.

.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα H ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα H ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Ο όλεθρος της εγωπάθειας και η ευλογία ταπεινώσεως. (Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου)





       Με τη χάρη και την ευσπλαχνία του Αγίου Θεού φθάσαμε για μια ακόμα φορά στο άγιο Τριώδιο, στην ιερότερη και κατανυκτικότερη εορτολογική περίοδο του εκκλησιαστικού έτους. Η μακρά αυτή περίοδος, η οποία αρχίζει την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου και τελειώνει το Μεγάλο Σάββατο, είναι η πιο σημαντική χρονική περίοδος της Εκκλησίας μας, διότι δίνει την ευκαιρία σε μας τους πιστούς να συναισθανθούμε τη λαθεμένη πορεία της ζωής μας, να τη διορθώσουμε και να επανακαθορίσουμε τη στάση μας απέναντι στο Θεό και τους συνανθρώπους μας. Αυτή η προσωπική κάθαρση και διόρθωση της γήινης πορείας μας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσουμε, κεκαθαρμένοι και αλλαγμένοι, να εορτάσουμε το άγιο Πάσχα, σύμφωνα με την παύλειο προτροπή, όχι όπως οι Ιουδαίοι, τυπικά, «άλλ' εν αζύμοις ειλικρινείας και αληθείας», αποβάλλοντας την παλαιά  ζύμη της κακίας και της πονηρίας μας (Α΄ Κορ.5,8).

      Η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην πολύ διδακτική παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, την οποία ο Κύριος διηγήθηκε, προκειμένου να διδάξει την θεοφιλή αρετή της ταπεινώσεως και να στηλιτεύσει την εωσφορική έπαρση. Δίδαξε την παραβολή αυτή «προς τινας τους πεποιθότας αφ’ εαυτοίς ότι εισί δίκαιοι, και εξουθενούντας τους λοιπούς» (Λουκ.18,9). Δηλαδή πήρε αφορμή ο Χριστός από την υποκριτική στάση των Φαρισαίων, οι οποίοι ήθελαν να φαίνονται ως εκλεκτοί και αγαπητοί του Θεού, περιφρονώντας όσους δεν ανήκαν στην τάξη τους, ως ελεεινούς και μισητούς του Θεού.
      Ο ευαγγελιστής Λουκάς, με τρόπο λιτό, αλλά σαφέστατο, διέσωσε την παραβολή αυτή ως εξής: «Άνθρωποι δύο ανέβησαν εις το ιερόν προσεύξασθαι, ο εις Φαρισαίος και ο έτερος τελώνης. Ο Φαρισαίος σταθείς προς ευατόν ταύτα προσηύχετο΄ ο Θεός ευχαριστώ σοι ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή και ως ούτος ο τελώνης΄ νηστεύω δις του σαββάτου, αποδεκατώ πάντα όσα κτώμαι. Και ο τελώνης μακρόθεν εστώς ουκ ήθελεν ουδέ τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν επάραι, αλλ’ έτυπτεν εις το στήθος αυτού λέγων΄ ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ. Λέγω υμίν, κατέβη ούτος δεδικαιωμένος εις τον οίκον αυτού ή γαρ εκείνος΄ ότι πας ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δε ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται» (Λουκ.18,10-14).
      Η τάξη των Φαρισαίων εκπροσωπούσε την υποκρισία και την εγωιστική αυτάρκεια. Τα μέλη της, απόλυτα αποκομμένα από την υπόλοιπη ιουδαϊκή κοινωνία, αποτελούσαν, λαθεμένα, το μέτρο σύγκρισης της ευσέβειας και της ηθικής για τους Ιουδαίους. Ήταν δε τέτοια η ατομική τους έπαρση και αλαζονεία, ώστε είχαν καταντήσει αληθινοί τύραννοι του λαού. Ο Κύριος δεν παρέλειπε να κατακεραυνώνει τους Φαρισαίους στο κήρυγμά του και να στηλιτεύει την τυραννική τους επιβολή στο λαό. «Τότε ο Ιησούς ελάλησε τοις όχλοις και τοις μαθηταίς αυτού λέγων· επὶ της Μωσέως καθέδρας εκάθισαν οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι. πάντα ουν όσα εὰν είπωσιν υμίν τηρείν, τηρείτε και ποιείτε, κατὰ δε τα έργα αυτών μη ποιείτε· λέγουσι γαρ, και ου ποιούσι. δεσμεύουσι γαρ φορτία βαρέα καὶ δυσβάστακτα και επιτιθέασιν επὶ τους ώμους των ανθρώπων, τω δε δακτύλῳ αυτών ου θέλουσι κινήσαι αυτά.  πάντα δε τα έργα αυτών ποιούσι προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις» (Ματθ.23,1-5).  
      Αντίθετα οι τελώνες ήταν η προσωποποίηση της αδικίας και της αμαρτωλότητας. Ως φοροεισπράκτορες των κατακτητών Ρωμαίων διέπρατταν αδικίες, κλοπές, εκβιασμούς, τοκογλυφίες και άλλες ειδεχθείς ανομίες και γι’ αυτό τους μισούσε
δικαιολογημένα ο λαός. Ήταν πλούσιοι από τις άνομες και άδικες δραστηριότητές τους και αυτό επέτεινε το φθόνο και την αγανάκτηση του λαού προς αυτούς.
       Δύο αντίθετοι αντιπροσωπευτικοί τύποι της κοινωνίας, εκπρόσωποι των δύο αυτών κοινωνικών τάξεων, ανέβηκαν στο ναό να προσευχηθούν. Ο πρώτος ο νομιζόμενος ευσεβής, έχοντας την αυτάρκεια της δήθεν ευσέβειάς του ως δεδομένη, στάθηκε με έπαρση μπροστά στο Θεό και άρχισε να απαριθμεί τις αρετές του, οι οποίες ήταν πραγματικές. Τις εξέθετε προκλητικότατα, εις τρόπον ώστε απαιτούσε από το Θεό να τον επιβραβεύσει γι’ αυτές. Τις απαριθμούσε μία – μία, φωναχτά, να τις ακούνε και οι παραβρισκόμενοι στους χώρους του ναού,  κάνοντας επίσης αήθη σύγκρισή του με άλλους ανθρώπους και ιδιαίτερα με τον συμπροσευχόμενό του τελώνη. 
      Αντίθετα ο όντως αμαρτωλός τελώνης συναισθανόμενος τη δεινή του αμαρτωλή κατάσταση, με συντριβή και ταπείνωση ζητεί το έλεος του Θεού. Δεν έχει να απαριθμήσει αρετές, αλλά και αν είχε, αυτές θα ήταν πνιγμένες στο πέλαγος των αμαρτιών του. Δεν έχει την τόλμη να κοιτάξει ψηλά το ουρανό, όπου βρίσκεται ο θρόνος του Θεού, αλλά κοιτά χαμηλά τη γη, όπου διαπράττεται η αμαρτία. Τα μάτια του τρέχουν δάκρια, ως ξεχείλισμα των κριμάτων της καρδιάς του.  Ο τόνος της φωνής του είναι χαμηλός, τόσο χαμηλός ώστε να τον ακούει μόνο ο Θεός. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι αναστεναγμοί του, ως κραυγή απόγνωσης και απελπισίας.  Δεν έχει το κουράγιο να υψώσει τα χέρια του, αλλά με αυτά χτυπά το στήθος του, σαν να δέρνει τον παλιό κακό εαυτό του για τις τόσες και μεγάλες αμαρτίες του. Μέσα στη συντριβή του δε μπορεί να δει τον εγωιστικά στεκάμενο δίπλα του Φαρισαίο και να ακούσει τις εγωιστικές φλυαρίες του . Ίσως να άκουσε μόνο την τελευταία φράση του, ότι δεν είναι σαν εκείνον δίκαιος, και ασφαλώς θα συμφώνησε μαζί του. Αυτή όμως η μετάνοιά του, η αληθινή συντριβή του, τον δικαιώνει μπροστά στο Θεό. Γίνεται δεκτή η προσευχή του, σε αντίθεση με τον υποκριτή Φαρισαίο, ο οποίος όχι μόνο δεν έγινε δεκτή η προσευχή του, αλλά σώρευσε στον εαυτό του περισσότερο κρίμα, εξαιτίας της εγωπάθειάς του.
      Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να είναι αφιερωμένη η πρώτη Κυριακή του Τριωδίου στη διδακτική αυτή παραβολή του Κυρίου για να συνειδητοποιήσουν οι πιστοί πως η υπερηφάνεια είναι η αγιάτρευτη ρίζα του κακού στον άνθρωπο, η οποία τον κρατά μακριά από την αγιαστική χάρη του Θεού. Πως η ταπείνωση είναι το σωτήριο αντίδοτο της καταστροφικής πορείας, που οδηγεί τον άνθρωπο η εγωπάθεια, η οποία είναι το χειρότερο εμπόδιο για τη σωτηρία του ανθρώπου. Αυτή η εγωιστική αυτάρκεια, ως μια λίαν νοσηρή πνευματική κατάσταση, εμποδίζει τη συναίσθηση της αμαρτωλότητας και τη διάθεση για μετάνοια. Εγωισμός και μετάνοια είναι δυο έννοιες εντελώς αντίθετες και ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Η μία αναιρεί την άλλη. Οι πύλες της ψυχής του εγωπαθούς ανθρώπου είναι ερμητικά κλειστές για τη θεία χάρη και κατά συνέπεια είναι αδύνατη η σωτηρία του, όσο εμμένει στην εγωιστική του περιχάραξη.
      Η υπερηφάνεια και ο εγωισμός είναι καταστάσεις εωσφορικές. Πρώτος διδάξας ο Εωσφόρος, ο οποίος δε μπορούσε να θεωρεί τον εαυτό του κατώτερο από το Θεό και δημιουργό του και γι’ αυτό διανοήθηκε να στήσει το θρόνο του πάνω από το θρόνο της μεγαλοσύνης Του, «εις τον ουρανόν αναβήσομαι, επάνω των αστέρων του ουρανού θήσω τον θρόνον μου, αναβήσομαι επάνω των νεφών, έσομαι όμοιος τω Υψίστω» (Ησ.14,13-14). Αλλά αυτή η αλαζονική του απόφαση είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να μην πραγματοποιήσει το σκοπό του, αλλά να χάσει τη δόξα και την τιμή που του είχε χαριστεί από το Θεό και να καταπέσει στην έσχατη απαξία. Και ακόμη, από ανείπωτο μίσος και φθόνο, θέλησε να μεταδώσει και στον άνθρωπο, το κορυφαίο δημιούργημα του Θεού, τη φθοροποιά και καταστροφική έξη του εγωισμού. Έπεισε
 τους πρωτοπλάστους ότι δήθεν ήταν ικανοί από μόνοι τους να γίνουν θεοί (Γεν. 3ο κεφ.), συμπαρασύροντάς τους στη δική του δίνη και καταστροφή.
      Αυτή ακριβώς την κατάσταση έχει υπόψη της η Εκκλησία μας και θέσπισε την κατανυκτική περίοδο του Τριωδίου, η οποία σηματοδοτεί την μεταπτωτική κατάσταση του ανθρωπίνου γένους, αρχίζοντας από τη στηλίτευση του εγωισμού, ως την πρωταρχική αιτία της πτώσεως και της κατοπινής δραματικής πορείας του ανθρώπου. Μας καλεί να κάνουμε μια μεγάλη θυσία αυτές τις αγιασμένες μέρες που ακολουθούν. Να θυσιάσουμε τον εγωισμό μας, ως την πλέον ευάρεστη θυσία στο Θεό, διότι «θυσία τω Θεώ, πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουθενώσει» (Ψαλμ.50,19). Να θεωρήσουμε τον εγωιστικό εαυτό μας ως το χειρότερο και τον πλέον επικίνδυνο εχθρό μας, διότι αν δεν τον νικήσουμε, θα μας νικήσει εκείνος και θα μας στείλει εξάπαντος στην απώλεια.
      Είναι θεμελιώδους σημασίας ο λόγος του Κυρίου μας: «ο μείζων υμών έσται υμών διάκονος. όστις δε υψώσει εαυτὸν ταπεινωθήσεται, και όστις ταπεινώσει εαυτὸν υψωθήσεται» (Ματθ.23,11-12)! Ο πραγματικά σπουδαίος, για το Χριστό, είναι αυτός που θέτει τον εαυτό του υπηρέτη των άλλων και τον θεωρεί κατώτερο από εκείνους. Εξίσου θεμελιώδους σημασίας είναι και η διαβεβαίωσή Του: «αμὴν λέγω υμίν ότι οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ.21,32), που σημαίνει πως συγκάτοικοί μας στον παράδεισο θα είναι μετανοούντες αμαρτωλοί, ενώ θα απουσιάζουν οι αμετανόητοι νομιζόμενοι δίκαιοι!  
      Η περίοδος του Τριωδίου είναι κατ’ εξοχήν περίοδος αγώνα κατά της εγωπάθειας και άσκηση της αρετής της ταπείνωσης, ως μονόδρομος της σωτηρία μας. Αποτελεί το προπαρασκευαστικό χρονικό διάστημα πριν το Πάσχα, για την οντολογική προετοιμασία ημών των πιστών για την ύπατη και λαμπρότατη εορτή της Εκκλησίας μας. Για την ψυχοσωματική μας κάθαρση από όλους εκείνους τους ρίπους, που μολύνουν την ύπαρξή μας και μας καθιστούν οντότητες νοσηρές, έκπτωτες από την αυθεντικότητά μας. Η μετοχή μας στη φωτοφόρο πανήγυρη των πανηγύρεων απαιτεί προσωπική ανακαίνιση και ιδιαίτερα απόρριψη του εγωισμού μας, ειδάλλως  το ανέσπερο αναστάσιμο φως θα καταδείξει την ψυχική μας ρυπαρότητα και δε θα δυνηθούμε να γίνουμε κοινωνοί του Αναστάντος Λυτρωτή μας, αφήνοντάς μας ανέγγιχτους  οι άρρητες δωρεές της Αναστάσεως. Είναι ανάγκη, λοιπόν, όπως μας παροτρύνει ο απόστολος Παύλος, να «μορφωθεί ο Χριστός» στην ύπαρξή μας (Γαλ.4,19).  Και η μόρφωσή μας εν Χριστώ ξεκινά με την αποβολή της εγωπάθειάς μας και την απόκτηση της ταπείνωσης, η οποία, μόνη αυτή, μπορεί να μας υψώσει ως το θρόνο του Θεού. 

aktines

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Ονοματοδοσία, Υπαπαντή του Κυρίου, και ο Ιησούς δωδεκαετής στο Ναό (Λουκ. 2, 21-52)



Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου
Ο ευαγγελιστής Λουκάς διασώζει τρία σημαντικά γεγονότα από την βρεφική και παιδική ηλικία του Ιησού: Την περιτομή και ονοματοδοσία Του στο Ναό των Ιεροσολύμων (8 ημερών), την Υπαπαντή – συνάντησή Του με τον προορατικό γέροντα Συμεών (40 ημερών), και ένα περιστατικό με τον δωδεκάχρονο Ιησού στο Ναό, όπου φαίνεται η θεϊκή σοφία Του και η αποστολή Του
ανάμεσα στους ανθρώπους.
Α. Όταν συμπληρώθηκαν πράγματι οκτώ ημέρες από τη γέννησή Του, έκαναν στο παιδί ΠΕΡΙΤΟΜΗ και του έδωσαν το όνομα ΙΗΣΟΥΣ (= Ο Θεός σώζει), όπως δηλαδή το είχε ονομάσει ο άγγελος, κατά τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. [Περιτομή εκτελούσαν και οι Αιγύπτιοι και Άραβες, για λόγους υγείας και ένταξή τους σε διάφορες φυλές. Στους Εβραίους την περιτομή έκανε συνήθως ο πατέρας του παιδιού και από τότε το παιδί εθεωρείτο μέλος του λαού του Θεού. Ήταν δε μεγάλη προσβολή να σε ονομάσουν ‘απερίτμητο’, δεδομένου ότι με την περιτομή ξεχώριζαν οι Εβραίοι, μέσω της Διαθήκης του Θεού με τον Αβραάμ, από τους ειδωλολάτρες]. Όταν, σύμφωνα και με τον μωσαϊκό Νόμο, συμπληρώθηκαν οι μέρες για τον ΚΑΘΑΡΙΣΜΟ ΤΟΥΣ, έφεραν το παιδί στα Ιεροσόλυμα, για να το αφιερώσουν στο Θεό. [Η τελετή του καθαρισμού γινόταν την τεσσαρακοστή ημέρα από τη γέννηση του παιδιού. Με την ειδική αυτή τελετή θεωρούσαν ότι καθαρίζονταν όχι μόνο η μητέρα αλλά και όσοι έρχονταν σε επαφή μαζί της -το αίμα και οι διάφορες εκκρίσεις ήταν για τους Ισραηλίτες αίτιες μολύνσεως και σημαντικοί λόγοι αποχής από τη λατρεία. Εδώ ενδιαφέρει τον ευαγγελιστή Λουκά να τονίσει την αφιέρωση του μικρού Ιησού στον Θεό. Κατά την Πατερική ερμηνεία, ναι μεν πέρασε το ιουδαϊκό αυτό τυπικό στη χριστιανική λατρεία, οι ΕΥΧΕΣ όμως που ο ιερέας διαβάζει στη λεχώνα κατά τον ‘εκκλησιασμό’ του βρέφους, σκοπό έχουν ΠΛΕΟΝ να δοθεί η ευλογία και η χάρη του Θεού στην μητέρα, δεδομένου ότι η ροπή προς την αμαρτία είναι κοινή σε όλους, σε άντρες και γυναίκες, και μέσα στη φύση μας (Κύριλλος Αλεξανδρείας, Ε.Π. 69,1089). Επομένως για κάθε γεγονός της ζωής μας οφείλουμε να ζητάμε την βοήθεια του Θεού («Είτε τρώτε, είτε πίνετε, είτε οτιδήποτε άλλο πράττετε, πρέπει όλα να τα κάνετε για τη δόξα του Θεού» (Α΄ Κορ. 10,31)]. 

Σύμφωνα με το μωσαϊκό Νόμο, αν το πρώτο παιδί που φέρνει μια γυναίκα στον κόσμο είναι αγόρι, πρέπει να θεωρείται ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ στον Κύριο [(Έξοδος, 13,2: «Κάθε αρσενικό των Ισραηλιτών που γεννιέται πρώτο, είτε άνθρωπος είναι είτε ζώο, θ’ ανήκει σε εμένα»). Και αυτό γιατί ο Θεός είχε ελευθερώσει τον Ισραηλιτικό λαό από την Αίγυπτο. Έπρεπε ακόμη να ΕΞΑΓΟΡΑΖΟΥΝ κάθε πρωτότοκο γιό τους, σε ανάμνηση της θανάτωσης των πρωτοτόκων της Αιγύπτου, που έγινε για να επιτρέψει ο φαραώ στους Εβραίους να φύγουν]. Έπρεπε λοιπόν να προσφέρουν η Μαρία με τον Ιωσήφ και θυσία ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια, όπως έγραφε ο Νόμος του Κυρίου. Στα Ιεροσόλυμα βρισκόταν ένας άνθρωπος που τον έλεγαν ΣΥΜΕΩΝ. Ήταν πιστός, ευλαβής και φωτισμένος. Περίμενε τη σωτηρία του Ισραήλ, ενώ τον καθοδηγούσε το Άγιο Πνεύμα. Του είχε φανερώσει λοιπόν το Πνεύμα το Άγιο ότι δεν θα πεθάνει, προτού να δει τον Μεσσία (για τον οποίον πολλές προφητείες μιλούσαν). Τότε ο Παράκλητος τού υπέδειξε να πάει στο Ναό. Μόλις οι γονείς Του έφεραν εκεί το παιδί, τον Ιησού, για να κάνουν γι’ αυτόν τα έθιμα που προστάζει ο Νόμος, Τον πήρε στην αγκαλιά του, δόξασε τον Θεό και είπε: «ΤΩΡΑ ΚΥΡΙΕ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟΝ ΔΟΥΛΟ ΣΟΥ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΕΙΡΗΝΙΚΑ, ΟΠΩΣ ΤΟΥ ΥΠΟΣΧΕΘΗΚΕΣ, ΓΙΑΤΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΕΙΔΑΝ ΤΟΝ ΣΩΤΗΡΑ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΣΕΣ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ (Μεσσίας για όλο τον κόσμο ο Ιησούς, όχι μόνο για ένα έθνος), ΦΩΣ ΠΟΥ ΘΑ ΦΩΤΙΣΕΙ ΤΑ ΕΘΝΗ ΚΑΙ ΘΑ ΔΟΞΑΣΕΙ ΤΟΝ ΛΑΟ ΣΟΥ ΤΟΝ ΙΣΡΑΗΛ». [Υπήρξε δηλαδή ο Συμεών ο πρώτος χριστιανός πλέον προφήτης, και έμεινε στην εκκλησιαστική συνείδηση με τον χαρακτήρα του ‘Θεοδόχου’, γιατί είχε την ευλογία να κρατήσει τον σαρκωμένο Θεό στα χέρια του. Τα λόγια του επαναλαμβάνει κάθε ιερέας στον Εσπερινό, λίγο πριν το τέλος της Ακολουθίας]. Ο Ιωσήφ και η μητέρα Του θαύμαζαν για όσα λέγονταν γι’ αυτό το παιδί. Ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στη Μαριάμ, τη μητέρα του Ιησού: «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες. ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΤΙΛΕΓΟΜΕΝΟ (“σημείο διαφωνίας”, όπως ισχύει μέχρι και σήμερα, διότι πράγματι είχε, έχει και θα έχει σ’ όλη την ιστορία πολλούς φίλους αλλά και πολλούς εχθρούς) για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών. Όσο για σένα, λέγει στην Θεοτόκο, ο πόνος για το παιδί σου (θα δει να Τον ειρωνεύονται, να διώκεται, να βασανίζεται, να σταυρώνεται και να πεθαίνει) θα διαπεράσει τη καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι». Όταν έκαναν όλα όσα πρόσταζε ο Νόμος του Κυρίου, γύρισαν στην πατρίδα τους Ναζαρέτ. [Η αφιέρωση του Ιησού στο Ναό, Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΟΥ από τον άγιο γέροντα Συμεών και την προορατική προφήτισσα Άννα -84 ετών τότε, βρισκόταν συνέχεια στο Ναό, ενώ μέρα και νύχτα προσευχόταν και νήστευε- η οποία δοξολογούσε τον Θεό και μιλούσε για το παιδί σε όλους, ονομάζεται στην εκκλησιαστική μας λατρεία ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ και γιορτάζεται στις 2 Φεβρουαρίου]. Το παιδί στο μεταξύ ΜΕΓΑΛΩΝΕ και ΔΥΝΑΜΩΝΕ στο πνεύμα, ΓΕΜΙΖΕ ΑΠΟ ΣΟΦΙΑ και η χάρη του Θεού ήταν μαζί Του. [Ήταν επομένως ΚΑΙ αληθινός άνθρωπος, με σάρκα και οστά, που πέρασε (και ευλόγησε έτσι την οικογένεια, την εργασία, καθώς και) όλες τις φάσεις και τα στάδια της ανθρώπινης ζωής, και ΟΧΙ φάντασμα, όπως τον θεώρησαν οι διάφορες γνωστικές ομάδες]. Β. Κάθε χρόνο, τη γιορτή του Πάσχα, οι γονείς του Ιησού πήγαιναν στην Ιερουσαλήμ. [Πολλές χιλιάδες προσκυνητές Ισραηλίτες συνέρρεαν κάθε χρόνο, απ’ όλο τον κόσμο, στη γιορτή του Πάσχα (και της Σκηνοπηγίας) στα Ιεροσόλυμα, τους οποίους φιλοξενούσαν οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ]. ΟΤΑΝ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΕΓΙΝΕ 12 ΕΤΩΝ, ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα, στη γιορτή. [Έως τα δώδεκά του έτη κάθε παιδί διδασκόταν από τον πατέρα του την εντολή-Οδηγία ‘Σεμά’ του Μωυσή («Άκου, λαέ του Ισραήλ: Ο Κύριος ο Θεός μας είναι ο μόνος Κύριος. Να αγαπάς λοιπόν τον Κύριο … με όλη την καρδιά σου….», Δευτ. 6,4), τις Δέκα Εντολές και άλλα συναφή, ενώ από 13 ετών μπορούσε να εισέρχεται ελεύθερα και από μόνος του στο Ναό. Στη Συναγωγή ακολούθως μάθαιναν αναλυτικότερα τα της πίστεώς τους]. Όταν τελείωσε η γιορτή και γύριζαν πίσω, το παιδί Ιησούς παρέμεινε στην Ιερουσαλήμ, χωρίς να το ξέρουν ο Ιωσήφ ΚΑΙ Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ (σε πολλά σημεία των Ευαγγελίων δεν αναφέρεται ο Ιωσήφ σαν πατέρας του Ιησού, αλλά μόνο η Παναγία ως μητέρα Του, διότι ο Ιωσήφ υπήρξε θετός και μόνο πατέρας του Ιησού). Νομίζοντας ότι ήταν μέσα στο πλήθος των προσκυνητών, περπάτησαν μιας μέρας δρόμο και ύστερα άρχισαν να Τον αναζητούν ανάμεσα στους συγγενείς και τους γνωστούς. Επειδή δεν τον βρήκαν, γύρισαν στην Ιερουσαλήμ και τον αναζητούσαν. Ύστερα από τρεις ημέρες, τον βρήκαν στο Ναό, καθισμένο ανάμεσα στους νομοδιδασκάλους, να τους ακούει και να τους κάνει ερωτήσεις. Όλοι όσοι τον άκουγαν έμειναν έκπληκτοι για τη νοημοσύνη και τις απαντήσεις Του (Στο απόκρυφο ευαγγέλιο του Θωμά αναφέρεται να λένε οι νομοδιδάσκαλοι για τον μικρό Ιησού: «τέτοια σοφία και αρετή, ούτε ακούσαμε ούτε είδαμε ποτέ»). Μόλις τον είδαν οι γονείς Του απόρησαν, και η μητέρα του Τού είπε: «Παιδί μου, γιατί μας το έκανες αυτό; Ο πατέρας σου (εδώ με νομική έννοια, αφού ήταν εξαρχής γραμμένος στην οικογενειακή μερίδα του Ιωσήφ) κι εγώ σε αναζητούσαμε με πολλή αγωνία». Ο Ιησούς τούς απάντησε: «Γιατί με αναζητούσατε; Δεν ξέρατε ότι πρέπει να βρίσκομαι στο σπίτι του Πατέρα μου;». Στην ουσία τους εξηγεί ότι φυσικός πατέρας του είναι ο Θεός Πατέρας και όχι ο Ιωσήφ, όπως μόλις πριν του είχε πει η Παναγία μητέρα Του (θα πρέπει δηλαδή να τον αντιλαμβάνονται πλέον ως Θεάνθρωπο με ξεχωριστή αποστολή, και όχι σαν απλό άνθρωπο). Το γεγονός δε αυτό αποτελεί την πρώτη ανεξάρτητη κίνηση του Ιησού ως Μεσσία και επισημαίνει την ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ ΤΟΥ ως μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού. Εκείνοι όμως δεν κατάλαβαν τα λόγια που τους είπε. Ο Ιησούς κατέβηκε μαζί τους και ήρθε στη Ναζαρέτ και ΖΟΥΣΕ ΚΟΝΤΑ ΤΟΥΣ ΜΕ ΥΠΑΚΟΗ (δεν ταξίδεψε επομένως σε Ινδίες και Θιβέτ όπως μερικοί ευφάνταστοι υπέθεσαν). Ο Ιησούς ΜΕΓΑΛΩΝΕ και ΠΡΟΚΟΒΕ στη σοφία (ως άνθρωπος), και η χάρη που είχε ευαρεστούσε τον Θεό και τους ανθρώπους. Στη συνέχεια, και για 18 περίπου χρόνια μετά, η Ναζαρέτ φιλοξένησε αθόρυβα τον ουράνιο επισκέπτη. Αμέσως ύστερα, έγινε η μεγάλη έκρηξη, οπότε ο Υιός του Θεού οικειοθελώς βγήκε από την αφάνεια και άρχισε να κηρύττει και διδάσκει στους ανθρώπους περί της Βασιλείας των Ουρανών. Η Παναγία κρατούσε στη καρδιά της όλα τα γεγονότα, και όσα λόγια σχετίζονταν με τη ζωή του παιδιού της και ταυτόχρονα Θεού της. Μετά την Ανάσταση του Κυρίου, και ιδιαίτερα τον φωτισμό της Πεντηκοστής, τις αλήθειες αυτές εμπιστεύτηκε στους αποστόλους Του και στην πρώτη εκκλησιαστική κοινότητα των πιστών.

 oodegr

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

Επί των ποταμών Βαβυλώνας εκεί εκαθήσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών…

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΤΗΣ  ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς …
ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ  ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Ας πούμε, λοιπόν, περί της μετανοίας, αυτά που είπεν ο Χριστός, ο Δεσπότης και φιλάνθρωπος Υιός του φιλαν­θρώπου Πατρός, ο μόνος γνήσιος εξηγητής της …
ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
(Αποσπάσματα από το βιβλίο του Αρχιμ. Βασιλείου, Η παραβολή του ασώτου υιού, Καθηγουμένου Ιεράς Μονής Ιβήρων)
Αγ. Ι.Χρυσοστόμου: Κυριακή του Ασώτου
Ήταν δυό αδέλφια· τα οποία, αφού μοιράστηκαν αναμεταξύ τους την πατρική περιουσία, ο ένας έμεινε στο σπίτι, ενώ ο άλλος έφυγε σε μακρινή χώρα…
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΞΟΡΙΑ   (Κυριακή του Ασώτου)
Επί των ποταμών Βαβυλώνας εκεί εκαθήσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών… πώς ασομαι την ωδήν Κυρίου επί γης αλλότριας; εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ…
ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ  ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
Κύριε, Σ’ ευχαριστούμε για το Άγιο Ευαγγέλιο αυτό. Σ’ ευχαριστούμε για την αγαθή είδηση αυτή. Γιατί δημιούργησες τον άνθρωπο, να μπορή να νικήση κάθε …
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ  (ΛΟΥΚΑ ΙΕ΄ 11-32)
Αρχιμ. Ιωήλ Κωνστάνταρος Ιεροκήρυξ της Ι. Μητρ. Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΡΙΝΗΣ Ματθ.6, 14-21


Ο ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΤΗΣ «ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑΣ»


Η χριστιανική πίστη είναι μια οδός ζωής – ένας δρόμος που συνεχίζεται όσο ζει ο άνθρωπος. Σ’ αυτό το δρόμο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει ένα κόσμο γεμάτο από αλλαγές και μεταβολές με αιφνιδιασμούς και απρόοπτα. Χρειάζεται προσοχή γιατί δεν ξέρει κανείς τι θα βρεθεί μπροστά του. Πάντα ελλοχεύει κάποιος κίνδυνος.

Αυτή η πορεία έχει την ομορφιά της γιατί κρατά τον πιστό ξύπνιο και πρόθυμο να συναντήσει το αναπάντεχο.

Η συνεχής αυτή πορεία παρουσιάζει και τη μεγαλύτερη δυσκολία, ακόμη κι’ όταν είναι πορεία προς την ελευθερία. Έτσι είναι. Η συνεχής πορεία κουράζει, το άγνωστο τρομάζει, έστω και αν είναι η γη της επαγγελίας.

Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τον χριστιανό. Η ζωή με τη μορφή της αδιάκοπης πορείας προς την τελειότητα τον φοβίζει και τον κάνει να νοιώθει ανέστιος και πάροικος. Η αλήθεια αυτή που έκανε τους αποστόλους και τους πιστούς των πρωτοχριστιανικών χρόνων να νοιώθουν έτοιμοι για κάθε κίνδυνο, έγινε βάρος για πολλούς σήμερα.

Οι περισσότεροι προτιμάμε τη σιγουριά της επίγειας πόλης, παρά την προσδοκία της μέλλουσας.

Δεν μιλάμε για τους υλιστές, γιατί αυτοί δεν γνώρισαν ποτέ την ομορφιά του ουρανού, γιατί βυθίστηκαν από νωρίς στο τέλμα. Μιλάμε για όσους ξεκίνησαν και κάπου λιγοψύχησαν. Αυτοί πιάστηκαν στην παγίδα της «θρησκευτικότητας». Διατηρούν τους εξωτερικούς τύπους και μετέβαλαν την «δόν Κυρίου» σ’ έναν τύπο που έχει ως σκοπό να διασφαλίσει την πρόσκαιρη ζωή τους από επικίνδυνες αλλαγές για την επισφαλή εσωτερική τους ισορροπία. Έτσι η πίστη αντί να είναι ο τελικός του σκοπός γίνεται μέσον. Και τελικά αυτή η παραποιημένη πίστη, που καλύπτεται από το ιμάτιο της «θρησκευτικότητας» γίνεται μια παγίδα και ένας κίνδυνος που κρατά τον άνθρωπο δέσμιο και ανίκανο να συνεχίσει την πορεία του προς τη Βασιλεία Του Θεού.

Μια τέτοια καθαρή εικόνα μας δίνει η σημερινή ευαγγελική διήγηση.

Ο Ιησούς φέρνει τρία παραδείγματα που δείχνουν που ακριβώς βρίσκεται ο κίνδυνος της «θρησκευτικότητας» δηλ. της μεταβολής της πορείας σε στασιμότητα.

Το πρώτο είναι η προσευχή του ανθρώπου. Λίγο νωρίτερα ο Χριστός είχε διδάξει στους μαθητές την Κυριακή προσευχή. Πρόκειται για ένα περιεκτικό κείμενο που αποφεύγει τη φλυαρία και δεν είναι μόνο σύντομο, αλλά είναι και νέο ως προς το περιεχόμενό του. Ο Χριστιανός ζητάει από τον Θεό βασικά δύο πράγματα : τον ερχομό της βασιλείας Του και την συγχώρηση των ανομιών του ανθρώπου.

Ο κίνδυνος όμως της «θρησκευτικότητας» παραμονεύει παντού, ακόμα και την ώρα της προσευχής. Εδώ παρουσιάζεται με τη μορφή της αποκοπής από την ζωή του ανθρώπου. Κι’ αυτό ακριβώς επισημαίνει ο Χριστός. Η προσευχή είναι δραστική και σωστή τότε μόνον, όταν συνοδεύεται από συγχώρεση για τους ανθρώπους που μας έβλαψαν. Η προσευχή είναι το σημείο που δεν μπορούν να μας πειράξουν οι άλλοι. Κι’ εδώ ακριβώς βρίσκεται η παγίδα. Να μεταβάλλουμε την προσευχή σε εξωπραγματική πράξη, στατική, έξω από τις σχέσεις μας με τους άλλους.

Αυτό ακριβώς τον κίνδυνο, δηλ. τη μεταβολή της ζωντανής επικοινωνίας με το Θεό σε μια θρησκευτική πράξη αποκομμένη από τη ζωή. Αυτόν τον κίνδυνο επισημαίνει ο Χριστός.

Αλλά δεν περιορίζεται στο να δείξει τον κίνδυνο , δείχνει και πως μπορούμε να τον αποφύγουμε : με την αίτηση συγνώμης από όσους βλάψαμε, απ’ όσους χωρίσαμε με το μίσος από την κοινωνία. Η κοινωνία με τον Θεό είναι δραστική, μόνο αν αποκαταστήσουμε την κοινωνία μας με τους συνανθρώπους μας, χωρίς να ρωτάμε αν έχουν εκείνοι το φταίξιμο. Διαφορετικά η προσευχή μας γίνεται φαρισαϊκή.

Το δεύτερο παράδειγμα είναι η νηστεία που αρχίζει αύριο. Η νηστεία είναι θεσμός, που εύκολα μπορεί να γίνει η αιτία για εξωτερική ικανοποίηση του ανθρώπινου εγωισμού, για μια ψεύτικη υπεροχή απέναντι σ’ αυτούς που δεν νηστεύουν.

Στην εποχή του Χριστού οι φαρισαίοι διακρίνονται για την τήρηση της νηστείας και την διατυμπάνιζαν για να τονίσουν την υπεροχή τους.

Ο χριστός καταδικάζει τη μεταβολή της νηστείας από ένα μέσο ανάνηψης σε αυτοσκοπό, σε αυτοπροβολή της ατομικότητάς του. Η νηστεία είναι ένα μέσο εγκράτειας και δυνατότητας για κοινωνικό έργο. Είναι πρόσκληση για φιλανθρωπική δράση και η ανθρώπινη ματαιοδοξία τη μετέβαλε σε τόπο και τύπο αυτοδικαίωσης. Όποιος υποκύψει στην παγίδα της «θρησκευτικότητας» μεταβάλλει την νηστεία σε εγωιστική προβολή, σε διακριτικό διάφραγμα που ξεχωρίζει την δική του ευσέβεια από την ασέβεια των πολλών. Έτσι αντί να ενώνει, χωρίζει τους χριστιανούς.

Ο Χριστός φέρνει και ένα τρίτο παράδειγμα που δείχνει πόσο εύκολα ξεγελιέται ο άνθρωπος και μεταβάλλει την συνεχή πορεία σε στάση και αδιέξοδο.

Είναι το ερώτημα που βρίσκεται ο θησαυρός του ανθρώπου. Εδώ φαίνεται πόσο βαθειά είναι ριζωμένος ο χριστιανισμός του. Γιατί η καρδιά μας βρίσκεται εκεί, όπου βρίσκεται και ο θησαυρός μας.

Εδώ η απόκλιση γίνεται ευκολότερα, γιατί συνδέεται με την καθημερινή μας ζωή. Θησαυρός είναι αυτό που θεωρούμε πολύτιμο, αυτό που παρακαλάμε το Θεό να μας δώσει, αυτό που κυνηγάμε με τον κόπο μας. Κι’ αυτό δεν είναι πολλές φορές η «βασιλεία του Θεού και η δικαίωση» αλλά κάποιο εγκόσμιο αγαθό. Η θρησκευτικότητα δεν φαίνεται να παίζει κάποιο ρόλο εδώ. Η προσκόλληση στα επίγεια φαίνεται να μην συνδέεται με την θρησκευτικότητα, έστω των τύπων. Κι’ όμως φαίνεται πως κι’ αυτό είναι δυνατό. Γι’ αυτό άρχισε να επινοεί θεωρίες για την χρησιμότητα του πλούτου, για τον έπαινο του καλού χριστιανού με επίγεια αγαθά, για τη χριστιανική διαχείρισή του κ.α.

Κι’ όλα αυτά για να μην χάσει από τα χέρια του αυτό που υποκαθιστά το Θεό, τον επίγειο θησαυρό του. Κάνει τα αδύνατα δυνατά για να συνδυάσει την πίστη του με την ειδωλολατρία του. Αρκείται σε μια ψεύτικη - υποτονική θρησκευτικότητα, αρκεί να έχει την βεβαιότητα του θησαυρού του.

Και τα τρία παραδείγματα έχουν κοινά γνωρίσματα. Δείχνουν πόσο εύκολα λησμονεί ο άνθρωπος την πορεία και παραμένει σ’ ένα πρόσκαιρο παρόν. Συγχρόνως όμως δείχνουν και πόσο αισθάνεται την ανάγκη να μείνει σ’ επαφή με το Θεό. Αυτός ο εσωτερικός διχασμός του εκφράζεται με μια ρηχή θρησκευτικότητα , που όχι μόνο διαλύει, αλλά επιτείνει το πρόβλημα. Δεν μπορεί κανείς να δουλεύει συγχρόνως σε δυο Κυρίους.

Η ψεύτικη θρησκευτικότητα τον εμποδίζει να δει καθαρά και τον δένει σε μια γωνιά με την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Έτσι όμως μένει μόνος μέσα στην έρημο, αδύναμος και ανασφαλής.

Η παγίδα και ο κίνδυνος της θρησκευτικότητας των τύπων και του εγωισμού δεν είναι γνώρισμα μόνο του φαρισαϊσμού. Παραμένει δίπλα μας κάθε στιγμή έτοιμη να μας προσβάλλει πνευματικά.

Γι’ αυτό η εκκλησία μας καλεί σε συνεχή εγρήγορση. Σε πνευματική νήψη. Ιδιαίτερα τώρα την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής που η νηστεία είναι αληθινή, όταν συνοδεύεται από συνεχή νήψη ψυχής, από αγάπη και συγνώμη για τους άλλους, από αληθινή νηστεία, από αποχή όχι μόνο τροφής αλλά και παθών.


π.Γ.Στ.



Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ Λουκ. 15,11-32

« ΕΝΑΣ ΑΣΩΤΟΣ ΤΑΠΕΙΝΟΥΜΕΝΟΣ ΣΩΖΕΤΑΙ

ΚΙ ΕΝΑΣ ΑΥΤΟΔΙΚΑΙΩΜΕΝΟΣ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΕΤΑΙ»


Η παραβολή του Ασώτου αποτελεί κορυφαίο σωτηριολογικό κείμενο της Καινής Διαθήκης και ανήκει κυρίως στη νεότητα. Πρόκειται για ένα δράμα σε τρία επεισόδια και ένα ακροτελεύτιο intermediam, δηλ την παρέμβαση του μεγαλύτερου αδελφού, που επιχειρεί να μειώσει τον θρίαμβο της αγάπης και να ματαιώσει την κάθαρση του δράματος.

Αυτός ο νέος, γνωστός στην παγκόσμια ιστορία ως «Άσωτος», αλλά και υπόδειγμα σωτηρίας συγχρόνως, είναι ο πρωταγωνιστής του δράματος και προανήγγειλε την παντοδυναμία της αγάπης, πριν ακόμα εκφραστεί ως σταυρική θυσία και απολύτρωση.

Πράγματι, ποιός νέος πάνω στην έκρηξη της εφηβείας του, δεν ένοιωσε την ορμή μιας επανάστασης στο κατεστημένο, την ανάγκη αποστασιοποίησης από αυτό και κάποια στιγμή μια τάση φυγής από την πατρική εστία;

Ποιός δεν ονειρεύτηκε ένα ταξίδι με στόχο το δικό του παράδεισο; Τελικά πόσοι νέοι δεν αγάπησαν την περιπέτεια του άγνωστου και το ρίσκο του επικίνδυνου;

Από την άποψη αυτή ο άσωτος ανήκει στους «αντάρτες» που σημάδεψαν την παγκόσμια ιστορία. Δεν θα υποστηρίξουμε την πράξη του Ασώτου και των νέων που τον ακολουθούν, χωρίς να καταξιώνονται όπως εκείνος. Ας σκεφτούμε όμως τις πιέσεις που ασκεί ένα διαστρεβλωμένο κοινωνικό κλίμα, πάντα στον έφηβο που καλείται να υπακούσει στις παραινέσεις και συμβουλές γονέων και δασκάλων που δεν τον κατάλαβαν ποτέ.

Αυτό όμως δεν αποκλείει να λειτουργήσει κάποτε το μυστήριο της αγάπης και να προκαλέσει το θαύμα για τον άσωτο κάθε εποχής.

Ένα στιγμιότυπο από τη σημερινή κοινωνία θα ζωντάνευε τον πρωταγωνιστή της παραβολής, στη φάση μάλιστα της εξαθλίωσής του.

Είναι ο νέος, η νέα, με την περίεργη εμφάνιση και συμπεριφορά στο δρόμο ή περιμένοντας μετά τα μεσάνυχτα για να ανοίξει το νυχτερινό κέντρο.

Ο νέος με πατρίδα ή χωρίς πατρίδα, με γονείς που έχει ίσως διαγράψει, με ελπίδα και προπαντός χωρίς αγάπη. Ο νέος που αναζητά χωρίς να το ξέρει το λόγο της αναζήτησης αυτής και πάνω από όλα τον τρόπο εύρεσης του ζητούμενου. Και προβληματίζεσαι αν το παιδί αυτό είναι ο άσωτος της εποχής μας και ποια η δική σου ευθύνη άραγε, του γονέα, του δασκάλου, του πλησίον για την επικίνδυνη πορεία που διάλεξε ν’ ακολουθήσει.

Απέναντι σ’ αυτό το νέο παιδί , που ζει τη μοναξιά ανάμεσα στους εκατοντάδες νέων του νυχτερινού κέντρου, κάτω από το ρυθμό της ξενόφερτης μουσικής, ο Άσωτος της παραβολής έχει ένα πλεονέκτημα, που πληγώνει την αγάπη του πατέρα που έχει απορρίψει.

Αυτός που ακόμα και όταν όλα είχαν σβήσει μέσα στην ασωτία, η αγάπη ποτέ δεν έσβησε, και στη κατάλληλη στιγμή του αξιώνει να πάρει τη μεγάλη απόφαση της επιστροφής.

Μια επιστροφή που δεν ζητάει τίποτα εκτός από συγνώμη. Πλούτος και προβολή ονόματος έχουν πεθάνει. Γεγονός είναι μόνο η συντριβή και η ακλόνητη ελπίδα της πατρικής συγνώμης όπως φαίνεται στη φράση: «πτερ μαρτον ες τόν ορανόν καί νώπιόν σου. Οκέτι εμί ξιος κληθεναι υός σου» που φανερώνει ηρωική και αμετάκλητη απόφαση ικανή να υλοποιεί αξίες και να παράγει καρπούς αληθινής αγάπης, τη μετάνοια και την ταπείνωση. Είναι η ασυμβίβαστη ορμή και η καθαρότητα του νέου που απαιτεί τα πάντα και θυσιάζει τα πάντα, όταν βεβαιωθεί για την ανιδιοτέλεια της αγάπης.

Ένας σύγχρονος στοχαστής λέει: «έχουμε ανάγκη την ηθική όσο μας λείπει η αγάπη. Όταν υπάρχει η αγάπη οι άλλες αρετές ακολουθούν σαν να τρέχουν από πηγή».

Γι’ αυτό η επιστροφή του ασώτου ως επάνοδος στην αγάπη, συνεπάγεται την απόλυτη ανταπόκριση Εκείνου που ήλθε, μόνο από αγάπη, «ζητσαι καί σσαι τό πωλωλός».( Λουκ. 19,10)

Κι εδώ ο άσωτος δεν δικαιώνεται απλά όπως ο τελώνης.

Δοξάζεται, γιατί η αληθινή αγάπη δεν περιορίζεται στη παραχώρηση της συγνώμης και στη δικαίωση του αμαρτωλού.

Οι φράσεις «δότε δακτύλιον ες τήν χερα ατο» και « νέγκατε τον μόσχον τόν σιτευτόν» φανερώνουν μια άλλη πραγματικότητα που είναι πέρα από την απονομή της συγνώμης.

Είναι η χαρά που είχε ο καθένας το δικαίωμα να μετέχει στη ζωή του Θεού, ως ίσος προς ίσον. Και αυτός που χάνει την αγάπη και κάποια «κεκτημένα» είναι ο υιός ο πρεσβύτερος. Τον άνθρωπο που αποκτάει αυτοδικαίωση με «λογικά» επιχειρήματα, αλλά χωρίς ίχνος αγάπης. Που κρίνει τον άσωτο αδελφό του, κατηγορεί τον πατέρα του, όχι για αποκατάσταση της δικαιοσύνης, αλλά για δικαιώματα ιδιοκτησίας. Αυτός που δεν μπορεί να συλλάβει και να βιώσει πως η αγάπη είναι ο καταλύτης αυτής της «δικαιοσύνης» και όλων των παθών.

Συγχρόνως είναι ο δημιουργός όλων των αρετών, γιατί η ουσία της ταυτίζεται με την ουσία του Θεού.

Η βαρυσήμαντη αυτή παραβολή, όπου καθένας στο πρόσωπο του Ασώτου και περισσότερο του πρεσβύτερου αδελφού, ανακαλύπτει τον εαυτό το , κλείνει με μια ακόμα εκπληκτική ιδιότητα της αγάπης. Εκείνη που εκδηλώνεται τώρα με τη μορφή της καταλλαγής ανάμεσα στους αδελφούς, από τον πατέρα που και οι δυο τους έχουν τόσο βάναυσα πληγώσει.


π.Γ.Στ.



Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ, Λουκ.18,10-14

ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ : ΤΟ ΣΤΑΘΕΡΟ ΠΡΟΤΥΠΟ



Η Εκκλησία μας με την σημερινή ευαγγελική διήγηση της παραβολής του τελώνου και του φαρισαίου, μάς προσκαλεί σε μια συστράτευση και πορεία με σκοπό την ανακάλυψη της αληθινής ζωής.

Αυτή η πορεία διακρίνεται σε δυο φάσεις προετοιμασίας και αγώνα. Και αξίζει να τονίσουμε, ότι οι τρείς πρώτες εβδομάδες του Τριωδίου σημαδεύουν το προκαταρτικό στάδιο του αγώνα που θα ακολουθήσει. Στάδιο προετοιμασίας για να αντιμετωπίσει την επόμενη και δυσκολότερη φάση, όταν το «λαμπρόν στάδιον τν ρετν» θα ανοίξει τις πύλες του σε αγώνες υψηλότερων επιδόσεων που η Εκκλησία μας έχει αιώνες τώρα αθλοθετήσει.

Τα έπαθλα θα είναι «λίαν σημαντικά» ώστε να ικανοποιούν και τους πιο απαιτητικούς αθλητές. Εκείνους που θα τηρήσουν με συνέπεια τους κανόνες του «καλς γωνίζεσθαι» ανάλογα με τις δωρεές που ο Θεός επιφυλάσσει στους αγωνιζόμενους.

Αυτούς όμως τους αγώνες και τη μέθοδο της διεξαγωγής του καθώς και για τα έπαθλα μπορεί κανείς να τα διαπιστώσει μέσα από τα ευαγγελικά αναγνώσματα που πολλή σοφία όρισε η εκκλησία για τη Μ. Τεσσαρακοστή και όλο βέβαια τον ετήσιο λειτουργικό κύκλο.

Ξεκινάμε με το ταπεινό ήθος του Τελώνη και τη σχετική προτροπή όπως σημειώνεται στο κοντάκιό του Τριωδίου.

Γιατί ο Τελώνης είναι ένας από εμάς. Ένας συνειδητοποιημένος αμαρτωλός. Είναι το αρχέτυπο του Χριστιανού που αποφάσισε να αγωνιστεί μπαίνοντας στο στάδιο από πλάγια, χωρίς τον αέρα του νικητή, ούτε καν του αθλητή. Το αντίθετο δηλ. της επισημότητας και αυτοπροβολής που ενσαρκώνει ο Τελώνης.

Στην περίπτωση του Τελώνη βλέπουμε να μετατίθεται το κέντρο βάρους από την αυτοπροβολή στη συναίσθηση της αμαρτωλότητας. Στην αναγνώριση μιας άλλης νίκης που εκπορεύεται από το φρόνημα και το ήθος του αληθινά ταπεινόφρονος ανθρώπου. Του προσγειωμένου στην πραγματικότητα των προσωπικών αμαρτημάτων αλλά και του μολυσμένου κλίματος όπου διαμορφώνεται η σημερινή ζωή.

Σε μια ανάλογη περίπτωση ο Δαυίδ εξομολογούμενος στον πεντηκοστό ψαλμό, θα αποκαλύψει το κληρονομικό του αμάρτημα : «δού γάρ ν νομίαις συνελήφθην καί ν μαρτίαις κίσσησέ με μήτηρ μου». Και ο τελώνης τύπτωντας το στήθος του θα αναφωνήσει με συντριβή : «κύριε λάσθητί μοι τ μαρτωλ».

Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί η εκκλησία τοποθέτησε την παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου στην αρχή της πρώτης φάσης του Τριωδίου, δηλ, την προετοιμασία που στοχεύει στην οριστική κατατρόπωση και κατανίκηση των παθών, με πρώτη την εγωπάθεια. Μια τέτοια νίκη τότε μόνο θα είναι αληθινή όταν ο αγώνας θεμελιωθεί στο ήθος και το φρόνημα της ταπείνωσης.

Συνεπώς, το ζητούμενο για όλους εμάς τους φορείς της αμαρτίας είναι η σπουδή και η απόκτηση του μυστικού εκείνου ήθους που κοσμούσε την άδολη αν και εφάμαρτη ψυχή του Τελώνη.

Εδώ μπορεί ο καθένας να έχει το δικό του υπόδειγμα, το δικό του δάσκαλο και παιδαγωγό, ένα πρόσωπο, ίσως μια ιδεολογία ή ένα σύστημα.

Όμως όλα αυτά κάποτε θα τα αμφισβητήσει βάζοντας στη θέση τους νέα εναλλακτικά υποδείγματα και μοντέλα, ενώ θα αναζητεί διαρκώς στο σταθερό και μόνιμο πρόσωπο.

Αυτό το σταθερό και αδιάψευστο πρόσωπο μας δίνει η Εκκλησία στην οποία αναπτύσσεται και διαμορφώνεται το αυθεντικό ήθος του ανθρώπου. Γιατί στην Εκκλησία υπάρχει ο Χριστός, το μοναδικό και ασύγκριτο υπόδειγμα προς μίμηση για την κατάκτηση του ήθους που ο ίδιος αναγνώρισε στον Τελώνη.

Σ’ εμάς ανήκει η προσπάθεια να πλησιάσουμε το ήθος της Εκκλησίας. Και είναι ανάγκη να τονίσουμε, ότι το ήθος αυτό δεν υπάρχει έξω από αυτήν, ούτε σπουδάζεται με οδηγίες και φυλλάδια που εξαπολύουν κάθε τόσο οι ψευδώνυμες αιρέσεις.

Σπουδάζεται στη λατρεία και τη ζωή της Εκκλησίας, αφού μόνον αυτή παρέχει τα μέσα και τη δύναμη της επαναφοράς του αλλοτριωμένου ανθρώπου στην αρχική του γνησιότητα στο «ρχέγονον κλλος».



π.Γ.Στ.


Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου: Η Φαρισαϊκή δικαιοσύνη και ο Τελωνικός στεναγμός


«Ο Φαρισαίος σταθείς προς εαυτόν…και ο τελώνης μακρόθεν εστώς…» (Λουκ. ιηʼ 11-13)

Η ατμόσφαιρα της προσευχής είναι η πιο κατάλληλη για να αποκαλυφθούν οι εσωτερικές διαθέσεις των ανθρώπων. Στην προσευχή παρουσιάζεται η πνευματική κατάσταση των ανθρώπων, γιʼ αυτό δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Κύριος για να εκφράσει την αντίθεση μεταξύ του Φαρισαίου και του Τελώνου, τους παρουσίασε στην ώρα της προσευχής.
Ο Φαρισαίος με τον τρόπο που προσευχόταν έδειξε πως ζούσε μια δαιμονιώδη πνευματικότητα, μια διεστραμμένη πνευματική κατάσταση, που ήταν αλύτρωτη. Ο Τελώνης με την προσευχή «ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» έδειξε την πνευματική του υγεία, γιʼ αυτό κατέβη δεδικαιωμένος». Όσο κανείς επιδιώκει μόνος του να δικαιώσει τον εαυτό του, τόσο και αποκόπτεται από την λύτρωση, ενώ όσο κανείς μαστιγώνει ανηλεώς τον εαυτό του, θεωρώντας τον ανάξιο του θείου ελέους, τόσο γίνεται δέκτης της θείας Δωρεάς.
Τρία σημεία θα θέλαμε να τονίσουμε στην σημερινή ομιλία.

Ευσέβεια και ευσεβισμός

Πάντοτε η φαρισαϊκή δικαιοσύνη είναι έξω από την ατμόσφαιρα της θείας χάριτος, γιατί είναι καθαρά ευσεβιστική κατάσταση. Εδώ πρέπει να κάνουμε διάκριση μεταξύ του ευσεβούς και του ευσεβιστού, γιατί η περίπτωση του Φαρισαίου της Παραβολής και όλων των δια μέσου των αιώνων Φαρισαίων υπενθυμίζει τον ευσεβιστή.
Κατʼ αρχάς πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η ευσέβεια δεν είναι μια εξωτερική παρουσίαση, αλλά η ένωσή μας με τον Χριστό και διʼ αυτού με όλη την Παναγία Τριάδα. Ο Απόστολος Παύλος ταυτίζει το μυστήριο της ευσεβείας με την ενανθρώπιση του Χριστού. «Και ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον. Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω ανελήφθη εν δόξη» (Τιμ. γʼ 16).
Επομένως η ευσέβεια δεν είναι ανθρώπινη εκδήλωση και ενέργεια αλλά ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Από την αρχή αυτή ξεκινώντας μπορούμε να πούμε ότι ο ευσεβιστής έχει μερικές επιφανειακές αρετές και κάνει μερικά εξωτερικά έργα «προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις». Οι αρετές του δεν είναι καρπός της εν Χριστώ ζωής, δεν γίνονται μέσα στο κλίμα της μετανοίας, αλλά είναι ανθρώπινα έργα που γίνονται στην προσπάθειά του να προβληθεί. Αντίθετα τα έργα και οι αρετές του ευσεβούς είναι καρπός του Παναγίου Πνεύματος, αποτέλεσμα της ενώσεώς του με τον Χριστό. Δηλ. οι αρετές έχουν ένα βαθύ θεολογικό νόημα. Δεν είναι ένας φυσικός τρόπος ζωής, ή μια συνήθεια, αλλά δώρα και χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, που δίδονται στον άνθρωπο εκείνο που με την εργασία των εντολών του Θεού υπέταξε το σώμα στην ψυχή και την ψυχή στον Θεό. Έτσι στον ευσεβιστή όλες οι πράξεις είναι ανθρώπινες, είναι πράξεις της «αυτόνομης ηθικής δεοντολογίας», ενώ στον ευσεβή όλες οι πράξεις είναι θεανθρώπινες.

Έργα και δικαίωση

Ύστερα από αυτήν την διάκριση γίνεται αντιληπτό ότι τα έργα αυτά καθʼ εαυτά δεν δικαιώνουν τον άνθρωπο, γιατί «καλές πράξεις» μπορούν να κάνουν όλοι οι αιρετικοί και όλα τα αλύτρωτα ανθρώπινα συστήματα, χωρίς όμως να εξασφαλίζουν την σωτηρία. Όσες «καλές πράξεις» δεν γίνονται μέσα στο κλίμα της μετανοίας, αλλά με το πνεύμα της αυτοδικαιώσεως, χωρίζουν περισσότερο τον άνθρωπο από τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκει πως «του Θεού μη ενεργούντος εν ημίν παν το παρʼ ημών γενώμενον αμαρτία». Μπορεί κάποιος να κάνει ελεημοσύνη, να εξασκεί την εγκράτεια κλπ. αλλʼ επειδή δεν έχει το πνεύμα της ταπεινώσεως και δεν συνδέεται μυστηριακά με την Εκκλησία, είναι χωρισμένος από τον Θεό και συνεπώς όλη του η ζωή (έστω κι αν είναι εγκρατής) είναι αμαρτωλή.
Επομένως τα καλά έργα αυτά καθʼ εαυτά ούτε δικαιώνουν ούτε καταδικάζουν τον άνθρωπο, αλλά η δικαίωση και η καταδίκη ρυθμίζεται από την σχέση του με τον Θεάνθρωπο Χριστό. Σαν παράδειγμα έχουμε τους δυο ληστάς στον Γολγοθά. Ο ένας σώθηκε όχι για τα καλά του έργα, αφού ήταν εγκληματίας, αλλά γιατί ομολόγησε τον Χριστό. Και ο άλλος καταδικάσθηκε όχι για τα εγκληματικά του έργα, αφού δεν ήταν χειρότερος από τον άλλο, αλλά γιατί βλαστήμησε τον Χριστό. Άρα την σωτηρία μας την ρυθμίζει η σχέση μας με τον Χριστό και την αγία Του Εκκλησία, το Σώμα Του.
Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτός που ενώνεται με τον Χριστό και Τον ομολογεί κάνει έργα, αλλά αυτά είναι καρποί του Παναγίου Πνεύματος, για τα οποία δεν αισθάνεται την ανάγκη, σαν τον Φαρισαίο, να καυχηθεί. Με αυτόν τον τρόπο δείχνει ότι ζει το πνεύμα της σωτηρίας και είναι άγιος. Διότι η αγιότητα δεν είναι μια ηθική έννοια, αλλά οντολογική, υπαρκτική, δηλ. είναι συμμετοχή στην βίωση της μετανοίας, στην εκζήτηση και ένωση με την Χάρη του Χριστού.

Αυτοδικαίωση και αυτομεμψία

Ο Φαρισαίος της παραβολής εκφράζει άριστα τον Δυτικό Χριστιανισμό με την πληθωρική κοινωνική εργασία, αποξενωμένη όμως από την εσωτερική ζωή, ενώ ο αλάλητος στεναγμός του Τελώνου εκφράζει την εσωτερική ζωή της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Οι Ορθόδοξοι είναι εκείνοι που υπερβαίνουν την Φαρισαϊκή δικαιοσύνη, την δικαίωση των έργων και την αυτοδικαίωση και, σαν τον Τελώνη, ζητούν το έλεος του Θεού. Είναι εκείνοι που διακρίνονται για την μεγάλη αρετή της αυτομεμψίας ή όπως λέγει ο Μ. Βασίλειος η πρωτολογία (να λέμε εμείς τον πρώτο λόγο εναντίον του εαυτού μας) είναι ουσιώδες στοιχείο του Ορθοδόξου ήθους. Επειδή είναι πάντοτε συνδεδεμένη με την ταπείνωση της ψυχής, γιʼ αυτό εκείνος που έχει αυτή την αρετή δείχνει την ύπαρξη της θείας Χάριτος. Η αυτομεμψία είναι η «αφανής προκοπή» κατά τους αγίους Πατέρας. Δεν αφήνει περιθώρια να δημιουργηθεί άγχος και όλα τα ψυχολογικά συμπλέγματα για τα οποία μιλάει η σημερινή ψυχολογία, η οποία άλλωστε είναι δημιούργημα του κλίματος της αυτοδικαιώσεως και της Φαρισαϊκής δικαιοσύνης του δυτικού Χριστιανισμού. Αυτή η διαφορά εκφράζεται και στον τρόπο λατρείας. Οι Ορθόδοξοι στα τροπάριά τους μιλάνε για αμαρτία και ζητούν το έλεος του Θεού, ενώ οι δυτικοί και η δυτικοποιημένη θρησκευτικότητα αρέσκονται στα «τραγουδάκια» που είναι εμποτισμένα στην αυτοδικαίωση.
Είθε να ζήσουμε το ορθόδοξο πνεύμα της μετανοίας, ώστε να απολαύσουμε την Ανάσταση του Χριστού.




Γραπτά κηρύγματα του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιεροθέου

Ακούστε ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε κλίκ στην εικόνα)

Ακούστε  ΡΑΔΙΟ ΦΛΟΓΑ ( κάντε  κλίκ στην εικόνα)
(δοκιμαστική περίοδος )