" H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες."
Άρθρο 16, παράγραφος 2 του Ελληνικού Συντάγματος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Μαΐου 2018

Μια παλιά ιστορία ... από το παιδομάζωμα στον συμμοριτοπόλεμο


Παρότι έχουν πεθάνει όλοι οι πρωταγωνιστές αυτής της συγκλονιστικής ιστορίας, 
αλλιώς δεν θα είχα το ηθικό δικαίωμα να τη δημοσιοποιήσω, ωστόσο και πάλιν χρησιμοποίησα ψευδώνυμα.
Από σεβασμό προς τη μνήμη τους...


Ακούω τώρα που συζητάνε στα σοβαρά για την υιοθεσία αθώων παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια και χαμογελώ με πίκρα.
Για να πλανέψουν μάλιστα έτι περισσότερο το πόπολο χρησιμοποιούν κάτι ύπουλα επιχειρήματα, όπως το ότι: είναι πολύ καλύτερο να μεγαλώνουν τα παιδιά σε μια οικογένεια, παρά σε ένα ίδρυμα. 

Δεν διευκρινίζουν βεβαίως τι σόι "οικογένεια" μπορεί να φτιάξουν δυο άνδρες, που συχνά-πυκνά "παίρνονται" στις τουαλέτες ή στα dark rooms των gaybar...


Ωστόσο εδώ στην Ελλάδα με τους τόσους πολέμους, τις αλλεπάλληλες σκλαβιές και τους συμμοριτοπολέμους, ουδέποτε έλειψαν από τις τοπικές κοινωνίες τα ορφανά, που είχαν χάσει τα πάντα. Παιδιά, νήπια και βρέφη, που οι φυσικοί γονείς τους είχαν σκοτωθεί σε μάχες ή είχαν διαφύγει κακήν-κακώς σε άλλες χώρες, βρέθηκαν πεταμένα στις ζούγκλες των πόλεων και των ρημαγμένων χωριών, χωρίς καμιά στήριξη. Και ίσως να μην ορίζονταν για τούτα τα δύστυχα, άλλη πιθανή κατάληξη παρά ένας φρικτός θάνατος από κακουχίες, πείνα και αρρώστιες.
Κι όμως...

Σε τούτην εδώ τη χώρα, του Ουμανισμού και του Φωτός, σπανιότατα αφήνονταν ορφανό να πεθάνει, όσο δύσκολες εποχές και αν περνούσε ο Ελληνισμός. Μα θες η εκκλησία, μα θες μια φτωχιά γυναίκα, μα θες ένας βιοπαλαιστής [που μπορεί να είχε να θρέψει κι άλλα στοματα] ακόμα-ακόμα και η ίδια η κοινότητα της πολίχνης, αναλάμβαναν να μεγαλώσουν το ορφανό, μέσα στη γλυκύτατη αγκάλη της παλιάς Ελληνικής οικογένειας [αυτηνής που πάνε τώρα να διαλύσουν...]

Ήταν ο θεσμός - ή αν θέλετε ο άγραφος νόμος Θεού και ανθρώπων - των ψυχοπαίδων, της ψυχοκόρης και του ψυχογιού, που έσωσε χιλιάδες ζωές ορφανών εδώ στην Ελλάδα και επέτρεψε στο γένος μας να επιβιώσει μέσα από αλλεπάλληλες καταστροφές, σκλαβιά και λεηλασίες.

Πέραν από τους σαθρούς ανθρώπινους νόμους, πέραν από τον υποκριτικό "αλτρουϊσμό" μιας κοινωνίας ψυχανώμαλων και παιδεραστών, στην Ελλάδα μας, το μέγα ζήτημα της "υιοθεσίας" το αναλάμβαναν η ζώσα κοινότητα, με τον αδιαπραγμάτευτο Ηθικό της κώδικα και οι απλοί άνθρωποι, με τον βαθιά ριζωμένο σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και στην αξία της.
Κι έτσι επιβιώσαμε...
Όχι με σύμφωνα συμβιωσης και απάνθρωπες νεοταξίτικες βρωμιές του κώλου...


* * *

Η απίστευτη ιστορία που θα σας αφηγηθώ λοιπόν εδώ, είναι η ιστορία της Κρατούλας, της ψυχοκόρης της θειάς μου της Εύχαρις, από τα Λειβάδια Αρκαδίας, για να έχετε μιαν ιδέα του πως λειτουργούν οι κοινωνίες, όταν ακόμα ο Νόμος του Θεού και του Ανθρώπου, υπερτερούσε έναντι του νόμου του πολιτικού απατεώνα, του μαυραγορίτη των ιδεών, του λήσταρχου, του παγαπόντη, του κίναιδου, του ψευταρά, του λαοπλάνου, του αγορασμένου δικαστή και της πούστικης στρεψοδικίας...

Στον καιρό του συμμοριτοπολέμου λοιπόν, πολλές ορδές κόκκινων συμμοριτών έπαιρναν μαζί τους νήπια, βρέφη ή μικρά παιδιά, που είχαν οι ίδιοι σφαγιάσει τους γονείς τους σε κάποια απο τις λυσασμένες επιθέσεις τους στα χωριά. Τα δύσμοιρα αυτά ορφανά τα έσερναν στα λημέρια τους, πιστεύοντας πως, όταν θα έρχονταν η τελική νίκη και θα εγκαθιδρύονταν το κομμουνιστικό καθεστώς απ' άκρη σ' άκρη της Ελλάδας, τα παιδιά αυτά θα τα μεγάλωνε και θα τα σπουδαζε το Κόκκινο Κράτος, μετατρέποντας τα σε ένα ειδος γενιτσαρων του Κομμουνιστικού καθεστώτος.
Έτσι μάλιστα βρέθηκαν στο τέλος πολλά ορφανά Ελληνόπουλα στους "παραδείσους" του υπαρκτού σοσιαλισμού, ακολουθώντας δια της βίας τους συμμορίτες, στο φευγιό τους μετα την ήττα τους.

Μια τέτοια συμμορία που λέτε, είχε αρπάξει την Κρατούλα και κάμποσα άλλα νήπια, από το χωριό τους, κάπου στα ορεινά της Αρκαδίας, αφού πρώτα σκοτώσανε και τους δύο γονείς της, γκρεμίζοντας τους από έναν βάραθρο.
Το κοριτσάκι τότε ήταν μόλις 2 ετών.
Οι συμμορίτες, κατά το συνήθειο τους, το ξαναβάπτισαν παρότι ήταν ήδη βαπτισμενο χριστιανικα και του έδωσαν το όνομα Λαοκρατία.
Κρατούλα έμεινε να τη φωνάζουν πολύ αργότερα, μετά που την υιοθέτησε η θεία μου η Ευχαρις.

Κοντά στη λήξη του συμμοριτοπολέμου και ενώ οι κόκκινοι σφαγείς εγκατέλειπαν τα κρυσφήγετα τους και έψαχναν να βρουν διόδους για να φτάσουν σε καποιον απο τους σοσιαλιστικους παραδεισους, η ομάδα που είχε αρπάξει την Κρατούλα, φαίνεται ότι πέρασαν από τα Λειβάδια Αρκαδίας. Εκεί οι συμορίτες παρέδωσαν το κοριτσάκι στον παπά-Γιώργη, ίσως επειδή τους καθυστερούσε στο φευγιό.
Ο παπα-Γιωργης, άνθρωπος άξιος του χρίσματος που είχε λάβει και αληθινός Ηγέτης της μικρής αρκαδικής κοινότητας, ζήτησε ευθύς και συνάντησε κάποιες από τις πιστές του Χριστιανές, γυναίκες δοκιμασμένες για την ακεραιόυητα τους και την αδιαπραγμάτευτη ηθική τους. Τους είπε πάσαν την αλήθεια για το κοριτσάκι και τις ενημέρωσε επίσης ότι δεν είχε απαιτήσει από τους συμμορίτες να του αποκαλύψουν το χριστιανικό του όνομα, επειδή έκρινε ότι το παιδί αυτό όφειλε να αναζητήσει την δική του Πίστη και τη δικιά του ταυτότητα, όταν θα ενηλικικώνονταν και θα "έπηζε" ο νους της.
Κι υστερα ρωτησε αν καποια απο τις χριστιανές θα ήθελε να πάρει την Λαοκρατία ψυχοκόρη της.



* * *



Η θεία μου η Εύχαρις λάτρευε τα παιδιά, ωστόσο ο Θεός δεν την ευλόγησε να αποχτήσει δικά της.
Ετσι προσφέρθηκε αμέσως και με ανείπωτη χαρά να πάρει ψυχοπαίδα της την Λαοκρατία.
Ο παπα-Γιώργης που γνώριζε καλά την Εύχαρι και ήταν και πνευματικός της, της εμπιστεύθηκε το κοριτσάκι, χωρίς άλλη κουβέντα.
Το μόνο που άλλαξε η θειά μου η Εύχαρις ήταν να τη φωνάζει με το υποκοριστικό Κρατούλα, αντί του φρικτού Λαοκρατία, που θύμιζε τους κόκκινους σφαγείς. Κι έτσι τη φώναζαν πια όλοι οι χωριανοι στα Λειβάδια Αρκαδίας.

Η Κρατούλα μεγάλωσε σαν πραγματικη πριγκήπισσα στο δίπατο χωριατόσπιτο της θειάς μου κι απ' όσο μπορώ να γνωρίζω, από τις διαβεβαιώσεις των δικών μου [γιατι εγώ ήμουν νήπιο όταν τη γνώρισα] δεν της έλειψε τίποτα.
Σποουδασε μάλιστα στη Ραλλειο Ακαδημία και γύρισε στα Λειβάδια, διορισμένη δασκάλα.

Οταν λοιπον η Κρατουλα πατησε τα 26 της χρονια, ετυχε να επισκεφθει το Λεβιδι, ενα χωριό κοντά στα Λειβάδια, όπου, στη διάρκεια του τοπικού πανηγυριού, γνώρισε τον Ελευθέρη.
Ο Ελευθέρης ήταν κι αυτός ψυχοπαίδι όπως η Κρατούλα, υιοθετημένος από την οικογένεια ενός ξυλουργού κι είχαν την ίδια καριβώς ηλικία.
Οι δυο νέοι ερωτεύθηκαν και μέσα σε έξη μήνες έγινε ο γάμος τους, στον οποίο ακούγεται ότι στηθηκε τρικούβερτο γλέντι, διαδοχικώς, και στα δύο χωριά.
Η Κρατούλα και ο Ελευθέρης έζησαν ως αντρόγυνο αγαπημένοι, κοντά μία δεκαετία. Εκαμαν μαλιστα και μία κόρη, την Εύχαρι, που τηνε βάπτισε η γιαγιά μου [από την πλευρά της μάνας μου] η Παρασκευή...



* * *


Στη δεκαετία του 1980 όμως συνεβη το φοβερό κακό στην Ελλάδα να αναλάβουν την εξουσία οι πράσινοι συμμορίτες του Ανδρέα Παπανδρέου, που πολλοί από δαύτους είχαν όνειρο τους να πάρουν ρεβάνς για την ήττα των ιδεολογικών αδερφων τους στον συμμοριτοπόλεμο.
Τοτε λοιπον ο αρχισυμμοριτης Ανδρέας Παπανδρέου άνοιξε τα σύνορα της χωρας για να γυρίσουν πίσω όλοι εκείνοι οι πρώην σφαγεις των Ελλήνων, που είχαν βρει καταφύγιο σε κομμουνιστικές χώρες. Έτσι επέστρεψε στην Ελλάδα και ο Ζήσης Μπράκουλας, γνωστός στον καιρό του συμμοριτοπολέμου ως καπετάν Θερσίτης.

Ο Μπράκουλας ήρθε κι εγκαταστάθηκε στο Λεβίδι, κοντά στα βουνά όπου είχε πολεμήσει άλλοτε τον Ελληνισμό. Του δόθηκε χαριστικά

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Ρώτησα τους μαθητές μου: και τώρα τι κάνουμε εμείς; «Να φτιάξουμε καινούργια λειψανοθήκη». «Να γίνουμε και εμείς σαν τους παππούδες μας». ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΗΡΩΕΣ

Πριν παραθέσουμε ένα ακόμη επιμελημένο κείμενο του γνωστού δασκάλου Δημητρίου Νατσιού, θα γράψουμε λίγες γραμμές με τις σκέψεις μας.



Αντί να διαβάζουμε κείμενα και μετά να πηγαίνουμε για "ύπνο", ή να περιμένουμε να μας ανακοινώσουν τον επόμενο "σωτήρα" της πατρίδας (και της Ορθοδοξίας, ενίοτε ως μητροπολίτη)
μήπως ήρθε η ώρα να γεμίσουμε τις λειψανοθήκες με νέα οστά ηρώων; 

Μην κοιτάτε αλλού. Για τα δικά σας οστά μιλάμε. Και τα δικά μας. Και των παιδιών σας. Και των παιδιών μας (κυριολεκτικά και μεταφορικά δυστυχώς, των "παιδιών του σωλήνα").

Η Ελλάδα μας χρειάζεται νέους Λεωνίδες, Σπαρτιάτες, Μπουμπουλίνες, Καραϊσκάκηδες. Να πολεμήσουν τους προδότες.

Και η Ορθοδοξία μας επίσης, νέους Μάρκους Ευγενικούς, νέους Γρηγορίους Παλαμάδες, νέους Χρυσοστόμους. Γεμίσαμε κι εδώ προδότες και προσκυνημένους.

Τι λέτε; Ας ξεκινήσουμε στηρίζοντας τις μικρές αγωνιστικές προσπάθειες. Στο ιστολόγιο μας -πάνω από τις αναρτήσεις- θα δείτε 2 τέτοιες. Εμπρός λοιπόν, ας σηκωθούμε από την πολυθρόνα. Ριζώσαμε. Ας κάνουμε το πρώτο βήμα.
Ομάδα εκπαιδευτικών "Ο Παιδαγωγός"

Ακολουθεί το κείμενο του κ.Νατσιού


Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός.

«Αχ, τα παιδάκια του σωλήνα
ποτέ δεν βγήκατε ταξίδι
εκεί που ζούσε η Μπουμπουλίνα
Ύδρα, Ψαρά και Γαλαξίδι»
Νικ. Γκάτσος

Μεγάλη πνευματική φυσιογνωμία, ο Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945), κολοσιαία η προσφορά του στην νεοελληνική ιστορία, ιδίως του Εικοσιένα.
Καρπός της πολύχρονης και ασίγαστης προσπάθειάς του για την ανάδειξη της Παλιγγενεσίας ήταν, μεταξύ άλλων, η ανακάλυψη, η αποκρυπτογράφηση, λόγω της δύστροπης γραφής, και η έκδοση των απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη (1907), η βιογραφική αρχειακή μελέτη του για τον Καραϊσκάκη, την οποία έγραψε με τρεμάμενα χέρια, εν μέσω της βαρυχειμωνιάς της Κατοχής (1943), και πολλά άλλα σπουδαία έργα, με τα οποία ξαναζωντανεύει, με την στιβαρή και πλούσια, δημώδη γλώσσα του, τα «Μεγάλα Χρόνια». Έτσι, «Μεγάλα Χρόνια», τιτλοφόρησε κι ένα εξαιρετικό βιβλίο του, το οποίο εκδόθηκε το 1930. Το συγκεκριμένο βιβλίο περιέχει μικρές ιστορίες από το αθάνατο ’21, οσμή ευωδίας …ηρωικής, μοσχοβολά το ολιγοσέλιδο αυτό πετράδι, μεταλλείο πολύτιμο, για όσους κατανοούν ότι η παράδοσή μας είναι η ρίζα και το θεμέλιο του εθνικού μας βίου.

Πολλές φορές αποσπώ από το βιβλίο, ιστορίες του Βλαχογιάννη και τις διδάσκω στους μαθητές μου, να γνωρίσουν τα παιδιά ότι κάποτε σε τούτο τον κατασυκοφαντημένο τόπο, ζούσαν άνθρωποι, απροσκύνητοι και αδούλωτοι λεβέντες, που ανέβαιναν στα κορφοβούνια για, «Να ‘χουν τα βράχια αδέρφια τους, τα δέντρα συγγενάδια,/ να τους ξυπνούν οι πέρδικες, να τους κοιμούν τα αηδόνια/και στην κορφή της Λιάκουρας να κάνουν το σταυρό τους…».


Χρόνια ζητιανεύουμε στα ξένα παζάρια, ελεεινά ψίχουλα πνευματικής ζωής και τροφής, περιφρονώντας τα τιμαλφή, τα ατίμητα πλούτη της εθνικής μας παράδοσης, γι’ αυτό και καταντήσαμε «των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι».
Αφήσαμε κι όλο αυτό το νεοταξικό κηφηναριό, να διοχετεύσει τις κουτσουλιές του μες στην εκπαίδευση, να «μορφώνουμε» ραγιάδες, «σκυφτούς για το χαράτσι» όπως γράφει ο Παλαμάς στο έξοχο ποίημά του «Γύριζε».

Το έχω ξαναγράφει: Το μέλλον της πατρίδας δεν κρίνεται στο ερεβώδες «Μαξίμου» ούτε στην Βουλή των ασυστόλων ή από τους αργυραμοιβούς των Βρυξελλών. Το μέλλον της κρίνεται στις σχολικές τάξεις. Από τα θρανία θα ξεπηδήσει το μέλλον. Αν ξεκουμπιστεί το ψευτορωμαίικο κι όλο αυτό το φοβερό σκουπιδαριό που το δορυφορεί και έρθει το «ποθούμενο», οφείλουμε να διδάσκουμε στα παιδιά, μία γενιά, μόνο το Εικοσιένα.
Λάμπει η πίστη και η φιλοπατρία στα αιματοβαμμένα κείμενα των αγωνιστών. Πίστη και φιλοπατρία είναι οι δύο πνεύμονες με τους οποίους ανάσαινε το Γένος ανά τους αιώνες. Όσο αναπνέουμε τις αναθυμιάσεις που αναδίδουν τα σάπια υποπροϊόντα του χρεοκοπημένου «δυτικού πολιτισμού», θα βρισκόμαστε σε κατάσταση αφασίας.

Από τα «Μεγάλα Χρόνια» του Βλαχογιάννη, για να επανέλθω, μοίρασα και διαβάσαμε στην τάξη μου, ένα καταπληκτικό κείμενο με τίτλο «ο χαρακόπος».
Το παραθέτω:

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

“Χίλια έτη Κυρίου”, ένα ακόμη εξαιρετικό διήγημα του δασκάλου Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου

“Χίλια έτη Κυρίου”

 Τι εμμονή ήταν αυτή που είχε καταλάβει τον Μωυσή! Παρ ́ότι είχε στο κοινόβιο περισσότερους από εικοσι πέντε χρόνους, το μόνιμο ερώτημα που έκανε, στον ηγούμενο, στους συμμοναστές του, ακόμη και στον ίδιο του τον εαυτό, είχε “καρφωθεί” μόνιμα στη σκέψη του. Στην ώρα του εργόχειρου, στη διάρκεια της προσευχής, στη διάρκεια της τραπέζης, στον ύπνο του.... Και το ερώτημα αυτό προέκυψε από την καθημερινή μελέτη του αγαπημένου του βιβλίου, των Ψαλμών του Δαβίδ. Έτσι από την πρώτη φορά που ανέγνωσε τον τρίτο στίχο του ογδοηκοστού ένατου ψαλμού, “ὅτι χίλια ἔτη ἐν ὀφθαλμοῖς Σου, (Κύριε) ὡς ἡμέρα ἡ ἐχθές, ἥτις διῆλθε, καὶ φυλακὴ ἐν νυκτί”, εντυπωσιάστηκε μα δεν μπορούσε να συλλάβει το νόημά του. Βεβαίως ο Μωυσής, ήταν του “Δημοτικού”, που λέμε σήμερα εμεις οι “μορφωμένοι”, αλλά ακόμη κι αυτό το βασικό σχολείο της εποχής του το τέλειωσε όπως-όπως.
Έτσι ανέλαβε ο τότε ηγούμενος, που ήταν και πνευματικός του, να του το εξηγήσει τουλάχιστον μεταφραστικώς. Έτσι, πριν πολλά χρόνια, ο Γέρων Ζαχαρίας του είπε πως ο στίχος δηλώνει ότι χίλια έτη είναι σαν μια μέρα, όπως η χθεσινή, ή σαν τη δύωρη σκοπιά των στρατιωτών τη νύχτα. Όμως, και τι μ ́αυτό;
Πάλι στο σκοτάδι έμεινε ο Μωυσής. Και τα χρόνια περνούσαν, ο τότε δόκιμος μοναχός έγινε πια ώριμος στρατιώτης του Χριστού, είχε αναλάβει μάλιστα και τα καθήκοντα του Εκκλησιάρχη, μα παρά την πνευματική του προκοπή, που όλοι οι υπόλοιποι μοναχοί έβλεπαν ξεκάθαρα, εκείνος, παρά τις χαμαικοιτίες, τις νηστείες, τις αγρύπνιες, τις προσευχές και τις ατέλειωτες γονυκλισίες του, ακόμη “βασανιζόταν” με το νόημα και την ουσία της ψαλμικής εκείνης φράσης.



 Ένα βράδυ σκέφτηκε κάτι πολύ απλό: “Θα το κάνω αίτημα στην προσευχή μου!”, φώναξε μέσα στο κελλάκι του, κάτω απ ́την ακοίμητη κανδήλα του. “Απορώ πώς δεν το σκέφτηκα”, συνέχισε να μονολογεί, “ο κύριος μας είπε: Ζητείτε και δοθήσεται.” Όλο το βράδυ έμεινε προσευχόμενος με το αίτημα αυτό, ακόμη κι όταν έκλεισε για λίγο τα μάτια του, λίγο πριν το ξημέρωμα.

Την επομένη, μετά τον όρθρο, αφού έφυγαν οι αδελφοί του για τα κελιά τους και τα διακονήματά τους, εκείνος έμεινε να προσευχηθεί και πάλι μέσα στο Καθολικό της Μονής. Τότε είδε κάτι εντυπωσιακό: Ένας πανέμορφος αετός πετούσε πάνω από το κεφάλι του, μέσα στο ναό. Ο Μωυσής έμεινε με ανοικτό το στόμα, εκστασιασμένος! Λίγο μετά θέλησε να τον πιάσει, αλλά ο αετός βγήκε από τη χαμηλή πόρτα της εκκλησιάς κι άρχισε να απομακρύνεται πολύ αργά, κάνοντας συνεχώς κύκλους πάνω από το κεφάλι του Μωυσή που άρχισε να τον ακολουθεί, ξεχνώντας οτιδήποτε άλλο. Κι αυτός ο “ευλογημένος ο αητός”, δεν πετούσε ψηλά όπως κάνει η δική του η γεννιά. Ακολουθώντας τον ο μοναχός, βγήκε από το μοναστήρι κι έφτασε στο

Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

Κυριακάτικο πρωινό στο πάρκο (ένα ακόμη όμορφο μικρό διήγημα)

Ένα ακόμη εξαιρετικό, βαθιά ανθρώπινο, διήγημα που μας έστειλε ο αγαπητός συνάδελφος, τον οποίο και ευχαριστούμε.
Το μικρό κοριτσάκι ανέβηκε αργά αργά στην κούνια του άδειου από παιδιά πάρκου. Τα πεσμένα κιτρινισμένα φύλλα από τα γύρω πλατάνια μαζεύονταν στις γωνιές στροβιλιζόμενα από το ψυχρό βοριαδάκι του Νοεμβρίου. Καθώς η μικρή αιωρούνταν νωχελικά, ούτε που καταλαβε ότι για μια στιγμή τα πλούσια μακριά καστανά της μαλλιά είχαν μπλεχτεί για λίγο στις αλυσίδες της κούνιας.

Το βλέμμα της, σε εκφραστική αντίθεση με το σώμα της που πηγαινοερχόταν μπρος-πισω, έμενε καρφωμένο κάπου πολύ μακριά...
Ήταν τόσο απορροφημένη στις παιδιάστικες αθώες σκέψεις της, τόσο που δεν κατάλαβε καν το χάδι.

Ήταν τόσο περίεργα γι΄αυτήν τούτη η Κυριακή στην εκκλησία. Πρώτη φορά κάθισε με τη θεία στις πρώτες θέσεις. Πρώτη φορά είδε ότι οι συγγενείς της μοίραζαν και γλυκό σιτάρι στο τέλος. Πρώτη φορά άκουσε πως η μαμά της μπορεί να είναι πια άγγελος στον ουρανό! Α, ναι! Σήμερα ήταν και η πρώτη μέρα που το καντηλάκι στο δωμάτιο της μαμάς ήταν σβηστό. Η γιαγιά είπε πως η μαμά σήμερα θα έβλεπε το Χριστό, δε χρειαζόταν πια λαδάκι.


Μια νέα γυναίκα με ένα μακρύ γαλάζιο φόρεμα, είχε προβάλει πίσω απ΄την αλέα στην άκρη του πάρκου κι αφού πλησίασε κοντά στο παιδί, την κοίταξε εξεταστικά μέσ΄ από τα κατάμαυρά της μάτια που πλαισιώνονταν από τα χλωμά, σχεδόν κατάλευκά της μάγουλα. Και τότε

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

Αχ! Φίλους, μωρέ, δεν έχω, φίλους.. (Ένα ακόμη όμορφο διήγημα του συναδέλφου Κων/νου Οικονόμου)

Ο Πέτρος και οι φίλοι του


Άντε εβίβα ρε παιδιά! Εβίβα και τούτο” φώναξε χτυπώντας δυνατά το υψωμένο ποτήρι του με τον απέναντί του στο τραπέζι. Ζαλισμένος πια απ΄το πιοτό, μονολόγησε αναστενάζοντας ξανά για να τον ακούσει η αντροπαρέα του: “Αχ, δεν έχω σόι εγώ! Μ΄έχουν όλοι τους ξεγράψει”.

Όμως, ενώ τα λόγια τούτα, ούτε καν τα πρόσεξαν οι φίλοι και ομοτράπεζοί του, ακούστηκαν, σαν καμπάνα μάλιστα, απ' την παρέα που 'κείνη τη στιγμή έμπαινε στην ταβέρνα. Συμπτωματικά - μα υπάρχουν άραγε συμπτώσεις; - ήταν η Μαριώ, η ανηψιά του, με τον άντρα της και δυο φιλικά τους ζευγάρια.

Ο Πέτρος ζούσε με το πιοτό απ' την εφηβεία του, την ταραγμένη εκείνη μεταπολεμική περίοδο της δύστυχης και μίζερης φτωχικής ζωής του. Ο γάμος του στο χωριό, πριν από καμιά τριανταριά χρόνια, κι αυτός από συνοικέσιο, το γνωστό σύστημα δούναι-λαβείν, που δεν υπολόγιζε την άποψη του μέλλοντος γαμπρού, πόσο μάλλον της νύφης, έδειχνε πως δεν “κολλούσε”, δεν ταίριαζε, απ' την αρχή. Έτσι, η “κλίση” του προς το κρασί δυνάμωνε, θέριευε, με τα χρόνια. Ένιωθε πως απάλυνε τους χτύπους του ρολογιού που κυλούσαν ανούσια μέρα τη μέρα. Τώρα αρκούσε ακόμη και μια μισή για να φτιαχτεί, να “φύγει” απ' τα καθημερινά και τα ανούσια, όπως τουλάχιστον τα ΄βλεπε η απελπισμένη του ψυχή.

Μ' έχουν όλοι τους ξεγράψει!”, τα λόγια αυτά μου τα μετέφερε η Μαριώ κι έμειναν μάλλον ξεχασμένα, μιας κι ο πόνος του άλλου δεν είναι δικός μας πόνος, κάπου πίσω στις “αποθήκες” του μυαλού μου.
..... ..... ......

Πέρασαν κάπου δυο χρόνια από τότε, όταν μου 'ρθε η είδηση ότι τον χτύπησε η “επάρατος”, ξέρεις αυτή η ασθένεια που

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Το τελευταίο κατευόδιο

Είχαν - δεν είχαν περάσει δυο μήνες από τότε που είχα εγκατασταθεί στο νέο μου σπίτι, στην άκρη της πόλης. Κάποιο μουντό πρωινό, σαν τα περισσότερα χειμωνιάτικα του κάμπου, ήμουν στα μέσα της καθημερινής μου διαδρομής πρς τη δουλεία μου – επωχούμενος φυσικά, σαν γνήσιος αυτάρκης αστός – όταν διέκρινα στην άκρη του δρόμου να βαδίζει αργά, σχεδόν νωχελικά ένας ασπρομάλλης γέροντας. 


Τις επόμενες μέρες, τον έβλεπα ανελλιπώς να επαναλαμβάνει το συγκεκριμένο περίπατό του. Ώσπου μια μέρα, είπα να σπάσω τη μονοτονία της καθημερινότητας και σταμάτησα λίγα μέτρα μπροστά του καλώντας τον να' ρθει μαζί μου, πιο ξεκούραστα.

Δέχθηκε, μάλλον απαθώς και κάθισε δίπλα μου αμίλητος. Τον ρώτησα πού πήγαινε και κείνος μου΄δειξε με το δείκτη του χεριού του το