.

.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Αειπαρθένου Μαρίας


Άγ. Νικόλαος Καβάσιλας


ΕΑΝ ΠΡΕΠΕΙ κάποτε να χαίρη ο άνθρωπος και να σκιρτά και να ψάλλη με ευφροσύνη, εάν υπάρχη μιά περίοδος που απαιτεί να λεχθή ό,τι υπάρχει πιο μεγάλο και πιο λαμπρό και που κάνει τον άνθρωπο να ποθή να έχη όσο το δυνατόν ευρύτερη σχέση, ωραιότερη έκφραση και δυνατώτερο λόγο, για να υμνήση τα μεγαλεία της, δεν βλέπω ποια άλλη μπορεί να είναι αυτή, αν όχι η σημερινή γιορτή.
Γιατί σαν σήμερα έφθασε στη γη Άγγελος από τον ουρανό αναγγέλλοντας την απαρχή όλων των καλών. Σήμερα ο ουρανός μεγαλύνεται. Σήμερα η γη αγάλλεται. Σήμερα ολόκληρη η κτίση χαίρει.
Και δεν μένει έξω από τη γιορτή ούτε Αυτός που κρατεί στα χέρια του τον ουρανό.
Γιατί αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι ένα πραγματικό πανηγύρι. Όλοι συναντιούνται σ' αυτό, στην ίδια χαρά. Όλοι ζουν και δίνουν και σ' εμάς την ίδια ευφροσύνη: Ο Δημιουργός, τα δημιουργήματα όλα, η ίδια η μητέρα του Δημιουργου που του πρόσφερε τη φύση μας και τον έκαμε έτσι κοινωνό στις χαρμόσυνες συνάξεις και τις γιορτές μας. Χαίρει πριν απ' όλους ο Δημιουργός. Γιατί είναι βέβαια ευεργέτης κι από την αρχή της δημιουργίας έχει σαν έργο Του την ευεργεσία. Ποτέ Του δεν είχε ανάγκη από τίποτε και δεν ξέρει άλλο από το να προσφέρη και να ευεργετή. Σήμερα όμως, χωρίς να σταματήση το σωτήριο έργο Του, περνά στη δεύτερη θέση, έρχεται ανάμεσα σ' αυτούς που ευεργετούνται. Και δεν χαίρεται τόσο για τις μεγάλες δωρεές που χάρισε Αυτός στην κτίση και που τον αποδεικνύονν γενναιόδωρο, όσο για τα μικρά που έλαβε από τους ευεργετημένους, γιατί έτσι φανερώνεται ότι είναι φιλάνθρωπος. Kαι θεωρεί ότι τον δοξάζουν όχι μόνο εκείνα που ο ίδιος έδωσε στους φτωχούς δούλους, αλλά κι όσα oι φτωχοί του χάρισαν. Γιατί αν και διάλεξε από τη θεία δόξα την κένωση και καταδέχθηχε να πάρη σαν δώρο από μας την ανθρώπινη φτώχεια, ο πλούτος Του έμεινε αναλλοίωτος και μετέτρεψε πάνω του το δώρο μας σε κόσμημα και βασιλεία.

Για την κτίση πάλι -και λέγοντας κτίση εννοώ όχι μόνο την ορατή, αλλά κι εκείνη που ξεπερνά το ανθρώπινο μάτι- τι θα μπορούσε να αποτελέση μεγαλύτερη αφορμή ευφροσύνης από το γεγονός ότι βλέπει το Δημιουργό της να έρχεται μέσα της και τον Κύριο των όλων να παίρνη θέση ανάμεσα στους δούλους; Κι αυτό όχι απογυμνώνοντας τον εαυτό Του από την εξουσία Του, αλλά προσλαμβάνοντας το δούλο, όχι αποβάλλοντας τον πλούτο, αλλά μεταδίδοντάς τον στο φτωχό, όχι ξεπέφτοντας από τα ύψη Του, αλλά εξυψώνοντας τον ταπεινό.

Αλλά χαίρει και η Παρθένος, χάρις στην οποία όλες αυτές oι δωρεές δόθηκαν στους ανθρώπους. Kαι χαίρει για πέντε λόγους. Πριν απ' όλα σαν άνθρωπος, που συμμετέχει, όπως όλοι, στα κοινά αγαθά. Χαίρει όμως και γιατί oι δωρεές δόθηκαν σ' Αυτή και πριν και αφθονώτερα από τους άλλους, κι ακόμη περισσότερο, γιατί Αυτή είναι η αιτία που oι δωρεές αυτές δόθηκαν σ' όλους. Ο πέμπτος όμως και μεγαλύτερος λόγος για τον οποίο χαίρει η Παρθένος είναι ότι όχι απλώς διά μέσου αυτής ο Θεός, αλλά και αυτή η ίδια, χάρις σ' εκείνα που γνώρισε και προείδε, έφερε την ανάσταση στους ανθρώπους.

2. Γιατί η Παρθένος δεν είναι όπως η γη που συνετέλεσε μεν, αλλά δεν έκαμε όμως η ίδια τίποτε στη δημιουργία του ανθρώπου, που χρησιμοποιήθηκε σαν απλή ύλη από τον Δημιουργό και απλώς "έγινε" χωρίς να "πράξη" τίποτε. Η Παρθένος πραγματοποίησε η ίδια μέσα της και πρόσφερε στο Θεό όλα εκείνα που προσείλκυσαν τον Τεχνίτη στη γη, που παρακίνησαν το δημιουργικό χέρι. Και ποια είναι αυτά; Βίος πανάμωμος, ζωή πάναγνη, άρνηση κάθε κακίας, άσκηση όλων των αρετών, ψυχή από το φως καθαρώτερη, σώμα εντελώς πνευματικό, λαμπρότερο από τον ήλιο, από τον ουρανό καθαρώτερο, από τους χερουβικούς θρόνους ιερώτερο. Φτερούγισμα νου, που δεν δειλιάζει μπρος σε κανένα ύψος, που ξεπερνά ακόμη και τα φτερά των Αγγέλων. Θείος έρως, που απορρόφησε και αφομοίωσε κάθε άλλη επιθυμία της ψυχής. Κτήμα του Θεού, ένωση με το Θεό που δεν χωράει σέ καμμιά ανθρώπινη σκέψη.

΄Ετσι, έχοντας στολίσει με τέτοιο κάλλος και το σώμα και την ψυχή Της, κατορθώνει να ελκύση επάνω της το βλέμμα του Θεού. Ανέδειξε, χάρις στη δική Της ωραιότητα, ωραία την κοινή ανθρώπινη φύση. Και κατέκτησε τον απαθή. Και έγινε άνθρωπος εξ αιτίας της Παρθένου Εκείνος που εξ αιτίας της αμαρτίας ήταν στους ανθρώπους μισητός.

3. Kαι το "μεσότοιχον της έχθρας" και ο "φραγμός» δεν είχαν για την Παρθένο καμμιά ισχύ, αλλά κάθετι που χώριζε το ανθρώπινο γένος από το Θεό σε ό,τι αφορά την ίδια είχε καταργηθή. Έτσι και πριν από την κοινή καταλλαγή είχε συναφθή ανάμεσα στο Θεό και την Παρθένο μόνη ειρήνη. Ακόμη περισσότερο, δεν χρειάσθηκε ποτέ να προσφέρη εκείνη σπονδές ειρήνης και συμφιλιώσεως, μια και στεκόταν από την αρχή στην κορυφή του χορού των φίλων. Όλα αυτά πραγματοποιήθηκαν για τους άλλους. Και υπήρξε πριν από τον Παράκλητο, «παράκλητος υπέρ ημών προς τον Θεόν», για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Παύλου, υψώνοντας προς Αυτόν για χάρη των ανθρώπων όχι τα χέρια Της, αλλά, αντί για άλλη ικεσία, την ίδια τη ζωή Της. Κι έφθασε η αρετή μιας ψυχής να σταματήση την κακία των ανθρώπων όλων των αιώνων. Όπως η Κιβωτός που έσωσε τον άνθρωπο κατά το κοινό ναυάγιο της οικουμένης δεν έλαβε η ίδια μέρος στις συμφορές και διέσωσε στο γένος τη δυνατότητα να συνεχισθή, το ίδιο συνέβηκε και με την Παρθένο. Διατήρησε πάντοτε τη σκέψη Της τόσο άθικτη και ιερή, σαν να μην είχε αποτολμηθή ποτέ στη γη καμμιά αμαρτία, σαν να ήταν όλοι συνεπείς σ' αυτά που έπρεπε, σαν να έμεναν όλοι ακόμα στην εστία του Παραδείσου. Ούτε καν αισθάνθηκε, πράγματι, την κακία που ξεχύθηκε σ' όλη την γη. Και ο κατακλυσμός της αμαρτίας που ξαπλώθηκε παντού κι έκλεισε τον ουρανό κι άνοιξε τον Άδη κι έβαλε σε πόλεμο τους ανθρώπους με τον Θεό κι έδιωξε από τη γη τον Αγαθό, φέρνοντας στη θέση του τον Πονηρό, δεν κατάφερε ούτε στο παραμικρό να θίξη τη μακαρία Παρθένο. Αλλ' ενώ κυριάρχησε σ' ολόκληρη την οικουμένη κι έσεισε και συντάραξε και γκρέμισε τα πάντα, νικήθηκε από ένα μόνο λογισμό, από μια ψυχή. Και δεν νικήθηκε από την Παρθένο μόνο, αλλά χάρις σ' αυτήν υποχώρησε η αμαρτία κι από ολόκληρο το ανθρώπινο γένος.

Αυτή ήταν η συμβολή της Παρθένου στο έργο της σωτηρίας, πριν φθάση, η ημέρα εκείνη, κατά την οποία έπρεπε ο Θεός, σύμφωνα με το προαιώνιο σχέδιο Του, να κλίνη τους ουρανούς και να κατέβη στη γη: από τη στιγμή που

γεννήθηκε οικοδομούσε κατάλυμα για εκείνον, που μπορούσε να σώση τον άνθρωπο, αγωνιζόταν να καταστήση ωραία την κατοικία του Θεού, τον εαυτό Της, τέτοια που να μπορή να είναι άξια γι' Αυτόν. Έτσι τίποτε δεν βρήκε να κατηγορήση στα ανάκτορα ο βασιλιάς. Κι ακόμη περισσότερο, δεν του πρόσφερε η Παρθένος μόνο βασιλική κατοικία αξία του μεγαλείου του, αλλά του ετοίμασε από τον εαυτό της και τη βασιλική πορφύρα και τη ζώνη και, όπως λέγει ο Δαβίδ, την "ευπρέπεια", τη "δύναμη" και την ίδια τη "βασιλεία". Όπως μια λαμπρή πολιτεία, που ξεπερνά όλες τις άλλες στο μέγεθος και την ωραιότητα, στο υψηλό ηθικό φρόνημα και στο πλήθος των κατοίκων και στον πλούτο και σε κάθε είδους δύναμη, δεν περιορίζεται μόνο στο να δεξιωθή και να φιλοξενήση απλώς το βασιλιά, αλλά γίνεται το κράτος του και αποτελεί την εξουσία του και την τιμή του και τη δύναμη και τον οπλισμό του. Έτσι και η Παρθένος, με το να δεχθή μέσα της το Θεό, με το να του δώση τη σάρκα της, έκαμε να παρουσιασθή ο Θεός μέσα στον κόσμο και να γίνη στους μεν εχθρούς συμφορά ακαταμάχητη, στους δέ φίλους σωτηρία και πηγή όλων των αγαθών.

4. Μ' αυτόν τον τρόπο ωφέλησε το ανθρώπινο γένος πριν ακόμη έρθη ο καιρός της γενικής σωτηρίας: Αλλά κι όταν ήρθε ο καιρός και παρουσιάσθηκε ο ουράνιος αγγελιοφόρος, πάλι έλαβε ενεργητικό μέρος στη σωτηρία με το γεγονός ότι πίστεψε σε ό,τι της είπε και δέχθηχε να αναλάβη τη διακονία που της ζήτησε ο Θεός. Γιατί ήταν κι αυτά απαραίτητα και χρειάζονταν οπωσδήποτε για τη σωτηρία μας. Αν η Παρθένος δεν τηρούσε αυτή τη στάση, καμμιά πια ελπίδα δεν θα απόμενε στους ανθρώπους. Δεν ήταν βέβαια δυνατό, όπως είπα πιο πάνω, να προσβλέψη ο Θεός με ευμένεια προς το ανθρώπινο γένος και να θελήση να κατέβη στη γη, αν δεν είχε προπαρασκευασθή η Παρθένος, αν δεν υπήρχε δηλαδή εκείνος που θα την υποδεχόταν, και θα μπορούσε να διακονήση στη σωτηρία. Κι ούτε πάλι ήταν δυνατό να πραγματοποιηθή το θέλημα του Θεού για τη σωτηρία μας, αν δεν πίστευε σ' αυτό η Παρθένος και δεν δεχόταν να διακονήση. Αυτό γίνεται φανερό από το ότι ο μεν Γαβριήλ με το "χαίρε" που είπε στην Παρθένο και με το γεγονός ότι την ονόμασε "κεχαριτωμένη" τελείωσε την αποστολή του, φανέρωσε ολόκληρο το μυστήριο. Όση όμως ώρα η Παρθένος ζητούσε να μάθη τον τρόπο, με τον οποίον θά γινόταν η κύηση, ο Θεός δεν κατερχόταν. Ενώ τη στιγμή που πείσθηκε κι αποδέχθηκε την πρόσκληση, ολόκληρο το έργο με μιας πραγματοποιήθηκε: ο Θεός πήρε επάνω Του σαν ενδυμασία τον άνθρωπο κι έγινε μητέρα του Κτίστου η Παρθένος.

Αλλά το ακόμη πιο θαυμαστό είναι το εξής: Ο Θεός ούτε προειδοποίησε τον Αδάμ ούτε τον έπεισε να του δώση την πλευρά, από την οποία έπρεπε να δημιουργηθή η Εύα. Τον εκοιμισε κι έτσι, έχοντάς του αφαιρέσει τις αισθήσεις, του απέσπασε το μέλος. Ενώ για να προχωρήση στη δημιουργία του Νέου Αδάμ εδίδαξε προηγουμένως την Παρθένο και περίμενε την πίστη και την παραδοχή της. Για τη δημιουργία του Αδάμ πάλι συσκέπτεται με τον μονογενή του Υιό λέγοντας: "ποιήσωμεν άνθρωπο". Όταν όμως χρειάσθηκε να "εισαγάγη τον πρωτότοκον"-αυτόν τον "θαυμαστόν Σύμβουλον" -"εις την οικουμένην", όπως λέγει ο Παύλος, και να πλάση τον δεύτερο Αδάμ, παίρνει στην απόφασή του αυτή συνεργάτη την Παρθένο. Έτσι τη μεγάλη εκείνη "βουλή" του Θεού, για την οποία ομιλεί ο Ησαΐας, την ανήγγειλε ο Θεός και την επεκύρωσε η Παρθένος. Και με αυτόν τον τρόπο η σάρκωση του Λόγου ήταν έργο όχι μόνο του Πατρός, που "ευδόκησε", και της Δυνάμεώς του, που "επεσκίασε", και του Πνεύματος, που "επεδήμησε", αλλά και της θελήσεως και της πίστεως της Παρθένου. Γιατί, όπως χωρίς εκείνους δεν ήταν δυνατόν να υπάρξη και να προσφερθή στους ανθρώπους η απόφαση για τη σάρκωση του Λόγου, έτσι χωρίς την προσφορά της θελήσεως και της πίστεως της Πανάγνου ήταν άδύνατη η πραγματοποίηση της θείας βουλής.

5. Αφού λοιπόν μ' αυτόν τον τρόπο την καθοδήγησε και την έπεισε ο Θεός, την κάνει στη συνέχεια μητέρα του. Έτσι δανείζεται τη σάρκα από έναν άνθρωπο που και θέλει να τη δανείση και ξέρει γιατί το κάνει. Γιατί έπρεπε να συμβή στην Παρθένο ό,τι συνέβηκε και στον ίδιο. Όπως Αυτός ήθελε και "συνελήφθη", έτσι κι εκείνη έπρεπε να κυοφορήση και να γίνη μητέρα του όχι αναγκαστικά, αλλά μ' όλη την ελεύθερη θέλησή της. Γιατί έπρεπε ακόμη -πράγμα πολύ σημαντικώτερο- όχι μόνο να συντελέση στην oικovoμία της σωτηρίας σαν κάτι το ετεροκίνητο, που απλώς χρησιμοποιήθηκε, αλλά να προσφέρη η ίδια τον εαυτό Της και να γίνη συνεργάτης του Θεού στη φροντίδα για το ανθρώπινο γένος έτσι, ώστε νάχη μ' Αυτόν μερίδιο και να είναι κοινωνός και στη δόξα που προέρχεται από αυτή τη φιλανθρωπία. Έπειτα, αφού ο Σωτήρας δεν ήταν άνθρωπος και υιός ανθρώπου εξ αιτίας μόνο της σάρκας, αλλ' είχε καί ψυχή και νου και θέληση και κάθετι το ανθρώπινο, ήταν ανάγκη να έχη και μητέρα τελεία, που θα υπηρετούσε στη γέννησή Του όχι μόνο με τη φύση του σώματος, αλλά και με το νου και τη θέληση και με όλη την ύπαρξή της: να είναι μητέρα και κατά τη σάρκα και κατά την ψυχή, να εισαγάγη ολόκληρο τον άνθρωπο στην απόρρητη γέννηση.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πριν η Παρθένος θέση τον εαυτό της στην υπηρεσία του θείου μυστηρίου μαθαίνει, πιστεύει, θέλει και εύχεται την πραγματοποίησή του. Αλλά αυτό έγινε και επειδή ο Θεός ήθελε να κάμη με αυτό τον τρόπο φανερή την αρετή της Παρθένου. Πόσο δηλαδή μεγάλη ήταν η πίστη της και πόσο υψηλό το φρόνημά της, ποια η ακεραιότης του νου και ποιο το μεγαλείο της ψυχής της, πράγματα που φανερώθηκαν με το γεγονός ότι η Παρθένος παραδέχθηκε και πίστεψε τον παράδοξο λόγο του Αγγέλου: ότι δηλαδή επρόκειτο να έρθη αληθινά ο Θεός στη γη και να φροντίση προσωπικά ο ίδιος για τη σωτηρία μας και ότι αυτή θα είναι ικανή να διακονήση συμμετέχοντας ενεργητικά σ' αυτό το έργο. Το γεγονός δηλαδή ότι πρώτα ζήτησε εξηγήσεις και πείσθηκε, είναι λαμπρή απόδειξη του ότι γνώριζε πολύ καλά τον εαυτό της και δεν έβλεπε τίποτε μεγαλύτερο, άξιο να το επιθυμήση. Εξάλλου το ότι ο Θεός θέλησε να φανερώση την αρετή της είναι ισχυρή απόδειξη του ότι η Παρθένος γνώριζε πολύ καλά το μέγεθος της θείας αγαθότητος και φιλανθρωπίας. Και μόνον φαίνεται ότι χάριν αυτού ακριβώς δεν μυήθηκε κατά τρόπο άμεσο από τον

ίδιο τον Θεό, για να αποκαλυφθή δηλαδή πλήρως ότι η πίστη με την οποία ζούσε κοντά στο Θεό ήταν αυτοπροαίρετη εκδήλωσή Της και να μη θεωρηθούν όλα σαν αποτελέσματα της δυνάμεως τού πείθοντος Θεού. Γιατί όπως ακριβώς εκείνοι από τους πιστούς που δεν είδαν και επίστευσαν είναι πια μακάριοι από όσους απαιτούν να δουν, έτσι κι αυτοί που έχουν πιστεύσει στα μηνύματα που έστειλε διά μέσου δούλων ο Δεσπότης έχουν περισσότερη φρόνηση από εκείνους πού χρειάσθηκε να τους πείση ο ίδιος. Το γεγονός πάλι ότι είχε συνείδηση πως δεν υπήρχε στην ψυχή της τίποτε το αταίριαστο προς το μυστήριο και πως τα ήθη της άρμοζαν προς αυτό τόσο πολύ, ώστε να μην κάνη μνεία καμμιάς ανθρώπινης αδυναμίας, καθώς και το γεγονός ότι δεν αμφέβαλε για το πώς θά συμβούν όλα αυτά και δεν συζήτησε καθόλου για τους τρόπους που θα την οδηγούσαν στην καθαρότητα, ούτε είχε ανάγκη από μυσταγωγό, όλα αυτά δεν ξέρω αν είναι πράγματα που μπορούμε να υποθέσουμε ότι ανήκουν στην κτιστή φύση.

Γιατί κι αν ακόμη ήταν Χερουβίμ ή Σεραφίμ ή κάτι πολύ καθαρώτερο από τις αγγελικές αυτές υπάρξεις, πώς θα μπορούσε να υποφέρη αυτή τη φωνή; Πώς θα νόμιζε ότι ήταν δυνατό να εκπληρώση τις επαγγελίες; Πώς θά εύρισκε δύναμη κατάλληλη γι' αυτά τα μεγαλειώδη έργα; Και ο Ιωάννης βέβαια, από τον οποίον «καvείς δεν υπήρξε ποτέ μεγαλύτερος», σύμφωνα με την κρίση του ίδιου του Σωτήρα, δεν αξίωσε τον εαυτό του ούτε τα υποδήματα Εκείνου να αγγίξη, κι αυτό καίτοι ο Κύριος εμφανιζόταν με την πτωχή ανθρώπινη φύση. Ενώ η Πανάμωμη τον ίδιο τον λόγο του Πατρός, την ίδια την υπόσταση του Θεού, και πριν ακόμη κενωθή, πήρε το θάρρος να φέρη μέσα στα σπλάχνα της. «Τις ειμί εγώ και τις ο οίκος του πατρός μου; Και εν εμοί, Κύριε, σώσεις τον Ισραήλ;» Τέτοιες φράσεις μπορεί κανείς ν' ακούση από τους δικαίους, μολονότι καλούνται σε έργα πολλές φορές κι' από πολλούς πραγματοποιημένα. Ενώ τη μακαρία Παρθένο ο Άγγελος την κάλεσε να πραγματοποιήση κάτι το εντελώς ασυνήθιστο, κάτι που δεν ήταν σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση, που ξεπερνούσε τη λογική κατανόηση. Γιατί στ' αλήθεια τι μικρότερο της ζητήθηκε από το να ανυψώση τη γη στον ουρανό, από το να μετακινήση και να αλλάξη, χρησιμοποιώντας σαν μέσο τον εαυτό Της, το σύμπαν; Kι όμως δεν ταράχθηκε ο λογισμός Της ούτε θεώρησε ότι δεν άξιζε γι' αυτό το έργο. Αλλά όπως σε τίποτε δεν ενοχλούνται τα μάτια, όταν πλησιάζη το φως, κι όπως δεν είναι παράξενο να ισχυρισθή κανείς ότι, μόλις ανατείλη ο ήλιος, γίνεται ημέρα, έτσι καθόλου δεν παραξενεύθηκε η Παρθένος, όταν πληροφορήθηκε ότι θα μπορέση να δεχθή και να κυοφορήση μέσα της τον αχώρητο σε όλους τους τόπους Θεό. Και δεν άφησε βέβαια να περάση ανερεύνητη η προσφώνηση ούτε έπαθε τίποτε ανεξέταστα κι ούτε πάλι παρασύρθηχε από το πλήθος των εγκωμίων. Αλλά συγκέντρωσε την προσοχή της και με όλη της την ένταση εξέταζε το χαιρετισμό, ζητώντας να μάθη με ακρίβεια τόσο τον τρόπο της κυήσεως, όσο και κάθετι το σχετικό. Πέρα όμως από αυτά δεν ενδιαφέρεται καθόλου να ρωτήση αν είναι η ίδια ικανή και κατάλληλη για μια τόσο υψηλή διακονία, αν έχη αγνίσει όσο χρειάζεται το σώμα Της και την ψυχή Της. Εκπλήσσεται για τα θαυμάσια που επέρχονται στη φύση και αντιπαρέρχεται κάθετι που έχει σχέση με τη δική Της προπαρασκευή. Γι' αυτό ζήτησε την εξήγηση για το πρώτο από το Γαβριήλ, ενώ το δεύτερο το ήξερε από τον εαυτό της. Το θάρρος προς το Θεό και την παρρησία τα εύρισκε πράγματι η Παρθένος μέσα της, αφού δεν είχε «την καρδίαν της καταγινώσκουσαν", όπως λέγει ο Ιωάννης, αλλά "συνηγορούσαν".

6. «Πώς θα γίνη αυτό;» ερωτά. Όχι γιατί έχω η ίδια ανάγκη από περισσότερη καθαρότητα και μεγαλύτερη αγιότητα, αλλά γιατί είναι νόμος της φύσεως να μην μπορούν να κυοφορήσουν όσοι, όπως εγώ, έχουν διαλέξει τη ζωή της παρθενίας. «Πώς θα γίνη αυτό, ερωτά, αφού δεν έχω σχέση με άνδρα;» Εγώ βέβαια, συνεχίζει, είμαι έτοιμη για την υποδοχή του Θεού. Έχω αρκετά προπαρασκευασθή. Πες μου όμως συ, αν η φύση θα συμμορφωθή και με ποιο τρόπο. Kαι τότε, μόλις ο Γαβριήλ ανακοίνωσε τον τρόπο της παράδοξης κυοφορίας λέγοντας το γνωστό: «Πνεύμα Άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι» και τα εξήγησε όλα, η Παρθένος δεν αμφιβάλλει πλέον για το αγγελικό μήνυμα, ότι είναι μακαρία, τόσο γι' αυτά, τα τόσο υπέροχα, στα οποία διακόνησε, όσο και γι' αυτά στα οποία πίστεψε, ότι δηλαδή θα είναι αξία να αναλάβη αυτή τη διακονία.

Κι αυτό δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ελαφρότητος. Ήταν η φανέρωση του θαυμαστού και απόρρητου εκείνου θησαυρού, που έκρυβε μέσα της η Παρθένος, θησαυρού γεμάτου από ύψιστη σύνεση, πίστη και καθαρότητα. Αυτό το έκανε φανερό το Πανάγιο Πνεύμα ονομάζοντας την Παρθένο μακαρία, ακριβώς επειδή αποδέχθηκε το μήνυμα και δεν δυσκολεύθηκε καθόλου να πιστέψη στις ουράνιες αγγελίες. Η μητέρα του Ιωάννου, πράγματι, μόλις γέμισε η ψυχή της από το Άγιο Πνεύμα, την εμακάρισε λέγοντας: «Ας είναι μακαρία αυτή που πίστεψε ότι θα πραγματοποιηθούν όσα της είπε ο Κύριος». Η ίδια η Παρθένος άλλωστε είχε ειπεί για τον εαυτό της απαντώντας στόν Άγγελο: «Ιδού η δούλη Κυρίου». Γιατί είναι, στ' αλήθεια, δούλη του Kυρίoυ αυτή που τόσο βαθιά κατανόησε το μυστήριο του ερχομού του. Αυτή που, "όταν ήρθε" ο Δεσπότης και "έκρουσε", όπως λέγει η Γραφή, άνοιξε αμέσως την οικία της ψυχής και του σώματός της και χορήγησε έτσι σ' Εκείνον που ήταν πριν από αυτήν ά-οικος πραγματικό κατοικητήριο ανάμεσα στους ανθρώπους.

Συνέβη στο σημείο αυτό κάτι παραπλήσιο μ' εκείνο που συνέβη στον Αδάμ. Ενώ όλο το ορατό σύμπαν κτίσθηκε για χάρη δική του κι όλα τα υπόλοιπα κτίσματα είχαν βρει το καθένα τον κατάλληλο σύντροφό του, μόνο για τον Αδάμ δεν βρέθηκε, πριν από την Εύα, κατάλληλος βοηθός. Έτσι και για το Λόγο, που έφερε στην ύπαρξη τα πάντα κι όρισε για το κάθε πλάσμα του τον κατάλληλο τόπο, δεν υπήρχε κανείς τόπος και καμμιά κατοικία πριν από την Παρθένο. Η Παρθένος όμως δεν έδωσε «ύπνον τοις οφθαλμοίς ουδέ νυσταγμόν τοις βλεφάροις» ως τη στιγμή που πρόσφερε σ' Αυτόν σκήνωμα και τόπο. Γιατί βέβαια τα λόγια αυτά πρέπει να τα θεωρήσουμε σαν φωνή της Πανάγνου, που την πρόφερε η γλώσσα του Δαυΐδ, μια κι αυτός ήταν ο αρχηγός της γενιάς της. Όπως ακριβώς, σύμφωνα μ' αυτά που λέγει ο Παύλος, στο πρόσωπο του Αβραάμ, που έδωσε τη δεκάτη στο Μελχισεδέκ, έχει δώσει δεκάτη και ο Λευΐ «εν τη οσφύϊ του πατρός ών».

7. Αλλά το πιο μεγάλο και πιο παράδοξο από όλα είναι ότι, χωρίς τίποτε να ξέρη από πρίν, χωρίς καμμιά προειδοποίηση τόσο πολύ ήταν προετοιμασμένη για το μυστήριο, ώστε μόλις φάνηκε ξαφνικά ο Θεός, να είναι σε θέση να τον υποδεχθή όπως έπρεπε, με ψυχή έτοιμη και άγρυπνη και σταθερή. Κι αυτό το λόγο, που ήταν κατάλληλος και άρμοζε σ' αυτήν, απάντησε για να γνωρίσουν όλοι oι άνθρωποι τη σωφροσύνη με την οποία έζησε πάντοτε η μακαρία Παρθένος, πόσο δηλαδή ήταν ανώτερη από την ανθρώπινη φύση, πόσο ήταν πρωτοφανής, πόσο ήταν μεγαλύτερη από όσο μπορούσαν να καταλάβουν oι άνθρωποι, Αυτή που άναψε μέσα στην ψυχή της τόσο σφοδρό έρωτα για το Θεό, όχι γιατί της είχαν προαγγελθή αυτά που επρόκειτο να της συμβούν προσωπικά και στα οποία αυτή μόνο θα λάβαινε μέρος, αλλά χάρις στις γενικές δωρεές που δόθηκαν ή επρόκειτο να δοθούν από τον Θεό στους ανθρώπους. Γιατί, όπως ο Ιώβ θαυμάζεται όχι τόσο για την υπομονή που έδειξε μέσα στις συμφορές του, όσο γιατί δεν ήξερε τι επρόκειτο να του δοθή σαν αμοιβή γι'αυτό τον αγώνα της υπομονής, έτσι κι εκείνη ανέδειξε τον εαυτό της άξιο να λάβη τις δωρεές που ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη λογική, χάρις σ' αυτά που δεν εγνώριζε. Υπήρξε νυμφικός θάλαμος, χωρίς να περιμένη το Νυμφίο. Ήταν ουρανός, μολονότι αγνοούσε ότι μέσα από αυτή επρόκειτο να ανατείλη ο Ήλιος.

Τι είναι δυνατόν να εξισωθή με του νου αυτού τη μεγαλωσύνη; Και ποιά θα ήταν αν τα ήξερε όλα με σαφήνεια από πριν και είχε έτσι και της ελπίδας τα φτερά; Γιατί όμως δεν τα είχε πληροφορηθή προηγουμένως; Μήπως επειδή μ' αυτό γίνεται φανερό ότι δεν υπήρχε άλλος χώρος στον οποίον έπρεπε να προχωρήση, αφού δεν είχε αφήσει αξεπέραστη καμμιά κορυφή αγιότητος, κι ότι δεν υπήρχε τίποτε το οποίο όφειλε να προσθέση σ' αυτά που είχε, ούτε ήταν δυνατόν να γίνη καλύτερη στην αρετή, αφού κατέλαβε την ίδια την κορυφή; Γιατί, αν ήταν πραγματοποιήσιμα αυτά και υπήρχε, πέρα από όσα είχε ήδη κατορθώσει, και μια κάποια άλλη κορυφή αρετής, δεν θα την αγνοούσε η Παρθένος, αφού αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον ήρθε στη ζωή, και αφού ο Θεός διδάσκει, έτσι ώστε να μπορή να τη διατρέξη και αυτή και να είναι καλύτερα προπαρασκευασμένη για τη διακονία του μυστηρίου. Διότι δεν είναι δυνατόν να ισχυρισθή κανείς ότι δεν θα είχε δήθεν η Παρθένος εξ αιτίας αυτών των ελπίδων μεγαλύτερη έφεση για την αρετή, αν βέβαια ήταν ποτέ δυνατόν να συμβή αυτό. Αλλά αυτή ακριβώς η άγνοιά της την απέδειξε ακόμη καλύτερη, αυτην η οποία, παρ' όλο ότι δεν υπήρχαν εκείνα που θα μπορούσαν να την ωθήσουν στην αρετή, τόσο πολύ τελειοποίησε την ψυχή της, ώστε διαλέχθηκε από το δίκαιο Θεό μέσα από ολόκληρη την ανθρώπινη φύση. Ούτε πάλι είναι φυσικό για το Θεό να μην είχε κοσμήσει τη μητέρα του με όλα τα αγαθά και να μην την είχε πλάσει κατά τον καλύτερο και τελειότερο τρόπο.

8. Με το γεγονός λοιπόν ότι είχε σιωπήσει και δεν της προείπε τίποτε από αυτά που επρόκειτο να συμβούν απoδείχθηκε ότι δεν εγνώριζε τίποτε καλύτερο ή μεγαλύτερο από όσα έβλεπε να έχη κατορθώσει η Παρθένος. Kαι από αυτό πάλι γίνεται φανερό ότι διάλεξε για μητέρα του όχι απλώς την καλύτερη ανάμεσα σ' αυτές που υπήρχαν, αλλά τήν απόλυτα καλύτερη. Ούτε εκείνη που ταίριαζε σ' Αυτόν περισσότερο από όλους μέσα στο ανθρώπινο γένος, αλλά αυτήν που ταίριαζε απόλυτα, έτσι ώστε να πρέπη να είναι μητέρα του.

Γιατί ήταν βέβαια οπωσδήποτε ανάγκη να παρουσιάση κάποτε η φύση των ανθρώπων τον εαυτό της κατάλληλο για το έργο εκείνο για το οποίο δημιουργήθηκε. Να φέρη δηλαδή στη ζωή κάποιον άνθρωπο που να μπορή να διακονήση άξια στο σκοπό του Δημιουργού. Εμείς βέβαια δεν δυσκολευόμαστε να παραβιάζουμε το σκοπό για τον οποίον κατασκευάσθηχαν τα διάφορα εργαλεία χρησιμοποιώντας τα άλλοτε στη μια κι άλλοτε στην άλλη τέχνη. Ο Δημιουργός όμως δεν έδωκε στην ανθρώπινη φύση ένα προορισμό στην αρχή και μετά τον άλλαξε. Από την πρώτη στιγμή την έπλασε τέτοια, ώστε, όταν θα χρειαζόταν να γεννηθή, να πάρη από αυτή τη μητέρα. Κι αφού έδωκε πρώτα αυτόν το προορισμό στην ανθρώπινη φύση, έπλασε στη συνέχεια τον άνθρωπο χρησιμοποιώντας για κανόνα αυτή τη σαφή χρησιμότητα. Ηταν επομένως ανάγκη να υπάρξη κάποτε ένας άνθρωπος που να μπορή να εκπληρώση αυτόν το σκοπό. Γιατί βέβαια ούτε επιτρέπεται να μη θεωρήσουμε σαν σκοπό της δημιουργίας του ανθρώπου τον καλύτερο από όλους, εκείνον που προξενεί στον Τεχνίτη τη μεγαλύτερη τιμή και δόξα, ούτε πάλι είναι δυνατό να νομίσουμε ότι μπορεί κατά οποιονδήποτε τρόπο να αποτύχη ο Θεός σ' αυτά που δημιουργεί. Αυτό βέβαια αποκλείεται, αφού ακόμη κι oι κτίστες κι oι ράφτες κι οι υποδηματοποιοί κατορθώνον να φτιάχνουν τα έργα τους πάντοτε σύμφωνα

προς το σκοπό που θέλουν, αν κι αυτοί δεν εξουσιάζουν εντελώς την ύλη. Kαι μολονότι το υλικό που χρησιμοποιούν δεν τους υπακούει πάντοτε, μολονότι μερικές φορές τους εναντιώνεται, αυτοί κατορθώνουν με την τέχνη τους να το υποτάξουν και να το σύρουν προς το σκοπό τους. Άν λοιπόν το κατορθώνουν αυτοί, πόσο φυσικώτερο είναι να το επιτύχη ο Θεός, που δεν είναι απλώς ο κυρίαρχος της ύλης, αλλά και ο δημιουργός της, που, όταν τη δημιούργησε, ήξερε πώς θα την χρησιμοποιήση. Τι λοιπόν θα εμπόδιζε να είναι η ανθρώπινη φύση σε όλα σύμφωνη προς το σκοπό για τον οποίον δημιουργήθηκε; Ο Θεός είναι αυτός που κυβερνά την οικονομία. Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο έργο Του, το κατ' εξοχήν έργο των χειρών Του. Και την πραγματοποίησή του δεν την εμπιστεύθηκε σε κανέναν άνθρωπο ή Άγγελο, αλλά την κράτησε ο ίδιος για τον εαυτό Του. Δεν είναι λοιπόν λογικό να φρόντισε ο Θεός περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τεχνίτη, να τηρήση κατά τη δημιουργία τους κανόνες που έπρεπε; Και μάλιστα, όταν δεν πρόκειται για ένα οποιοδήποτε, αλλά για το καλύτερο από τα δημιουργήματά του; Σε ποιον δε άλλον από όλους θα έδινε ο Θεός αυτό που χρειαζόταν, αν όχι στον εαυτόν του; Και πράγματι ο Παύλος ζητεί από τον Επίσκοπο (που αποτελεί, ως γνωστόν, εικόνα του Θεού) να προσπαθή πριν από τις φροντίδες για το κοινό καλό να διευθετή σωστά ό,τι έχει σχέση με τον εαυτό του και τον οίκο του.

9. Έχει καλώς. Όταν λοιπόν όλα αυτά συνέβηκε να βρεθούν μαζί: ο δικαιότατος κυβερνήτης του σύμπαντος, ο καταλληλότατος διάκονος του σχεδίου του Θεού, το καλύτερο από όλα τα έργα του Δημιουργού όλων των αιώνων, πώς ήταν δυνατόν να μην είναι εδώ κάθετι που έπρεπε; Γιατί ήταν βέβαια άαάγκη να διατηρηθή η αρμονία και η απόλυτη συμφωνία σε όλα τα σημεία και τίποτε το αταίριαστο να μην υπάρξη στο μεγάλο και θαυμαστό αυτό έργο. Γιατί ο Θεός είναι ο κατ' εξοχήν δίκαιος. Αυτός που δημιούργησε τα πάντα όπως έπρεπε και τα «ζυγίζει όλα στη ζυγαριά της δικαιοσύνης Του». Σαν απάντηση λοιπόν σ' όλα αυτά, που ζητούσε η δικαιοσύνη του Θεού, η Παρθένος, μόνη γι' αύτό κατάλληλη, πρόσφερε τον Υιό της. Κι έγινε μητέρα εκείνου, του οποίου ήταν κατά πάντα δίκαιo να είναι μητέρα. Κι αν λοιπόν καμμιά άλλη ωφέλεια δεν επρόκειτο να προέλθη από το γεγονός ότι έγινε ο Θεός υιός ανθρώπου, μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το ότι ήταν κατά πάντα δίκαιο να γίνη η Παρθένος μητέρα του Θεού, έφθανε για να προκαλέση τη σάρκωση του Λόγου. Kαι πως ακόμη το γεγονός ότι ο Θεός δεν ήταν δυνατόν παρά να αποδώση στο κάθε πλάσμα Του εκείνο που του άρμοζε, να ενεργή δηλαδή πάντοτε με δικαιοσύνη, ήταν αρκετή αιτία για να προκαλέση αυτόν τον καινούργιο τρόπο υπάρξεως των δύο φύσεων.

Γιατί, αν η Πανάμωμη τήρησε όλα εκείνα που είχε υποχρέωση να τηρήση, αν αποδείχθηκε άνθρωπος τόσο ευγνώμων και δεν παρέλειψε τίποτε απ' όσα του χρωστούσε, πως είναι δυνατόν να μη φερόταν εξίσου δίκαια και ο Θεός; Αν η Παρθένος δεν παρέλειψε τίποτε από αυτά που μπορούν να αναδείξουν τη μητέρα του Θεού και Τον αγάπησε με τόσο σφοδρό έρωτα, θα ήταν βέβαια εντελώς απίθανο να μη θεωρήση ο Θεός υποχρέωσή του να της δώση ισάξια αμοιβή, να γίνη υιός της. Γιατί πάλι, αν δίνη ο Θεός στους πονηρούς άρχοντα σύμφωνα με την επιθυμία τους, πώς δεν θα έπαιρνε για μητέρα του αυτή που αποδείχθηκε κατά πάντα σύμφωνη με την δική του επιθυμία; Τόσο πολύ πράγματι ήταν συγγενικό και ταιριαστό στη μακαρία αυτό το δώρο. Γι' αυτό, όταν της είπε με σαφήνεια ο Γαβριήλ ότι θα γεννήση τον ίδιο τον Θεό -γιατί αυτό φανέρωσε λέγοντας ότι αυτός που θά γεννηθή «βασιλεύσει επί τον οίκον Ιακώβ εις τους αιώνας και της βασιλείας αυτού ουκ έσται τέλος»- η Παρθένος δέχθηκε την είδηση με χαρά, σαν να άκουσε κάτι συνηθισμένο, κάτι που δεν ήταν καθόλου παράξενο ούτε αταίριαστο προς αυτά που συνήθως συμβαίνουν. Κι έτσι με γλώσσα μακαρία, με ψυχή καθαρή από ανησυχίες, με σκέψεις γεμάτες γαλήνη: «Ιδού η δούλη Κυρίου, είπε, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».

10. Αυτά είπε κι αμέσως όλα πραγματοποιήθηκαν. «Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Έτσι, μόλις η Παρθένος έδωσε την απάντησή της στο Θεό, δέχεται αμέσως από αυτόν το Πνεύμα, που δημιουργεί την ομόθεη εκείνη σάρκα. Ήταν λοιπόν η φωνή της "φωνή δυνάμεως", όπως είπε ο Δαυΐδ. Και πλάθεται έτσι με λόγο μητρικό ο του Πατρός Λόγος. Και κτίζεται με την φωνή του κτίσματος ο Δημιουργός. Κι όπως, μόλις είπε ο Θεός «γενηθήτω φως», έγινε αμέσως φως, έτσι αμέσως με τη φωνή της Παρθένου το αληθινό ανέτειλε Φώς κι ενώθηκε με την ανθρώπινη σάρκα και κυοφορήθηκε αυτός που φωτίζει «πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Ω φωνή ιερή! Ω λόγια που κατορθώσατε τέτοιο μεγαλείο! Ω γλώσσα ευλογημένη, που ανακάλεσες μεμιάς από την εξορία ολόκληρη την οικουμένη! Ω θησαυρέ ψυχής αγνής, που με τα λίγα λόγια της σκόρπισε σε μας τέτοια αφθονία αγαθών! Γιατί αυτά τα λόγια μετέτρεψαν τη γη σε ουρανό κι άδειασαν τον Άδη ελευθερώνοντας τους φυλακισμένους. Εκαμαν να κατοικηθή από ανθρώπους ο ουρανός και φέρνοντας τόσο κοντά τους Αγγέλους στους ανθρώπους συνέπλεξαν το ουράνιο και το ανθρώπινο γένος σ' ένα μοναδικό χορό γύρω από αυτόν που είναι ταυτόχρονα και τα δυο, αυτόν που, όντας Θεός, έγινε άνθρωπος.

Γι' αυτά Σου τα λόγια ποια ευχαριστία θα ήταν άξια να Σου προσφερθή από μας; Πώς να σε προσφωνήσουμε Εσένα, που δεν υπάρχει τίποτε αντάξιό σου ανάμεσα στους ανθρώπους; Γιατί τα δικά μας τα λόγια είναι γήινα, ενώ Σύ ξεπέρασες όλου του κόσμου τις κορυφές. Αν λοιπόν χρειάζεται να Σου προσφερθούν τιμητικοί λόγοι, αυτό νομίζω πως πρέπει να είναι έργο Αγγέλων, νου χερουβικου, πύρινης γλώσσας. Γι'αυτό κι εμείς, αφου θυμηθήκαμε όσο μπορούσαμε τα κατορθώματά Σου και υμνήσαμε κατά τη δύναμή μας Εσένα, την ίδια μας τη σωτηρία, ζητούμε τώρα να βρούμε αγγελική φωνή. Kαι καταλήγουμε στην προσφώνηση του Γαβριήλ, τιμώντας έτσι και την ίδια μας την ομιλία: «χαίρε, κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά σου»!
Αλλά δώσε, Παρθένε, όχι μόνο να μιλάμε για όσα φέρνουν τιμή και δόξα σ' Αυτόν και σ' Εσένα που τον εγέννησες, αλλά και να τα εφαρμόζουμε. Προετοίμασέ μας δηλαδή να γίνουμε κι εμείς οικητήρια δικά Του γιατί σ' Αυτόν αρμόζει η δόξα εις τους αιώνες. Αμήν.

 Από: Νικολάου Καβάσιλα, Η Θεομήτωρ (Τρείς Θεομητορικές Ομιλίες), κείμενο, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Παν. Νέλλας, Σειρά "Επί τας Πηγάς", εκδ. Αποστολικής Διακονίας ©, Αθήνα 1995. 

 thriskeftika

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος:Ακόμη κι αν θέλει ο Θεός να σου συγ­χωρήσει τις αμαρτίες, δεν Του το επιτρέπεις εσύ!!


Αν σου πω, νήστεψε, πολλές φορές μου προβάλλεις ως δικαιολογία την ασθένεια του σώματος. Αν σου πω, δώσε στους φτωχούς, μου λες ότι είσαι φτωχός και έχεις να αναθρέψεις παιδιά. Αν σου πω, να έρχεσαι τακτικά στις Συ­νάξεις της Εκκλησίας, μου λες έχω διάφορες μέριμνες.
Αν σου πω, πρόσεχε αυτά που λέγο­νται στην Εκκλησία και κατανόησε το βάθος των λόγων του Θεού, μου προβάλλεις ως δικαιολογία την έλλειψη μορφώσεως.
Αν σου πω, φρόντισε να βοηθήσεις ψυχικά τον αδελφό σου, μου λες ότι δεν υπακούει όταν τον συμβουλεύω, αφού πολλές φορές του μίλησα και περιφρό­νησε τα λόγια μου. Βέβαια, δεν ευσταθούν οι προφάσεις αυτές και όλα αυτά είναι χλιαρά λό­για, αλλά, παρά ταύτα, μπορείς να προφασίζεσαι.
Αν όμως σου πω, άφησε την οργή και συγχώρεσε τον αδελφό σου, ποιά από τις προ­φάσεις αυτές μπορείς να χρησιμοποιήσεις; Διό­τι, νομίζω, δεν μπορείς να φέρεις ως πρόφαση ούτε ασθένεια σώματος, ούτε φτώχεια, ούτε α­μάθεια, ούτε απασχόληση και μέριμνα, ούτε τί­ποτε άλλο. Γι' αυτό, απ' όλες σου τις αμαρτίες, αυτή η αμαρτία θα σου είναι ασυγχώρητη.
Αλήθεια, πώς θα μπορέσεις να υψώσεις τα χέρια σου στον Ουρανό; Πώς θα κινήσεις τη γλώσσα σου να προσευχηθείς; Πώς θα ζητήσεις συγνώμη; Ακόμη κι αν θέλει ο Θεός να σου συγ­χωρήσει τις αμαρτίες, δεν Του το επιτρέπεις εσύ, επειδή δεν συγχωρείς τις αμαρτίες του αδελφού σου.

Αλλά προφασίζεσαι επίσης ότι ο εχθρός σου είναι σκληρός και άγριος, σαν θηρίο, και του χρειάζεται τιμωρία και εκδίκηση! Ε, γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο πρέπει να τον συγχω­ρήσεις.
Εχεις αδικηθεί πολύ απ' τον εχθρό σου και έχεις στερηθεί πολλά και σ' έχει κακολογή­σει και σ' έχει ζημιώσει σε πολύ σπουδαίες υποθέσεις, και γι' αυτό θέλεις να τον δεις να τιμωρείται. Αλλά και σ' αυτό το σημείο είναι χρήσι­μο για σένα να τον συγχωρήσεις.
Διότι, αν εσύ ο ίδιος εκδικηθείς και επιτεθείς εναντίον του, είτε με λόγια, είτε με ανάλογες συμπεριφορές, είτε με κατάρες, ο Θεός δεν θα επέμβη πλέον, αφού εσύ ανέλαβες την τιμωρία του. Και όχι μόνο δεν θα επέμβη, αλλά και από σένα θα ζη­τήσει λόγο, διότι φέρθηκες υβριστικά προς Αυτόν.
proskynitis

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Μικρές Προσευχές του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου





1. Κύριε, μη στερήσης με των επουρανίων σου και αιωνίων αγαθών.

2. Κύριε, λύτρωσαί με των αιωνίων κολάσεων.

3. Κύριε, είτε λόγω είτε έργω είτε κατά νουν 
και διάνοιαν ήμαρτον, συγχώρησόν μοι.

4. Κύριε, λύτρωσαί με από πάσης ανάγκης 
και αγνοίας και λήθης και ραθυμίας και της λιθώδους αναισθησίας.

5. Κύριε, λύτρωσαί με από παντός πειρασμού 
και εγκαταλείψεως.

6. Κύριε, φώτισον την καρδίαν μου, ην εσκότισεν η πονηρά επιθυμία. 


7. Κύριε, εγώ μεν ως άνθρωπος αμαρτάνω, συ δε ως Θεός ελέησόν με.

8. Κύριε, ίδε την ασθένεια της ψυχής μου 
και πέμψον την χάριν σου εις βοήθειάν μου, ίνα εν εμοί δοξασθή το όνομά σου το άγιον.

9. Κύριε Ιησού Χριστέ, έγγραψον το όνομα του δούλου σου εν βίβλω ζωής, χαριζόμενός μοι
 και τέλος αγαθόν.

10. Κύριε ο Θεός μου, ουκ εποίησα ουδέν αγαθόν, αλλ' αρξαίμην ποτέ τη ευσπλαγχία σου.

11. Κύριε, βρέξον εις την καρδίαν μου την δρόσον της χάριτός σου.

12. Κύριε ο Θεός του ουρανού 
και της γης, μνήσθητί μου του αμαρτωλού, του αισχρού, του πονηρού και βεβήλου κατά το μέγα έλεός σου, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.

13. Κύριε, εν μετανοία με παράλαβε
 και μη εγκαταλίπης με.

14. Κύριε, μη εισενέγκης με εις πειρασμόν.

15. Κύριε, δος μοι έννοιαν αγαθήν.

16. Κυριε, δος μοι δάκρυον 
και μνήμην θανάτου και κατάνυξιν.

17. Κύριε, δος μοι των λογισμών μου εξαγόρευσιν.

18. Κύριε, δος μοι ταπείνωσιν, εκκοπήν θελήματος 
και υπακοήν.

19. Κύριε, δος μοι υπομονήν, μακροθυμίαν 
και πραότητα.

20. Κύριε, εμφύτευσον εν εμοί την ρίζαν των αγαθών, τον φόβον σου.

21. Κύριε, αξίωσόν με αγαπάν σε εξ όλης της ψυχής μου 
και της διανοίας μου και της καρδίας, και τηρείν εν πάσει το θέλημά σου.

22 Κύριε, σκέπασόν με από τε ανθρώπων πονηρών 
και δαιμόνων και παθών και από παντός μη προσήκοντος πράγματος

23 Κύριε, ως κελεύεις, Κύριε, ως γινώσκεις, Κύριε, ως βούλει, γενηθήτω το θέλημά σου εν εμοί

24 Κύριε, το σον θέλημα γενέσθω 
και μη το εμόν, πρεσβείαις και ικεσίαις της Παναγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων σου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας. Αμήν.

proskynitis.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

Η γλώσσα στη λατρεία της Εκκλησίας μας

Προβλήθηκε, το Σάββατο 31 Μαρτίου 2012, η εκπομπή «Πρόσωπα και Γεγονότα» του θεολόγου Θεόδωρου Κυριακού, από τον Τηλεοπτικό Σταθμό «ΣΙΓΜΑ», με θέμα «Η Γλώσσα στη Λατρεία της Εκκλησίας μας», με φιλοξενούμενο τον Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτo.

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

«Γιατί γεννήθηκε ο Χριστός»

Ραδιοφωνική εκπομπή με τον Δημήτριο Τσελεγγίδη Καθηγητή θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ στην εκπομπή "Εις ήψος νοητόν" με τον Αρχιμ. Φιλόθεο στον Ραδιοφωνικό Σταθμό 94,5 tτης Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Γ. ΠΑΪΣΙΟΣ: ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΛΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ, ΕΙΝΑΙ ΜΕΡΙΚΟΙ ΙΕΡΩΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΣΠΟΥΔΑΖΟΥΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΟΥΝ ΤΙΣ ΨΥΧΕΣ


«Αυτοί που δεν είναι καλά πνευματικά, είναι μερικοί ιερωμένοι που σπουδάζουν ψυχολογία, για να βοηθήσουν τις ψυχές (με ανθρώπινες τέχνες). Και το παράξενο είναι που οι δάσκαλοί τους οι ψυχολόγοι δεν πιστεύουν στον Θεό και δεν παραδέχονται ούτε ψυχή, ή την παραδέχονται με ένα δικό τους τρόπο (σχεδόν όλοι). Από αυτήν την πράξη τους οι κληρικοί αυτοί φανερώνουν ότι πνευματικά είναι άρρωστοι και έχουν ανάγκη από Αγιοπατερικές εξετάσεις, και, αφού θεραπευθούν, τότε θα διακρίνουν και μόνοι τους το άρρωστο αυτό πνεύμα και θα γνωρίσουν παράλληλα και τη θεία Χάρη, για να χρησιμοποιούν στο εξής τις ψυχές που πάσχουν την θεία ενέργεια και όχι τις ανθρώπινες τέχνες.

Όταν ο άνθρωπος βοηθηθεί να πιστέψει στο Θεό και στη μέλλουσα ζωή, την αιώνιο – συλλάβει δηλαδή το βαθύτερο νόημα της ζωής – και μετανοήσει, αλλάξει ζωή, έρχεται αμέσως η θεία παρηγοριά με τη Χάρη του Θεού, η οποία αλλοιώνει τον άνθρωπο, διώχνοντας και όλα τα κληρονομικά του. Έτσι έγινε σε πολλούς ανθρώπους που μετανόησαν, αγωνίστηκαν με φιλότιμο ταπεινά, χαριτώθηκαν, έγιναν και Άγιοι και τους προσκυνάμε τώρα με ευλάβεια και ζητάμε και τις πρεσβείες τους, ενώ πριν είχαν πολλά πάθη και κληρονομικά.

Επί παραδείγματι, ο Όσιος Μωυσής ο Αιθίοψ, ενώ πριν ήταν ο πιο αιμοβόρος ληστής, με κληρονομική κακία, μόλις πίστεψε στον Θεό, μετανόησε, ασκήθηκε, έφυγαν όλα τα πάθη, τον επισκέφθηκε η Χάρις του Θεού και αξιώθηκε να λάβει ακόμα και το προφητικό χάρισμα. Πέρασε δε στην ευαισθησία ακόμα και το Μέγα Αρσένιο, ο οποίος ήταν από τη μεγαλύτερη αρχοντική οικογένεια της Ρώμης, με κληρονομικές αρετές και επιστημονική μεγάλη μόρφωση.

Επομένως, το παν είναι η Χάρις του Θεού και την ψυχή μπορεί να την βοηθήσει μόνο χαριτωμένος Πνευματικός, με πίστη, που αγαπάει την ψυχή και την πονάει, γιατί γνωρίζει τη μεγάλη της αξία, την βοηθάει στη μετάνοια, την ξαλαφρώνει με την εξομολόγηση, την ελευθερώνει από το άγχος και την οδηγεί στον Παράδεισο ή πετάει το λογισμό με τον οποίο βασανίζει την ευαίσθητη ψυχή ο πονηρός, και θεραπεύεται.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αρρώστια στον κόσμο από το λογισμό, όταν δηλαδή πείσει ο διάβολος τον άνθρωπο με λογισμούς ότι δεν είναι καλά. Όπως δεν υπάρχει και ανώτερος γιατρός σ’ αυτές τις περιπτώσεις από τον έμπειρο Πνευματικό, που εμπνέει εμπιστοσύνη με την αγιότητά του και πετάει αυτούς τους λογισμούς από τα ευαίσθητα πλάσματα του Θεού και θεραπεύει ψυχές και σώματα δίχως φάρμακα, με τη Χάρη του Θεού, και τις εξασφαλίζει και τον Παράδεισο».

Γέροντος Παϊσίου ‘’Επιστολές’’ α’ έκδοση 1994, σελ. 102-103. Σημειώνω, εδώ, ότι πρόκειται για κείμενα που ο ίδιος ο γέροντας έγραψε με το χέρι του, κι αυτό έχει σημασία.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σωτήρη Αδαμίδη*:

"Θεραπευτική των πατέρων & ψυχανάλυση"

Για αγορά του βιβλίου online

* Ο Σωτήρης Αδαμίδης είναι παθολόγος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και διευθυντής Παθολογικής Κλινικής στο Ιατρικό Κέντρο Αθηνών. (...) Στο βιβλίο αυτό διαπραγματεύεται τη δυνατότητα αντιμετώπισης των ψυχολογικών προβλημάτων των συνειδητών μελών της εκκλησίας, στα πλαίσια της παράδοσης των πατέρων μας, και καταγράφει τις εκπεφρασμένες αντιρρήσεις τους για την καταφυγή στην ψυχανάλυση και τους ψυχιάτρους-ιερείς. Καταθέτει αυτούσιες τις απόψεις αυτές, όπως τις άκουσε μέσα από την προσωπική επαφή με τους γέροντες Πορφύριο και Παΐσιο, και όπως αυτές κατεγράφησαν σε σχετικά με αυτούς βιβλία.


egolpion

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Με αφορμή την εορτή των Χριστουγέννων.


Συνέντευξη του Μητροπολίτη Σισανίου και Σιατίστης π. Παύλου, στο περιοδικό ΠΥΛΗ του Ινστιτούτου Περιφερειακής Ανάπτυξης Δυτικής Μακεδονίας, με αφορμή την εορτή των Χριστουγέννων.

Πως ο Χριστός με τη Γέννηση του αναγεννά την ανθρώπινη φύση μας;

Κατ’ αρχήν σας ευχαριστώ θερμά που μου δίνετε την δυνατότητα να επικοινωνήσω με τους εκλεκτούς αναγνώστες σας και μάλιστα καθ’οδόν και εν πορεία προς την Μητρόπολη των εορτών, τα Χριστούγεννα.
Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι τα γεγονότα της ζωής του Χριστού είναι γεγονότα της προσωπικής μας ζωής και ιστορίας. Μας αφορούν άμεσα και προσωπικά. Έρχονται να απαντήσουν στα πιο καίρια υπαρξιακά μας ερωτήματα και να θεραπεύσουν τις πληγές μας. Ακόμη έρχονται να ερμηνεύσουν τα γεγονότα του σήμερα.
Η πτώση του ανθρώπου δέν ήταν μια ηθική παράβαση, αλλά ένας οντολογικός ακρωτηριασμός της ανθρωπίνης φύσεως. Ο πειρασμός του πρώτου ανθρώπου ήταν εάν θα θεωθεί δια της κοινωνίας του με το Θεό η αυτονομημένος από τον Θεό. Μιλάμε για το προπατορικό αμάρτημα λησμονώντας όμως το ουσιαστικό περιεχόμενο της λέξεως αμαρτία.

Το ρήμα αμαρτάνω σημαίνει αποτυχαίνω, κάνω λάθος. Αμαρτία λοιπόν σημαίνει αποτυχία. Ποιά λοιπόν είναι η αμαρτία, δηλαδή η αποτυχία, του πρώτου ανθρώπου;

Ο Αδάμ επεχείρησε να γίνει Θεός, χωρίς τον Θεό, αλλά απέτυχε. Αντί να θεωθεί υπέταξε την ζωή του στην φθορά, στον πόνο και τελικά στον θάνατο. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι ο Θεός δεν δημιούργησε τίποτα από αυτά. Η φθορά, ο πόνος και ο θάνατος ήταν ανύπαρκτα στην κατάσταση της αρχέγονης δικαιοσύνης, δηλαδή στην ζωή προ της πτώσεως.
Η πτώση λοιπόν οδήγησε στην έκπτωση από την κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό και στην οντολογική διαφθορά της ανθρωπίνης φύσεως. Ο άνθρωπος επεχείρησε πολλές φορές μέσα στην ιστορία να υπερβεί την θνητότητα του, αλλά ματαίως. Αυτή η ματαιότητα της αυτοσωτηρίας συνειδητοποιείται σε δύο εκφραστικά κείμενα της αρχαιοελληνικής παραδόσεως μας.
Στο ποίημα του Διγενή Ακρίτα. Ο Διγενής είναι ο δυνατός άνθρωπος που νικά όποιον επιχειρεί να παλέψει μαζί του. Έρχεται όμως η στιγμή που θα παλέψει με τον χάρο στα μαρμαρένια αλώνια. Εκεί για πρώτη φορά ο Διγενής θα νικηθεί. Εκεί για μια ακόμη φορά ο θάνατος θα νικήσει. Το δεύτερο κείμενο είναι η Τραγωδία του Αισχύλου «ο Προμηθέας Δεσμώτης».
Καταδικασμένος ο Προμηθέας να είναι δεμένος στον Καύκασο γιατί επεχείρησε να κλέψει το ιερόν πυρ από τους Θεούς και καθώς ένα όρνεο κατά καιρούς του κατατρώγει το συκώτι μάταια αγωνίζεται να ελευθερωθεί.
Ο Ερμής που περνάει από εκεί και βλέπει το μαρτύριο του του λέγει: «Ποτέ δεν θα πάρουν τέλος τα δεινά σου εκτός αν ο Θεός σε λυπηθεί και στείλει κάποιον δικό του να σε σώσει». Αυτή η συνείδητοποίηση της αδυναμίας για αυτοσωτηρία ορίζει το «πλήρωμα του χρόνου», τον κατάλληλο καιρό κατά τον οποίο ο Θεός στέλνει κάποιο δικό Του.
Ο Υιός και Λόγος του Θεού γίνεται άνθρωπος, προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση μας για να την θεραπεύσει. Τα Χριστούγεννα, στα άχραντα σπλάχνα της Θεοτόκου, η ανθρώπινη φύση μας μπολιάζεται με το θεϊκό μπόλι.
Ο Χριστός είναι ο Σωτήρας όχι με κάτι που κάνει, αλλά με αυτό που Είναι. Στο πρόσωπο του ενώνεται ασύγχυτα και αδιαίρετα ο Θεός με τον άνθρωπο. Η ένωση είναι ασύγχυτη.
Το κάθε πρόσωπο διατηρεί την ετερότητα του. Αυτό σημαίνει το σεβασμό της ανθρώπινης ελευθερίας, αλλά και α-διαίρετη. Όσο η ανθρώπινη φύση μας κοινωνεί με το Θεό εις το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού, ο θάνατος έχει νικηθεί και ο άνθρωπος εν Χριστώ και δια του Χριστού υπερβαίνει την θνητότητα.
Η οντολογική καταστροφή έχει πλέον θεραπευθεί. Με αυτό τον τρόπο η Γέννηση του Χριστού σηματοδοτεί την θεραπεία και αναγέννηση της ανθρωπίνης φύσεως.

Στήν Αγία Γραφή οι προφήτες μιλούν για την Γέννηση του Χριστού. Αυτό δεν είναι ένα μόνιμο θαύμα;

Πολύ σωστά το επισημαίνετε με την ερώτηση σας. Ο Χριστός είναι το μοναδικό πρόσωπο μέσα στην ιστορία του Οποίου όχι μόνο η Γέννηση, αλλά ολόκληρη η ζωή, ο σταυρικός Του θάνατος και η Ανάσταση Του προφητεύθηκαν αιώνες ολόκληρους πριν από την εμφάνιση Του στη γη.
Οι προφητείες μάλιστα αναφέρονται και σε λεπτομέρειες της ζωής Του. Ο προφήτης Ησαίας 800 χρόνια πριν, ομιλεί με πολύ καθαρό τρόπο δια την εκ της Παρθένου Μαρίας Γέννηση Του σαν να την βλέπει μπροστά του «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσουσι το όνομα αυτού Εμμανουήλ ο εστί μεθερμηνευόμενον, μεθ’ημών ο Θεός».
Δεν αναφέρεται απλώς σε μία εκ Παρθένου Γέννηση ενός βρέφους, αλλά προσδιορίζει με απόλυτη ακρίβεια την ταυτότητα του. Είναι ο Εμμανουήλ, ο Θεός που είναι πλέον μαζί μας. Οι προφητείες είναι ο μεγάλος ογκόλιθος της ιστορικής παρουσίας του Θεού μέσα στον κόσμο.
Βλέπετε άλλωστε πόσο έντονο είναι το ενδιαφέρον να ερμηνεύσουμε το παρόν και το μέλλον δια του μοναδικού προφητικού βιβλίου της Καινής Διαθήκης, την « Αποκάλυψη του Ευαγγελιστού Ιωάννου.

Ποιά είναι η πνευματική αναγεννητική εμπειρία τής Γέννησης του Χριστού;

Η σάρκωση του Θεού νοηματίζει τη ζωή του ανθρώπου. Έξω από τόν Χριστό η ζωή δεν έχει νόημα γιατί τέλος της είναι ο θάνατος. Η διάρκεια των χρόνων της ζωής του ανθρώπου δεν έχει νόημα, αφού το τέλος θα είναι ο θάνατος και η ώρα του είναι αβέβαιη.
Χωρίς την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης από το Θεό, την κάθε μέρα το α-σκοπο θα συναγωνίζεται το παρά-λογο, αλλά τον αγώνα θα τον κερδίζει πάντα το τραγικό. Η σάρκωση του Θεού αφαιρεί την αλογία από τον άνθρωπο. Τα Χριστούγεννα «ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν.
Η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» θα μας πει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Κάθε φορά που τελούμε τη Θεία Λειτουργία βιώνουμε τα Χριστούγεννα, καθώς σε κάθε Λειτουργία προσφέρουμε τη ζωή μας στο Θεό μέσα από τα είδη του άρτου και του οίνου για να γίνουν δια του Αγίου Πνεύματος Σώμα και Αίμα Χριστού, ζωή του Χριστού η οποία προσφέρεται προς κοινωνία στον άνθρωπο.
Στο ερώτημα λοιπόν πως η Γέννηση του Χριστού θα γίνει εμπειρία της ζωής του καθενός μας η απάντηση είναι μία. Με την ένταξη μας την οργανική στη ζωή του Χριστού μέσα από τη λατρεία της Εκκλησίας. Στο Μυστήριο της Θείας ευχαριστίας ο Χριστός ανακλίνεται στήν καρδία μας σαν σε φάτνη.
Η προσπάθεια η δική μας είναι να ευπρεπίζουμε διαρκώς την φάτνη-καρδία μας με την άσκηση, τη νήψη, την εγρήγορση την πνευματική. Με αυτές τις προϋποθέσεις ο άνθρωπος αναγεννάται οντολογικά και φανερώνει στην καθημερινότητα του την ζωή του Χριστού. Αυτή την αλήθεια την φανερώνουν όλοι οι Άγιοι.
Όσοι γνωρίσαμε στην σύγχρονη εποχή μορφές όπως ο π. Παίσιος, ο π. Πορφύριος, ο π. Ιάκωβος, ο π. Σωφρόνιος, ο Παπά-Εφραίμ και τόσοι άλλοι νοιώθουμε πόσο αληθινό είναι αυτό.
Η παρουσία τους και το πέρασμα τους από τον κόσμο δείχνει στον καθένα τον τρόπο που εσωτερικεύει την Γέννηση του Χριστού, την καθιστά γεγονός της δικής του ζωής και αναγεννάται όχι συμβολικά, αλλά ουσιαστικά.

Πως η Γέννηση του Χριστού απαντά στα ερωτήματα: Ποιός είμαι; από που έρχομαι; Που πάω;

Τα Χριστούγεννα ο Θεός γίνεται άνθρωπος. Στο ερώτημα: γιατί ο Θεός γίνεται άνθρωπος; όλη η πατερική θεολογία απαντά: Για να κάνει τον άνθρωπο Θεό.
Η σάρκωση του Θεού φανερώνει την μεγαλωσύνη και την μοναδικότητα του ανθρώπου. Πόσο αξίζει ένας άνθρωπος; Τόσο, ώστε ο Θεός γίνεται άνθρωπος για χάρη του. Η Γέννηση του Χριστού είναι το μέτρο της ανθρώπινης αξίας.
Εάν αφαιρέσουμε αυτό το μέτρο τότε ο άνθρωπος παραμένει ένα αντικείμενο. Η ιστορία έχει αποδείξει ότι όσοι στο διάβα της είχαν στόχο τον Θεό, στην πραγματικότητα είχαν στόχο τον άνθρωπο. Η πίστη στο Χριστό πολεμήθηκε για να κρημνίσει την αξία του ανθρώπου.
Βλέπουμε στις μέρες τον ευτελισμό και την υποτίμηση του ανθρώπινου προσώπου. Οι απρόσωπες δυνάμεις της οικονομίας, της παραγωγής και της κατανάλωσης αχρήστευσαν τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος λογαριάζεται σαν καταναλωτική μονάδα, σαν ένα γρανάζι σε μια μηχανή. Βλέπετε ότι ούτε η παιδεία μας υπολήπτεται τον άνθρωπο.
Στοχεύει στο μυαλό του η στα χέρια του αλλά όχι στην προσωπικότητα του και γι’αυτό τα παιδιά μας απορρίπτουν αυτή την παιδεία. Σκεπτόμαστε να την συνδέσουμε με την παραγωγή την στιγμή που την έχουμε αποσυνδέσει από την αγωγή.
Ενθυμούμαι, πριν πολλά χρόνια, είχα προσκληθεί στο Πολυτεχνείο της Ξάνθης από τους φοιτητές για να κάνω μία ομιλία.
Στα πλαίσια αυτής της επίσκεψης είχα μία συνάντηση στην έδρα της αστροφυσικής με μια ομάδα τότε βοηθών που σήμερα διαπρέπουν ως καθηγηταί και τιμούν την επιστήμη και τη χώρα μας εντός και εκτός Ελλάδος.
Οι εκκολαπτόμενοι –τότε- επιστήμονες μου έθεσαν, μεταξύ των άλλων, το ερώτημα: «Τι νόημα έχει η επιστήμη μας; Για μας, για την επιστήμη μας, μου είπαν, ο άνθρωπος είναι πρωτόνια, νετρόνια, ηλεκτρόνια. Αλλά πρωτόνια, νετρόνια, ηλεκτρόνια είναι και τα ζώα.
Γιατί λοιπόν να υπολογίσουμε τον άνθρωπο. Μόνο στη σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι σφραγισμένος με την σφραγίδα του Θεού αντιλαμβανόμεθα την ευθύνη μας για να μην χρησιμοποιήσουμε την επιστήμη μας εναντίον του άνθρωπου».
Ο Θεάνθρωπος αποκαλύπτει ποιός είναι ο άνθρωπος. Φανερώνει ότι η αρχή του ανθρώπου είναι η αγάπη του Θεού και η πορεία του ανθρώπου δεν είναι προς το μηδέν και το πουθενά αλλά προς την θέωση του ανθρώπου και την μετοχή του στη βασιλεία του Θεού.
Ο Θεός μπαίνει μέσα στο χρόνο μας σαν ένα βρέφος για να μας φανερώσει την μεγαλωσύνη του κάθε παιδιού. Αυτήν που τόσο εύκολα ξεχνάμε, αυτήν που τόσο εγκληματικά καταστρέφουμε μέσα από την διαδικασία της εκτρώσεως.

Η φανέρωση του ίδιου του Θεού στο πρόσωπο του Μεσσία ενώνει τήν γη με τόν ουρανό; Το σκοτάδι με το φως;

Η φανέρωση του Θεού στο πρόσωπο του Μεσσία όντως ενώνει την γη με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το Θεό, αλλά όχι το σκοτάδι με το φως. Το φως της Θεογνωσίας διαλύει το σκοτάδι, φωτίζει και νοηματίζει τη ζωή του ανθρώπου.
Στο πρόσωπο του Χριστού κοινωνεί το κτιστό με το άκτιστο, το θνητό με το αθάνατο. Το κτιστό, η κτιστή και υποταγμένη στη φθορά ανθρώπινη φύση μας κοινωνώντας με τον άκτιστο Θεό υπερβαίνει την κτιστότητα και την θνητότητα της και αχρηστεύει τον έσχατο δυνάστη της ανθρώπινης φύσης που είναι ο θάνατος.
Ο ουρανός στήνει την σκηνή του στη γη και ανανεώνει τη ζωή της. Η σκηνή του Θεού μέσα στον κόσμο είναι η Εκκλησία Του. Ο Χριστός είναι πλέον το φως το αληθινό που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο και του αποκαλύπτει το νόημα της ζωής του και την κλήση την οποία έλαβε, την κλήση της θεώσεως του.
Με το Μυστήριο του Αγίου Βαπτίσματος ο άνθρωπος μπολιάζεται στο Σώμα του Χριστού και γίνεται κοινωνός της ζωής του. Με το μπόλιασμα αυτό ο άνθρωπος γίνεται πιο δυνατός και από τον θάνατο και από τον διάβολο. Καλείται, μέσα στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία, να αλληλοπεριχωρηθεί με τους άλλους αδελφούς και να συγκροτήσουν την κοινωνία των προσώπων ως μία αγαπητική κοινωνία κατά το πρότυπο της Τριαδικής.
Την εποχή που ο Σάρτρ έλεγε: «οι άλλοι είναι η κόλαση μου!» ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ όποιον συναντούσε στο δρόμο του τον προσφωνούσε με τα λόγια: «Χριστός ανέστη! χαρά μου!».
Βλέπετε, για τον ένα, ο άλλος είναι η κόλαση του! για τον άγιο Σεραφείμ, ο άλλος είναι η χαρά του! και για σύνολη την ασκητική παράδοση: «είδες τον αδελφό σου, είδες τον Θεόν σου». Μια καίρια και απόλυτη διάκριση ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως.

Πείτε μας τέλος πώς ένας Χριστιανός μπορεί να ζήσει βιωματικά τήν Γέννηση του Χριστού και όχι εθιμοτυπικά;

Το ερώτημα σας μου θυμίζει μια παλαιότερη εκπομπή μου σε ραδιόφωνο της ιδιαίτερης πατρίδας μου. Ήμουν καλεσμένος από μία δημοσιογράφο για άσχετο θέμα. Ξεκινώντας την εκπομπή, ήταν η εβδομάδα η μετά τα Θεοφάνεια, μου είπε: «Πριν ξεκινήσουμε την εκπομπή μας θέλω να σας θέσω ένα προσωπικό μου ερώτημα.
Χθες το απόγευμα είχαν έλθει στο σπίτι μου μερικές φίλες για να πιούμε καφέ. Συνειδητοποιήσαμε όλες ότι οι γιορτές είχαν περάσει και εμείς δεν είχαμε καταλάβει σχεδόν τίποτα. Κάναμε ένα απολογισμό και διαπιστώσαμε ότι και οικονομικά και ψυχολογικά και πνευματικά είμασταν χαμένες και μάλιστα νοιώθαμε μια κατάθλιψη να μας βαραίνει. Πείτε μου κάτι γι’ αυτό!».
Την ερώτησα πως πέρασε τα Χριστούγεννα και μου είπε ότι την παραμονή το βράδυ μαζί με κάποιες φιλικές οικογένειες είχαν πάει σε κάποιο κέντρο και γύρισαν σχεδόν ξημερώματα. Την ρώτησα εάν είχαν πάει στην Εκκλησία και μου απάντησε αρνητικά. Της ζήτησα να σκεφθεί τι σχέση είχαν όλα αυτά με τα Χριστούγεννα.
Σε ποιούς χώρους από αυτούς που πήγε, συνάντησε τον Χριστό. Γιατί θεωρεί ότι γιόρτασε Χριστούγεννα. Της εξήγησα ότι οι εορτές έχουν από μόνες τους μια προσδοκία χαράς και όταν οι γιορτές περνάνε και τη χαρά αυτή δεν την ζούμε, γιατί τις εορτάζουμε με λάθος τρόπο, τότε μετά τις εορτές η κατάθλιψη μας γίνεται μεγαλύτερη γι’αυτό αυτοί που μετά τις εορτές έχουν την μεγαλύτερη πελατεία είναι οι ψυχίατροι.
Ξεκίνησα στο ερώτημα σας από ένα περιστατικό αρνητικό για να καταλήξω στη θέση: Τα Χριστούγεννα είναι μια εορτή τής Εκκλησίας και δέν μπορούμε να τη ζήσουμε παρά μόνο στην Εκκλησία.
Έξω από τήν Εκκλησία τα Χριστούγεννα δέν λένε τίποτα στον άνθρωπο. Τα Χριστούγεννα είναι το συγκλονιστικότερο γεγονός της ιστορίας. Η ιστορία τέμνεται στα δύο στην προς και μετά Χριστόν εποχή.
Ζω μετά Χριστόν σημαίνει ότι ζω μαζί με το Χριστό. Τα μεγάλα γεγονότα η τα καταλαβαίνουμε και επηρεάζουν τη ζωή μας η δεν τα καταλαβαίνουμε και μας ξεπερνάνε και μένουμε στην πνευματική μας φτώχεια. Ζω βιωματικά τα Χριστούγεννα σημαίνει ότι τα ζω μέσα στην Εκκλησία.
Προετοιμάζομαι με τη νηστεία, ψηλαφώ με το δικό τους φως τον κόσμο σήμερα, εκκλησιάζομαι και μάλιστα την ημέρα των Χριστουγέννων, αφήνω την καρδιά μου να γλυκαθεί από τους γλυκύτατους και θεολογικότατους ύμνους των Χριστουγέννων, μετατρέπω την καρδιά μου σε φάτνη όπου δια της Θείας κοινωνίας ανακλίνεται ο αχώρητος Θεός και έτσι επιστρέφω στο σπίτι για να ζήσω τα έθιμα όχι σαν ξεκάρφωτες συνήθειες, αλλά σαν συνέχεια της ουσιαστικής βιώσεως των Χριστουγέννων.
Τα Χριστούγεννα δεν σημαίνουν κατανάλωση, αλλά σοβαρότητα και προβληματισμό. Τα Χριστούγεννα για μια ακόμη φορά στέλνουν το μήνυμα σ’ένα κόσμο που παραπαίει.
Η σωτηρία του κόσμου και του ανθρώπου είναι έργο της αγάπης του Θεού και όχι των δικών μας ικανοτήτων. Η κένωση-ταπείνωση του Θεού είναι η μοναδική οδός για το σύγχρονο άνθρωπο για να βρει τον χαμένο εαυτό του και να συναντήσει αγαπητικά τον συνάνθρωπο του.

agiosdimitriossiatistas

Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Εγκώμιο του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στον Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλύτη




Αρχιμ. Εφραίμ Ξηροποταμηνού

«Εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου ο Θεός, λίαν εκραταιώθησαν αι αρχαί αυτών».

Με αυτόν τον στίχον του Δαβίδ αρχίζει ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Γρηγόριος ο Παλαμάς το εγκώμιό του στον Μυροβλύτη άγιο, που σαν Μεγαλομάρτυς ανήκει και αυτός στις «αρχές», δηλαδή στην ηγεσία των Αγίων και Φίλων του Θεού.

«Εγώ με πολλή τιμή περιβάλλω τους φίλους σου, Θεέ μου, μεγάλη εξουσία και παρρησία έχουν εκείνοι που προεξάρχουν μεταξύ τους», θα λέγαμε κι εμείς σήμερα, δίνοντας όμως στα ίδια αυτά λόγια του Προφητάνακτος πολύ πιο ευρύ περιεχόμενο. Διότι για μάς Φίλοι του Θεού είναι και οι δύο Άγιοι, και ο εγκωμιάζων και ο εγκωμιαζόμενος, αλλά ακόμη και οι φίλοι των Φίλων του Θεού, ο φιλάγιος και Παναγιώτατος Ποιμενάρχης κύριος Παντελεήμων με το ευλαβές του ποίμνιο, που με τον θείο ζήλο τους για την τιμή και τον έπαινο των όντως μεγάλων Αγίων της Αποστολικής Μητροπόλεως δεν παύουν από του να επισύρουν άθελα επάνω τους τον δίκαιο έπαινο και την αγάπη της στρατευόμενης αλλά και της θριαμβευούσης Εκκλησίας του Χριστού.

Ο λόγος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίο πρέπει σήμερα να παρουσιάσουμε ανταποκρινόμενοι σε τιμητική πρόσκληση του Παναγιωτάτου, πρέπει, σύμφωνα με εσωτερικά τεκμήρια, να εκφωνήθηκε από τον Άγιο σε ένα από τα έτη της αρχιερατείας του στη Θεσσαλονίκη, κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου και μάλιστα μετά το Ευαγγέλιο της πανηγυρικής Θείας Λειτουργίας μέσα στον πάνσεπτο τούτο ναό, και αποτελεί άριστο δείγμα του εορταστικού εγκωμιαστικού λόγου, στο οποίο ανήκει.

«Ο μεν πόθος μάς παρακινεί να μιλήσουμε ανάλογα με τη δύναμή μας, και η περίσταση απαιτεί τον επίκαιρο λόγο, και το οφειλόμενο χρέος βιάζοντας μας δεν μάς αφήνει να θαυμάσουμε άνευ λόγων το υπέρ λόγον μεγαλείο του Μάρτυρος», λέγει κάπου στην αρχή του λόγου του ο Άγιος.

Η μακρά παράδοσις του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Δημητρίου στην Θεσσαλονίκη φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο τυπικό, το οποίο εγνώριζε καλά ο Άγιος Γρηγόριος, μια και είχε ζήσει αρκετό διάστημα σ’ αυτήν, ακόμη και πριν αρχιερατεύσει. Αυτό το τυπικό φαίνεται ότι καθόριζε το περιεχόμενο της ομιλίας του, και αυτό τον κάνει να αισθάνεται λίγο περιορισμένος.

Θα ήθελε ίσως, παίρνοντας μόνον αφορμή από τον Μάρτυρα, να επιμείνει σε πνευματικά θέματα, όμως είναι υποχρεωμένος να αναφέρει, όπως κάθε χρόνο, τα απαραίτητα, μα πασίγνωστα πια μαρτυρολογικά στοιχεία, πράγμα που τον κάνει να σκεφθεί λίγο και την δυνατότητα της σιωπής.

Τελικά όμως, όπως φαίνεται στην συνέχεια, καταφέρνει να τα συγκεράσει όλα, και αγιολογία και ηθική διδασκαλία και θεολογία και ρητορεία και ερμηνευτική, σε έναν αριστοτεχνικό εγκωμιαστικό λόγο, απόλυτα ισορροπημένο και απαλλαγμένο από το πολύ σύνηθες σε τέτοια έργα στοιχείο της υπερβολής.

Θα ήταν μάταιο, νομίζουμε, μέσα στα πλαίσια μιας σύντομης ομιλίας να επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε έστω και εν περιλήψει ολόκληρο τον ειρμό και το περιεχόμενο του λόγου. Όσο για λογοτεχνική ανάλυση και αξιολόγηση, που οπωσδήποτε ξεφεύγει τις δυνατότητες μας, αρκούμεθα να εκφράσουμε ευλαβικά το θαυμασμό μας για τα «κάλλη του φθέγματος» του θείου Γρηγορίου του Παλαμά που του προσετέθησαν από τη θεία Πρόνοια, για να διατυπώσει επάξια «τα βάθη του Πνεύματος» που «εξεζήτησε» και αυτός, όπως ακριβώς και ο συνώνυμος του Θεολόγος. Ας μάς επιτραπεί λοιπόν να μεταφέρουμε κατ’ εκλογήν ορισμένες μόνο από τις βασικές τοποθετήσεις του λόγου παρατρέχοντας τα πάμπολλα ευρήματα και τούς βιβλικούς παραλληλισμούς, που ίσως μόνο μια δόκιμη μετάφραση θα μπορούσε να αποδώσει.

Ήδη εκ προοιμίων, αλλά και πολύ συχνά στη μετέπειτα ροή του λόγου, ο Άγιος Γρηγόριος επιμένει στα πολλαπλά χαρίσματα της αγιότητος του Δημητρίου. Η μετά ευχαριστίας αποστέρηση της κατά κόσμον ευτυχίας και δόξης τον κατατάσσουν μεταξύ των δικαίων, με τους οποίους όμως συγκρινόμενος —και μάλιστα με τον Ιώβ— βρίσκεται πολύ ανώτερος. Αξιώθηκε και προφητικής χάριτος, όπως φαίνεται από τους λόγους του προς το Νέστορα, που ευλαβικά μάς διέσωσε η παράδοση: «Και τον Λυαίον νικήσεις και υπέρ Χριστού μαρτυρήσεις». Η προ του μαρτυρίου Ιεραποστολική του δράσις στη Θεσσαλονίκη από την επίσημη μάλιστα θέση του υπάτου, αλλά και η μετά θάνατον δια των θαυμάτων του Αγίου μεταστροφή ολοκλήρου της πόλεως στο Χριστιανισμό είναι μάρτυρες της αποστολικής χάριτος και αξίας που του εδόθη. Η παρθενία του και η άμεμπτη προ του μαρτυρίου ζωή του τον κατατάσσουν αυτοδικαίως και στις τάξεις των όσιων. Η «σπουδή της σοφίας» και «η περί λόγους παιδεία», που τον κοσμούσαν σαν ανώτατο αξιωματούχο του κράτους, του δίδουν το χρίσμα του διδασκάλου. Μάλιστα στον «ωρατίωνα», τον κοντό εκείνο αγορευτικό μανδύα που φορούσαν στους ώμους οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι, και στον υπατικό δακτύλιο του, που μετά το μαρτύριό του άρχισαν να θαυματουργούν στα χέρια του Λούπου, ο Γρηγόριος δεν κρύβει πώς βλέπει κάποιο συμβολισμό της «μυστικώς δεδομένης διδασκαλικής αξίας και προεδρίας». Μόνη η ορατή Ιεροσύνη του λείπει φαίνεται να υπονοεί η φράση: «…μόνος ή πάνυ μετ’ ολίγων τα πάντα τελεί». Ιδιαίτερα στο θέμα της παρθενίας του Αγίου Δημητρίου επανέρχεται πολλές φορές ο παρθένος και μοναχός Παλαμάς, το ειδικό όμως αυτό θέμα έχει έξαντλήσει ολόκληρο συνέδριο που διοργανώθηκε μέσα στον Ιερό τούτο χώρο.

Με τη σειρά μας θα λέγαμε πως η συνάντηση αυτή όλων των γνωρισμάτων της αγιότητος σε ένα και το αυτό πρόσωπο είναι χαρακτηριστικό όλων των άλλων Αγίων της Εκκλησίας μας. Και για να μην πάμε πολύ μακριά, ο βίος του ίδιου του μεγάλου Παλαμά, τον αποδεικνύει όχι μόνον όσιο και διδάσκαλο και Ιεράρχη, αλλά και προφήτη και απόστολο και μάρτυρα τη προαιρέσει. επαληθεύεται και πάλι το ότι μόνον ένας μεγάλος μπορεί να καταλάβει και παινέσει επάξια έναν μεγάλο.

Ένα άλλο κεντρικό σημείο του λόγου είναι ο παραλληλισμός του Αγίου Δημητρίου με τον Χριστό, η επισήμανση δηλαδή στο πρόσωπο του Μεγαλομάρτυρος ενός «τύπου Χριστού μετά Χριστόν», αν είναι δυνατόν να λεχθεί κάτι τέτοιο. Το στοιχείο αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Βέβαια για κάθε άγιο ισχύει το του Αποστόλου Παύλου: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Στον Άγιο Δημήτριο όμως όλα τα βιογραφικά στοιχεία με αφορμή και αφετηρία τη λόγχευση της πλευράς συντείνουν σε μία όχι μόνο μυστική, αλλά και εξωτερική εξεικόνιση του Χριστού στο πρόσωπό του: Το νεανικό της ηλικίας, η παρθενία, η διδασκαλική δράση που επιστεγάζεται από το εκούσιο μαρτύριο, η τετρωμένη πλευρά που γίνεται πηγή μύρου και ιάσεων, ο εξιλαστικός χαρακτήρας που παίρνει το μαρτύριο του Αγίου υπέρ μιας ολοκλήρου πόλεως είναι στοιχεία που πολύ νωρίς επεσημάνθησαν και ίσως πήραν τις ανάλογες λατρευτικές προεκτάσεις, ενώ μεταγενέστερα επί του αγίου Συμεών αποκρυσταλλώνονται πλέον λειτουργικά και υμνογραφικά σε ακολουθίες και ύμνους σαν αυτούς που ακούγονται ιδιαίτερα κατά τους όρθρους όλης αυτής της εβδομάδος μέσα στον εφέστιο τούτο του Μεγαλομάρτυρος .

Ειδικά, ο Άγιος Γρηγόριος, εκτός από την εφαρμογή ορισμένων χριστολογικών χωρίων και τύπων της Παλαιάς Διαθήκης που κάνει στον Άγιο Δημήτριο, αναφερόμενος και στην πολλαπλή λόγχευση της πλευράς του, την θεωρεί αναπλήρωση των «υστερημάτων των θλίψεων του Χριστού» κατά τον Απόστολο Παύλο, η οποία γίνεται από τους Αγίους υπέρ του Σώματος Του που είναι η Εκκλησία.

«Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς». Τα ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία του μάρτυρος και το σύντομο μαρτύριό του θέτουν πάντοτε σε δοκιμασία την φιλοπράγμονα διάθεση των περί τα συναξαριακά ενασχολούμενων ευλαβών, όπως ακριβώς και εκείνου του Αγιορείτη ασκητή Βιταλίου, που αναφέρεται στις διηγήσεις των θαυμάτων του Αγίου. Να η απορία του, όπως την συνοψίζει ο αφηγητής του θαύματος Σταυράκιος: «Αφού τόσο σύντομος ήταν ο μαρτυρικός αγώνας του και ακαριαίο το μαρτύριό του και μόνη η πλευρά του επλήγη, τι ήταν αυτό που του προεξένησε την τόση αφθονία των μύρων;» Υπάρχουν πολλοί μάρτυρες που και περισσότερα και δριμύτερα και πιο μακροχρόνια βάσανα υπέμειναν και παρθένοι ήσαν και ίσως να ετελειώθησαν και με λόγχευση της πλευράς κατά μίμησιν του Χριστού. Τι είναι εκείνο που ανέδειξε μεγαλομάρτυρα και οικουμενικό θαυματουργό τον Δημήτριο;

«Επί τω Δημητρίω ακραιφνώς τα πάντα συνέδραμον» σπεύδει να απαντήσει ο ρητορικότατος Σταυράκιος, προτού διηγηθεί το σχετικό θαύμα που έπεισε τελικά στην πράξη τον Βιτάλιο. Στο σημείο αυτό ο θείος Γρηγόριος αισθάνεται ότι έχει να πει περισσότερα. Και εδώ μόνος αυτός μπορεί να καταλάβει και να ερμηνεύσει τον Μάρτυρα βάσει της δικής του εμπειρίας. Να λοιπόν πώς εξηγεί αυτός εκείνο το «ακραιφνώς» του Σταυρακίου: «Γιατί ούτε στο νου του, λέγει, δεν καταδέχθηκε ποτέ να βάλει (ο Άγιος) κάτι από τα μη θεοσεβή, ούτε ξεκίνησε να κάνει καμιά πράξη όχι θεάρεστη. Αλλά αφού φύλαξε αμίαντη στον εαυτό του τη Θεία Χάρη του κατά Χριστόν βαπτίσματος, είχε πάντοτε το θέλημά του σύμφωνο με τον νόμο του Κυρίου». Και λίγο πιο κάτω: «(Ο Δημήτριος) ήταν ωραίος, όχι μόνον κατά τον έξω αισθητό άνθρωπο, αλλά πολύ περισσότερο κατά τον εσωτερικό και αόρατο, τον οποίο βλέποντας ο καρδιογνώστης Θεός τόσο αιχμαλωτίσθηκε από το νοερό κάλλος του, ώστε να ευδοκήσει να σκηνώσει μέσα σ’ αυτόν και να αποτελέσει ένα πνεύμα με αυτόν, και ξεκινώντας από εκεί να τον κάνει ολόκληρο θείο».

Ο Δημήτριος δηλαδή είχε φθάσει διά της νήψεως ήδη και προ του μαρτυρίου στην τελειότητα και στη θέωση και έτσι, κατά την ανεξερεύνητη βουλή του Θεού, δε χρειαζόταν παρά ένα σύντομο μαρτύριο, με το οποίο σαν άλλος πνευματικός στάχυς θα θεριζόταν, για να συναχθεί στις ουράνιες αποθήκες. Τα φοβερά βασανιστήρια από τα όποια έπρεπε να περάσουν άλλοι μάρτυρες υποβασταζόμενοι από την Χάρη του Θεού, για να δοκιμασθεί έτσι και να ατσαλωθεί η προαίρεσή τους, δεν χρειαζόταν στον Δημήτριο, γιατί αυτός, όπως λέγει ο θείος Παλαμάς «πριν ή γνώναι το κακόν, έξελέξατο το αγαθόν». Με την νηπτική εργασία, η οποία ήταν θεοδίδακτος, είχε καταστεί τόσο τέλειος κατά την προαίρεση, ώστε ο πειράζων, μη βλέποντας καμμιά πιθανότητα επιτυχίας, μετά τον πρώτο ανιχνευτικό πειρασμό του σκορπιού, δεν τόλμησε να επιστρέψει από φόβο μήπως πολλαπλασιάσει τους στεφάνους του Μάρτυρος.

Όλα αυτά βέβαια δεν αναφέρονται επί λέξει στο εγκώμιο και ας μάς συγχωρήσει ο Άγιος Γρηγόριος! Πιστεύουμε όμως πως διερμηνεύουμε εκείνα στα οποία αυτός δεν μπόρεσε να επεκταθεί περιορισμένος από την περίσταση και «σχήμα του λόγου», όπως λέγει. Στον περίφημο όμως δεύτερο λόγο του στα Εισόδια, που συνέγραψε μέσα στο οικείο περιβάλλον της ησυχίας του Αγίου Όρους, μάς δίνει ένα άλλο πιο εκτεταμένο παράδειγμα αυτού του είδους της «Νηπτικής ερμηνείας».

Εξηγεί δηλαδή ο μύστης της Θεοτόκου Γρηγόριος ότι εκείνο που έκανε την Παρθένο άξια να γίνει Μητέρα του Θεού ήταν η τελειότητα της προαιρέσεως της, στην οποία έφθασε διά της νήψεως και της Ιεράς ησυχίας στο διάστημα της παραμονής της μέσα στον Ναό.

«Πολιά δε έστιν φρόνησις άνθρώποις και ηλικία γήρως βίος άκηλίδωτος». Ένα πολύ χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγιότητος του Δημητρίου, το οποίο φαίνεται να υπογραμμίζει ιδιαίτερα ο Άγιος Γρηγόριος, είναι το νεαρόν της ηλικίας του. Τον ονομάζει «νεανίαν απαλόν», «νέον έτι κομιδή» και «στεφανίτην έκ ου». Το γεροντικό του φρόνημα όμως τον έκανε διδάσκαλο και εμψυχωτή όχι μόνον του Νέστορος, του οποίου την νεότητα και ο ίδιος ο Μαξιμιανός λυπήθηκε αλλά και πάντων των «εύσεβεΐν αίρουμένων», οι οποίοι ασχέτως ηλικίας κατέφευγαν στην υπόγεια εκείνη στοά, όπου δίδασκε ο Μάρτυς και η οποία γι’αυτό τον λόγο, όπως υποστηρίζει ο Άγιος, έδωσε το όνομα «Καταφυγή» στον ναό της Θεοτόκου που αργότερα κτίστηκε επάνω της.

«Αγαθόν ανδρί όταν άρη τον ζυγόν αυτού εκ νεότητος αυτού». Απόδειξη ο Δημήτριος, ο Νέστωρ, ο ίδιος ο Παλαμάς. Η νεότητα έχει λαμπρά παραδείγματα προς μίμηση. Οι μεγαλύτεροι ας μην σπεύδουμε πάντοτε να προδικάζουμε το νεανικό ενθουσιασμό. Χρειάζονται ισχυρά αντίδοτα, για να καταπολεμηθεί η σημερινή γενική δηλητηρίαση. Η αγιότητα, η θυσία, το μαρτύριο είναι τα μόνα ικανά να μεταμορφώσουν τον κόσμο. Η Εκκλησία θεμελιώθηκε με το αίμα του Χριστού πάνω στους τάφους και τα λείψανα των Μαρτύρων. Χωρίς θυσία, αδύνατη η αλλαγή και η μεταμόρφωσις.

Αλλά ας επανέλθουμε στα λόγια του Παλαμά: «Μου έρχεται, λέγει, να πω για τον Δημήτριο εκείνο που λέγει ο θείος Παύλος για τον Χριστό: Αποδεικνύει την αγάπη του σ’ εμάς ο Μέγας Δημήτριος με το ότι ενώ ήμασταν ακόμη ασεβείς, αυτός «κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε» , κατά χάριν βέβαια και μίμησιν του Δεσπότου του. Και ολόκληρη η πόλις αύτη «κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου αυτού»6.

Και συνεχίζει αντιδιαστέλλοντας την πρώην ειδωλολατρική και ασεβή Θεσσαλονίκη με το περίφημο κέντρο της Βυζαντινής ευσέβειας που αυτός γνώριζε, τους μεγάλους και περικαλλείς ναούς του, την πολυθρύλητη ευλάβεια των κατοίκων του, τα μύρα και τα θαύματα του Άγιου Δημητρίου που σαν ποταμός πλημμύριζαν την οικουμένη.

Ιερή νοσταλγία καταλαμβάνει την κάθε ευλαβική ψυχή διαβάζοντας αυτές τις γραμμές του θείου Γρηγορίου. Άδειες σήμερα οι μαρμάρινες μυροδόχες λεκάνες στην κρύπτη του μαρτυρίου του…

Τα θραυσμένα πήλινα «κουτρούβια» του μύρου, αρχαιολογικά ευρήματα μέσα στις βιτρίνες…

Αποξενωμένος από την θεία λατρεία ο αρχικός χώρος του μαρτυρίου και του τάφου του… Ισχνή η ακοή των θαυμάτων του… Αναμφίβολα, πολλούς Δημητρίους χρειάζεται σήμερα η Θεσσαλονίκη, για να την «καταλλάξουν» πάλι με τον Θεό. Ένα νέο είδος ειδωλολατρίας την καταδυναστεύει.

Τι φταίει; Ας μάς επιτραπεί λίγη ακόμη αγιολογική φιλοπραγμοσύνη. Γιατί στην Αίγινα, στα νησιά του Ιονίου και άλλου διαλαλούνται καθημερινά τόσα θαύματα; Σε τι υστερεί ο δικός μας άγιος; Η αίτια πρέπει να βρίσκεται σε μας. Εκείνος έκανε και συνεχίζει να κάνει ό,τι υπαγορεύει η αγάπη της θείας ψυχής του διά της υπέρ των Θεσσαλονικέων ικεσίας του προς Θεόν. Εκείνος επέτυχε να του δοθεί η άδεια να επιστρέψει στους συμπατριώτες του. Μοναχικός μάς περιμένει ώρες ατελείωτες κάθε μέρα στη λάρνακά του να έλθουμε να του εκμυστηρευθούμε ευλαβικά τους πόνους και τα αιτήματά μας. Ο σεπτός ποιμενάρχης κάνει κι αυτός το χρέος του. Ακολουθώντας την προτροπή που κάνει στο τέλος του λόγου του ο εν αγίοις προκάτοχός του Γρηγόριος και μιμούμενος τον επίσης προκάτοχό του Άγιο Συμεών «πολυπλασιάζει» την πανηγύρι στον Μεγαλομάρτυρα και προσπαθεί με κάθε μέσο να ενισχύσει την ευλάβεια του ποιμνίου του προς αυτόν. Σε μάς απομένει να τον ακολουθήσουμε.

Και διά να καταλήξουμε την ομιλία μας πάλι με τους λόγους του Αγίου Γρηγορίου, ας παρακαλέσουμε να αξιωθούμε, με την προς Θεόν Ικεσία και πρεσβεία του αγίου ένδοξου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, και «της ατελεύτητου των σωζομένων πανηγύρεως εν ουρανοίς, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις συν τώ ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ

ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

ΤΕΥΧΟΣ 5

Σεπτέμβριος – Οκτωβριος 1989

1. Ομιλία εκφωνηθείσα στον Ι. Ναό του Αγίου Δημητρίου στην Θεσσαλονίκη στις 23-10-1984

2. Μετάφρασις της ομιλίας στυής έχουν πρόσφατα δημοσιευθή στα βιβλία:

Π. Χρήστου, Γρηγορίου του Παλαμά, Άπαντα τα έργα, τ. 11, σ. 163 κ. εξ., Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας 79, Θεσσαλονίκη 1986.

Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, Λόγοι: α) Εις τα Εισόδια της Θεοτόκου β) Εις τον Άγιον Δημήτριον. Έκδοσις Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου, Άγιον Όρος 1987, σ. 55 κ.εξ. (“…μεταγλωτισθείς εις το απλούν υπό ανωνύμου”).

3. Βλ. Ι. Φουντούλη, “Μεγάλη Εβδομάς” του Αγίου Δημητρίου, Κείμενα Λειτουργικής 17, Θεσσαλονίκη 1979

4. βλ. Ιωακείμ ‘Ιβηρίτου, Ιωάννου Σταυρακίου, Λόγος είς τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου, Μαχεδονιχά τ. 1, θεσσαλονίκη 1940, σ. 351 κ. εξ.

5. πρβλ. Ρωμ. ε’ 6

6. πρβλ. Ρωμ. ε’ 10


impantokratoros

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Ο δρόμος της μετανοίας


6. Τί είναι η πίστη;

Πίστη είναι ο σύνδεσμος της κτίσεως με τον δημιουργό Θεό και το μέσο της επαφής της με την πανσωστική πρόνοια. Μέσω της πίστεως αποκαλύφθηκε ο Θεός στην κτίση του και μ’ αυτήγνώρισε η φύση το δικό της προορισμό, ειδικά όμως ο άνθρωπος. Μήπως και την επίγνωση της θείας ευσπλαχνίας, που μας οδήγησε στην ανάπλαση και σωτηρία δεν την αποκτήσαμε με την πίστη;

Η ανθρώπινη φύση, μετά την πτώση, απογυμνώθηκε από όλα τα καλά και υποτάχθηκε στη φθορά και το θάνατο. Χωρίς την πίστη, ουδέποτεθα επανορθωνόταν. Κανένα άλλο μέσο δε μας απέμεινε για παρηγοριά και θεραπεία, παρά η πίστη προς το δημιουργό.

Αυτόνπου αρνηθήκαμε με την παρακοή, τον ανακαλούμε με την πίστη και επαναφέρουμε στον εαυτό μας και στο περιβάλλον μας την παντοδύναμη θεία Χάρη και ορθοποδούμε. Απιστία είναι η έμπρακτη άρνηση· η πίστη είναι η ομολογία, που θα προκαλέσει την ισορροπία και μόνο μέσω αυτήςθα αποκατασταθεί η τάξη.

Η Πίστη κατά τον Παύλο είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων» (Εβρ. 11,1). Πίστη είναι η παραδοχή πραγμάτων, που αδυνατούμε να ερευνήσουμε και να συγκρίνουμε πρακτικά. Με την πίστη παραδεχόμαστε τα υπερφυσικά πράγματα και νοήματα και αυτόν ακόμη το Θεό, που γίνεται γνωστός μέσω των ενεργειών του. Τις θείες επαγγελίες, που είναι όλος ο στόχος και σκοπός μας, και όλες μας τις προσδοκίες, με την πίστη τις περιμένουμε και ελπίζουμε.

Στην πίστη αυτή στηρίζει ο Παύλος όλους τους αγώνες και τα βραβεία των αγίων. Η πίστη χαρίζει την ελπίδα και την προσδοκία και σε μας που τώρα αγωνιζόμαστε. Άρα η πίστη είναι το καθολικό μέσο και στοιχείο, που μας συνδέει με το μέλλον και την αληθινή μας πατρίδα. Δίκαια προβάλλεται το βραβείο της πίστεως για τους προγόνους μας. «Επίστευσε Αβραάμ τω Θεώ, και ελογίσθη αυτώ εις δικαιοσύνην» (Ρωμ. 4,3). Το «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»(Ίω. 15,5) και το «πάντα ισχύομεν δι’ αυτού» (βλ. Φιλ. 4,13) απαιτούν, ως μέσο επαφής με το Θεό, την πίστη.

Τα είδη της πίστεως είναι δύο. Το ένα αφορά την πίστη στις αλήθειες της Εκκλησίας, τα δόγματα. Δε θα ασχοληθούμε με αυτό στην απάντησή μας. Το άλλο είναι, η κατά τους Πατέρες, «πίστις της θεωρίας». Αυτή χρειάζεται σε μας για να ισορροπούμε στην κοιλάδα της εξορίας στην οποία βρισκόμαστε.

Η συνεκτική δύναμη του Θεού εκδηλώνεται ως θεία ενέργεια της πρόνοιάς του, με την οποία συντηρεί και συνέχει τα σύμπαντα. Αυτή τη θεία ενέργεια επικαλούμαστε, όποτε βρισκόμαστε σε οποιαδήποτε ανάγκη, και πιστεύουμε ότι θα εισακουστούμε. Ο ίδιος ο Θεός μάς προκαλεί σ’ αυτό λέγοντας: «πάντα όσα αν αιτήσεσθε πιστεύοντες λήψεσθε» (Ματθ. 21,22), «ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. 9,23) και «η πίστις σου σέσωκέ σε» (Ματθ. 9,22). Άρα η πίστη είναι το απόλυτο σωσίβιο της δικής μαςδυστυχίας και κανείς ποτέ να μην το αποχωρίζεται.

Αφού, λοιπόν, πιστεύουμε στην πατρική πρόνοια του Θεού, που λέει «αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. 7,7), την επικαλούμαστε με επιμονή και λύνουμε με την πίστη ό,τι μας απασχολεί.

7. Ποιά η σχέση του θάρρους με την πίστη;

Ο Κύριος επισημαίνει, όπως προαναφέραμε, ότι «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Όσοι χρειάζονται θάρρος στον αγώνα που έχουμε να κάνουμε, ας ερεθίσουν βαθύτερα την πίστη τους. Είναι πηγή θάρρους η πίστη και αυτήν πάλι το θάρρος τη στηρίζει.

Πρέπει να αναφερθούμε πλατύτερα στο θάρρος, γιατί αυτόείναι η πρακτική μας δύναμη. Με την πίστη παραδεχόμαστε τη μελλοντική μας αποκατάσταση και αθανασία. Μαζί με αυτήν επιβάλλεται και η πρακτική μας άσκηση και ομολογία.

Στις δυσκολίες των αδυναμιών και των αλλοιώσεων, που μας ταλαιπωρούν, και αυτού του ίδιου του σατανά, που ακούραστα μάς πολεμά, ένα μάς μένει πρακτικό όπλο και βοήθημα, το θάρρος. Προϊόν της προσωπικότητάς μας, διεγείρει σε πάλη και εγρήγορση. Εμείς πιστεύουμε ότι δεν είμαστε μόνοι, αλλά με το Θεό, που μας κάλεσε στη δική του στρατεία. Με τη θέλησή μας πήραμε την απόφαση της υποταγής στο θείο θέλημα, που το εφαρμόζουμε και το θεωρούμε καθήκον.

Όργανα της θελήσεως και κινητήρια δύναμη είναι ο ζήλος και το θάρρος. Ο διάβολος, επειδή το γνωρίζει αυτό,προσπαθεί να τα νεκρώσει με τις προφάσεις των λαθών και των σφαλμάτων μας. Ελέγχει τις παραβάσεις και φοβίζει τον άνθρωπο σαν «δικηγόρος»: «Να! είσαι παραβάτης! Πρόδωσες πάλι! Δεν είσαι για τίποτε! Γιατί προσπαθείς, αφού είσαι ανίκανος;».

Όλος αυτός ο κύκλος της διαβολικής πονηριάς, ειδικά στους άπειρους, προκαλεί μαρασμό και αδράνεια, που είναι γέννημα της αποθαρρύνσεως. Γι’ αυτό χρειάζεται πολλή προσοχή στον αγωνιστή, για να μην υποκύψειστην παγίδα του «δικηγόρου» σατανά και νεκρωθεί η δραστηριότητά του με δόλιες προφάσεις.

Εφόσον ο αγώνας της μετάνοιας είναι πραγματικά πολύπλευρος και οι αντιθέσεις ποικίλες, είναι φυσικό, λόγω και των παθών και συνηθειών, που ακόμηυπάρχουν και ενεργούν, να γίνονται λάθη. Ο διάβολος τότε παρουσιάζει το Θεό σαν δικαστή και επομένως ο παραβάτης γίνεται πλέον υπεύθυνος. Σταματά να έχει παρρησία σαν προδότης και έτσι χάνει το θάρρος και το ζήλο του και τον κυριεύει η αδράνεια.

Οι θεόσοφοι πατέρες μας, οι «καλώς αθλήσαντες και στεφανωθέντες», μάς διδάσκουν τη δική τους εμπειρία, που συντρίβει τη σατανική πονηριά και επιβουλή. Παύουμε να θεωρούμε το Θεό κριτή, όπως με δολιότητα τον παριστάνει ο εχθρός. Τον βλέπουμε σαν Πατέρα μας και αποκρινόμαστε προς τον απατεώνα: «Ύπαγε οπίσω μου σατανά! Δικηγόρο δε χρειάζομαι! στο Θεό έφταιξα, στο Θεό και απολογούμαι, που έγινε για μένα άνθρωπος- για να με υιοθετήσει και εσένα να καταργήσει και συντρίψει. Ουδέποτε φοβούμαι τον πατέρα μου, ούτε τον αρνούμαι, ούτε τον προδίδω. Η απειρία μου με εμποδίζει και η δική σου κακουργία. Αυτή θα την καταργήσει ο Θεός, με τη Χάρη του, και εμένα θα βραβεύσει, γιατί γι’ αυτό με προόρισε».

Υποδεικνύουμε, με αυτά που είπαμε, τον τρόπο που ο αγωνιστής πρέπει να πολεμά και να μην οπισθοχωρεί στις διάφορες ελλείψεις ή και ολισθήματα που συμβαίνουν.

Το τέρμα της μετάνοιας είναι η κατά χάρη και δωρεάν ένωσή μας με το Θεό Πατέρα, αυτή ηίδια η θέωση, όπως ο Κύριόςμας την περιγράφει. «Συ πάτερ εν εμοίκαγώ εν σοι ίνα και αυτοί εν ημίν» (Ίω. 17,21) και «θέλω ίνα όπου ειμί εγώ ώσι κακείνοι» (Ίω. 17,24). Η έσχατη μορφή και θέση της μετάνοιας είναι να κρατήσει ο μετανοών, όσο και αν υποχώρησε με την αμέλειά του, την ορθή πίστη στο Θεό και να μην αρνηθεί τη χριστιανική ομολογία. Το ότι κρατά και δεν αρνείται την «ενΧριστώ» ομολογία, σημαίνει ότι βρίσκεται στη θέση και τον τόπο των μετανοούντων. Ο Θεός με τη Χάρη του παραμένει μαζί του περιμένοντας τον αφυπνισμό του από το σκοτάδι της απογνώσεως.

Η θεία ευσπλαχνία θεωρεί τη θέση αυτήνομολογία και επομένως ο Θεός, πουαναζητεί την επιστροφή των ασθενών και αδυνάτων, θα τον διεγείρει, αφούδεν πρόδωσε «εις τέλος» τη βάση της μετάνοιας. Το θέμα της σωτηρίας μας δεν είναι ζήτημα συναλλαγής. Είναι ζήτημα πίστεως και ομολογίας προς Αυτόν, που σώζει δωρεάν όσους τον πιστεύουν και περιμένουν την ανέκφραστη συμπάθεια και φιλανθρωπία του.

8. Τί είναι η προσευχή, ποιά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματά της και ποιοί οι καρποί της;

Προσευχή είναι το κύριο μέσο που ενώνει όλα τα λογικά όντα με το δημιουργό τους Θεό. Αυτή θα είναι και μετά την παλιγγενεσία το μόνιμότους έργο και καθήκον. Προσευχή είναι η άμεση επαφή και η διαρκής επικοινωνία αγγέλωνκαι ανθρώπων με το Θεό. Προσευχή είναι η έξοδός μας από τον πήλινο κλοιό μας προς το χώρο της απεραντοσύνης. Προσευχή είναι το μέσο, που μας μεταφέρει έξω από τουςευτελείςμας περιορισμούς στην αίσθηση του απέραντου και του υπερφυσικού.

Καταργείται ο χώρος, ο τόπος και ο τρόπος και γίνονται αισθητές οι ενέργειες των θείων ιδιοτήτων. Αν και θέλουμε να περιγράψουμε τη φύση και την ουσία αυτής της υπερφυσικής αξίας, καταλαβαίνουμε ότιείναι κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις μας. Θα αρκεστούμε μόνο στις ενέργειες τών αποτελεσμάτων της.

Τόσο είναι το μεγαλείο αυτής της «θείας προμηθείας» προς τα κτιστά όντα, ώστε και ο ίδιος ο δωρητής της να την εφαρμόσει, όταν κοινώνησε με τον υλικό μας κόσμο. Ο Λουκάς αναφέρει για τον Κύριό μας ότι «ην διανυκτερεύων εν τη προσευχή του Θεού» (Λουκ. 6,12). Χρησιμοποιούσε την προσευχή άλλοτε ως εξομολόγηση, άλλοτε σαν δέηση ήευχαριστία ήικεσία προς τον αρχίφωτό Του Πατέρα και απέδειξε το απαραίτητο και ουσιώδες αυτής της υπεραξίας. «Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου. (Ίω. 11,41). «Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου… ους δέδωκάς μοι εφύλαξα και ουδείς εξ αυτών απώλετο ειμη ο υιός της απωλεί-ας…ου περί τούτων ερωτώ μόνον, αλλά και περί των πιστευσόντων διά του λόγου αυτών ειςεμέ» (Ίω. 17, 11,12,20). Το μεγαλύτερο όμως και συγκλονιστικότερο παράδειγμα είναι η προσευχή τής Γεθσημανή, όπου τρεις φορές παρακάλεσε τον Πατέρα, όταν έμπρακτα ανέλαβε την παγκόσμια αποθεραπεία.

Όπου και αν στρέφουμε την προσοχή μας από τη θεμελίωση ολόκληρης της κτίσεως και μετά, βρίσκουμε τα πάντα συνυφασμένα με την προσευχή. Είναι, λοιπόν, η προσευχή, ο σύνδεσμος και ηενότητα όλων των κτισμάτων με το δημιουργό Θεό και ηδύναμη της προεκτάσεώς τους στο διηνεκές. Τόσο είναι ενωμένη με τα λογικά όντα αυτή ηυπεραξία, που μόνη της αυτόματα ενεργεί όσες φορές το επιβάλλει η ανάγκη και ασυναίσθητα κινούνται τα μέλη χωρίς σκέψη, ιδιαίτερα σε ώρα κινδύνου.

Είναι το τελειότερο όργανο και πράγμα, που παρέχει τη δυνατότητα στα κτίσματα -και ειδικά στον άνθρωπο-, να επικοινωνεί πρακτικά με τον πλάστη του. Ο άνθρωπος μέσω αυτής μπορεί να ζητά και να παίρνει ό,τι χρειάζεται, να μεταβάλλει την ποινή, που επιβάλλεται από τη θεία δικαιοσύνη, να αυξάνει την προσθήκη της θείας ευλογίας, να πληροφορείται όσα αγνοεί, να μεταδίδει τη συμπαράστασή του στους συνανθρώπους του, εκλιπαρώντας το Θεό γι’ αυτό, και γενικά να μετέχει σε πάρα πολλές ιδιότητες του Θεού Πατέρα μας.

Πάντως είναι αδύνατο να περιγράφουν τα κατορθώματα και προτερήματα αυτής της παναρετής, που λέγεται προσευχή. Ελάτε λοιπόν οι «κοπιώντες και πεφορτισμένοι», που κατοικείτε στην εξορία αυτή, στους κόλπους της μητέρας των αρετών προσευχής και αυτή θα σας αναπαύσει περισσότερο απ’ ό,τι θα περιμένατε ή θα ζητούσατε.

9. Τί είναι η νοερά προσευχή και γιατί λέγεται έτσι; Πώς επιτυγχάνεται;

Η προσευχή, αν και στη φύση της είναι μία, εκδηλώνεται με διάφορες μορφές και σχήματα, όπως φαίνεται μέσα στην Ιστορία. Αυτή η παναρετή περιγράφεται με διάφορες ονομασίες, που πάντοτε έχουν την ίδια σημασία. Προσευχή είναι η γενική ονομασία. Ανάλογα με το σκοπό και τον τρόπο που εκδηλώνεται λέγεται ευχή, δέηση, ικεσία, παράκληση, έντευξη, ακόμα και κραυγή, αν η ανάγκη που την επιβάλλει είναι επείγουσα.

Στην παρούσα μας όμως εξορία η προσευχή είναι όχι μόνο απαραίτητη, αλλά και επιβεβλημένη, γιατί ο Κύριος μάς διαβεβαιώνει ότι «χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ίω. 15,5). Τη συνεργασία μαζί του μόνο η προσευχή μπορεί να πετύχει με το «αιτείτε και δοθήσεται υμίν, ζητείτε και ευρήσετε, κρούετε και ανοιγήσεται υμίν» (Ματθ. 7,7).

Τους τρόπους της προσευχής μάς τους διδάσκουν οι Πατέρες μας, επειδή ήταν πραγματικοί εργάτες και κατακτητές των δωρεών και χαρισμάτων της. Κάθε στροφή και ύψωση του νου προς το Θεό είναι προσευχή. Όσο πιο ήσυχα και προσεκτικότερα γίνεται, τόσο περισσότερο καρποφορεί.

Ο πρακτικότερος τρόπος, που επικρατεί στο χριστεπώνυμο πλήρωμα, είναι η ψαλμωδία στους ιερούς ναούς με τη βοήθεια των ειδικών λειτουργικών βιβλίων. Άλλος τρόπος είναι ο «κατά μόνας» ή μεταξύ δύο ή τριών, με ευχές διάφορων Πατέρων ή ψαλμών του Δαβίδ. Άλλος πρακτικότερος τρόπος είναι η «κατά μόνας» προσευχή, με συγκέντρωση και προσοχή, στην οποία ο ευχόμενος εξομολογείται με συντριβή και εκβιάζει, με την επίμονή του ικεσία, τη φιλάνθρωπη συμπάθεια του Κυρίου μας. Άλλος τρόπος προσευχής είναι η μέθοδος της εσωστρέφειας, που εφάρμοσαν και δίδαξαν οιμοναχοί Πατέρες μας. Να κρατείται δηλαδή, ο νους αμετεώριστος στην καρδιά με τη λεγόμενη μονολόγιστη προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Πρώτος ο Παύλος μάς πληροφορεί ότι δεν είναι δυνατή η σωτηρία χωρίς την πίστη και την επίκληση του σωτήριου ονόματος του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του Υιού του Θεού. Με τη μονολόγιστη ευχή επιζητούμε τη θεία βοήθεια και παραδίδουμε τον εαυτό μας στο Χριστό. Ομολογούμε, όπως ο Πέτρος, ότι ο Κύριος είναι Υιόςτου Θεού. Η ευχήείναι περιεκτική Αγίου Πνεύματος, διότι «ουδείςδύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» (Ά Κορ. 12,3).

Τοθέμα της ευχής είναι κοπιαστικό λόγω της αιχμαλωσίας του νου στις πολλές και κακές συνήθειες, που δεν υποχωρεί εύκολα, και χρειάζεται επιμονή και βία. Γι’ αυτό ο Παύλος παρακινεί: «τη προσευχή προσκαρτερείτε». Καρτερία σημαίνει επιμονή και παράταση. Στην επιμονή αυτή συμβαίνουν πολλές φορές διάφορα μικροεμπόδια είτε από φυσική κόπωση, είτε λόγω της ελλείψεως συνήθειας, είτε από το διάβολο. Δεν πρέπει να τα λαμβάνουμε υπόψη εφόσον ο σκοπός και το ζητούμενο είναι κατευθείαν ο Χριστός, η ζωή μας.

Στην επιμονή της επικλήσεως του πανάγιου ονόματος «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέτου Θεού, ελέ-ησόν με», αισθάνεται κανείς ότι πονούν οιώμοι ή το κεφάλι. Αυτά οφείλονται σε φθόνο του σατανά, που έχει σκοπό να διακόψει την προσπάθειαμας, και δεν τα προσέχουμε. Το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. 5,17) είναι θέμα εντολής και γνωρίζουμε ότι «αι εντολαί του Κυρίου βαρείαι ουκ εισί» (Α’ Ίω. 5,3). Πώς αλλιώς θα μάθουμε έμπρακτα το λόγο του Κυρίου μας «Ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»(Ίω. 15,5) και το «επικάλεσαί με εν καιρώ θλίψεως και εξελούμαι σε» (Ψαλμ. 49, 15).

Οι έμπειροι πατέρες μάς διδάσκουν ότι άλλοτε πρέπει να λέμε όλες τις λέξεις της ευχής και άλλοτε, ιδιαίτερα στην αρχή, λόγω της αδυναμίας του νου να κρατά περισσότερες λέξεις, να λέμε «Ιησού, Υιέτου Θεού, ελέησόν με». Δεν πρέπει όμως να αλλάζουμε συχνά τα λόγια της ευχή ςκαι να λέμε πότε το ένα και πότε το άλλο, διότι δεν προκαλείται η καλή συνήθεια. Την ευχή την λέμε πότε με το στόμα, «εκφώνως», με σιγανή φωνή, ψιθυριστά, για να συγκρατείται ευκολότερα ο νους από το μετεωρισμό και τη σύγχυση του περιβάλλοντος και άλλοτε νοερά, με το νου μας. Και οι δύο τρόποι είναι απαραίτητοι και επωφελείς.

Η βία όμως της προθέσεως προκαλεί την ενέργεια της Χάριτος και ο νους διευκολύνεται. Με τη συνήθεια ευκολότερα επιμένει, παρηγορείται από τη Χάρη, αποκτά αίσθηση της θείας βοήθειας και με θάρρος συνεχίζει. Γευόμενος τη θεία παρηγοριά, λόγω της επιμονής του, κρατά μόνος του την ευχή,χωρίς τον ψιθυρισμό της φωνής -«ενδιάθετα»-, και προσεύχεται με λιγότερο κόπο, γιατί η Χάρη τον ελευθέρωσε από τη βία του μετεωρισμού. Εάν παραμείνει προσευχόμενος δέχεται το θείο φωτισμό, ελέγχει τα νοήματα και αποτρέπει τις προσβολές του παράλογου, που είναι όλο το σύστημα του παλαιού ανθρώπου. Τότε η Χάρη αποκαλύπτει τη βασιλεία του Θεού, που βρίσκεται μέσα μας, όπως ακριβώς δίδαξε και ο Κύριος: «η βασιλεία του Θεού εντός υμών έστι» (Λουκ. 17,21). Αυτόςο τρόπος της μονολόγιστης ευχής, αν εφαρμοστεί, είναι και λέγεται νοερά προσευχή.

Όταν η επίμονη αυτή εργασίασυνεχιστεί χωρίς διακοπή ή μεταμέλεια, η θεία Χάρη παραμένει πλέον μόνιμα στο νου και την καρδιά του αγωνιστή. Τότε όχι μόνο δε χρειάζεται προσπάθεια, αλλά μόνη της πλέον η ευχή λειτουργεί αδιάλειπτα, ακόμη και στον ύπνο. Ουδέποτεο αγωνιστής παύει ευχόμενος να παρακαλεί το Θεό με «στεναγμούς αλάλητους», όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά για κάθε θλιμμένο και καταπονεμένο και γενικά για όλη την κοινωνία των ανθρώπων.Χωρίς ιδιαίτερηπροσπάθεια κοινωνεί με τον πανανθρώπινο πόνο και «κλαίει μετά κλαιόντων και χαίρει μετά χαιρόντων» (Ρωμ. 12,15).

Η μονολόγιστη ευχή λέγεται σε κάθε τόπο, χρόνο ή περίσταση και σε όλες τις μορφές της κοινωνικής ή μεμονωμένης μας ζωής.

Δεν είναι αυτόαπαγορευμένο για τους κοσμικούς ανθρώπους, όπως μερικοί ισχυρίζονται, αν και χρησιμοποιείται περισσότερο από τους μοναχούς. Μπορεί ο καθένας, όπου και όπως βρίσκεται, να επικαλείται και να περιστρέφει μέσα του το όνομα του Χριστού. Προκαλώ την αγάπησας. Δοκιμάστε και πολύ σύντομα θα γευθείτε τους καρπούς αυτής της εργασίας. Το όνομα του Κυρίου μας δεν είναι μια απλή λέξη. Είναι δύναμη, είναι ενέργεια, είναι ανάσταση και ζωή!

Όποιος αποφασίσει με τη βοήθεια της Χάριτος να ασχοληθεί με αυτήντην εργασία,ας μη μικροψυχήσει, ας μη βαρεθεί, ας μην αμφιβάλλεικαι ο μισθός του θα είναι πολύς· όχι μόνο στον ουρανό, αλλά και εδώ θα ωφεληθεί. Είναι αδύνατοο Κύριοςμας, που «έτι αμαρτωλών όντων ημών υπέρ ημών απέθανε» (Ρωμ. 5,8), να μας παραβλέψει όταν τον επικαλούμαστε τόσο επίμονα, για να μας χαρίσει όσα μας υποσχέθηκε. Εάν ο Κύριος άκουσε τους δαίμονες, που τον παρακάλεσαν να μην τους αποστείλει στην άβυσσο, και το θεόργιστο Φαραώ, που καταδυνάστευε το λαό του, απάλλαξε από τις πληγές,δε θα ακούσει εμάςπου αδιάλειπτα, κατά το δυνατό, τον επικαλούμαστε; Ας γίνει και ας μείνει και σε μάςτους ασθενείς και αδύνατους, ως απαραίτητο καθήκον, η προσευχή και θα λάβουμε κατά τη Γραφή, «υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν» (Έφ. 3,20).

10. Τί είναι η «επαινετή αναίδεια»;

Αναίδεια επαινετή, εύκολα δε συναντάται. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μεγάλης προσοχής και αυτοθυσίας. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι δυνατό να γίνει παραδεκτή και ειδικά από τη μεγαλοψυχία αυτού που προκαλείται.

Αναίδεια είναι η καταπάτηση της «αιδούς» (ντροπής) και η επίμονη απαίτηση εφαρμογής της παρανομίας. Ναι μεν παραβαίνω τη νομιμότητα, αλλά θέλω να με υπακούσεις! Παραστήσαμε το νόημα της επαινετής αυτής απαιτήσεως, που μόνο συμπαθείς και φιλεύσπλαγχνοι ήρωες μπορούν να προβάλουν.

Ο Κύριος και Σωτήρας μας, Ιησούς Χριστός, είναι το «θύμα» της δικής μας αναίδειας και επιμονής και να που τον λυγίζουμε και του αναιρούμε την πρώτη του απόφαση.«Ναι, Κύριε μου, ομολογώ την ενοχή μου. Στη δική μου ελεεινότητα και αμέλεια οφείλονται τα λάθη και τα σφάλματα μου. Μετανοώ όμως και προσπίπτω και δέομαι και παρακαλώ· «άφες μοι, ήμαρτον, συγγνώμη, μη μου καταλογίσεις την ενοχή και παράβαση. Μη με παραδώσεις στην αρμόζουσα παιδεία και την ποινή, που μου ανήκει. Παράτεινον το έλεός σου και σκέπασέ με να μην πειραστώ και σε παροργίσω πάλι».

Αυτήν την «επαινετή αναίδεια» πρέπει να την χρησιμοποιούμε, όπως η χήρα, που αναφέρει ο Κύριοςμας, η οποία με τις συνεχείς ενοχλήσεις ανάγκασε τον αδιάφορο δικαστή να την προσέξει και να αποδώσει το δίκαιο.

πηγή: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Συζητήσεις στον Άθωνα», Ψυχωφελή Βατιπαιδινά

pemptousia.

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )