Παρότι έχουν πεθάνει όλοι οι πρωταγωνιστές αυτής της συγκλονιστικής ιστορίας,
αλλιώς δεν θα είχα το ηθικό δικαίωμα να τη δημοσιοποιήσω, ωστόσο και πάλιν χρησιμοποίησα ψευδώνυμα.
Από σεβασμό προς τη μνήμη τους...
Ακούω τώρα που συζητάνε στα σοβαρά για την υιοθεσία αθώων παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια και χαμογελώ με πίκρα.
Για να πλανέψουν μάλιστα έτι περισσότερο το πόπολο χρησιμοποιούν κάτι ύπουλα επιχειρήματα, όπως το ότι: είναι πολύ καλύτερο να μεγαλώνουν τα παιδιά σε μια οικογένεια, παρά σε ένα ίδρυμα.
Δεν διευκρινίζουν βεβαίως τι σόι "οικογένεια" μπορεί να φτιάξουν δυο άνδρες, που συχνά-πυκνά "παίρνονται" στις τουαλέτες ή στα dark rooms των gaybar...
Ωστόσο εδώ στην Ελλάδα με τους τόσους πολέμους, τις αλλεπάλληλες σκλαβιές και τους συμμοριτοπολέμους, ουδέποτε έλειψαν από τις τοπικές κοινωνίες τα ορφανά, που είχαν χάσει τα πάντα. Παιδιά, νήπια και βρέφη, που οι φυσικοί γονείς τους είχαν σκοτωθεί σε μάχες ή είχαν διαφύγει κακήν-κακώς σε άλλες χώρες, βρέθηκαν πεταμένα στις ζούγκλες των πόλεων και των ρημαγμένων χωριών, χωρίς καμιά στήριξη. Και ίσως να μην ορίζονταν για τούτα τα δύστυχα, άλλη πιθανή κατάληξη παρά ένας φρικτός θάνατος από κακουχίες, πείνα και αρρώστιες.
Κι όμως...
Σε τούτην εδώ τη χώρα, του Ουμανισμού και του Φωτός, σπανιότατα αφήνονταν ορφανό να πεθάνει, όσο δύσκολες εποχές και αν περνούσε ο Ελληνισμός. Μα θες η εκκλησία, μα θες μια φτωχιά γυναίκα, μα θες ένας βιοπαλαιστής [που μπορεί να είχε να θρέψει κι άλλα στοματα] ακόμα-ακόμα και η ίδια η κοινότητα της πολίχνης, αναλάμβαναν να μεγαλώσουν το ορφανό, μέσα στη γλυκύτατη αγκάλη της παλιάς Ελληνικής οικογένειας [αυτηνής που πάνε τώρα να διαλύσουν...]
Ήταν ο θεσμός - ή αν θέλετε ο άγραφος νόμος Θεού και ανθρώπων - των ψυχοπαίδων, της ψυχοκόρης και του ψυχογιού, που έσωσε χιλιάδες ζωές ορφανών εδώ στην Ελλάδα και επέτρεψε στο γένος μας να επιβιώσει μέσα από αλλεπάλληλες καταστροφές, σκλαβιά και λεηλασίες.
Πέραν από τους σαθρούς ανθρώπινους νόμους, πέραν από τον υποκριτικό "αλτρουϊσμό" μιας κοινωνίας ψυχανώμαλων και παιδεραστών, στην Ελλάδα μας, το μέγα ζήτημα της "υιοθεσίας" το αναλάμβαναν η ζώσα κοινότητα, με τον αδιαπραγμάτευτο Ηθικό της κώδικα και οι απλοί άνθρωποι, με τον βαθιά ριζωμένο σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και στην αξία της.
Κι έτσι επιβιώσαμε...
Όχι με σύμφωνα συμβιωσης και απάνθρωπες νεοταξίτικες βρωμιές του κώλου...
Ωστόσο εδώ στην Ελλάδα με τους τόσους πολέμους, τις αλλεπάλληλες σκλαβιές και τους συμμοριτοπολέμους, ουδέποτε έλειψαν από τις τοπικές κοινωνίες τα ορφανά, που είχαν χάσει τα πάντα. Παιδιά, νήπια και βρέφη, που οι φυσικοί γονείς τους είχαν σκοτωθεί σε μάχες ή είχαν διαφύγει κακήν-κακώς σε άλλες χώρες, βρέθηκαν πεταμένα στις ζούγκλες των πόλεων και των ρημαγμένων χωριών, χωρίς καμιά στήριξη. Και ίσως να μην ορίζονταν για τούτα τα δύστυχα, άλλη πιθανή κατάληξη παρά ένας φρικτός θάνατος από κακουχίες, πείνα και αρρώστιες.
Κι όμως...
Σε τούτην εδώ τη χώρα, του Ουμανισμού και του Φωτός, σπανιότατα αφήνονταν ορφανό να πεθάνει, όσο δύσκολες εποχές και αν περνούσε ο Ελληνισμός. Μα θες η εκκλησία, μα θες μια φτωχιά γυναίκα, μα θες ένας βιοπαλαιστής [που μπορεί να είχε να θρέψει κι άλλα στοματα] ακόμα-ακόμα και η ίδια η κοινότητα της πολίχνης, αναλάμβαναν να μεγαλώσουν το ορφανό, μέσα στη γλυκύτατη αγκάλη της παλιάς Ελληνικής οικογένειας [αυτηνής που πάνε τώρα να διαλύσουν...]
Ήταν ο θεσμός - ή αν θέλετε ο άγραφος νόμος Θεού και ανθρώπων - των ψυχοπαίδων, της ψυχοκόρης και του ψυχογιού, που έσωσε χιλιάδες ζωές ορφανών εδώ στην Ελλάδα και επέτρεψε στο γένος μας να επιβιώσει μέσα από αλλεπάλληλες καταστροφές, σκλαβιά και λεηλασίες.
Πέραν από τους σαθρούς ανθρώπινους νόμους, πέραν από τον υποκριτικό "αλτρουϊσμό" μιας κοινωνίας ψυχανώμαλων και παιδεραστών, στην Ελλάδα μας, το μέγα ζήτημα της "υιοθεσίας" το αναλάμβαναν η ζώσα κοινότητα, με τον αδιαπραγμάτευτο Ηθικό της κώδικα και οι απλοί άνθρωποι, με τον βαθιά ριζωμένο σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή και στην αξία της.
Κι έτσι επιβιώσαμε...
Όχι με σύμφωνα συμβιωσης και απάνθρωπες νεοταξίτικες βρωμιές του κώλου...
* * *
Στον καιρό του συμμοριτοπολέμου λοιπόν, πολλές ορδές κόκκινων συμμοριτών έπαιρναν μαζί τους νήπια, βρέφη ή μικρά παιδιά, που είχαν οι ίδιοι σφαγιάσει τους γονείς τους σε κάποια απο τις λυσασμένες επιθέσεις τους στα χωριά. Τα δύσμοιρα αυτά ορφανά τα έσερναν στα λημέρια τους, πιστεύοντας πως, όταν θα έρχονταν η τελική νίκη και θα εγκαθιδρύονταν το κομμουνιστικό καθεστώς απ' άκρη σ' άκρη της Ελλάδας, τα παιδιά αυτά θα τα μεγάλωνε και θα τα σπουδαζε το Κόκκινο Κράτος, μετατρέποντας τα σε ένα ειδος γενιτσαρων του Κομμουνιστικού καθεστώτος.
Έτσι μάλιστα βρέθηκαν στο τέλος πολλά ορφανά Ελληνόπουλα στους "παραδείσους" του υπαρκτού σοσιαλισμού, ακολουθώντας δια της βίας τους συμμορίτες, στο φευγιό τους μετα την ήττα τους.
Μια τέτοια συμμορία που λέτε, είχε αρπάξει την Κρατούλα και κάμποσα άλλα νήπια, από το χωριό τους, κάπου στα ορεινά της Αρκαδίας, αφού πρώτα σκοτώσανε και τους δύο γονείς της, γκρεμίζοντας τους από έναν βάραθρο.
Το κοριτσάκι τότε ήταν μόλις 2 ετών.
Οι συμμορίτες, κατά το συνήθειο τους, το ξαναβάπτισαν παρότι ήταν ήδη βαπτισμενο χριστιανικα και του έδωσαν το όνομα Λαοκρατία.
Κρατούλα έμεινε να τη φωνάζουν πολύ αργότερα, μετά που την υιοθέτησε η θεία μου η Ευχαρις.
Κοντά στη λήξη του συμμοριτοπολέμου και ενώ οι κόκκινοι σφαγείς εγκατέλειπαν τα κρυσφήγετα τους και έψαχναν να βρουν διόδους για να φτάσουν σε καποιον απο τους σοσιαλιστικους παραδεισους, η ομάδα που είχε αρπάξει την Κρατούλα, φαίνεται ότι πέρασαν από τα Λειβάδια Αρκαδίας. Εκεί οι συμορίτες παρέδωσαν το κοριτσάκι στον παπά-Γιώργη, ίσως επειδή τους καθυστερούσε στο φευγιό.
Ο παπα-Γιωργης, άνθρωπος άξιος του χρίσματος που είχε λάβει και αληθινός Ηγέτης της μικρής αρκαδικής κοινότητας, ζήτησε ευθύς και συνάντησε κάποιες από τις πιστές του Χριστιανές, γυναίκες δοκιμασμένες για την ακεραιόυητα τους και την αδιαπραγμάτευτη ηθική τους. Τους είπε πάσαν την αλήθεια για το κοριτσάκι και τις ενημέρωσε επίσης ότι δεν είχε απαιτήσει από τους συμμορίτες να του αποκαλύψουν το χριστιανικό του όνομα, επειδή έκρινε ότι το παιδί αυτό όφειλε να αναζητήσει την δική του Πίστη και τη δικιά του ταυτότητα, όταν θα ενηλικικώνονταν και θα "έπηζε" ο νους της.
Κι υστερα ρωτησε αν καποια απο τις χριστιανές θα ήθελε να πάρει την Λαοκρατία ψυχοκόρη της.
* * *
Η θεία μου η Εύχαρις λάτρευε τα παιδιά, ωστόσο ο Θεός δεν την ευλόγησε να αποχτήσει δικά της.
Ετσι προσφέρθηκε αμέσως και με ανείπωτη χαρά να πάρει ψυχοπαίδα της την Λαοκρατία.
Ο παπα-Γιώργης που γνώριζε καλά την Εύχαρι και ήταν και πνευματικός της, της εμπιστεύθηκε το κοριτσάκι, χωρίς άλλη κουβέντα.
Το μόνο που άλλαξε η θειά μου η Εύχαρις ήταν να τη φωνάζει με το υποκοριστικό Κρατούλα, αντί του φρικτού Λαοκρατία, που θύμιζε τους κόκκινους σφαγείς. Κι έτσι τη φώναζαν πια όλοι οι χωριανοι στα Λειβάδια Αρκαδίας.
Η Κρατούλα μεγάλωσε σαν πραγματικη πριγκήπισσα στο δίπατο χωριατόσπιτο της θειάς μου κι απ' όσο μπορώ να γνωρίζω, από τις διαβεβαιώσεις των δικών μου [γιατι εγώ ήμουν νήπιο όταν τη γνώρισα] δεν της έλειψε τίποτα.
Σποουδασε μάλιστα στη Ραλλειο Ακαδημία και γύρισε στα Λειβάδια, διορισμένη δασκάλα.
Οταν λοιπον η Κρατουλα πατησε τα 26 της χρονια, ετυχε να επισκεφθει το Λεβιδι, ενα χωριό κοντά στα Λειβάδια, όπου, στη διάρκεια του τοπικού πανηγυριού, γνώρισε τον Ελευθέρη.
Ο Ελευθέρης ήταν κι αυτός ψυχοπαίδι όπως η Κρατούλα, υιοθετημένος από την οικογένεια ενός ξυλουργού κι είχαν την ίδια καριβώς ηλικία.
Οι δυο νέοι ερωτεύθηκαν και μέσα σε έξη μήνες έγινε ο γάμος τους, στον οποίο ακούγεται ότι στηθηκε τρικούβερτο γλέντι, διαδοχικώς, και στα δύο χωριά.
Η Κρατούλα και ο Ελευθέρης έζησαν ως αντρόγυνο αγαπημένοι, κοντά μία δεκαετία. Εκαμαν μαλιστα και μία κόρη, την Εύχαρι, που τηνε βάπτισε η γιαγιά μου [από την πλευρά της μάνας μου] η Παρασκευή...
* * *
Στη δεκαετία του 1980 όμως συνεβη το φοβερό κακό στην Ελλάδα να αναλάβουν την εξουσία οι πράσινοι συμμορίτες του Ανδρέα Παπανδρέου, που πολλοί από δαύτους είχαν όνειρο τους να πάρουν ρεβάνς για την ήττα των ιδεολογικών αδερφων τους στον συμμοριτοπόλεμο.
Τοτε λοιπον ο αρχισυμμοριτης Ανδρέας Παπανδρέου άνοιξε τα σύνορα της χωρας για να γυρίσουν πίσω όλοι εκείνοι οι πρώην σφαγεις των Ελλήνων, που είχαν βρει καταφύγιο σε κομμουνιστικές χώρες. Έτσι επέστρεψε στην Ελλάδα και ο Ζήσης Μπράκουλας, γνωστός στον καιρό του συμμοριτοπολέμου ως καπετάν Θερσίτης.
Ο Μπράκουλας ήρθε κι εγκαταστάθηκε στο Λεβίδι, κοντά στα βουνά όπου είχε πολεμήσει άλλοτε τον Ελληνισμό. Του δόθηκε χαριστικά







