
Χθες είχα τα γενέθλια μου. Έγινα 56 χρονών! Και μου ήρθε στο νου το ποίημα του αγαπημένου μου ποιητή Καβάφη. Τα κεριά
Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμένα –
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.
Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.
Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.
Καθώς ξημέρωσε και σκέφτηκα ότι πέρασα και το σημαδιακό (στο μυαλό μου) όριο των 55 χρόνων, δεν ήξερα προς τα πού να κοιτάξω τα κεριά. Να κοιτάξω μπρος (στα φωτεινά κεριά) ή πίσω (στα κρύα και κυρτά κεριά); Μέχρι το απόγευμα, καθώς είχα και μελαγχολική διάθεση, το βλέμμα μου ήταν στραμμένο προς τα πίσω στη «θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων», και σ’ αυτά που ως «πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη».
Κατά το βραδάκι όμως η διάθεση μου άρχισε να αλλάζει. Μια ο καλός μου σύντροφος που με πήρε μια βόλτα μέχρι το Καβούρι και καθήσαμε στη παραλία βλέποντας το φεγγάρι να φεγγίζει στην ήρεμη θάλασσα και μια τα παιδιά μου που με πήραν τηλέφωνο και μου ευχήθηκαν γλυκά, έκαναν τη διάθεση μου να αλλάξει… Και άρχισα να κοιτάζω προς τα μπρος, τα αναμμένα μου κεριά. Τι στο καλό; Έχω ακόμα πολλά και φωτεινά κεριά μπροστά μου. Άσε που και τα σβησμένα κεριά δεν είναι όλα «κρύα και κυρτά». Υπάρχουν πολλά που με τη γλυκιά τους θύμηση με ζεσταίνουν ακόμα….
Θυμήθηκα και μια αγαπημένη μου φίλη που αν και μας χώριζαν 47 χρόνια είχαμε αναπτύξει μια μεγάλη φιλία που άρχισε στα φοιτητικά μου χρόνια και τέλειωσε το 2003 με το θάνατο της. Τη Νίτσα (γιαγιά Νίτσα όπως την έλεγαν τα παιδιά μου). Η γιαγιά Νίτσα λοιπόν που πέθανε στα 98 της, μου έλεγε πάντα: «Μέχρι τα 80 μου χρόνια ένιωθα μια χαρά, νέα και δυνατή. Μετά τα 80 ήλθαν σιγά σιγά τα γεράματα».
Ευτυχώς! Μέχρι τα 80 έχω ακόμα πολύ καιρό για να είμαι νέα και δυνατή.
---------------------
Υ.Γ
Ένα κεράκι που η θύμηση του με ζεσταίνει ακόμα. Εκεί στη δεκαετία του 80, όταν ήμουν ακόμα νέα επαγγελματίας, χρειάστηκε να κάνω ένα επαγγελματικό ταξίδι σε επαρχιακή πόλη. Τα παιδιά μου ήταν ακόμα μικρά (ο γιος μου 8 χρόνων και η κόρη μου 5). Ο άντρας μου έλειπε στο Λονδίνο για μεταπτυχιακές σπουδές. Οι φυσικές μας γιαγιές έμεναν μακριά. Τι μου έμενε; Να παρακαλέσω την αγαπημένη μας «γιαγιά» Νίτσα να μείνει μερικές μέρες με τα παιδιά. Επειδή αγαπούσε πολύ τα παιδιά μου, ευχαρίστως ήρθε και έμεινε στο σπίτι. Το προηγούμενο βράδυ πριν φύγω, η αγαπημένη μου μάνα από τη μια δεν μπορούσε να ρθει να με βοηθήσει (μένει στην Κύπρο), αλλά από την άλλη φρόντισε να αγχώσει. «Μα καλά εμπιστεύεσαι τα παιδιά σου σε μια ογδοντάρα; Και αν πάθει τίποτε μπροστά τους, φαντάσου τι ψυχολογικά προβλήματα θα τους δημιουργηθούν….», μου είπε. Επειδή δεν είχα άλλη λύση, αλλά συγχρόνως ήλπιζα ότι η «γιαγιά» μας δεν θα πάθαινε τίποτε, έφυγα για το ταξίδι μου. Το βράδυ, στο ξενοδοχείο, δέχομαι ένα τηλεφώνημα από τη 5χρονη κόρη μου. Σχεδόν δεν ξεχώριζα τη φωνή της από τους λυγμούς. «Μαμά, πάει πέθανε….». Η καρδιά μου πήγε στην Κούλουρη (αχ γρουσούζα μάνα, βγήκες αληθινή). «Ποιος πέθανε κοριτσάκι μου, μίλα καθαρά να σε ακούσω…» της είπα προσπαθώντας να την ηρεμήσω. Και τότε άκουσα τη γλυκιά γνώριμη φωνή της Νίτσας στο τηλέφωνο «Μερόπη μου, πέθανε το χρυσόψαρο στη γυάλα κι εδώ έχουμε θρήνο και οδυρμό…». Ευτυχώς η μάνα μου δεν βγήκε αληθινή…..

