Αρχιμ. Δοσιθέου
Κανέλλου,
Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας
Σεβασμιώτατε[*]
δέσποτα, αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί και συλλειτουργοί, ευχαριστώ πολύ που
με καλέσατε για να σας ομιλήσω. Δεν έρχομαι εν σοφία λόγων, ούτε ως επιστήμων
θεολόγος, ούτε για να τριχάσω την τρίχα.
Είμαι ένας
καλογερόπαπας και απευθύνομαι σε παπάδες, με την παλαιά έννοια του όρου
«παπάς», κι όχι με την μειωτική που μας αποδίδουν σήμερα με την λέξι
«παπαδαριό». «Παπάς» είναι λέξις τιμητική και είναι χαϊδευτικό της λέξεως
«πατήρ», και μετάφρασις της αραμαϊκής λέξεως «αββάς». Και η λέξις «παπάς» ή
«παπίας» δεν είναι μακρυά ετυμολογικώς από την λέξι «πάπας» που τόσον έχει
παρεξηγηθή εξ αιτίας της χρήσεώς της από τον επίσκοπο Ρώμης.
Τονίζω ότι
ιερομόναχοι και έγγαμοι πρεσβύτεροι είμεθα ένα· άνευ διακρίσεως «αγιότητος».
Είμαι παπάς, είσθε παπάδες. Είμαι πρεσβύτερος, είσθε πρεσβύτεροι.
Δεν υπάρχει στην
Εκκλησία του Χριστού διάκρισις μεταξύ έγγαμου και άγαμου κλήρου. Όπου υπάρχει
διάκρισις, εκεί υπάρχει αίρεσις. Διότι μια φορά, θυμάμαι, κάποιοι αρχιερείς οι
οποίοι προέρχονταν από οργανώσεις είχαν επισκεφθεί το Μοναστήρι που ήμουν
καλόγηρος. Και λέγει τότε ο οικείος επίσκοπος, μακαριστός πλέον τώρα, πως την
επομένη ημέρα θα ετελείτο μια «παρθενική Λειτουργία». Του λέγω:
-Τι εννοείτε; Μου
απαντά:
-Θα λειτουργήσουμε
μόνον εμείς οι άγαμοι.
-Συγγνώμη, μα εγώ δεν
θα λειτουργήσω, δεν θα έρθω.
-Γιατί; ερωτά. Και
του απαντώ:
-Πρώτον, διότι αυτό
είναι εγκρατιτική αίρεσις, δεύτερον διότι οι Κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν
την διάκρισι μεταξύ άγαμου και έγγαμου επί ποινή αφορισμού, και τρίτον διότι
εγώ δεν είμαι παρθένος.