Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Πορφύριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Πορφύριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013
Όσιος Πορφύριος :Οι κανόνες, τα τροπάρια έχουν μέσα θησαυρούς. Σ' αυτά βρίσκομε τούς τρόπους πού μεταχειρίσθηκαν οι άγιοι για ν' αγαπήσουν τον Χριστό και να νικήσουν το κακό.
Στενοχωρούμαι,
όταν λέγω για τον εαυτό μου, αλλά θέλω να το πω. Όταν ήμουν κοντά στους
Γέροντες μου, διψούσα τη μελέτη, αλλά δεν μ' άφηναν, όλο με βάζανε στις
δουλειές. Πολλά χρόνια υστερήθηκα τη μελέτη, πού τόσο πολύ μου άρεσε.
Διαβάζοντας
το Ψαλτήρι και τούς κανόνες, είχα και ένα μεγάλο κέρδος έμαθα όχι απλώς
να διαβάζω, αλλά και τις συμβουλές πού δίνω από κει τις έμαθα.
Οι κανόνες, τα τροπάρια έχουν μέσα θησαυρούς. Σ' αυτά βρίσκομε τούς
τρόπους πού μεταχειρίσθηκαν οι άγιοι, για ν' αγαπήσουν τον Χριστό και να
νικήσουν το κακό. Έχουν ίση αξία με τα βιβλία του Αγίου Ισαάκ, του Αγίου Έφραίμ κ.λπ. Τούς
κανόνες των αγίων έγραψαν ό Θεοφάνης, ό Δαμασκηνός και άλλοι άγιοι.
Αυτοί εγκωμίαζαν τον άγιο, του οποίου γνώριζαν τα βιώματα, και έδειχναν
τρόπους μετανοίας. Άγιοι ήταν αυτοί οι υμνογράφοι. Έβαζαν μέσα εκεί και
τα δικά τους συναισθήματα.
Γι' αυτό σάς λέγω, το νου σας στους κανόνες, στ' τροπάρια κ.λπ. Δοθείτε με την ψυχή σας σ' αυτά. 'Απολαύστε τα. Εντρυφάτε σ' αυτά. Εύχομαι
να τ' αγαπήσετε κι εσείς, όπως κι εγώ. Αλήθεια σάς λέγω δεν τα
χορταίνω, όλα μ' αρέσουν να τα θυμάμαι, να τα απαγγέλλω, να τα ψάλλω.
Από τους κανόνες πήρα πάρα πολλά. Έτσι τα έζησα από μικρός. Εγώ τόσο τ'
αγαπούσα τα τροπάρια, πού με μια δύο φορές πού τα διάβαζα, τα μάθαινα
απέξω.
Άλλα δεν είναι σκοπός να τα μάθεις απέξω. Σκοπός είναι να τα κατανοήσεις, να εμβαθύνεις και να ωφεληθείς.
Μελετούμε και αποστηθίζομαι τούς κανόνες των αγίων, την Αγία Γραφή και
τα βιβλία των Πατέρων, όχι για να βαυκαλιζόμαστε και να αύτοθαυμαζόμαστε
λέγοντας πόσα βιβλία διαβάσαμε και πόσα χωρία γνωρίζομε απέξω, ούτε
πάλι για να αυξήσαμε τις γνώσεις μας, αλλά για να τα μαθαίνομε και με
φόβο Θεού να τα εφαρμόζομαι.
Οι Πατέρες γράφουν τα κείμενα τους και τα τροπάρια με το Πνεύμα το Άγιον γι' αυτό και κάνουν καλλιτεχνήματα. Ή ευχή είναι έργο τους. Κάθε λέξη είναι πελεκημένη. Την τοποθετούν εκεί πού χρειάζεται, ώστε να μην εξέχει.
Όπως ό κτίστης, πού θέλει να κτίσει το οικοδόμημα, προσέχει την κάθε
πέτρα, που θα τη βάλει, προσέχει το δέσιμο του τοίχου, γιατί αλλιώς θα
πέσει, αυτός πού γράφει με την ευχή γράφει με τάξη, με αρμονία, διότι
και στην ψυχή του μέσα έχει αυτήν την αρμονία. Όποιος ζει κάτι, το ζει το ενστερνίζεται και αυθόρμητα το γράφει. Σ' αυτόν πού το διαβάζει, πού το ακούει και καταγίνεται με αυτό, έχει μεγάλη απήχηση.
Υπάρχει,
όμως, ένας κίνδυνος. Αν δεν προσέξομε, μπορεί να τ' ακούμε και να τα
ψάλλομε τυπικά, να τα λέμε και να τ' ακούμε, επειδή πρέπει. Ακούμε
πολλές φορές τα ίδια, κουραζόμαστε, δεν μάς αρέσουν και μας έρχεται ή
αντίδραση. Μετά καμία ωφέλεια, καμία χαρά. Αρχίζει ή απελπισία και ό
διάβολος δεν χάνει την ευκαιρία να κάνει το κακό. Γι' αυτό, προσοχή στην κάθε λέξη. Θέλει θείο έρωτα, ενθουσιασμό.
Ετικέτες
Γέροντας Πορφύριος
Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013
Το Πέντε στην Εξέταση και ο Γέροντας Πορφύριος

Κοιτάζω και ξανακοιτάζω την εικόνα του Γέροντα Πορφυρίου- του Αγίου Πορφυρίου, όπως ακούω να τον λένε οι πιστοί ολόγυρά μου. Κοιτάζω την αγιογραφία του με το φωτοστέφανο και νοιώθω ανόητη. Θεέ μου πόσο ανόητη! Ήταν Άγιος λοιπόν εκείνος ο γέροντας που με υποδεχόταν χωρίς να μιλά όταν έμπαινα στο κελάκι του τρομαγμένη; Ήταν άγιος εκείνο το γλυκό, υπομονετικό γεροντάκι που σεβάστηκε πάντα την άρνησή μου να ακούω συμβουλές τύπου Κατηχητικού και δε μου έδωσε ποτέ καμιά τέτοια συμβουλή; Ήταν Άγιος λοιπόν! Κι εγώ νοιώθω ανόητη γιατί πάντα ήξερα ότι ήταν Άγιος, κι όμως τον φοβόμουν. Ένα παιδί ήμουν όταν τον γνώρισα, με όλα τα θέματα που έχει ένα παιδί που μπαίνει σε μια άγρια μαύρη εφηβεία. Ένα παιδί, μεγαλωμένο με χριστιανικές αρχές που όμως ήθελε να τις γκρεμίσει γιατί δεν του άρεσαν, δεν το ικανοποιούσαν, το καταπίεζαν. Τέτοιο παιδί ήμουν όταν γνώρισα το Γέροντα, γι’ αυτό και καταπιεζόμουν όταν έπρεπε να ακολουθήσω την οικογένειά μου που λαχταρούσε να τον επισκεφτεί. Εκείνα τα Κυριακάτικα μεσημέρια όταν έπρεπε να βγάλω τα αγαπημένα μου τζιν και να φορέσω τη φούστα για να πάω να του φιλήσω το χέρι με εξόργιζαν. Τη θυμάμαι αυτή την οργή που έσκαγε μέσα μου σιωπηλά – γιατί δεν τολμούσα να πω ότι δεν ήθελα να τον δω. Δεν τολμούσα γιατί μέσα μου ήξερα ότι ήταν Άγιος- πώς να αρνηθώ την ευχή ενός τέτοιου ανθρώπου; Κι από την άλλη τον φοβόμουν που ήταν Άγιος. Στην αρχή φοβόμουν γιατί ένοιωθα ότι ήξερε τις σκέψεις και τις πράξεις μου και έτρεμα μην τις αποκάλυπτε στη μαμά μου… Κι όταν κατάλαβα ότι δεν αποκάλυπτε τίποτα, πάλι τον φοβόμουν γιατί πίστευα ότι με έκρινε για όσα είχα κάνει, όσα είχα πει, για ότι ήμουν, ότι δε με ενέκρινε για φιλαράκι του – και γιατί να το έκανε άλλωστε; Είχε ήδη εγκρίνει για φιλαράκια του την αδερφή μου, τη μαμά μου, το μπαμπά μου. Σ’ εκείνους μιλούσε, τους καλωσόριζε, τους έδινε το σταυρό που κρατούσε στο χέρι να τον φιλήσουν. Σε μένα δεν το έκανε… δεν άπλωνε το χέρι να του το φιλήσω… πλησίαζα μόνη μου, τρομαγμένη, καταπιέζοντας τον εαυτό μου να το κάνω και πάντα έφευγα με τρόμο ότι δεν με είχε δεχτεί. Ώσπου ένα μεσημέρι Σαββάτου , η μαμά μου ζήτησε επιτακτικά να ετοιμαστώ για να πάμε στο Γέροντα. Ήθελα να της πω ότι δεν ήθελα να έρθω μα δεν τόλμησα. Κι έτσι φώναξα ότι ήθελα να έρθω με το παντελόνι. Η μαμά μου ήταν ανένδοτη κι έτσι μπήκα οργισμένη στο δωμάτιό μου και πίσω από την ασφάλεια της μοναξιάς μου τον έβρισα. Τον έβρισα τόσο, που μετά από τόσα χρόνια ακόμα ντρέπομαι για όσα είπα μονάχη στο δωμάτιό μου. Μετά, βγήκα φορώντας τη φούστα μου, μπήκα στο αυτοκίνητο, σιωπηλή και πάντα με την ίδια οργή μέσα μου. Όταν φτάσαμε στο κελάκι του, μπήκαμε όλοι μέσα – εγώ απλά τυπικά θα του φιλούσα το χέρι και θα έφευγα τρέχοντας έξω. Εκείνο το απόγευμα ήταν η πρώτη φορά που με χαιρέτησε με το όνομά μου. Έλα Μάρω μου είπε και μου άπλωσε το χέρι. Θεέ μου πόσο μου άρεσε που άκουσα τη φωνή του να με λέει όπως με φώναζαν οι φίλοι μου! Και πόση ανακούφιση αισθάνθηκα, με την υποδοχή του! Ασφαλώς για να με υποδεχτεί έτσι για πρώτη φορά, ενώ εγώ είχα ξεσπάσει εναντίον του στο δωμάτιό μου, μάλλον δεν ήταν Άγιος. Μάλλον δεν ήξερε τι είχα πει…
Κι εκεί που πήγα μια ανάσα ανακούφισης τον άκουσα να μου λέει στοργικά- πολύ στοργικά: Μάρω θα μπορούσες να βγεις λίγο έξω, για να μιλήσω στο μητέρα σου;
Καλύτερα να άνοιγε η γη να με καταπιεί εκείνη την ώρα! Ήμουν σίγουρη ότι, ως Άγιος, όχι μόνο είχε ακούσει όλα όσα είχα ψιθυρίσει, αλλά θα τα έλεγε όλα στη μαμά μου! Βγήκα με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή κι όση ώρα περίμενα απ έξω είχα ετοιμάσει στη σκέψη μου την άμυνά μου: είχα φορτώσει κι ήμουν έτοιμη για μάχη! Κι όμως καμιά μάχη δε συνέβη. Δεν ξέρω τι της είπε, ξέρω όμως ότι όταν βγήκε από το κελάκι η μαμά μου μού ζήτησε συγγνώμη χωρίς να μου εξηγήσει γιατί. Ξέρω ακόμα ότι δεν μου επέβαλε ποτέ ξανά να πάω μαζί τους στο Γέροντα. Μόνη μου πήγαινα, από ντροπή, γιατί δεν άντεχα στην ιδέα ότι δεν ήθελα να πάω, γιατί ζήλευα τη σχέση που είχε η αδερφή μου μαζί του κι ας μην τον πήγαινα! Ήθελα να τον αγαπάω κι ας μην τον αγαπούσα. Ήθελα να ένοιωθα την ευλογία του κι ας μην την ένοιωθα! Ήθελα να με θεωρήσει φιλαράκι του κι ας μην αισθανόμουν ότι ήταν δικός μου φίλος. Έπρεπε να βγω από το σκοτάδι της εφηβείας μου για να καταλάβω με ντροπή ότι εκείνος με είχε αποδεχτεί, έτσι όπως ήμουν. Κατάλαβα πως όταν δεν μου άπλωνε το χέρι να το φιλήσω, το έκανε όχι από αποδοκιμασία αλλά από αποδοχή. Στη μεταξύ μας σχέση εκείνος ήταν ο ειλικρινής κι εγώ η ψεύτικη. Εγώ πλησίαζα κι ας μην ήθελα, εκείνος όμως δεν άπλωνε το χέρι επειδή σεβόταν το φόβο και την αντίδρασή μου. Εγώ καταπίεζα τη Μάρω, ενώ εκείνος την αποδεχόταν κι έκανε αυτό που η Μάρω ήθελε… Ακόμα και την οργή μου εκείνος την ερμήνευε σαν προσευχή. Δε μου έκανε καμιά νύξη για το Χριστό, δε μου έδωσε καμιά συμβουλή, δε μου μίλησε για θαύματα για να με πείσει. Κι όμως ξέρω πια ότι αυτή η σιωπή ήταν η πιο τρανή απόδειξη ότι με είχε αποδεχτεί σα φιλαράκι του, έτσι όπως ήμουν. Ίσως γι’ αυτό ήταν ο μόνος που δεν αντέδρασε όταν πέρασα στη Θεολογία. Όλοι οι άλλοι, φίλοι συγγενείς θορυβήθηκαν: Η Μάρω στη Θεολογία? Ακόμα κι εγώ η ίδια δεν ήξερα γιατί είχα βάλει τη Θεολογία ως πρώτη επιλογή. Εκείνος όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε με συνεχάρη, ούτε θριαμβολόγησε. Κράτησε την ίδια σιωπηλή, ξεκάθαρη στάση που επιθυμούσε η ψυχή μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι βλέποντας το αγρίμι μέσα μου, με ανέθεσε απευθείας στο Θεό κι αυτό είναι για μένα η μεγαλύτερη απόδειξη ότι με ένοιωθε φιλαράκι του…
Αυτή τη σχέση την παθιασμένη την είχα με το Γέροντα ως το τέλος. Εγώ δε μαλάκωσα ποτέ κι εκείνος δεχόταν πάντα την ορμή μου σαν δείγμα αγάπης. Τον ξαναπρόσβαλα το Γέροντα, άλλη μια φορά και πάλι πίσω από την πλάτη του – ως γνήσια θρασύδειλη! Πάλι Σάββατο ήταν κι εγώ ήμουν φοιτήτρια πια και είχα εξεταστική. Τη Δευτέρα έδινα μάθημα και στις 9 το βράδυ του Σαββάτου έμαθα ότι είχα διαβάσει λάθος ύλη. Πανικοβλήθηκα κι όταν η μαμά μου προσπαθώντας να με ηρεμήσει μου είπε «Βρε τι σκας? Αφού έχεις το Γέροντα!», εγώ έγινα ηφαίστειο που έσκασε: «Δε μας παρατάς με το Γέροντά σου! Τι να μου κάνει τωρα ο Γέροντας;» Εκείνη την ώρα χτύπησε το τηλέφωνο κι όταν άκουσα τη μαμά μου να λέει: Γέροντα!… ναι εδώ είναι η Μάρω. Δίπλα μου!» ήθελα να έχει το πάτωμα μια καταπακτή για να χωθώ μέσα! Σα βρεμένο γατί πήρα το ακουστικό και η φωνή μου που τόσο σθεντόρια τον είχε αμφισβητήσει, τώρα είχε γίνει ψίθυρος. Την απορία του δε θα την ξεχάσω ποτέ: «Άραγε, ποια από τις δυο σας με επικαλέστηκε στ’ αλήθεια;» με ρώτησε, σα να ήθελε να με διαβεβαιώσει ότι εκείνος ως Άγιος δεν άκουγε λόγια του στόματος αλλά της ψυχής… «θα μπορούσες να έρθεις αύριο να διαβάσεις εδώ;» με ρώτησε με μια ευγένεια που όμοιά της δεν έχω συναντήσει. Είπα ναι, όλο ντροπή και χωρίς άλλα λόγια έκλεισε το τηλέφωνο. Το άλλο πρωί στις 7 ήμουν με τους γονείς μου στη Μαλακάσα. Ο Γέροντας είχε δώσει εντολή να ανοίξουν ένα γραφείο για να περιμένω- κι ας είχε λειτουργία στο Ναό. Εκείνος με αποδεχόταν όπως ήμουν… Όταν με δέχτηκε στο κελάκι, μετά τις 10, πάλι δεν είχε πολλά λόγια: «Αχ και να πίστευες λίγο! 10 θα έγραφες!» μου είπε απαλά κι άνοιξε το βιβλίο τέσσερις φορές. «δεν πειράζει όμως. Και το 5 καλό είναι!»
Από τα τέσσερα θέματα διάβασα τα δύο. Τα άλλα τα βρήκα ανούσια και χαζά! Έπεσαν και τα τέσσερα κι εγώ πήρα 5! Καλό ήταν! Καλό μου έκανε! Άλλωστε πάντα με το Γέροντα 5 έπαιρνα. Το παραπάνω δεν το αντέχω, ούτε το αξίζω και το ξέρω. Μου αρκεί όμως αυτό το 5… με κάνει να νοιώθω ότι τον έχω κοντά μου κι αυτό μου αρκεί. Όσο για το ότι είναι Άγιος; Το ξέρω μα δε το αντέχει το μυαλό μου… ο γέροντας ήταν άγιος πάντα , μόνο ένας Άγιος θα άντεχε κάποιαν σαν εμένα. Για μένα είναι Άγιος μα παραμένει ο Γέροντας, ο δικός μου Γέροντας, αυτός που χρησιμοποιεί την απιστία και τον εγωισμό και την αμφιβολία μου ως μέσα για να επικοινωνήσει μαζί μου. Είναι ο Γέροντας που δε με μάλωσε ποτέ, δε με κολάκεψε ποτέ, δε με εγκατέλειψε ποτέ μα μόνο με τα εντελώς απαραίτητα λόγια. Είναι ο Γέροντας που δε μου απαντά όταν απευθύνομαι σ’ αυτόν από υποκριτικό καθωσπρεπισμό και που με καλωσορίζει πάντα όταν του μιλάω απλά ως Μάρω…
istologio
Ετικέτες
Γέροντας Πορφύριος
Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013
Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ—ΜΙΑ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΥ
Ή ακόλουθος ιστορία από τήν ζωήν τής συγχρόνου ζωής τής Ελλάδος
μάς αποκαλύπτει μιά φορά ακόμη πόσο αναγκαίον είναι νά ζήσωμεν σύμφωνα μέ τάς
εντολάς τού Θεού. Μάς λέγει πολύ γραφικά
ότι ή παράβασις τών εντολών τού Θεού φέρνει τήν δυστυχίαν καί τήν εσωτερικήν
ταραχήν.
Τό όνομα τού ανθρώπου πού μάς διηγεί τήν ιστορίαν ονομάζεται
Αντώνιος. Είναι ταξιτζής στήν Αθήνα. Αυτός καί ένας άλλος προσκυνητής πήγαιναν τό
Άγιον Όρος νά επισκεφθούν ένα Γέροντα Μοναχόν πού τούς εβοήθησε θαυματουργικά
στήν ζωήν τους. Πηγαίνοντας όμως στό
Άγιον Όρος έχασαν τό φέρι μπότ καί αναγκάστθηκαν νά παραμένουν στήν Ουρανούπολιν
μιά βραδυά. Πρίν τούς πιάσει ό ύπνος, τούς
εδόθη ή ευκαιρία νά γνωριστούνε καί νά ανταλλάξουνε τά πάθια καί τούς πόνους
τους. Καί οί δυό τους πήγαιναν νά βρούν
τό Γέροντά τους. Σιγά, σιγά, μάθανε πώς
πήγαιναν νά ιδούν τόν ίδιον Γέρονα στά Καυσοκαλύβια.
Τώρα ό
Αντώνης λέει τήν ιστορίαν του.
“Οπως ξέρεις, δούλευα καί δουλεύω
ταξιτζής στήν
Αθήνα.
Μόλις τέλειωσα τό στρατιωτικό μου,
ένας μπάρμπας μου έρχεται καί μού λέει: “Άκου, ανεψιέ μου. Εγώ τά ‘φαγα
τά
περισσότερα ψωμιά μου, καί όπου νά ‘ναι θά τό παρατήσω τό ταξί. Μιά πού
ό Θεός δέν μού έδωκε παιδιά, λέω νά
σέ πάρω κοντά μου άν θέλεις, νά μάθεις τήν δουλειάν, καί μετά, όταν εγώ
αποτραβηχτώ, νά συνεχίσης εσύ τήν δουλειά.
Μπορεί νά μή γίνεις πλούσιος, μά θά έχεις αρκετά γιά νά θρέφεις τή
φαμελιά σου. Όσο γιά τήν άδειαν, πού
αξίζει πιό πολύ από τό αυτοκίνητο, θά μού τήν ξεπληρώνεις σιγά-σιγά, καί
στό
τέλος θά είναι όλα δικά σου δίχως νά τό καταλάβεις.” Στήν αρχήν σά νά
μού κακοφάνηκε, ν’ αφήσω τό
χωριό μου, έξω απ’ τήν Κυπαρισσίαν, πού έμοιαζε παράδεισος, καί νά ‘ρθώ
νά ζήσω
στήν Αθήνα. Όταν τό καλοσκέφτηκα, όμως,
μού άρεσε ή ιδέα τού θείου μου. Κ’ εκείνος θά ξεκουραζόταν, έχοντας ένα
δικό
του άνθρωπο στό αυτοκίνητό του, αλλά κ’ εγώ θά έβρισκα δουλειά καί
περιουσία μέ
τό ταξί, πού σέ λίγα χρόνια θά γινότανε δικό μου, δίχως νά παιδευτώ η νά
χρεωθώ
μέ γραμμάτια καί τράπεζες. Τό είπα στόν
πατέρα μου καί στήν μάνα μου. “Κάνε όπως
εσύ καταλαβαίνεις,” μού απάντησαν.
Μάζεψα, λοιπόν, τά πράγματά μου καί πήγα στήν Αθήνα. Στήν αρχήν έμενα
στό θείο μου, στό
Περιστέρι. Μετά, βρήκα ένα σπίτι στό
Γαλάτσι καί τό νοίκιασα. Γνώρισα καί μιά
κοπέλλα σέ μιά γιορτή ενός χωριανού μου, πού μού άρεσε. Τήν ζήτησα,
δέχτηκε. Καί σέ λίγον καιρόν παντρευτήκαμεν. Ήτανε μιά πολύ καλή
κοπέλλα καί καταγότανε
από τά μέρη τά δικά μας. Τό χωριό της
δίπλα στό δικό μας, ούτ’ ένα χιλιόμετρο απόσταση.
Επιπλώσαμεν τό σπίτι, πήραμεν μεγάλο ψυγείο καί ηλεκτρική
κουζίνα—όλα όσα χρειάζονται γιά ένα σπίτι.
Στό μεταξύ ό θείος μου αρρώστησε καί πέθανε. Ή θεία μου έφυγε, νά ζήση στό χωριό. Μού είπε άν θέλω νά πάω καί νά μείνω στό
σπίτι της, μά δέν μού άρεσε. Τό νοίκιασε
τότε, κ’ εγώ φρόντιζα νά τής στέλνω κάθε μήνα τό ενοίκιο στό χωριό, καθώς καί τ’
άλλα χαρτιά πού έρχονταν, θές γιά τήν σύνταξιν, θές γιά τό ηλεκτρικό,
τό νερό, τά τέλη τού δήμου καί όλα τ’ άλλα πού
μάς βομβαρδίζουν ασταμάτητα στήν Αθήνα, κάθε λίγο καί λιγάκι.
Ή γυναίκα μου δούλευε πωλήτρια σ’ ένα κατάστημα τών Αθηνών,
μά τήν σταμάτησα. Τήν ήθελα στό σπίτι
καί όχι νά γυρνάη από δώ καί από κεί.
Στενοχωρήθηκε λίγο, μά δέν είπε τίποτε.
Τότε ακριβώς ήταν πού γνώρισα μιά νέα κοπέλλα, πού ήταν πανέμορφη, μά
πού ήταν ό ίδιος ό διάβολος! Τήν είχα
πάρει από τό Παγκράτι καί τήν πήγα στό Χαλάνδρι. Πρίν τήν αφήσω, μού λέει: “Είναι κάπως νωρίς
ακόμη, γιά τήν ώρα πού μέ περιμένουν. Άν
θέλεις νά κάνουμε περίπατο στά βουνά τής Πεντέλης, εγώ δέν θά είχα σοβαρή
αντίρρηση.” Εγώ, πού τήν είχα ιδεί, έν
τώ μεταξύ, μέσ’ από τό καθρεφτάκι, νά μέ τρώει μέ τά μάτια της, τράβηξα ίσια
τήν λεωφόρον Πεντέλης, ώσπου νά πιάσουμεν τά σκιερά πεύκα καί πιό πάνω κάτι
δασιά καί δροσερά πλατάνια. Όταν φύγαμεν,
τής ζήτησα νά τήν ξαναδώ καί δέν αρνήθηκε.
Μού έγινε τέτοια συνήθεια, πού
άρχισα νά παραμελώ τήν γυναίκα μου. Καί,
σά νά μήν έφτανε αυτό, μιά μέρα πού ό σατανάς μέ κυρίεψε ολόκληρον, λέω στήν
γυναίκα μου: “Πάρε τά πράγματά σου καί πήγαινε στόν πατέρα σου, στό χωριό. Ετούτο τό σπίτι δέν μάς χωρεί πιά καί τούς
δυό!” Εκείνης τής ήρθε κεραυνός, νά τής
πώ τέτοιο λόγο στά καλά καθούμενα. Σκέφθηκα καί τό ότι, τρία-τέσσερα χρόνια,
πού ήμαστον παντρεμένοι, δέν είχε πιάσει παιδί καί θέλησα νά τήν πληγώσω πιό
πολύ: “Άλλωστε, δέν θέλω νά μείνω άκληρος.
Θέλω ν’ αποχτήσω παιδιά εγώ, νά γεμίση τό σπίτι μέ αγόρια καί
κορίτσια….”
Εγώ πήρα στό τηλέφωνο αμέσως τήν άλλην καί τής είπα νά
ετοιμαστή’ πώς είχα ήδη διώξει τήν γυναίκα μου καί πώς, όποια ώρα ήθελε,
μπορούσε νά ‘ρθη νά εγκαταστασθή στό σπίτι μου, όπως μού είχε πεί τήν
προηγούμενη μέρα.
Πέρασε αρκετός καιρός έτσι.
Δυό-τρία χρόνια, ίσως καί παραπάνω.
Κ’ εκεί, πού όλα πήγαιναν ρολοί, ‘αρχισαν νά μέ σκίζουν μέ μαχαίρια οί
τύψεις. Δέν μπορούσα νά ηρεμήσω, ούτε τή
μέρα ούτε τήν νύχτα. Δέν ήξερα τί μ’
έφταιγε. Μάλωνα μέ τούς πελάτες, μάλωνα
καί μέ τήν κοπέλλα πού τόσο αγαπούσα καί τήν είχα μπάσει σάν γυναίκα μου στό
σπίτι…Εκείνες τές ημέρες, πού ετοιμαζόμουν νά πάω σ’ ένα γιατρό νά μέ δεί, μού
συνέβη τούτο τό απίστευτο. Ήμουν μέ τό
ταξί μου καί περίμενα πελάτη, στήν πλατεία τής Ομόνοιας, εκεί μπροστά στό
Μπάγκειο. Μέ πλησιάζει ένας παππούλης
γκριζομάλλης καί μέ ρωτάει άν είμαι λεύτερος.
Μπαίνει μέσα καί μού λέει: “Μπορείς νά μέ πάεις από Γκύζη πρός
Τουρκοβούνια;” Βάζω μπροστά καί ξεκινάω.
Δέν πρόλαβα νά στρίψω στήν Σταδίου, καί τόν ακούω, πάλιν νά μέ ρωτάει μ’
ενδιαφέρον,--σχεδόν μέ αγωνία: “Γιατί είσαι τόσο ταραγμένος καί θέλεις νά πάς
στό γιατρό; Δέν ξέρεις πώς τό πρόβλημά σου δέν είναι στό σώμα σου, μά στήν
ψυχήν σου;…” Εγώ ταράχτηκα τόσο πολύ,
πού κόντεψα νά τρακάρω μέ κάποιο άλλο ταξί, πού περνούσε από δεξιά μου. Βγάζω
τό φλάς, ύστερα τό στόπ, καί κεί στή στάση τού τρόλλεϋ, μπρός στού Γουτάκη
σταματάω.
Δέν μου λές, παππούλη: μέ ξέρεις εμένα; μ’ έχεις
ξαναδεί; Όχι, βρέ παιδάκι μου, δέν σ΄
έχω ξαναϊδεί. Αλλά νά, μόλις μπήκα στό
ταξί σου, είδα στό πρόσωπό σου νά παλεύουν άσπρες καί μαύρες σκιές΄σά νά σέ
πνίγανε οί τύψεις καί δέν ήξερες τί νά κάνεις, από πού νά φυλαχτείς…
Παππούλη πές μου σέ παρακαλώ: ποιός σού μίλησε γιά
μένα; Κανείς δέν μού μίλησε, καί ούτε τό
αυτοκίνητό σου ήξερα μήτ’ εσένα. Όταν,
όμως, είδα τό πρόσωπό σου, νόμισα πώς οί δαίμονες καί οί άγγελοι παλεύανε μέσα
σου ποιός νά κερδίση τήν ψυχήν σου. Κ΄
ενώ έβλεπες πώς οί άγγελοι έχουν δίκιο, από τήν άλλην ντρεπόσουνα καί τούς
διαβόλους πού σέ κουμαντάραν τόσο καιρό τώρα,--σχεδόν από τότε πού έδιωξες τήν
γυναίκα σου!
Παππούλη μου, τού λέω τρέμοντας, η προφήτης καί άγιος είσαι
ή δαίμονας μεγαλύτερος από τόν διάβολον.
Δέν ξέρω τί άλλο νά σού πώ.
Ούτε τό ένα είμαι, παιδί μου, ούτε τό άλλο άπ ‘ αυτά πού
λές. Είμαι κ’ εγώ ένας άνθρωπος
αμαρτωλός, αλλά είμαι ιερέας καί βλέπω στό πετραχήλι μου νά κρέμονται—σάν
κρόσσια—αί ψυχές πού ό Θεός μού εμπιστεύτηκε. Γι’ αυτό καί προσεύχομαι καί, όσο
μπορώ, φροντίζω γι’ αυτές τές ψυχές. Γι’
αυτό καί είδα τήν ψυχήν σου νά υποφέρη καί τήν λυπήθηκα. Όπως λυπήθηκα καί τήν
ψυχήν τής γυναίκας σου, πού τήν έδιωξες δίχως λόγο, ενώ εκείνη σέ αγαπούσε καί
είχε όλες τές αρετές γιά νά σέ κάνη ευτυχισμένο. Αργότερα, θά σ’ έκανε καί πατέρα, πού τόσο τό
επιθυμούσες, αλλά δέν περίμενες…Τήν έδιωξες αυτή, πού στεφανώθηκες, καί
σπίτωσες τήν άλλην πού δέν κοιτάει παρά τό κορμί σου καί τό πορτοφόλι σου….
Εγώ πιά είχα παραδοθεί, όπως ήταν φυσικό, Βασίλη, καί δέν
μπορούσα ν’ ανασάνω. Τόν κοιτούσα καί
περίμενα, ηδονικά σχέδιον, νά ιδώ τί άλλο θά μού αποκαλύψει, νά μέ
ξεγυμνώση. Όμως, δέν τό έκανε ψυχρά καί
ανελέητα. Έσταζε από τό πρόσωπό του καί
από τά λόγια του μιά γλυκύτητα πού δέν είχα ξαναϊδεί σέ ιερέα, ούτε σέ άλλον
άνθρωρπον. Αφού γιά μιά στιγμή μού πέρασε από τό νού: “μήπως είναι κάποιος
άγγελος, πού τόν έστειλε ό Θεός γιά νά μέ σώσει; Καί αμέσως μού λέει:
Μή βάζεις μέ τό νού σου πώς είμαι άγγελος, γιατί αδικείς
τούς αγγέλους τού Θεού. Τό καλό πού σού
θέλω: άν θέλεις νά ηρεμήσεις καί νά σώσεις καί τήν οικογένειάν σου καί τήν
ψυχήν σου, καί νά λυτρώσεις καί τήν καημένην τήν γυναίκα σου, πού κλαίει σάν
χαροκαμένη στό χωριό, άλλαξε ζωήν γιά νά ξανάρθει ό Χριστός καί ή ειρήνη μέσα
σου. Καί τότε όλα θά γίνουν όπως πρώτα,
καί ακόμη καλύτερα.
Μά, δέν
μού λές παππούλη: πές ότι έγώ αποφασίζω ν’ αλλάξω εκείνη, όμως, πώς θά τό ιδεί
αυτό; Θά γυρίση στό σπίτι μου ύστερα από τόσα χρονια.;
Όχι μόνον θά γυρίση, αλλά καί παιδιά θά κάνετε καί θά
ζήσετε όλοι μαζύ ευτυχισμένοι! Μόνο,
βάλε κάπου βενζίνη, τηλεφώνησε στό σπίτι σου: σέ μιά ώρα τό πολύ νά φύγη από
κεί ή άλλη, μέ όλα τά πράγματα καί τά στολίδια της—άλλωστε δέν έφερε τίποτε
άλλο μαζί της. Πές της πώς τά ξανάφτιαξες μέ τήν γυναίκα σου καί πώς τήν
περιμένεις από στιγμή σέ στιγμήν. Κι’
αυτό δέν είναι ψέμα, γιατί εκείνη σέ περιμένει, κ΄είναι από μέρες έτοιμη, νά
τήν φωνάξεις νά γυρίση.
Είσαι
σίγουρος παππούλη, πώς θά γυρίση;
Όπως
είμαι γιά όλα τ΄άλλα πού σού είπα καί όπως είσαι κ’ εσύ τώρα σίγουρος πώς
είμαστε στήν οδόν Σταδίου καί τραβάμε γιά τήν Κυπαρισσία, καί ύστερα γιά τό
χωριό της…
Δέν
είχα περιθώρια νά διαλέξω άλλο δρόμο.
Μέσα μου γινότανε πόλεμος, αλλά έβλεπα καθαρά πιά τούς αγγέλους νά
νικούνε. Βάζω μπροστά τήν μηχανήν, καί
στρίβω στήν Αριστείδου, νά πιάσω Πειραιώς καί από κεί τήν Ιεράν Οδόν. Έβαλα βενζίνη, έρριξα μιά ματιά στήν μηχανήν,
λάδια, μπαταρία, νερά’ κοίταξα τόν αέρα στά λάστιχα, καί ξεκίνησα, κάνοντας τόν
σταυρόν μου.
Καλά
κάνεις, μού λέει ό παππούλης, καί βάζεις τό Σταυρό βοηθό σου. Ένα τροπάρι τής Εκκλησίας μάς λέει: “Σταυρός,
ό φύλαξ πάσης τής Οικουμένης….” Μέσα σ’
αυτήν τήν Οικουμένην βρισκόμαστε όλοι, κ’ εσύ κ’ εγώ, καί όταν κάνουμε τό
Σταυρό μας εκείνος μάς φυλάγει καί μάς προστατεύει.
Προχωρήσαμεν, πότε κουβεντιάζοντας πότε
σιωπώντας, ίσαμε τήν Κόρινθο. Μού λέει
σέ μιά στιγμή: Σταμάτησε, άν θέλεις, νά’ ρθώ μπροστά καί νά κάτσω δίπλα
σου. Τώρα πού γίναμεν φίλοι, δέν
χρειάζεται νά είμαι έγώ πελάτης κ’ εσύ ταξιτζής. Μού αρέσει νά κάθομαι μπροστά γιατί βλέπω
καλύτερα τήν κτίσην τού Θεού. Πάντα
θαυμάζω τήν πλάσιν τού Θεού καί τά δημιουργήματά Του. Πόσο χρήσιμα καί πόσο ωραία είναι’ τόσο, πού
σού έρχεται νά ψάλλης συνέχεια: “Πάντα έν σοφία εποίησας! Δόξα σοι, Κύριε, δόξα
σοι! Αλληλούϊα!”
Μερικές
φορές, πού σιωπούσε, νόμιζα πώς κοιμότανε, αλλά έβλεπα τά χείλη του νά κοινούνται:
ήταν φανερό πώς έλεγε ύμνους καί προσευχές από μέσα του. Σέ κάποια στιγμή μέ ρώτησε: “Δέν μού λέεις:
προσεύχεσαι καμιά φορά; Τί προσευχές ξέρεις;”
Εγώ ντράπηκα, μά δέν μπορούσα παρά μονάχα τήν αλήθειαν νά τού λέω, σέ
όλα, μιά καί ήξερα πώς διαβάζει τά μέσα μου καλύτερα από μένα τόν ίδιον:
Έχω
χρόνια νά προσευχηθώ, παππούλη, κ’ έχω ξεχάσει πώς προσεύχονται. Καί εκείνος δίχως νά μέ μαλώση κι ούτε νά μού
πεί, κάποια πικρή κουβέντα, μού λέει:
Γι’
αυτό κι ό σατανάς βρήκε τήν ευκαιρίαν νά σέ πειράζη, καί μάλιστα τόσο δυνατά.
Όταν ό τσοπάνος λείπει καί τά σκυλιά είναι μακριά από τό κοπάδι, τότε ό λύκος
ορμάει καί κατασπαράζει τά πρόβατα. Έτσι
καί στόν άνθρωπον, πού απομακρύνεται από τόν Χριστόν καί δέν βάζει μέ τήν
προσευχήν τούς φύλακες αγγέλους στήν ζωήν του…
Καί μού
ανέφερε πολλές ιστορίες από τό Ευαγγέλιον καί τά βιβλία τών Αγίων Πατέρων, γιά
νά μού πεί ότι δέν ήμουν ούτε ό πρώτος ούτε ό τελευταίος πού χάνω τόν ίσιον
δρόμον τού Θεού καί παίρνω τό σκοτεινό μονοπάτι τού σατανά. Τότε τόλμησα νά τόν ερωτήσω:
Λές
παππούλη νά μέ συγχωρέση ό Θεός γιά τές τόσες αμαρτίες μου;
Άκουσε
νά σού πώ, καί νά τό βάλεις μέσα σου μιά γιά πάντα, χωρίς νά τό ξεχάσης ποτέ:
δέν υπάρχει αμαρτία μεγαλύτερη από τήν αγάπην τού Θεού! Όσες αμαρτίες καί νά έχη κάνει ό άνθρωπος,
όταν μετανοήση καί εξομολογηθή, όλες σβήνουν καί συγχωρούνται. Μόνον εκείνες πού δέν εξομολογείται κανείς,
καί δέν μετανιώνει γι’ αυτές, αυτές δέν συγχωρούνται. Οί άλλες πού κρεμάει
κανείς στό πετραχήλι τού εξομολόγου, πνίγονται μέσα στόν ωκεανό τής αγάπης τού
Θεού καί εξαφανίζονται. Γι’ αυτό καί δέν
παρουσιάζονται ούτε ώς τύψεις ξανά στήν ζωήν μας, ούτε ώς σκέψεις, πού νά
μπορούν νά επηρεάσουν τές πράξεις μας…
Τότε
τόν διέκοψα γιά νά τόν ρωτήσω: Μήπως θά μπορούσες νά μέ ξομολογήσεις, παππούλη;
Όποτε
τό αισθανθείς ώς ανάγκη εσωτερική, πολύ ευχαρίστως. Ή κάθε στιγμή τού βίου μας
μπορεί νά γίνη αρχή μιάς καινούργιας ζωής, μέ τήν εξομολόγησιν. Παίρνουμεν τήν απόφασιν, σβήνουμε τά παλιά
δεφτέρια, καί βάζουμε μπρός, μέ τήν χάριν τού Θεού, γιά νέα ζωή. Καί αυτή ή ζωή, μέ τήν δύναμιν πού παίρνουμε
από τά μυστήρια τού Θεού, γίνεται πιό εύκολη, πιό χαρούμενη, πιό ευτυχισμένη.
Αισθάνθηκα
μέσα μου ένα κύμα κατανύξεως ν’ ανεβαίνει καί νά μέ πλημμυρίζει. ‘Αν μπορούσα νά σβήσω τό κάθε σκοτεινό
σημάδι, τήν κάθε μαύρη κηλίδα από τήν ώς τότε ζωήν μου, πόσο ευτυχισμένος θά
αισθανόμουνα! Τά λόγια μου ανέβαιναν ώς τό λαιμό, μά κατέβαιναν πάλιν. Ώσπου βγήκαν σάν χείμαρρος κ’ έγιναν αίτημα
πρός τόν ιερέα:
Καί άν
θέλεις τώρα, παππούλη, νά εξομολογηθώ θά μπορούσες νά μ’εξομολογήσεις;
Όπως
βλέπεις—μού απαντά—κουβαλάω πάντα μαζί μου τό πετραχήλι καί τό Μικρό
Ευχολόγιον, δηλαδή τό Αγιασματάριον.
Ακριβώς γιά τέτοιες περιπτώσεις, πού ό Θεός στέλνει μπροστά μου. Στάσου σέ μιά ήσυχη γωνιά καί βάζω τό
πετραχήλι μου. Μού λές όλες τές αμαρτίες
πού έπραξες καί πού σκέφτηκες αλλά δέν μπόρεσες νά τές κάνεις, σού διαβάζω τήν
ευχήν, καί γίνεσαι πάλιν σάν άσπρο περιστέρι.
Χωρίς βάρη καί μαυρίλες νά σκιάζουν τήν ψυχήν σου….
Βρήκα
μία γωνία ήσυχη, κοντά σ’ ένα δάσος.
Κατεβήκαμε, καθήσαμεν σέ βραχάκι κ’ εξομολογήθηκα, όλα όσα θυμόμουνα.
Ήδη, όταν τά έλεγα, αισθανόμουνα νά ξαλαφρώνω.
Μά όταν μού διάβασε καί τήν ευχήν, βάζοντας τό πετραχήλι του πάνω στό
κεφάλι μου, ένιωσα νά γίνομαι άλλος άνθρωπος!
Μπήκαμε πάλι στό αυτοκίνητο καί ξεκινήσαμεν. Λίγα χιλιόμετρα είχαμε ακόμη καί θά
φτάναμε. Τού είπα τήν απορία μου:
Καί πώς
θά τό ακούσει αυτό ή γυναίκα μου;
Μή
στενοχωριέσαι, μού λέει. Εκείνη σέ
περιμένει σάν Πασχαλιά!
Δηλαδή
σάν Ανάστασιν, γιατί τά βάσανα καί ό πόνος ό βαθύς πού έζησε όλ’ αυτά τά
χρόνια, σά νά τήν είχανε στείλει στόν άλλον κόσμον!
Ένιωθα καί
τό αυτοκίνητο, ακόμη, νά πηγαίνη πιό ελαφρά καί πιό γρήγορα τώρα, πού είχε
αποθέσει τό βάρος τών αμαρτιών μου.
Φτάνοντας κοντά στό σπίτι τής γυναίκας μου, δίχως νά τού πώ εγώ τίποτε,
μού λέει:
Στάσου
εδώ εσύ, νά πάω νά τή φωνάξω εγώ, γιά νά μήν ξαφνιαστεί. Όταν βγώ νά σέ φωνάξω,
τότε πλησιάζεις καί τήν παίρνουμε καί φεύγουμε γιά τήν Αθήνα.
Έτσι καί
έγινε. Απ’ ό, τι έμαθα μετά, τής μίλησε κ’ εκείνης μέ πολλή αγάπη, σχεδόν μέ
τρυφερότητα, γιά νά τήν συνεφέρει. Τής ζήτησε μονάχα ένα ποτήρι νερό καί τής
είπε νά ετοιμάσει τά πράγματά της. Δέν
πίστευε στ’ αυτιά της! “Μά τόσο κοντά είναι, πάτερ;” τόν ρώτησε.
Μόλις είσαι σύ έτοιμη, πές μου
νά τόν φωνάξω καί νά φύγουμε.
Καί πώς έγινε αυτό τό θαύμα,
πάτερ; ρώτησε εκείνη κλαίγοντας.
Ετοιμάσου τώρα καί θά τά πούμε
στό δρόμο. Τ’ άλλα θά σού τά πεί ό άντρας σου στό σπίτι του.
Καί ή άλλη πού έχει σπιτωμένη;
Τής τηλεφώνησε νά πάρη τά πράγματά της καί νά φύγη, γιατί
αλλιώς…
Ετοιμάστηκε ή γυναίκα μου, βγήκε ό παππούλης καί μέ φώναξε,
πλησίασα μέ τ’ αμάξι καί άνοιξα τό πόρτ-μπαγκάζ, νά βάλη τήν βαλίτσα. Εκείνη, άφησε τήν βαλίτσα κάτω κ’ έτρεξε νά μ’
αγκαλιάσει. Τά δάκρυά της μούσκεψαν καί
τά δικά μου μάγουλα. Τήν έσφιξα στήν
αγκαλιά μου γιά κάμποση ώρα, κλαίγοντας κ’ εγώ, πού ήμουν άλλοτε σκληρός σάν
μαυρόπετρα! Μπήκαμεν στό αυτοκίνητο καί φύγαμεν.
Τό βράδυ φτάσαμεν πολύ αργά στήν Αθήνα. Πήγα πρώτα στά Τουρκοβούνια, ν’ αφήσω τόν
παππούλη, κ’ ύστερα νά πάω μέ τήν γυναίκα μου στό σπίτι μας. Μπροστά στό φτωχικό καί ταπεινό καλυβάκι του,
κατέβηκα, τού φίλησα τό χέρι καί τού είπα μέ δακρυσμένα μάτια:
Παππούλη μου, εγώ δέν ξέρω πολλά γράμματα, γιά νά σού πώ μέ
ωραία λόγια τήν ευγνωμοσύνην μου. Νά
ξέρεις, όμως, πώς δέν υπάρχει άλλος παπάς σάν τήν αγιωσύνην σου. Όσο γιά τό
αγώγι πού μού χρωστάς, θά τό ισοφαρίσουμε σ’ έναν αγιασμό κ’ ένα ευχέλαιο, πού
θά ‘ρθείς νά μάς διαβάσεις, γιά νά φύγουν τά παλιά δαιμόνια!
Στήν νέαν μας ζωήν, μετά τόν αγιασμόν καί τό ευχέλαιον τού
παππούλη, πράγματι δέν τόλμησαν νά ξαναρθούν τά παλιά δαιμόνια. Ήμασταν αγαπημένοι πάντα μέ τήν γυναίκα
μου. Αποχτήσαμεν πρώτα μιά θυγατέρα καί
ύστερα δυό υιούς. Τήν πρωτοθυγατέρα μας
τήν αρραβωνιάσαμεν καί γι’ αυτό πάω στόν παππούλη: νά ‘ρθεί, άν μπορεί νά τήν
στεφανώση. Δύσκολο βέβαια γιατί έχει
βαρύνει πολύ, καί όλο μάς λέει πώς δέν βγαίνει πιά στόν κόσμον: θέλει νά
κοιμηθή στό κελλί τής μετανοίας του! Όμως, εγώ καί ή γυναίκα μου, θέλουμεν νά
τόν καλέσουμεν καί νά τόν ευχαριστήσουμεν γι’ άλλη μιά φορά.
Μακάρι νά τόν βρώ κ’ εγώ καί νά κάμη κάτι καί γιά μένα.
Μή στενοχωριέσαι, Βασίλη.
Ακόμη καί νά μήν τόν προλαβαίναμεν, ό Παππούλης έχει πάρει τέτοια χάρη
από τόν Θεόν, πού καί ύστερ’ από τόν θάνατόν του ακόμη θά μπορεί νά κάνη
θαύματα!
Ετικέτες
Γέροντας Πορφύριος
Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013
ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Ρεπορτάζ έκανε ο δημοσιογράφος και διευθυντής του ΄΄Αγιορείτικου Βήματος΄΄, Γιώργος Θεοχάρης, μέσα από το τηλεοπτικό σταθμό ΜEGA . Χαρισματούχος, ταπεινός με περίσσευμα αγάπης που την έδινε απλόχερα στον αναξιοπαθούντα . Γέροντας πορφύριος ο Καυσοκαλιβήτης, από τα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους ξεκίνησε την πνευματική πορεία του και εκεί κατέληξε. Βασικός σταθμός του, ήταν η Αθήνα. Ο Άγιος της πλατείας Ομονοίας, έτσι τον αποκάλεσαν άνθρωποι που τον γνώρισαν στο παρεκκλήσι της πολυκλινικής Αθηνών, δίπλα στην Ομόνοια. Και όταν τους ρώτησα, μα γιατί ΄Αγιος της Ομόνοιας; Μου είπαν,διότι εδώ επί 40 όλοκληρα χρόνια νυχθημερόν βοηθούσε τους νέους που ήταν στα ναρκωτικά να τους βάλει στο δρόμο του θεού, στήριζε υλικά και πνευματικά, έκλαιγε για αυτά τα παιδιά, σαν μικρό παιδί, υποστηρίζει η νοσηλεύτρια Αδαμαντία Ρέππα. ΄΄Ήθελε να μείνει εδώ για να βοηθήσει τους νέους. Ο γέροντας Πορφύριος ήταν ένα παιδί του θεού, είχε την αθωότητα και την καλοσύνη ενός μικρού παιδιού. Μάλιστα πολλές φορές αρκετά παιδιά ερχόταν στην Πολυκλινική και μας έλεγαν ότι έβλεπαν τον γέροντα να ίπταται΄΄ συμπληρώνει . Με συγκίνηση και δέος μίλησαν ακόμα άνθρωποι που τον έζησαν στην Αθήνα και στο ΄Αγιο Όρος. Συγκλονιστική η μαρτυρία και του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου που μου εξηγεί το θαυμαστό γεγονός που έζησε μαζί του.
trelogiannis
trelogiannis
Ετικέτες
Γέροντας Πορφύριος
Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013
ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ:ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΠΟΥ ΕΖΗΣΕ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Πώς να είναι άραγε ένας Άγιος στην πραγματικότητα; Πως ήταν το πρόσωπο του; Ποια τα χαρακτηριστικά του;
Με την συντριπτική πλειονότητα των μεγάλων Αγίων της Εκκλησίας να έχουν ζήσει σε εποχές όπου η φωτογραφία δεν είχε καν ανακαλυφθεί, η εικόνα που έχουν οι πιστοί γι αυτούς προέρχεται αποκλειστικά από τις αγιογραφίες, οι περισσότερες εκ των οποίων είτε είναι κατά προσέγγιση είτε ακολουθούν ένα κλασικό μοτίβο.
Στην περίπτωση όμως του νεότερου Αγίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το γέροντα Πορφύριου, που από χθες είναι πλέον ο Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Μπορεί βέβαια οι φωτογραφίες να μην έχουν την ανάλυση και την ποιότητα της σύγχρονης εποχής, είναι όμως αρκετές για να δουν ακόμη και αυτοί που δεν γνωρίζουν το πραγματικό πρόσωπο, τα χαρακτηριστικά και την μορφή ενός Αγίου ο οποίος έζησε ανάμεσα μας.
















dogma.
Με την συντριπτική πλειονότητα των μεγάλων Αγίων της Εκκλησίας να έχουν ζήσει σε εποχές όπου η φωτογραφία δεν είχε καν ανακαλυφθεί, η εικόνα που έχουν οι πιστοί γι αυτούς προέρχεται αποκλειστικά από τις αγιογραφίες, οι περισσότερες εκ των οποίων είτε είναι κατά προσέγγιση είτε ακολουθούν ένα κλασικό μοτίβο.
Στην περίπτωση όμως του νεότερου Αγίου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το γέροντα Πορφύριου, που από χθες είναι πλέον ο Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, τα πράγματα είναι διαφορετικά.
Μπορεί βέβαια οι φωτογραφίες να μην έχουν την ανάλυση και την ποιότητα της σύγχρονης εποχής, είναι όμως αρκετές για να δουν ακόμη και αυτοί που δεν γνωρίζουν το πραγματικό πρόσωπο, τα χαρακτηριστικά και την μορφή ενός Αγίου ο οποίος έζησε ανάμεσα μας.
















dogma.
Ετικέτες
Γέροντας Πορφύριος
Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013
Αγιοκατάταξις του Γέροντος Πορφυρίου.
Βίος Οσίου Γέροντος Πορφυρίου
Ο Γέρων Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης του σημερινού Δήμου Ταμιναίων της Εύβοιας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης και από πολύ νωρίς έδειξε έφεση προς το μοναχισμό. Έτσι, σε ηλικία 13 χρόνων και έχοντας τελειώσει μόνο την Β' Δημοτικού, μετέβη στη Σκήτη της Αγίας Τριάδος, τα γνωστά "Καυσοκαλύβια" του Αγίου Όρους, όπου έζησε τα επόμενα 6 περίπου χρόνια, ως υποτακτικός σε δύο γέροντες μοναχούς, λαμβάνοντας το όνομα Νικήτας. Κατόπιν, λόγω σοβαρής ασθένειας, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Εύβοια, όπου και εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους Λευκών Ευβοίας, στο Αυλωνάρι της Εύβοιας.
Σε ηλικία 20 ετών συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο του Σινά Πορφύριο, ο οποίος αναγνωρίζοντας σε αυτόν πνευματικά χαρίσματα, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, δίνοντάς του και το όνομα με το οποίο έμελλε να γίνει γνωστός. Τα επόμενα χρόνια, επειδή το μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών έγινε γυναικείο, ο πατήρ Πορφύριος εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, στην Άνω Βάθεια του σημερινού Δήμου Αμαρυνθίων, επίσης στην Εύβοια.
Το 1940, σε ηλικία 34 ετών, μετέβη στην Αθήνα, όπου διορίστηκε εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Γερασίμου, στην Πολυκλινική Αθηνών, δίπλα στην Ομόνοια.
Το 1973 έλαβε τη σύνταξή του από τη θέση του εφημερίου του Αγίου Γερασίμου, για να εγκατασταθεί αρχικά στον Άγιο Νικόλαο, στα Καλίσσια (σημερινή Καλλιθέα) της Πεντέλης και μετά από μερικά χρόνια στο Μήλεσι της Μαλακάσας, όπου και οικοδόμησε το Ιερό Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Απέκτησε σημαντική φήμη και πολλοί πιστοί τον επισκέπτονταν στον τόπο διαμονής του.
Το Νοέμβριο του 1991 μετέβη στο παλαιό κελί του, στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου και εκοιμήθη στις 2 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
Η πνευματική του διαθήκη
Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά,
Τώρα που ακόμη έχω τας φρένας μου σώας,
θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες
ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό,
γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν πτωχοί, είχε πάει στη διώρυγα του
Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί που έβοσκα τα ζώα, συλλαβιστά
διάβαζα το βίο του Αγίου Ιωάννου του Καλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον
Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές, σαν μικρό παιδί που ήμουνα
12-15 χρόνων, δεν θυμάμαι ακριβώς καλά. Και θέλοντας να τον μιμηθώ, με
πολύ αγώνα, έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια
του Αγίου Όρους και υποτάχθηκα σε δύο Γέροντες αυταδέλφους, Παντελεήμονα
και Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους
αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό, με την ευχή τους, τους έκανα άκρα
υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς
το Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση Θεού, για τις
αμαρτίες μου, αρρώστησα πολύ και οι Γέροντές μου μου είπαν να πάω στους
γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιο Ιωάννην Ευβοίας.
Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές
αμαρτίες, όταν ξαναπήγα στον κόσμο, συνέχισα τις αμαρτίες, οι οποίες
μέχρι σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήραν από καλό και
όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο
αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα
και γνωρίζω ότι γι’ αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλά
όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι
πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για
μένα, διότι και εγώ, όταν ζούσα, πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας.
Αλλά όμως, τώρα που θα πάω για τον ουρανό, έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός
θα μου πη: Τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω: Δεν είμαι άξιος,
Κύριε, για εδώ, αλλά ό,τι θέλει η αγάπη σου ας κάμη για μένα. Από εκεί
και πέρα, δεν ξέρω τι θα γίνη. Επιθυμώ όμως να ενεργήση η αγάπη του
Θεού.
Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά
να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το παν, για να μας αξιώση να μπούμε στην
επίγειο άκτιστη Εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ
πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχωμαι και να διαβάζω τους ύμνους της
Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και
εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρι του Θεού να πλησιάσω
τον Θεό και εύχομαι και σεις να κάνετε το ίδιο.
Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ό,τι σας στενοχώρησα
Ιερομόναχος Πορφύριος
Είναι χαρακτηριστικά όσα έλεγε ο Γέροντας Παΐσιος για το Γέροντα Πορφύριο:
"Απόλαυση ήταν να βλέπει κανείς το πώς ο Γέροντας Παΐσιος και ο Γέροντας Πορφύριος σκεφτόντουσαν ο ένας για τον άλλο.
- Γέροντα, είπε κάποιος αδελφός στον Γέροντα Παΐσιο, θέλω να σας δω για
κάποιο μου πρόβλημα που το συζήτησα και με τον Γέροντα Πορφύριο.
- Αν το συζήτησες με τον Γέροντα Πορφύριο δεν χρειάζεται και μ' εμένα,
γιατί εκείνος είναι έγχρωμη δορυφορική τηλεόραση, ενώ εγώ είμαι
ασπρόμαυρη.
Έτσι ταπεινά φρονούσε ο Γέροντας. Ο δε Γέροντας Πορφύριος μάς έλεγε:
Η Χάρη που έχει ο Γέροντας Παΐσιος έχει μεγαλύτερη αξία από τη δική μου,
γιατί αυτή την απέκτησε μετά από κόπο και ασκητικούς ιδρώτες, ενώ εμένα
ο Θεός μού την έδωσε εντελώς δωρεάν όταν ήμουν πολύ μικρός, μόνο και
μόνο για να βοηθηθούν οι αδελφοί".
Ιερομονάχου Χριστοδούλου, Σκέυος εκλογής, 1996, σελ. 379.Θεία Λειτουργία με τον Άγιο Γέροντα Πορφύριο στα Καλλίσια
Η Θεία Λειτουργία που έχει ηχογραφηθεί έγινε στις 27 Μαΐου 1977 στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου
Καλλισίων.Όσοι είχαν γνωρίσει και ακούσει τον Γέροντα Πορφύριο
να λειτουργεί θα αισθανθούν βαθιά συγκίνηση ξανακούγοντας ζωντανή τη
φωνή του μετά από τόσα χρόνια. Με πραότητα, με κατάνυξη, με μεταρσίωση,
μας μυσταγωγεί προς τα ουράνια. Ακούγοντας αυτή τη θεία λειτουργία, που
έγινε σε ένα ερημοκκλήσι παρουσία πολύ λίγων ψυχών, μεταφερόμαστε σε ένα
άλλο κόσμο, σε μια άλλη κατάσταση.
Στην
αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος
του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την σημερινή συνεδρίασή της, υπό τον
Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίου.
Βίος Οσίου Γέροντος Πορφυρίου
Ο Γέρων Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης του σημερινού Δήμου Ταμιναίων της Εύβοιας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης και από πολύ νωρίς έδειξε έφεση προς το μοναχισμό. Έτσι, σε ηλικία 13 χρόνων και έχοντας τελειώσει μόνο την Β' Δημοτικού, μετέβη στη Σκήτη της Αγίας Τριάδος, τα γνωστά "Καυσοκαλύβια" του Αγίου Όρους, όπου έζησε τα επόμενα 6 περίπου χρόνια, ως υποτακτικός σε δύο γέροντες μοναχούς, λαμβάνοντας το όνομα Νικήτας. Κατόπιν, λόγω σοβαρής ασθένειας, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Εύβοια, όπου και εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους Λευκών Ευβοίας, στο Αυλωνάρι της Εύβοιας.
Σε ηλικία 20 ετών συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο του Σινά Πορφύριο, ο οποίος αναγνωρίζοντας σε αυτόν πνευματικά χαρίσματα, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, δίνοντάς του και το όνομα με το οποίο έμελλε να γίνει γνωστός. Τα επόμενα χρόνια, επειδή το μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών έγινε γυναικείο, ο πατήρ Πορφύριος εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, στην Άνω Βάθεια του σημερινού Δήμου Αμαρυνθίων, επίσης στην Εύβοια.
Το 1940, σε ηλικία 34 ετών, μετέβη στην Αθήνα, όπου διορίστηκε εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Γερασίμου, στην Πολυκλινική Αθηνών, δίπλα στην Ομόνοια.
Το 1973 έλαβε τη σύνταξή του από τη θέση του εφημερίου του Αγίου Γερασίμου, για να εγκατασταθεί αρχικά στον Άγιο Νικόλαο, στα Καλίσσια (σημερινή Καλλιθέα) της Πεντέλης και μετά από μερικά χρόνια στο Μήλεσι της Μαλακάσας, όπου και οικοδόμησε το Ιερό Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Απέκτησε σημαντική φήμη και πολλοί πιστοί τον επισκέπτονταν στον τόπο διαμονής του.
Το Νοέμβριο του 1991 μετέβη στο παλαιό κελί του, στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου και πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
- See more at: http://www.amen.gr/article16044#sthash.wDhkeR26.dpuf
Βίος Οσίου Γέροντος Πορφυρίου
Ο Γέρων Πορφύριος γεννήθηκε το 1906 στο χωριό Άγιος Ιωάννης του σημερινού Δήμου Ταμιναίων της Εύβοιας. Το κοσμικό όνομά του ήταν Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης και από πολύ νωρίς έδειξε έφεση προς το μοναχισμό. Έτσι, σε ηλικία 13 χρόνων και έχοντας τελειώσει μόνο την Β' Δημοτικού, μετέβη στη Σκήτη της Αγίας Τριάδος, τα γνωστά "Καυσοκαλύβια" του Αγίου Όρους, όπου έζησε τα επόμενα 6 περίπου χρόνια, ως υποτακτικός σε δύο γέροντες μοναχούς, λαμβάνοντας το όνομα Νικήτας. Κατόπιν, λόγω σοβαρής ασθένειας, αναγκάστηκε να επιστρέψει στην Εύβοια, όπου και εγκαταστάθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους Λευκών Ευβοίας, στο Αυλωνάρι της Εύβοιας.
Σε ηλικία 20 ετών συναντήθηκε με τον Αρχιεπίσκοπο του Σινά Πορφύριο, ο οποίος αναγνωρίζοντας σε αυτόν πνευματικά χαρίσματα, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, δίνοντάς του και το όνομα με το οποίο έμελλε να γίνει γνωστός. Τα επόμενα χρόνια, επειδή το μοναστήρι του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών έγινε γυναικείο, ο πατήρ Πορφύριος εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, στην Άνω Βάθεια του σημερινού Δήμου Αμαρυνθίων, επίσης στην Εύβοια.
Το 1940, σε ηλικία 34 ετών, μετέβη στην Αθήνα, όπου διορίστηκε εφημέριος στην εκκλησία του Αγίου Γερασίμου, στην Πολυκλινική Αθηνών, δίπλα στην Ομόνοια.
Το 1973 έλαβε τη σύνταξή του από τη θέση του εφημερίου του Αγίου Γερασίμου, για να εγκατασταθεί αρχικά στον Άγιο Νικόλαο, στα Καλίσσια (σημερινή Καλλιθέα) της Πεντέλης και μετά από μερικά χρόνια στο Μήλεσι της Μαλακάσας, όπου και οικοδόμησε το Ιερό Ησυχαστήριο της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Απέκτησε σημαντική φήμη και πολλοί πιστοί τον επισκέπτονταν στον τόπο διαμονής του.
Το Νοέμβριο του 1991 μετέβη στο παλαιό κελί του, στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου και πέθανε στις 2 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
- See more at: http://www.amen.gr/article16044#sthash.wDhkeR26.dpuf
Ωφέλιμα ρητά του Οσίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου
• Ὅταν ἡ ψυχὴ εἶναι ταραγμένη,
θολώνει τὸ λογικὸ καὶ δὲ βλέπει καθαρά. Μόνο, ὅταν ἡ ψυχὴ εἶναι ἤρεμη, φωτίζει τὸ λογικό, γιὰ νὰ βλέπει καθαρὰ τὴν αἰτία κάθε
πράγματος.
• Ἡ ψυχὴ εἶναι πολὺ βαθιὰ καὶ μόνο ὁ Θεὸς τὴ γνωρίζει.
•
Γιατί νὰ κυνηγᾶμε τὰ σκοτάδια; Νά, θὰ ἀνάψουμε τὸ φῶς καὶ τὰ σκοτάδια
θὰ φύγουν μόνα τους. Θὰ ἀφήσουμε νὰ κατοικήσει σ᾿ ὅλη τὴν ψυχή μας ὁ
Χριστὸς καὶ τὰ δαιμόνια θὰ φύγουν μόνα τους.
•
Ὅταν ἔρθει μέσα μας ὁ Χριστός, τότε ζοῦμε μόνο τὸ καλό, τὴν ἀγάπη γιὰ
ὅλο τὸν κόσμο. Τὸ κακό, ἡ ἁμαρτία, τὸ μίσος ἐξαφανίζονται
μόνα τους, δὲν μποροῦν, δὲν ἔχουν θέση, νὰ μείνουν.
• Νὰ μὴν ἐνδιαφέρεσαι ἂν σὲ ἀγαποῦν, ἀλλὰ ἂν ἐσὺ ἀγαπᾶς τὸ Χριστὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Μόνο ἔτσι γεμίζει ἡ ψυχή.
•
Στὴν ψυχή, ποὺ ὅλος ὁ χῶρος της εἶναι κατειλημμένος ἀπὸ τὸ Χριστό, δὲν
μπορεῖ νὰ μπεῖ καὶ νὰ κατοικήσει ὁ διάβολος, ὅσο κι ἂν προσπαθήσει,
διότι δὲν χωράει, δὲν ὑπάρχει κενὴ θέση γι᾿ αὐτόν.
• Ὁ σκοπός μας δὲν εἶναι νὰ καταδικάζουμε
τὸ κακό, ἀλλὰ νὰ τὸ διορθώνουμε. Μὲ τὴν καταδίκη ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ χαθεῖ, μὲ τὴν κατανόηση καὶ βοήθεια θὰ σωθεῖ.
• Τὸ κακὸ ἀρχίζει ἀπὸ τὶς κακὲς σκέψεις. Ὅταν
πικραίνεσαι καὶ ἀγανακτεῖς, ἔστω μόνο μὲ τὴ σκέψη, χαλᾶς τὴν πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα. Ἐμποδίζεις τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργήσει καὶ ἐπιτρέπεις στὸ διάβολο νὰ μεγαλώσει τὸ κακό. Ἐσὺ πάντοτε νὰ προσεύχεσαι, νὰ ἀγαπᾶς καὶ νὰ συγχωρεῖς, διώχνοντας ἀπὸ μέσα σου κάθε κακὸ λογισμό.
•
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Χριστοῦ πρέπει ν᾿ ἀγαπήσει τὸ Χριστό, κι ὅταν ἀγαπήσει
τὸ Χριστό, ἀπαλλάσσεται ἀπ᾿ τὸ διάβολο, ἀπὸ τὴν κόλαση καὶ ἀπὸ τὸ
θάνατο.
• Νὰ προσεύχεσαι χωρὶς ἀγωνία, ἤρεμα, μὲ ἐμπιστοσύνη στὴν ἀγάπη καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ.
•
Δὲν πρέπει νὰ πολεμᾶτε τὰ παιδιά σας, ἀλλὰ τὸν σατανᾶ ποὺ πολεμᾶ τὰ
παιδιά σας. Νὰ τοὺς λέτε λίγα λόγια καὶ νὰ κάνετε πολλὴ προσευχή.
•
Ἡ προσευχὴ κάνει θαύματα. Δὲν πρέπει ἡ μητέρα νὰ ἀρκεῖται στὸ αἰσθητὸ
χάδι στὸ παιδί της, ἀλλὰ νὰ ἀσκεῖται στὸ πνευματικὸ χάδι τῆς προσευχῆς.
• Ἡ σωτηρία τοῦ παιδιοῦ σας περνάει μέσα ἀπὸ τὸν ἐξαγιασμὸ τὸ δικό σας.
• Ὁ ἁγιασμὸς δὲν εἶναι ἀκατόρθωτο
πράγμα, εἶναι μάλιστα εὔκολος, φθάνει ἐσεῖς νὰ ἀποκτήσετε
ταπείνωση καὶ ἀγάπη.
• Ἂν θέλεις μπορεῖς νὰ ἁγιάσεις καὶ μέσα στὴν Ομόνοια.
•
Νὰ παρακαλᾶς τὸ Θεὸ νὰ συγχωρήσει τίς ἁμαρτίες σου. Κι ὁ Θεός, ἐπειδὴ
θὰ τὸν παρακαλᾶς πονεμένος καὶ ταπεινωμένος, θὰ σοῦ συγχωρήσει τὶς
ἁμαρτίες σου καὶ θὰ σὲ κάνει καλὰ καὶ στὸ σῶμα.
•
Ὅταν προσεύχεσαι, νὰ ξεχνᾶς τὴν σωματική σου
ἀῤῥώστια, νὰ τὴν ἀποδέχεσαι σὰν κανόνα, σὰν ἐπιτίμιο, γιὰ τὴν ἄφεση τῶν
ἁμαρτιῶν σου. Γιὰ τὰ παραπέρα μὴν ἀνησυχεῖς, ἄφησέ τα στὸ Θεὸ κι ὁ Θεὸς
ξέρει τὴ δουλειά Του.
• Οἱ ἀσθένειες μᾶς βγάζουν σὲ καλό, ὅταν τὶς ὑπομένουμε ἀγόγγυστα,
παρακαλώντας τὸ Θεὸ νὰ μᾶς συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες καὶ δοξάζοντας τὸ ὄνομά Του.
• Η μεγάλη λύπη καὶ ἡ στενοχώρια δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό, εἶναι παγίδα τοῦ διαβόλου.
• Νὰ γεμίσεις τὴν ψυχή σου μὲ Χριστό, μὲ θεῖο ἔρωτα, μὲ χαρά. Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ θὰ σὲ γιατρέψει.
• Ὁ Θεὸς φροντίζει ἀκόμη καὶ γιὰ τὶς πιὸ μικρὲς λεπτομέρειες
τῆς ζωῆς μας. Δὲν ἀδιαφορεῖ γιὰ μᾶς, δὲν εἴμαστε μόνοι στὸν κόσμο.
• Ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπάει πολύ, μᾶς ἔχει στὸ νοῦ Του κάθε
στιγμὴ καὶ μᾶς προστατεύει.
Πρέπει νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ καὶ νὰ μὴ φοβούμαστε
τίποτε.
• Μόνο ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, μόνο ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη μας, ποὺ θυσιάζεται
μυστικὰ γιὰ τοὺς ἄλλους, μπορεῖ νὰ σώσει καὶ τοὺς ἄλλους καὶ μᾶς.
• Ἡ ἀγάπη χρειάζεται θυσίες. Νὰ θυσιάζουμε ταπεινὰ κάτι δικὸ μας, ποὺ στὴν
πραγματικότητα εἶναι τοῦ Θεοῦ.
•
Εὐτυχία μέσα στὸ γάμο ὑπάρχει, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ μία προϋπόθεση: νὰ ἔχουν
ἀποκτήσει οἱ σύζυγοι
πνευματικὴ περιουσία, ἀγαπώντας τὸ Χριστὸ καὶ τηρώντας τὶς ἐντολές Του.
Ἔτσι θὰ φτάσουν νὰ ἀγαπιοῦνται ἀληθινὰ μεταξύ τους καὶ νὰ εἶναι
εὐτυχισμένοι.
• Εἶναι προτιμότερο νὰ ἀποτύχεις σὰν λαϊκός, παρὰ σὰν μοναχός.
• Ὁ ὀρθόδοξος ἀσκητισμὸς δὲν εἶναι μόνο γιὰ τὰ μοναστήρια, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν κόσμο.
• Πολλοὶ λένε ὅτι ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι δυσάρεστη
καὶ δύσκολη, ἐγὼ λέω ὅτι εἶναι εὐχάριστη καὶ εὔκολη, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ δυὸ προϋποθέσεις: ταπείνωση καὶ ἀγάπη.
• Ἂν ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅλοι καὶ ὅλα ἀλλάζουν, ἔλα ὅμως ποὺ γιὰ νὰ ἔρθει, χρειάζεται πρῶτα νὰ ταπεινωθοῦμε!
•
Μπορεῖ κάποιος νὰ μιλάει γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ νὰ εἶναι ὑπερήφανος
κι ἄλλος νὰ μιλάει γιὰ τὶς ἀρετές του καὶ νὰ εἶναι ταπεινός.
•
Νὰ εἴμαστε ταπεινοί, ἀλλὰ νὰ μὴν ταπεινολογοῦμε. Ἡ ταπεινολογία
εἶναι παγίδα τοῦ διαβόλου, ποὺ φέρνει τὴν ἀπελπισία καὶ τὴν ἀδράνεια,
ἐνῶ ἡ ἀληθινὴ ταπείνωση φέρνει τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν
τοῦ Χριστοῦ.
• Δὲ γίνεται κανεὶς χριστιανὸς μὲ τὴν τεμπελιά, χρειάζεται δουλειά, πολλὴ δουλειά.
• Τὸ πᾶν εἶναι νὰ ἀγαπήσει ὁ ἄνθρωπος τὸ Χριστὸ καὶ ὅλα τὰ προβλήματα
τακτοποιοῦνται.
• Καὶ τώρα τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θέλει νὰ μπεῖ στίς ψυχὲς μας, ὅπως καὶ τότε, ἀλλά σέβεται τὴν ἐλευθερία μας,
δὲ θέλει νὰ τὴν παραβιάσει. Περιμένει νὰ
τοῦ ἀνοίξουμε μόνοι μας τὴν πόρτα καὶ τότε θὰ μπεῖ στὴν ψυχή μας καὶ θὰ τὴν μεταμορφώσει. Ὅταν ἔρθει καὶ κατοικήσει σ᾿ ὅλο τὸ χῶρο τῆς ψυχῆς μας ὁ Χριστός, τότε φεύγουν ὅλα τὰ προβλήματα,
ὅλες οἱ πλάνες, ὅλες οἱ στενοχώριες. Τότε φεύγει καὶ ἡ ἀμαρτία.
trelogiannis.
trelogiannis.
Ετικέτες
Γέροντας Πορφύριος
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)










