.

.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΣ ΜΕ ΧΡΩΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΣ ΜΕ ΧΡΩΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2016

Ο κόσμος του θεάματος και η πνευματική ζωή


Ο καλλιτεχνικός αστέρας του Holywood, Jonathan Jackson, σε αποκλειστική του συνέντευξη στην «Πεμπτουσία» μιλάει για την ενότητα πνευματικής και κοσμικής ζωής μέσω της βίωσης του μυστηρίου του Ιησού Χριστού παντού και πάντοτε.
pemptousia

Σάββατο 13 Αυγούστου 2016

Εντυπώσεις προσκυνητή στη Τήνο το 1912

Εντυπώσεις προσκυνητή στη Τήνο το 1912

Το ενθυμούμαι ακόμη το ταξείδιόν μου εκείνο. Είνε εν από τα γεγονότα που χαράσσουν βαθύτατα τα ίχνη των εις την ζωήν του ανθρώπου. Δεν ήτο απλώς ένα ταξειδάκι εις την Τήνον αλλά κάτι υψηλότερον, ιδανικώτερον σχεδόν θείον. Ήτο βάπτισμα εις την πηγήν της πίστεως και της ευλαβείας…

-Άλλος για την Τήνον!

-Δύο και δέκα με του Τζών πάει κι’ έλα!

-Μια και εξήντα με το Γουδή!

-Μία και σαράντα με του Πανταλέων!

Κάθε βαρκάρης του Πειραιώς είχε μεταβληθή εις υπαίθριον πράκτορα Ατμοπλοϊκής Εταιρείας. Εκρατούσεν ένα μάτσο εισιτήρια και εκραύγαζε με όλην την δύναμιν των πνευμόνων του:

-Άλλος για την Τήνον!

Και ο κόσμος επωφελούμενος του συναγωνισμού των Ατμοπλοϊκών Εταιρειών έσπευδε ν’ αγοράση εισιτήρια δια την Τήνο.

Πέντε ατμόπλοια εν ατμώ και σημαιοστόλιστα ήσαν παρατεταγμένα εις την ακτήν του Τζελέπη.
Εσφύριζαν διαρκώς δια να αναγκάσουν τους προσκυνητάς να επισπεύσουν την επιβίβασίν των.
Ούτε φύλλον δεν εκινείτο. Το ταξείδι της Τήνου σπανίως είνε ήρεμον ιδίως δε τον Δεκαπενταύγουστον. Το ταξείδι όμως αυτό προφανώς θα ήτο εντελώς ατάραχον. Και έκαστος εισήρχετο αφόβως εις τα ατμόπλοια με την βεβαιότητα της ασφάλειας.
Ενύκτωσε και τα ατμόπλοια ήσαν ακόμη δεμένα εις τας θέσεις των.



-Πότε θα φύγουνε επί τέλους; Εσκάσαμε!

Επέρασεν η 8η έφθασεν η 9η και πλησιάζει η 10η νυκτερινή ώρα και τα ατμόπλοια εξηκολούθουν να σφυρίζουν. Επερίμεναν να πάρουν και άλλους επιβάτας καθ’ ην στιγμήν οι υπάρχοντες εις αυτά δεν ηδύναντο να κινηθούν από την θέσιν των. Τέλος έκαμεν ένα βαπόρι την αρχήν και το ηκολούθησαν τα άλλα.

Έτυχε να επιβώμεν ενός αρκετά μεγάλου ατμοπλοίου έχοντος δε και το προσόν να τρέχη περισσότερον από τα άλλα. Η υπεροχή μας εις την ταχύτητα ήτο αφορμή να μην είνε και τόσον μονότονον το ταξείδι μας. Διότι οι συνεπιβάται μας, ευέλπιδες της Τρούμπας και της Αγίας Τριάδος μεταβαίνοντες και αυτοί διά πολλούς και διαφόρους λόγους εις την «χάρι της» ούρλιαζον κυριολεκτικώς οσάκις το ατμόπλοιον άφινε πίσω προπορευόμενον μέχρι της στιγμής εκείνης ατμόπλοιον.

-Ρίχτε μας ρε ένα σκοινί να σας δέσουμε νάρθετε και εις την Βαγγελίστρα.

Περί τα εξημερώματα αντικρύσαμεν τα κάτασπρα σπιτάκια της Τήνου ενώ οι ήχοι των κρουομένων κωδώνων της Ευαγγελίστριας έφθανον μέχρις ημών.
Μιάμιση ώρα εχρειάσθη δια να αποβιβασθούν οι υπερχίλιοι επιβάται του ατμοπλοίου μας.
                                     
Η Τήνος έχει ήδη λάβει όψιν μεγαλουπόλεως. Οι στενοί αλλά καθαροί και πλακόστρωτοι ως επι το πλείστον δρόμοι της είνε πλημμυρισμένοι από κόσμον.
Η πλατεία της υπό έποψιν κινήσεως δύναται να συγκριθή με την πλατείαν του Συντάγματος κατά την ώραν του περιπάτου. Πολύ διάφορος όμως υπό θεαματικήν έποψιν. Σπανίως βλέπει κανείς ένα τέτοιο ανακάτωμα κόσμου. Δίπλα εις την αντραβέ φούσταν κομψής Ατθίδος, φουσκώνει από τον αέρα σαν πανί ψαροπούλας πελωρίων διαστάσεων τσίτινη φούστα Υδρέϊσας, συμβαδίζουν δε κλος σακάκι και φαρδύ Αγγλικόν πανταλόνι λέοντος των Αθηνών μαζί με την βράκαν Τηνιακού ψαρά  και πατούν εις το αυτό έδαφος υπέρκομψα από λουστρίνι γοβάκια παραπλεύρως ευρυχώρου κουντούρας.
Όλα τα καφενεία της πλατείας είνε μέχρι ασφυξίας πλήρη.
Ο κόσμος ξενυχτισμένος πίνει τον καφέ του και πλένεται προχείρως δια να μεταβή εις τον ναόν της Ευαγγελίστριας οι κώδωνες της οποίας συνεχώς καλούν τους πιστούς.
Ρεύμα κόσμου ανέρχεται τον ανηφορικόν δρομίσκον τον φέροντα εις τον πανηγυρίζοντα ναόν της Θεομήτορος. Μας παρασύρει.



-Η χάρι της βοήθειά σας!

-Κόσμο ακούω και κόσμο δεν βλέπω. Ματάκια δεν έχω ο καϋμένος!

-Εδώ κύριε βλέπετε ένα παιδί δίχως χέρια και πόδια. Ελεήστε το!

Τρία και πλέον συντάγματα επαιτών έχουν εγκατασταθή από το ένα και το άλλο μέρος του δρόμου ζητούντες ελεημοσύνην. Ανακαλύπτομεν και μερικούς γνωρίμους των Αθηναϊκών γωνιών.

-Πως βρέθηκες εδώ; Ερωτώμεν ένα από «γενετής τυφλόν».

-Μπα! Εσύ είσαι αφεντικό; Τρόμαξα να σε γνωρίσω. Καλέ εσύ επάχυνες. Ήρθα που λες γιατί έχουμε τρομερά κεσάτια στην Αθήνα. Φτηνός ο ναύλος βλέπεις και μια και δυό κι’ ήρθα.

-Και πως παν’ η δουλιές;

-Δόξα τω Θεώ. Δίνει εδώ ο κόσμος. Στάσου όμως γιατί βλέπω πολλούς νάρχωνται. Και αλλάζων τόνον φωνής:

-Λυπηθήτε Χριστιανοί τον αόμματον…
                                             
Μια γριούλα με κατάμαυρο μαντήλι τυλιγμένο σ’ όλο της το πρόσωπο ανεβαίνει τον ανηφορικόν δρόμον με τα τέσσερα. Ο κόσμος παραμερίζει δια να περάση πολλοί δε της πετούν πεντάρες νομίζοντες ότι ανήκει εις την ταξιαρχίαν των επαιτών.
Εξακολουθεί όμως τον επίπονον δρόμον της ενώ ο ιδρώς ρέει ποταμηδόν από το μέτωπο της.
-Τάμα θα έχη η κακομοίρα! Είπον κάτι γυναίκες αντιπαρερχόμεναι. Την επλησιάσαμεν περίεργοι:

-Γιατί κυρούλα μου βαδίζεις έτσι;

-Τώχω τάμα παιδί μου στη χάρι της.

-Για κάποιο λόγο βέβαια.

Και η δυστυχής γρηούλα μας διηγήθη ότι ο μονάκριβος γυιός της υπηρετών ως ναύτης εις ένα ιστιοφόρον έλειπε στην ξενητιά χρόνια ολόκληρα. Περνούσε ο καιρός και η δύστυχος μάννα ούτε εμάνθανε τίποτε περί της τύχης του υιού της ούτε γράμμα του ελάμβανε.

-Βαγγελίστρα μου! Ας δω το παιδί μου μια μέρα και θάρθω στη χάρι σου γονατιστή!

Το παιδί της έπειτα από λίγο εγύρισε και κείνη πιστή εις την υπόσχεσιν της την οποίαν έδωσεν εις την Παναγίαν την εξετέλεσεν αδιαφορήσασα και δια τον κόπον και τα περίεργα βλέμματα του κόσμου.

Το θέαμα εντός του προαυλίου του ναού είνε μοναδικόν. Χωρίς υπερβολήν εμαγείρευσαν, έφαγαν και εκοιμήθηκαν εκεί άνω των χιλίων ανθρώπων. Πως το κατώρθωσαν είνε θαύμα το οποίον μόνον εις τον θαυματουργόν ναόν της Τήνου ημπορούσε να συμβή. Ένα τσούλι δυό μέτρων είνε περιοχή εις την οποίαν έζησεν επί 36 ώρας μια ολόκληρος οικογένεια από επτά-οκτώ, δέκα άτομα αποτελουμένη. Το γόνατον του συζύγου εχρησίμευσεν ως προσκεφάλι της συζύγου η αγκάλη δε της δευτέρας ως κλίνη ολοκλήρου της λοιπής μικροοικογενείας,
                                             
Ο συνωστισμός και εις το κάτω και εις το άνω μέρος του ναού είνε απερίγραπτος. Χιλιάδες κόσμου συνωστίζονται εκεί μέσα με κίνδυνον να πάθουν εξ ασφυξίας. Αγώνες ή μάλλον μάχαι αληθιναί συνάπτονται πέριξ της θαυματουργού εικόνος την οποίαν όλοι θέλουν να ασπασθούν.

Η θαυματουργός εικών είνε ιδεωδώς πολυτελής. Άπειροι πολύτιμοι λίθοι την κοσμούν, απαστράπτει δε ολόκληρος. Ο ναός της Τήνου είνε ο πλουσιώτερος της Ελλάδος. Ο χρυσός και ο άργυρος τον πλημμυρίζουν κυριολεκτικώς.




Αι καμπάνες όλων των εκκλησιών της Τήνου κρούονται τώρα χαρμοσύνως, αι χιλιάδες δε των προσκυνητών τους οποίους ήτο αδύνατον να χωρέση ο ναός, τρέχουν προς την πλατείαν. Είχε τελειώσει η λειτουργία και επρόκειτο να γίνη περιφορά της εικόνος.
Πράγματι περί την 11ην π. μ. ώραν προπορευομένου τμήματος της μουσικής της φρουράς η πομπή εξεκίνησεν εκ του ναού τιμητικώς παρακολουθημένη υπό λόχου πεζικού.

Έφθασε εις την πλατεία όπου κατόπιν δεήσεως ο ευφράδης ιεράρχης Σύρου και Τήνου κ. Λεβεντόπουλος ενώπιον χιλιάδων λαού εξεφώνησεν τον πανηγυρικόν της ημέρας.

Μετά ταύτα η πομπή δι’ άλλης οδού επέστρεψεν εις τον ναόν.
Η πανήγυρις είχε λήξει πλέον.

Ήτο μεσημβρία και αι χιλιάδες των προσκυνητών έπρεπε να φροντίσουν δια τον στόμαχόν των. Οι προσεκτικώτεροι από ενωρίς είχον παρασκευάσει τα αναγκαιούντα, οι άλλοι όμως, οι και περισσότεροι, μόλις την στιγμήν εκείνην εσκέφθησαν ότι έπρεπε να φάγουν και ώρμησαν προς τα διάφορα ξενοδοχεία της νήσου. Που να επαρκέσουν  όμως ταύτα εις τόσην ζήτησιν; Από την πρώτην έφοδον παρεδόθησαν άνευ όρων και μετά μεγάλων λογαριασμών.

Οι πανηγυρισταί όμως επεινούσαν και έπρεπε να φάγουν. Και όσοι δεν εύρον θέσιν εις τα ξενοδοχεία ηναγκάσθησαν να προγευματίσουν λιτώτατα εις το ύπαιθρον, όσοι δε δεν κατόρθωσαν ούτε τούτο ερρίφθησαν εις την φρουτοφαγίαν διότι ο στόμαχός των κάτι έπρεπε να έχη εντός δια να αδειάση κατόπιν από το κούνημα του ατμοπλοίου, το οποίον εθεωρείτο άφευκτον επικρατούσης από το πρωί αγρίας σοροκάδας.
Δέκα και πλέον χιλιάδες κόσμου, αι οποίαι μετεφέρθησαν από δώδεκα ατμόπλοια εν ασφυκτικώ συνωστισμώ επρόκειτο να αναχωρήσουν τώρα. Κάθε ένας ήθελε να εξασφαλίση μίαν θεσούλαν εις το κατάστρωμα. Και ο κόσμος επλημμύρισε την παραλίαν επιβαίνων των λέμβων αι οποίαι αδιακόπως μετέφερον εις τα ατμόπλοια.

Εις τας 2 το απόγευμα όλα τα ατμόπλοια ήσαν ασφυκτικώς πλήρη, ενώ άλλοι ακόμη από την παραλίαν προσεπάθουν να επιβιβασθούν των λέμβων. Τόσον δε είνε το γενικόν ανακάτωμα και το πλήρες θαλάσσωμα των επιβατών κατά την επιβίβασιν επι των ατμοπλοίων ώστε πάντοτε καθ’ έκαστον έτος πολλαί εκτροπαί γίνονται. Μερικοί κρημνίζονται εις της σκάλες και προσπαθούν ν’ ανέβουν και όχι ολίγοι πέφτουν στην θάλασσαν.
Τι όμως είνε τα μικρά αυτά δεινοπαθήμτα εμπρός εις το μέγα γεγονός του προσκυνήματος της Παναγίας;

(«Πατρίς», 1912)

Θωμάς Σιταράς (Αθηναιογράφος)

protothema

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

VOUS NE POUVEZ PAS FAIRE LA GRECE SE DISPARAITRE - JEAN RICHPIN -Δεν γίνεται να σβήσει η Ελλάδα.

Image result for ζαν ρισπεν

Ένα εντυπωσιακό κείμενο του γνωστού Γάλλου λογοτέχνη του περασμένου αιώνα Ζαν Ρισπέν, για την προσφορά της Ελλάδα στον παγκόσμιο πολιτισμό. Αριστερά η μετάφραση και δεξιά, το πρωτότυπο στα γαλλικά:
 
Η τελευταία λέξη της γης, όταν θα αφήνει την τελευταία της πνοή, θα είναι ΕΛΛΑΣ!
Le dernier mot de la terre, quand elle laissera son dernier souffle, sera GRECE!
Δεν γίνεται να σβήσει η Ελλάδα, ο Έλληνας,
η προσφορά του πάνω σε αυτόν τον πλανήτη...
Il est impossible d'effacer la Grèce, le peuple grec, son offrande à cette planète...
Γκρεμίστε όλη την Ελλάδα
σε βάθος 100 μέτρων.
Détruisez toute la Grèce
sur une profondeur de 100 mètres.
Αδειάστε όλα τα μουσεία σας,
από όλον τον κόσμο.
Videz tous vos musées,
du monde entier.
Γκρεμίστε κάθε τι Ελληνικό από όλο τον πλανήτη...
Détruisez tout ce qu'il y a de grec partout dans le monde...
Έπειτα σβήστε την Ελληνική γλώσσα από παντού:
Από την ιατρική σας,

την φαρμακευτική σας.
Από τα μαθηματικά σας
(γεωμετρία, άλγεβρα)
Από την φυσική σας,
τη χημεία σας
την αστρονομική σας
την πολιτική σας.
Από την καθημερινότητα σας.
Ensuite, effacez la langue grecque de partout:
De votre médecine,
votre pharmaceutique
De vos mathématiques
(géométrie, algèbre)
A partir de votre physique,
De votre chimie
De votre astronomie,
De votre politique,
De votre vie quotidienne.
Διαγράψτε τα μαθηματικά,
διαγράψτε κάθε σχήμα,
κάντε το τρίγωνο-οκτάγωνο,
την ευθεία-καμπύλη!
Supprimez les mathématiques,
supprimez toutes les formes,
transformez le triangle en octogone,
la droite en courbe!
Σβήστε την γεωμετρία από τα κτίρια σας,
από τους δρόμους σας, από τα παιχνίδια σας,
από τ' αμάξια σας!
Effacez la géométrie de vos bâtiments,
de vos rues, de vos jeux,
de vos voitures!
Σβήστε την ονομασία κάθε ασθένειας και κάθε φαρμάκου, διαγράψτε την δημοκρατία
και την πολιτική!
Effacez le nom de chaque maladie et de chaque médicament, supprimez la démocratie
et la politique!
Διαγράψτε την βαρύτητα και φέρτε τα πάνω κάτω, αλλάξτε τους δορυφόρους σας να έχουν τετράγωνη τροχιά!
Supprimez la gravité et amenez le haut en bas, changer les satellites pour qu'ils aient une orbite carrée!
Αλλάξτε όλα τα βιβλία σας (γιατί παντού θα υπάρχει έστω και μια ελληνική λέξη)!
Changez tous vos livres (parce que partout il y aura ne serait-ce qu'un mot grec)!
Σβήστε από την καθημερινότητα σας κάθε ελληνική λέξη!
Effacez de votre quotidien chaque mot grec!
Αλλάξτε τα ευαγγέλια,
αλλάξτε το όνομα του Χριστού!
Βγαίνει από τα Ελληνικά και σημαίνει αυτόν που έχει το χρίσμα!
Αλλάξτε και το σχήμα κάθε ναού (να μην έχει την ελληνική γεωμετρία)!
Changez les évangiles,
changez le nom du Christ!
Il vient du grec et signifie celui qui a l'onction!
Changez aussi la forme de chaque temple (afin qu'il n'ait pas une géométrie grecque)!
Σβήστε τον Μέγα Αλέξανδρο,
σβήστε όλους τους Μυθικούς και Ιστορικούς ήρωες,
αλλάξτε την παιδεία σας, αλλάξτε το όνομα της Ιστορίας, αλλάξτε τα ονόματα στα πανεπιστήμια σας, διαγράψτε την φιλοσοφία, αλλάξτε τον τρόπο γραφής σας χρησιμοποιήστε τον αραβικό,
διαγράψτε, διαγράψτε, διαγράψτε...
Effacez Alexandre le Grand,
effacez tous les héros mythiques et historiques,
changez l'éducation, changez le nom de l'histoire, changez les noms de vos universités, supprimez laphilosophie, changez votre façon d' écrire, utilisez l'écriture arabe,
supprimez, supprimez, supprimez...
Θα πείτε "δεν γίνεται".
Vous direz "c'est impossible".
Σωστά, δεν γίνεται γιατί μετά δεν θα μπορείτε να στεριώσετε ούτε μία πρόταση! Δεν γίνεται να σβήσει η Ελλάδα, ο Έλληνας, η προσφορά του πάνω σε αυτόν τον πλανήτη...
Justement, ceci est impossible, parce qu'ensuite vous ne pourrez même pas construire une phrase! Il est impossible d'effacer la Grèce, le peuple grec, son offrande à cette planète...
Η πρόκληση πάντως ισχύει!
Le défi, cependant, est lancé!
Ζαν Ρισπέν (Αλγερία 1849 – Παρίσι 1926).
Γάλλος λογοτέχνης και δραματουργός.
Jean RICHEPIN (Algérie 1849 - Paris 1926).
C'est un poète, romancier et auteur dramatique français

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Καλοκαίρι στο Άγιον Όρος



(οι ταξιδιωτικές εμπειρίες του Φ. Κόντογλου από το Άγιο Όρος-καταπληκτικός ο επίλογος!!!)
.
Στ᾿ Ἅγιον Ὄρος πῆγα πολλὲς φορές. Τὴν πρώτη φορὰ κάθησα παραπάνω ἀπὸ δυὸ μῆνες κ᾿ ἔκανα γνωριμία μὲ πολλοὺς πατέρες καὶ λαϊκούς, γιατὶ ὑπάρχουνε ἐκεῖ πέρα καὶ ἀγωγιάτες ἀρβανῖτες, παραγυιοὶ καὶ γεμιτζῆδες ποὺ φορτώνουνε κερεστὲ (ξυλεία) στὰ καράβια. Στὴ Δάφνη, ποὺ εἶναι ἡ σκάλα ποὺ πιάνουνε τὰ βαπόρια, βρισκόντανε καὶ κάτι ψαράδες κοσμικοί, κ᾿ ἐκεῖ γνωρίσθηκα μὲ τρεῖς Ἀϊβαλιῶτες καὶ περάσαμε πολὺ ἔμορφα. Ἀπὸ κεῖ πῆγα στὶς Καρυές, μὰ δὲν κάθησα πολύ, γιατὶ γύρευα θάλασσα.
.
Πῆγα στὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων μαζὶ μὲ ἕνα γέροντα ποὺ πουλοῦσε βιβλία στὶς Καρυὲς καὶ ποὺ τὸν λέγανε Ἀβέρκιον Κομβολογᾶν. Σ᾿ αὐτὸ τὸ μοναστῆρι κάθησα κάμποσο. Πιὸ πολὺ μὲ τραβοῦσε ὁ ἀρσανᾶς, δηλαδὴ τὸ μέρος ποὺ βάζουνε τὶς βάρκες καὶ τὰ σύνεργα τῆς ψαρικῆς. Ἄφησα τὰ γένεια μου, τὰ ξέχασα ὅλα καὶ γίνηκα ψαρᾶς. Ἔτρωγα, ἔπινα, δούλευα, κοιμώμουνα μαζὶ μὲ τοὺς ψαρᾶδες ποὺ ἤτανε ὅλο καλόγεροι, οἱ πιὸ πολλοὶ Μπουγαζιανοί, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης. Τί ξέγνοιαστη ζωὴ ποὺ πέρασα! Ἰδιαίτερη φιλία ἔδεσα μὲ τρεῖς. Ὁ ἕνας ἤτανε ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶ, καλὴ ψυχή, φιλότιμος, στοχαστικός, πρόθυμος στὸ κάθε τί κ᾿ εἶχε καλογερέψει ἀπὸ μικρός: τὸν λέγανε Βαρθολομαῖο. Ὁ ἄλλος ἤτανε ὡς σαράντα χρονῶν, ψαρᾶς ἀπὸ τὸ χωριό του, κοντόφαρδος, ἁπλός, ἥσυχος, λιγομίλητος, ἄκακος, «πτωχὸς τῷ πνεύματι», ταπεινὸς καὶ τὸν λέγανε Βασίλειο. Ὁ ἄλλος ἤτανε γέρος σὰν τὸν ἅγιο Πέτρο, γελαζούμενος, χωρατατζῆς καὶ τὸν λέγανε Νικάνορα. Ὁ Βαρθολομαῖος διάβαζε καὶ βιβλία μὲ ταξίδια θαλασσινά. Ἀνάμεσα σὲ ἄλλα εἶχε στὸ κελλί του καὶ τὰ δυὸ τρία βιβλία τοῦ Ἰουλίου Βέρν. Μ᾿ αὐτὸν ψαρεύαμε ἀστακούς. Ἔβγαζε καὶ κοράλλια καὶ μοῦ ἔδειχνε πῶς νὰ τὰ ψαρεύω.

.
Ὁ ἀρσανὰς ἤτανε ἕνα σπίτι μακρύ, χτισμένο ἀπάνω στὴ θάλασσα μέσα σ᾿ ἕναν κόρφο ποὺ τὸν ἀποσκέπαζε ἕνας κάβος καὶ γιὰ κεραμίδια εἶχε μαῦρες πλάκες. Μπροστὰ εἶχε κάτι ξέρες ποὺ σκάζανε οἱ θάλασσες ὅποτε ἔπερνε βοριᾶς, κι ἀπὸ πάνω κατεβαίνανε τὰ βράχια φυτρωμένα μὲ μυρσίνες, μὲ πουρνάρια καὶ κάθε ἄγριο χαμόδεντρο. Ὁ ἀρσανᾶς εἶχε πεντέξη κάβιες (κάμαρες) ἀραδιασμένες καὶ μπροστὰ εἶχε ἕνα χαγιάτι ποὺ ἀκουμποῦσε σὲ κάτι δοκάρια ἀπὸ ἀγριόξυλα. Ἐκεῖ μέσα κοιμόμαστε. Ἀπὸ κάτω εἶχε κάτι χαμηλὲς καμάρες καὶ μέσα στὶς καμάρες τραβούσανε τὶς βάρκες. Τὰ δίχτυα τὰ ἁπλώνανε ἀπάνω στὰ μπαρμάκια (κάγκελα) τοῦ χαγιατιοῦ. Ἐκεῖ ποὺ κοιμόμαστε ἀκούγαμε ἀπὸ κάτω μας τὴ θάλασσα ποὺ ἔμπαινε μέσα στὶς καμάρες καὶ κυλοῦσε τὰ χαλίκια καὶ μᾶς νανούριζε. Παλιὰ εἰκονίσματα ἤτανε κρεμασμένα μέσα στὸν ἀρσανᾶ κ᾿ ἔκαιγε ἀκοίμητο καντήλι.
.
Ἄφησα ὑγεία στοὺς Ἰβηρῖτες καὶ τράβηξα μὲ τὰ πόδια καὶ πῆγα στὸ μοναστῆρι τοῦ Καρακάλλου. Κ᾿ ἐκεῖ πέρασα πολὺ καλά· οἱ πατέρες μὲ εἴχανε σὰν δικό τους. Αὐτὸ τὸ μοναστῆρι εἶναι κοινόβιο καὶ τότες εἴχανε ἡγούμενο ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο, τὸν Κοδρᾶτο, γέροντα ἥσυχον, εἰρηνικόν, ποιμένα ἀληθινόν, ἡ καταγωγή του ἀπὸ τὰ Ἀλάτσατα. Ὁ ἀρσανᾶς τοῦ Καρακάλου ἤτανε ἐπίσημος, ἕνας βυζαντινὸς πύργος χτισμένος ἀπάνω σ᾿ ἕναν βράχο. Κάθησα κ᾿ ἐκειπέρα κάμποσες μέρες. Ἀπὸ κεῖ πῆγα στὸ Μοναστήρι τῆς Μεγίστης Λαύρας, ποὺ βρίσκουνται πολλὰ κειμήλια κ᾿ οἱ θαυμαστὲς ἁγιογραφίες τοῦ Θεοφάνη τοῦ Κρητός.
.
«Τότε σηκώνεσαι καὶ σύ, καὶ παίρνεις καὶ τὴν ῥάβδαν,
περιπατεῖς καὶ ἔρχεσαι εἰς τὴν ἁγίαν Λαύραν.
Καὶ ἀναπαύεσαι ἐκεῖ ὅσον καιρὸν θελήσεις,
ὅσον νὰ εὕρῃς συντροφιὰν καὶ πλοῖον νὰ κινήσεις».
.
Ἀπὸ κεῖ λοιπὸν ἐπῆρα κ᾿ ἐγὼ τὴν ῥάβδαν καὶ τράβηξα νὰ πάγω στὰ Καψοκαλύβια. Μαζί μου ἦρθε κ᾿ ἕνας ἁπλοϊκὸς καλόγερος, ψηλὸς κι ἀδύνατος, μ᾿ ὅλο ποὺ ἤτανε ψωμᾶς στὸ μοναστήρι. Τὸ μονοπάτι περνᾶ ἀπὸ ἅγια κ᾿ ἔμορφα μέρη, ὡς ποὺ φτάνει ἀπάνω ἀπὸ κάτι θεόχτιστους κάβους, ποὺ κοιτάζουνε κατὰ τὴ νοτιά, στ᾿ ἀνοιχτὸ πέλαγο. Ἀπὸ τὸ μέρος τῆς στεριᾶς στέκεται ἀπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι σου ὁ Ἄθωνας. Σ᾿ ἕνα μέρος βλέπεις τὴν ποδιὰ τοῦ βουνοῦ ποὺ στέκεται κοφτὴ ἀπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, σὰν νἆναι κομμένη μὲ τὸ μαχαίρι, λὲς καὶ ξεκόλλησε πρὸ λίγη ὥρα ἕνα κομμάτι βουνὸ κ᾿ ἔπεσε στὴ θάλασσα. Κι ἀληθινά, ὅπως μοῦ εἴπανε πιὸ ὕστερα οἱ Καψοκαλυβίτες, κόπηκε τὸ βουνὸ μιὰ μέρα στὰ 1900, κ᾿ ἔπεσε μονοκόμματο στὴ θάλασσα καὶ πλάκωσε δυὸ τρία ψαραδόσπιτα μὲ καμιὰ δεκαριὰ πατέρες. Ὁ σεισμὸς κούνησε ὅλη τὴ Μακεδονία.
.
Στὰ Καψοκαλύβια κάθησα πιὸ πολὺν καιρὸ ἀπὸ τ᾿ ἀλλὰ τὰ μοναστήρια. Τόσο δικό τους μὲ εἴχανε οἱ πατέρες, ποὺ ὅποτε κάνανε σύναξη ἔπρεπε νὰ καθήσω κ᾿ ἐγὼ στὸ συμβούλιο ποὺ συζητούσανε «τὰ τῆς σκήτεως». Μ᾿ ἔχουνε γράψει καὶ στοὺς ἱδρυτὰς καὶ μὲ μνημονεύουνε μετὰ τῆς συμβίας καὶ τῶν τέκνων. Ἰδιαίτερη φιλία ἔδεσα μὲ τὸν πάτερ Ἰσίδωρο, ποὺ μ᾿ εἶχε στὸ κελλί του. Ἄλλη φορὰ ἔγραψα πολλὰ γιὰ δαῦτον. Τότες ἤτανε ὡς τριανταπέντε χρονῶν κ᾿ εἶχε γιὰ δόκιμο τὸν μπαρμπα-Χαραλαμπο ἀπὸ τὸ Καστελλόριζο, ὡς ἑβδομήντα χρονῶν, τελώνιο τῆς θάλασσας, ποὺ ἔζησε φουΐστρος στὰ βαπόρια καὶ ταξίδευε ἴσαμε τὸν Κίτρινο ποταμὸ τῆς Κίνας.
.
Εἶχε ἔρθει μιὰ μέρα στὰ Καψοκαλύβια ἕνας καλόγερος ἀπὸ κάποιο ψαραδόσπιτο ποὺ ἤτανε ἀνάμεσα στὸν κάβο Σμέρνα καὶ στὰ Καψοκαλύβια, καὶ τὸν φιλοξένησε ὁ πάτερ Ἰσίδωρος, καὶ γνωρισθήκαμε. Τὸν λέγανε Νεῖλο, κ᾿ ἤτανε Μυτιληνιός. Φεύγοντας μὲ προσκάλεσε νὰ πάγω στὸ κελλί του. Σὲ δυὸ τρεῖς μέρες, πῆγα. Στὸ Ὄρος βλέπει κανένας πολλὰ ἀσυνήθιστα πράγματα καὶ χτίρια, πλὴν τὸ κελλὶ τοῦ πάτερ Νείλου ἤτανε ἀπὸ τὰ πιὸ παράξενα. Σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος κατεβαίνανε δυὸ ραχοκοκαλιὲς ἀπὸ βράχια καὶ κάνανε δυὸ κάβους ποὺ τραβούσανε βαθειὰ στὴ θάλασσα, ὁ ἕνας πολὺ κοντὰ στὸν ἄλλον, τόσο, ποὺ ἔλεγες πῶς τὸ νερὸ ποὺ βρισκότανε ἀνάμεσά τους ἤτανε ποτάμι κι ὄχι θάλασσα. Ἐκεῖ ποὺ ἔσμιγε ὁ ἕνας κάβος μὲ τὸν ἄλλον, σηκωνόντανε δυὸ ράχες ἀπὸ βράχια κ᾿ ἤτανε τόσο κοντά, ποὺ σκοτεινιάζανε ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἂς ἔλαμπε ὁ ἥλιος τὸ καλοκαίρι.
.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος, μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν τρύπα, ἤτανε χτισμένος ὁ ἀρσανᾶς τοῦ πάτερ Νείλου. Τὰ νερὰ ἤτανε ἄπατα καὶ σκοτεινὰ μέσα σὲ κεῖνο τὸ κανάλι. Τὸ σπίτι τὄχανε χτισμένο λίγο παραπάνω ἀπὸ τὴ θάλασσα, θεμελιωμένο στὸ βράχο, μὲ χαγιάτια καὶ μὲ καμάρες, ὅπως συνηθίζεται στὸ Ὄρος ἀπὸ τὰ παληὰ χρόνια, μὲ μαῦρες πλάκες ἀντὶ γιὰ κεραμίδια. Λίγο παραπάνω ἤτανε χτισμένη ἡ ἐκκλησιά, μικρή, μὲ σκαλιστὸ τέμπλο καὶ μὲ ὅλα τὰ καθέκαστα. Ἀποπάνω κρεμότανε ἕνα βουνὸ δασωμένο καὶ στὴν κορφὴ εἶχε ἕνα βράχο ἀπότομο, μ᾿ ἕνα σπήλαιο. Σ᾿ αὐτὸ τὸ σπήλαιο ἀσκήτευε πρὸ λίγα χρόνια ἕνας γέροντας ποὺ στάθηκε στὰ νιάτα του ὁπλαρχηγὸς στὴ Μακεδονία. Τώρα εἴχανε φωλιάσει ὄρνια μέσα στὴ σπηλιὰ καὶ τἄβλεπα ποὺ περνᾶνε βόλτες γύρω στὴ ράχη.
.
Ὁ Νεῖλος καὶ ἡ συνοδεία του εἴχανε δυὸ τράτες καὶ δυὸ βάρκες. Ἤτανε ἑφτὰ-ὀχτὼ νοματέοι, πέντε μεγάλοι καὶ δυὸ-τρία καλογεροπαίδια. Ὅλοι τους ἤτανε ἡλιοκαμένοι, μαῦροι σὰν ἀραπάδες. Ὁ πάτερ Νεῖλος εἶχε ἀπάνω του μιὰ ἡσυχία καὶ μιὰν ἁπλότητα ποὺ σὲ ἔκανε νὰ τὸν ἀγαπήσεις καὶ νὰ τὸν σεβαστεῖς. Λιγόλογος, μὰ ὁλοένα ἤτανε χαμογελαστὸ τὸ πρόσωπό του, μὲ κάτι χείλια χοντρὰ σὰν τοῦ ἀράπη, μὲ μαῦρα καὶ πυκνὰ γένεια, ποὺ φυτρώνανε κάτω ἀπὸ τὰ μάτια του καὶ σκεπάζανε τὰ μάγουλά του. Μὲ τὴ σκούφια ποὺ φοροῦσε ἤτανε ἴδιος βαβυλώνιος. Ξυπόλητος, ὅπως δὰ ἤτανε ὅλοι τους, φοροῦσε ἀπάνω ἕνα σκοῦρο πουκάμισο καὶ κάτω ἕνα βρακὶ ἀνατολίτικο ἴσαμε τὰ γόνατα.
.
Τὶς μέρες ποὺ κάθησα ἐκειπέρα, ὁ Νεῖλος κ᾿ ἕνας δόκιμος δὲν πηγαίνανε μὲ τὴν τράτα γιὰ νὰ μοῦ κρατήσουνε συντροφιά. Ἤτανε κ᾿ ἕνας γέρος, πάτερ Ἀθανάσιος, ποὺ φύλαε πάντα τὸ σπίτι. Σὰν γυρίζανε ἀπὸ τὸ ψάρεμα, βγάζανε τὰ ψάρια ἔξω κι ἀφοῦ διαλέγανε λίγα χοντρὰ γιὰ νὰ φᾶμε, κι ἄλλα γιὰ πάστωμα, τὰ ψιλὰ τὰ κάνανε ἕναν σωρὸ καὶ τ᾿ ἀφήνανε νὰ σιτέψουν γιὰ νὰ τ᾿ ἁλατίσουνε. Ἀπὸ τὰ χοντρὰ παστώνανε πολλοὺς ροφούς, νἄχουνε τὸ χειμώνα. Ψιλά, μαρίδα καὶ σαρδέλλα, παστώνανε πολλὰ βαρέλια καὶ τὰ στέλνανε στὴ Σαλονίκη. Καθόντανε σταυροπόδι γύρω στὸ σωρὸ καὶ παστώνανε. Ὅλο τὸ σπίτι μύριζε μιὰ τέτοια ψαρίλα, ποὺ στὴν ἀρχὴ γυρίζανε ἄνω κάτω τὰ στομάχια μου. Μὰ σιγὰ σιγὰ συνήθισα καὶ δὲν καταλάβαινα τὴν ψαρίλα σχεδὸν ὁλότελα. Συλλογιζόμουνα κιόλας πὼς ἔτσι θὰ μυρίζανε κι ὁ Χριστὸς κ᾿ οἱ ἀπόστολοι. Οἱ ἄνθρωποι κι ὅ,τι ἔπιανες, ὅλα μυρίζανε ψαρίλα. Ἀκόμα καὶ μέσα στὴν ἐκκλησιὰ ἔνοιωθες αὐτὴ τὴ μυρουδιά.
.
Τὶς ὧρες ποὺ λείπανε οἱ ἄλλοι στὸ ψάρεμα, κουβεντιάζαμε μὲ τὸν πάτερ Νεῖλο γιὰ θρησκευτικὰ καὶ γιὰ τὰ ἱστορικὰ τοῦ σπιτιοῦ του, τί φουρτοῦνες περάσανε, τί θεριόψαρα συναντήσανε, τί καΐκια βουλιάξανε ἀπὸ τότες ποὺ κάθησε σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος κι ἀλλὰ λογιῶ-λογιῶν. Ἄλλη φορὰ πάλι, ἐκεῖ ποὺ καλαφάτιζε μιὰ βάρκα τραβηγμένη ἔξω, ἔψελνε μὲ τὴ γλυκειὰ φωνή του, κ᾿ ἔκανε τὸν δεξιὸ ψάλτη κι ἐγὼ τὸν ἀριστερόν. Λέγαμε τὶς Καταβασίες τῆς Μεταμορφώσεως (γιατὶ ἤτανε κεῖνες οἱ μέρες τοῦ Αὐγούστου) «Χοροὶ Ἰσραὴλ ἀνίκμοις ποσί, πόντον ἐρυθρὸν καὶ ὑγρὸν βυθὸν διελάσαντες», τὰ Πασαπνοάρια μὲ τὸ δοξαστικὸ «Παρέλαβεν ὁ Χριστὸς τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην», κ᾿ ὕστερα λέγαμε ἀργῶς καὶ μετὰ μέλους τὸ κοινωνικὸ «Ἐν τῷ φωτὶ τῆς δόξης τοῦ προσώπου σου, Κύριε, πορευσόμεθα εἰς τὸν αἰῶνα». Στὸ τέλος ὅμως ψέλναμε πάντα τὸ «Εὐλογητὸς εἶ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, καὶ δι᾿ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι». Δὲν μπορῶ νὰ παραστήσω τὸ πόσο συγκινημένη ἤτανε ἡ καρδιά μου σὰν ἄκουγα νὰ ψέλνει ὁ ψαρᾶς ὁ πάτερ Νεῖλος, ξυπόλητος, μὲ τὸ κατραμωμένο βρακί, μὲ τὰ φύκια κολλημένα ἀπάνω στὰ γυμνὰ ποδάρια του, νὰ ψέλνει μὲ κείνη τὴν ἀρχαία μελωδία καὶ νὰ λέγει στίχους ἰαμβικούς, καὶ παραπέρα ν᾿ ἀφρίζουνε τὰ παμπάλαια ἑλληνικὰ κύματα κι ὁ ἀγέρας νὰ βουΐζει πανηγυρικὰ ἀπάνω στὰ θεόχτιστα βράχια καὶ στὰ δέντρα!
.
Μὰ ἡ πιὸ βαθειὰ κι ἡ πιὸ παράξενη συγκίνηση μ᾿ ἐπίανε τὴν Κυριακὴ καὶ τὶς ἄλλες γιορτινὲς μέρες ποὺ λειτουργοῦσε ὁ πάτερ Νεῖλος ὁ ψαρᾶς καὶ γινότανε ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, αὐτὸς ποὺ τὸν ἔβλεπα τὶς ἄλλες μέρες ν᾿ ἁλατίζει ψάρια, νὰ καλαφατίζει βάρκες, νὰ ματίζει σκοινιά, νὰ γραντολογᾶ καραβόπανα, νὰ βολεύει ἄγκουρες, νὰ μπαλώνει δίχτυα, μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία του! Καὶ στὴ λειτουργία γινότανε σὰν πατριάρχης, μὲ τὸ ἐπανωκαλύμμαυχο, μὲ τὸ χρυσὸ φελάνι, μὲ τὰ ἐπιμάνικα, μὲ τὸ ἐπιγονάτιο, καὶ δεότανε μυστικῶς μπροστὰ στὴν ἁγία Τράπεζα «ὑπὲρ τῶν τοῦ λαοῦ ἁγνοημάτων», «ὡς ἐν δεδομένος τὴν τῆς ἱερατείας χάριν». Ὤ! Τί ἐξαίσια καὶ φρικτὰ μυστήρια ἔχει ἡ ταπεινὴ Ὀρθοδοξία μας! Μὰ ἡ καρδιά μου δάκρυζε ἀληθινὰ ἀπὸ ἅγια χαρὰ κι ἀπὸ κατάνυξη, σὰν στρώνανε γιὰ νὰ φᾶμε κ᾿ εὐλογοῦσε τὴν τράπεζα ὁ πάτερ Νεῖλος μὲ τὰ θαλασσοψημένα δάχτυλά του, ἐνῶ γύρω στεκόντανε μὲ σταυρωμένα χέρια ἐκεῖνοι οἱ ἁπλοὶ ψαρᾶδες, κουρασμένοι, θαλασσοδαρμένοι, ξεχασμένοι ἀπὸ τὸν κόσμο μέσα σὲ κείνη τὴν καταβόθρα. Κ᾿ ἔλεγε μὲ τὴν ταπεινὴ φωνή του ὁ πάτερ Νεῖλος: «Χριστὲ ὁ Θεός, εὐλόγησον τὴν βρῶσιν καὶ τὴν πόσιν τῶν δούλων σου, ὅτι ἅγιος εἶ πάντοτε, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων», ἐνῶ μᾶς ἀπόσκιαζε ἡ πλώρη τοῦ τρεχαντηριοῦ κ᾿ ἡ ἁρμύρα ἐρχότανε ἀπὸ τὸ βουερὸ τὸ πέλαγο.

Φώτης Κόντογλου

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Στ” Κυριακή των νηστειών είναι η Κυριακή των Βαΐων, με την οποία μπαίνουμε στη Μεγάλη Εβδομάδα και οδηγούμαστε από τα Πάθη στην Ανάσταση του Χριστού, με σκοπό να φτάσουμε, με τη βοήθειά Του, και στην ανάσταση της αγάπης μέσα στην καρδιά μας – μια ανάσταση που θα μας οδηγήσει στο Θεό και στον αιώνιο παράδεισο.
Καλή ανάσταση λοιπόν, καλή Μεγάλη Σαρακοστή και καλό παράδεισο...
Τα βάγια τα έπλεκαν σε πάρα πολλά σχέδια: Σε μερικά μέρη τους έδιναν το σχήμα του ψαριού. Ψάρι είχαν σαν σημάδι αναγνώρισης οι πρώτοι χριστιανοί, η λέξη ΙΧΘΥΣ, εξάλλου, προέρχεται από τα αρχικά Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ....

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Θ.Κολοκοτρώνης: «Ἐγώ εἶμαι Θεόφιλος - Σάν τό Θεό κανείς δέν ἀγαπάει τήν Ἑλλάδα»


 
Ὅταν ἱδρύθηκε τό Ἑλληνικό Κράτος, μετά τήν ἐπανάσταση τοῦ 1821, οἱ μεγάλες δυνάμεις τῆς ἐποχῆς προσπαθοῦσαν ἡ κάθε μία γιά λογαριασμό της νά ἐπηρεάσουν τούς πολιτικούς. Ἔτσι δέν ἦταν σπάνιο ν' ἀκούει κανείς πὼς ὁ τάδε πολιτικός εἶναι ρωσόφιλος, ὁ δείνα ἀγγλόφιλος κ.ο.κ., ἀνάλογα μέ τή θέση ποὺ ἔπαιρνε καί ποιά ἀπό τίς μεγάλες δυνάμεις πίστευε πὼς θά βοηθοῦσε περισσότερο καί καλύτερα τό νεοσύστατο κράτος. 
 
Κάποτε λοιπόν ρώτησαν καί τό θρυλικό γέρο τοῦ Μωριᾶ, τό Θεόδωρο Κολοκοτρώνη:
 
-Ἐσύ, στρατηγέ, εἶσαι ἀγγλόφιλος; 
 
-Ὄχι, ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος. 
 
-Εἶσαι τότε γαλλόφιλος; 
 
-Οὔτε. 
 
-Ἐ, θά ΄σαι φαίνεται ρωσόφιλος. 
 
-Ὄχι, βέβαια. 
 
-Μά τί εἶσαι τέλος πάντων; 
 
Κι ὁ Γέρος τοῦ Μωριᾶ μέ τή συνηθισμένη θυμοσοφία του ἀπάντησε: 
 
-Ἐγώ εἶμαι Θεόφιλος. Γιατί σάν τό Θεό κανείς δέν ἀγαπάει τήν Ἑλλάδα.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2013

Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΙΕΡΕΜΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΤΑΜΑ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Με αγνό, πατριωτικό παλμό και γνήσιο ορθόδοξο φρόνημα μίλησε ο Σεβασμιώτατος Ιερεμίας, σε μια ομιλία μέσα από την καρδιά του για το Τάμα του Έθνους και όχι μόνο.

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

H συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού


π.Βασιλείος Γοντικάκης, π. Καθηγουμένος της Ιεράς Μονής Ιβήρων


Μέσα στη θεία μυσταγωγία της Ορθοδόξου λατρείας βρίσκεις τον ουρανό στη γη όχι ως θεατρική αναπαράστασι, αλλά ως λειτουργική πραγματικότητα. Μέσα σ' αυτό το κλίμα βασιλεύει και διευθετεί τα πάντα η ασύγχυτη και αδιαίρετη ένωσις του θείου και ανθρωπίνου· δωρεά της παρουσίας του Θεανθρώπου Κυρίου, που είναι ο προσφέρων και προσφερόμενος 

Μα, δεν είναι μητέρα μας η Μεγάλη Εκκλησία; Δεν βρίσκεται εκεί η καρδιά μας, η δύναμις και το πώς ζήσαμε μέχρι τώρα; Και δεν βρίσκεται εκεί η εξασφάλισις της ελπίδος για το πώς μπορούμε να ζήσωμε στην εποχή της παγκοσμιοποιήσεως και διεθνοποιήσεως;

Βλέποντας τα πράγματα από το Αγιον Ορος θα ήθελα (μου ζήτησαν και κάποιοι αδελφοί) να έλεγα δυο λόγια.

Ως αγιορείτης, βρίσκεσαι σε τόπο και τρόπο ασφαλείας, εάν είσαι αληθινός μοναχός. Είσαι νεκρός και είσαι ελεύθερος.

Ρώτησε κάποιος μοναχός: «Γιατί, περπατώντας στην έρημο, φοβάμαι;» Ο γέροντας του απαντά: «Ακμήν ζης», ακόμα ζης. «Εάν ήσουν νεκρός, δεν θα φοβόσουν τίποτα. Θα ήσουν απόλυτα ελεύθερος και ευαίσθητος. Θα ήσουν μια αίσθησι».

Ο σκοπός της ζωής του ανθρώπου είναι να φτάση σ' αυτή την αίσθησι, να γίνη μια αίσθησι. Εάν σου δοθή αυτή η χάρις, τότε κινείσαι ελεύθερα. Κυκλοφορείς κεκλεισμένων και ανεωγμένων των θυρών, με λυμένα και άλυτα τα προβλήματα.

Αν κάποια εμπειρία σε σφράγισε· εάν κάτι τέτοιο, έστω ελάχιστα, σου δόθηκε· εάν βρήκες την παρηγοριά έπειτα από την πολλή δοκιμασία· εάν είσαι «της Αναστάσεως την πείραν ειληφώς»· εάν πέρασες, έστω και μια φορά αλλά πραγματικά, διά του θανάτου (του αληθινού) στη ζωή· τότε μπορείς να ελπίζης. Μπορείς να προχωρής. Χρειάζεται όμως, εφόσον ακόμη βρίσκεσαι σε τούτο τον κόσμο, τον μεταβαλλόμενο και αλλοιούμενο, να προχωρής με πολύ δέος και προσοχή, στηριζόμενος στην αγάπη (που είναι θυσία των πάντων) και στην ταπείνωσι (που είναι αγάπη εξαφανίσεως), για να φανερώνεται ο Αλλος, που είναι παρηγοριά όλων.

* H ιστορία του Γένους μας

Επειτα απ' όλα αυτά μπορούμε να ρίξωμε μια ματιά στην ιστορία του Γένους μας. Νομίζω ότι ο Ελληνισμός έχει διαγράψει μια παρόμοια πορεία. Αναζήτησε. Πέρασε από δοκιμασίες πολλές. Εφτασε κάπου. Βρήκε κάτι που δεν είναι του παρόντος αιώνος και ταυτόχρονα τον βοηθά να προχωρήση ξεκάθαρα και σταθερά στον νυν αιώνα. Ολο αυτό βρίσκεται μέσα στην Ορθόδοξη λειτουργική θεολογία.

Ελληνες. Ενας μικρός λαός με μεγάλες απαιτήσεις. Αναζητούν την αλήθεια. Αγαπούν την καλλιέπεια και πάνε πέρα απ' αυτή.

Ψάχνουν, ζητούν σε όλους τους τομείς να βρουν την πρώτη αιτία· να βρουν απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα για τον άνθρωπο, τον κόσμο, τον Θεό. Είναι έτοιμοι να ακούσουν καθετί νέο. Να ασπαστούν την αλήθεια που τους πείθει. Να απορρίψουν ό,τι δεν τους αναπαύει. Ταξιδεύουν, μελετούν, μαθαίνουν. Κάνουν τη μελέτη του θανάτου φιλοσοφία· τα προσωπικά τους προβλήματα και τις ιστορικές συμφορές τέχνη και τραγωδία.

Δεν αναπαύονται στην τέχνη (και την πιο υψηλή) ούτε στη φιλοσοφία («παίδων αθύρματα»). Θέλουν να προχωρήσουν προς κάτι τολμηρότερο και θεϊκότερο· προς κάτι που τους σπρώχνει και τους προετοίμασε η μέχρι τώρα πορεία, κατάκτησις και δίψα τους.

* Οι Ελληνες και οι Ρωμαίοι

«Πολιτισμός των Ελλήνων. Καμιά λατρεία της δύναμης. Το χρονικό ήταν μονάχα μια γέφυρα. Στις ψυχικές καταστάσεις, δεν ζητούσαν την έντασι, αλλά την καθαρότητα». (Simone Weil)

H συνάντησις του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό σφράγισε την ιστορία του, αλλά και της ανθρωπότητος. Οταν ζήτησαν να δουν τον Χριστό Ελληνες, ο Κύριος είπε: «Νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου».

Οι Ελληνες (όχι οι Ρωμαίοι ούτε οι Εβραίοι) δέχονται το μήνυμα της Καινής Κτίσεως. Είναι προετοιμασμένοι από τους φιλοσόφους, ποιητές και τραγικούς.

Διά των Ελλήνων μεταδίδεται το μήνυμα της Καινής Κτίσεως στον κόσμο. Γι' αυτό ο π. Γεώργιος Φλωρόβσκι τολμά να διακηρύξη: «Το να είμαστε Χριστιανοί σημαίνει να είμαστε Ελληνες, μιας και η Καινή Διαθήκη, την ύψιστη αυθεντία της οποίας αποδεχόμαστε, είναι διά παντός ένα ελληνικό βιβλίο».

Στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία επεκτείνεται ως δύναμις, ο Ελληνισμός διεισδύει ως πνεύμα. Μετά τους διωγμούς και τη μεταφορά της πρωτευούσης της αυτοκρατορίας από την παλαιά στη νέα Ρώμη, το ρωμαϊκό δίκαιο υπάρχει ως πλαίσιο και βάσις διοικήσεως, η λατινική γλώσσα ως επίσημη του κράτους. Με τον καιρό φυσιολογικά σβήνει η λατινική. Τη θέσι της παίρνει η ελληνική, ομιλούμενη από τον λαό. Αυτή γίνεται γλώσσα του κράτους, της λατρείας, της θεολογίας, της λογοτεχνίας...

H αυτοκρατορία λέγεται ρωμαϊκή, από την αρχή μέχρι τέλους. Σε ελληνική εξελίσσεται. Τελικά είναι η χριστιανική αυτοκρατορία· η του χριστιανικού Ελληνισμού. Ξεπερνιέται ο παγανιστικός Ελληνισμός. Μένει η ψυχή του και η δουλειά του, μεταμορφωμένη. Φτάνουμε σ' αυτό που ζητούσαν οι Ελληνες.

Τους κλασικούς φιλοσόφους διαδέχονται οι Πατέρες της Εκκλησίας. Οι πρώτοι είναι υποδείγματα στη σκέψι και στη διανόησι. Οι δεύτεροι αναδεικνύονται οικουμενικοί διδάσκαλοι, γιατί δεν προσφέρουν το αποτέλεσμα της διανοητικής των δουλειάς και ανησυχίας, αλλά τη χάρι του Θεού, που δίδεται σε αυτούς που παραδίδονται εξ ολοκλήρου στο θέλημα του Θεού. Δεν είναι οι διανοούμενοι αλλά οι πάσχοντες τα θεία. Φανερώνονται ως μεγάλα φώτα που φωτίζουν με άκτιστο φως την οικουμένη. Είναι οι πυρπολούμενοι από το άστεκτο πυρ του θείου και εκστατικού έρωτος.

Ξεπερνούν την κτίσι και τη διανόησι. Φτάνουν στη θεία ανάπαυσι της αιωνίου παρακλήσεως που σώζει τον άνθρωπο, χαρίζοντάς του την ελευθερία του μέλλοντος αιώνος, ενώ ζη στον χώρο και στον χρόνο. Είναι νεκροί και αείζωοι. Καθ' ημέραν αποθνήσκουν και ανασταίνονται. «Οι της καθ' ημάς θεοσοφίας αρχηγικοί καθηγεμόνες υπέρ αληθείας αποθνήσκουσιν πάσαν ημέραν ως εικός, και λόγω παντί και έργω τη ενιαία των χριστιανών αληθογνωσία». (Αγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης)

Μια μεταμόρφωσις του παλαιού κόσμου ιερουργείται. Μια μετάβασις πραγματοποιείται. Από τα παλαιά περνούμε στα καινά. Από τα συγκεχυμένα και βέβηλα στα συλλειτουργούντα καθαρώς και οσίως. Από τις σκοτεινές υποθέσεις και αναζητήσεις του «ζητείν τον Θεόν ει άρα γε ψηλαφήσειαν αυτόν» (Πράξ. 17, 27) στο «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός».

Προχωρούμε από τη φιλοσοφία στη θεολογία· από την τραγωδία στη θεία μυσταγωγία. Διαμορφώνεται ως θεία κεκαθαρμένη λατρεία η Θεία Λειτουργία, η Μεγάλη Εβδομάδα.

* Βυζαντινή λατρεία και θεολογία

Στο θαύμα της βυζαντινής λατρείας και λειτουργικής θεολογίας όλες οι ελληνικές προσπάθειες και κατακτήσεις στη φιλοσοφία, στη γλώσσα και στην τέχνη βρίσκονται παρούσες, αξιοποιημένες και μεταμορφωμένες. Ολα διακρίνονται, υπάρχουν μεμυημένα και συλλειτουργούντα μέσα σε μια γαληνιαία λάμψι ακτίστου φέγγους και κάλλους θεϊκού.

Μέσα στη θεία μυσταγωγία της Ορθοδόξου λατρείας βρίσκεις τον ουρανό στη γη όχι ως θεατρική αναπαράστασι, αλλά ως λειτουργική πραγματικότητα. Μέσα σ' αυτό το κλίμα βασιλεύει και διευθετεί τα πάντα η ασύγχυτη και αδιαίρετη ένωσις του θείου και ανθρωπίνου· δωρεά της παρουσίας του Θεανθρώπου Κυρίου, που είναι ο προσφέρων και προσφερόμενος. Εδώ ταυτίζεται η άκρα ταπείνωσις με την άφατη δόξα, η θεία αγάπη με το αμήχανον κάλλος, η ελευθερία με την ενότητα. Δεν υπάρχουν χωρισμοί. Δεν υπάρχει Ιουδαίος και Ελληνας. Ολοι είναι ένα εν Χριστώ Ιησού.

H Θεία Λειτουργία προσφέρεται υπέρ της οικουμένης. Είναι το προζύμι της Βασιλείας που ζυμοί όλο το φύραμα, η χώρα του Αχωρήτου που αγκαλιάζει την οικουμένη, το χωνευτήρι, η χοάνη που δέχεται και αφομοιώνει, χωνεύει και αξιοποιεί θείως τα θετικά στοιχεία κάθε πολιτισμού και νοοτροπίας.

Δεν αγνοεί τη Δύσι (προέρχεται από αυτήν η Νέα Ρώμη). Προσλαμβάνει όλα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Ανατολής (το πάθος και το βάθος της). Ολα δοκιμάζονται, καθαίρονται· «οποίον το έργον εκάστου εστί το πυρ δοκιμάσει».

Ενας νέος κόσμος αναδύεται. Είναι η δημιουργία του νέου πολιτισμού, του σεμνού και μεγαλοπρεπούς, του ερασμίου και γαλήνιου. Ανέχεται όλους. «Πάντα στέγει, πάντα ελπίζει».

* Το ορθόδοξο Βυζάντιο

Αυτό εμποδίζει, αλλοιώνει και αγιάζει τον άνθρωπο ολόκληρο και τη δημιουργία του. Φαίνεται στο συνοδικό σύστημα διοικήσεως που επιβάλλεται, στο κατανυκτικό μέλος των ύμνων που ακούγεται· στην ιεροπρεπή έκφρασι των εικόνων, που φωτίζει την Εκκλησία, και στην άγια αρχιτεκτονική των ναών, που δέχεται τον άνθρωπο. Ολα, με τον λόγο και τη σιωπή, το έργο και το ήθος, φανερώνουν την ίδια θεανθρώπινη πραγματικότητα.

«Ιδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορείται».

Αυτή η τετελειωμένη λατρεία και θεολογία προσφέρεται δωρεάν σε όλο τον κόσμο.

H διάδοσις της Πίστεως πραγματοποιείται ως διάσωσις και μεταμόρφωσις, όχι ως κατάκτησις και υποδούλωσις, των εκχριστιανιζομένων λαών.

Αυτό που προσφέρει το ορθόδοξο Βυζάντιο στους πολίτες του, είναι μια χάρι που στον καιρό της αυτοκρατορίας τούς κρατά σεμνούς και στην περίοδο της δουλείας αγέρωχους.

Οταν πέφτη και χάνεται η αυτοκρατορία, μένει η Μεγάλη Εκκλησία ως εθναρχούσα δύναμις των Ορθοδόξων λαών. Με την άλωσι της Πόλεως χάνομε την αίγλη της αυτοκρατορίας και κερδίζομε την ευλογία της δοκιμασίας.

Μέσα στην Εκκλησία αποδεικνύεται ότι, όταν χάνης κάτι σημαντικό που σε πονά, σου προσφέρεται (αν φανής άξιος της δοκιμασίας) κάτι πιο πολύτιμο, πνευματικό και ακατάλυτο, που δεν θα το κέρδιζες χωρίς την προηγηθείσα απώλεια.

Μέσα στις συνθήκες της σκλαβιάς, που μας έφερε στο «εξαπορηθήναι και του ζην», υπάρχει, ως δύναμις ζωής, η πίστις. Μένει η Θεία Λειτουργία, η Μεγάλη Εβδομάδα, που παίρνει όλο τον υπόδουλο λαό, τον μυσταγωγεί και τον φέρνει διά του πάθους του στο γεγονός της Αναστάσεως, στην εσωτερική βεβαιότητα ότι κάτι υπάρχει που δεν χάνεται· μια παρηγοριά που σε συντροφεύει στη σκλαβιά και καταργεί τον θάνατο.

Αυτό φαίνεται και ψηλαφείται στο πώς ο πιστός λαός έζησε στη μακραίωνη περίοδο της Τουρκοκρατίας· πώς αντιστάθηκε πνευματικά και σωματικά· πώς έκλαψε, τραγούδησε τον πόνο του· έκτισε τα σπίτια και τους ναούς· διοργάνωσε την παιδεία· αγωνίστηκε, θυσιάστηκε, κυοφορώντας πάντοτε μέσα στην καρδιά του τον πόθο της ελευθερίας, τη Μεγάλη Ιδέα. «Πάλι με χρόνους με καιρούς...»

Έρχεται η επανάστασις. Ελευθερώνονται ελληνικές επαρχίες. Δημιουργείται το ελληνικό κράτος. Πλησιάζει η πραγμάτωσις της Μεγάλης Ιδέας. Φτάνομε σε απόστασι αναπνοής από την Αγια-Σοφιά.

Ακολουθεί η Μικρασιατική Καταστροφή (μεγαλύτερη, κατά πολλούς, συμφορά από την πτώσι της Πόλης). Δεν φαίνεται να υπάρχη πια η προσδοκία, ο αγώνας για την Αγια-Σοφιά.

Ουσιαστικά όμως δεν χάνεται, αλλά λαμπρύνεται, διαστέλλεται και ανυψώνεται η Μεγάλη Ιδέα. Αν χανόταν με μια ιστορική καταστροφή, αυτό θα σήμαινε ότι δεν ήταν και τόσο μεγάλη, αλλά μικρή και χαμένη, πριν ακόμα χαθή. Τελικός σκοπός μας δεν είναι η κατάληψις ενός γεωγραφικού τόπου, αλλά η ανάληψις σε έναν λειτουργικό κόσμο.

Χάνομε κάτι υλικό και ανοίγεται μπροστά μας κάτι διαρκώς πιο άγιο και πνευματικό. Συνεχίζεται η επώδυνη και σωτήρια πορεία. Μένει πάντοτε η Θεία Λειτουργία, δηλαδή η δύναμις που ανιστά τους νεκρούς και κτίζει την Αγια-Σοφιά.

Τελικά η Μεγάλη Ιδέα του Γένους μας ταυτίζεται με τη μεγάλη ιδέα του ανθρωπίνου γένους (και αυτήν πρέπει να υπηρετούμε), που είναι η σαρκωθείσα Αγάπη, η θυσία για τον άλλον. Η ζωή μας είναι ένας Γολγοθάς που φέρνει στην Ανάστασι. Οι ιστορικές δοκιμασίες μας ανάγουν σε μια μυσταγωγία, που φανερώνεται ατελεύτητη άνοδος από το σχετικό και ανθρώπινο στο άσχετο και θεανθρώπινο.

Το κεμαλικό καθεστώς που ακολουθεί τη Μικρασιατική Καταστροφή, στερούμενο και την όποια ευγένεια της οθωμανικής θεοκρατίας, προχωρεί στη φυλετική κάθαρση με τη γενοκτονία των μειονοτήτων.

Φτάνομε στη σημερινή πραγματικότητα, τώρα που η Μεγάλη Εκκλησία διαρκώς κενούται, ταπεινώνεται, αδυνατίζει, μένει κρεμάμενη στον σταυρό του χρέους. Και τα βγάζει πέρα θείως και ιερώς.

Φαίνεται κατά γράμμα η αλήθεια της άλλης λογικής, η τελική δόξα του πνεύματος που ταυτίζεται με την άκρα ταπείνωσι, η δύναμις που εν ασθενεία τελειούται. Ετσι, αντιλαμβάνεται τον πόνο των αδυνάτων και συναντιλαμβάνεται ταις ασθενείαις αυτών.

Είναι θεϊκά ιερό και πανάγιο ο πρώτος τη τάξει μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών να είναι ενδεδυμένος τη χλαμύδα της αδυναμίας.

Και συνεχίζεται η πορεία. Πορευόμαστε. Πορεύεται η Ιστορία.

Την Κωνσταντινούπολι, μόλις την παίρνουν οι Τούρκοι, την ονομάζουν Κωνσταντινιέ. Με τον χρόνο αλλοιώνεται, ξεθωριάζει. Νιώθουν ότι χάνεται αυτό που κατέκτησαν. Αλλά τη θέλουν όπως ήταν. Θέλουν τη ζωή που τους σώζει. Και παίρνει άλλο όνομα γι’ αυτούς η Πόλις, γίνεται Ισταμπούλ. Γίνεται μια νοσταλγική πορεία προς την Πόλι που χάνεται.

Και πορευόμαστε μαζί. Καταλαβαίνομε ότι όλοι, ως άνθρωποι, Ρωμηοί και Τούρκοι, ελεύθεροι και σκλάβοι, κάτι περισσότερο προσδοκούμε. «Ουκ έχομεν μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Και η ζωή μας γίνεται μια πορεία προς κάποια Πόλι.

Στην ιστορική μας πορεία μια στιγμή δεν αντιπαλεύομε, αλλά συμβαδίζομε με την Τουρκία. Μια χρονική στιγμή προηγούμαστε. Βρισκόμαστε στην Ευρωπαϊκή Ενωσι. Και οι Τούρκοι θέλουν να μπουν σ’ αυτήν. Θέλουν (είναι ιστορική ανάγκη) να απαλλαγούν από κάποια κληρονομημένη βαναυσότητα· να μπουν σε άλλον κόσμο· να ασπαστούν μια διαφορετική λογική· να αρχίσουν να σέβωνται λίγο τον άνθρωπο· να σταματήσουν να εξολοθρεύουν τόσο εύκολα και αβασάνιστα τους αδυνάτους.

Αυτό είναι παρήγορο για όλους. Και ο ελληνικός λαός, στο σύνολό του σχεδόν, αυτό θέλει, εύχεται και προωθεί.

Όμως κάπου ακούγεται μια διαμαρτυρία παράφωνη. Μια φωνή που λέει όχι. Και δεν καταλαβαίνεις από πού ξεκινά, πού στηρίζεται και τι επιδιώκει. Και την εντοπίζεις κάπου πιο συγκεκριμένα.

Στην Κρήτη γίνεται μια πανορθόδοξη συνάντησις. Η αντιπροσωπεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου ζητεί από τους συμμετέχοντες αντιπροσώπους να υποβληθή μια αίτησις προς την Ευρωπαϊκή Ενωσι, ώστε στο διαμορφούμενο ευρωπαϊκό Σύνταγμα να αναφερθή το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως θεσμός πανευρωπαϊκής εμβέλειας, τη στιγμή που, ως πρώτη τη τάξει Ορθόδοξος Εκκλησία, έχει την ευθύνη και το διακόνημα της διαιτησίας για την επίλυσι των Ορθοδόξων προβλημάτων.

Το αυτονόητο και πανορθόδοξα δεκτό αρνούνται οι αντιπροσωπείες δύο τοπικών Εκκλησιών, της Ρωσίας και της Ελλάδος. Κατά την πρόοδο των συζητήσεων η θέσις τους αυτή γίνεται απόλυτα σαφής. Οπότε, ο μεγάλος υποχωρεί. Ο αντιπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, φειδόμενος της ενότητος των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αποσύρει την αίτησί του.

Και το ερώτημα είναι: Πώς και γιατί συνέβη αυτό; Και για τη μεν ρωσική άρνησι, τα πράγματα μπορεί να είναι κατανοητά, και ίσως όχι πρωτάκουστα. Για την ελληνική όμως άρνησι, τα πράγματα είναι ακατανόητα και ασφαλώς πρωτάκουστα.

Τι συμβαίνει;

Αυτό το Γένος που γεννά τους μεγάλους Πατέρες, που αναδεικνύονται οικουμενικοί διδάσκαλοι, ως φωστήρες παγκόσμιοι, το ίδιο μπορεί (αρνούμενο τη Χάρι) να γεννά την ίδια ώρα τη μεγαλύτερη προδοσία;

Σε μια τέτοια πτώσι και κατρακύλα όλοι βρισκόμαστε συνένοχοι. Κανείς δεν μπορεί να νίψη τας χείρας, ως άμοιρος ευθύνης. Ολοι οφείλομε να δούμε κατάματα τα χάλια μας να αρχίσωμε να σκεφτώμαστε σοβαρά και να μετανοούμε.

Με τέτοια αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά δεν δημιουργούμε προβλήματα μόνο στον εαυτό μας και στον τόπο μας, αλλά και σε ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία και την οικουμένη. Και δεν έχομε κανένα δικαίωμα να ανοηταίνωμε. Είναι δεδομένο το χρέος μας και ο τρόπος εκπληρώσεώς του. Δεν ανήκομε στον εαυτό μας αλλά σε μια ιερά αποστολή. Και αυτή ορίζεται από το πώς έζησαν, πώς πολιτεύτηκαν και τι μας κληροδότησαν αυτοί που μας γέννησαν κατά σάρκα και κατά πνεύμα.

Τώρα που βρισκόμαστε στην εποχή της παγκοσμιοποιήσεως· τώρα που τρομάζουν οι ισχυροί από την αντίδρασι των καταδυναστευομένων. Τώρα που την τρομοκρατία θέλουν να καταστείλουν (δεν έχουν άλλον τρόπο) με την απειλή της υπεροπλίας και την επίδειξι της δυνάμεως, που μόνο μεγαλύτερες αντιδράσεις γεννά και τυφλές εκρήξεις πυροδοτεί. Τώρα που γίνεται λόγος για τον επανευαγγελισμό της Ευρώπης..

Μόνη δύναμις που μπορεί να βοηθήση, να αναζωογονήση όλους και να εκκλησιάση την οικουμένη, δεν είναι η ανθρώπινη δύναμις που κατακυριεύει και κατεξουσιάζει τους αδυνάτους, αλλά η θεϊκή δύναμις της θυσιαστηρίου Αγάπης. Είναι η λογική και η συμπεριφορά του Ενός που προσφέρεται θυσία για να σωθούν οι αδελφοί Του, δηλαδή οι πάντες, ακόμη και αυτοί (ή προ παντός αυτοί) που Τον μισούν, Τον φτύνουν και Τον σταυρώνουν. Αυτή είναι η μόνη λογική (η ανατροπή της παραλόγου λογικής μας). Είναι η θεϊκή καταλλαγή της αγάπης. Αυτήν όλοι την δέχονται, την κατανοούν, και αυτή νικά χάριν όλων. Και μεις, ως αδύνατοι, δεν έχομε τίποτε άλλο λειτουργικά να προσφέρωμε, έξω απ’ αυτή την ελάχιστη δύναμι, που νικά τον θάνατο δια του θανάτου.

- Η βυζαντινή αυτοκρατορία αποδεικνύει ότι «ο χριστιανικός Ελληνισμός, ο μεταμορφωθείς δια της επιφανείας του Λόγου και της ελεύσεως του Πνεύματος, είναι πλέον εξ ολοκλήρου γεγονός της Ιστορίας» (π. Γ. Φλωρόβσκι). Αυτός γέννησε τον ιερό πολιτισμό μας με την θεανθρώπινη χάρι.

- Η πτώσις της Πόλεως φανερώνει τη ζώσα και εθνάρχουσα δύναμι της Μεγάλης Εκκλησίας.

- Η Μικρασιατική Καταστροφή δείχνει ότι, και αν χάνεται η Μικρασία, όμως δεν χάνεται, αλλά θάλλουν και λάμπουν η χάρις και η δύναμις της Θείας Λειτουργίας· δηλαδή η μεγάλη ιδέα και προσδοκία της ανθρωπότητος: Πάλι με χρόνους, με καιρούς… να κερδίσωμε όλοι. Να νικήση η αγάπη και η αδελφοσύνη. Να έλθη επί γης ειρήνη.

Για όλα αυτά κάποιο μήνυμα έρχεται από το Αγιον Όρος και την Πόλι.

Έναν αιώνα πριν πέση η Πόλι, ο αγιορείτης άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ανακεφαλαιώνοντας τη θεολογία και την ευσέβεια της Ανατολικής Εκκλησίας, ξεκαθαρίζει τις σχέσεις μεταξύ κτιστού και ακτίστου, μεταξύ ορθοδοξίας και ετεροδοξίας. Σύμφωνα με την παράδοσι της Εκκκλησίας και την εμπειρία του Αγίου, πνευματική ζωή είναι η δια της Χάριτος αλλοίωσις, μεταμόρφωσις και θέωσις του ανθρώπου ψυχοσωματικά. Δεν είναι η απλή διανοητική ενασχόλησις με θεωρητικά και θεολογικά θέματα. Αυτή η θέσις είναι σήμερα κατανοητή και από πολλούς Δυτικούς, που, υφιστάμενοι την πνευματική αφυδάτωσι και καχεξία - συνεπεία του σχολαστικισμού -, ζητούν βοήθεια από την Ανατολή, ακόμη και από την Απω Ανατολή.

Ταυτόχρονα, η ευσέβεια της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι πιο κατανοητή από τη μουσουλμανική νοοτροπία που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στον χώρο της Ανατολής.

Το Αγιον Ορος, ως τέκνο και γέννημα της Μεγάλης Εκκλησίας, έχει τη συγγένεια πνεύματος και τη συνεχή σχέσι (καθορισμένη από την Παράδοσι) με την Μητέρα Εκκλησία, που του χαρίζει την αντοχή της επιβιώσεως και ανανεώσεως.

Όταν πέφτη η αυτοκρατορία, το Αγιον Ορος επιζή, ως ψυχή και εικόνα της αυτοκρατορίας - μεταίχμιο ιστορίας και αιωνιότητος - όπου οι μοναχοί των Ορθοδόξων λαών συνεχίζουν «παλαμικώς» τη ζωή και την άσκησί τους. Σήμερα, με τη χάρι του Θεού, αναβιώνει (ενώ πολλοί το είχαν διαγράψει) τρεφόμενο από το πανάρχαιο και αγέραστο πνεύμα της λειτουργικής ζωής και συνοδικότητος που κληρονόμησε από τη Μητέρα Εκκλησία.

Στη σημερινή Πόλι των πολλών εκατομμυρίων νιώθεις να δεσπόζη και να επιβάλλεται διαρκώς η παρουσία της Αγια-Σοφιάς, που, με μια ουράνια ευρυχωρία κατανοήσεως - ξένη από την ταραχή μικρών επιδιώξεων -, ιερουργεί το μυστήριο της σωτηρίας πάντων.

Και όλα τα τζαμιά, προσπαθώντας είτε να την ξεπεράσουν σε μέγεθος είτε να τη μιμηθούν σε χάρι, δείχνουν ότι σε καμιά περίπτωσι δεν μένουν αδιάφορα μπροστά σ’ αυτή την ανερμήνευτη μεγαλοπρέπεια του θεϊκού Κάλλους της ταπεινώσεως.

Και η Αγια-Σοφιά μένει σιωπηλή. Δεν ενοχλείται. Δεν ενοχλεί. Μόνο φωτίζει, παρηγορεί, ανέχεται και περιμένει.

Ισως δεν θα ήταν άσχημο εάν οι σημερινοί Νεοέλληνες μπορούσαμε - για το καλό όλων - να ακούγαμε τη φωνή της Αγια-Σοφιάς.

πηγή: Το Βήμα, 18 και 20 Ιανουαρίου 2004 

agioritikesmnimes

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )