Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βλαχοχώρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βλαχοχώρια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Ο Διονύσιος Πύρρος από την Καστανιά, ιστορικό βλαχοχώρι της Πίνδου

 

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου



Ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος (1777-1853) είναι η μοναδική περίπτωση κληρικού που υπηρέτησε την Επανάσταση του 1821 ως αγωνιστής, ως ιατρός, ως θεολόγος και ιεροκήρυκας, ως δάσκαλος των ελληνόπουλων σε μαθήματα γεωγραφίας, φυσικής και χημείας και ως τεχνοκράτης, εισαγαγών στην επαναστατημένη Ελλάδα την τεχνογνωσία της κατασκευής χαρτιού και επιχειρήσαντος το 1827 να εγκαταστήσει το πρώτο χαρτοποιείο στον Μυστρά και μετά κοντά στο Άργος. Ο πολυτάλαντος αυτός κληρικός ήταν εκείνος, που το 1818 τύπωσε Φαρμακοποιία, στηριγμένη στο έργο του καθηγητού του στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας Λουίτζι-Γκασπάρο Μπρουνιατέλι (1761-1818). Όπως γράφει ο Δημ. Καραμπερόπουλος, το συγκεκριμένο βιβλίο του Πύρρου, «πρέπει να θεωρείται ως η πρώτη ελληνική Φαρμακοποιία». (Δημ. Καραμπερόπουλου «Η ιατρική ευρωπαϊκή γνώση στον Ελληνικό χώρο 1745-1821», Εκδ. Σταμούλη, Αθήνα, 2003, σελ. 292).

Ο Πύρρος γεννήθηκε στην Καστανιά Καλαμπάκας και εκάρη μοναχός στην ονομαστή Μονή Μεταμορφώσεως Μετεώρων. Στα Τρίκαλα Θεσσαλίας διδάχθηκε τα της ελληνικής γλώσσας και τα πρώτα μαθηματικά και στη συνέχεια μαθήτευσε στη Σχολή του Τυρνάβου, όπου δίδασκε ο επιφανής του Γένους ιερέας και διδάσκαλος Ιωάννης Δημητριάδης – Πέζαρος, που διακρινόταν για την κατά κόσμο σοφία του, τη λιτότητα του βίου του, και την έμπρακτη αγάπη και στοργή του στους άπορους μαθητές του.

Συνέχισε τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια ιερέας, λαβών αργότερα και το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Αφού δίδαξε για λίγο στη Χίο μετέβη στην Ιταλία, όπου το 1813 στο Πανεπιστήμιο της Παβίας έλαβε το πτυχίο της ιατρικής σχολής και παράλληλα της φιλοσοφίας. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα θετικών επιστημών σε Πανεπιστήμια της Ιταλίας και της Αυστρίας και εξασκήθηκε στην χειρουργική στο νοσοκομείο του Αγίου Αμβροσίου, στο Μιλάνο. Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και παράλληλα με το λειτούργημα του ιατρού που ασκούσε του ανετέθησαν από το Πατριαρχείο καθήκοντα ιεροκήρυκος.

Στις 6 Απριλίου 1821, λίγες ημέρες πριν να εκτελεσθούν ο Άγιος Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, οι άλλοι Αρχιερείς, οι πρόκριτοι και αρχίσει η σφαγή των Ελλήνων στην Βασιλεύουσα ο Πύρρος, με την βοήθεια Τούρκου που εκείνος είχε θεραπεύσει, διέφυγε στο Άγιον Όρος. Εκεί έφτιαξε για τους σε επαναστατική έξαρση μοναχούς πυρίτιδα και επιχείρησε ανεπιτυχώς να κατασκευάσει δρύινα κανόνια με σιδερένια τσέρκια. Στη συνέχεια έφυγε από τον Αθω και έλαβε ενεργό μέρος στην Επανάσταση του, ως ιατρός μαχητών και αμάχων και ως ιεροκήρυκας, εμψυχώνων τους Έλληνες στον αγώνα τους. (Βλ. σχ. φυλλάδιο – βιογραφία του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού Μορφωτικού Συλλόγου Καστανιάς «Ο Στίνος», σελ. 4).

Οι Βαυαροί φέρθηκαν εχθρικά προς τον Πύρρο. Όπως γράφει ο ίδιος, για να τυπώσει τη Βοτανική του έκαμε δική του λιθογραφία, επειδή οι Βαυαροί «όντες φθονεροί τότε δεν με άφηνον να την τυπώσω. Πολλά έπαθον απ’ αυτούς έως ότου να την τυπώσω…» (Διονυσίου Πύρρου «Φαρμακοποιία», εισαγωγή εις επανέκδοση πρωτοτύπου εκδόσεως του 1818, Αθήνα, 1973). Από αντιπάθεια των Βαυαρών ο λόγιος αρχιμανδρίτης και ιατρός έμεινε έξω από την καθηγεσία στη συσταθείσα το 1837 Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ ήταν από τα ιδρυτικά μέλη και πρώτος πρόεδρος της «εν Αθήναις Ιατρικής Εταιρείας», που ιδρύθηκε το 1835 και «κατέστη η μήτηρ» της εν λόγω Σχολής.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

Να μιλήσουμε πατριωτικά… για τη «βλάχικη γλώσσα»


Παρακολουθώ με έκπληξη το τελευταίο διάστημα τη συστηματική προσπάθεια ορισμένων να προωθήσουν βιβλία εκμάθησης της «βλάχικης γλώσσας» που περιέχουν μεταξύ άλλων κείμενα κατανόησης και ασκήσεις παραγωγής γραπτού λόγου. Και όλα αυτά με χρήση όχι απλά της λατινικής αλλά στοιχείων της ρουμάνικης αλφαβήτου! Θέλω λοιπόν να πω στους συμπατριώτες μου βλάχικης καταγωγής ότι αν για οποιονδήποτε λόγο δεν έμαθαν τα βλάχικα, ας μην έχουν τύψεις και σε κάθε περίπτωση καλό θα ήταν να μην ασχολούνται με τέτοιου είδους βιβλία. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να γράφει και να λέει ότι θέλει αλλά και εμείς έχουμε το δικαίωμα να υπερασπιζόμαστε τα αδιαμφισβήτητα ιστορικά και επιστημονικά δεδομένα που υπάρχουν.
Τα ιστορικά δεδομένα αποδεικνύουν πως στον κεντρικό και βόρειο ελληνικό χώρο αλλά και σε ολόκληρη τη Βαλκανική, για ότι σοβαρό μπορεί να υπερηφανευθεί ο Ελληνισμός, την εκπαιδευτική, οικονομική ή επαναστατική δραστηριότητα, τουλάχιστον από τα τέλη του 18ου αιώνα έως την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτό οφείλεται σε καθοριστικό βαθμό στην ουσιαστική συμβολή των Βλάχων. Από τις τάξεις τους προήλθε μεγάλο μέρος των Ορθόδοξων ιεραρχών, των δασκάλων και λογίων, των πολεμιστών του γένους στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία αλλά και πλήθος από εμποροβιοτέχνες που στελέχωσαν τις ελληνορθόδοξες κοινότητες των αστικών κέντρων της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Οι Βλάχοι, δεν είναι ούτε το γραφικό υπόλειμμα του κτηνοτροφικού βίου των βουνών, ούτε μουσειακό είδος, ούτε εξελληνισμένοι πληθυσμοί, ούτε μειονότητα χειραγωγούμενη από επιτήδειους προστάτες, ούτε πολιτισμική ομάδα διχασμένη ανάμεσα στις εθνικές προπαγάνδες του 20ου αιώνα. Οι Βλάχοι αποτελούν γνησιότατη έκφραση του ελληνισμού, με τεράστια συνεισφορά στην οικοδόμηση της ελληνικής πατρίδας. Και οι μαρτυρίες υπάρχουν παντού: Από τα προεπαναστατικά κινήματα μετά την Άλωση, τον πρώτο πρωθυπουργό της Ελλάδας - Βλάχο στην καταγωγή - Ιωάννη Κωλέττη, τα επιβλητικά δημόσια κτίρια των Αθηνών και τους επιφανείς εθνικούς ευεργέτες, μέχρι τους άγνωστους ήρωες των βλαχοχωριών που σκοτώθηκαν για την πατρίδα στους αγώνες των Ηπειρωτών και τα χρόνια του Μακεδονικού αγώνα.
Τα επιστημονικά δεδομένα φανερώνουν ότι η λεγόμενη «βλάχικη γλώσσα», δεν είναι μια ενιαία και «κανονική» γλώσσα. Είναι ένα σύνολο από τοπικές προφορικές διαλέκτους («φαρσεριώτικη», «μετσοβίτικη», «γραμμουστιάνικη» κλπ), που δεν είναι ομογενοποιημένες, διαφέρουν ακόμη και μεταξύ γειτονικών χωριών και διαμορφώθηκαν λόγω της ρωμαϊκής και βυζαντινής λατινοφωνίας στον ελλαδικό χώρο. Λατινοφωνία Ελλήνων μαρτυρείται από την εποχή του Ιωάννη Λυδού, διοικητή της Βαλκανικής και χρονογράφου σύγχρονου του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού, ο οποίος αναφέρει ότι «…καίπερ Έλληνας εκ του πλείονας όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή». Όλες αυτές οι διάλεκτοι έχουν περιορισμένο αριθμό λέξεων και δε διαθέτουν αλφάβητο και γραπτή παράδοση αφού σε αντίθεση με άλλες λατινογενείς γλώσσες που έχουν γραπτά γλωσσικά μνημεία από τον 9ο αιώνα, η «κουτσοβλαχική» παραχώρησε τη θέση της στην ελληνική γραμματεία και περιορίστηκε στην προφορική της και μόνο έκφραση.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΡΑΠΤΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΒΛΑΧΙΚΗΣ


Διαβάσαμε με πολύ προσοχή το κείμενο της γλωσσολόγου επίκουρης καθηγήτριας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο κ. Μαρίας Τσίγκου και εκείνο του κ. Γ. Χατζητέγα μέλους της Συντροφιάς Βλάχων της Αθήνας, βλ.: efsyn.gr

Οι δικές μας παρατηρήσεις είναι απόρροια των επαφών μας με πολλούς φίλους μέλη Συλλόγων Βλάχων από τα βλαχοχώρια του Ελληνικού χώρου και όχι φυσικά των Σκοπίων ή της Αλβανίας.
Ν’ αναφέρουμε επίσης ότι και οι δύο είμαστε ομιλητές του ιδιώματος της ιδιαίτερης περιοχής μας το οποίο μάθαμε από τους γονείς μας με όλες τις διαφορές που δυσκολεύουν πολλές φορές την συνεννόηση διότι η βλαχική είναι ένα σύνολο από μη ομογενοποιημένα ιδιώματα κι αυτός είναι ο πλούτος της και η ομορφιά της, η διαφορετικότητα που μας ενώνει στη μία και μοναδική πατρίδα η οποία ποτέ δεν μας καταπίεσε να μη μιλούμε τα βλάχικα όπως διατείνονται ψευδώς κάποιοι!

Μέχρι πρόσφατα η Γλωσσολογία αδυνατούσε να αποφανθεί με ποια κριτήρια ο γλωσσικός κώδικας ενός πληθυσμού χαρακτηρίζεται ξεχωριστή γλώσσα και πότε διάλεκτος ή ιδίωμα. Οπότε άλλοι παράγοντες έπαιζαν σημαντικό ρόλο όπως π.χ. η πολιτική βούληση και σύμφωνα με την γνωστή ρήση του γλωσσολόγου Μαξ Βαϊνράϊχ (Max Weinreich) «Μία γλώσσα είναι μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό» που τονίζει πόσο βαρύνει ο πολιτικός και κρατικός παράγοντας σε τέτοια θέματα. Και η βλαχική δεν είχε ποτέ ούτε στρατό ούτε ναυτικό διότι ουδέποτε υπήρξε έθνος Βλάχων! Οπότε το αν είναι αυτόνομη γλώσσα η βλαχική είναι η άποψη μιας μικρής μερίδας επιστημόνων των οποίων αδυνατούμε να κατανοήσουμε τα κίνητρα της διαφωνίας τους με τους υπόλοιπους.
Βεβαίως, η σύγχρονη Γλωσσολογία επιχειρεί να επιλύσει το πρόβλημα με την υιοθέτηση μιας άλλης οπτικής με την οποία προσεγγίζεται η διάκριση «γλώσσα-διάλεκτος», με την εισαγωγή της έννοιας του «γλωσσικού συνεχούς» αλλά αυτό είναι θέμα ειδικών επιστημόνων κι όχι δικό μας.

Αν η βλαχική είναι αυτόνομη γλώσσα ή διάλεκτος ή ιδίωμα κλπ. μας είναι αδιάφορο, για εμάς τους Βλαχόφωνους Έλληνες είναι η δεύτερη μητρική γλώσσα, το πολιτιστικό στοιχείο, που μας έμαθαν οι γονείς μας παράλληλα με τα ελληνικά συνεχίζοντας την προφορική παράδοση που είχαν κληρονομήσει χωρίς να έχουν σχεδόν καμμιά γνώση για τις ιστορικές συνθήκες της Ρωμαιοκρατίας που οδήγησαν τον πληθυσμό της Πίνδου να μιλάει και αυτόν τον επίκτητο γλωσσικό κώδικα γιατί ελληνικά και μιλούσαν και έγραφαν όλοι.

Αυτή τη στιγμή οι Βλαχόφωνοι Έλληνες γίνονται άλλη μία φορά θεατές στο ίδιο έργο: να γίνονται συνέδρια για ζητήματα τα οποία τους αφορούν ΧΩΡΙΣ τους ίδιους, από μικρές αλλά δυναμικές ομάδες οι οποίες σε καμμιά περίπτωση δεν δικαιούνται να επιβάλλουν την άποψή τους στην μεγάλη μάζα των Βλαχοφώνων Ελλήνων η οποία δεν συμμετέχει! Επί ενάμιση αιώνα περίπου η Ρουμάνικη προπαγάνδα προσπάθησε να τους πείσει ότι δεν είναι Έλληνες αλλά απέτυχε διότι «σκόνταψε» στην ισχυρή προσήλωσή τους στο Ελληνικό Έθνος: και είναι γνωστός ο αυτοπροσδιορισμός τους ως Βλαχοφώνων / Λατινοφώνων Ελλήνων.

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020

Η μέριμνα των Μοσχοπολιτών για την Ι. Μονή Οσίου Ναούμ Αχρίδας


Ι. Μονή Οσίου Ναούμ Αχρίδας
Οἱ πηγές γιά τήν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας στήν Μητροπολιτική περιφέρεια Κορυτσᾶς εἶναι λίγες. Ὑπῆρχαν οἱ Κώδικες Ἱ. Ναῶν τουλάχιστον στά μεγάλα κέντρα ὅπως στή Μοσχόπολη, στήν Κορυτσᾶ, στό Βυθκοῦκι, στήν Ὑπισχία, στή Ζήτσιστα, στή Χότσιστα κ.ἄ. Τό κομμουνιστικό καθεστώς τοῦ Χότζα εἴτε τούς κατέστρεψε εἴτε τούς κατέκρυψε στά κρατικά ἀρχεῖα, ὅπου εἶναι ἀπρόσιτα στούς ἐπιστήμονες. Ὅ,τι κατορθώσαμε[6] νά ἔχουμε σέ φωτοτυπίες στό ἀρχεῖο μας στάθηκε πολύτιμο γιά νά συνθέσουμε μερική εἰκόνα τῆς ὅλης προσπάθειας τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἐπιβίωση τῶν χριστιανῶν καί κατ’ ἐπέκταση τῶν Ἑλλήνων στήν ἐν λόγῳ περιοχή. 

Τό ἔτος 1662 ἡ Ἐκκλησία μερίμνησε γιά τήν Ἱ. Μονή Ὁσίου Ναούμ ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Κώδικας[7] Ἱ.Μ. Ἁγίου Προδρόμου Μοσχοπόλεως σέ συνεργασία μέ τήν δημογεροντία τῆς Μοσχοπόλεως: 

«Ἴσον ἀπαράλλακτον ἀντιγραφέν ἐκ τοῦ Κώδικος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Προδρόμου / ἐν Μοσχοπόλει /. 
Κατά τόν καιρόν ἐν ἔτει σωτηρίῳ χιλιοστῷ ἑξακοσιοστῷ ἑξηκοστῷ δευτέρῳ <͵αχξβ΄> ἐπει/δή τό Μοναστήριον τοῦ ἁγίου Ναούμ ἔμεινεν ἔρημον χωρίς ἐπιστάτιν καί χωρίς Ἡγούμενον / οἱ Μοσχοπόλεως ἄρχοντες φιλευσεβεῖς καί εὐλαβεῖς ὄντως εἰς τά θεῖα Τεμένη καί εὐαγεῖς / οἴκους // θεία καί δυναστεία ἐσήκωσαν τόν Χατζῆ Γαβριήλ ἀπό τόν ἅγιον Πρόδρομον καί στέλνοντάς του εἰς τόν ἅγιον Ναούμ τόν ἀποκατέστησαν ἐκεῖ Ἡγούμενον διά νά ἐπιστατῇ τήν σεβάσμι/ον ἐκείνην Μονήν. Ὁ δέ Θεοδόσιος ἔμεινεν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Προδρόμου, ὁ δέ / Χατζῆ Γαβριήλ, ὡς ἐπῆγεν ἐκεῖ ἐκαλλώπισεν τό Μοναστήριον, ἔκτισε τόν Νάρθηκα, τό σκευο/φυλακίον, καί ἅπαντα τά ὁλόγυρα τοῦ μοναστηρίου κελλία, ... καί κάτω, τήν Πολνίτζαν / τόν Ζαμικνᾶν καί τούς πρός τήν λίμνην ὀντᾶδες, τά μαγηρεῖα, τά ἀμπάρια καί τούς πρός ἀμπελώνας / ὀντᾶδες μέ τό κλεμερλίδικο ἀχοῦρι, ὅτι μόνον τόν φοῦρνον εὑρῆκε παλαιόν καί τό μαγηρεῖον / ἄλλο δέν εἶχε / Ὁ γράψας Νικόλαος Ζωγράφου / ὁ καί Ἐπίτροπος τοῦ Ὁσίου Ναούμ / 
(Ὑπογραφή) Ὁ Κορυτζᾶς ∆ωρόθεος βεβαιοῖ / 
Ἐν Κορυτσᾷ τῇ 20 7βρίου 1875». 

Παλιές φωτογραφίες: Ενθύμιον αγάπης προς το Κρούσοβο


Ορισμένες παλιές φωτογραφίες έχουν συναισθηματική και ιστορική αξία, ειδικά όταν προέρχονται από ένα εκλεκτό κομμάτι του ελληνισμού, όπως αυτό της Πελαγονίας που είχε την ατυχία να βρεθεί εκτός ελληνικών συνόρων, να βιώσει δύσκολες περιπέτειες και κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, ειδικά μετά το 1912, σταδιακά να εκσλαβιστεί...

Μια φωτογραφία που εστάλη το 1925 από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στο Κρούσοβο της Πελαγονίας και φέρει στην πίσω όψη, στα ελληνικά, την εξής αφιέρωση:

'' Δι' ενθύμιον εις την Αγαπητήν μου θείαν Νίκα
Αιγύπτω, 20 Οκτωβρίου 1925.
Με αγάπην ο ανεψιός Γεώργιος Νάκας

(Προς)
Κυρίαν
Δομνίκα Αν. Βαγγελίτσα
Εις Κρούσοβον ''

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2019

Ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του Νίκου Παπατάκη


Ένα μικρό αφιέρωμα, λόγω της ημέρας, στη μνήμη του Νίκου Παπατάκη με μια ξεχωριστή φωτογραφία...
Νίκος Παπατάκης και Τζον Κασσαβέτης, από την ταινία ''Σκιές''.

Σαν σήμερα, στις 17 Δεκεμβρίου 2010, πέθανε στο Παρίσι ο μεγάλος σκηνοθέτης της διασποράς Νίκος Παπατάκης, γιός του Στέργιου Παπατάκη από το Περιβόλι της Πίνδου (βλαχοχώρι του Ν. Γρεβενών στη δυτική Μακεδονία) που είχε εγκατασταθεί το 1908 στην Αντίς Αμπέμπα της Αιθιοπίας όπου ανέπτυξε μεγάλη εμπορική δραστηριότητα[1]. Εκεί γεννήθηκε ο Νίκος Παπατάκης από μητέρα ντόπια, μια καλλονή από την Αβησσυνία[2].

Το 1958, ο Νίκος Παπατάκης βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου τον ενδιέφερε να ανακαλύψει την αντισυμβατική πλευρά της αμερικανικής καλλιτεχνικής ζωής. Οι αναζητήσεις του τον έφεραν στα χνάρια ενός άλλου Έλληνα, του Τζον Κασσαβέτη, ο οποίος τότε είχε αρχίσει να γυρίζει στους δρόμους της πόλης, με άγνωστους ηθοποιούς του εργαστηρίου του, την πρώτη του ταινία, «Σκιές» («Shadows»). Η ιστορία έχει να κάνει με τον ρατσιστικό τρόπο που αντιμετωπίζεται μια μαύρη γυναίκα από τον λευκό εραστή της. Ο Παπατάκης βρήκε τα χρήματα και βοήθησε τον Κασσαβέτη να ολοκληρώσει την ταινία του, η οποία αποτελεί σταθμό στην ιστορία του ανεξάρτητου αμερικανικού κινηματογράφου[3]. 

Ο σκηνοθέτης Τζον Κασσαβέτης (9 Δεκεμβρίου 1929-3 Φεβρουαρίου 1989) ήταν γιός του Νικόλαου Κασσαβέτη από το Βρυσοχώρι, βλαχοχώρι του Ζαγορίου στην Ήπειρο (συγχωριανός της μητέρας του Μάικλ Δουκάκη, που ήταν υποψήφιος πρόεδρος των ΗΠΑ το 1988). Ο Νικόλαος Κασσαβέτης ασχολήθηκε ενεργά με το Βορειοηπειρωτικό και διετέλεσε Πρόεδρος της Πανηπειρωτικής Ενωσης Αμερικης (Pan-Epirotic Union in America). Υπό αυτή την ιδιότητα, ήταν αυτός που έγραψε το υπόμνημα της Πανηπειρωτικής Ένωσης Αμερικής για το Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι (1919). Αγωνίστηκε με σθένος για τα δικαιώματα των συμπατριωτών μας στη Βόρεια Ηπειρο, με προσωπικές εκκλήσεις προς τους Αμερικανούς πολίτες να βοηθήσουν ώστε να απελευθερωθούν οι συμπατριώτες μας από τον αλβανικό ζυγό[4]. 

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Το ανύπαρκτο έθνος των Armâni στη Βαλκανική


Αρμάνων Ευεργετών Σύναξις. Πίνακας του ζωγράφου 
Ιωσήφ Κόττα από την Σελενίτσα Β. Ηπείρου. 
Θεσ/νίκη 1998. Ιδιωτική Συλλογή.
Γράφει η Έφη Μακρή

Κι ενώ πολλοί θεωρούσαν πως στην εποχή μας έχει εκλείψει πια η ρουμανική προπαγάνδα που ήθελε τους βλαχόφωνους Έλληνες ως απόγονους των Ρουμάνων, τα τελευταία χρόνια διάφοροι κύκλοι ασχολούνται εντόνως και συστηματικά με το ζήτημα των Βλάχων της Βαλκανικής, προσπαθώντας να τους παρουσιάσουν ως ξεχωριστό έθνος.

Με το πρόσχημα, λοιπόν, της μελέτης της γλώσσας των Βλάχων και της γραπτής απόδοσής της, ανοίγουν τον «ασκό του Αιόλου» δημιουργώντας την εντύπωση αφενός πως οι Βλάχοι της Βαλκανικής ομιλούν μία ενιαία γλώσσα και αφετέρου πως πρόκειται για μια καταπιεσμένη εθνότητα των Βαλκανίων (!)

Η ρουμανική προπαγάνδα

Ο G. Weigand, Γερμανός ρωμανιστής – βαλκανολόγος, το 1888 τύπωσε το βιβλίο του «Η γλώσσα των Βλάχων του Ολύμπου» και στη συνέχεια κυκλοφόρησε το δίτομο έργο του «Οι Αρωμούνοι», για το οποίο δήλωσε ξαφνιασμένος Ο Γ. Χατζιδάκις, ο πατέρας της ελληνικής γλωσσολογίας: «Απορώ που εύρε τους Αρωμούνους ο κ. καθηγητής».

Ο διακεκριμένος δηλαδή Έλληνας γλωσσολόγος υποστήριζε ότι ο Weigand καταχώρισε έναν ανύπαρκτο όρο, ενώ πραγματικά επρόκειτο για τον μόνο αποδεκτό από τους Βλάχους, οι όποιοι αυτοαποκαλούνται Αρωμούνοι (πρόφ. Armâni), και συμβάλλει εξαιρετικά στην απόδειξη της ελληνικότητάς τους.

Βέβαια, ο διακεκριμένος Γερμανός ρωμανιστής – βαλκανολόγος δεν ασχολήθηκε αυθόρμητα με τη μελέτη του γλωσσικού Ιδιώματος των Βλάχων του Ολύμπου. Σε συνάρτηση με την ευρύτερη ρωμανολογική διερεύνηση της Ν.Α. Ευρώπης είχε ιδρύσει στη Λειψία το «Ινστιτούτο Ρουμανικής Γλώσσας» με αδρότατες επιδοτήσεις από το κρατικό ταμείο της Ρουμανίας, χάρη στις όποιες εκδιδόταν και το περιοδικό «Balkan Archiv» και σειρά αυτοτελών συγγραμμάτων, όπως το έργο του «Οι Αρωμούνοι».

Σχετικά βέβαια με τη δράση της Ρουμανικής προπαγάνδας για το θέμα των Βλάχων και την ελληνικότητα των Βλάχων της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας έχουμε αναφερθεί και σε παλαιότερες δημοσιεύσεις. Κι ενώ κάποιοι ίσως θεωρούν πως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έληξε οριστικά το θέμα της προσπάθειας της προπαγάνδας να παρουσιάσει τους βλαχόφωνους Έλληνες ως Ρουμάνους ή «ρουμανίζοντες», στην πραγματικότητα η δράση τέτοιων προπαγανδιστικών κύκλων στη Βαλκανική δεν σταμάτησε ποτέ έως σήμερα.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019

Ουτοπικές εμμονές ενός καθηγητή




Γράφει ο Ιωάννης Τσιαμήτρος

Βλέπουμε με έκπληξη το σοβαρό όψιμο ενδιαφέρον του καθηγητή για τα βλάχικα. Τώρα που εξηνταρίσατε (και), κε καθηγητά, τα θυμηθήκατε και ηγείστε Εταιρείας για τη διάσωσή τους; Ποιος σας είπε ότι έχουν απαγορευτεί από τη πολιτεία τα βλάχικα; Κανένας δεν απαγορεύει κανένα να τα μιλήσει. Αν πάτε στο Μέτσοβο, θα διαπιστώσετε (ήδη το γνωρίζετε) ότι τα ομιλούν τόσο στην οικογένεια όσο και στο δρόμο. Κανένας δεν απαγόρευσε την επιστημονική ενασχόληση με αυτά, ούτε την εκπόνηση διδακτορικών διατριβών, ούτε συνεδρίων κ.ά., εδώ στην Ελλάδα. Έχουν γίνει πάρα πολλές εργασίες για τα βλάχικα τις τελευταίες δεκαετίες και κανένας φορέας, ούτε κρατικός, ούτε θεσμικός κλπ, δεν ήταν εναντίον τους. Άρα δεν είστε ο μόνος που ηγείστε κάποιας ομάδας ή ως άτομο για τέτοιο σκοπό για πρώτη φορά, ούτε εσείς και η ομάδα σας αποτελείτε κάποιες ιδιαίτερες ‘λάμψεις ζωής μέσα στο όμορφο δέντρο’.

Πραγματικά αποκτάει ενδιαφέρον η ενασχόληση σας με αυτό το αντικείμενο και μας προκαλεί ενδιαφέρον αυτό, καθώς μας κάνει πλέον να μη πλήττουμε καθόλου. Ωστόσο, μας εντυπωσιάζει το ενδιαφέρον σας για το ‘σπάσιμο’ των λαών των Βαλκανίων σε εθνοτικές ομάδες, σε ετερότητες, διαφορετικότητες, σε μειονότητες κλπ. 

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Η αλήθεια για την φωτογραφία-ντοκουμέντο του 1940



Η ιστορία μιας φωτογραφίας

Η Εποποιΐα της 28ης Οκτωβρίου 1940 και του Ελληνοϊταλικού πολέμου στην προαιώνια Ελληνική Γη της Βορείας Ηπείρου έχει αφήσει, συν τοις άλλοις, και φωτογραφικά αποτυπώματα, τα οποία νίκησαν την φθορά του χρόνου και δείχνουν το μεγαλείο του Ελληνικού Έθνους και εκείνη την ιστορική περίοδο. Μία από τις πλέον διάσημες και χαρακτηριστικές φωτογραφίες που συνδέονται με την συγκεκριμένη εποχή είναι και αυτή που κοσμεί το συγκεκριμένο κείμενο. Πρόκειται για Ελληνίδες της Πίνδου, οι οποίες καθάριζαν τον δρόμο προσφέροντας και αυτές τα μέγιστα για να διευκολύνουν την κίνηση του Ελληνικού στρατού που μάχονταν υπέρ Βωμών και Εστιών. Η φωτογραφία αυτή «έπαιξε» και φέτος σε εφημερίδες και περιοδικά. Μάλιστα, στο περιοδικό «Άγνωστη Ελληνική Ιστορία», που διένειμε η εφημερίδα «Δημοκρατία», η λεζάντα που συνοδεύει τη φωτογραφία γράφει τα εξής: «Γυναίκες στην Βόρεια Ήπειρο εργαζόμενες για τη διάνοιξη δρόμου προς διάβαση του Ελληνικού στρατού». Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική για το ποιόν των γυναικών και το μέρος στο οποίο τραβήχτηκε η συγκεκριμένη φωτογραφία.

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη κοντά στην περιοχή της Κατάρας (πιθανότατα στην περιοχή «Κάμπος του Δεσπότη»), ενώ σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες είναι στην είσοδο του χωριού Κουτσούφλιανη (νυν Παναγία) το οποίο βρίσκεται στη διαδρομή Τρικάλων-Ιωαννίνων. Επομένως, οι εννιά γυναίκες που απεικονίζονται στη φωτογραφία ήσαν κάτοικοι της Κουτσούφλιανης, μέλη δηλαδή του Βλαχόφωνου Ελληνισμού. Όπως οι Πρόγονοί τους, στις 13 Μαΐου 1898, έγραψαν Ιστορία, με το Ολοκαύτωμα της Κουτσούφλιανης και την φυγή όλων των κατοίκων του χωριού περνώντας τα Ελληνικά σύνορα, μην αντέχοντας την παράδοση εκ νέου του χωριού τους στον τουρκικό ζυγό, έτσι και οι γυναίκες αυτές στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων προσφέροντας, από το δικό τους μετερίζι, το δικό τους λιθαράκι στο χτίσιμο της Εποποιΐας του 1940, όπου Λαός και Στρατός έδωσαν την δική τους απάντηση στην Ιταλική εισβολή. Ταυτόχρονα, έδωσαν ένα ακόμη σκληρό μάθημα στην ιταλική προπαγάνδα, η οποία νόμιζε ότι ο Βλαχόφωνος Ελληνισμός ήταν «ρευστής εθνικής συνείδησης» (όπως θα έλεγε και ο Τζέφρι-Γιωργάκης Παπανδρέου), διαψεύδοντας οικτρά τις όποιες ελπίδες τους.

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Μια αρχαιο-Μακεδονική λέξη που υπήρχε στο Πισοδέρι


Το πήλινο σκεύος γουάλα
Γράφει ο Δημήτριος Μεκάσης

Διαβάζοντας το έργο του Χάμοντ, «Το Μακεδονικό Κράτος», κάπου αναφέρει τον Μαρσύα που κάνει αναφορά στη «γουάλα», που ήταν μια πήλινη κούπα, που την γέμιζαν κρασί οι αρχαίοι Μακεδόνες και με την γουάλα και το κρασί άρχιζαν τις θυσίες προς τους θεούς. Με την γουάλα γεμάτη κρασί έκαμναν σπονδές και οι βασιλείς και ο απλός λαός. Κάθε αρχαίος Μακεδόνας είχε μαζί του μια γουάλα στην εκστρατεία, επειδή πολύ συχνά έκαμναν θυσίες στους δώδεκα θεούς.
Η λέξη «γουάλα» δεν είναι άγνωστη στα μέρη μας. Υπήρχε στο λεξιλόγιο των βλαχόφωνων Μακεδόνων. Στο Πισοδέρι υπήρχε η λέξη στο παραμύθι «Τσιτσιμόντζουλ του γουάλα». Από παιδί άκουγα για το ποντικάκι του παραμυθιού το Τσιτσιμότζουλ που έπεσε μέσα στο πήλινο σκεύος την γουάλα, και όταν ρώτησα την μάνα μου, που κατάγεται από το Πισοδέρι, μου αφηγήθηκε το παραμύθι και μάλιστα είχε και ένα σκεύος γουάλα, το οποίο φωτογράφισα και δημοσιεύω. Είναι ένα μικρό πήλινο σκεύος. Έχει ύψος περίπου 20 εκατοστά και η χωρητικότητά του μικρή.
Στο Πισοδέρι, στις μεγάλες γιορτές, που κάνουν αρτοκλασία με πεντάρτο, οι Πισοδερίτισσες πήγαιναν στην εκκλησία με την γουάλα γεμάτη με κρασί, και μετά την εκκλησία βουτούσαν τον άρτο στο κρασί και τον έτρωγαν. Η γουάλα όμως μετά το 1900, αντικαταστάθηκε από καλύτερο και πολυτελέστερο σκεύος την κανάτα ή τσινιού. Οι κανάτες ήταν εισαγόμενα σκεύη και τις προμηθεύονταν από τα υαλοπωλεία. Αυτές κυκλοφορούσαν σε διάφορα σχήματα και χρώματα.
Η γουάλα, που ήταν τοπικό σκεύος, φτιαγμένο από τους αγγειοπλάστες της Φλώρινας είχαν ένα συγκεκριμένο σχήμα και χρώμα του πηλού. Όλες οι γουάλες ήταν ίδιες. Μετά το 1900 περίπου δεν τις χρησιμοποιούσαν πια στην εκκλησία. Ήταν όμως κατάλληλες για την κουζίνα και την τοποθέτηση φαγητών που περίσσευαν και κυρίως σούπες και φασόλια. 
Μια αρχαία μακεδονική λέξη, η λέξη «γουάλα», διατηρήθηκε εκεί ψηλά στην Βίγλα και στο Πισοδέρι. Ίσως και σε αυτούς αναφερόταν ο ιστορικός Ιωάννης Λυδός (6ος αιώνας μ.Χ.) που έγραφε: «Καίπερ Έλληνες...τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνήν». Μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση οι ηττημένοι μίλησαν την γλώσσα των νικητών.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2018

4 Μαϊου του 1944: Τα Μεγάλα Λιβάδια στις φλόγες


Τα Μεγάλα Λιβάδια κάποτε...
Ήταν 4 Μαϊου του 1944 όταν στην τρίτη εκκαθαριστική τους επιχείρηση στο Πάικο οι Γερμανοί αποφάσισαν να πυρπολίσουν τα Μεγάλα Λιβάδια, κέντρο της Εθνικής Αντίστασης του Πάικου και έδρα του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Μέσα σε ελάχιστες ώρες τα 800 σπίτια του οικισμού έγιναν παρανάλωμα του πυρός στέλνοντας τους 4500 περίπου κατοίκους των Λιβαδίων στην οριστική προσφυγιά στους γύρω Νομούς: Κιλκίς, Πέλλας και Θεσσαλονίκης.

''... Τις μέρες που εμείς γιορτάζαμε την Πρωτομαγιά με τους Γιουγκοσλάβους και ξεκουραζόμασταν στα πράσινα λιβάδια της Τζένας, οι Γερμανοι χτένιζαν το Πάικο για να βρουν τους κρυμμένους παρτιζάνους. Μέρες ολόκληρες ακούγονταν πυροβολισμοί μέσα στις χαράδρες και εκρήξεις όλμων. Λυσσασμένοι από το πάθημα τους στη Μπέλα Βόντα πυροβολούσαν τον έρημο τόπο.
Κατά τις 5 ή 6 του Μάη δυο μεγάλα σύννεφα καπνού φάνηκαν πάνω στο Πάικο. Με τα κιάλια εξακριβώσαμε ότι οι καπνοί έβγαιναν από τα χωριά Μεγάλα Λιβάδια και Τρία Έλατα.
Οι Γερμανοί βάλανε φωτιά στα τόσο φιλόξενα για τους αντάρτες χωριά. Ο εχθρός μια και δεν βρήκε τους αντάρτες εκδικούνταν τους τόσο καλούς και φτωχούς κατοίκους των χωριών αυτών...''.
''... Και όσο βλέπαμε τους καπνούς να υψώνονται στον ουρανό σκεπτόμασταν το δράμα αυτών των ανθρώπων που τόση βοήθεια μας πρόσφεραν.
Καθώς αγνάντευα προς το Πάικο η σκέψη μου πήγε στα χωριά εκείνα. Τι έγιναν άραγε οι κάτοικοι των χωριών; Τους εκτέλεσαν οι Γερμανοί; Γλίτωσαν το θάνατο; Και σκεφτόμουν πως τα χωριά αυτά που με τόση επιφύλαξη μας δέχτηκαν στην αρχή και τόσο δέθηκαν μαζί μας με τον αγώνα τώρα τελευταία, έφθασαν να δουν τα σπίτια τους, τα νοικοκυριά τους, που τα στέριωναν μια ζωή ολόκληρη, να παραδίδονται στις φλόγες.
Όπως μάθαμε αργότερα οι Γερμανοί πετούσαν μέσα στα σπίτια μια ειδική σκόνη και δίνανε φωτιά. Τα σπίτια λαμπάδιαζαν αμέσως, ροκανίζονταν από τις αδηφάγες φλόγες, και μεταβάλλονταν τριζοβολώντας σε μαύρα και άραχλα ερείπια που έχασκαν κάτω από τον απέραντο ουρανό.
Οι Γερμανοί δεν περιορίστηκαν σ' αυτό μονάχα. Μάζεψαν όλο τον πληθυσμό και των δυο χωριών και κοπάδι, μ' ότι μπόρεσαν, οι φτωχοί άνθρωποι που γλίτωσαν απ' την πυρκαγιά, τους κατέβασαν στη Γουμένιτσα και από κει σκόρπισαν στα χωριά του κάμπου. Εκεί οι Λιβαδιώτες πέρασαν δύσκολες μέρες. Λίγοι μόνο κατόρθωσαν, αργότερα, να βγουν πάνω στο βουνό στο χωριό τους, να συμμαζέψουν κάτι από τα ρημαγμένα νοικοκυριά τους. Μα τους είχε μείνει η μεγάλη ελπίδα: Περιμένανε τη λευτεριά για να φτιάξουν καλύτερο το χωριό τους, να γίνει καλύτερη ολόκληρη η Ελλάδα...''(74).[Παραπομπή: Θανάση Μητσόπουλου, ''Το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, Οδυσσέας, Αθήνα 1987]

Τι είχε προηγηθεί όμως αυτής της καταστροφής; 

Τρίτη 3 Απριλίου 2018

Η γιαγιά μου Σωτήρα / Gjyshja ime Sotira - Edlira Jorgji Doko


Εντλίρα Γιώργη Ντόκου
Η γιαγιά μου Σωτήρα
(η μητέρα της μαμάς μου)


Η γιαγιά μου ήταν πάντα γλυκομίλητη
Άνοιγε την αγκαλιά της σαν μια μεγάλη θάλασσα
Με μεγάλα καστανά μάτια σαν ένας ήλιος
Άλλοτε γινόταν γη και άλλοτε ουρανός

Στα ζαρωμένα από τα γηρατειά χέρια της
Έκρυβε καραμέλες για δύο βουνά και τέσσερις κάμπους
Στις μεγάλες τσέπες της είχε το κεντημένο μαντήλι
Ω! πόσο κομψά κρεμόταν ο σταυρός στο λαιμό της

Το χαμόγελο της ζέσταινε τις μικρές καρδιές μας
Και το χάδι της έδινε την φλόγα του χειμώνα
Και το δάκρυ της ήταν βαρύ όσο ο κόσμος
Και η απουσία της βαθιά στην ψυχή γινόταν αισθητή

Η γιαγιά μου ήταν λουσμένη στο άπλετο φως
Καθώς σηκωνόταν το πρωί σαν πεταλούδα στο σπίτι
Ζύμωνε, δροσερά, με λουλούδια στο πιάτο
Με πρόβειο μαλλί ήταν παράδοση να υφαίνει

Όσο ζούσε ήταν καταιγίδα και φουρτούνα
Και ελπίδα και όνειρο και ποτάμι
Σαν όμορφη κι αγαπημένη Παναγιά
Σαν την πανσέληνο διαπερνά τις διαδρομές μου

Η γιαγιά μου ήταν μια Βλάχα με χάρη
Την έχω σαν θεϊκό ύμνο για κάθε σημαία 
Την έχω σαν τραγούδι και δυσβάσταχτο πόνο στη σάρκα
Με ιερό αίμα από σόι της Κορυτσάς

Η γιαγιά μου έζησε πέρα από το Σούσιτσα*
Μακριά από εμάς, μερικές ώρες με τα πόδια
Όταν ερχόταν στο χωριό ήταν η Άνοιξη του δρόμου
Εκείνου που έτρεφε το μυαλό μου 

Και ειλικρινά μου λείπει αυτή η Χρυσή Γυναίκα
Και μου λείπει η μητρική της επίπληξη 
Γι 'αυτό την θυμάμαι με επιθυμία και λαχτάρα
Γι' αυτό ελπίζω σ' ένα όνειρο που με ματώνει

Βερόνα, 27 Μαρτίου 2018, 7:54

* Σούσιτσα: είναι παραπόταμος του Αώου, κατά τους αρχαίους Έλληνες ο Πολυανθής (βλ. Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια τομ. ΙΣΤ΄, σελ. 80)
~~~~~~

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

Ναούμ Στ. Σήμτζας - Μηλόβιστα Πελαγονίας


Η Μονή Λαζαριστών στο sirok sokak του Μοναστηρίου
Εγώ δέ ενεθυμήθην την κατά Απρίλιον του 1892 δολοφονίαν του Έλληνος προκρίτου της Μηλοβίστης Ναούμ Στ. Σήμτζα, γενομένης εντός του ναού του χωρίου, τον φονέα του οποίου απέκρυψεν ο καθολικός ιερεύς Φαβεριάλ εν τη στέγη του παρακειμένου καθολικού παρεκκλησίου (Chapele) και κατόπιν εφυγάδευσεν εις Βουκουρέστιον. Ο Φαβεριάλ ήτο αχώριστος φίλος του Μαργαρίτου, κατάπτυστος ξυνωρίς. Οι δυο ούτοι συνέταξαν, εν έτει 1888, την περιβόητον εγκύκλιον προς τους Αλβανούς*. Και τι δεν έγραφον εν αυτή. Τον Όμηρον, τον Μέγαν Αλέξανδρον και τον Αριστοτέλην έλεγον ότι ήσαν Αλβανοί. Τους Έλληνας και το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ύβριζον δεινότατα, τους δέ Τούρκους ποταπώς εκολάκευον. Εν τέλει της εγκυκλίου εκείνης προσεκάλουν τους Αλβανούς να ενωθώσι μετά των καταπτύστων Ρουμούνων εις κοινοπραξίαν. Αλλά δεν εννοώ, λέγει ο γέρων του Ολύμπου, διατί αυτοί οι καθολικοί ιερείς τόσα βυσσοδομούσι καθ' Ελλήνων, ενώ οι Έλληνες ανέχονται ακόμη εν μέσαις Αθήναις καθολικόν αρχιεπίσκοπον παρανόμως εις το πλευρόν του Έλληνος Μητροπολίτου. Αλλά μήπως, λέγω, δεν παρεχώρησαν οι Έλληνες εις τους καθολικούς εκκλησίαν εν μέσαις Αθήναις, παρά την Πύλην της αγοράς, ενώ οι εν Παρισίοις καθολικοί ηρνήθησαν να παραχωρήσωσι ναϊδριον εις τους Έλληνας -ζητηθέν πρό της ιδρύσεως του νυν περικαλλεστάτου Ελληνικού ναού.- Εις τους Ρουμούνους όμως, επί τη ελπίδι να προσελκύσωσιν εις τον Ουνιτισμόν, προ πολλού είχον παραχωρήσει ναόν επί της αριστεράς όχθης του Σηκουάνα. Εις τον Φαβεριάλ έδειξα σαφώς την επαύριον του φόνου του προκρίτου της Μηλοβίστης, ότι αι μιαραί του χείρες εβάφησαν εν τω αίματι του αθώου εκείνου. Έκτοτε ο Λαζαριστής ούτος απέφευγε τον χαιρετισμόν μου. Εν τούτοις ημέραν τινά, εισερχόμενος εις το βιβλιοπωλείον του κ. Α. Ζάλλη, συνήντησα τον Φαβεριάλ, καθ' ήν στιγμήν παρετήρει εις τον βιβλιοπώλην ότι κακώς έπραξεν να φέρη τα έργα του Βολταίρου. Παρεμβαίνω εις την συζήτησιν και απαντώ ότι εγώ επαρήγγειλα τα βιβλία του Βολταίρου του οποίου την εφυϊαν και φιλαλήθειαν εκτιμώ και θαυμάζω. Γνώριζε, απαντά ο Φαβεριάλ, ότι τον Βολταίρον κατηράσθη ο Θεός και διά τούτο επί δέκα και πλέον έτη έπασχε βασανιζόμενος εν τη κλίνη και ότι επί τέλους έπιε και τα ούρα του. Αυτά, λέγω, είνε φήμαι προσεγγίζουσαι τη συκοφαντία. Είνε μερικά πράγματα τα οποία δεν σας συμφέρουσι να γράφωνται, καθώς λ. χ. εκείνο όπερ γράφει ο Βολταίρος ότι παντού τας γραφάς ηρεύνησεν ουδαμού όμως απήντησεν την λέξιν Πάπας. Ο Βολταίρος θέλει την συνείδησιν των ανθρώπων ελευθέραν, ουδέ επιδοκιμάζει την βία επιβολήν της θρησκείας. Προκειμένου όμως περι του Χριστιανισμού ο Βολταίρος φρονεί ότι ο Χριστός μίαν θρησκείαν εδημιούργησε, κι αυτή είνε η Ελληνική ορθόδοξος θρησκεία. Οι τελευταίοι ούτοι λόγοι ηρέθισαν σφόδρα τον Λαζαριστήν, το βλέμμα του εξήστραψεν εξ οργής, η όψις ηλλοιώθη, το πρόσωπο του εγένετο κάτωχρον και εν τη φρικώδει εκείνη μορφή του απεσταλμένου του Πάπα διέγωσα τον... διάβολον.  Περιερχόμεθα την πόλιν του Μοναστηρίου, ής θαυμάζομεν το Ελληνικόν νοσοκομείον, τα Ελληνικά εκπαιδευτήρια, το λαμπρόν Διοικητήριον, πρό του οποίου ρέει ησύχως ο Δραγόρης ποταμός.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Φωνή της Ηπείρου, 9/10/1892: Σκηναί εν Περιβολίω - Οι Ρωμούνοι εν Ιωαννίνοις



Φωνή της Ηπείρου
9/10/1892
Εφημερίδα ''Φωνή της Ηπείρου''
9/10/1892, Έτος Α', Αρ. 4, σελ. 2

Εξ Ιωαννίνων
29 Σεπτεμβρίου 1892
(Τακτική ανταπόκρισις)

Σκηναί εν Περιβολίω

Εις Περιβόλιον, βλαχικόν χωρίον του Πίνδου, όπου έστησαν σχολείον οι Ρωμούνοι και κατώρθωσαν να χωρήσωσι και τους κατοίκους του εις οπαδούς των και εις αντιθέτους, είχον από πέρυσιν αρπάξει και τον ναόν του Αγίου Γεωργίου ούτοι, τον εκράτουν δε κεκλεισμένον και ούτε τους αντιθέτους άφιναν να λειτουργηθώσιν εντός αυτού, ούτε αυτοί ελειτουργούντο, διά τον φόβον μήπως οι αντίθετοι, πολλαπλάσιοι όντες, ορμήσωσι και τον ανακτήσωσιν. Οι αντίθετοι υπεχώρησαν πέρυσι και άφησαν να τοις αρπαχθή ο ναός, ίνα μη περιαγάγωσι την κοινότητα των εις περιπλοκάς και κακά αποτελέσματα εξερεθισμών και διότι ήλπιζον ότι οι άθλιοι ρουμουνισταί ήθελον σωφρωνισθή και ανοίξει τον ναόν. Ενθυμείσθε, ότι πέρυσι τον Ιούλιον εγένοντο σοβαραί σκηναί εν Περιβολίω εν αις εκινδύνευσε να δολοφονηθή υπό των ρωμούνων και ο Μητροπολίτης Γρεββενών. Επανειλημμένως οι φιλήσυχοι κάτοικοι εζήτησαν το άνοιγμα του ναού παρά των ρουμουνιστών. Εστάθη όμως αδύνατον. Οι ρουμουνισταί επέμενον εις την κακοήθειάν των και εφοβέριζον μάλιστα, ότι τώρα όπου έλαβον και την άδειαν παρά του Πατριαρχείου να τελώσι τας ιερουργείας των εν τοις ναοίς ρουμουνιστί, ήθελον εκβάλει και από την οικίαν του και αποπέμψει του χωρίου πάντα μη αποδεχόμενον τας αρχάς των.

Οι φιλήσυχοι και ευσεβείς Περιβολίωται τότε συλλογισθέντες, ότι ήθελον καταντήσει να ακούσωσιν ελευθέρως τελουμένην την ιερουργίαν εν τω ναώ των ρωμουνιστί υπό του καθολικού ιερέως των ρωμούνων Παπαδημητρίου*, και λαβόντες υπό σοβαράν έποψιν τους περί αδείας φοβερισμούς τούτων, δεν αντέσχον πλέον και εξαφθέντες την 8 τρεχ.7βρίου, επειδή τας κλειδάς των θυρών του Αγ. Γεωργίου εκράτουν οι ρωμούνοι, ανεβίβασαν τας γυναίκας των επί της στέγης του ναού, αίτινες αποστεγάσασαι μέρος τι, κατήλθον εντός αυτού και ήνοιξαν τας θύρας εις τους ιερείς. Καθ' όλον δε το διάστημα της λειτουργίας αι γυναίκες με χονδράς σχίζας εις τας χείρας παρά τας θύρας του ναού ιστάμεναι, εφώναζον και ηπείλουν δια φόνου πάντα τολμήσοντα να πλησιάση ρωμούνον. Τοιουτοτρόπως οι κάτοικοι ανέκτησαν τον ναόν. Ουδείς δε εκ των ρωμουνιστών ετόλμησε να δώση αφορμήν έριδος, διότι τότε οι φιλήσυχοι κάτοικοι, γυναίκες και άνδρες, ήθελον επιτεθή κατ' αυτών λυσσωδώς και τις οίδε ποίας συνεπείας θα είχεν η συμπλοκή. Επειδή δε επικρατεί παρ' αυτοίς έθιμον όπως την ημέραν ταύτην μετά την λειτουργίαν, την ιεράν σημαίαν του ναού των, την απεικονίζουσαν τον Τροπαιοφόρον Γεώργιον και ζυγίζουσαν περί τας 35 οκάδας, περιαγάγη προς βοήθειάν του θριαμβευτικώς περί το χωρίον, όστις εκ των κατοίκων συνεισφέρη περισσότερον χρηματικόν ποσόν εις την πλειοδοσίαν εις ην εκτίθεται αύτη προς ώφελος του ναού, οι αντίθετοι δεν άφισαν κανέναν εκ των ρωμούνων να πλειοδοτήση υπέρ αυτής.

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Το Λιβάδι Ολύμπου και η μακραίωνη σύνδεση του με τα Σέρβια Κοζάνης


Χτισμένο αμφιθεατρικά σε μια από τις κορυφές του Τιτάριου όρους και σε υψόμετρο 1200μ, βρίσκεται το φημισμένο μας Λιβάδι ή Βλαχολίβαδο ή και Μεγαλολίβαδο. Ο Όλυμπος, το βουνό των θεών και των θρύλων, το συνοδεύει πάντα στην ονομασία του και στο γεωγραφικό του προσδιορισμό. Σε όποιο παραθύρι ή καλντερίμι του κι αν σταθείς καταλαβαίνεις ότι βρίσκεσαι στην αγκαλιά του ψηλότερου βουνού της Ελλάδας. Έχει την αρχοντιά και την παραδοσιακή ομορφιά όλων των ορεινών βλάχικων χωριών της χώρας μας και είναι σήμερα ζωντανό και ενεργό με 2000 κατοίκους, που ασχολούνται φυσικά σχεδόν αποκλειστικά με την κτηνοτροφία και τα παράγωγα αυτής.

Το Λιβάδι Ολύμπου είναι το φυσικό όριο τριών νομών (Κοζάνης, Πιερίας, Λάρισας) και ταυτόχρονα τριών περιφερειών. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας πληθυσμιακά, έφτασε και ξεπέρασε τους 6000 κατοίκους. Διασκορπίστηκαν οι πιο πολλοί με το πέρασμα των αιώνων κυρίως στη Κατερίνη, στη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα, αλλά και αρκετοί σε ξένες χώρες. Με χαρακτηριστικά γνωρίσμαατά τους την περηφάνια, το πείσμα και τη φιλοδοξία, επέτυχαν σε εμπορικούς τομείς και διέπρεψαν πάρα πολλοί στην πολιτική και τις επιστήμες. Στην γενέτειρα τους, είτε επιστρέφοντας, είτε από μακριά, δώρισαν και πρόσφεραν σπουδαία ευεργετήματα.

Σημαντικό ιστορικό γεγονός για την βλάχικη κωμόπολη, αποτελεί η έναρξη της επανάστασης του Ολύμπου, από την γυναικεία μονή της Αγίας Τριάδας το 1822. Κορυφαία δε μορφή των αγώνων κατά των Τούρκων και πρότυπο αντρείας και γενναιότητας, ο Γεωργάκης Ολύμπιος. Μέλος της Φιλικής Εταιρίας με συνεχή δράση όχι μόνο στα Πιέρια και τον Όλυμπο, αλλά σε όλα τα Βαλκάνια. Δεσπόζουν ο ανδριάντας στην είσοδο και το σπίτι -μουσείο στην κεντρική πλατεία του αγωνιστή με το ηρωικό τέλος.

Για έναν αιώνα (1822-1922),η περιοχή που περικλείεται από τον Όλυμπο τα Πιέρια και τον Τίταρο, γίνεται πεδίο μεγάλων πληθυσμιακών ανακατατάξεων και μετακινήσεων, καθώς και πολύ έντονων κοινωνικών, πολιτικών και εθνικών ζυμώσεων.

Τα Σέρβια και το Λιβάδι, είναι θα λέγαμε οι δύο πόλοι μιας απόστασης, που διαδραματίζονται οι παραπάνω αλλαγές. Η διαδρομή με ενδιάμεσους σταθμούς το Νεοχώρι την Καστανιά και την μονή του Αγίου Αντωνίου Σιάπκας, κάνει στενότερες τις σχέσεις και τις συναλλαγές των κατοίκων. Πρωτίστως οι δρόμοι αυτοί οι ορεινοί θα γίνουν εμπορικοί. Έτσι θα κυριαρχήσουν και θα κορυφωθούν μέχρι και το 1970 περίπου. Τα Σέρβια αποτελούσαν για το Λιβάδι, τον πιο κοντινό προορισμό (15χλμ είναι η πραγματική τους απόσταση), με δέλεαρ, την ελκυστική αγορά, την ετήσια εμποροζωοπανύγηρη (Νιάημερο) και το εβδομαδιαίο ΄παζάρι΄. Από το Λιβάδι έρχονται στα Σέρβια για να πουληθούν κτηνοτροφικά και βιοτεχνικά προϊόντα. Αιγοπρόβατα, γαλακτοκομικά, τομάρια ζώων, μαλλί, ταλαγάνια, χαλιά, κεντητά, εκλεκτά τσαρούχια. Κάποιοι βλάχοι επίσης προσλαμβάνονται σαν εποχιακοί τσομπάνηδες. Στα Σέρβια οι Λιβαδιώτες βρίσκουν προϊόντα, αγαθά, νεωτερικά εμπορεύματα, εργαλεία, σκεύη και είδη πολυτελείας. Τα τελευταία χρόνια, αυτοδιοικητικές κεντρικές αποφάσεις και γεωγραφικές αλλαγές, θα φέρουν το Λιβάδι πιο κοντά στην Ελασσώνα και το νομό Λάρισας, χάνοντας έτσι σιγά- σιγά τις μακραίωνες εμπορικές σχέσεις και επαφές.

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Βλάχικα / Αρμάνικα - Άποψη του καθηγητή Γλωσσολογίας κ. Αντ. Μπουσμπούκη


Γράφει ο Γιάννης Τσιαμήτρος
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ‘Ημερήσια‘ της Βέροιας στις 26-10-2017.

Στο σημερινό σημείωμα παραθέτουμε την ψύχραιμα επιστημονική γνώμη (υπό έκδοση) του Αντώνη Μπουσμπούκη, ομότιμου καθηγητή Γλωσσολογίας του ΑΠΘ για τα βλάχικα / αρμάνικα. Οι απόψεις ειδικών επιστημόνων είναι προφανές ότι έχουν βαρύτητα. Μάλιστα, οι ειδικοί και οι βαθιοί γνώστες της επιστήμης, που διακονούν, ποτέ δεν αποφαίνονται τελεσίδικα ότι η επιστήμη ‘μίλησε’, όπως μερικοί μη ειδικοί το κάνουν. Διότι πάντοτε ο κάθε επιστήμονας ερευνητής-μελετητής έχει τη δυνατότητα, την υποχρέωση, αλλά και το δικαίωμα να προσθέσει νέα στοιχεία, προωθώντας έτσι προς το καλύτερο την επιστήμη του. Περισσότερο μάλιστα δεοντολογικό είναι να εκθέτει τις απόψεις του προς συζήτηση σε επιστημονικά συμπόσια ή συνέδρια μεταξύ άλλων ειδικών για το συγκεκριμένο πεδίο της επιστήμης του. Έτσι ο Α. Μπουσμπούκης μας λέει: 

«…Στο χώρο της Βαλκανικής, κατά τους πρώτους αιώνες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που οι κάτοικοί της την έλεγαν Ρωμανία και όχι Βυζάντιο, η λαϊκή λατινική άρχισε την αυτόνομη πορεία της τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Έτσι, ανάμεσα στον 5ο με 7ο αιώνα, σύμφωνα με την Ιστορία της Ρουμάνικης Γλώσσας, δοκίμιο που συνέταξε η Ακαδημία Βουκουρεστίου (1968,15), η ρωμανική ή αλλιώς λαϊκή λατινική περνάει από τη φάση της όψιμης λατινικής στη φάση νεολατινικών ιδιωμάτων.
Πριν, όμως, από την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που συνέβη με την κατάληψη της Ρώμης (476 μ.Χ.) από γερμανικά φύλα, οπότε κόπηκε ο ομφάλιος λώρος της λατινοφωνίας ανάμεσα στην Ιταλία και στα Βαλκάνια, στις δύο απέναντι χερσονήσους ακούγονταν ρωμανικές διάλεκτοι που σχημάτιζαν την απενινο - βαλκανική γλωσσική ομάδα. 
Έκτοτε η διαφοροποίηση ήταν αναπόφευκτη ανάμεσα στα ιδιώματα των δύο χερσονήσων και γενικά με τη λατινόφωνη Δύση. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα η νοητή γραμμή La Spezia - Rimini, που χωρίζει γλωσσικά την Κεντρική από τη Βόρεια Ιταλία, εξακολουθεί να ορίζει στα νότιά της το continuum / συνεχές της ρωμανοφωνίας, που εκτείνεται μέχρι τον βαλκανικό χώρο. ‘Έτσι, μιλάμε για νεολατινικά ιδιώματα της δυτικής Ρωμανίας (Β. Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία) και της ανατολικής Ρωμανίας (Κεντρική και Ν. Ιταλία και Βαλκάνια). Γι αυτό, οι ιδιαίτερες ομοιότητες ανάμεσα στα ρωμανικά της Βαλκανικής και της Ιταλίας (νότια της γραμμής La Spezia - Rimini) μας επιτρέπουν την ασφαλή υπόθεση ότι τα νεολατινικά της Βαλκανικής μεταγγίστηκαν από φορείς που διακινούνταν ανάμεσα στο Bari, το Brindesi, και τ’ αντίπερα λιμάνια του Δυρραχίου, της Αυλώνας και της Απολλωνίας, όπου κατέληγαν παρακλάδια της Εγνατίας Οδού. Έτσι, τα ρουμάνικα, έξω από τα όρια της μεσαιωνικής Ρωμανίας (Βυζαντίου), τα ιστρορουμάνικα στη χερσόνησο της Ίστριας, τα μογλενίτικα ανάμεσα από Κιλκίς και Πέλλα και τα αρμάνικα της Πίνδου διαμορφώθηκαν σ’ ένα ευρύ πλαίσιο γεωγραφικού και ιστορικού χώρου, όπου οι αλληλοεπιδράσεις ήταν φυσικό επακόλουθο. Αυτό εξηγεί τόσο την ομοιότητα όσο και τη μεταξύ τους διαφοροποίηση.

Η αρμάνικη δεν είναι -ασφαλώς- κόρη της λατινικής, όπως είναι η πιο πιστή συνέχειά της, η τοσκάνικη / φλωρεντινή διάλεκτος, που αναβαθμίστηκε σε εθνική των Ιταλών γλώσσα, είναι ωστόσο εγγονή της. Εγγονές της λατινικής είναι ακόμα οι άλλες ιταλικές διάλεκτοι, τα ρουμανικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά και τα πορτογαλικά. Εγγονή της λαϊκής λατινικής, η αρμάνικη παραμένει αρκετά πιστή σε φωνητικό, γραμματικό (μορφολογικό) και λιγότερο σε λεξικό επίπεδο, όπου ο λατινογενής πυρήνας της περιτυλίσσεται μ’ ελληνική λεξική επένδυση.

Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Οι ξυλογλύπτες του Μετσόβου


Του Λεωνίδα Τζέκα

Ταξιδεύοντας στο Μέτσοβο ανακαλύπτεις πάντα κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό από την πλούσια ιστορία του.
Η «Ε.τ.Δ.» επισκέφτηκε μερικά από τα εργαστήρια ξυλογλυπτικής και εκτός από το φωτογραφικό υλικό κατέγραψε και την ενδιαφέρουσα ιστορία που έχει αυτή η τέχνη. Ο κ. Βασίλης την ώρα της συνάντησής μας «σκάλιζε» ένα τέμπλο και παράλληλα μου έλεγε πώς ξεκίνησαν όλα...

«Το ξύλο είναι υλικό ζωτικής σημασίας για το Μέτσοβο αλλά και υλικό της λαϊκής ξυλοτεχνίας, μιας τέχνης με μεγάλη παράδοση - μού λέει με τη σμιλεμένη από την πείρα φωνή του ενώ το σκαρπέλο «ζωγραφίζει» πάνω στην επιφάνεια του ξύλου.
Στο Μέτσοβο η ξυλογλυπτική τέχνη ξεκίνησε από πολύ παλιά. Η μεγάλη ακμή της μετσοβίτικης λαϊκής τέχνης άρχισε μετά το 1659, με τα εξαιρετικά πολιτικά και εκκλησιαστικά προνόμια, που απέσπασε απ' την Πύλη ο Μετσοβίτης αρχιτσέλιγκας Κύργος Φλόκας και καθιστούσαν το Μέτσοβο αυτόνομη δημοκρατία. Τότε και η ξυλογλυπτική ξέφυγε απ' τη χειροτεχνία κι ανέβηκε στον χώρο της τέχνης με τα τέμπλα, τους δεσποτικούς θρόνους, τους άμβωνες, τα προσκυνητάρια, τα κουβούκλια των επιταφίων, τ' αναλόγια, τα μανουάλια, τα παγκάρια και τα τόσα άλλα «ειδίσματα» των εκκλησιών, συνεχίστηκε απ' τον 17ο αιώνα ως τα σήμερα, κι έφτασε από γενιά σε γενιά στα χέρια των σημερινών ταλιαδόρων. Οι «κομπανίες» των ταλιαδόρων του Μετσόβου έφταναν στις πιο μακρινές πόλεις, για ν' αναλάβουν τα σπουδαιότερα έργα της ξυλογλυπτικής και να μεταλαμπαδεύσουν έτσι την τέχνη τους... Απ' τα «τεφτέρια» που κρατούσαν φαίνεται πως είχαν θαυμαστή συντεχνιακή οργάνωση, ενώ απ' τα άλλα βιβλία που κουβαλούσαν συμπεραίνουμε, πως είχαν και μια εκκλησιαστική παιδεία μαζί με τη λαχτάρα στην καρδιά, σαν εκείνους τους κραδασμούς των αγιογράφων, που στον τρουβά τους υπήρχε πάντοτε κάποια «Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης», αλλά και τα «συναξάρια» των αγίων».
Πάντως όλοι δούλευαν με μεράκι και έχοντας το ίδιο πάθος για τη δουλειά, μεγάλοι ή μικρότεροι τεχνίτες, όλοι δούλευαν με το ίδιο πάθος και την ίδια λαχτάρα ομορφιάς. Υπήρχε σε κάθε συντροφιά ο αρχιμάστορας που φιλοτεχνούσε τα σχέδια, σκάλιζε τα δυσκολότερα μέρη και παρακολουθούσε τη δουλειά των άλλων».
Καθώς άκουγα τα λόγια του μάστορα σκεφτόμουν ότι το Μέτσοβο έχει πολύ μεγάλη παράδοση στην ξυλογλυπτική τέχνη και διασώζονται ονόματα περίφημων ξυλόγλυπτων, οι οποίοι ταξίδευαν σ' όλες τις ελληνοκατοικούμενες περιοχές, στα Βαλκάνια αλλά και αλλού.
Μετσοβίτες ξυλογλύπτες όπως ο Ιωάννης Τίτρας, Σεργ. Καλδάρας, Ιω. Μπαρόσιου, Γεωργ. Αθαν. Τσουρέκας, Σπυρ. Δ. Νταφίτσης, Αναστ. Ζενέλης, Τριαντ. Μπελημπάσης, Κώστα Νάκο Κατσώρας, Δημήτριος Πούλιος ή Σιαϊτάνης, Κώτσιος Πούλιος ή Σιαϊτάνης, Ζήσης Πούλιος ή Σιαϊτάνης, Κώστας Νγκιόσανος ή Ντουλμπίος, Κώστας Σιούσιανος ή Ανωτοπίτης, Νικόλαος Γκιώνης, Γιάννης Γκιώνης, Χρήστος Γκιώνης, Γιώργης Γκιώνης είναι τα λίγα ονόματα από τα πολλά μαστόρια της περιοχής που δούλεψαν και δίδαξαν την τέχνη στους άλλους.

Τρίτη 20 Ιουνίου 2017

Τρίτη 6 Ιουνίου 2017

Η καταγωγή της οικογένειας Κόφτη εξ αρρενογονίας


Χριστόδουλος Δ. Κόφτης
Του κ. Γεωργίου Κόφτη

Αναζητώντας τις ρίζες!

Σύμφωνα με ασφαλή στοιχεία, η οικογένεια Κόφτη πατρογονικά κατάγεται από την Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου. Οι αρχικοί πρόγονοί μας ήταν βυρσοδέψες και έμποροι δερμάτων, καθώς και έμποροι γενικότερα, κάτι που συνεχίστηκε μέχρι σήμερα. Το επώνυμο Κόφτης προήλθε από το επάγγελμα του κόφτη δερμάτων.

Μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης (1769) εγκαταστάθηκαν στον Σωχό όπου δημιούργησαν βυρσοδεψείο, τα ίχνη του οποίου σώθηκαν σε φωτογραφία του αδερφού μου Κώστα. Το βυρσοδεψείο ήταν στην αυλή του σπιτιού των Κόφτηδων, που βρισκόταν στο Μεσοχώρι του Σωχού, στην ομώνυμη γειτονιά (Κόφτη ή Τρυφωνίδη, μετέπειτα 52). 

Παραθέτω μερικές φωτογραφίες από τη Μοσχόπολη με τις πολλές βυζαντινές εκκλησιές, καθώς και φωτογραφίες από την καταγραφή της οικογένειας Κόφτη το 1889 και φωτογραφία του έτους 1937, όπου καθιστός είναι ο Χριστόδουλος Δημ. Κόφτης, αδερφός του παππού μου Βασίλειου Κόφτη.
Βέβαια οι απόγονοι του αρχικού προγόνου ήρθαν σε επιμειξία με Σωχινούς και Σωχινές και επομένως έχουν ενσωματωθεί στην τοπική κοινωνία.
Να αναφέρω μόνο, ότι ο παππούς του πατέρα μου, Δημήτριος Κόφτης, είχε δυο αδερφές, που παντρεύτηκαν η μία με Ελευθεριάδη (Καζάκη) και η άλλη με Γκούτμαν.


Μπροστά φαίνονται οι τοίχοι του βυρσοδεψείου που εγώ το θυμάμαι ακέραιο...

Σάββατο 3 Ιουνίου 2017

Το σχολείο των Λιβαδίων του Πάικου


Ο Μιχαήλ Παπανικολάου ή ''Δασκαλοχάλης'',
ο μακροβιότερος δάσκαλος των Λιβαδίων
Ελληνικό σχολείο λειτούργησε στα Λιβάδια ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Το σχολείο βρισκόταν στο κέντρο των Μεγάλων Λιβαδίων, στο Μεσοχώρι, πίσω από το μαγαζί του Λειμώνα, σε οικόπεδο που είχε δωρίσει ο Μιχαήλ Χατζηβρέττας, ένας από τους προκρίτους και μεγάλους πατριώτες των Λιβαδίων. Εκεί λειτουργούσε η πέμπτη και η έκτη τάξη.
Για τα παιδιά της πρώτης έως και τετάρτης λειτουργούσε σχολείο στη γειτονιά των Τζιντζίφανων, στην πλαγιά, δεξιά μας καθώς βγαίνουμε από το χωριό στο δρόμο για τον Αρχάγγελο στη θέση ''Παλικάρι''.
Το σχολείο λειτουργούσε και το χειμώνα με λιγοστά παιδιά που απέμειναν με τις οικογένειες τους στα Μεγάλα Λιβάδια. 

Το σχολείο διέθετε μεγάλη βιβλιοθήκη σημαντικό τμήμα της οποίας ήταν δωρεά της Μαρασλείου Βιβλιοθήκης (54).
Αυτή καταστράφηκε στο ολοκαύτωμα του 1944. Ο δάσκαλος του χωριού από την απελευθέρωση έως και την καταστροφή ήταν ο Μιχαήλ Παπανικολάου1.

1. Ο Μιχαήλ Παπανικολάου (1890-1968) ή ''Δασκαλοχάλης'' όπως οι παλαιότεροι τον γνώρισαν στα Λιβάδια, γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1890 στα Μεγάλα Λιβάδια. Ήταν γιός του Παπανικόλα Μπάρμπα (1860-1897), δάσκαλου και ιερέα που ιερουργούσε στον Ιερό Ναό Αγίου Μηνά Νάουσας. Το 1897 όταν πέθανε ο πατέρας του, μπήκε σαν τρόφιμος στο Παπάφειο Ορφανοτροφείο Θεσσαλονίκης. Σπούδασε στο διδασκαλείο Θεσσαλονίκης. Είχε έντονη εθνική δράση στα δύσκολα χρόνια του μακεδονικού αγώνα, και της βουλγαρορουμανικής προπαγάνδας... Όταν δε η τρομοκρατία της τελευταίας είχε φθάσει στο απόγειο της, το καλοκαίρι του 1910, οι Νεότουρκοι τον συλλαμβάνουν και τον φυλακίζουν στην Γευγελή. Απελευθερώνεται μετά από ενέργειες και παραστάσεις, προς το Πατριαρχείο και την Τουρκική κυβέρνηση, του Μητροπολίτη Μογλενών Σμάραγδου. Για την εθνική του δράση τιμήθηκε από την πολιτεία με το μετάλλιο του Μακεδονικού Αγώνα (55).