενάριο: P. & V. Taviani

Φωτογραφία: Guzzepe Ruzzolini

Μουσική: Ennio Morricone

Ηθοποιοί:Marcello Mastroianni, Lea Massari, Mimsy Farmer, Laura Betti




1977: Padre Padrone ελλην. τίτλος: Πατέρας Αφέντης

Σενάριο: P. & V. Taviani

Φωτογραφία: Mario Masini

Μουσική: Egisto Macchi

Ηθοποιοί: Omero Antonutti, Severio Marconi, Marcella Michellangeli, Nanni Moretti, Fabricio Forte.






1982: La Notte di San Lorenzo ελλην. τίτλος: Η Νύχτα του Σαν Λορέντσο


Σενάριο: P. & V. Taviani, Tonino Guerra, Giuliani de Negri

Φωτογραφία: Franco Di Giacomo

Μουσική: Nicola Piovani

Ηθοποιοί: Omero Antonutti, Margarita Lozano, Claudio Bogagli, Myriam Giutelli, Massimo Bionetti.




1984. Kaos ελλην. τίτλος: Χάος

Σενάριο: Luigi Pirandello, P. & V. Taviani, Tonino Guerra

Φωτογραφία: Guseppe Lanchi

Μουσική: Nicola Piovani

Ηθοποιοί:Margarita Lozano, Omero Antonutti, Claudio Bigagli, Franco Franchi, Ciccio Ingrassia.



Τέλος για να καταλαβαινόμαστε γιατί μιλάμε: υπάρχει μια σκηνή, η τελευταία, (ε! δεν είναι και θρίλερ το έργο και σας το μαρτυράω) από το San Michele και σας την παραθέτω, που από αυτήν και μόνο οι Αφοι Ταβιάνι περνάνε στο Πάνθεον του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Είναι η σκηνή κατά την οποία συναντώνται εν πλω σε μια λίμνη όπου υπάρχει μια φυλακή υψίστης ασφαλείας, ένας βαρυποινίτης αναρχικός που μεταφέρεται σε κάποιαν άλλη ή αποφυλακίζεται, με μιαν ομάδα κομμουνιστών που τους πάνε στην πρώτη και εκεί που διασταυρώνονται τα πλοιάρια τους ρωτάει αυτός πως πάει η επανάσταση και αυτοί του απαντούν με καμάρι: "εσείς ξοφλήσατε τώρα δημιουργήθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα με οργανωμένα μέλη και θα κάνει την επανάσταση!" και έκπληκτος αυτός ρωτάει: "Επανάσταση με οργάνωση;"
Για να ακολουθήσουν 82 δευτερόλεπτα (1 λεπτό και 22΄΄) που αξίζουν να δείτε γιατί περικλείουν πιστεύω την επιτομή όλης αυτής της γοητείας που λέγεται κινηματογράφος και το γιατί μας κρατάει αιχμάλωτους:



Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

Μια χοντρή πλάκα που έκανε ο Φελίνι στον Μαστρογιάννι!!!

Παίρνοντας πάσα από τη σινεταίρα μου την Crispy θέλω να σας μιλήσω και εγώ για μια χοντρή πλάκα που έκανε ο Φελίνι στον Μαστρογιάννι και μάλιστα στην πρώτη τους συνάντηση που είχαν για να μιλήσουν για την ταινία Ντόλτσε Βίτα που θα γύριζε ο μεγάλος Ιταλός σκηνοθέτης. Το κείμενο είναι από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι: «ΘΥΜΑΜΑΙ ΝΑΙ, ΘΥΜΑΜΑΙ» και αυτό από τις εκδόσεις ΑΙΩΡΑ. Αφήνω τον ίδιο τον συγγραφέα και μεγάλο ηθοποιό να μας αφηγηθεί το περιστατικό με τα δικά του λόγια:

Πρώτη συνάντηση
Η πρώτη μας συνάντηση έγινε στην παραλία του Φρετζένε, όπου ο Φεντερίκο είχε εξοχικό, όταν με κάλεσε για την Ντόλτσε Βίτα. Λίγα βήματα πιο πέρα κάτω, κάτω από μία ομπρέλα, καθόταν ο Ένιο Φλαγιάνο, που τότε ήταν ο συνεργάτης του στη συγγραφή των σεναρίων.
Φυσικά ήμουν πολύ αναστατωμένος. Και αμέσως ο Φελίνι με εκείνο το μαγικό ύφος του, εκείνη τη λεπτή φωνή του, σαν μαγικού αυλού: «Ωωω, αγαπητέ Μαρτσελίνο!» (Πάντα αυτά τα υποκοριστικά, που νομίζω πως τα χρησιμοποιούσε και για να σε ηρεμεί.) «Αγαπητέ Μαρτσελίνο, πολύ χαίρομαι που σε βλέπω. Έχω στα σκαριά μία ταινία, παραγωγός είναι ο Ντίνο Ντε Λαουρέντις. Ο Ντε Λαουρέντις όμως θα ήθελε τον Πολ Νιούμαν για πρωταγωνιστή. Βέβαια, ο Πολ Νιούμαν είναι ένας μεγάλος ηθοποιός, ένας σταρ. Αλλά είναι πολύ δυνατή προσωπικότητα κι εμένα μου χρειάζεται ένας τυχαίος, κοινός τύπος.» Εγώ δεν ένιωσα καθόλου προσβεβλημένος. «Περίφημα, έτοιμος. Ο τυχαίος κοινός τύπος είμαι εγώ.» «Μα φυσικά γιατί ο χαρακτήρας είναι ένας τύπος δανδή. Δεν πρέπει να έχει την προσωπικότητα του Πολ Νιούμαν.» «Πολύ καλά», απάντησα. Ύστερα για να δώσω στον εαυτό μου έστω και ελάχιστη σοβαρότητα, ελάχιστη αξιοπρέπεια, είπα: «Θα ήμουν πολύ περίεργος να έριχνα μια ματιά στο σενάριο.» Ήθελα να φανώ επαγγελματίας. «Μα ασφαλώς!» χαμογέλασε ο Φελίνι και φώναξε τον Φλαγιάνο: « Ένιο, μπορείς να φέρεις το σενάριο στον Μαρτσελίνο;»
Ο Ένιο Φλαγιάνο, μ’ εκείνο το ειρωνικό ύφος του, μου έφερε ένα φάκελο. Μέσα δεν υπήρχε τίποτα. Μόνο ένα από τα σκίτσα που σχεδίαζε όλη την ώρα ο Φελίνι.

Το σκίτσο παρίστανε έναν άντρα που κολυμπούσε στη θάλασσα, με το πέος του τόσο μακρύ που έφτανε στο βυθό. Και γύρω από αυτό το πέος, όπως στις ταινίες της Έστερ Γουίλιαμς, χόρευαν σειρήνες.
Εγώ φυσικά κοκκίνισα, δεν ξέρω, έγινα κίτρινος, πράσινος, πήρα όλα τα χρώματα της ίριδας. Ένιωσα να με κοροϊδεύουν. Κατάλαβα ότι είχα απαιτήσει πάρα πολλά ζητώντας το σενάριο. Τι μπορούσα να πω; « Μα βέβαια μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον. Είμαι έτοιμος! Που να υπογράψω;»
Αυτή ήταν η πρώτη μου συνάντηση με τον Φελίνι.
.
Σημείωση: τα προαναφερθέντα βιβλία εάν δεν τα βρείτε αλλού θα τα βρείτε σίγουρα στο Βιβλιοπωλείο των εκδόσεων ΑΙΩΡΑ Μαυρομιχάλη 11 Αθήνα τηλ. 3839000.