Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περίεργα και Κουτσομπολιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περίεργα και Κουτσομπολιά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Όταν μεγάλοι δημιουργοί γυρίζανε και ... πατάτες!!!



     Με τη σημερινή μου ανάρτηση παίρνω το ρίσκο να στενοχωρήσω και κάποιους συναδέλφους σινεφίλ. Και αυτό το κάνω μετά από μια μακρά σινεφιλική πορεία και θέλοντας να επισημάνω μιαν ποιοτική ανισότητα που έχω εντοπίσει μέσα στο έργο κάποιων μεγάλων δημιουργών. Όπως έχουμε ξαναπεί κυρίαρχο ρόλο σε αυτά τα πράγματα παίζει η υποκειμενικότητα. Σου αρέσει κάτι ή δεν σου αρέσει. Σε αγγίζει ή δεν σε αγγίζει. Μόνο που έρχεται μια στιγμή που η διαχρονική αναγνώριση τους από άλλους ανθρώπους πρέπει να σε πείσει για την αξία κάποιων καλλιτεχνών. Ερήμην υποκειμενικών κριτηρίων. Και για να γίνω πιο κατανοητός θα φέρω ένα παράδειγμα από το χώρο του τραγουδιού: Δεν με συγκίνησε ποτέ ο Στράτος Διονυσίου πλην όμως αναγνωρίζω ότι πρόκειται για έναν σπουδαίο τραγουδιστή!
Και για να μη πολυλογούμε έχουμε και λέμε:

1. Ζαν Λικ Γκοντάρ (Jan-Luc Godard). 1930-.  Είναι η πιο κλασική και ακραία περίπτωση αυτών
που έλεγα προηγουμένως. Εκτός από το "Με Κομμένη Την Ανάσα" ( A Bout de Souffle) 1959, δεν με συγκίνησε καμιά του άλλη ταινία! Από όσες είδα βάβαια γιατί δεν είδα και πολλές. Και να μας φυλάει ο Θεός από εκείνο το "Weekend" 1967. Μαντζουράνα στο κατώφλι γάϊδαρος στα κεραμίδια! Είναι σκηνοθέτης της μεγάλης υπομονής και εγώ είμαι νευρικός άνθρωπος! Έλα όμως που εδώ και πολλά χρόνια τυγχάνει μιας πρωτο-φανούς παγκόσμιας αναγνώρισης. Και μάλιστα, όχι από τίποτα δανίκες αλλά από έγκυρους ειδικούς και κριτές που αποδέχεσαι την αυστηρότητα των κριτηρίων τους και την κάπως αντικειμενική αξιολόγηση τους. Όπως είναι ο σπουδαίος βρετανικός οδηγός ταινιών Halliwell's που επιμένει να δίνει στο φίλο μας την πολύ σπάνια ανώτατη τετράστερη διάκριση  του. Ακόμη και για το "weekend"!!! http://therearwindowproject.blogspot.gr/2012/04/blog-post_1221.html

2. Λουί Μπουνιουελ (Luis Bunuel). 1900-1983. Mε τον Μπουνιουέλ είμαι έτσι κι' έτσι. Δεν μπορώ
να πω ότι "παθαίνω" με τις ταινίες του. Αυτό μου συνέβη μόνο με την αριστουργηματική "Η Ωραία Της Ημέρας" (Belle de Jour)(1967), αυτό το εκπληκτικό παιχνίδι ονειρώξεων και ρεαλισμού, μόνο που εδώ δεν ξέρω κατά πόσο βαραίνει πιο πολύ η υποκειμενικότητα από την παρουσία στην ταινία της θηλυκής μου λατρείας: Κατρίν Ντενέβ!
Θέλω όμως να μιλήσω για μια ταινία του που βγάζει μάτια. Μια ταινία που, κατ' εμέ, αποτελεί το χαρηκτιριστικότερο παράδειγμα εσφαλμένης, λόγω κεκτημένης ταχύτητας, κριτικής. Πρόκειται για "Το Σκοτεινό Αντικείμενο Του Πόθου" (Cet Obscur  Objet Du Desir)(1977) που υμνήθηκε από την κριτική ενώ για μένα δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια πλαδαρή επίπεδη αφήγηση τύπου Βασίλη Γεωργιάδη με Φέρτη και Λάσκαρη.

3. Μικελάντζελο Αντονιόνι (Michelangelo Antonioni) 1912-2007. Εδώ βαραίνουν τα αριστουργήματα
που είναι και τα πιο πολλά  μέσα στη φιλμογραφία του. Υπάρχουν όμως και  κάτι ... πατάτες! Όπως για παράδειγμα εκείνο το παιδαριώδους συμβολισμού "Ζabriskie Point"(1970) που δεν τρώγεται με τίποτα. Αφήστε εκείνο το "Blow Up"(1966) που σε υποχρεώνει για ένα σημαντικό χρονικό διάστητα να παρακολουθείς δυο παίκτες του τέννις να παίζουνε χωρίς ... μπαλάκι! Μια σκηνή που όπως γράφανε τότε οι κριτικοί συμβόλιζε τάχαμου την κοινωνία μας που βαδίζει χωρίς ιδανικά. Για μένα το "Blow Out" του Ντε Πάλμα με τον Τραβόλτα που είναι περίπου του ίδιου θέματος -η μία στηρίζεται σε μια τυχαία φωτογράφηση η άλλη σε μια τυχαία  ηχογράφηση- είναι πολύ καλύτερη ταινία. Αλλά δεν θα τον κρεμάσουμε τον άνθρωπο, μας άφησε τεράστιο έργο.


έπεται η συνέχεια.......

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Η σινεφιλική ιδιότητα του ...Στάλιν!!!


Όσο και να ακούγεται περίεργο για έναν τόσο σκληρό άνθρωπο της εξουσίας, ο Ιωσήφ Στάλιν υπήρξε σινεφίλ και μάλιστα μανιώδης. Απασχολούσε στο Κρεμλίνο τον Ιβάν Σάνσιν, έναν αξιωματικό της KGB που ήξερε τη δουλειά, ως αποκλειστικό μηχανικό προβολής.  Ο Ιβάν Σάνσιν επέζησε και του αφεντικού του και της Σοβιετικής Ένωσης και πάνω στις δικές του μαρτυρίες ο Αντρεϊ Κοντσαλόφσκι το 1991 βάσισε το σενάριο της εξαιρετικής του ταινίας ΤΗΕ INNER CIRCLE (Eσωτερικός Κύκλος). Ο Κοντσαλόφσκι όμως δεν στάθηκε τόσο στη σινεφελική διάσταση της ταινίας όσο στον στενό κύκλο των ανθρώπων του Στάλιν μαζί με τους οποίους παρακολουθούσε τις προβολές και έπαιρναν τις αποφάσεις και μεταξύ των οποίων η σκοτεινή και πανούργα φυσιογνωμία του Λαυρέντι Μπέρια του φοβερού και τρομερού αρχηγού των μυστικών υπηρεσιών που τον υποδύεται υποδειγματικά ο Μπόμπ Χόσκινς. Πιο πολλά για τα σινεφιλικά του ...Πατερούλη γράφουν ο Νικήτα Χρουτσώφ στο ημερολογιό του και ο άγγλος συγγραφέας Μοντεφιόρε στο βιβλίο του: "Στην αυλή του κόκκινου τσάρου". Ο πρώτος γράφει ότι του άρεσαν πιο πολύ τα αμερικάνικα γουέστερν και αναφέρει ένα ξεκαρδιστικό περιστατικό με τον υπουργό κινηματογράφου που επειδή δεν υπήρχαν υπότιτλοι έκανε τις μεταφράσεις των διαλόγων χωρίς να γνωρίζει π.χ. αγγλικά μόνο και μόνο με την περίληψη του σεναρίου που του είχε πει κάποιος και με τη ...φαντασία του όπου έλεγε άλλα αντ' άλλων! Ο Μοντεφιόρε από τη μεριά του τον αποκαλεί ταινιοφάγο και γράφει ότι ο Στάλιν είχε πάρει στον πόλεμο την ταινιοθήκη του Γκέμπελς που ήταν πολύ μεγάλη και ότι είχε προτίμηση στις ταινίες του Σαρλώ και στα γουέστερν που πρωταγωνιστούσε ο Τζων Γουαίην. Πάντως είναι γεγονός ότι στην παντοδυναμία του και την περίοδο των μεγάλων εξοντώσεων, τον κινηματογράφο δεν τον κυνήγησε τόσο. Αφού και οι αδελφοί Ρομ με το "Ο Λένιν το '18" (1934) αλλά και ο Αϊζενσταϊν με την ημιτελή και αντισταλινικά υπαινικτική τριλογία του "Ιβάν ο Τρομερός" (1942,1946) δεν πρέπει να ενοχλήθηκαν ιδιαίτερα. Παρακολουθούσε. μάλιστα με ενδιαφέρον την πορεία των γυρισμάτων και μόνο να κοντύνει τη γενειάδα του πρωταγωνιστή  Νικολάϊ Τσερκάσωφ λένε ότι ζήτησε από τον Αϊζενσταϊν.

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Γιατί οι βραβευμένοι των Oscar αφιερώνουν τα βραβεία στις μαμάδες τους; !!!


Θα μπορούσα να βάλω την ερώτηση και σαν κουίζ, αφού η ακατανόητη για μένα αυτή συμπεριφορά τείνει να καταστεί το σήμα κατατεθέν της ετήσιας αυτής χλιδάτης  διαδικασίας. Χρόνια και χρόνια τώρα, όλοι οι αμερικανοτραφείς δημιουργοί του κινηματογράφου με το που θα πιάσουν στο χέρι το πολυπόθητο αγαλματίδιο σπεύδουν να εκφράσουν την αγάπη τους προς τη μαμά τους (ή τους γονείς τους άμα είναι και ο γέρος στη ζωή) και να της αφιερώσουν το έπαθλο! Ακόμη και ο υπέργηρος Κλιντ Ήστγουντ πριν μερικά χρόνια το αφιέρωσε στη ...μαμά του, ξαφνιάζοντας την ανθρωπότητα για την ...ύπαρξη της! Φέτος είχαμε τον δικό μας Αλεξάντερ Πέιν με το "Μαμά σ'αγαπώ πολύ!" να προσθέτει στο φαινόμενο μια νότα ...έθνικ! Και επειδή τέτοια πράγματα δεν τα συναντάς στα ευρωπαϊκά φεστιβάλ αλλά και επειδή ως άνθρωπος είμαι καχύποπτος το μόνο που δεν πιστεύω σε αυτή την ιστορία είναι το προφανές: ότι τάχα μου εκεί πέρα οι άνθρωποι αγαπούν πολύ τους γονείς τους και νιώθουν την ανάγκη να το εκφράσουν αυτό δημόσια! Κάθε άλλο θα έλεγα. Γνωρίζοντας από τις ταινίες τους αλλά και από επισκέψεις μου τις σχέσεις αποξένωσης που αναπτύσσονται μεταξύ παιδιών και γονιών στη μεγάλη  τους ηλικία -είτε βρίσκονται στα γηροκομεία είτε ζουν μόνοι τους μόνο μία ημέρα από όλο το χρόνο την Ημέρα των Ευχαριστιών θα βρεθούν μαζί για να φάνε τη γαλοπούλα τους- μάλλον ως απόρροια κάποιων αισθημάτων ενοχής θα πρέπει να θεωρούμε τα συγκινητικά λόγια των ...βραβευμένων!    

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

"Πες του Μάρλον να κοιτάει το φακό!" "Πές του Τζίλο ότι εγώ φακό δεν κοιτάω!"!!!


Βλέποντας αυτές τις ημέρες στην τηλεόραση μια διαφήμιση που μιλάνε δύο παράγοντες ποδοσφαιρικής ομάδας μέσω ενός τρίτου προσώπου "Πες του Κελεμπία ότι θα κάνει το τάδε" "Πες του δικού σου δεν έχει ιδέα" και τέτοια, θυμήθηκα μια παλιά κινηματογραφική ιστορία και θέλω να σας την αφηγηθώ. Όταν το 1969 ο Ιταλός σκηνοθέτης Τζίλο Ποντεκόρβο που πέθανε πέρυσι -ο σκηνοθέτης της συναρπαστικής και καταιγιστικής "Μάχης του Αλγερίου" μιας ταινίας που για μένα ανήκει στην παγκόσμια πρώτη δεκάδα- γύριζε
 την ταινία "Κουεμάντα" με πρωταγωνιστή τον Μάρλον Μπράντο συνέβη το εξής καταπληκτικό:
Ιδιότροποι άνθρωποι και οξύθυμοι και οι δυο τους δεν άργησαν να έρθουν σε σφοδρή σύγκρουση που εκτός τους λεκτικούς προπηλακισμούς, έφτασε μέχρι την ανταλλαγή γρονθοκοπημάτων. Η εταιρία παραγωγής όμως τούς είπε ότι η ταινία πρέπει να τελειώσει όπωσδήποτε και τότε επιλέχτηκε ο διάλογος με μεσολαβητή τον βοηθό σκηνοθέτη. "Πήγαινε πες αυτού του μ..... του Μπράντο να κάνει εκείνο!" "Πήγαινε πες αυτού του κόπανου του Ιταλού ότι αν κάνω το άλλο θα είναι καλύτερα!" Η ταινία τελικά ολοκληρώθηκε και είναι μια πάρα πολύ καλή ταινία με ένα Μάρλον Μπράντο εξαίρετο! 

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

George Clooney & Cary Grant: "άτυχοι" ή ...όχι και τόσο ταλαντούχοι; !!!

 Σήμερα έβαλα θέμα διαφωνιών και αντεγκλήσεων! Και αυτό με αφορμή ένα κείμενο της Χρυσούλας Παπαϊωάννου στη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία όπου γράφοντας για την καινούργια ταινία του συμπατριώτη μας Alexander Payne: "The Descedants" σημειώνει ότι ο πρωταγωνιστής της George Clooney μάλλον θα είναι υποψήφιος για το Όσκαρ α΄ αντρικού ρόλου αλλά όπως γράφει το περιοδικό "Χόλυγουντ ρεπόρτερ" μπορεί και πάλι να μην το πάρει γιατί κουβαλάει την κατάρα του ...Κάρυ Γκράντ που δεν έπαιρνε εύσημα για την ερμηνεία του εξαιτίας του ωραίου παρουσιαστικού του. Κάτι που εγώ δεν το πολυπιστεύω γιατί απλά θεωρώ τους εν λόγω ηθοποιούς όχι και τόσο πολύ ταλαντούχους και αντάξιους της φήμης που τους συνοδεύει. Παραθέτοντας μάλιστα και ως επιχείρημα του ισχυρισμού μου τις περιπτώσεις δυο άλλων ωραίων ηθοποιών που πήραν εύσημα και διακρίσεις: του Richard Burton  δηλαδή και του Sean Connery.
     Εσείς τι λέτε; Μήπως τα παραλέω;

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2011

TO "HAPPY END" ΔΕΝ ΗΤΑΝΕ ΚΑΘΟΛΟΥ....HAPPY!!!





Όλος ο παλιός ελληνικός κινηματογράφος, είτε δράμα ήτανε το έργο είτε κωμωδία, είχε στο τέλος Happy End. Ευτυχισμένο γάμο δηλαδή. Άλλες φορές τελείωνε στους αρραβώνες και στα λογοδοσίματα και άλλες φορές έφτανε και στο μυστήριο: χαρούμενη μουσική γραβάτες νυφικά κουφέτα.. Η φτωχή κοπέλα είχε αποκατασταθεί με τον πλούσιο άντρα και το φτωχόπαιδο είχε βρει την πλουσιοκόρη. Και όταν δε υπήρχε ο παράς περίσσευε η αγάπη και η καλή καρδιά.

Έπεφτε η λέξη ΤΕΛΟΣ στην οθόνη και οι θεατές πέφταν μετά στα μαξιλάρια τους γεμάτοι όνειρα και ελπίδες. Οι μοδιστρούλες και οι εργάτριες της εποχής, οι δακτυλογράφοι και οι νεαροί οικοδόμοι, οι οδηγοί και οι μαραγκοί, οι αγροτοπούλες κι' οι νεαροί αγρότες, βούλιαζαν σιγά-σιγά στην αγκαλιά του πιο γλυκού Μορφέα.

Κατά βάθος βέβαια οι άνθρωποι γνώριζαν πολύ καλά το απίθανο του πράγματος και τη μυθοπλασία. Ήθελαν όμως να βαυκαλιστούν, ένα φανταστικό παράθυρο να ανοίξουν. Να δραπετεύσουν για λίγο απ’ αυτό που βίωναν κάθε μέρα. Να αφεθούν στο παραμύθι. Να ταυτιστούν με τα ευτυχισμένα πρόσωπα που βλέπαν στο πανί: Τη Βουγιουκλάκη και τον Παπαμιχαήλ, τη Βούρτση και τον Ξανθόπουλο, τη Βασιλάκου και το Μυλωνά, την Ιασωνίδου και το Λειβαδίτη με όλα αυτά τα διάσημα ζευγάρια της οθόνης. Ουρές στις κινηματογραφικές αίθουσες όλης της χώρας, συνωστισμός στα καφενεία των χωριών που παίζαν οι πλανόδιοι. Και πάντα μα πάντα στο τέλος Happy End ακόμη και με νύφη τη Βασιλειάδου.

Το πρώτο, μάλιστα, απ’ τα ζευγάρια αυτά που προανέφερα έμελε να γίνει και ζευγάρι στη ζωή, τινάζοντας στα ύψη το φαντασιακό των θαυμαστών τους. Η ιδανική και ονειρεμένη οικογένεια. Απανωτά εξώφυλλα με την Αλίκη και το Δημήτρη. Ρομάντσο Θησαυρός Φαντάζιο συνέχιζαν με ρεπορτάζ την ευτυχία της οθόνης.

Ήρθε και το παιδί μετά. Μόνο σιγά-σιγά που κάτι χάλαγε και αρχίσανε τα ρεπορτάζ με τους καυγάδες. Δίπλα οι θαυμαστές μεγάλωναν και αυτοί, ο καθένας στο δικό του λούκι, στις συμπληγάδες της ζωής και στη φθορά του χρόνου.Το όνειρο και ο θαυμασμός για τα ινδάλματα έδινε σιγά-σιγά τη θέση του στην περιέργεια και το κουτσομπολιό. Το ενδιαφέρον του κόσμου παρέμενε ακόμη υψηλό για το τι θα γίνει παρακάτω. Μα όχι πλέον στο πανί με τη γνωστή κατάληξη, αλλά σε αυτό το άγριο και απρόβεπτο έργο της ζωής που είχαν εμπλακεί και τα ινδαλματά τους. Αυτό το έργο που είναι όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά και όλα μπορούν να γίνουν. Και γίναν τα χειρότερα. Το πρότυπο της οικογενειακής ευτυχίας διελύθη!

Αυτό που κρύβαν με το τέλος τους τα έργα εκείνα του σινεμά, αυτό δηλαδή που ζούσαν στη ζωή πολλοί από τους θεατές τους, έμελε να το παίξουν στη ζωή και οι ίδιοι οι ήρωες τους. Σε μια εκδοχή όμως τόσο σκληρή που μας τρομάζει όλους. Μέχρι αποκλήρωση παιδιού από τον πατέρα έκρυβε ο επίλογος μετά το θάνατο των ινδαλμάτων. Σπάνιο πράγμα για τα καθ’ ημάς.Και όλα αυτά φόρα παρτίδα απ’ τη μικρή, πλέον, οθόνη. Που αν και μικρή πολύ θαυματουργή γιατί τα αλέθει όλα.
Και έμεινε τώρα ένα παιδί που περιφέρεται από κανάλι σε κανάλι και όλο και κάτι διεκδικεί. Κάτι που του έλειψε και ψάχνει να το βρει μπροστά στις αδηφάγες κάμερες. Μπαίνει στα σπίτια μας σαν να εκλιπαρεί λίγη αγάπη. Ένα μετέωρο παιδί που είναι άντρας πλέον, μα είχε την ατυχία να είναι το πραγματικό παιδί του πιο ευτυχισμένου ζευγαριού της ελληνικής οθόνης!

(μεταγραφή)

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Εμείς των υποτίτλων οι…τυχεροί!!!


Εμείς οι Έλληνες θεατές του κινηματογράφου έχουμε ένα κεκτημένο που λόγω συνήθειας δεν το αξιολογούμε όσο πρέπει για το πόσο σημαντικό είναι. Και αυτό είναι οι υπότιτλοι που μπαίνουν στις ξένες ταινίες και που δεν είναι καθόλου αυτονόητο για τους άλλους λαούς. Στη Γαλλία την Ιταλία τη Γερμανία τη Ρωσία και πολλές άλλες μεγάλες χώρες του κόσμου οι ξένες ταινίες παίζονται μεταγλωττισμένες! Και βλέπεις τους ιθαγενείς Παπούα να μιλάνε άπταιστα ιταλικά ή τους Γιαπωνέζους να εκφέρουν αυτή την μοναδικά κοφτή γλώσσα τους σε μακρόσυρτα …γερμανικά!
Και δεν είναι μόνο ότι εμείς αποφεύγουμε τέτοια ευτράπελα, το σημαντικότερο είναι ότι πιάνουμε τη χροιά της φωνής του ηθοποιού που δένει με την έκφραση της κάθε σκηνής. Μπορεί να χάνουμε λίγο από την εικόνα στην προσπάθεια μας να διαβάσουμε, κερδίζουμε όμως πάρα πολύ με το να πιάνουμε αυτό που εκφράζεται με τη φωνή στη συγκεκριμένη σκηνή. Και ας μην γνωρίζουμε τη γλώσσα! Γιατί όσο προικισμένος και αν είναι ο ηθοποιός που βάζει τη φωνή του για το ντουμπλάρισμα ποτέ δεν μπορεί να πιάσει την εκφορά του λόγου που έχει ο ηθοποιός που παίζει και ζει το ρόλο του!
Άσε που έχουμε την τύχη να ακούμε ατόφιες κάποιες μοναδικές φωνές του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ένα ζευγάρι Ιταλών σινεφίλ που είχαμε γνωρίσει πριν κάποια χρόνια στην Ίο μας έλεγαν για το μεγάλο παράπονο τους που δεν άκουσαν ποτέ αυτή την μοναδική και ανεπανάληπτη φωνή του Μάρλον Μπράντο!
Όπως δεν την άκουσαν και οι Γερμανοί και τόσοι άλλοι! Και όχι μόνο του Μάρλον Μπράντο, δεν άκουσαν τη βαθιά φωνή της Λωρήν Μπακώλ, εκείνο το «γρέζι» που είχε αυτή της Ρίτας Χαίηγουορθ, τη «γκρινιαστή» φωνή του Νίκολσον, τη μοναδικότητα του Ντεπαρτιέ και του Αλ Πατσίνο, την αγριάδα του Τοσίρο Μιφούνε ή του Μπουρβίλ το «ένρινο κλάμα»! Για να αναφέρω κάποιες εν τάχει.
Με αυτό πάντως που εκπλήσσονται οι ξένοι με εμάς και τους υπότιτλους είναι αυτή η μοναδική ικανότητα μας να τους διαβάζουμε. Κάτι που νομίζω ότι δεν είναι θέμα κάποιας φυλετικής υπεροχής αλλά απλά και μόνο: εξάσκησης! Από το δημοτικό ακόμη στο σινεμά που έπαιζε στο καφενείο του χωριού διαβάζαμε τα λόγια στους υπότιτλους των ξένων έργων. Και στα «καμπόϊκα» που έρχονταν οι αναλφάβητοι τσαμπάσηδες* να δούνε τα άλογα, μας έλεγαν και τους διαβάζαμε μεγαλοφώνως! Το ίδιο και στα «Πάθη του Χριστού» που έρχονταν οι αγράμματες γυναίκες!
Και το ευχάριστο είναι πως η παράδοση των υποτίτλων συνεχίζεται και συνεχίζεται ακόμη η εκγύμναση των νέων! Για να ακούνε τη φωνή στο πρωτότυπο που δεν αντιγράφεται ποτέ όπως π.χ. εκείνο το ανεπανάληπτο: «Μπάμπερ!» το όνομα του νεαρού φυγάδα Ρέντφορντ που φώναζε ο Μπράντο μέσα στη νύχτα , στην Καταδίωξη (Τhe Chase) του Άρθουρ Πεν!!!
.
*τσαμπάσης: ο ειδικός των αλόγων.