Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιτεκτονική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιτεκτονική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Το Μέγαρο Λόγγου ή «Κόκκινο Σπίτι» της Θεσσαλονίκης


Οι βλάχικες οικογένειες που ξεχώρισαν στη Νάουσα δεν ήταν λίγες...

~ Φωτο: Το παλιό εμπορικό κέντρο της Νάουσας, με τα γύρω αρχοντόσπιτα και μαγαζιά των βλάχικης καταγωγής Ναουσαίων, σημ. Πλατεία Διοικητηρίου.

Η παρουσία των Βλάχων στη σημερινή Νάουσα, χρονολογείται, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες οικογενειών με διαχρονική παρουσία στην πόλη, από την εποχή της ίδρυσής της, περί τον 14 αιώνα, στην αρχική ακόμη φάση της Οθωμανικής κατάκτησης. Στη διάρκεια των αιώνων που ακολούθησαν, συρρέουν στη Νάουσα κι άλλες βλάχικες οικογένειες από διάφορα μέρη της Μακεδονίας και από την Ήπειρο.
Οι Βλάχοι της Νάουσας μοιράστηκαν την τύχη της πόλης με τους υπόλοιπους κατοίκους της, ζώντας από πρώτο χέρι την επανάσταση του 1822 και τη συνακόλουθη ολοκληρωτική της καταστροφή. Στη μετεπαναστατική ζωή της πόλης, συνέβαλαν τα μέγιστα στο στήσιμο της ελληνορθόδοξης κοινότητας μετά το 1830, καθώς και στην διαμόρφωση της αστικής της τάξης, ενώ δεν απουσιάζουν, παρά το πλήγμα που είχε δεχθεί η πόλη από την επανάσταση του 1822, από τη συμβολή της πόλης στην αποτυχημένη εξέγερση του 1878 στον Κολινδρό.
Πολλά μέλη των βλάχικων οικογενειών γίνονται οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες της Νάουσας και παίρνουν μέρος στην βιομηχανική ανάπτυξη της. Μεταξύ αυτών και οι οικογένειες Λόγγου-Τουρμπάλη που ίδρυσαν το πρώτο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας στα Βαλκάνια[1]. Το επώνυμο Λόγγος συναντάται και στο Νυμφαίο, όπου στα τέλη του 18ου αι. είχαν εγκατασταθεί και Βλάχοι από τη Μοσχόπολη και τα γύρω βλαχοχώρια της[2].

Το Μέγαρο Λόγγου ή «Κόκκινο Σπίτι» στη Θεσ/νίκη
Για τους εξοικειωμένους με τη νεότερη αρχιτεκτονική ιστορία της Θεσσαλονίκης, το «Κόκκινο Σπίτι» στη συμβολή των οδών Αγίας Σοφίας και Ερμού (το οποίο πήρε το προσωνύμιό του από την εμφανή πλινθοδομή, που κυριαρχεί στην πρόσοψη) είναι το περίφημο «Μέγαρο Λόγγου», που άρχισε να κατασκευάζεται το 1926 (ολοκληρώθηκε εντός διετίας) από την Ανώνυμη Οικοδομική Εταιρεία Νέων Χωρών, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Λ. Τζενάρι, με στόχο να στεγάσει την οικογένεια του Nαουσαίου βιομηχάνου Γρηγόρη Λόγγου, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν ιδιοκτήτης μιας τεράστιας και εξαιρετικά εξελιγμένης για τα δεδομένα των τότε καιρών κλωστοϋφαντουργίας. Μερικά χρόνια αργότερα, ωστόσο, το κτίριο παραχωρήθηκε στον αδελφό του, Ιωάννη -εξ ου και έμεινε γνωστό ως «Μέγαρο Ιωάννη Λόγγου».

Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2015

Σιάτιστα: Μακεδονίτικη αρχοντιά


~ Σιάτιστα, η μακεδονίτικη πολιτεία βρίσκεται 25 χιλιόμετρα δυτικά της Κοζάνης σε ύψος 900 μέτρων. 

Στολισμένη με χρώματα κι αρώματα από το μακρινό παρελθόν που μοιάζουν να αναδύονται σιωπηλά μέσα από την πολυτάραχη ιστορία της, η μακεδονική πολιτεία παραδίδει τα κλειδιά της στους επισκέπτες που ολοένα και αυξάνονται.

Η Σιάτιστα θα σε υποδεχτεί με σεμνότητα και δεν θα σε κερδίσει με την πρώτη ματιά, όπως συμβαίνει με άλλους ορεινούς οικισμούς ή πόλεις. Μάλλον το αντίθετο θα συμβεί... Η σύγχρονη νεοελληνική πραγματικότητα της λογικής «όλα... τσιμέντο να γίνουν» έχει επικρατήσει καταφανώς κι εδώ. Με δυο λόγια, κάποιος που δεν ξέρει την ιστορία της σίγουρα θα την προσπεράσει. Ωστόσο πίσω από τα κτήρια σύγχρονης πολεοδομικής αντίληψης, είναι ακόμα ορατό το αυθεντικό πρόσωπο μιας μακεδονικής πολιτείας που παλεύει άνισα με το χρόνο, εκπέμποντας ακόμα την μεστή γοητεία του παρελθόντος μ’ έναν αξεπέραστο και διαχρονικό τρόπο.

Η σημερινή Σιάτιστα διαθέτει πλέον καλή υποδομή και μπορείτε να τη χρησιμοποιήσετε ως αφετηρία για ενδιαφέρουσες εξορμήσεις προς τα γειτονικά βουνά Ασκιο και Μπούρινος, όπου η φύση κρατά καλά κρυμμένα τα δικά της μυστικά. Βρίσκεται 25 χιλιόμετρα δυτικά της Κοζάνης και απλώνει τις δυο γειτονιές της, Χώρα και Γεράνεια, γύρω από το λόφο του Προφήτη Ηλία, σε υψόμετρο 900 - 950 μέτρων.

Σύμφωνα με τον Γάλλο περιηγητή Πουκεβίλ το σημερινό όνομά της προέρχεται από την ενοποιημένη παράφραση της τούρκικης λέξης chatir (τσαντίρι) με την ελληνοβλάχικη tiritza (τυρίτσα), όνομα που αναφερόταν στις λιγοστές κτηνοτροφικές καλύβες που αποτέλεσαν τον πρωταρχικό πυρήνα του οικισμού.

Μακεδονική Αρχιτεκτονική


Σε όποιο μέρος της Μακεδονίας και να γυρίσει κανείς το βλέμμα του μπορεί να δει την αρμονική συνύπαρξη των παραδοσιακών αρχοντικών δίπλα στις σύγχρονες κατοικίες. Τα αρχοντικά αυτά χτισμένα σύμφωνα με την μακεδονική αρχιτεκτονική εκφράζουν την οικονομική ανάπτυξη της εποχής.

Τα πρώτα δείγματα της μακεδονικής αρχιτεκτονικής τα συναντάμε στα τέλη του 17ου με αρχές 18ου αιώνα στην Καστοριά, τη Βέροια και τη Σιάτιστα ενώ αργότερα στα μέσα του 18ου αιώνα επηρέασε και τα υπόλοιπα μεγάλα αστικά κέντρα. Αρχικά τα αρχοντικά χτίζονταν από ντόπιους και Κωνσταντινοπολίτες μαστόρους επηρεασμένα από την Βυζαντινή αρχιτεκτονική ενώ με το πέρασμα των χρόνων και την ανάπτυξη του εμπορίου δέχτηκαν επιρροές από την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική.

Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν ήταν υλικά απλά και διέφεραν ανάλογα με την περιοχή. Χρησιμοποιούσαν κυρίως ξύλο, λάσπη και πέτρα για τις ορεινές και ημιορεινές περιοχές ή ωμόπλινθους για τις πεδινές περιοχές.

Οι κατοικίες ήταν απλές και η διαμόρφωσή τους ήταν ανάλογη με τις ανάγκες της καθημερινότητας τους. Μια κλασική μακεδονική κατοικία ήταν συνήθως διώροφη και σε σπάνιες περιπτώσεις τριώροφη.

Χαρακτηριστικά της μακεδονικής αρχιτεκτονικής είναι το σαχνίσι, η προεξοχή του όγκου του ορόφου η οποία στηρίζεται σε επιπλέον δοκούς , και το χαγιάτι, ημιυπαίθριος χώρος προέκταση της κύριας κατοικίας, αυτός ήταν και ο κύριος χώρος της καθημερινότητας τους , εκεί μαγείρευαν , έπλεναν και περνούσαν το μεγαλύτερο μέρος της μέρας.

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό είναι η φρουριακή διάταξη , το ισόγειο ήταν χτισμένο από χοντρούς πέτρινους τοίχους, πάχους έως 1 μέτρο, και είχε μικρά και λίγα ανοίγματα ενώ οι όροφοι ήταν φτιαγμένοι από ελαφρύτερα υλικά , είχε μεγάλα ανοίγματα και στηριζόταν στο ισόγειο.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Το Γεφύρι της Αγίας Παρασκευής στη Μοσχόπολη



Βρίσκεται στην άκρη της θρυλικής Μοσχόπολης, μετά τα τελευταία προς βορρά σπίτια. Εκεί, με τη βοήθειά του, ο δρόμος διαβαίνει το ποτάμι του Παπανικόλα και συνεχίζει -κάποτε καλντεριμωτός- για το μοναστήρι του Προδρόμου. Το γεφύρι όμως ειπώθηκε έτσι, της Αγίας Παρασκευής, από διπλανή, κατεστραμμένη σήμερα εκκλησία. Κατασκευάστηκε το 1895 στη θέση παλαιότερου.

«…επιτροπεία, ήτις επίσης ιδιαιτέρας εξάρσεως και μνείας τυγχάνει αξία, είναι εκείνη η του επιζώντος εισέτι κ. Ναούμ Νικ. Στίργια, (1890-1916) καθ’ ην, χάρις εις την λελογισμένην αυτού διαχείρησιν, ανηγέρθη ανακαινισθείσα τελείως η λιθίνη γέφυρα Αγίας Παρασκευής».
Μητροπολίτης Ξάνθης Ιωακείμ Μαρτινιανός (1875-1953)

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2015

Το Χάνι Κορυτσά - Το τελευταίο Χάνι της Θεσσαλονίκης


Πλατεία Βαρδαρίου, γύρω στα 1956-58
Λέξεις - εικόνες: Γιώργος Τσιτιρίδης

Τον 18ο και 19ο αιώνα, η πλατεία Βαρδαρίου ήταν το μεγάλο στέκι των εμπόρων. Τα χάνια που χτίστηκαν επί της οδού Μοναστηρίου και κοντά στην Πύλη του Βαρδάρη εξυπηρετούσαν κάθε λογής ταξιδιώτες που επισκέπτονταν την πόλη κυρίως εμπόρους με την πραμάτεια τους. Επειδή ο Βαρδάρης αποτελούσε την είσοδο της πόλης, είχε κοντά το λιμάνι και το σταθμό των τρένων (από το 1871), βοήθησε πολύ στο να αναπτυχθεί η περιοχή και να χτιστούν γύρω από αυτήν μαγαζιά και πανδοχεία. Σύμφωνα με τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή, τον 17° αιώνα υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη περί τα 16 χάνια, ενώ ο Ν. Σχινάς, αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, έγραψε στο Οδοιπορικό του, ότι το 1886 η Θεσσαλονίκη είχε 50 χάνια που μπορούσαν να στεγάσουν 10.000 στρατιώτες και 600 άλογα.

Η λέξη Χάν, είναι περσική και σημαίνει ξενώνας. Χάνια ονομάζουμε τους χώρους για την υποδοχή και τη διανυκτέρευση ταξιδιωτών και των ζώων τους κοινώς τα πανδοχεία. Τα χάνια ήταν πολυγωνικά διώροφα κτίρια με μια ανοιχτή αυλή στο κέντρο, όπου μπορούσαν να ξεκουράζονται τα άλογα και να φυλάσσονται τα κάρα, αποθήκες και πεταλωτήρια.. Στον επάνω όροφο ήταν τα δωμάτια ενώ κάτω υπήρχαν μερικά μαγαζιά για φαγητό και καφενεία.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Θεσσαλονίκη τα χάνια άλλαξαν χαρακτήρα και από καταλύματα ταξιδιωτών μετατράπηκαν σε εμπορικές στοές όπου στεγάζονταν οι ιδιοκτήτες με τα εμπορεύματά τους. Σ΄αυτές συνήθως εγκαθίστανται επαγγελματίες της ίδιας συντεχνίας. Με το πέρασμα του χρόνου, την εξέλιξη και την ανοικοδόμηση, τα χάνια της περιοχής γκρεμίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από σύγχρονα ξενοδοχεία, καταστήματα και πολυκατοικίες. 

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

Grčki šor - Ο ''ελληνικός δρόμος'' στο Krusevac


Grčki šor: Πρόκειται για μια συνοικία που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης Krusevac της νότιας Σερβίας, στην οδό Βουκ Κάρατζιτς (Vuk Karadžić). Αποτελείται από μονοκατοικίες λαϊκής αρχιτεκτονικής, ιδιαίτερης πολιτιστικής αξίας, που ανεγέρθηκαν από την δεύτερη και τρίτη δεκαετία του 19ου αι. μέχρι και το πρώτο μισό του 20ου αι. 
Η συνοικία πήρε το όνομά της από τους ιδρυτές της, Έλληνες (μεταξύ των οποίων και Ελληνόβλαχοι/Αρμάνοι) από τη βόρεια Ελλάδα, που μετοίκησαν εκεί ως έμποροι και τεχνίτες δημιουργώντας ένα είδος ελληνικής αποικίας που συνέβαλε καθοριστικά στην αστική και οικονομική ανάπτυξη της σερβικής κοινωνίας κατά τον τελευταίο αιώνα.

Με κανονισμό του πρίγκηπα Μίλος, το κέντρο της πόλης μεταφέρθηκε στο οροπέδιο της σημερινής πόλης Krusevac. Διασώζονται πολλά σπίτια της συνοικίας, από την εποχή του 19ου αι., και έχουν χαρακτηριστεί ως διατηρητέα αλλά δεν πραγματοποιούνται οι εργασίες συντήρησης με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να καταρρεύσουν. [βλ. 12 & 3]

Ο διάσημος αρχιτέκτονας του Krusevac, Predrag Vrtovšek, σχεδίασε με ιδιαίτερη καλλιτεχνική και προσωπική ευαισθησία την παλιά πόλη και ένας μεγάλος αριθμός σχεδίων του δημοσιεύθηκε από το Εθνικό Μουσείο του Krusevac [βλ. 4].


Grčki šor (ul. Karadžićeva) iz 19. v
Predrag Vrtovšek

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Αρχιτεκτονική κατασκευή σπιτιών του Πισοδερίου Φλώρινας


Το Πισοδέρι ήταν αρχοντοχώρι στα παλιά χρόνια. Γύρω στα 1830-1840 υπήρχαν 7 κουλέδες ή πυργόσπιτα σύμφωνα με παραδόσεις των γεροντότερων και πολλά αρχοντόσπιτα με τρεις και τέσσερις ορόφους. Πυργόσπιτα ή κουλέδες υπήρχαν σίγουρα γιατί σε ένα από αυτά του Σπέρκου Χρήστου Δερβεντζή, βρέθηκε μια λίθινη πλάκα του 1834 που ήταν ενσωματωμένη σ’ αυτό.

Ένας κουλές ήταν του Σπέρκου, ο άλλος προς την Τανασίτσα (τοποθεσία προς την είσοδο του χωριού που βλέπει προς τη Βίγλα κάτω από τον αμαξωτό δρόμο, του Μπόντζιε του Δερβεντζή, ο τρίτος στα πεύκα έξω απ’ το χωριό πηγαίνοντας στο Ανταρτικό όπου υπήρχε και το σπίτι του Τάση, πιθανόν ο τέταρτος ήταν ψηλά του Μάτσου δίπλα από το σπίτι της οικογένειας Χατζηχρίστου. Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε επακριβώς τη θέση των άλλων.

Στη λίθινη πλάκα που σώζεται ως τις μέρες μας στο σπίτι του Β. Δάφα απογόνου του Χ. Σπέρκου απεικονίζεται με παραστάσεις το όνομα Χρίστος Σπέρκος (Δερβεντζής της εποχής) κάτω από μια τριώροφη κούλα με επικλινή στέγη, ένας σταυρός απόδειξη της μεγάλης πίστης των ιδιοκτητών, δεξιά παριστάνεται έφιππος άνδρας πάνω σε άλογο με παραδοσιακή στολή, φουστανέλα, τσαρούχια κ.α. Πρέπει να είναι ο Χρίστος Σπέρκος. Άνω δεξιά παριστάνεται ένας ήλιος και το κάτω μέρος της πλάκας χρονολογία 1834. Η παράσταση θυμίζει παραστάσεις παλιότερες κι απ’ τα Βυζαντινά χρόνια σε ότι αφορά την τεχνοτροπία.

Ο πύργος είχε τρεις ή τέσσερις ορόφους, στον επάνω υπήρχαν πολεμίστρες, ενώ στον κάτω τα τρόφιμα. Ο πύργος υπήρχε για προστατευτικούς λόγους.

Από τα αρχοντικά που σώζονται μπορούμε να διαπιστώσουμε πολλές ομοιότητες μεταξύ τους, που αφορούν τη μορφολογία, την τυπολογία, τους τρόπους και τα υλικά δομής, την εσωτερική και εξωτερική λειτουργία.
Υπάρχουν καθώς φαίνεται, αλλά και όπως γίνεται κατανοητό από τις προφορικές μαρτυρίες δυο τύποι κατοικιών. Τους δυο αυτούς τύπους τους χωρίζουν λίγες δεκαετίες και δεν έχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ τους. Ο ένας τύπος κτίζεται στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, ενώ ο άλλος στις αρχές του 20ου αιώνα κατά κύριο λόγο.

Τα σωζόμενα αρχοντικά όπως γίνεται αντιληπτό έχουν τις ρίζες τους στην πλατυμέτωπη κατοικία μεταλλαγμένη όμως με κάποια αστικά πρότυπα. (λόγω της συχνής επαφής των κατοίκων με το εξωτερικό και τα αστικά κέντρα). Από την οργάνωση των κατοίκων απουσιάζουν παντελώς υπαίθριοι και ημιυπαίθριοι χώροι (εσωτερικές αυλές, χαγιάτια, εξώστες) για το λόγο ότι κατά τη μεγαλύτερη διάρκεια του έτους επικρατεί ψύχος πολλές φορές δριμύ.

Δευτέρα 21 Απριλίου 2014

Βλάστη - Κλεισούρα: Αετοφωλιές στο Μουρίκι


~ Φωτο: Σε χαρακτηριστικό πλάτωμα ανάμεσα στα βουνά Ασκιο και Μουρίκι και σε ύψος 1200 μέτρων βρίσκεται η Βλάστη. 

Ψηλά στα υψίπεδα της Δυτικής Μακεδονίας, κρυμμένα μέσα σε πυκνόφυτα δάση από οξιές, δύο βλάχικα κεφαλοχώρια μοιράζονται την ίδια ορεινή γειτονιά. Λίγο πριν το χιόνι σκεπάσει τα πάντα, αξίζει να περπατήσετε στις γειτονιές τους, να μάθετε την ιστορία τους, να περιεργασθείτε τα αρχοντικά και τις εκκλησιές τους, να ανασάνετε τον βουνίσιο αέρα.

Ο παλιός εθνικός δρόμος που συνδέει τη Φλώρινα με την Καστοριά φιδογυρνά μέσα από πυκνά δάση, διασχίζει ήσυχα χωριά, ακροπατά σε βραχώδεις γκρεμούς, σκαρφαλώνει σε μεγάλα υψόμετρα. Ενα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία αυτής της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας αλλά επίπονης διαδρομής είναι η γνωστή στους Βορειοελλαδίτες οδηγούς για τις δυσκολίες της ορεινή διάβαση της Κλεισούρας.
Η χαρτογράφηση της περιοχής σηματοδοτείται προς Βορρά με το ψηλό και κατάφυτο Βίτσι, γνωστό στις σελίδες της νεότερης ιστορίας μας καθώς πάνω του διαδραματίστηκαν μερικά από τα τραγικότερα γεγονότα του Εμφυλίου πολέμου. Προς τον Νότο υψώνεται το αρκετά χαμηλότερο αλλά επίσης δασωμένο βουνό Μουρίκι.

~ Φωτο: Φθινόπωρο ψηλά στο Μουρίκι, στην προτεινόμενη διαδρομή Βλάστη - Κλεισούρα.

Σε αυτή την προικισμένη από τη φύση γωνιά της Δυτικής Μακεδονίας είναι κτισμένο ένα από τα πιο ονομαστά βλάχικα χωριά, η ιστορική Κλεισούρα. Βρίσκεται κοντά στην Πτολεμαΐδα και απέχει μόλις 30 χλμ. από την Καστοριά, 65 χιλιόμετρα από τη Φλώρινα, ενώ από την Αθηνά 540 χλμ. (μέσω Λάρισας Κοζάνης) και 160 χλμ. από τη Θεσσαλονίκη μέσω Εγνατίας οδού. Για όσους επισκέπτονται πρώτη φορά την περιοχή, η Κλεισούρα πραγματικά αποτελεί έκπληξη. Ο οικισμός, καθώς απλώνει τις τέσσερις γειτονιές του σε ύψος από 1.100 έως 1.250 μέτρα ψηλά στις δασωμένες πλαγιές του βουνού Μουρίκι (αποτελεί τμήμα του Ασκιου όρους), αποπνέει έντονο άρωμα αρχοντιάς και παλιοκαιρίτικης μεγαλοπρέπειας.

Παρασκευή 28 Φεβρουαρίου 2014

Η Μονή Βύλιζας - Ματσούκι Ιωαννίνων


Δυστυχώς μέχρι σήμερα, μας είναι άγνωστη γραπτή μαρτυρία χρονολογίας κτίσεως της Μονής. Η αρχαιότερη χρονολογία ανήκει στο έτος 1676, γραμμένη στην εικόνα του Τιμίου Προδρόμου στο τέμπλο. Το δε αναλόγιο χρονολογείται από το 1695, αλλά έχουμε και χειρόγραφα του 14ου αιώνος. Ίσως μπορούμε να υποθέσουμε την ίδρυση της Βύλιζας στο α μισό του 17ου αιώνα.

Η Μονή είναι χτισμένη σε στενόμακρο σιάδι και στο χείλος απότομου γκρεμού πάνω από το Ματσουκιώτικο ποτάμι, σ'ένα τοπίο ιδιαίτερα άγριο όσο και γραφικό, 30΄ με 40΄ δυτικά του οικισμού Ματσούκι, ακολουθώντας το μονοπάτι της Μέσης. Η τοποθεσία της Βύλιζας αποτελούσε άλλοτε ομώνυμο οχυρό, σύμφωνα με την παροιμία που σώζεται μέχρι σήμερα: Κάστρο, Βύλιζα, χωριό Ματσούκι, Καλαρρύτες μαχαλάς και Συρράκο πέντε σπίτια. Η λέξη Βύλιζα προέρχεται από την λατινική vigilo, που σημαίνει αγρυπνώ, φρουρώ, βιγλίζω. Στα βλάχικα η αντίστοιχη λέξη είναι (α)βέγκλιου. Εάν οι Καλαρρύτες και το Συρράκο τοποθετούνται πριν ή πολύ πριν από τον 15ο αιώνα, τότε το Ματσούκι είναι πιο αρχαίο, ακόμη δε παλαιότερο το κάστρο της Βύλιζας.

Η είσοδος στη Μονή γίνεται από τα δυτικά, όπου υπάρχει και ο ξενώνας που στηρίζεται σε τρεις καμάρες, και από τον οποίο αγναντεύει κανείς την περιοχή. Εσωτερικά ευρύχωρο μπαλκόνι στηρίζεται σε τρεις πέτρινες καμάρες, επίσης παραδοσιακές. Η βόρεια πτέρυγα περιελάμβανε την τραπεζαρία και αποθηκευτικούς χώρους, ενώ στη νότια ήταν τα κελιά. Το ευρύχωρο αίθριο είναι στρωμένο με πλάκες.

Αφιερωμένο στη γέννηση του Τιμίου Προδρόμου είναι το παρεκκλήσιο που βρίσκεται λίγα βήματα έξω από τον περίβολο του Καθολικού, κομψό πέτρινο κτίσμα, σκεπασμένο με πλάκα, όπως όλα τα κτίσματα της Μονής. Είναι όλο τοιχογραφημένο από το 1737, δια χειρός των αυταδέλφων Γεωργίου και Στεργίου, από το γειτονικό χωριό Καλαρρύτες.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012

Δήμος Ορεστίδος - Το Πρόγραμμα της Ημερίδας



Μια ημερίδα με πολλαπλούς αποδέκτες διοργανώνει ο Δήμος Ορεστίδος 
το Σάββατο 8 Δεκεμβρίου, στις 5 το απόγευμα, στην αίθουσα εκδηλώσεων της 
Δημοτικής Βιβλιοθλήκης Άργους Ορεστικού.

Έξι εισηγητές θα αναπτύξουν θέματα αρχιτεκτονικής, εκπαίδευσης, τοπικής ιστορίας και πολιτισμού με κοινό παρανομαστή το Άργος Ορεστικό.

Το Πρόγραμμα της Ημερίδας

17:00 «Δύο παλιά σχολικά κτήρια του Άργους Ορεστικού»
Εισηγητής: Παναγιώτης ΤσολάκηςΚαθηγητής Ιστορίας Αρχιτεκτονικής Α.Π.Θ.

17:30 «Η πολεοδομία και η αρχιτεκτονική στο μεσοπόλεμο του Άργους Ορεστικού»
Εισηγητής: Βασίλειος ΚωστόπουλοςΑρχιτέκτονας Α.Π.Θ.

18:00 «Επαγγέλματα και κοινωνική ζωή στο Άργος Ορεστικό»
Εισηγητές: Ευθύμιος Ευθυμίου, οικονομολόγος - Μαρία Νένου, εκπαιδευτικός.

18:45 «Οι Βλάχοι του Άργους Ορεστικού: σύντομη ιστορική αναδρομή στην κοινωνική ανάπτυξη του τόπου μας»
Εισηγητής: Κωνσταντίνος Αδάμ, εκπαιδευτικός.

19:30 «Η τέχνη της ταπητουργίας στο Άργος Ορεστικό»
Εισηγήτρια: Αιμιλία Μπεχλιούλη, σπουδάστρια ΤΕΙ Δυτ. Μακεδονίας, Παράρτημα Καστοριάς.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου Κλεισούρας Ν. Καστοριάς



Η Μονή της Παναγίας είναι αφιερωμένη στην Γέννηση της Θεοτόκου. Βρίσκεται σε υψόμετρο 970 μέτρα στα όρια των νομών Καστοριάς και Φλώρινας και απέχει 35 χιλ. από την Καστορία, 70 χιλ. από την Φλώρινα και 22 χιλ. από την Πτολεμαΐδα. 
Ιδρύθηκε περίπου στα 1314 από τον Κλεισουριώτη ιερομόναχο Νεόφυτο και ανακαινίστηκε το 1813 από τον Κλεισουριώτη ιερομόναχο Ησαΐα Πίστα. Η εκκλησιαστική παράδοση παραθέτει, ότι ο μοναχός Ησαΐας, είδε ένα όραμα όταν εγκαταβιούσε στην Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους και τον οδήγησε στην ανασύσταση της μονής. Βρίσκεται χτισμένη σε μια εύφορη κοιλάδα, κάτω από την Κλεισούρα. Αποτελεί σημαντικό θρησκευτικό προσκύνημα για την περιοχή.

Το συγκρότημα, με τον φρουριακό του χαρακτήρα, σώζεται στο σύνολο του. Τα υπάρχοντα κτίσματα είναι του 18ου και 19ου αιώνα. Αποτέλεσε χώρο κρυσφηγέτου την εποχή της Επανάστασης του 1821 και του Μακεδονικού Αγώνα, όπου φιλοξενήθηκε ο Παύλος Μελάς και οι συναγωνιστές του. Στο μέσον της εσωτερικής αυλής βρίσκεται το καθολικό, στο οποίο υπάρχει επιγραφή όπου ιστορείται η Μονή. Η εκκλησία είναι τρίκλιτη τρουλαία βασιλική με νάρθηκα και ανακαινίστηκε το 1813 με δαπάνες του μοναχού Ησαΐα και της τοπικής μητρόπολης, επί Μητροπολίτη Καστοριάς Νεοφύτου. Οι αγιογραφίες που ολοκληρώθηκαν το 1813, αποτελούν ένα ποιοτικό έργο του Γεωργίου από τους Χιονάδες της Ηπείρου, με μια πρωτότυπη θεματολογία από την δημιουργία του κόσμου.
Αξιόλογο είναι ξυλόγλυπτο τέμπλο του καθολικού, που είναι επιχρυσωμένο από τον Λινοτοπίτη χρυσοχόο Κωνσταντίνου το 1772 επί ηγουμενίας του μοναχού Παϊσίου. Η επίχρωσή του πρέπει να έγινε δεκαπέντε χρόνια μετά την τοποθέτηση του τέμπλου, από την χρονολογία 1757 που αναγράφεται στον Τίμιο Σταυρό στην κορυφή του. Έχει ανάγλυφες παραστάσεις από την Παλαιά Διαθήκη και την Καινή Διαθήκη. Το τέμπλο έχει καταπληκτική ομοιότητα με την εκκλησία της Παναγίας στο Λάμποβο της Δρόπολης στην Βόρειο Ήπειρο (Αλβανία). 

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

Η ανάδειξη των ιστορικών οικισμών και η συμβολή τους στην οικοτουριστική ανάπτυξη - Πιλοτική αναφορά στο Λιβάδι Ολύμπου του Καλλικρατικού Δήμου Ελασσόνας.




Γιώργος Ι. Συνεφάκης 
Αρχιτέκτων-Πολεοδόμος
Πρόεδρος Συλλόγου Λιβαδιωτών Θεσ/νίκης
'' Ο Γεωργάκης Ολύμπιος ''
E-mail: synefakg@arch.auth.gr



Εισήγηση στο Σεμινάριο : 
ΌΛΥΜΠΟΣ, ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ '
Λιβάδι Ελασσόνας - 7 Μαΐου 2011


Τα θεμέλιά μου στα βουνά 
και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους 
και πάνω τους η μνήμη καίει άκαυτη βάτος’ 
λέει ο μέγας Ελύτης και μελοποιεί ο μέγας Μίκης. 

Αυτοί οι στίχοι του μεγάλου νομπελίστα μας, μου ήρθαν συνειρμικά στο νου, όταν μου προτάθηκε να εισηγηθώ το θέμα της ανάδειξης των ιστορικών οικισμών του Ολύμπου, στο πλαίσιο του σεμιναρίου '' ΌΛΥΜΠΟΣ, ΑΕΙΦΟΡΟΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ''. Κάτι θα ήξερε ο Ελύτης περισσότερο από μας, όσον αφορά τα θεμέλια μας, τα οποία εμείς οι ίδιοι κλονίζουμε με τη μεταχείριση που τους επιφυλάξαμε και επιφυλάσσουμε. 
Ας πάρουμε λίγο επιγραμματικά τις έννοιες : 

Η αειφόρος ανάπτυξη ή βιώσιμη ανάπτυξη αναφέρεται στην οικονομική ανάπτυξη που σχεδιάζεται και υλοποιείται λαμβάνοντας υπόψη την προστασία του περιβάλλοντος και τη βιωσιμότητα. Γνώμονας της αειφορίας είναι η μέγιστη δυνατή απολαβή αγαθών από το περιβάλλον, χωρίς όμως να διακόπτεται η φυσική παραγωγή αυτών των προϊόντων σε ικανοποιητική ποσότητα και στο μέλλον. Η βιώσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει ανάπτυξη των παραγωγικών δομών της οικονομίας παράλληλα με τη δημιουργία υποδομών για μία ευαίσθητη στάση απέναντι στο φυσικό περιβάλλον και στα οικολογικά προβλήματα.

Ωστόσο αιωρείται ακόμη το ερώτημα: 
· Ανάπτυξη είναι μια άψυχη διαδικασία δικονομικής άνθησης αφιερωμένη αποκλειστικά στη δημιουργία πλούτου, η οποία αντιμετωπίζει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένου του πολιτισμού, ως προϊόντα; 
· Ή είναι μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας για την δημιουργία μιας κοινωνίας, τα μέλη της οποίας συμμετέχουν αλλά και επωφελούνται από αυτή τη διαδικασία και οι στόχοι της οποίας δεν περιορίζονται στην οικονομία αλλά διαμορφώνονται από τις πολιτισμικές αξίες αυτών των ατόμων; 

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Καλαρρύτες - Αρχιτεκτονική και Νεότερα μνημεία.


Καλαρρύτες
Από την πέτρα του τόπου γεννιέται και η αρχιτεκτονική του χώρου. Η δομή του οικισμού ακολουθεί το γενικό πρότυπο των ορεινών χωριών, που κυριαρχεί στην Ήπειρο με απλές γεωμετρικές γραμμές, προσαρμοσμένη στον ηπειρωτικό χώρο και κλίμα. Το έδαφος διαμορφώνει και αυτό τη μορφή του. 
Στους Καλαρρύτες η απότομη πλαγιά και η μεγάλη κλίση της έχει σαν αποτέλεσμα τα πρώτα σπίτια στην κορυφή να απέχουν από τα τελευταία που βρίσκονται στο χείλος της χαράδρας, πάνω από 500 μέτρα. Ο οικισμός συγκροτείται γύρω από την κεντρική πλατεία, που συγκεντρώνει όλη τη δραστηριότητα του χωριού, κοινωνική, οικονομική, πολιτισμική και θρησκευτική. Η διαφοροποίηση των Καλαρρυτών, ως προς το τυπικό ηπειρωτικό ορεινό χωριό, είναι ότι εδώ η ενοριακή εκκλησία βρίσκεται λίγο απομακρυσμένη από το κέντρο τους.



Σπίτια 
Το χτίσιμο, όπως αναφέρεται από τους περιηγητές του 19ου αιώνα, κόστιζε ακριβά λόγω της μεταφοράς της ασβεστολιθικής πέτρας από τα γειτονικά λατομεία, αλλά και της ξυλείας από τα Πράμαντα και τους Μελισσουργούς. Το ίδιο παρατηρείται και σήμερα, που οι κάτοικοι θέλουν να συντηρήσουν, να επισκευάσουν ή να χτίσουν καινούρια σπίτια και όλες οι μεταφορές υλικών γίνονται με ζώα ή από εργάτες. 

Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική του Μετσόβου

Γενικά στοιχεία για το Μέτσοβο.
Το Μέτσοβο, 59χλμ. ανατολικά των Ιωαννίνων, υπήρξε πάντα ένας από τους πιο ενεργούς οικισμούς της Ελλάδας. Η ευρύτερη περιοχή του Μετσόβου οριοθετείται από τις κορυφές της Κατάρας, του Ζυγού και του Περιστερίου. Αποτελεί κομβικό σημείο περάσματος από την Ήπειρο, στη Θεσσαλία και τη Δ. Μακεδονία, γεγονός εξαιρετικά σημαντικό στρατηγικά και εμπορικά. Κυριότεροι φυσικοί πόροι της περιοχής είναι τα δάση - μαύρη πεύκη και οξιά - και τα βοσκοτόπια, γεγονός που ευνόησε την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας και της υλοτομίας, ενώ η γεωργική παραγωγή είναι ασήμαντη. Οι κάτοικοι της περιοχής είναι βλάχοι και αποκαλούνται "κουτσόβλαχοι" ή "μπουρτζόβλαχοι". Μιλούν ελληνικά και βλάχικα. Παλιότερα, μετακινούνταν με τα κοπάδια τους από τα ψηλά βοσκοτόπια στους κάμπους της Θεσσαλίας και τα παράλια της Ηπείρου. Η προέλευση του τωπονυμίου "Μέτσοβο" δεν είναι εξακριβωμένη. Μια άποψη θέλει να σημαίνει "αρκουδοχώρι", από τις σλαβικές λέξεις "μέτσκα = αρκούδα" και "όβο = χωριό", ενώ σύμφωνα με άλλη προέρχεται από τη λέξη Μεσοβούνι - Μετσοβουν - Μέτσοβο. Τα έθιμα και οι τοπικές παραδόσεις δεν διαφέρουν από αυτά της υπόλοιπης Ηπείρου. Το Μέτσοβο έχει μια πολύ αξιόλογη παράδοση στη δημιουργία υφαντών και ξυλόγλυπτων. Τα υφαντά του Μετσόβου είναι μοναδικά ως προς τον τύπο και τη διακόσμησή τους, η οποία είναι ένα σύνολο γεωμετρικών στοιχείων και συμβολικών στοιχείων του φυσικού κόσμου. Οι κάτοικοι της περιοχής του Μετσόβου έζησαν πάντοτε αυτόνομα. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το Μέτσοβο είχε ειδικά προνόμια δεδομένου ότι η θέση του, ως πέρασμα της Πίνδου, είχε καίρια σημασία. Λόγω των προνομίων, το Μέτσοβο, ως κεντρικός οικισμός της περιοχής, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα. Υπήρξε κέντρο διοικητικό, εκκλησιαστικό και εμπορίου.

Τα αρχοντικά σπίτια στο Ηλιοχώρι (Ντομπρίνοβο)!

Οι κάτοικοι των χωριών αυτών, Πεκλάρι, Κεράσοβο, Χιονιάδες, Πυρσόγιαννη κ.λ.π., ασκούν από αιώνων το επάγγελμα του οικοδόμου ή του τεχνίτου, και το περισσότερον μέρος του χρόνου με το ζεμπίλι και τα εργαλεία της τέχνης ανά χείρας περιόδευαν άλλοτε ολας τας χώρας, φθάνοντας εως το Βουκουρέστι και την Κωνσταντινούπολιν κατά συντροφιάς, που είχαν επί κεφαλής πρωτομαστόρους. Καθένα μάλιστα από τα Μαστοροχώρια ήταν εξειδικευμένο στις οικοδομικές τέχνες: άλλο χωριό έβγαζε κτίστες, πασταδόρους (διακοσμητές), μαρμαρογλύφους, άλλο ξυλουργούς και ξυλόγλυπτες, άλλο ζωγράφους. Όλοι οι τεχνιται αυτοί λέγονταν μαστόροι, οποιαδήποτε και αν ήταν η ειδίκευση τους, και σχημάτιζαν συντεχνίας (εσνάφια). Κάθε πρωτομάστορας είχε την ομάδα του, η οποία περιελάμβανε 10-20 πρόσωπα. Ομάδες όμως που ανελάμβαναν μεγάλες οικοδομήσεις είχαν έως και εκατό εργάτες. Οι μεγάλες αυτές ομάδες μαστόρων έφτιαχναν και τις κομψές γέφυρες με πολλά τόξα, ονομαστές εκκλησιές, μοναστήρια, τζαμιά, μιναρέδες, κωδωνοστάσια κ.λ.π.

Τα παλαιά εκείνα αρχοντόσπιτα των κατοίκων, η πλούσια διακόσμηση τους με τοιχογραφίες και ξυλόγλυπτα, με πλακόστρωτες αυλές, μαρτυρούσαν την οικονομική ευεξία του Ντομπρίνοβου.
Σχεδόν κάθε οικογένεια, από τις περισσότερες, έχει ένα δικό της μέλος στο εξωτερικό. Οι περισσότεροι οικογενειάρχες είχαν κάνει τον έμπορο πολλά χρόνια (δέκα ως είκοσι) σε μια από τις χώρες της Ευρώπης. Το Ντομπρίνοβο είχε τριώροφα και τετραώροφα σπίτια.
Όταν το Σεπτέμβριο του 1819 ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Γαβριήλ το επισκέφθηκε, είχε περίπου 160 ωραία σπίτια. Στα σπίτια εκείνα άρχιζε ο πρώτος όροφος με τα λίγα και μικρά κιγκλιδόφρακτα παράθυρα, και ο δεύτερος με τα περισσότερα και μεγαλύτερα, καθώς και με τα μεγάλα εξώστεγα.
Ενδιαφέρουσα είναι η εσωτερική διαρρύθμιση και η διακόσμηση των επάνω προ πάντων ορόφων, με τις ξυλόγλυπτες οροφές, με τα διακοσμημένα παράθυρα, με τα τζάκια, τους πολύχρωμους φεγγίτες, τις μεσάντες, τα έργα λαϊκής ζωγραφικής των καλών οντάδων. Μερικά από τα αρχοντόσπιτα αυτά ήταν αληθινά μουσεία λαϊκής τέχνης και αρχιτεκτονικής. Όταν τα επισκέπτονταν κανείς, ζούσε την ατμόσφαιρα των οικογενειακών ηθών και εθίμων, και την σχετικά άνετη ζωή των πρώτων εκείνων αστών.

Συρράκο - Αρχιτεκτονική και αξιοθέατα.

Συρράκο
Το χωριό έμεινε παραδοσιακό αφού η διάνοιξη του δρόμου καθυστέρησε υπερβολικά, ενώ τώρα η πρόσβαση γίνεται μέσω πλήρως ασφαλτοστρωμένου δρόμου.

Με ένα εξαιρετικό τρόπο οι τοπικοί μάστορες, εκφράζοντας τις κοινωνικές ανάγκες και αισθητικές αντιλήψεις της τοπικής κοινωνίας εναρμόνισαν την κατοικία με το φυσικό της περιβάλλον αλλά και τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά δεδομένα του χώρου και της εποχής.


Η κατοικία δεν είναι ανεξάρτητη αλλά υπάρχει η ακολουθία: κατοικία - πεζόδρομος (καλντερίμι - βρύση - δημόσιος χώρος). Τα σπίτια είναι με δύο ή τρεις ορόφους με μεγάλη κλίση. Έτσι υπάρχει η ανάγκη μιας κλιμακωτής πρόσβασης, η οποία επιτυγχάνεται με την επιδομή μιας πέτρινης σκάλας η οποία από τη μια μεριά εφάπτεται στην κύρια οικοδομή και από την άλλη στηρίζεται σε ένα τοξωτό τοίχο. Το άνοιγμα του τόξου αυτού επιτρέπει την είσοδο ανθρώπων, πραγμάτων και πολλές φορές ζώων στο κατώγι, δηλαδή στον ωφέλιμο χώρο του σπιτιού που προκύπτει από την κλίση του εδάφους.Το κύριο υλικό δομής είναι η πέτρα στους τοίχους και η σχιστόπλακα στις στέγες. 
Τα καλντερίμια είναι στενά, φτιαγμένα από πέτρα, όπως και οι βρύσες που υπάρχουν διάσπαρτες σε όλο το χωριό, με πιο ενδιαφέρουσα, ίσως, την κατασκευή της «Γκούρας», της κεντρικής βρύσης με τη θολωτή στέγη φτιαγμένη από ειδική ελαφρόπετρα. Βρίσκεται κοντά στην πλατεία, το κέντρο του χωριού, το «χοροστάσι», το πιο προσεγμένο σημείο του χωριού στρωμένο με πλάκα και ωραία θέα. Είναι επίσης δίπλα από το πέτρινο τριώροφο σχολείο, το πιο μεγάλο κτίσμα του χωριού. 

Το Συρράκο έχει έξι εκκλησίες, από τις οποίες οι δύο είναι ξωκλήσια. Προστάτης του χωριού είναι ο Άγιος Νικόλαος, στο κέντρο του χωριού, με αριστουργηματικό τέμπλο, ωραίους τρούλους, θόλο κι έναν χρυσοκέντητο επιτάφιο δωρεά του ευεργέτη Σπ. Μπαλτατζή, ρωσικής τεχνοτροπίας.Υπάρχει η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (19ος αί.), της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία (19ος αι.), η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου(1817) στην είσοδο της έκτασης του χωριού, η οποία ήταν ο τόπος που γινόταν η υποδοχή των ξενιτεμένων και το ξεπροβόδισμα εκείνων που έφευγαν.

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Συρράκο - Ένα πετρόκτιστο κόσμημα στο Περιστέρι της Πίνδου.



Πόθοι
Ἤθελα νἄμουν σταυραητός, νὰ πέταγα τ᾿ ἀψήλου,
ν᾿ ἀνέβαινα στὴ Λιάκουρα, κατάκορφα στὴ ράχη,
νἄριχνα ἐκεῖθε μία ματιά, ν᾿ ἀγνάντευα τὸν Πίνδο,
νὰ ἰδῶ πῶς μοῦ τὸν ἔκαμαν τὰ χρόνια κ᾿ ἡ σκλαβιά του.
Ποιὸς λέει δὲν κλαῖνε τὰ βουνά; Ποιὸς λέει πὼς δὲν γεράζουν;...
Χιόνια καὶ κρούσταλλα παλιά, γεράματα γιομάτα,
σκεπάζουνε τὸν Πίνδο μου, καὶ καταχνιὲς τὸν πνίγουν·
κι ἀκούγω, ἀκούγω ἀπὸ μακρυά, ἀκούγω ἀπὸ τὰ ξένα
τῆς γερατειᾶς του τὸ σκουσμό, τὸ κλάμμα τῆς σκλαβιᾶς του.
Ἄχ! πότε αὐτὸ τὸ σκούξιμο, τρανὴ κραυγὴ θὰ γίνει,
κραυγὴ ἀνήμερου θεριοῦ, ἐκδίκηση γιομάτη,
νὰ μάσει ἀπὸ τὴν ξενιτιὰ τὰ ἔρμα τὰ παιδιά σου,
τ᾿ ἀστροπελέκια σου ἄρματα, Πίνδε, νὰ μᾶς μοιράσεις,
μία μέρα, ν᾿ ἀναστήσουμε τὴ δόλια μας πατρίδα!...
                                                        Κώστας Κρυστάλλης

Πέτρινα όνειρα, χαμένα στα βάθη των αιώνων, που δεν αποτελούν απλά μια μαρτυρία αλλά μια ιστορική πραγματικότητα που έρχεται απο το μακρινό παρελθόν. Το πετρόκτιστο κόσμημα, στα νότια του νομού Ιωαννίνων, το ιστορικό Συρράκο, βρίσκεται γαντζωμένο σε μια απότομη πλαγιά του όρους Περιστέρι (Λάκμος),σε υψόμετρο 1200 μέτρων, στην οροσειρά της Πίνδου. Μαζί με το δίδυμο χωριό, τους Καλαρρύτες, αποτελούν ανακηρυγμένους παραδοσιακούς οικισμούς και είναι τα μόνα στα νότια του νομού,κάτι που είναι πιο συνηθισμένο στα βόρεια,στην περιοχή των Ζαγοροχωρίων. Το Συρράκο χωρίζεται απο τους Καλαρρύτες με μια βαθιά χαράδρα, ασύληπτης ομορφιάς, την οποία διαρρέει ο Χρούσιας, ο παραπόταμος του Αράχθου. Ο Χρούσιας δεσπόζει στο τοπίο και αυτό είναι αναπόφευκτο, αφού ήταν γενάρχης των βασιλιάδων της Ηπείρου. Κατά την παράδοση,ο Χρούσιος ή Μολοσσός ήταν γιός του Νεοπτόλεμου και εγγονός του Αχιλλέα και καταγόταν απο τη βασιλογενιά της Θεσσαλίας (Φθίας) και της Τροίας.

Το ενδιαφέρον των ορεινών κοινοτήτων δεν περιορίζεται όμως, μόνο στα θέλγητρα της φύσης αλλά και στην γνήσια αρχιτεκτονική φυσιογνωμία τους. Η ιστορία του κάθε χωριού είναι μοναδική, όταν την ακούς απο τις διηγήσεις των γερόντων, σαν παραμύθι. Η ζεστασιά των ανθρώπων σε κάθε γωνιά της ελληνικής γης είναι ασύγκριτη, ζούμε σ'ένα τόπο μοναδικό, προικισμένο απο την φύση και σμιλευμένο απο τον μόχθο των κατοίκων του,αιώνες ολόκληρους.