Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Αυθαιρεσίες" Επισκόπων... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "Αυθαιρεσίες" Επισκόπων... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 31 Μαρτίου 2015
Ο επίσκοπος έχει την εξουσία να "ανατρέπει" τους ιερούς Κανόνες;
ΙΕΡΑ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
ΓΡΑΦΕΙΟ
ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ
Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΝΑ «ΑΝΑΤΡΕΠΕΙ» ΤΟΥΣ
ΙΕΡΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ;
Με λύπη και ανησυχία παρατηρούμε το γεγονός
ότι η λεγόμενη «μεταπατερική και μετακανονική θεολογία» προωθείται αλματωδώς
στη συνείδηση της Εκκλησίας και δυστυχώς, από Επισκόπους, οι οποίοι οφείλουν να
είναι οι Ηρακλείδες της εκκλησιαστικής μας παραδόσεως, να βαδίζουν πάνω
στα χνάρια των αγίων Πατέρων μας,
να σέβονται και να τηρούν τις υποσχέσεις που
έδωσαν κατά τη χειροτονία τους, ότι θα είναι φύλακες της ορθοδόξου πίστεώς μας
και των Ιερών Κανόνων χωρίς την παραμικρή παρέκκλιση.
Αφορμή για
την παρούσα ανακοίνωσή μας πήραμε από πρόσφατη συνέντευξη Μητροπολίτου, σε τοπικό τηλεοπτικό
σταθμό, πριν λίγες ημέρες, η οποία δημοσιοποιήθηκε σε διάφορες ιστοσελίδες και
ιστολόγια και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ήταν πολλά τα θέματα που τέθηκαν
στον Σεβασμιώτατο. Ένα από αυτά ήταν το εξής: «Είστε ικανοποιημένος από το αν
(οι πιστοί) ερχόμαστε να σας ακούσουμε κι αν είμαστε καλά εκπαιδευμένοι να
ακούμε το λόγο της Εκκλησίας;». Ο Σεβασμιώτατος απάντησε ως εξής: «Χρειάζεται
ένα υγιές εκκλησιολογικό φρόνιμα, όπως λέμε στην Εκκλησία. Η Εκκλησία έχει την
τάξη της, έχει τις αρχές της, κι έχει τους Κανόνες της, έχει την εμπειρία της
[…].Στην περίπτωση της Εκκλησίας σήμερα, δεν είναι ο λόγος του ανθρώπου, του
Επισκόπου, είναι ο λόγος της Εκκλησίας. Αυτό που λέμε εμείς, δεν είναι τίποτε
περισσότερο απ’ αυτό που είπε ο Χριστός. Οπότε, έχει να κάμει ο άνθρωπος, όχι
με τον άνθρωπο που εκφωνεί τα λόγια της Εκκλησίας, αλλά με τον ίδιο το Χριστό,
που διδάσκει με τα στόματα των κληρικών, των Επισκόπων σήμερα».
Μέχρις εδώ όλα καλά, υπό την προϋπόθεση, ότι ο Επίσκοπος
ορθοτομεί τον λόγον της αληθείας και δεν κακοδοξεί. Δεν διδάσκει με λόγια
αιρετικές θεωρίες, ξένες προς την πίστη και την Παράδοση της Εκκλησίας και δεν
προβαίνει σε πράξεις, που ισοδυναμούν με αποδοχή της αιρέσεως και προδοσία της
πίστεως. Μόνον τότε ο λόγος του επισκόπου «δεν είναι τίποτε περισσότερο απ’ αυτό που
είπε ο Χριστός». Μόνον τότε είναι «εις τύπον και τόπον Χριστού», όταν
στη ζωή του ενσαρκώνει και τις αρετές του Χριστού. Και το λέμε αυτό, διότι
δυστυχώς στην ιστορία της Εκκλησίας μας έχουμε πλείστα όσα παραδείγματα Επισκόπων,
που έπεσαν στην αίρεση και στην πλάνη και παρέσυραν πολλούς στην απώλεια. Τους
«επισκόπους» αυτούς καταδίκασε, αναθεμάτισε και απέκοψε από το σώμα της η Εκκλησία σε Οικουμενικές
και τοπικές Συνόδους.
Στη συνέχεια ο Σεβασμιώτατος διατυπώνει, κατά την
ταπεινή μας γνώμη, δηλώσεις που κάθε άλλο παρά «υγιές εκκλησιολογικό φρόνιμα»,
κατά τους ισχυρισμούς του, αποδεικνύουν. Δηλώσεις που ανατρέπουν την Κανονική
και Συνοδική Παράδοση της Εκκλησίας μας: «Ο Επίσκοπος έχει την ευθύνη της διδασκαλίας
της Εκκλησίας και ο Επίσκοπος έχει και το δικαίωμα – το θυμάστε αυτό, το
βρίσκουμε στην Εκκλησία πολλές φορές- του “δεσμείν και λύειν”, να δένει και να
λύνει μέσα στην Εκκλησία και να ανατρέπει όλους τους Κανόνες, να τους
ανατρέπει, τα πάνω κάτω να φέρνει.Κάποιους να τους τηρεί διαφορετικά τελείως
απ’ ό, τι είναι καταγεγραμμένοι, κάποιους να μην τους τηρεί καθόλου. Ο
Επίσκοπος μπορεί να τα διαχειριστεί αυτά, πότε, όταν είναι να αποβούν προς
όφελος πνευματικό των ανθρώπων»! Η εξουσία του «δεσμείν και λύειν», την
οποία ο Κύριος έδωσε στους Μαθητές Του και δι’ αυτών στους επισκόπους και
ποιμένες της Εκκλησίας, σε καμιά περίπτωση δεν δίδει το δικαίωμα στον επίσκοπο
«να
ανατρέπει τους [Ιερούς] Κανόνες», και «να φέρνει τα πάνω κάτω». «Κάποιους να
τους τηρεί διαφορετικά τελείως απ’ ό ,τι είναι καταγεγραμμένοι, κάποιους να μην
τους τηρεί καθόλου», όπως ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος. Ο
επίσκοπος δεν βρίσκεται υπεράνω των Ιερών Κανόνων, αλλά υπόκειται σ’ αυτούς και
οφείλει να τους τηρεί όπως «είναι καταγεγραμμένοι» και όχι «διαφορετικά».
Εάν ο επίσκοπος βρισκόταν υπεράνω των Ιερών Κανόνων, τότε κατά συνεπή
ακολουθία, θα βρισκόταν υπεράνω και των αγίων Πατέρων, που εν αγίω Πνεύματι
συνέταξαν τους εν λόγω Ιερούς Κανόνες. Θα βρισκόταν υπεράνω των αγίων
Οικουμενικών και Τοπικών Συνόδων, οι οποίες θεοπνεύστως εθέσπισαν τους εν λόγω
Κανόνες, οι οποίοι ως γνωστόν έχουν οικουμενικό και διαχρονικό
κύρος. Εάν ισχύουν οι λόγοι του Σεβασμιωτάτου, τότε τι νόημα έχουν οι φρικτές
υποσχέσεις, που δίνει ο Επίσκοπος κατά την ώρα της χειροτονίας του, ότι θα
είναι θεματοφύλακας των Θείων και Ιερών Κανόνων και όχι «διαχειριστής» των;
Στην περίπτωση αυτή σε τι διαφέρει ένας Ορθόδοξος Επίσκοπος από τον αιρεσιάρχη
Πάπα, ο οποίος έθεσε τον εαυτό του υπεράνω όλων των Συνόδων ακόμη και των
Οικουμενικών, ώστε να μην έχουν καμιά ισχύ, εάν δεν τις επικυρώσει εκείνος;
Η «εξουσία» του «δεσμείν και λύειν»,
που ο Κύριος έδωσε στους Μαθητές Του (και κατ’ επέκτασιν στους επισκόπους και
ποιμένες της Εκκλησίας), την οποία επικαλείται εδώ ο Σεβασμιώτατος, για να
στηρίξει τους ισχυρισμούς του, δεν έχει καμιά σχέση με την τήρηση των Ιερών
Κανόνων. Έχει ένα εντελώς διαφορετικό νόημα και λειτουργία μέσα στην Εκκλησία.
Συνίσταται στην «εξουσία» της αφέσεως, ή όχι των αμαρτιών των ανθρώπων, η οποία
πηγάζει από τον λόγο του Κυρίου «αν τινών αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς,
αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται» (Ιω.20,23), όπως επίσης και από τον λόγο
του «όσα
εάν δήσητε επί της γης, έσται δεδεμένα εν τω ουρανώ, και όσα εάν λύσητε επί της
γης, έσται λελυμένα εν τω ουρανώ» (Ματθ.18,18). Ασκείται μέσα στο χώρο
του μυστηρίου της Μετανοίας και ιεράς Εξομολογήσεως και εντάσσεται στα πλαίσια
της ποιμαντικής διακονίας των ποιμένων με στόχο στην σωτηρία των πιστών. Η «εξουσία»
αυτή δεν ασκείται αυθαίρετα και κατά το δοκούν, αλλά σύμφωνα με την διδασκαλία
του Ευαγγελίου και τους Ιερούς Κανόνες, με προϋπόθεση και κριτήριο την μετάνοια,
ή όχι των πιστών. Ο ποιμένας παρέχει την άφεση, εν ονόματι του Χριστού, εκεί
όπου υπάρχει μετάνοια, ενώ δεν την παρέχει, όπου υπάρχει αμετανοησία.
Αναφέρει
επίσης πως: «Όποιος πράττει ενάντια στην γνώμη του Επισκόπου, αυτός ο άνθρωπος
λατρεύει το διάβολο («Ο πράσσων δίχα της γνώμης του Επισκόπου τω διαβόλω
λατρεύει»). Ερωτούμε τον Σεβασμιώτατο: Εκείνος ο Επίσκοπος που δεν
υποτάσσεται στους ιερούς Κανόνες, αλλά τους «ανατρέπει» κατά το
δοκούν και φέρνει «τα πάνω κάτω», ποιόν λατρεύει;
Εκ του Γραφείου επί των Αιρέσεων και Παραθρησκειών
Ετικέτες
"Αυθαιρεσίες" Επισκόπων..
Σάββατο 24 Μαΐου 2014
ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΑΥΡΙΑΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΠΑ-ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ
Ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος
Ζήσης ...προχώρησε
σε συγκρίσεις με τη σημερινή εκκλησιαστική κατάσταση. Μίλησε για τον Αρχιεπίσκοπο
Αλέξανδρο και τη στάση του απέναντι στον Άρειο, τονίζοντας μεταξύ άλλων:
«Όταν
επίεσε ο Κωντσάντιος, ο Αρειανός αυτοκράτωρ τον Πατριάρχη Αλέξανδρο να δεχθεί
σε συμπροσευχή τον Άρειο δηλ. να δεχθεί να πάει μέσα στο ναό την Κυριακή ο
Άρειος και να λειτουργήσει μαζί με τον Πατριάρχη, ο αιρετικός μαζί με τον
Ορθόδοξο, τι έκανε ο Πατριάρχης Αλέξανδρος; Αυτό που κάνουν σήμερα οι δικοί μας
οι Πατριάρχες και συμπροσεύχονται και συνυπάρχουν μαζί με τους Παπικούς, μαζί
με τους Προτεστάντες, μαζί με τους Μονοφυσίτας, ακόμη και μαζί με τους
ετεροθρήσκους, μαζί με τους Βουδιστάς και τους Μουσουλμάνους, μαζί με το φύραμα
όλων αυτών των πλανών των διαμονικών;...
Αυτές τις ημέρες ο Οικουμενικός Πατριάρχης
Βαρθολομαίος συμπροσευχήθηκε στην Ασίζη όχι μόνο μαζί με τον Πάπα και τους
Προτεστάντες και τον Αγγλικανό «Αρχιεπίσκοπο», αλλά μαζί και με Βουδιστάς, με
Μουσουλμάνους, με ειδωλολάτρας. Προσεύχονται, συμπροσεύχονται και
συλλειτουργούν. Ξεχάσαμε ότι υποδέχτηκαν τον Πάπα στην Κωνσταντινούπολη
θυμιάζοντάς τον και λέγοντας «ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου»; Και
τον τιμήσαμε. Και τον τίμησαν και φοιτητές της Θεολογικής Σχολής δίνοντάς του
τιμητικό μετάλλιο.
Έπρεπε
να κάνει και ο Πατριάρχης Αλέξανδρος το ίδιο; Να δεχθεί τον Άρειο μέσα στο ναό
και να συμπροσευχηθεί και να συλλειτουργήσει; Όχι. Τι έκαμε; Δεν μπορώ, λέει.
Το απαγορεύουν οι Κανόνες. «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος
καθαιρείσθω». Όποιος επίσκοπος ή παπάς ή διάκος προσευχηθεί με αιρετικούς, πολύ
περισσότερο με αλλοθρήσκους, να καθαιρείται. Γι΄ αυτό και ο Πατριάρχης
Αλέξανδρος είπε, δεν μπορώ το απαγορεύουν οι Κανόνες. Αλλά οι πολιτικοί έχουν
δύναμη, όπως και σήμερα. Και εξαναγκάζουν και Αρχιεπισκόπους να ακολουθούν το
δικό τους το δρόμο, και σήμερα στην Ελλάδα. Πολλές φορές και οι δικοί μας
κάνουν αυτά που θέλει η κυβέρνησις.
Προσευχήθηκε
λοιπόν ο Πατριάρχης Αλέξανδρος την προηγουμένη ημέρα και παρακάλεσε στο Θεό να
μην επιτρέψει να συμπροσευχηθεί μαζί με τον Άρειο. Και ο Θεός τον γλίτωσε με
θαύμα. Την άλλη μέρα πηγαίνοντας ο Άρειος στο ναό, κατά οικτρό τρόπο, μέσα σε
δημόσιο αποχωρητήριο πέθανε. Και γλίτωσε ο Πατριάρχης Αλέξανδρος αυτή την
παράβαση των Κανόνων, τη συμπροσευχή με τον αιρετικό Άρειο.
Φαντασθείτε
σήμερα τους σημερινούς Πατριάρχας και Αρχιεπισκόπους. Όχι απλώς δεν σκέφτονται
να μην συμπροσευχηθούν ή πώς να αποφύγουν τους αιρετικούς αλλά με χαρά
πηγαίνουν μαζί τους και κάνουν συμπόσια και φιέστες».
Ετικέτες
"Αυθαιρεσίες" Επισκόπων..
Τετάρτη 9 Απριλίου 2014
"Εγωιστής" ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός;

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου
Η εκ μέρους του Οικουμενικού Πατριάρχου ντε φάκτο αποδοχή
της Ορθόδοξης αντίληψης περί του Πρωτείου κατά τη σύναξη των Προκαθημένων, την
Κυριακή της Ορθοδοξίας, δημιούργησε την εντύπωση ότι έκλεισε το θέμα που είχε
ανοίξει ο Μητροπολίτης Προύσης κ. Ελπιδοφόρος. Όμως όχι, υπήρξε συνέχεια. Ο αρχιμανδρίτης
Παντελεήμων Μανουσάκης, επικ. Καθηγητής φιλοσοφίας στο Καθολικό Κολέγιο Τιμίου
Σταυρού, στη Μασαχουσέτη των ΗΠΑ, κολέγιο που έχουν ιδρύσει ιησουίτες μοναχοί,
όχι μόνο δημοσίευσε άρθρο, με το οποίο υποστηρίζει τις απόψεις του κ.
Ελπιδοφόρου, αλλά χαρακτηρίζει "εγωιστική" την άρνηση του Πρωτείου
και της παπικής αντίληψης περί "Πρώτου χωρίς ίσον" ( primus sine pares). Από τις δέκα παραπομπές του οι
οκτώ δεν υποστηρίζουν την επιχειρηματολογία του, είναι απλώς αναφορές σε άρθρα
του, στο άρθρο του κ. Ελπιδοφόρου και μία στην ύπαρξη περισσοτέρων Ορθοδόξων
Επισκόπων σε μια Ορθόδοξη εκκλησιαστική περιφέρεια.
Από
τις δύο απομένουσες υποσημειώσεις στο άρθρο του π. Παντελεήμονα η μία
αναφέρεται στην ανύψωση της Εκκλησίας της Ρωσίας σε Πατριαρχείο και το
γραφόμενο από τον Πατριάρχη Ιερεμία Β', ότι "κεφαλή έχη τον Αποστολικόν
Θρόνον της Κωνσταντίνου πόλεως, ως και οι άλλοι Πατριάρχαι". Κατά την
άποψη του αρθρογράφου από τη φράση αυτή
"διαφαίνεται η ύπαρξη πρώτου στα πρεσβυγενή πατριαρχεία". Η δεύτερη
αφορά επιστολή του Πατριάρχου Γαβριήλ προς τον Αλεξανδρείας Γεράσιμο με την
οποία του υπενθυμίζει ότι "κέκτηται προνόμιον διευθετείν και ρυθμίζειν το
απανταχού χριστιανικόν πλήρωμα εις τα ορθά της Εκκλησίας δόγματά τε και
διατάγματα και τας εξ αρχής παραδόσεις και επιβλέπειν δριμύτερον επί τους
παρεκτρεπομένους των εκκλησιαστικών διατάξεων τε και παραδόσεων".
Οι
δύο παραπομπές ουδέν αναφέρουν περί του Πρωτείου, όπως το εννοεί ο Μητροπολίτης
Προύσης. Απλώς αποτελούν απόψεις ή επιδιώξεις, που δεν έγιναν ποτέ
αποδεκτές. Να αναφέρουμε ότι και
Πατριάρχες Αλεξανδρείας έχουν επιτιμήσει Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως, όταν
ξέφευγαν από τους Κανόνες και τα Δόγματα της Εκκλησίας. Ο Άγιος Κύριλλος,
Αλεξανδρείας, ήρθε σε οξύτατη αντίθεση με τον αιρετικό Κωνσταντινουπόλεως
Νεστόριο και προκάλεσε την Γ' Οικουμενική Σύνοδο, που τον καταδίκασε.(1) ο
Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς δριμύτατα ψέγει τον Οικουμενικό Πατριάρχη
Ιερεμία Β΄ γιατί στο θέμα της ανυψώσεως της Εκκλησίας της Ρωσίας σε Πατριαρχείο
παρέβλεψε την εκκλησιαστική και κανονική τάξη. Του γράφει: "Οίδα,
χαλεπήσας επί τη αναγωγή εις Πατριαρχείον της Μοσκόβου Μητροπόλεως, ου γαρ σε
διαλανθάνει ουχ ενός είναι τούτο Πατριάρχου (ει μη τη Παλαιά Ρώμη
επακολουθείν έγνωκεν η Νέα) αλλά Συνόδου και Συνόδου Οικουμενικής ( των
Ορθοδόξων δηλαδή). Τούτον γαρ τρόπον και τα μέχρι σήμερον Πατριαρχεία κατέστη,
δια τούτο έδει σου την ιεράν ψυχήν και των λοιπών αδελφών συμπαραλαβείν την
ψήφον. Δει γαρ πάντας ειδέναι (ως κατά την Γ΄ Σύνοδον οι Πατέρες διορίζονται)
το πραττόμενον ότι περί κοινού τινος πράγματος εστίν σκέψις. Φανερόν δε ότι
θρόνος ουδείς Πατριαρχικός ετέρω υπόκειται, αλλά τη Καθολική συνδέδεται
Εκκλησία" (2). (Σημ. Οι
υπογραμμίσεις του γράφοντος). Προφητικός ο λόγος του Μελετίου Πηγά για τα όσα
σήμερα συμβαίνουν.
Επί
της ουσίας του άρθρου του Αρχιμ. Παντελεήμονος Μανουσάκη με το να χαρακτηρίζει
"εγωιστική" την άρνηση του Πρωτείου στον Ρώμης και, κατ' επέκταση
στον Κωνσταντινουπόλεως κατηγορεί ως
"εγωιστή" τον Άγιο Μάρκο τον Ευγενικό, ο οποίος δεν εδέχθη και
δεν υπέγραψε τα περί του Πρωτείου και των άλλων πλανών του Πάπα στη Σύνοδο Φεράρας - Φλωρεντίας, παρά τα βάσανα που
υπέστη. Ο ιστορικός του Βατικανού Joseph Gill γράφει πως για να προωθηθεί η "Ένωση",
δηλαδή η υποταγή των Ορθοδόξων στον Πάπα "έπρεπε ο Αυτοκράτορας και οι
εκκλησιαστικές αρχές της Κωνσταντινουπόλεως να είχαν αφορίσει τον Μητροπολίτη
Εφέσου και να τον είχαν αποτελεσματικά εμποδίσει να διαδίδει τις ανατρεπτικές
του απόψεις" (3). Δηλαδή κατά
τον ιστορικό του Βατικανού θα έπρεπε να εξοντωθεί ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός,
ό,τι αργότερα έκαναν οι Ιησουίτες στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλο
Λούκαρη. Πιστεύουμε ότι με βδελυγμία απορρίπτει ο π. Παντελεήμων αυτές τις
προθέσεις του Βατικανού.
"Εγωιστική"
είναι επίσης η θαρραλέα στάση των 13
μοναχών της Μονής Καντάρας, στην Κύπρο. Προτίμησαν το μαρτύριο και να καούν
ζωντανοί, παρά να υποκύψουν στο Πρωτείο και τις άλλες κακοδοξίες του Πάπα. (4).
"Εγωιστική" είναι και η άποψη του καθηγητού Σπυρίδωνος Κ.
Παπαγεωργίου, ο οποίος στην "Εκκλησιαστική Αλήθεια
Κωνσταντινουπόλεως" αναφέρει: " …Τουναντίον είδομεν εν τη ορθή
ερμηνεία των γραφικών λόγων, εν τη ανοθεύτω αναγνώσει των Πατέρων και εν τη
αμετατρέπτω ιστορία ότι ο επίσκοπος Ρώμης και ελέγετο και εθεωρείτο και αφ'
εαυτού προσηγορεύετο αδελφός επίσκοπος (Σημ. Υπογράμμιση στο πρωτότυπο),
ίσος προς τους άλλους... Τας εσφαλμένας δοξασίας και τους εσφαλμένους θεσμούς
αυτού πολλάκις και εν τη Ανατολή και εν τη Δύσει ήλεγξαν άνδρες, παρ' αυτών των
παπών κατατασσόμενοι μεταξύ των Πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων. Τέλος
ομοφώνως η γεραρά αρχαιότης τα γραφικά ρητά περί ενότητος, περί ποιμένων της
Εκκλησίας, εφήρμοσε και ενόησεν επί της ενότητος της πίστεως, των δογμάτων, της
αγάπης, της διδασκαλίας, της ειρήνης της Εκκλησίας, της οποίας ποιμήν μόνος
εστίν ο Χριστός. Άλλην ενότητα εκκλησιαστικών ούτε παρεδέχθη η Ανατολική
Εκκλησία επί δέκα και εννέα όλους αιώνας, ούτε θα παραδεχθή. Εάν ποτε
τοιαύτην νοήση την ενότητα και ο επίσκοπος Ρώμης, τότε και η Ανατολική Εκκλησία
προθύμως θέλει συζητήσει εν τοις καθέκαστα και θέλει αποδείξη ποία εισί τα ορθά
δόγματα και ποία εστίν η ορθή και
συνάδουσα τω Ευαγγελίω διδασκαλία" (5).
Το σημαντικότερο και
σοβαρότερο είναι ότι ο εν λόγω Αρχιμανδρίτης καταγγέλλει ως
"εγωιστική" τη στάση της Συνόδου του Πατριαρχείου της
Κωνσταντινουπόλεως. Σε Πατριαρχική και Συνοδική Εγκύκλιο Επιστολή, τον Αύγουστο του 1895, "προς
τους Ιερωτάτους και Θεοφιλεστάτους εν Χριστώ αδελφούς Μητροπολίτας και
επισκόπους και τον περί αυτούς ιερόν και ευαγή κλήρον και άπαν το ευσεβές και
ορθόδοξον πλήρωμα του αγιωτάτου Αποστολικού και Πατριαρχικού Θρόνου
Κωνσταντινουπόλεως" εκφράζει τη βαθιά της θλίψη και την οδύνη της για την
εγκύκλιο επιστολή του Πάπα Λέοντος ΙΓ', με την οποία κάλεσε τους Ορθοδόξους να
υποταγούν σ' αυτόν. Στο επίσημο κείμενο του Πατριαρχείου της
Κωνσταντινουπόλεως, που αποτελεί απόφαση της Συνόδου του και επομένως, κατά τη
λογική του σημερινού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, "ιερό κείμενο" αναφέρονται
μεταξύ των άλλων τα εξής αξιοπρόσεκτα, που προφανώς αγνοεί - δεν μπορούμε να
σκεφθούμε κάτι άλλο - ο Αρχ. Παντ. Μανουσάκης:
"Οι θείοι Πατέρες τιμώντες τον επίσκοπον Ρώμης μόνον
ως επίσκοπον της πρωτευούσης πόλεως του κράτους, απέδωκαν αυτώ προεδρείας
πρεσβεία τιμητικά, θεωρήσαντες αυτόν απλώς ως πρώτον τη τάξει επίσκοπον, τουτ'
έστι πρώτον εν ίσοις, άπερ πρεσβεία και τω Κωνσταντινουπόλεως απένειμαν
κατόπιν, ότε η πόλις αύτη εγένετο πρωτεύουσα του ρωμαϊκού κράτους….Εκ του 28ου
κανόνος της εν Χαλκηδόνι Δ' Οικουμενικής Συνόδου καταφαίνεται ότι ο Ρώμης εστίν
επίσκοπος ισότιμος τω επισκόπω της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως και τοις των
άλλων Εκκλησιών, εν ουδενί δε κανόνι και παρ' ουδενί των πατέρων υπαινιγμός τις
γίνεται, ότι ποτέ ο Ρώμης μόνος εστίν ο αρχηγός της καθόλου Εκκλησίας και ο
αλάθητος κριτής των επισκόπων και των άλλων ανεξαρτήτων και αυτοκεφάλων
Εκκλησιών…
Εκάστη κατά μέρος
αυτοκέφαλος Εκκλησία εν τε Ανατολή και τη Δύσει ην όλως ανεξάρτητος και
αυτοδιοίκητος κατά τους χρόνους των επτά Οικουμενικών Συνόδων. Όπως δε οι
επίσκοποι των αυτοκεφάλων Εκκλησιών της Ανατολής, ούτω και οι της Αφρικής, της
Ισπανίας, των Γαλλιών, της Γερμανίας και της Βρετανίας εκυβέρνων τα των Εκκλησιών αυτών έκαστοι δια των ιδίων τοπικών
Συνόδων, ουδέν αναμίξεως δικαίωμα έχοντος του επισκόπου Ρώμης, όστις και
αυτός επίσης υπήγετο και υπείκεν εις τας συνοδικάς αποφάσεις….Τοιούτον
υπήρχε το αρχαίον της Εκκλησίας πολίτευμα, οι δε επίσκοποι ήσαν ανεξάρτητοι απ'
αλλήλων και ελεύθεροι όλως εν τοις ιδίοις έκαστος ορίοις, μόνον ταις συνοδικαίς
διατάξεσιν υπείκοντες, και παρεκάθηντο ίσοι προς αλλήλους εν ταις συνόδοις,
ουδείς δε εξ αυτών διεξεδίκει ποτέ μοναρχικά δικαιώματα επί της καθόλου
Εκκλησίας….". (6). (Σημ. Η υπογράμμιση του γράφοντος).
"Εγωιστική" είναι και η θεολογική άποψη του Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα,
ο οποίος στην επί διδακτορία διατριβή του επιλέγει με τα εξής:
" Έκαστος Επίσκοπος ενοείτο ως διάδοχος πάντων ( Σημ. Η υπογράμμιση στο πρωτότυπο)
των Αποστόλων - και του Πέτρου. Δεν ήτο συνεπώς η ενότης των Επισκόπων
"συλλογική" εν τη εννοία της αθροιστικής συνθέσεως μιας
επιμεμερισμένης εις τους διαφόρους Επισκόπους αποστολικής διαδοχής. Έκαστος των
Επισκόπων εκάθητο επί της καθέδρας του Πέτρου, της Εκκλησίας του θεωρουμένης
πλήρως αποστολικής και στηριζομένης επί του θεμελίου πάντων των
Αποστόλων ( Σημ. Η υπογράμμιση στο πρωτότυπο). Εντεύθεν και επιστεύετο ότι όχι
μόνον οιοσδήποτε εκ των Επισκόπων τούτων δεν ηδύνατο να κατέχη Ιερωσύνην και
οιασδήποτε εκκλησιολογικώς βεβαιουμένας δικαιοδοσίας κατά τρόπον πληρέστερον
οιουδήποτε άλλου Επισκόπου, αλλά και πάντες ομού ηνωμένοι δεν ηδύναντο να
συνιστούν άθροισμα συμπληρούντων άλληλα μερών, αλλ' ενότητα οργανικήν ( Σημ. Η υπογράμμιση στο πρωτότυπο),
στηριζομένην επί της πλήρους ταυτότητος των
προς αλλήλους και προς το έν σώμα του Χριστού. Από το καίριον τούτο
σημείον, το οποίον εκφράζει την πληρότητα του επισκοπικού βαθμού, εξακολουθεί
και παρά την εμφάνισιν της περί συλλογικότητος των Επισκόπων θεωρίαν, να
εκπηγάζη πάσα ουσιαστική διαφωνία προς την ουσίαν της όλης Ρωμαιοκαθολικής
Εκκλησιολογίας υπό το φως της συνειδήσεως των τριών πρώτων αιώνων. (7). Ο Μητρ.
Περγάμου σε άλλο σημείο της διατριβής του υποστηρίζει κάτι ακόμη πιο σοβαρό: "Επίσκοπος
μη αποτελών το κέντρον της ενότητος ωρισμένης Εκκλησίας ή εξαρτώμενος εξ άλλου
Επισκόπου θα απετέλει ατελή Επίσκοπον". (8) (Σημ. Υπογράμμισην του
γράφοντος). Το εντυπωσιακό είναι ότι ο κ. Ιωάννης από τη συνάντηση της Ραβέννας
και μετά φαίνεται να έχει αλλάξει άποψη. Ασφαλώς έχει τους λόγους του για την
αλλαγή και που δεν προβαίνει σε διόρθωση των όσων υποστηρίζουν οι νεότεροι του
κληρικοί του Πατριαρχείου.
Η συνέχιση της προώθησης της παπικής αντίληψης περί του
Πρωτείου, ότι δηλαδή ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είναι "Πρώτος άνευ
ίσου" είναι ζήτημα σοβαρό, γιατί οι εκτιθέμενες απόψεις είναι υπό την
έγκριση του Φαναρίου, αφού τίποτε δεν τελούν τα στελέχη του χωρίς την έγκρισή
του. Η προσχώρηση Ορθοδόξων κληρικών και μάλιστα Επισκόπων στην περί του
Πρωτείου λογική του Πάπα προκαλεί οδύνη και πρέπει εκ μέρους τους να επανεκτιμηθεί,
με βάση την Ορθόδοξη Παράδοση και Εκκλησιολογία και με γνώση της Ιστορίας για
τους ποταμούς αιμάτων που έχυσαν οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί για να αντισταθούν
στις επιδιώξεις των Λατίνων και βεβαίως
χωρίς προκατάληψη και χωρίς τον πειρασμό της εκκοσμίκευσης και του
ωφελιμισμού.-
1.
Χρυσοστόμου
Παπαδοπούλου, Αρχ/που Αθηνών και πάσης Ελλάδος "Ιστορία της Εκκλησίας της
Αλεξανδρείας (62-1934)", Αθήναι, 1985, σελ. 30-368.
2.
Μεθοδίου
Φούγια, Μητροπολίτου Πισιδίας " Επιστολαί Μελετίου Πηγά, Πάπα και
Πατριάρχου Αλεξανδρείας", Αθήναι, 1998, σελ. 19-21.
3.
Joseph Gill " Η Σύνοδος της Φλωρεντίας",
Εκδ. "Καλού Τύπου", Αθήναι, 1962, σελ. 460.
4.
Ανδρέα
Μιτσίδη " Σύντομη ιστορία της Εκκλησίας της Κύπρου", Λεωκωσία, 1994,
σελ. 36.
5.
"Εκκλησιαστική
Αλήθεια Κωνσταντινουπόλεως", Σύγγραμμα περιοδικόν, εκδιδόμενον κατά
Παρασκευήν", Έτος Δέκατον Έκτον, 1 Μαρτίου 1896-28 Φεβρουαρίου 1897, Εν
Κωνσταντινουπόλει, 1897, Εκ του Πατριαρχικού Τυπογραφείου, σελ. 264.
6.
"Εκκλησιαστική
Αλήθεια Κωνσταντινουπόλεως", Έτος Δέκατον Πέμπτον, 1 Μαρτίου 1895- 29
Φεβρουαρίου 1896, Εν Κωνσταντινουπόλει 1896, σελ. 241-249.
7.
Ιωάννου
Ζηζιούλα, Μητροπολίτου Περγάμου και καθηγητού Πανεπιστημίου " Η ενότης της
Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω κατά τους τρεις πρώτους
αιώνας", Δευτέρα Έκδοσις, Εκδ. Γρηγόρη, Εν Αθήναις, 1990,σελ. 202.
8.
Ενθ'
ανωτ. σελ. 192.aktines
Ετικέτες
"Αυθαιρεσίες" Επισκόπων..
Πέμπτη 6 Μαρτίου 2014
Ο Μητροπολίτης Περγάμου και η αιρετική του διδασκαλία περί «ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ»
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΚΑΙ Η ΑΙΡΕΤΙΚΗ
ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΠΕΡΙ «ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ»
Εισαγωγή-αφορμή της κριτικής
Η
συνέντευξη που παραχώρησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου, κ.
Ιωάννης Ζηζιούλας, με ημερομηνία 26-02-2014, για λογαριασμό της
ιστοσελίδας «VATICAN INSIDER»[1],
είναι από εκείνες τις περιπτώσεις που ένας Ορθόδοξος ερευνητής προσέχει
ιδιαίτερα, καθότι γνωρίζει εκ των προτέρων πως, κατά κανόνα, σε
συνεντεύξεις προς ετερόδοξα κέντρα, η γλώσσα των «δικών μας» λύνεται πιο
εύκολα, και έτσι γίνονται γνωστά στοιχεία των περίφημων διαχριστιανικών
διαλόγων, που εσκεμμένα αποκρύπτονται προς τους λοιπούς Ορθοδόξους που
ενδιαφέρονται. Δεν το κρύβουμε λοιπόν ως διαχειριστές του ιστολογίου «Κατάνυξις», πως μόλις εντοπίσαμε τη συγκεκριμένη συνέντευξη σπεύσαμε να τη μεταφράσουμε,
με την ευγενική βοήθεια της κ. Ελένης Μητρούδη, εις τρόπον ώστε να
έχουμε τη δυνατότητα να σχολιάσουμε και να αναδείξουμε, με τη βοήθεια
του Θεού, ένα-δυο επικίνδυνα σημεία που, κατά την ταπεινή μας κρίση,
εκπέμπει για την ορθόδοξη εκκλησιολογία και θεολογία.
Η αιρετική διδασκαλία περί «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας»
Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης φιλάει το χέρι του Πάπα
Εν αρχή
λοιπόν, στον πρόλογο της συνεντεύξεως, ο δημοσιογράφος του Βατικανού
Gianni Valente, πλέκει το εγκώμιο του αγίου Περγάμου, τονίζοντας
ιδιαιτέρως «το έργο του ΄Ή Εκκλησιολογία της Θείας Ευχαριστίας’’, το οποίο, όπως μας υπενθυμίζει, «χαίρει εκτίμησης και είναι αποδεκτό και από τον Πάπα Φραγκίσκο και από τον προηγούμενό του Βενέδικτο XVI». Τον χαρακτηρίζει μάλιστα ως «τον καλύτερο εν ζωή Χριστιανό Θεολόγο»,
τίτλο που, ως γνωστόν, του έχει αποδώσει σύμπασα η οικουμενιστική
κοινότητα, από το Π.Σ.Ε. και το Βατικανό μέχρι την Ακαδημία Θεολογικών
Σπουδών Βόλου[2].
Η
συστημική ανακήρυξη του Μητροπολίτου Περγάμου σε «καλύτερο εν ζωή
Χριστιανό θεολόγο», δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, καθότι μια τέτοια
αυθαίρετη εκτίμηση αποτελεί το κυριότερο γνώρισμα του πλανεμένου
«χριστιανικού κόσμου», δηλαδή τόσο των αιρετικών, όσο και των
«προβατόσχημων λύκων»: αγνοούν εμπειρικά την έννοια του θεολόγου, εξ απόψεως ορθοδόξου! Κι
αυτό κάθε άλλο από παράλογο είναι, διότι όταν κινείται κανείς στο χώρο
της στοχαστικής θεολογίας και της «κτιστής χάριτος», ομοιάζει
περισσότερο με αιρετικούς διαστροφείς της Δύσης και της Ανατολής, όπως ο
Βαρλαάμ ο Καλαβρός ή ο εξωμότης Βησσαρίωνας, παρά προς τους Αγίους
Θεοφόρους Πατέρες της Ορθοδοξίας που διέπρεψαν σε Δύση και Ανατολή,
αντίστοιχα. Η δέ έπαρση που εκπηγάζει σε αυτή την περίπτωση, από την
σκοτισμένη διάνοια ενός σύγχρονου δυτικοτραφούς θεολόγου, ποτέ δεν θα
τον άφηνε να διακρίνει τους πραγματικούς θεολόγους του καιρού μας,
δηλαδή όλους όσους έπαθαν τα θεία, όλους όσους είχαν γεύση του Ακτίστου Φωτός, όπως ήσαν κατά τον 20ο αιώνα
κάτι αγράμματοι και ασήμαντοι κατά κόσμον άνθρωποι, σαν τον γέροντα
Παΐσιο ή τον παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη! Πώς να εξηγήσεις άλλωστε σε
εμπαθείς και κενόδοξους ανθρώπους του ακαδημαϊκού χώρου, πως άλλο πράγμα
είναι να μιλάς για το Θεό και άλλο πράγμα είναι το να μιλάς με το Θεό;
Το
πρόβλημα του αγίου Περγάμου, δεν είναι πως τον αποκαλούν οι άλλοι ως τον
«μεγαλύτερο θεολόγο», αλλά πως το έχει πιστέψει κιόλας! Για αυτό
ασφαλώς φροντίζει και κινείται εκ του ασφαλούς, σε οικεία ακαδημαϊκά
περιβάλλοντα, εις τρόπον ώστε να μη «τσαλακώνεται» η κοσμική υστεροφημία
του, ή εκφράζεται με μία δυσνόητη για τον απλό πιστό θεολογική γλώσσα,
εις τρόπον ώστε να κερδίζει τίτλους και βραβεία, από ανθρώπους που ποτέ
δεν κατάλαβαν τι εννοεί, ενώ στην πραγματικότητα ως καταλυτικός φορέας της μεταπατερικής θεολογίας, ολοκληρώνει σιγά σιγά και ανεμπόδιστα, τη άμβλυση της Χριστιανικής Ορθοδοξίας! Αν
για παράδειγμα ρωτούσε κανείς πρίν από 2 χρόνια, τους πιστούς της Ι.Μ.
Δημητριάδος, γιατί η Ακαδημία του Βόλου και ο οικείος Μητροπολίτης, κ.
Ιγνάτιος, βράβευσαν τον Ιωάννη Ζηζιούλα, κανείς δεν θα μπορούσε να
απαντήσει επί της ουσίας!
Το
Βατικανό από την άλλη γνωρίζει γιατί πρέπει να τιμά τον Μητροπολίτη
Περγάμου! Και μόνο η αιρετική διδασκαλία του περί «ευχαριστιακής
εκκλησιολογίας», την οποία αποδέχθηκε και υιοθέτησε ενθουσιωδώς η Β΄
Βατικάνειος Σύνοδος, αρκεί για να τον τιμά δεόντως. Όπως αναφέρει ο
καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, Γεώργιος Μαρτζέλος, «ιδιαίτερα
μετά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο η ευχαριστιακή Εκκλησιολογία της αρχαίας
Εκκλησίας, κυρίως όπως αναπτύχθηκε και προβλήθηκε από το Σεβασμιώτατο,
άρχισε να βρίσκει πρόσφορο έδαφος μεταξύ σημαντικών ρωμαιοκαθολικών
θεολόγων, όπως ο J. M. Tillard και ο Em. Lanne, που υπήρξαν και μέλη της
Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής του διαλόγου[3], ή ακόμη ο H. Legrand, ο J. Rigal κ.ά[4]. Γι’ αυτό ακριβώς και η εκκλησιολογική σκέψη του διατρέχει και
τα τέσσερα μέχρι στιγμής κοινά κείμενα του θεολογικού αυτού διαλόγου,
από το Κείμενο του Μονάχου (1982) μέχρι και το Κείμενο της Ραβέννας
(2007)»[5].
Για να
είμαστε βέβαια δίκαιοι, για λόγους ιστορικούς, η καινοφανής αυτή
διδασκαλία δεν ήταν έμπνευση δική του, αλλά ενός Ρώσου πρεσβυτέρου, του
π. Νικολάου Afanassieff, ο οποίος στις αρχές του 20ου αιώνα
καθιέρωσε πρώτος τον όρο “ευχαριστιακή εκκλησιολογία”. Αυτός υποστήριζε
ότι όλες οι εκκλησίες που έχουν αποστολική διαδοχή (άρα και οι
Ρωμαιοκαθολικοί!) και τελούν το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας έχουν την
πληρότητα της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και ότι
είναι ενωμένες μεταξύ τους με την αγάπη, την αγάπη όλων των Εκκλησιών
για την κάθε τοπική και της κάθε τοπικής για όλες τις άλλες. Τη θεωρία
αυτή την επεξέτεινε ο γνωστός π. Αλέξανδρος Σμέμαν, ο οποίος προσπάθησε
να αναδείξει τη λειτουργική κρίση στο χώρο της Εκκλησίας και τους
τρόπους με τους οποίους αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Η
«ευχαριστιακή εκκλησιολογία» επομένως, ερχόταν να δώσει λύση στο
ακανθώδες πρόβλημα των θεολογικών δογμάτων, που οδηγήσαν στο Σχίσμα του
1054, και που δεν θα ήταν ποτέ δυνατόν να γίνουν δεκτά από καμμία
πλευρά. Η θεωρία αυτή συμβίβασε τα ασυμβίβαστα, και έδωσε έτσι την
ευκαιρία στον Πατριάρχη Αθηναγόρα να δηλώνει προκλητικά τη δεκαετία του
’60, όπως παραμεριστούν τα δόγματα προς χάριν του «διαλόγου της αγάπης»[6].
Το εντυπωσιακό στην όλη υπόθεση είναι πως, δεκαετίες πριν τον
Αθηναγόρα, την ίδια εκτίμηση έκανε και ο π. Νικόλαος Afanassieff, ο
οποίος εφηύρε το στοιχείο της ενότητας μέσα από την Θεία Ευχαριστία, με
την κάθε Εκκλησία να κρατάει τα δόγματα για τον εαυτό της. Άρα απώτερος
σκοπός της εμπνεύσεως του π. Afanassieff ήταν να διευκολυνθεί –κατ’
αυτόν τον αντιπαραδοσιακό τρόπο- η «ένωση των εκκλησιών»!
Η
συμβολή του Ιωάννη Ζηζιούλα έγκειται στο γεγονός ότι έρχεται σε μια
κρίσιμη καμπή, αμέσως μετά την αποδοχή της θεωρίας από τη Β΄ Βατικανή
Σύνοδο, να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε ο π. Afanassieff, προς την κατεύθυνση που επιθυμούσε το Βατικανό. Δηλαδή
στο κενό που άφησε η θεωρία του π. Afanassieff και αφορούσε το
(παγκόσμιο) πρωτείο του Πάπα, την εργολαβική διεκπεραίωση του οποίου
ανέλαβε προθύμως (οποία έκπληξη!) ένας Ορθόδοξος Επίσκοπος! Κι αυτό
φαίνεται ιδιαιτέρως στο περίφημο Κείμενο της Ραβέννας (2007), το οποίο
μπορεί να έχει ως βάση του τη θεωρία του π. Afanassieff, η τελική
διαμόρφωσή του όμως οφείλεται στον άγιο Περγάμου, που με τη σειρά του,
με μια έξοχη μεταπατερική, ή μάλλον μετα-αποστολική μαεστρία, και με ένα
εντελώς αυθαίρετο τρόπο μεταβάλλει τη διάταξη του 34ου Αποστολικού Κανόνα που κάνει λόγο για «πρώτο τη τάξει σε επαρχιακό (τοπικό) επίπεδο», και την επεκτείνει σε διοίκηση «παγκοσμίου επιπέδου»[7]!
Οι
αιρετικές όμως εκτροπές στο συγκεκριμένο θέμα του Ιωάννου Ζηζιούλα δεν
περιορίζονται μόνο στους διμερείς θεολογικούς διαλόγους με τους
Ρωμαιοκαθολικούς, αλλά προεκτείνονται και στους πολυμερείς θεολογικούς
διαλόγους με τους Προτεστάντες του Π.Σ.Ε. για παράδειγμα. Η θέση του
πως, όπου τελείται το μυστήριο της Ευχαριστίας και γίνεται επίκληση της
ενεργού παρουσίας του Αγ. Πνεύματος, εκεί υπάρχει Εκκλησία, δεν εξαιρεί
για τον ίδιο ούτε τους κατακερματισμένους Προτεστάντες! Όπως μας
πληροφορεί ξανά ο, εκ των θερμών υποστηρικτών του, καθηγητής Γεώργιος
Μαρτζέλος, «τόσο η θέση της Επιτροπής (ενν. «Πίστις και Τάξις» του Π.Σ.Ε.) ότι
η παγκόσμια Εκκλησία δεν είναι άθροισμα ή ομοσπονδία τοπικών εκκλησιών ή
ακόμη παράθεση της μιας Εκκλησίας δίπλα στην άλλη, αλλά όλες μαζί είναι
η ίδια η Εκκλησία του Θεού και ότι το θέμα αυτό είναι στην ουσία του
εκκλησιολογικό και όχι θέμα διοικητικής οργάνωσης, όσο και εκείνη ότι
από την Πεντηκοστή και εξής η Εκκλησία τελεί την Ευχαριστία ως μία,
αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία, έτσι ώστε η τέλεση της
Ευχαριστίας να αγκαλιάζει όλη την Εκκλησία τόσο στην τοπική όσο και στην
παγκόσμια διάστασή της, θέσεις που περιέχονται και οι δύο στο κείμενο
της Επιτροπής «Πίστη και Τάξη» του ΠΣΕ «The Church: Local and Universal»
(Νο 150, 1990)[8], αναπαράγουν μέσα στο κείμενο αντίστοιχες θέσεις του Σεβασμιωτάτου, που απαντούν στο έργο του Being as Communion[9], στο οποίο γίνονται άλλωστε και οι σχετικές παραπομπές[10]. Εξάλλου
στο κείμενο «Church and World. The Unity of the Church and the Renewal
of Human Community» (Νο 151, 1990), προκειμένου να τονισθεί η προφητική
μαρτυρία της Εκκλησίας ως τοπικής κοινότητας, στα πλαίσια της οποίας υπερβαίνονται οι ποικίλες κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές, παρατίθεται
προς τεκμηρίωση εντός πλαισίου χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη μελέτη
του Σεβασμιωτάτου «The local Church in a eucharistic Perspective. An
orthodox Contribution»[11]».
Από τα
ανωτέρω γίνεται κατανοητό και μια άλλη λεπτομέρεια, που ίσως διαφεύγει
προς στιγμήν της προσοχής: ότι για τον Μητροπολίτη Περγάμου, δεν έχει
καμμία σημασία το τυπικό με το οποίο τελείται το μυστήριο της Θείας
Ευχαριστίας, αν για παράδειγμα οι Λατίνοι χρησιμοποιούν άζυμα ή οι
Προτεστάντες χυμό αντί για κρασί! Όλα αυτά τα «τεχνικά στοιχεία»
εντάσσονται στις «ποικίλες κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές» που
υπερβαίνονται πανεύκολα, αρκεί να δηλώνεται πως τελείται η «θεία
ευχαριστία» και ότι γίνεται επίκληση στο όνομα του Αγίου Πνεύματος. Το
ότι το σύνολο των Αγίων Πατέρων έδωσε μεγάλες μάχες με τους Λατίνους για
το θέμα των «αζύμων», αλλά και για όλες τις υπόλοιπες δογματικές
διαφορές, οι οποίες κρίνουν, κατά τους Πατέρες την σωτηριολογική πορεία
του ανθρώπου, για τον Ιωάννη Ζηζιούλα, όπως και για τους περισσότερους
Οικουμενιστές, είναι εμφανές πως αποτελεί ένα πεδίο παρωχημένο και
αδιάφορο.
Κλείνοντας
αυτή τη σύντομη ανάλυση για την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», καλό θα
ήταν να σημειώσουμε πως όλοι οι σύγχρονοι «θεολόγοι του γραφείου», στις
αναφορές που κάνουν για την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία», δεν
παραπέμπουν φυσικά στους Αγίους Πατέρες, αλλά παραπέμπουν κυρίως στον
μέντορά τους, Ιωάννη Ζηζιούλα, κάτι που δείχνει πολλά. Είναι μάλιστα
χαρακτηριστικό, πως όσο και να ψάξει ένας ερευνητής στους Αγίους
Πατέρες, σε κανέναν από αυτούς δεν θα συναντήσει αυτό τον (μεταπατερικό) όρο! Οι
μόνες παραπομπές που κάνουν στους Πατέρες, όλοι αυτοί οι γνωστοί
αποδομητές του χώρου, είναι κάποιες αποσπασματικές εκφράσεις που
χρησιμοποιούν οι Άγιοι για να τονίσουν τη σπουδαιότητα του μυστηρίου της
Θείας Ευχαριστίας. Αυτές λοιπόν τις υπέροχες εκφράσεις του Αγίου
Μάξιμου του Ομολογητή, του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα κ.α. σπουδαίων
Πατέρων, οι μεταπατερικοί θεολόγοι του καιρού μας τις ακρωτηριάζουν από
τη συνολική συνάφεια ενός κειμένου, και εν συνεχεία τις προσαρμόζουν και
τις χρησιμοποιούν ως «πατερική κάλυψη» στις εισηγήσεις τους, εις τρόπον
ώστε να μπερδεύουν άλλους Επισκόπους και θεολόγους, που διατηρούν
κάποιες επιφυλάξεις, ή τους απλούς πιστούς, που συνήθως δεν
αντιλαμβάνονται τη πονηρία του πράγματος.
Λόγοι εστίασης στην «ευχαριστιακή εκκλησιολογία»
Μένουμε
σε αυτά για την ώρα τα προκαταρκτικά, καθότι το ζήτημα της
«ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» είναι ανεξάντλητο, και σίγουρα θα
επανέλθουμε στο μέλλον. Παρόλο που δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός πως όλη
η συνέντευξη του Μητροπολίτου Περγάμου είναι γεμάτη από σημαντικές
ειδήσεις, εν τούτοις σκόπιμα επιλέξαμε να εστιάσουμε στο μείζον ζήτημα
της «ευχαριστιακής εκκλησιολογίας, ενός ζητήματος που ως «δούρειος
ίππος» καταλαμβάνει την νεώτερη ορθόδοξη θεολογική σκέψη, ακριβώς λόγω
της εύηχης ορολογίας του. Κυρίως όμως το επιλέξαμε, γιατί αποτελεί μία
άγνωστη στους περισσοτέρους πτυχή του διαλόγου. Το ζήτημα αυτό όμως
είναι και το σημαντικότερο, γιατί εκφράζει ακριβώς τη φιλοσοφία του
Ιωάννη Ζηζιούλα, ενός πραγματικά προσοντούχου καθηγητού της θεολογίας
(με βάση τα δυτικά κριτήρια θεολογικής σκέψης), τη φιλοσοφία του οποίου
ακολουθεί η πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών σήμερα, όπως και ένα τμήμα «φιλοπατριαρχικό» του Αγίου Όρους. Η επιστολή για παράδειγμα που απέστειλε ό ηγούμενος της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας, Ελισσαίος[12], με ημερομηνία 06/19 Ιουνίου 2010 στον «ηγούμενο» του ουνιτικού μοναστηριού του Bose στην Ιταλία, Enzo Bianchi, εν όψει του «Δια-χριστιανικού Διεθνές Συνεδρίου για την Ορθόδοξη πνευματικότητα», το
οποίο επρόκειτο να διεξαχθεί (και διεξήχθη) τον Σεπτέμβριο του ίδιου
έτους, είναι ένα όντως καλό παράδειγμα, για να κατανοήσει κανείς όλα όσα
αναφέρθησαν παραπάνω, καθότι έχει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία της
φιλοσοφίας που έχει διαποτίσει σε αρκετά σημαίνοντα πρόσωπα της
Ορθοδοξίας, ο Ιωάννης Ζηζιούλας, και κατ’ επέκτασιν το Οικουμενικό
Πατριαρχείο.
Ο ηγούμενος της Σίμωνος Πέτρας σε εγκάρδιο στιγμιότυπο με τον παπικό ηγούμενο του Bose, Έντσο Μπιάνκι
Σε αυτή την επιστολή λοιπόν, ο π. Ελισσαίος, μέσα από τον εγκάρδιο χαιρετισμό που απευθύνει προς τον Bianchi («Allo stimatissimo p. Enzo Bianchi Igumeno del Sacro Monastero di Bose a Magnano Italia-Σεβαστέ και αγαπημένε Π ατέρα Enzo»), αρχικά αναγνωρίζει ιερωσύνη, βαθμό ιερωσύνης («ηγούμενος»), άρα και αποστολική διαδοχή σε
έναν παπικό «κληρικό». Πιο πάνω αναφέραμε πως ξεκινούσε προοιμιακά η
θεωρία «της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» του π. Afanassieff, κι ο
καθένας ας κάνει τις κατάλληλες αναγωγές: «όλες οι εκκλησίες που έχουν αποστολική διαδοχή κτλ…». Εν συνεχεία ο ηγούμενος της Σίμωνος Πέτρας εκφράζει την πεποίθηση όπως, «οι
διακεκριμένοι θεολόγοι, κληρικοί και λαϊκοί, αλλά και άλλοι μελετητές,
που θα μετάσχουν στις συζητήσεις, να φωτίσουν πολλές πτυχές και να συμβάλουν από κοινού προς όφελος των συμμετεχόντων και εκείνων που διψούν για την αυθεντική κοινωνία με τον Θεό και τη γνήσια πνευματική ζωή». Γενικά
όλη η επιστολή χαρακτηρίζεται από μία οικειότητα, που θα ταίριαζε
περισσότερο μεταξύ δυο Ορθοδόξων, κι όχι μεταξύ ενός Ορθοδόξου και ενός
αιρετικού! Τούτο φαίνεται και στην κατακλείδα της επιστολής, στο σημείο
που ο π. Ελισσαίος, αφού βεβαιώνει την εκτίμησή του, αναπέμπει «αδελφικούς χαιρετισμούς» προς το πρόσωπο ενός αιρετικού ηγουμένου!
Στο σημείο αυτό, δεν θέλουμε να επεκταθούμε περισσότερο και να κάνουμε φροντιστήριο σε έναν ηγούμενο Αγιορείτικης Μονής, που λογικά θα έπρεπε να γνωρίζει τι είναι το Bose και ποιους στόχους του Βατικανού εξυπηρετεί. Υπογραμμίστε όμως ιδιαίτερα τη φράση του π. Ελισσαίου, «και να συμβάλλουν από κοινού»,
διότι εδώ κρύβεται και όλο το πνεύμα του Ιωάννη Ζηζιούλα, για τον τρόπο
με τον οποίο πρέπει σήμερα να διαλεγόμαστε με τους ετεροδόξους. Το λέει
άλλωστε ξεκάθαρα ο Μητροπολίτης Περγάμου στη συνέντευξη που παραχώρησε
στο VATICAN INSIDER, και συγκεκριμένα στο σημείο που παραδέχεται πως
εμείς οι Ορθόδοξοι προσερχόμαστε στο διάλογο, όχι με σκοπό «να δώσουμε
τη μαρτυρία μας προς τους ετεροδόξους», όπως μας παραμυθιάζουν επί
δεκαετίες οι διάφοροι μειοδότες που εκπροσωπούν την Ορθοδοξία στους
διαχριστιανικούς διαλόγους, αλλά με σκοπό την ανταλλαγή απόψεων, καθότι «ο διάλογος που γίνεται έχει αυτόν ακριβώς τον στόχο: την ανταλλαγή απόψεων». Πάντως, όχι την επιστροφή των ετεροδόξων στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, ξεκάθαρα πράγματα!
Αυτό λοιπόν το μεταπατερικό πλάνο, που καταπατά ευθέως την ευαγγελική εντολή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αὐτοὺς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνετειλάμην ὑμῖν…»[13],
όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, το αποδέχεται και το προτείνει ένας
ηγούμενος μιας Αγιορείτικης Μονής: «να συμβάλλουν από κοινού», δηλαδή Ορθόδοξοι και Παπικοί, για
να «φωτίσουν πολλές πτυχές …της αυθεντικής κοινωνίας με το Θεό και της
γνήσιας πνευματικής ζωής»! «Από κοινού», αυτοί που εκπροσωπούν την υγιή
διδασκαλία, μαζί με αυτούς που εκπροσωπούν την άρρωστη διδασκαλία… Το
όνειρο του π. Afanassieff, του Πατριάρχη Αθηναγόρα και του Ιωάννη
Ζηζιούλα μπαίνει στην φάση της ολοκλήρωσής του!
Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος στη σύναξη του Bose τον Σεπτέμβριο του 2010
Για την
ιστορία πάντως, μια και ανοίξαμε αυτό το θέμα, οι «διακεκριμένοι»
θεολόγοι, που αναφέρει ο π. Ελισσαίος στην επιστολή του, από πλευράς
Ορθοδόξων στη συγκεκριμένη συνάντηση ήταν η, πανταχού παρούσα σε
οικουμενιστικά συνέδρια, ομάδα της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου,
που στο συνέδριο αυτό εκπροσωπήθηκε με όλη την ηγετική της πλατφόρμα,
ήτοι τον «πρύτανη της μεταπατερικής θεολογίας», Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη
Δημητριάδος κ. Ιγνάτιο, καθώς και τον υπεύθυνο-συντονιστή της
Ακαδημίας, τον γνωστό μεταπατερικό διδάκτορα, Παντελή Καλαϊτζίδη. Άλλες
«διακεκριμένες» προσωπικότητες της Ορθοδοξίας ήταν ο Επίσκοπος
Μαυροβουνίου, Αμφιλόχιος Ράντοβιτς, γνωστός οπαδός των
διαχριστιανικών-διαθρησκειακών συμπροσευχών και εκ των διωκτών του
Επισκόπου Ράσκας και Πριζρένης, Αρτεμίου, ο Αρχιμανδρίτης της
Αρχιεπισκοπής Αθηνών, Παύλος Κουμαριανός, ο οποίος κατά τη διάρκεια της
παπικής λειτουργίας κοινώνησε όστια, γεγονός που προκάλεσε τη σφοδρή
αντίδραση του Μητροπολίτου Γλυφάδας, Παύλου, ο οποίος ζήτησε την
καθαίρεσή του[14], και άλλοι πολλοί για τους οποίους επιφυλασσόμαστε να ασχοληθούμε μαζί τους μελλοντικά[15].
Επίλογος
Σε μια
κατεξοχήν α-δογματική εποχή, όπως την ονειρευόταν ο Γερμανός
πανεπιστημιακός θεολόγος, Adolf Harnack, και τη βιώνουν στο έπακρο οι
Προτεστάντες, και μαζί τους οι Ορθόδοξοι Οικουμενιστές, η θεωρία της
«ευχαριστιακής εκκλησιολογίας» που εκφράζει ο Ιωάννης Ζηζιούλας, έρχεται
με ένα …δογματικό τρόπο να διαλύσει εις πλάτος και εις βάθος ότι έχει
απομείνει όρθιο μέχρι σήμερα! Το δέ παράδειγμα με τον ηγούμενο της
Σίμωνος Πέτρας, δεν αναφέρθηκε τυχαία, ούτε παρουσιάστηκε με στόχο να
ξεμπροστιάσει τον π. Ελισσαίο. Απλούστατα συνδέεται τέλεια, με αυτό που
θέλει να επιτύχει στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο Μητροπολίτης Περγάμου, ο
οποίος στα έργα του βάλλει ευθέως κατά του Ησυχασμού και του (ανυπότακτου) Μοναχισμού, προσπαθώντας
να αποσυνδέσει τον παραδοσιακό ανατολικό μοναχισμό, όπως τον γνωρίζουμε
στα Ασκητικά των Αγίων Πατέρων, από τη θεσμοποιημένη εκκλησία,
ουσιαστικά ουνιτικού τύπου, που αυτός εκπροσωπεί.
Ο π.
Ελισσαίος της Σίμωνος Πέτρας αποτελεί ένα ιδανικό δείγμα, με βάση τη
θεολογία του Περγάμου, για το πώς πρέπει να κινείται ο σύγχρονος
Αγιορείτης ηγούμενος και μοναχός στο νέο διαχριστιανικό ή και
πανθρησκειακό σκηνικό που στήνει στην εποχή μας η Νέα Τάξη δια των
θρησκευτικών ταγών της: ένα πλάσμα ανελεύθερο, άβουλο, άνευρο και
εξαρτημένο, όπως ακριβώς το «ευσεβές (άλογο) ποίμνιο της Εκκλησίας», που
όταν του πεις πως «ο γάϊδαρος πετάει», είναι έτοιμο να σου απαντήσει
πως …όντως «πετάει»! Είναι προφανές, πως η ισοπέδωση της Ορθοδοξίας
περνάει πρωτίστως μέσα από την καθυπόταξη του ορθόδοξου μοναχισμού και
λαού, διά μέσου της αφομοίωσής τους στο κληρικαλιστικό πνεύμα της Β΄
Βατικανής Συνόδου, που μεταλαμπαδεύουν και εμφυτεύουν σε ολόκληρο τον
ορθόδοξο χώρο κάποιοι μεταπατερικοί θεολόγοι του καιρού μας, σαν τον
Περγάμου, τον Δημητριάδος και τον Μεσσηνίας (ο καθένας από το μετερίζι
του)!
Στη
συνέντευξη που δίνει ο Μητροπολίτης Περγάμου στον Gianni Valente, όλη η
αγωνία του εστιάζεται στο, όχι πως δεν θα προδοθεί η Ορθοδοξία, αλλά στο
πως ακριβώς θα ολοκληρωθεί αυτή η υποταγή στον Πάπα. Έτσι εξηγείται η
καθοριστική συμβολή του στο Κείμενο της Ραβέννας (2007), και η εμμονή
του για «θεολογική» κατοχύρωση ενός παγκόσμιου πρωτείου (εξουσίας), με
δύο συνιστώσες: ένα γενικό για τον Πάπα Ρώμης, με το οποίο θα υποταχθεί
σύμπασα η χριστιανική οικουμένη, και ένα ειδικό για τον Πατριάρχη, με το
οποίο θα υποταχθούν όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίας κάτω από τον «πρώτο»!
Ταυτόχρονα, έτσι εξηγείται και η δυσφορία του προς το Πατριαρχείο
Μόσχας, το οποίο –έστω για τους δικούς του λόγους- απορρίπτει μετ’
επαίνων το Κείμενο της Ραβέννας, ερμηνεύοντας με τον ορθό πατερικό τρόπο
το θέμα του «πρωτείου».
Στη
συγκεκριμένη περίπτωση όμως τα πάντα είναι αλυσίδα: το «Κείμενο της
Ραβέννας» αποτελεί το αποκορύφωμα της εκκλησιολογίας του Ιωάννη
Ζηζιούλα· η οποία εκκλησιολογία του είναι προβληματική, γιατί είναι δομημένη με τρόπο αντιπατερικό, σε ένα είδος «πρωτείου», για το οποίο ουδέποτε μίλησε ο Χριστός και οι μαθητές του. Ουσιαστικά
πρόκειται για μια εκκλησιολογία που σταδιακά εκβάλλει τον Χριστό, και
σταδιακά εισάγει τον άρχοντα-εξουσιαστή του κόσμου τούτου, τον
Αντίχριστο (που θα έχει όντως «παγκόσμιο πρωτείο!)!
Η μη αποδοχή όμως της διακήρυξης της Ραβέννας από τους Ρώσους,
τεκμηριωμένη μάλιστα με άριστα θεολογικά επιχειρήματα, εκθέτει
ουσιαστικά τον Ιωάννη Ζηζιούλα και τις προθέσεις του, στα μάτια όλου του
ορθόδοξου κόσμου. Όπως καυστικά, πλην όμως εύστοχα σχολίασε κάποιος,
μόνον ένας «νέος Βησσαρίωνας» θα μπορούσε να συντάξει ένα τόσο
απαράδεκτο κείμενο, εξ απόψεως ορθοδόξου, σαν αυτό της Ραβέννας!
[3] Βλ. ενδεικτικά J. – M. R. Tillard, «Eucharistie et Église», στο J. D. Zizioulas - J.-M.R. Tillard - J.-J. von Allmen, L’Eucharistie, «Églises en dialogue – 12», Paris: Mame, 1970, σ. 75-135. του ίδιου, «L’Église de Dieu est une communion», στο Irénikon 53 (1980), σ. 451-468. του ίδιου, «Il n’est d’Église qu’eucharistique», στο Nicolaus 10 (1982), σ. 233-262. του ίδιου, Église d’Églises: l’ecclésiologie de communion, Collection «Cogitatio Fidei», No 143, Les Éditions du Cerf, Paris 1987. του ίδιου, «Le local et l’universel dans l’Église de Dieu», στο Proche-Orient chrétien 37 (1987), σ. 225-235. του ίδιου, «L’Universel et Local. Réflexion sur l’Église universelle et Églises locales», στο Irénikon 60 (1987), σ. 483-494. 61 (1988), σ. 28-40. του ίδιου, Chair de l’Église, chair du Christ. Aux sources de l’ecclésiologie de communion, Collection «Cogitatio Fidei», No 168, Les Éditions du Cerf, Paris 1992· του ίδιου, L’Église locale. Ecclésiologie de communion et catholicité, Collection «Cogitatio Fidei», No 191, Les Éditions du Cerf, Paris 1995. Em. Lanne, «L’Église locale, sa catholicité et son apostolicité», στο Istina 14,1 (1969), σ. 54 κ.ε.. του ίδιου, «Pluralisme et Unité : possibilité d’une diversité de typologie dans une même adhésion ecclésiale», στο Istina 14,1 (1969), σ. 185 εξ.. του ίδιου, «Anamnesi e valutazione del lavoro compiuto dalla Commissione Mista Cattolica – Ortodossa», στο Nicolaus 33,2 (2006), σ. 73 εξ.
[4] Βλ.
H. Legrand, «L'ecclésiologie eucharistique dans le dialogue actuel
entre l'Église catholique et l'Église orthodoxe. Convergences atteintes
et progrès encore souhaitable», στο Istina (51) 2006, σ. 354-374. του
ίδιου, « L'inséparabilité de la communion eucharistique et de la
communion ecclésiale. Un axiome chrétien commun et ses différences
d'interprétation », στο J.- M. van Cangh (Dir.), L’Ecclésiologie eucharistique, Éditions du Cerf, coll. «Académie internationale des sciences religieuses», Paris 2009, σ. 35-58. J. Rigal, L'ecclésiologie de communion. Son évolution historique et ses fondements, Collection «Cogitatio Fidei», No 202, Les Éditions du Cerf, Paris 1997.
[5] Γεωργίου Δ. Μαρτζέλου, Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΔΙΑΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ, σελ. 4-5
[6] Πρωτοπρεσβυτέρου Γ. Μεταλληνού, Οι διάλογοι χωρίς προσωπείον, σελ. 5
[7] Βλ. Αγαπίου ιερομονάχου και Νικοδήμου μοναχού, Ιερόν Πηδάλιον , ΛΔ΄ Αποστολικός Κανών, σελ. 42
[8] Βλ. The
Notion of ”Hierarchy of Truths”. An Ecumenical Interpretation – The
Church Local and Universal. Two Studies Commissioned and Received by the
Joint Working Group between the Roman Catholic Church and the World
Council of Churches, Faith and Order Paper No. 150, WCC Publications, Geneva 1990, σ. 6, 8.
[9] Βλ. J. D. Zizioulas, Being as Communion. Studies in Personhood and the Church, New York 1985, σ. 132 εξ., 134 εξ.
[10] Βλ. The
Notion of “Hierarchy of Truths”. An Ecumenical Interpretation – The
Church Local and Universal. Two Studies Commissioned and Received by the
Joint Working Group between the Roman Catholic Church and the World
Council of Churches, Faith and Order Paper No. 150, WCC Publications, Geneva 1990, σ. 14.
[11] Βλ. Church and World. The Unity of the Church and the Renewal of Human Community. A Faith and Order Study Document, Faith and Order Paper No. 151, World Council of Churches, Geneva 1990, σ. 39.
[13] Ματθ. κη΄ 19-20
[15] Μεταξύ
άλλων, εκτός από το μήνυμα του ηγουμένου της Ι.Μ. Σίμωνος Πέτρας (που
προκάλεσε και τη μεγαλύτερη επιτυχία των Παπικών), αναγνώστηκαν μηνύματα
του Οικουμενικού Πατριάρχη, Βαρθολομαίου, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών,
Ιερωνύμου, των Πατριαρχών Αλεξανδρείας, Μόσχας και Ρουμανίας, του Γ.Γ.
του Π.Σ.Ε., των προκαθημένων του Αγγλικανισμού και των Αρμενίων, και
αρκετών Ορθοδόξων Ιεραρχών Καρδιναλίων-βλ. περισ. https://www.monasterodibose. it/content/blogcategory/288/ 918/lang,en/
katanixis
Ετικέτες
"Αυθαιρεσίες" Επισκόπων..
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





