Η
παροιμία λέγει ότι τα «χούγια» δεν αλλάζουν μέχρι να πεθάνη ο άνθρωπος.
Αυτή στην ουσία έχει δύο έννοιες.
Πρώτον, εκφράζει ότι εμείς οι άνθρωποι τόσο πολύ αγαπάμε τις συνήθειές μας,
ώστε οι ίδιοι δεν θέλομε να τις βγάλωμε, όχι ότι δεν βγαίνουν οι συνήθειες.
Τις αγαπάμε τις συνήθειές μας, τις
υποστηρίζουμε, μας αρέσουν και προτιμούμε καλύτερα να μας σφάξουν παρά να
αλλάξωμε μία συνήθειά μας.
Παρατηρήστε, όταν θελήσουν να μας
αλλάξουν κάποια συνήθειά μας, κάποια σκέψι μας, κάποια γνώμη μας, πως αμέσως
αντιδρούμε. Αμέσως ταραζόμαστε, γιατί την αγαπάμε την συνήθειά μας, όχι ότι
αυτή δεν αλλάζει.Ίσα ίσα που η Αγία Γραφή λέγει ότι και ο ηλικιωμένος Νικόδημος
η οποιοσδήποτε άλλος μπορεί να ξαναγεννηθή λαμβάνοντας το βάπτισμα. Η Αγία
Γραφή λέγει ότι καρδίαν καινή δίνει ο Θεός, κάνοντάς μας ανάπλασι του νου, του
βαθυτέρου είναι μας, και έτσι γινόμεθα καινούργιοι ημέρα τη ημέρα. Επομένως,
αλλάζει ο άνθρωπος.


