Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πελαγονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πελαγονία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020

Η μέριμνα των Μοσχοπολιτών για την Ι. Μονή Οσίου Ναούμ Αχρίδας


Ι. Μονή Οσίου Ναούμ Αχρίδας
Οἱ πηγές γιά τήν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας στήν Μητροπολιτική περιφέρεια Κορυτσᾶς εἶναι λίγες. Ὑπῆρχαν οἱ Κώδικες Ἱ. Ναῶν τουλάχιστον στά μεγάλα κέντρα ὅπως στή Μοσχόπολη, στήν Κορυτσᾶ, στό Βυθκοῦκι, στήν Ὑπισχία, στή Ζήτσιστα, στή Χότσιστα κ.ἄ. Τό κομμουνιστικό καθεστώς τοῦ Χότζα εἴτε τούς κατέστρεψε εἴτε τούς κατέκρυψε στά κρατικά ἀρχεῖα, ὅπου εἶναι ἀπρόσιτα στούς ἐπιστήμονες. Ὅ,τι κατορθώσαμε[6] νά ἔχουμε σέ φωτοτυπίες στό ἀρχεῖο μας στάθηκε πολύτιμο γιά νά συνθέσουμε μερική εἰκόνα τῆς ὅλης προσπάθειας τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἐπιβίωση τῶν χριστιανῶν καί κατ’ ἐπέκταση τῶν Ἑλλήνων στήν ἐν λόγῳ περιοχή. 

Τό ἔτος 1662 ἡ Ἐκκλησία μερίμνησε γιά τήν Ἱ. Μονή Ὁσίου Ναούμ ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Κώδικας[7] Ἱ.Μ. Ἁγίου Προδρόμου Μοσχοπόλεως σέ συνεργασία μέ τήν δημογεροντία τῆς Μοσχοπόλεως: 

«Ἴσον ἀπαράλλακτον ἀντιγραφέν ἐκ τοῦ Κώδικος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Προδρόμου / ἐν Μοσχοπόλει /. 
Κατά τόν καιρόν ἐν ἔτει σωτηρίῳ χιλιοστῷ ἑξακοσιοστῷ ἑξηκοστῷ δευτέρῳ <͵αχξβ΄> ἐπει/δή τό Μοναστήριον τοῦ ἁγίου Ναούμ ἔμεινεν ἔρημον χωρίς ἐπιστάτιν καί χωρίς Ἡγούμενον / οἱ Μοσχοπόλεως ἄρχοντες φιλευσεβεῖς καί εὐλαβεῖς ὄντως εἰς τά θεῖα Τεμένη καί εὐαγεῖς / οἴκους // θεία καί δυναστεία ἐσήκωσαν τόν Χατζῆ Γαβριήλ ἀπό τόν ἅγιον Πρόδρομον καί στέλνοντάς του εἰς τόν ἅγιον Ναούμ τόν ἀποκατέστησαν ἐκεῖ Ἡγούμενον διά νά ἐπιστατῇ τήν σεβάσμι/ον ἐκείνην Μονήν. Ὁ δέ Θεοδόσιος ἔμεινεν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Προδρόμου, ὁ δέ / Χατζῆ Γαβριήλ, ὡς ἐπῆγεν ἐκεῖ ἐκαλλώπισεν τό Μοναστήριον, ἔκτισε τόν Νάρθηκα, τό σκευο/φυλακίον, καί ἅπαντα τά ὁλόγυρα τοῦ μοναστηρίου κελλία, ... καί κάτω, τήν Πολνίτζαν / τόν Ζαμικνᾶν καί τούς πρός τήν λίμνην ὀντᾶδες, τά μαγηρεῖα, τά ἀμπάρια καί τούς πρός ἀμπελώνας / ὀντᾶδες μέ τό κλεμερλίδικο ἀχοῦρι, ὅτι μόνον τόν φοῦρνον εὑρῆκε παλαιόν καί τό μαγηρεῖον / ἄλλο δέν εἶχε / Ὁ γράψας Νικόλαος Ζωγράφου / ὁ καί Ἐπίτροπος τοῦ Ὁσίου Ναούμ / 
(Ὑπογραφή) Ὁ Κορυτζᾶς ∆ωρόθεος βεβαιοῖ / 
Ἐν Κορυτσᾷ τῇ 20 7βρίου 1875». 

Παλιές φωτογραφίες: Ενθύμιον αγάπης προς το Κρούσοβο


Ορισμένες παλιές φωτογραφίες έχουν συναισθηματική και ιστορική αξία, ειδικά όταν προέρχονται από ένα εκλεκτό κομμάτι του ελληνισμού, όπως αυτό της Πελαγονίας που είχε την ατυχία να βρεθεί εκτός ελληνικών συνόρων, να βιώσει δύσκολες περιπέτειες και κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, ειδικά μετά το 1912, σταδιακά να εκσλαβιστεί...

Μια φωτογραφία που εστάλη το 1925 από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στο Κρούσοβο της Πελαγονίας και φέρει στην πίσω όψη, στα ελληνικά, την εξής αφιέρωση:

'' Δι' ενθύμιον εις την Αγαπητήν μου θείαν Νίκα
Αιγύπτω, 20 Οκτωβρίου 1925.
Με αγάπην ο ανεψιός Γεώργιος Νάκας

(Προς)
Κυρίαν
Δομνίκα Αν. Βαγγελίτσα
Εις Κρούσοβον ''

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Ρέσνα, η ξεχασμένη κωμόπολη της Πελαγονίας


Στην περιοχή της Άνω Πρέσπας, βορειοδυτικά του Μοναστηρίου, βρίσκεται η Ρέσνα [σημ. Resen]. Σήμερα ίσως οι περισσότεροι να αγνοούν αυτή την κωμόπολη, όμως σε παλαιότερες εποχές η Ρέσνα υπήρξε επικοινωνιακός κόμβος σπουδαίας στρατιωτικής και εμπορικής σημασίας, καθώς συνέδεε την πρωτεύουσα της Πελαγονίας, το Μοναστήρι, με τις περιοχές της κεντρικής Αλβανίας και του Κοσσόβου, στα ίχνη της Εγνατίας οδού. Ο Hammond ταυτίζει τη Ρέσνα με την αρχαία πόλη Αντανία.

Το 1670, βρέθηκε στη Ρέσνα ο Τούρκος περιηγητής Εβγιλιά Τσελεμπή, ο οποίος τη χαρακτήρισε ως μια εύπορη κωμόπολη με σημαντική οικονομική κίνηση, η οποία οφειλόταν στην εξαγωγή ριζών βαφής. Ακόμη, ο Τούρκος περιηγητής αναφέρει πως η κωμόπολη τότε είχε 180 σπίτια, δύο τεμένη, έναν μεντρεσέ, έναν τεκέ δερβίσηδων, ένα πανδοχείο και 20 καταστήματα. Ο μουσουλμανικός πάλι πληθυσμός της κωμόπολης ήταν ισάριθμος με τον χριστιανικό πληθυσμό.

Με το πέρασμα των χρόνων, η Ρέσνα διέθετε τηλεγραφείο, ταχυδρομικό γραφείο, ναό και τρία σχολεία χριστιανών και ο αριθμός των καταστημάτων, των εργαστηρίων και των πανδοχείων πολλαπλασιάστηκε έως τις αρχές του 20ου αιώνα.

Οι Έλληνες στη Ρέσνα

Σύμφωνα με τουρκικούς καταλόγους, στις αρχές του 20ου αιώνα κατοικούσαν στη Ρέσνα γύρω στους 1.000 Έλληνες. Μολονότι δεν αναγράφεται ο ακριβής αριθμός των Ελλήνων κατοίκων της κωμόπολης, υπολογίζεται πως υπήρχαν 220 Έλληνες άρρενες κάτοικοι και 150 σπίτια ελληνικών οικογενειών. Επίσης, στη Ρέσνα ιδρύθηκε το 1871 ελληνική εξατάξια σχολή αρρένων και τετρατάξιο παρθεναγωγείο, με τη συνδρομή του «Συλλόγου προς Διάδοσιν των Ελληνικών Γραμμάτων». Το σύνολο των Ελλήνων μαθητών σ’ αυτά τα δύο σχολεία ανερχόταν στους 120, στα οποία προσέφεραν τις υπηρεσίες τους 6 εκπαιδευτικοί. Εκτός από αυτά τα σχολεία, αισθητή ήταν η παρουσία στην κωμόπολη του ελληνικού συλλόγου «Αναγέννησις».

Όπως γενικότερα στην περιοχή της Πελαγονίας, έτσι και στη Ρέσνα οι περισσότεροι Έλληνες ήταν βλαχόφωνοι. Το μεγαλύτερο ποσοστό των βλαχόφωνων προέρχονταν από το παλαιότερο χωριό Πλάκι, από το Γκόπεσι, από τη Μηλοβίστα, από το Πισοδέρι, από το χωριό Νώτια, και περίπου 100 οικογένειες ήρθαν από τη Μοσχόπολη.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2019

Το τελευταίο ''αντίο'' στη μεγάλη Μοναστηριώτισσα δασκάλα Βιολέτα Παπαθανασίου


Απεβίωσε η κ. Βιολέτα Σμυρνιού-Παπαθανασίου, πρόεδρος του Συνδέσμου Μοναστηριωτών Θεσσαλονίκης, δραστήρια και δημιουργική μέχρι την τελευταία στιγμή. Η εξόδιος ακολουθία θα τελεστεί την Πέμπτη 10 Ιανουαρίου στον Ι. Ναό Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης στις 12:00 π.μ. Αιωνία της η μνήμη.

Η κ. Παπαθανασίου, σπούδασε στη Παιδαγωγική Ακαδημία της Φλώρινας και μετεκπαιδεύτηκε στα παιδαγωγικά στο πανεπιστήμιο της Θεσ/νίκης ενώ παρακολούθησε εκπαιδευτικά σεμινάρια στη Γερμανία. Ξεκίνησε την καριέρα της ως δασκάλα από το ιστορικό χωριό Παύλος Μελάς της Καστοριάς, που υπηρέτησε για 10 χρόνια και ανακηρύχτηκε επίτιμη δημότης του, και ασχολήθηκε ενεργά με την εθνική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιοχής των Κορεστίων.
Είχε πλούσια δραστηριότητα στον κοινωνικό τομέα και ήταν μέλος εθνικών και διεθνών οργανισμών. Είχε δώσει πλήθος διαλέξεων στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 1978, ήταν πρόεδρος ενός από τους ιστορικότερους συλλόγους της Θεσ/νίκης, του συνδέσμου Μοναστηριωτών και των πέριξ η «Καρτερία», υλοποιώντας δράσεις με στόχο την καταγραφή και την μελέτη της ιστορικής παρουσίας του Ελληνισμού στην περιοχή της Πελαγονίας, την διατήρηση και διάσωση της Ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού στην ίδια περιοχή.
Είναι συγγραφέας του ιστορικού ντοκουμέντου «Μάννα η Μακεδόνισσα», που περιγράφει την ιστορία μιας λησμονημένης ηρωίδας, ενώ το βιβλίο της «Μοναστήρι ιστορική περιπλάνηση στην πάτρια γη», τιμήθηκε με διάκριση από την Ακαδημία Αθηνών.
Για τη δράση της τιμήθηκε από τον ερυθρό σταυρό, την Βασιλική πρόνοια, τους Ρόταρι Θεσ/νίκης, το σώμα ελληνικού οδηγισμού Θεσ/νίκης, την ομοσπονδία Δυτικομακεδονικών σωματείων Θεσ/νίκης, την Παμμακεδονική ένωση Αυστραλίας, την πανελλήνια ομοσπονδία Βλάχων, την εταιρία πολιτιστικής και κοινωνικής ανάπτυξης Μακεδονίας-Θράκης, τον σύλλογο γυναικών Θεσ/νίκης, Μακεδονίας και Αθηνών, τον οδοντιατρικό σύλλογο Φλώρινας, τον μουσικοχορευτικό όμιλο Θεσ/νίκης «Ο ΟΡΦΕΑΣ», το υπουργείο Παδείας, τον Δήμο Αμπελοκήπων, τον Δήμο Θεσ/νίκης με το μετάλλιο του Δήμου καθώς και από την Ακαδημία Αθηνών.

Τετάρτη 11 Απριλίου 2018

Στη μνήμη του καθηγητή Αντώνιου Αιμίλιου Ταχιάου


Eνας αυτοβιογραφικός περίπατος του καθηγητή του ΑΠΘ, που έζησε (αλλά και πέρασε) πολλά 
Αρθρο «δημοκρατίας» Β. Ελλάδος,  
12.04.2017

Από την
Ελένη Σκάρπου

Ανάκληση αναμνήσεων»: Δεν είναι ακόμη ένα σύγγραμμα που γράφτηκε απλά για να γραφτεί... Είναι μια σειρά από προσωπικές μαρτυρίες, ένας αυτοβιογραφικός περίπατος που ξεκινά από το οικογενειακό παρελθόν του συγγραφέα Αντώνιου - Αιμίλιου Ταχιάου και τον Mακεδονικό Aγώνα, για να περάσει από την προπολεμική εποχή, τον Eλληνοϊταλικό Πόλεμο, τη γερμανική κατοχή, τον Εμφύλιο, τη δικτατορία και να καταλήξει λίγο πριν από το σήμερα.

Είναι σίγουρα πολλοί οι λόγοι που ένα τέτοιο λογοτεχνικό δημιούργημα πρέπει να βρει θέση στα ράφια μιας σύγχρονης βιβλιοθήκης, αλλά ο κυριότερος είναι η επαφή με πτυχές της Ιστορίας που δεν γνωρίσαμε από πρώτο χέρι και τις οποίες κάποιοι είχαν την τύχη -και την ατυχία μαζί- να βιώσουν, ώστε να μας τις παραδώσουν ατόφιες και αυθεντικές, σαν φυλαχτό, για τα επόμενα χρόνια.

Στα σημερινά Σκόπια

Εχοντας κλείσει τα 85 χρόνια του, ο κ. Ταχιάος εξιστορεί με λεπτομέρεια τα πάντα: «Ο πατέρας μου γεννήθηκε στο Κρούσοβο, στα σημερινά Σκόπια. Εκεί ζούσαν Ελληνες βλαχόφωνοι. Ο πατέρας μου και ο αδερφός του υπήρξαν αντιπρόσωποι για όλη την ευρωπαϊκή Τουρκία της εταιρίας που είχε και τον “Τιτανικό”, και έστελναν μετανάστες στην Αμερική, για τους οποίους λογοδοτούσαν... αν έχουν προσηλυτιστεί από τους Βουλγάρους. Η μητέρα μου γεννήθηκε στους Πύργους Εορδαίας, στην Κοζάνη. Ο αδερφός της, ο Γρηγόρης Νικολαΐδης, είχε μεγάλη δράση. Στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα είχαν φιλοξενήσει τον καπετάν Γαρέφη με 12 αντάρτες στο σπίτι τους. Επειτα μετακόμισαν στο Αμύνταιο, όπου το 1912 ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον διόρισε δήμαρχο Αμυνταίου» αναφέρει ο συγγραφέας, περιγράφοντας το πρώτο κεφάλαιο, στο οποίο γίνεται αναφορά και στη σύζυγό του, ο προπάππους της οποίας ονομαζόταν Γενναίος Σκούρας και ήταν βαφτισμένος από τον γιο του Κολοκοτρώνη.

Έφυγε από τη ζωή ο καθηγητής Αντώνιος Αιμίλιος Ταχιάος


Εφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών ο ομότιμος καθηγητής της Ιστορίας και Γραμματείας των Σλαβικών Εκκλησιών της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Αντώνιος - Αιμίλιος Ταχιάος.

Ηταν αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Άθηνών, αλλοδαπό μέλος της Σερβικής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών και της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών, ενώ είχε τιμηθεί με το Διεθνές Βραβείο της Ακαδημίας της Σλοβακίας.

«Δάσκαλο – πρότυπο», χαρακτήρισε τον εκλιπόντα, με δηλώσεις του στο ΑΠΕ - ΜΠΕ, ο πρόεδρος της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Παναγιώτης Σκαλτσής και πρόσθεσε ότι ήταν σημαντικό τόσο το επιστημονικό, όσο και το κοινωνικό του έργο.

Στο επίκεντρο της επιστημονικής ενασχόλησης του Αντώνιου - Αιμίλιου Ταχιάου ήταν η επίδραση του Βυζαντίου στον κόσμο των Σλάβων και το έργο των Θεσσαλονικέων ιεραποστόλων Κυρίλλου και Μεθοδίου.

Μεταξύ άλλων, διατέλεσε πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Σλαβικών Μελετών, του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, καθώς και του Κέντρου Μελέτης Πολιτιστικής Κληρονομιάς Κυρίλλου και Μεθοδίου.

Η κηδεία του θα γίνει αύριο στις 11.30 το πρωί από τον μητροπολιτικό ναό Αγίου Γρηγορίου Παλαμά.

ΝΔ: Εμβληματική προσωπικότητα

Εμβληματική προσωπικότητα της πνευματικής, πολιτιστικής και κοινωνικής ζωής της Θεσσαλονίκης, χαρακτηρίζει με ανακοίνωση της η Διοικούσα Επιτροπή Θεσσαλονίκης της Νέας Δημοκρατίας, τον ομότιμο καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, Αντώνιο-Αιμίλιο Ταχιάο.

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

Η σθεναρή στάση των Ελληνοβλάχων της Πελαγονίας - Γεγονότα του 1907


Πηγή φωτο: yaunatakabara.blogspot.gr
Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου από τα μέσα του 1907 άρχισε να ατονεί η δραστηριότητα των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων, γεγονός που αφύπνισε την Μακεδονική Επιτροπή, η οποία με έγγραφο της (17 Οκτωβρίου 1907) προς τον Έλληνα πρωθυπουργό ζητούσε την αποστολή πολεμοφοδίων, 150 οπλιτών, εθνικών πρακτόρων και βέβαια ιερέων και δασκάλων.[172] Την ανάγκη για την ενεργοποίηση των ελληνικών σωμάτων στην περιοχή την επισήμανε και η ελληνική προξενική αρχή του Μοναστηρίου, η οποία τη θεωρούσε απαραίτητη για την αναδιοργάνωση του Μακεδονικού Κομιτάτου.[173]
Και ενώ όλα αυτά συνέβαιναν στο επίπεδο των Κομιτάτων και των Επιτροπών, ο ελληνισμός της Πελαγονίας αντιστεκόταν πεισματικά στις οργανωμένες επιθέσεις των ρουμανικών και βουλγαρικών σωμάτων. Ψυχή αυτής της αντίστασης ήταν το αδιαπέραστο ελληνικό φρόνημα των συμπαγών ελληνοβλαχικών πληθυσμών του Μοναστηρίου και των ελληνοβλαχικών κοινοτήτων της ευρύτερης περιοχής (του Μεγαρόβου, του Τιρνόβου, της Νιζόπολης, της Ρέσνας, του Κρουσόβου, της Μηλόβιστας κ.α.). Οι Ελληνόβλαχοι της Βορειοδυτικής Μακεδονίας στάθηκαν υπεράνω των αδυναμιών της ελληνικής κεντρικής εξουσίας, αγωνίστηκαν δυναμικά σε κάθε αλλόφυλη, αλλοεθνή, αλλόγλωσση και αλλόθρησκη προσηλυτιστική διείσδυση, πολέμησαν λυσσαλέα, ιδίως τη ρουμανική κίνηση[174], και διατήρησαν άσβεστη την ελληνική συνείδηση στο βορειότερο εθνολογικό όριο της Ελλάδας.

Αυτή την ελληνική συνείδηση των βλαχόφωνων πληθυσμών του ευρύτερου μακεδονικού χώρου την έχουμε αποτυπωμένη στις περίφημες ''διαμαρτυρίες των Κουτσοβλάχων'', με τις οποίες οι Ελληνόβλαχοι διαμαρτύρονταν για τις ενέργειες της ρουμανικής προπαγάνδας και για τη βίαια απογραφή αυτών ως Βλάχων. Αυτές οι αναφορές-διαμαρτυρίες σώζονται στα αρχεία του Πατριαρχείου, της μητρόπολης Θεσσαλονίκης κ.α. και δημοσιεύονται στην ''Εκκλησιαστική Αλήθεια'' των ετών 1904-1907[175] και εμφορούνται από το βαθύ εθνικό και θρησκευτικό αίσθημα των Ελληνόβλαχων, την ομολογία της εθνικής τους συνείδησης και της υπερηφάνειας τους που ανήκουν στο ελληνικό έθνος και στους κόλπους του Πατριαρχείου και την πηγαία και έντονη αγανάκτηση τους για την προπαγανδιστική διείσδυση της ρουμανικής προπαγάνδας.
Σε μια χαρακτηριστική διαμαρτυρία της 5ης Ιουνίου του 1907, που υπογράφεται από 1425 οικογενειάρχες Ελληνόβλαχους του Μοναστηρίου διαβάζουμε (σε ένα απόσπασμα της): ''Ημείς οι Κουτσόβλαχοι, πληρεστάτην έχοντες συνείδησιν της εθνικής ημών καταγωγής, ουδένα δέ συγγενικόν ή άλλον δεσμόν αναγνωρίζοντες μετά των Ρωμούνων κατοίκων της παριστρίου χώρας, στεντορεία, και αύθις, τη φωνή διακηρύττομεν και διά μυριοστήν φοράν επαναλαμβάνομεν ότι είμεθα γνήσιοι Έλληνες... Ουδείς πλούτος, ουδεμία δύναμις θ' αποσπάση ποτέ ημάς, ούτε από των αγκαλών της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, ήτις προ αμνημονεύτων χρόνων εγαλούχησε και εξέθρεψε ημάς πνευματικώς, ούτε από του ενδόξου ελληνικού Γένους.''[176] Οι Ελληνόβλαχοι του Μεγάροβου κλείνουν την ένθερμη διαμαρτυρία τους (12 Ιουλίου 1907) με μια συγκινητική και ''ενδόμηχο φωνή'' που ''βοά από τα βάθη της καρδίας'' τους: ''Εις τας φλέβας μας ρέει ακόμη αμόλυντον το προγονικόν αίμα. Εις τα δάση του Ολύμπου και της Πίνδου, του Βερμίου και του Περιστερίου, περιίπτανται αι ιεραί των πατέρων μας σκιαί περιφρορούσαι ημάς. Ημείς οι Κουτόβλαχοι ήμεθα, εσμέν και θα είμεθα Έλληνες. Τούτο το ορκιζόμεθα και το διακηρύττομεν, Παναγιώτατε, ενώπιον Θεού και ανθρώπων.''[177] Οι Ελληνόβλαχοι του Τίρνοβου στη δική τους διαμαρτυρία (10 Ιουνίου 1907) τονίζουν με αποφασιστικότητα ''ότι Έλληνες είμεθα και οφείλομεν να παραδώσωμεν τας ιεράς μας παρακαταθήκας, πίστιν και εθνικότητα, ακηράτους εις τας επιγιγνομένας γενεάς''[178], ενώ στη διαμαρτυρία τους οι Νιζοπολίτες (14 Ιουνίου 1907) διακηρύσσουν ότι ''ουδέποτε δε θα μας αλλοιώσωσι το φρόνημα και την πίστιν και εάν όλους τους ισχυρούς της γης διαθέσωσιν εναντίον μας, διότι το αίμα και η συνείδησις είναι αποκεκρυσταλλωμένα γνησίως ελληνικά'' και χαρακτηρίζονται οι ρουμανίζοντες ''ως βδελυραί μυιαί, συκοφαντούντες και ραδιουργούντες τους πάντας''.[179]

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Ναούμ Στ. Σήμτζας - Μηλόβιστα Πελαγονίας


Η Μονή Λαζαριστών στο sirok sokak του Μοναστηρίου
Εγώ δέ ενεθυμήθην την κατά Απρίλιον του 1892 δολοφονίαν του Έλληνος προκρίτου της Μηλοβίστης Ναούμ Στ. Σήμτζα, γενομένης εντός του ναού του χωρίου, τον φονέα του οποίου απέκρυψεν ο καθολικός ιερεύς Φαβεριάλ εν τη στέγη του παρακειμένου καθολικού παρεκκλησίου (Chapele) και κατόπιν εφυγάδευσεν εις Βουκουρέστιον. Ο Φαβεριάλ ήτο αχώριστος φίλος του Μαργαρίτου, κατάπτυστος ξυνωρίς. Οι δυο ούτοι συνέταξαν, εν έτει 1888, την περιβόητον εγκύκλιον προς τους Αλβανούς*. Και τι δεν έγραφον εν αυτή. Τον Όμηρον, τον Μέγαν Αλέξανδρον και τον Αριστοτέλην έλεγον ότι ήσαν Αλβανοί. Τους Έλληνας και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ύβριζον δεινότατα, τους δέ Τούρκους ποταπώς εκολάκευον. Εν τέλει της εγκυκλίου εκείνης προσεκάλουν τους Αλβανούς να ενωθώσι μετά των καταπτύστων Ρουμούνων εις κοινοπραξίαν. Αλλά δεν εννοώ, λέγει ο γέρων του Ολύμπου, διατί αυτοί οι καθολικοί ιερείς τόσα βυσσοδομούσι καθ' Ελλήνων, ενώ οι Έλληνες ανέχονται ακόμη εν μέσαις Αθήναις καθολικόν αρχιεπίσκοπον παρανόμως εις το πλευρόν του Έλληνος Μητροπολίτου. Αλλά μήπως, λέγω, δεν παρεχώρησαν οι Έλληνες εις τους καθολικούς εκκλησίαν εν μέσαις Αθήναις, παρά την Πύλην της αγοράς, ενώ οι εν Παρισίοις καθολικοί ηρνήθησαν να παραχωρήσωσι ναϊδριον εις τους Έλληνας -ζητηθέν πρό της ιδρύσεως του νυν περικαλλεστάτου Ελληνικού ναού.- Εις τους Ρουμούνους όμως, επί τη ελπίδι να προσελκύσωσιν εις τον Ουνιτισμόν, προ πολλού είχον παραχωρήσει ναόν επί της αριστεράς όχθης του Σηκουάνα. Εις τον Φαβεριάλ έδειξα σαφώς την επαύριον του φόνου του προκρίτου της Μηλοβίστης, ότι αι μιαραί του χείρες εβάφησαν εν τω αίματι του αθώου εκείνου. Έκτοτε ο Λαζαριστής ούτος απέφευγε τον χαιρετισμόν μου. Εν τούτοις ημέραν τινά, εισερχόμενος εις το βιβλιοπωλείον του κ. Α. Ζάλλη, συνήντησα τον Φαβεριάλ, καθ' ήν στιγμήν παρετήρει εις τον βιβλιοπώλην ότι κακώς έπραξεν να φέρη τα έργα του Βολταίρου. Παρεμβαίνω εις την συζήτησιν και απαντώ ότι εγώ επαρήγγειλα τα βιβλία του Βολταίρου του οποίου την εφυϊαν και φιλαλήθειαν εκτιμώ και θαυμάζω. Γνώριζε, απαντά ο Φαβεριάλ, ότι τον Βολταίρον κατηράσθη ο Θεός και διά τούτο επί δέκα και πλέον έτη έπασχε βασανιζόμενος εν τη κλίνη και ότι επί τέλους έπιε και τα ούρα του. Αυτά, λέγω, είνε φήμαι προσεγγίζουσαι τη συκοφαντία. Είνε μερικά πράγματα τα οποία δεν σας συμφέρουσι να γράφωνται, καθώς λ. χ. εκείνο όπερ γράφει ο Βολταίρος ότι παντού τας γραφάς ηρεύνησεν ουδαμού όμως απήντησεν την λέξιν Πάπας. Ο Βολταίρος θέλει την συνείδησιν των ανθρώπων ελευθέραν, ουδέ επιδοκιμάζει την βία επιβολήν της θρησκείας. Προκειμένου όμως περι του Χριστιανισμού ο Βολταίρος φρονεί ότι ο Χριστός μίαν θρησκείαν εδημιούργησε, κι αυτή είνε η Ελληνική ορθόδοξος θρησκεία. Οι τελευταίοι ούτοι λόγοι ηρέθισαν σφόδρα τον Λαζαριστήν, το βλέμμα του εξήστραψεν εξ οργής, η όψις ηλλοιώθη, το πρόσωπο του εγένετο κάτωχρον και εν τη φρικώδει εκείνη μορφή του απεσταλμένου του Πάπα διέγωσα τον... διάβολον.  Περιερχόμεθα την πόλιν του Μοναστηρίου, ής θαυμάζομεν το Ελληνικόν νοσοκομείον, τα Ελληνικά εκπαιδευτήρια, το λαμπρόν Διοικητήριον, πρό του οποίου ρέει ησύχως ο Δραγόρης ποταμός.

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2018

Αλκιβιάδης Σκαντέλης, εργολάβος και ξενοδόχος


Η υπογραφή του Αλκιβιάδη Σκαντέλη σε
συμβολαιογραφικό έγγραφο © ΓΑΚ/ΑΝΛ,
Αρχείο Ιωαννίδη, αρ. 930/1882
Ελάχιστα είναι γνωστά για τον Αλκιβιάδη Σκαντέλη (ή Σκανδέλη) που δραστηριοποιήθηκε στη Λάρισα την τελευταία εικοσιπενταετία του 19ου αιώνα.

Καταγόμενος από τα Βιτώλια (Μοναστήρι) της Μακεδονίας, εγκαταστάθηκε μαζί με τη σύζυγό του Δομινίκη (Δόμνα) στη Λάρισα (1875), ως εργολάβος σε έργα οδοποιίας του Τουρκικού Δημοσίου. Παράλληλα ανέλαβε την εκτέλεση ιδιωτικών έργων που του είχαν αναθέσει ο Οθωμανός κτηματίας Γιουσούφ αγάς Σκούρας και οι αδελφοί Γρηγόριος και Λάζαρος Χατζηλαζάρου. Με τον Λάζαρο είχε συστήσει ομόρρυθμη εργοληπτική εταιρεία, την οποία διατήρησε μέχρι τον θάνατο του τελευταίου (1882).

Μετά από την απελευθέρωση της Λάρισας (1881), διέθεσε τα χρήματα που είχε αποκτήσει, για την αγορά ακινήτων στο εμπορικό κέντρο της πόλης. Συγκεκριμένα αγόρασε δύο κατοικίες, την μία στη συνοικία Παράσχου (Αγίου Νικολάου) και την άλλη στην οδό Ραμαζάν Ατίκ 2 (νότια της κεντρικής πλατείας), δύο οικόπεδα στη συνοικία Παράσχου εκτάσεως 277 τ/μ. [1]. και 356 τ/μ. καθώς επίσης και το συγκρότημα ενός πανδοχείου (χάνι) το οποίο βρισκόταν στη θέση Τσούγκαρι της συνοικίας του Τρανού Μαχαλά (Αγίου Αχιλλίου) «επί της ανατολικής πλευράς της οδού Γεφύρας Πηνειού» [2].

Το πανδοχείο ανήκε στην πλήρη κυριότητα της Λουτφιγέ Γιουσούφ Χανούμ, θυγατέρας του προαναφερθέντα Γιουσούφ Αγά Σκούρα και συζύγου του κτηματία Ρετζέπ πασά. Όταν τον Σεπτέμβριο του 1882 η Λουτφιγέ αναχώρησε από την Λάρισα και εγκαταστάθηκε με τον πατέρα της και τον σύζυγό της στα Σέρβια της Κοζάνης, όρισε τον Λαρισαίο εμποροκτηματία Νικόλαο Παπακώστα ως πληρεξούσιο πωλητή του πανδοχείου της. Ο Αλκιβιάδης Σκαντέλης αγόρασε το πανδοχείο στις 20 Οκτωβρίου 1882 αντί 550 χρυσών Τουρκικών λιρών (13.981 δρχ.) [3]. Το όλο συγκρότημα περιλάμβανε εντός του οικοπέδου του, μία διώροφη οικία με εννέα δωμάτια, δύο εργαστήρια, αποθήκες, στάβλους, οινοπνευματοπωλείο και διάφορους βοηθητικούς χώρους.

Την ίδια περίοδο ο Σκαντέλης ανέλαβε διάφορες εργολαβίες στην Ελασσόνα (τότε υπό οθωμανική κατοχή) και αναγκάστηκε να εγκατασταθεί εκεί προσωρινά, διορίζοντας ως πληρεξουσίους του στη Λάρισα, τους κτηματίες Γρηγόριο Χατζηλαζάρου [4] και Νικόλαο Παπακώστα [5].

Μετά την αναχώρησή του, ο Σκαντέλης ενοικίασε (μέσω του Παπακώστα) την κατοικία του στην οδό Ραμαζάν Ατίκ στη Λάρισα. Ως ενοικιαστής την περίοδο 1882-1884 αναφέρεται ο εισαγγελέας του Πρωτοδικείου της Λάρισας Δημοσθένης Καρύκης [6] ενώ μετά το 1884 η οικία ενοικιάστηκε στον ταγματάρχη (ΠΖ) Αναστάσιο Οικονομόπουλο (Βασιλικό Επίτροπο του Γ΄ Διαρκούς Στρατοδικείου Λαρίσης) για να χρησιμεύσει ως κτίριο Στρατοδικείου [7].

Τρίτη 2 Ιανουαρίου 2018

Οι Λαζαριστές και η ρουμανική προπαγάνδα


Η Μονή Λαζαριστών στο
sirok sokak του Μοναστηρίου
Από την εποχή της εγκαταστάσεως στη Θεσσαλονίκη του Γάλλου μισσιοναρίου Lepavec (1830-1857), αρχικά ως ηγουμένου των Λαζαριστών και αργότερα στα Βιτώλια[15], οι Λαζαριστές ενεργοποίησαν παλαιό παγιωμένο σχέδιο του Βατικανού με ουνιτικό προσωπείο για την εξάπλωση του καθολικισμού. Ο  Lepavec, ο οποίος φιλοδοξούσε να εκκαθολικεύσει όχι μόνο ορθόδοξους αλλά και μουσουλμάνους κατοίκους της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, ύστερα από ελάχιστες προσηλυτιστικές επιτυχίες έδωσε σ' αυτό το παλιό σχέδιο τρεις νέες κατευθύνσεις: Δημιουργία γκραικο-ουνίας στην ελληνόφωνη Θράκη, βουλγαρο-ουνίας στη Μακεδονία και ανάπτυξη Ουνίας, υπό την εποπτεία του γνωστού Λαζαριστού των Βιτωλίων Faverial, μεταξύ των βλαχοφώνων[16].

Η συνεργασία των Λαζαριστών με τους ρουμανίζοντες χαρακτηρίσθηκε ως η πλέον ολέθρια για τα ελληνικά συμφέροντα, με σοβαρότατες επιπτώσεις για το ελληνικό στοιχείο στο μακεδονικό χώρο. Πρωτεργάτης των ρουμανιζόντων στην παροχή ανθελληνικών υπηρεσιών στους Λαζαριστές υπήρξε ο Απόστολος Μαργαρίτης[17]. Αφορμή για την στάση του αυτή αποτέλεσαν οι σε βάρος του διώξεις, οι οποίες εντάθηκαν το 1869. Αυτές οφείλονταν στο ότι, παρά την αυστηρή απαγόρευση του Μητροπολίτου Καστορίας και του Οικουμενικού Πατριάρχου Ιωακείμ του Β', συνέχιζε τη διδασκαλία της ρουμανικής γλώσσας στο Ελληνοσχολείο της Βλαχοκλεισούρας[18]. 
Ευρισκόμενος σε αδιέξοδο, ζήτησε τη βοήθεια και προστασία των Λαζαριστών των Βιτωλίων και του εκεί αυστριακού προξένου. Αυτό δημιούργησε τις προυποθέσεις για μια ουσιαστική προσέγγιση και συνεργασία μεταξύ των αντιπροσώπων της ρουμανικής προπαγάνδας και της ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στα Βιτώλια. 

Ο ηγούμενος των Λαζαριστών στα Βιτώλια Faverial[19] και ο διπλωματικός εκπρόσωπος της Ρουμανίας στην Κωνσταντινούπολη συμφωνούσαν απόλυτα ότι η μοναδική δυνατότητα χειραφετήσεως των Βλάχων της Μακεδονίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο[20] ήταν η προσχώρηση τους στην ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με το προσωπείο της Ουνίας[21].
Ο αρχηγός της ρουμανικής προπαγάνδας Απόστολος Μαργαρίτης προκειμένου να εξουδετερώσει την αντίδραση των Μητροπολιτών στην ίδρυση ρουμανικών σχολείων, αλλά κυρίως για ιδιοτελείς οικονομικούς σκοπούς, δεν δίσταζε να υποθάλπει τις τάσεις των Λαζαριστών ιερέων και να διευκολύνει τη δραστηριότητα τους στον προσηλυτισμό στην Ουνία μαθητών που φοιτούσαν στα ρουμανικά σχολεία της Μακεδονίας[22].
Από την άλλη πλευρά οι Λαζαριστές εκδήλωναν πρόθυμα τη συμπαράσταση τους στα σχέδια του Μαργαρίτη. Για τον λόγο αυτό του παρεχώρησαν μια πτέρυγα της Μονής τους για την ίδρυση Γυμνασίου στο Μοναστήρι[23].
Ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί η στενή σχέση, η οποία αναπτύχθηκε μεταξύ του ηγουμένου των Λαζαριστών Faverial και του Αποστόλου Μαργαρίτη. Οι επαφες τους τοποθετούνται γύρω στα 1870 και θα συνεχισθούν τα επόμενα χρόνια, όταν το Τάγμα των Λαζαριστών δρούσε κάτω από την  προστασία της Αυστροουγγαρίας[24].

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Παρασκευή 9 Ιουνίου 2017

Το «ατύχημα Σόροβιτς» που έκρινε την τύχη του Μοναστηρίου


Και το Μοναστήρι;

Ο ελληνικός στρατός είχε καταλάβει τη Σιάτιστα, αλλά όχι με τα τακτικά του αποσπάσματα, παρά με τους Γαριβαλδινούς (ανάμεσά τους ο ποιητής Λορέντζος Μαβίλης, έξοχα εξοπλισμένος, που πλήρωνε το δικό του σώμα) και με σώματα εξοπλισμένων από το στρατό μακεδονομάχων, όπως του Καούδη και πολλών άλλων. Η μόνη αξιόμαχη μεραρχία ήταν η πέμπτη, που προήλαυνε, έως την 18η Οκτωβρίου, βορείως των Καϊλαρίων και όδευε προς Αμύνταιο (Σόροβιτς). Το Μοναστήρι απείχε δέκα ωρών στρατιωτικής πορείας και η άνεση των συνθηκών ήταν αυτή που έπεισε τον αρχιστράτηγο και το επιτελείο να εισακούσει την κυβέρνηση που ανησυχούσε.

Ωσπου ξέσπασε το περιλάλητο «ατύχημα Σόροβιτς» δηλαδή ο αιφνιδιασμός και η άτακτη υποχώρηση μιας ελληνικής μεραρχίας, της πέμπτης, που έκρινε την τύχη του Μοναστηρίου.

Ηταν ευτύχημα που η αιφνίδια επαφή των Ελλήνων και των Τούρκων δεν ήταν σκοπούμενη, αλλά οφειλόταν σε έλλειψη κατόπτευσης και περιορισμένη αποτελεσματικότητα των προκαλύψεων. Ετσι, ο συγκεντρωμένος ελληνικός στρατός, που ήταν πλέον στα πρόβουνα του κάμπου των Γιαννιτσών, μπόρεσε με ενίσχυση των πανικόβλητων από στοιχεία της 6ης και της 3ης Μεραρχίας να αποκαταστήσει την τάξη και την πειθαρχία στο δυτικό αυτό μέτωπο.
Αλλά το διδακτικό αυτό «ατύχημα» ήταν το τελευταίο εμπόδιο, με ατυχείς συνέπειες, στο δρόμο προς τη Θεσσαλονίκη…

Το ατύχημα Σόροβιτς

Ηταν στην ουσία μια καραμπινάτη ήττα του Ελληνικού Στρατού. Μια μεραρχία, η 5η, είχε εντολή να προωθηθεί στην κατεύθυνση του Μοναστηρίου, έχοντας τον έλεγχο των πλευρών του εκστρατευτικού σώματος που βρισκόταν καθ’ οδόν προς τα Γιαννιτσά και τη Θεσσαλονίκη. Αλλα γύρω από το Σόροβιτς -αργότερα Αμύνταιο- έγιναν πολλές μάχες που ξεκίνησαν από τη 18η Οκτωβρίου και ολοκληρώθηκαν αρχές Νοεμβρίου. 

Στην πρώτη φάση που μας ενδιαφέρει, η μεραρχία προχώρησε στο Αμύνταιο και άρχισε να αποκτά έλεγχο στις σύνθετες γεωγραφικά πύλες και τα στενά της Λυγκηστίδας με την Ελίμεια και την Εορδαία, δηλαδή σε έναν κρίσιμο κόμβο που άφησε εδραία στρατιωτική παράδοση από τα χρόνια του Βρασίδα και έως το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο όρος «ατύχημα» παρουσιάζεται σε τηλεγράφημα του Βενιζέλου: «Αρχηγόν Διάδοχον Κιρτζαλάρ. Ενεκα ατυχήματος V μεραρχίας κρίνω επιβεβλημένον...». 
Ο Κωνσταντίνος βρισκόταν στο Αδενδρο από τη 22α Οκτωβρίου, ενώ οι προφυλακές του ήδη από την 20ή, στο Σιδηροδρομικό Σταθμό. Μιλάμε για ελάχιστα χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη, υποτιθέμενο στόχο της ελληνικής στρατηγικής, και όμως, το «ατύχημα» στοιχειώνει ένα νικητή στρατό. Τι συνέβη;

Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017

Στη μνήμη του Μοναστηριώτη δασκάλου ελληνικών Αλέκου Ι. Στράλλα


O Αλέκος Στράλας και η Fabienne Deroux
στην είσοδο του σπιτιού του στο Μοναστήρι.
(Φωτ. Βασιλική Χατζηγεωργίου)
Ο Αλέκος Στράλας ήταν ο τελευταίος δάσκαλος Eλληνικών στο Μοναστήρι, στην Μπίτολα της ΠΓΔΜ. H πληροφορία έχει τη δική της αξία και επιπλέον έχει συναισθηματικό αποτύπωμα. Oταν διάβασα για την πρόωρη απώλεια του Αλέκου Στράλα (1960-2017) στο ιστολόγιο του Φωτογραφικού Αρχείου του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου (ΕΛΙΑ) του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ) είχα ήδη βυθιστεί στη νοσταλγική περιήγηση στο παλιό Μοναστήρι, έτσι όπως το ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ έχει το χάρισμα να κάνει. Γιατί, η μνήμη του δασκάλου οδήγησε στην ανάγκη να ανασυρθεί αρχειακό υλικό και να αποτυπωθεί άλλη μία σελίδα του ευρύτερου ελληνισμού, κομμάτι της εκπαιδευτικής και αστικής ιστορίας.

«Τον Αλέκο Στράλα τον συνάντησα μία φορά το 1992 πηγαίνοντας για Οχρίδα και μία τελευταία το 2014 στην Μπίτολα», λέει η Βασιλική Χατζηγεωργίου εκ μέρους του Φωτογραφικού Αρχείου ΕΛΙΑ/ΜΙΕΤ. «Την τελευταία φορά είχα πάει με τη Γαλλίδα ξαδέλφη του, Fabienne Deroux και ο Αλέκος μάς φιλοξένησε βασιλικά. Μιλούσε ελληνικά, γαλλικά και φυσικά σλαβομακεδόνικα. Ηταν ένας γαλαντόμος άνθρωπος. Δίδασκε ελληνικά σε νέους που πήγαιναν στη Θεσσαλονίκη για σπουδές. Οπως θα ξέρετε δεν υπάρχουν ελληνικά σχολεία, τα μαθήματα Eλληνικών γίνονται σε φροντιστήρια ή ιδιαίτερα».

Οι ατμοσφαιρικές φωτογραφίες είναι του Γεωργίου Γ. Λιόντα, Μοναστηριώτη φωτογράφου με φωτογραφείο και στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του 20ού αιώνα. «Εξετάζοντας τις φωτογραφίες του Αρχείου μας υποθέτουμε ότι η ελληνική κοινότητα του Μοναστηρίου τού ανέθεσε τη φωτογράφιση των εκπαιδευτηρίων της στις αρχές του 20ού αιώνα. Το γεγονός ότι η φωτογράφιση αυτή έγινε μεσούντος του Μακεδονικού Αγώνα δεν πιστεύουμε ότι είναι τυχαίο», λέει η Βασιλική Χατζηγεωργίου. Από τις πληροφορίες που δίνει το ΕΛΙΑ, μαθαίνουμε πως η οικογένεια Στράλα ή Στράλλα ήταν Έλληνες Βλάχοι από τη Μοσχόπολη, που ακολούθησε τους δρόμους της διασποράς: Ελλάδα, Γαλλία, Αίγυπτος. Ο οικογενειακός κλάδος του Αλέκου Στράλα έμεινε στη Μακεδονία, ένας άλλος βρίσκεται σήμερα στη Σλοβενία. «Ο παππούς του Περικλής (1884-1954) ήταν πρόκριτος στο Μοναστήρι, ο μπαμπάς του Ιωσήφ, γιατρός. Η οικογένεια στερήθηκε της περιουσίας της κατά την κομμουνιστική περίοδο αλλά γύρω στο 2003 τους επεστράφησαν τα ακίνητα που ανήκαν στην οικογένεια και ο Αλέκος διήγε πια μία άνετη ζωή».

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα: Η οικογένεια Γέμτου από τη Νιζόπολη Πελαγονίας


Ο Πέτρος Γέμτος και η σύζυγός του
Ελένη Γέμτου-Παγώνη
Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Βασίλειο το 1881, η Λάρισα υπήρξε προορισμός εγκατάστασης πολλών Ελλήνων. Λόγω της θέσεώς στο κέντρο μιας εύφορης πεδιάδας και μετά την αποχώρηση μεγάλου αριθμού Οθωμανών, η προοπτική εύκολου κέρδους ήταν ευοίωνη. Οι Έλληνες που έφθαναν στην πόλη δεν προέρχονταν μόνο από την παλαιά Ελλάδα, αλλά και από πολλές τουρκοκρατούμενες περιοχές.
Στους τελευταίους ανήκαν και αρκετοί Μακεδόνες, ιδιαίτερα από την περιοχή του Μοναστηρίου, οι Μπιτωλιάνοι όπως τους ονόμαζαν, από την σερβική ονομασία Bitolj του Μοναστηρίου. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο Πέτρος Αναστασίου Γέμτος, την πορεία του οποίου θα παρακολουθήσουμε στο σημερινό μας σημείωμα.

Ο Πέτρος Γέμτος γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1874 στη Νιζόπολη, μια βλαχόφωνη ελληνική κοινότητα η οποία βρίσκεται 8 χιλιόμετρα νότια του Μοναστηρίου, στις υπώρειες του όρους Περιστέρι και σήμερα ανήκει στο κράτος των Σκοπίων. Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα και κυρίως μετά τους διωγμούς του Αλή πασά, πολλοί κάτοικοι από τα βλαχοχώρια της Ηπείρου κατέφυγαν στο Μοναστήρι, και τις γύρω κοινότητες, όπως το Μεγάροβο, η Νιζόπολη και το Τύρνοβο. Η οικογένεια Γέμτου καταγόταν από την Αετομηλίτσα και μαζί με πολλές άλλες οικογένειες εγκαταστάθηκε την περίοδο αυτή στη Νιζόπολη. Όπως ανέφερε ο ίδιος ο Πέτρος Γέμτος, το αρχικό όνομα της οικογενείας ήταν Μαυρομάτη, καθώς θυμόταν ότι η γιαγιά του ονομαζόταν Ζωή Μαυρομάτη. Όσο για την ονομασία του επιθέτου Γέμτος, η οικογενειακή παράδοση αναφέρει ότι προέρχεται από την λέξη γιε μου (παιδί μου), η οποία υπέστη με τον καιρό κάποια φωνητική αλλοίωση, η οποία κατέληξε σε Γέμτος[1].
Με το που η οικογένεια Γέμτου εγκαταστάθηκε στη Νιζόπολη συνέχισε την παλαιά επαγγελματική της δραστηριότητα, την δημιουργία μεγάλων κτηνοτροφικών μονάδων. Τα χιλιάδες πρόβατά τους το καλοκαίρι ανέβαιναν στο διπλανό όρος Περιστέρι, ενώ κάθε χειμώνα κατηφόριζαν για «χειμαδιό» στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία. Προτιμούσαν την περιοχή της Χασάμπαλης, όπου εύρισκαν καλή τροφή και ήπιο κλίμα. Αυτή η ετήσια χειμωνιάτικη μετακίνηση των κοπαδιών στάθηκε αφορμή να γνωρίσει η οικογένεια Γέμτου την Λάρισα και να συνδεθεί στενά μαζί της.

Ο Πέτρος Γέμτος φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο της πατρίδας του και την σχολική περίοδο 1888-89 είχε τελειώσει την Γ΄ τάξη του Σχολαρχείου. Οι απόγονοί του σήμερα διατηρούν με ευλάβεια το αποδεικτικό με την βαθμολογία κάθε μαθήματος, το οποίο εκδόθηκε τον Φεβρουάριο του 1903 από το Σχολείο της Νιζόπολης, επικυρωμένο από τον μητροπολίτη Πελαγονίας Αμβρόσιο που ήταν ο Επόπτης των Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων της ευρύτερης περιοχής του Μοναστηρίου. Από το 1889, σε ηλικία 15 ετών, άρχισε να ακολουθεί τακτικά τα κοπάδια του πατέρα του Αναστασίου Γέμτου στη Θεσσαλία. Όμως το φθινόπωρο του 1903 συνέβη μια πραγματική τραγωδία. Καθώς τα ποίμνια κατέβαιναν προς την περιοχή μας με επικεφαλής τον Πέτρο Γέμτο, οι Τούρκοι, παρακινημένοι από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες, σταμάτησαν την πορεία τους κοντά στην Κοζάνη και έσφαξαν τρεις χιλιάδες πρόβατα και όλους τους μπιστικούς[2].Ο Γέμτος είχε την πρόνοια να προηγηθεί χρονικά της πορείας και μ’ αυτή του την ενέργεια γλύτωσε από το μακελειό.
Το γεγονός αυτό τον υποχρέωσε να εγκατασταθεί μόνιμα στη Λάρισα, με μόνα εφόδια πλέον το αποδεικτικό του Σχολαρχείου, την έμφυτη ευφυΐα του και την διάθεση για δουλειά. Παράλληλα ήλθε σε επαφή με τους Μακεδόνες της πόλεως και προσχώρησε στην «Φιλόπτωχο Μακεδονική Αδελφότητα», πρόεδρος της οποίας ήταν ο ιατρός Μιχαήλ Σάπκας, που η καταγωγή του ήταν από το Μεγάροβο, μια ελληνική κοινότητα γειτονική με την Νιζόπολη. Αρχικά ασχολήθηκε με το εμπόριο υφασμάτων με την οικογένεια Παγώνη από τον Τύρναβο[3].Η επιχειρησιακή του δραστηριότητα πήγε πολύ καλά και του απέφερε μεγάλα κέρδη. Τον Οκτώβριο του 1906, σε ηλικία 32 ετών, μνηστεύθηκε την Ελένη, κόρη του Ηλία Παγώνη. Ήταν γόνος αρχοντικής οικογένειας του Τυρνάβου, με μέλη της οποίας συνεργάσθηκε επαγγελματικά[4].Ο γάμος έγινε τον Ιούλιο του 1907[5] και η ευτυχία τους ολοκληρώθηκε τρία χρόνια αργότερα, το 1910, όταν γεννήθηκε το μοναδικό παιδί τους που πήρε το όνομα του παππού του, Αναστάσιος (Τάσος) Γέμτος[6].

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2017

“Αθέατες πλευρές του μακεδονικού αγώνα – Το παράδειγμα της Καστοριάς” της Σόνιας Ευθυμιάδου – Παπασταύρου


Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ζούμε σε μία συγκεχυμένη εποχή· στην εποχή της πληροφόρησης κι όχι της ενημέρωσης· στην εποχή της αμφισβήτησης που δε στηρίζεται στη γνώση, αλλά στην ημιμάθεια ή και την αμάθεια· στην εποχή όπου ίσως και να φυσάει ακόμα ο άνεμος του “προοδευτισμού”, που βασικό χαρακτηριστικό του υπήρξε η παραγνώριση και η αποσιώπηση ολόκληρων περιόδων της Ιστορίας μας, γιατί κάποιοι πίστευαν πώς πρέπει ως λαός να διαθέτουμε μνήμη επιλεκτική, να θυμόμαστε μόνον όσα ήθελαν αυτοί οι κάποιοι, τίποτε πέρα από αυτά.

Έτσι, επί πολλά χρόνια αποφεύγαμε να μιλήσουμε για τον Μακεδονικό Αγώνα, αυτόν, που κατά τον Ελευθέριο Βενιζέλο, θα ‘πρεπε να είναι το Ευαγγέλιο της φυλής μας. Κι έτσι σκεπάστηκαν -αθέλητα ή επίτηδες, ποιος να το ξέρει- πτυχές της Ιστορίας μας που λένε πολλά, που τα λένε όλα: ο ρόλος των γυναικών, των παιδιών, των δασκάλων, των ξενόφωνων, των Ποντίων που πολέμησαν στη Μακεδονία πριν από το 1922, το πόσο υμνήθηκαν από τον λαό μας οι καπετάνιοι του Αγώνα, το τι ακριβώς ήταν η Πελαγονία, πόσο αγωνίστηκε αλλά και πόσο αδικήθηκε από τις συγκυρίες…
Το βιβλίο αυτό έρχεται να ρίξει λίγο φως στο σκοτάδι όπου είμαστε βυθισμένοι οι σημερινοί Έλληνες που τόσο εύκολα ξεχνάμε. Ή που έχουμε πεισθεί από κάποιους πως δεν πρέπει να θυμόμαστε από ποιους ακριβώς προερχόμαστε κι από πού ερχόμαστε…

Περιεχόμενα:

– Η γυναίκα στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα
– Κριτήριο εθνότητας η συνείδηση, όχι η γλώσσα
– Τα παιδιά στο Μακεδονικό Αγώνα
– Μακεδονικός Αγώνας – Εύξεινος Πόντος: Δυο τόποι σε μίαν εκπληκτική συνάντηση
– Μακεδονομάχοι καπετάνιοι της περιοχής Καστοριάς: Μία άλλη γνωριμία μαζί τους
– Φόρος τιμής και ταπεινό προσκύνημα στο ηρωικό και ένδοξο και “πολύκλαυστο” Μοναστήρι (Βιτώλια)
– Δάσκαλοι του νομού Καστοριάς στην περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα – Αφιέρωμα στον Βασίλειο Μαλεγκάνο, 110 χρόνια μετά τον μαρτυρικό θάνατό του

Αχ. Γ. Λαζάρου, Ελληνισμός & Λαοί Νοτιοανατολικής (ΝΑ) Ευρώπης, 4τομο έργο


Η σελίδα του facebook: Ελληνισμός & Λαοί ΝΑ Ευρώπης αφορά το τετράτομο σύγγραμμα του Ρωμανιστή-Βαλκανολόγου Αχιλλέως Γ. Λαζάρου, ενός ανθρώπου που αφιέρωσε τη ζωή του στην επιστημονική απόδειξη της Ελληνικότητας των Βλάχων. Δεν δημιουργήθηκε με σκοπό την αύξηση των πωλήσεων ενός συγγράμματος που εκδόθηκε το 2009-2010, αλλά με σκοπό την προβολή και τη διάδοση της επιστημονικής αλήθειας. 


Για ελεύθερη πρόσβαση στο περιεχόμενο του 4τομου έργου σε μορφή pdf:

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

Δημήτριος Λάλλας, Ύμνος εις τον Θεόν (video)



Μὲ μέλος ἐναρμόνιον,
ὑμνοῦντες τὸν αἰώνιον
δοτῆρα τῆς σοφίας,
πρὸς τὸν Θεὸν στρεφόμεθα
κ᾿ εἰς σέβας αἰσθανόμεθα
παλλούσας τὰς καρδίας.

Θεέ, ὁ ἀκροώμενος 
καὶ ὕμνον ἐκδεχόμενος
ἐκ στόματος νηπίων,
ἡμῶν τὸν ὕμνον ἄκουσον
καὶ ἵλεως ἐπάκουσον 
αἰνούντων Σε παιδίων.

Σύ, ὅστις πλήρης χάριτος,
ἀθέατος καὶ ἄρρητος 
τὸν κόσμον διευθύνεις,
δεινῶν ἡμᾶς ἀπάλλαξον 
κ᾿ εἰς τὰς ψυχάς μας στάλαξον
τὴν δρόσον τῆς είρήνης.

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2017

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄ ο Μεγαλοπρεπής


Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ' ο Μεγαλοπρεπής (1834-1912).

Γεννημένος στο Βαφειοχώρι της Κωνσταντινουπόλεως, όπου η οικογένεια του, Δεβετζή-Δημητριάδη, είχε εγκατασταθεί από το Κρούσοβο. Ο Ιωακείμ ο Γ' πατριάρχευσε δυο φορές.

Αναδιοργάνωσε εκ βάθρων τη Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, θεμελίωσε τη Μεγάλη του Γένους Σχολή, ίδρυσε την Πατριαρχική Βιβλιοθήκη, ανασυνέστησε το ιστορικό Πατριαρχικό Τυπογραφείο και εξέδωσε την Εκκλησιαστική Αλήθεια. 

Κατηύθυνε τον Μακεδονικό Αγώνα τοποθετώντας στις εμπερίστατες Μητροπόλεις της Μακεδονίας τον Δράμας Χρυσόστομο, τον Πελαγονίας Ιωακείμ, τον Καστορίας Γερμανό Καραβαγγέλη, τον Γρεβενών Αιμιλιανό και τον Κορυτσάς Φώτιο. Αντιστάθηκε σθεναρά στη ρουμανική προπαγάνδα αναμετρώμενος ακόμη και με την Υψηλή Πύλη ανοικτά και οργάνωσε τις δημόσιες αντιδράσεις σε όλα τα βλαχοχώρια.

Τετάρτη 7 Δεκεμβρίου 2016

Γ. Θ. Μόδη - Περί Μακεδονίας, Χειρόγραφα της περιόδου 1926-1948 για πρώτη φορά στην δημοσιότητα


Γεώργιος Θ. Μόδης
Περί Μακεδονίας
Χειρόγραφα της περιόδου 1926-1948 
για πρώτη φορά στην δημοσιότητα

Copyright © 2014, Αγλαΐα Μόδη και Θεόδωρος Μόδης
EAN 978-2970021650
ΕΚΔΟΣΕΙΣ GROWTH DYNAMICS

~ Ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο: