Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στίχοι τραγουδιών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στίχοι τραγουδιών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Κέρνα στο μπαϊράκι - Έθιμα της διασποράς των βλαχόφωνων Ελλήνων στη νότια Βουλγαρία


Ντόρκοβο
Το έθιμο του ''κεράσματος'' για το Φλάμπουρο του γάμου όπως αναβιώνει μέχρι σήμερα, με φράσεις από την ελληνική γλώσσα, στην διασπορά των Ελληνοβλάχων που εγκαταστάθηκαν τον 18ο αι. στη σημερινή νότια Βουλγαρία! 

Αφού στολιστεί το Φλάμπουρο (Μπαϊράκι), ο νονός και οι συγγενείς ρίχνουν χρήματα (κέρασμα) για το καλό και τραγουδάνε στα ελληνικά ''Κέρνα στο μπαϊράκι''...


Κέρνα βρε νουνέ, κέρνα στο μπαϊράκι
Κέρνα βρε αφέντη (πατέρα), κέρνα στο μπαϊράκι
Κέρνα βρε μούμα (μάνα), κέρνα στο μπαϊράκι
Κέρνα βρε σόι, κέρνα στο μπαϊράκι

Στη συνέχεια, τα χρήματα αυτά τα δωρίζουν στους φίλους του γαμπρού (βλαχ. φουρτάτσλι) για ν' αγοράσουν καινούργια ρούχα με την ευχή ''όπως θ' αλλάξετε μ' αυτά τα ρούχα, έτσι ν' αλλάξει κι η ζωή σας προς το καλύτερο''...
Δείτε το βίντεο που ακολουθεί:

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Ένα περιπαιχτικό τραγούδι των Γραμμουστιάνων της Πέστερας από την ζωή τους στην περιοχή Σερρών


Γκούντας Ντίμα

Μνήμες στα τραγούδια
Ένα παλιό περιπαιχτικό τραγούδι της διασποράς των Γραμμουστιάνων Βλάχων της περιοχής της Πέστερας (νότια Βουλγαρία), το οποίο αναφέρεται στο αστικό στυλ της ενδυμασίας κάποιων κοριτσιών της περιοχής των Σερρών.
Το τραγούδι εξιστορεί την περιπέτεια ενός νεαρού, προερχόμενου προφανώς από κάποιον κοντινό καλυβικό οικισμό, που βρέθηκε εκείνα τα χρόνια στο Κρούσοβο (σημερινό Αχλαδοχώρι Ν. Σερρών) και συνάντησε κοπέλες με αστικό στυλ ενδυμασίας. Διακρίνεται η διάθεση του να καυτηριάσει καλοπροαίρετα το γεγονός, με χιουμοριστική διάθεση, λόγω του ότι δεν συνηθιζόταν ο συγκεκριμένος ενδυματολογικός τύπος στο κοινωνικό του περιβάλλον.

Πρι τζούα ντι Μάιου (Μια μέρα του Μαϊου)

Πρι τζούα ντι Μάιου ντάντω/2 (Μια μέρα του Μαϊου μάνα)
Κρούσοβα νιι μι αφλάι (βρέθηκα στο Κρούσοβο)
Κρούσοβα νιι μι αφλάι ντάντω/2 (Βρέθηκα στο Κρούσοβο μάνα)
του κουρίι νιι ισίι (βγήκα στο άλσος)

Του κουρίι νιι ισίι ντάντω/2 (Βγήκα στο άλσος μάνα)
φιάτα στιχισίου (έτυχα ένα κορίτσι)
Φιάτα στιχισίου ντάντω/2 (Ένα κορίτσι έτυχα μάνα)
φιάτα ισουσίτα (κορίτσι αρραβωνιαμένο)

Φιάτα ισουσίτα ντάντω/2 (Κορίτσι αρραβωνιασμένο μάνα)
νβιάστα νιμαρτάτα (νύφη ανύπαντρη)
Βίνιρα νίκα ν' ντάου λιά ντάντω/2 (Ήρθαν μερικές ακόμη βρε μάνα)
σι σ' αντουνάρα μούλτι (και μαζεύτηκαν πολλές)

Σι σ' αντουνάρα μούλτι λιά ντάντω/2 (Και μαζεύτηκαν πολλές μάνα)
κου φουστάνλιι σκούρτι (με κοντά φουστάνια)
Κου φουστάνλιι σκούρτι λιά ντάντω/2 (Με κοντά φουστάνια βρε μάνα)
ντι πιργκιός δαντέλι (από κάτω δαντέλες)

Ντι πιργκιός δαντέλι λιά ντάντω/2 (Από κάτω δαντέλες βρε μάνα)
ντι μέση κουρντέλι (στη μέση κορδέλες)
Ντι μέση κουρντέλι λιά ντάντω/2 (Στη μέση κορδέλες βρε μάνα)
του μ'να ουμπρέλι (στο χέρι ομπρέλες)

Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Στέλλα μωρ' Στέλλα, κακιά κοπέλα - Η αληθινή ιστορία της ηρωίδας του δημοτικού τραγουδιού


Του Μενέλαου Χρόνη

Η Στέλλα πλήρωσε τον έρωτά της, 
σε όλη της ζωή...

~ (Φωτο) Ποταμός Καλαμάς, κοντά στις πηγές. Εδώ κάπου πλέχτηκε το ειδύλλιο τής Στέλλας με τον δασάρχη της.


Στέλλα μωρ’ Στέλλα κακιά κοπέλα, 
δε το ‘πραξες καλά.
Παράτησες τον άντρα σ' μωρ’ Στέλλα
κάτω στα Δολιανά μια όμορφη βραδιά.
Δε φταίω εγώ μωρ’ μάνα, μον' φταίει η καρδιά,
που αγάπησα δασάρχη μωρ’ μάνα
μια όμορφη βραδιά κάτω στα Δολιανά.
Αμάξι αρματωμένο μωρ’ Στέλλα με τέσσερα άλογα, 
ήρθα για να σε πάρω μωρ’ Στέλλα μέσ’ τα χαράματα.
Πάισαν οι πάπιες, πάισαν οι χήνες, πάισαν οι κλωσαριές,
τις έφαγε ο δασάρχης μωρ’ Στέλλα κάτω στις ρεματιές.

Συνάντησα για πρώτη φορά τον κ. Δημήτρη Κοτσοβό σε ένα πελοποννησιακό πανηγύρι, από αυτά που γρήγορα σε οδηγούν στην απογοήτευση για το περίεργο είδος τής “παραδοσιακής” μουσικής. Κάτι μεταξύ Έφης Θώδη και Μάκη Χριστοδουλόπουλου... Μού έκανε εντύπωση πως και ο συνομιλητής μου, αν και ο ίδιος καταγόταν από τα Δίδυμα της Ερμιονίδας, είχε την ίδια άποψη με εμένα, ότι δηλαδή οι Πελοποννήσιοι, οι πεδινοί τουλάχιστον, έχουν χάσει σχεδόν κάθε επαφή με την μουσική τους παράδοση.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Η ελληνική επανάσταση δρα και στο Δήμο Βερμίου - Παρθένα Τσοκτουρίδου


Πύργοι Εορδαίας (Κατράνιτσα)
Ν. Κοζάνης
Κεφάλαιο από το βιβλίο της συγγραφέως Η προγονική ιστορία του Δήμου Βερμίου, έκδ. 2002, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης.

Η ιδέα της απελευθέρωσης της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό εμπνεύστηκε σε πολλά παλικάρια της Ανεξαρτησίας του Πολέμου, τα οποία ως παρακινητές, ρίχτηκαν στον αγώνα πολεμώντας πρώτοι στη γραμμή. Η ελληνική υπεροχή στον ανταρτοπόλεμο, σε ένα έδαφος που ήταν ιδεώδες για πόλεμο ατάκτων, μαζί με την κυριαρχία στη θάλασσα, που εμπόδιζε αποτελεσματικά τον από θαλάσσης ανεφοδιασμό, έδινε στους επαναστάτες τη δυνατότητα να παρακωλύσουν τις κινήσεις του οθωμανικού στρατού.

Τις βασικές αντάρτικες ομάδες της Ελλάδας αποτελούσαν οι κλέφτες και οι αρματολοί. Στα τουρκικά έγγραφα αποκαλούνται «ληστές», «κακούργοι», «επαναστάτες». Στα 1742 εμφανίστηκε στο Βέρμιο σώμα κλεφτών (300) με αρχηγό τον Κατρανιτσιώτη Καπετάν Γούτα, λόγω της φιλελεύθερης φύσης των κατοίκων, που πήγαζε από το κλίμα της αμφισβήτησης της οθωμανικής κοινωνικής ιεραρχίας, να δρα στην περιοχή Κασσάνδρας. Το γεγονός πως ο λαός ύμνησε την κλεφτουριά φανερώνει και την κοινωνική διάρθρωση του οθωμανικού συστήματος, αφού κύρια κατέκλεβαν τους πλούσιους μπέηδες, Έλληνες γαιοκτήμονες, κτηνοτρόφους, εμπόρους κ.λ.π. Ηρωποίηση των κλεφτών από τους ραγιάδες, γιατί απολάμβαναν την ελευθερία εκτός οθωμανικού συστήματος μετατρέπποντας τις σπηλιές για σπίτια τους, τις πέτρες για μαξιλάρια τους, τις κάπες τους για παπλώματα τους, πήγαζε από το γεγονός πως στην οθωμανική αυτοκρατορία η κοινωνική κίνηση ήταν μηδαμινή, ότι γεννιόσουν, αυτό πέθαινες.

Εκτός αν κάποιος ακολουθούσε το δρόμο του εξισλαμισμού συγκεκριμένες μέρες του χρόνου. Κάτι που αρνήθηκε ο Ναουσαίος ψάλτης του γειτονικού Γραμματικού Δημήτρης όταν τον ερωτεύτηκε η Αισέ, κόρη του Αχμέτ Μπέη “μανδρόσκυλου” του Αλή Πασά όταν η Εορδαία, η Φλώρινα, η Έδεσσα αποτελούσαν τσιφλίκι του. Ο Δημήτρης κρεμάστηκε από ένα πλατάνι, η Αισέ αυτοκτόνησε από τύψεις και ο θρύλος του ματωμένου έρωτα των Πύργων του Γραμματικού δεν έσβησε ακόμη.

Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Τα κινήματα του Κατσαντώνη, του Νικοτσάρα και του Θύμιου Μπλαχάβα


Απόσπασμα από το 
''Ιστορικό Ημερολόγιο Σερρών'', σελ. 187:

1806: Ο αρματολός Νικοτσάρας από το Βλαχολείβαδο* του Ολύμπου επιστρατεύοντας 500 επίλεκτα παλικάρια, αποβιβάστηκε στην Κατερίνη και δια μέσου της οροσειράς Μπέλες έφτασε στο Νέο Πετρίτση (Βέτερνα), απ' όπου πέρασε το Στρυμόνα και κατέληξε στο Σιδηρόκαστρο. Από εκεί έφτασε στις Σέρρες, όπου και πολιορκήθηκε σε ένα από τα κεντρικά χάνια της πόλης από 4000 Τούρκους και Αλβανούς, οι οποίοι διατελούσαν κάτω από την καθοδήγηση του Ισμαήλ Μπέη των Σερρών. 
Ο Νικοτσάρας και τα παλικάρια του κάψανε το χάνι και διέφυγαν προς το Μενοίκιον όρος και από εκεί στη Ζίχνη, την οποία και κατέλαβαν. Εναντίον τους εκστράτευσαν δεκαπέντε χιλιάδες Τούρκοι αλλά ο Νικοτσάρας επιχείρησε αντιπερισπασμό εξορμώντας προς τις εκβολές του Στρυμόνα και ελπίζοντας ότι θα τον περιμένουν ο Ρωσικός στόλος και ο ναύαρχος Σινιάβιν. Οι προσδοκίες του διαψεύσθηκαν και με τα εναπομείναντα 250 παλικάρια επιχείρησε με μια ηρωική προσπάθεια να περάσει τη γέφυρα του ποταμού Αγγίτη που τη φρουρούσαν χιλιάδες Οθωμανοί. Ο Νικοτσάρας έσπασε με το σπαθί του τις αλυσίδες της γέφυρας καταφέρνοντας να περάσει και με τους εναπομείναντες 150 άνδρες του έφτασε στο Πράβι (Ελευθερούπολη), κατέβηκε στον κόλπο του Ορφανού και από εκεί κατέληξε στη Χαλκιδική. [Πηγή: Εδώ]
* Γεννήθηκε το 1774 στο χωριό Γιαννωτά, στις πλαγιές του Ολύμπου και πατέρας του ήταν ο κλεφταρματολός Πάνος Τσάρας. Σε ηλικία 18 χρονών, μετά τη δολοφονία του πατέρα του, κατέφυγε στην φιλική προς την οικογένεια του φατρία των Λαζαίων, μαζί με τον αδερφό του Κώστα και με τη βοήθεια τους έγινε αρχηγός του αρματολικιού στο Βλαχολίβαδο και διακρίθηκε για τη φιλοτιμία του, την αφιλοχρηματία του και τα σωματικά του χαρίσματα.
Επίσης, διαβάστε: Η καταγωγή του Νικοτσάρα


Τα κινήματα του Κατσαντώνη, του Νικοτσάρα και του Θύμιου Μπλαχάβα

Η συνθήκη του Τίλσιτ (Ιούλιος 1807) και η είδηση της ανακωχής των Ρώσων και Τούρκων, καθώς και η προσωρινή λήξη των εχθροπραξιών ευνοεί τον Αλή πασά των Ιωαννίνων, ό οποίος τώρα αποβλέπει στην καταστροφή των δυνάμεων των Ελλήνων. Ο Κατσαντώνης και ό Μπότσαρης, καθώς και οι άλλοι οπλαρχηγοί, αποσύρονται στην Ακαρνανία και απ’ εκεί στην Πάργα και στην Κέρκυρα, όπου συγκεντρώνονται 3.500 άνδρες, ενώ οι κλέφτες του Ολύμπου, Νικοτσάρας, Λαζαίοι και λοιποί καταφεύγουν στις Βόρειες Σποράδες, Σκιάθο κ.λ. και μεταβάλλονται σε πειρατές. Ο Κατσαντώνης το 1807 ξαναγυρίζει πάλι στα γνώριμά του λημέρια και μάχεται εναντίον των στρατιωτικών σωμάτων, τα οποία στέλνει εναντίον του ό Αλή πασάς, ωσότου τελικά συλλαμβάνεται άρρωστος από ευλογιά στην σπηλιά του Μοναστηρακιού των Αγράφων και θανατώνεται στα Ιωάννινα με φρικτό τρόπο. Τα κατορθώματα και η μορφή του γρήγορα καλύφθηκαν με την ομίχλη του θρύλου. Γι’ αυτό παρουσιάζει δυσκολίες ιδίως η χρονολογική τοποθέτηση των διαφόρων συγκρούσεων και του θανάτου. Τα ρωσικά αρχεία ίσως μας δώσουν τα αναγκαία ιστορικά στοιχεία, αν ό Έλληνας στρατηγός Εμμανουήλ Παπαδόπουλος, πού υπηρετούσε στον ρωσικό στρατό στην Κέρκυρα και με τον οποίο είχε κάποιες σχέσεις ό Κατσαντώνης, έστελνε σχετικές εκθέσεις στην Πετρούπολη.

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Θύμιο Γάκης και η αιχμαλωσία της βασιλαρχόντισσας, Λήσταρχος - Εθνικός Ήρωας


Είναι μια ιστορία που αρχίζει με μιά συνταρακτική απαγωγή, προ εκατόν ετών στα βουνά της Πίνδου – το Μέτσοβον – και που τελειώνει ύστερα από πολλά χρόνια σε μία εθνική προσφορά μακριά, στο Παπαζλή της Μικράς Ασίας. Ένας θρύλος που σαν ζωντανό παραμύθι ξαναζεί ακόμα και σήμερα στις διηγήσεις της Ηπείρου και ένας άλλος θρύλος που έρχεται σαν παραμύθι και αυτός από τις διηγήσεις εκείνων που τον έζησαν. Είναι η απαγωγή της Βασίλισσας και Αρχόντισας (Βασιλαρχόντισσας) Δούκως Αβέρωφ και η εθνική θυσία – η λύτρωση – του ληστάρχου Θύμιου Γάκη.

Διαβάστε το βιβλίο του Δημητρίου Καρατζένη 
''Θύμιο Γάκης και η αιχμαλωσία της βασιλαρχόντισσας, Λήσταρχος – Εθνικός Ήρωας'', (Αθήναι 1986)

Οι ληστοσυμμορίες του Σαρακατσάνου Βαγγέλη Τάκου και του Θύμιου Γάκη στις 27 Ιουλίου 1884 στο Μέτσοβο, απήγαγαν την κόρη του Νικολάκη Αβέρωφ, Ευδοκία, σύζυγο του Στεργίου Τζοανόπουλου, την περίφημη Βασιλαρχόντισσα του δημοτικού τραγουδιού.
Η απαγωγή έγινε μετά από προτροπή του Μετσοβίτη Γεωργίου Ντάλα και του Μεσολογγίτη Φλέγκα, που εργαζόταν στο Μέτσοβο και τον οποίο είχε ραπίσει ο Νικολάκης Αβέρωφ, επειδή πέρασε από το Κουλτούκι του Μετσόβου, όπου κάθονταν μόνο οι άρχοντες.

Οι ληστές μετά την απαγωγή κατέφυγαν στο πυκνοδάσος της Βάλια Κάλντα και σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή στην περιοχή Περτουλίου Τρικάλων.
Ο Γάκης συνελήφθη το 1894, κατόπιν προδοσίας, και δικάστηκε στα Γιάννενα σε ισόβια δεσμά.
Η μαρτυρία της Βασιλαρχόντισσας Ευδοκίας, την οποία ο Γάκης κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της την προστάτεψε, στάθηκε ικανή για τη μη καταδίκη του ληστή σε θάνατο.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο Γάκης μετά την απόδοση χάριτος, κατέφυγε με τη βοήθεια των Χατζηγακαίων στο Παπασλί της Μ. Ασίας, όπου παντρεύτηκε την κόρη του εκεί δημάρχου, Παναγιώτη Κλάρα, Ευαγγελία.
Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις τον Ελληνικό Στρατό.

Ο δημοτικός ποιητής για τον πολεμιστή του ’40


Παντελής Μπουκάλας

Σε ένα από τα γνωστότερα δημοτικά τραγούδια, του Ολύμπου και του Κίσσαβου, ένα από εκείνα που γοήτευσαν τον Γκαίτε και τον έπεισαν να μεταφράσει μερικά, τα δύο βουνά μαλώνουν· μόνο τον Όλυμπο ακούμε, ωστόσο, να παινεύεται για τις κορφές και τις βρύσες του, αλλά κυρίως για τους κλέφτες του, και να χλευάζει τον τουρκοπατημένο Κίσσαβο. Αντίθετα, στα τραγούδια που έπλασε ο δημοτικός ποιητής του ’40 για να εμψυχώσει τους πολεμιστές, τα βουνά δεν μαλώνουν αλλά συνομιλούν συγκινημένα και συνεργάζονται. Ο λαϊκός ποιητής υιοθετεί τα μοτίβα των κλέφτικων, με τη δίκαιη σιγουριά πως είναι κληρονομιά του, κτήμα κοινό. Και ή τα προσαρμόζει γεωγραφικά ή τα μεταλλάσσει φρόνιμα. Κι αυτό «σ’ εποχή όπου η λειτουργία της γέννησης του δημοτικού τραγουδιού παρουσιάζει πλήθος αναστολές», όπως λέει ο Κ.Θ. Δημαράς στην «Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας»· σε εποχή δηλαδή που ο προφορικός πολιτισμός υποχωρούσε και αποσυντονιζόταν.

Σε ένα από τα δημοτικά του ’40, πλασμένο από την πάντα καίρια μούσα της Ηπείρου, ο γερο-Σμόλικας ρωτάει την Πίνδο, στον ταιριαστό δεκαπεντασύλλαβο: «Βουνό μου, σταυραδέρφι μου και γκαρδιακέ μου φίλε, / πού πήγαν οι λεβέντες μας, πού πήγαν οι αϊτοί μας / κι αφήσανε τον Ιταλό τον τόπο να οργώνει;» Πριν αποκριθεί η Πίνδος, ο τόπος όλος και η μνήμη που τον πυκνοκατοικεί δίνουν τη δική τους απάντηση: «Το λόγο δεν απόσωσεν, το λόγο δεν απόειπε / κι αναταράχτηκεν η γης, αντάριασαν οι λόγγοι / κι ένα στοιχειό πετάχτηκε ψηλά στη Δρακολίμνη. / Είχε σταυρό στα κέρατα, φεγγάρι στα καπούλια / κι απάνω από τη ράχη του φλάμπουρο ανεμίζει». Και σκορπίζει τους έντρομους Ιταλούς. Ενα στοιχειό που η λαϊκή πίστη θα μπορούσε να του δώσει το σχήμα και το όνομα του Αϊ-Γιώργη ή της Παναγίας ή, πολύ παλιά, στον Μαραθώνα, του Θησέα και του φαντάσματός του.

Αντίθετα με τη μεταφυσική λύση αυτού του τραγουδιού, ένα άλλο ηπειρώτικο προκρίνει τον ρεαλισμό, περιγράφοντας λιτά την κινητοποίηση προς ενίσχυση του μετώπου· συνομιλητής της Πίνδου είναι τώρα ο Ολυμπος. Αντλώ και αυτό το τραγούδι από τη β΄ έκδοση της μελέτης του Τάκη Αδάμου «Το λαϊκό τραγούδι της Αντίστασης» (Καστανιώτης, 1977). Πολλά τραγούδια και του ’40 αποθησαύρισε ο Ν. Α. Κεφαλληνιάδης στο βιβλίο «Η λαϊκή μούσα στους εθνικούς πολέμους μας (Ντοκουμέντα): Βαλκανικοί πόλεμοι 1912-1913, Μικρασιατική Καταστροφή 1922, Αλβανικό έπος 1940, Κατοχή - Αντίσταση - Απελευθέρωση 1941-1944» (Φιλιππότης, 1992). Ας πάμε στις πρώτες μέρες του πολέμου: «Ποιος είδε τέτοιο θάμασμα, παράξενο μεγάλο, / να κουβεντιάζουν τα βουνά με τις ψηλές ραχούλες. / Γυρίζει ο γερο-Ολυμπος κι αναρωτάει την Πίνδο: / “Βουνό μου, γιατί θύμωσες και στέκεις βουρκωμένο; / Μήνα χαλάζι σε βαρεί, μήνα βροχή σε δέρνει;” / “Ούτε χαλάζι με βαρεί κι ούτε βροχή με δέρνει, / μόν’ με βαρούν οι Ιταλοί με μπόμπες και με όλμους. / Μαύρα πουλιά σκεπάσανε τον όμορφο ουρανό μου, / θερίζουνε τις ράχες μου, καίνε τα έλατά μου”. / “Ρίξε, βουνό, τις μπόρες σου, ρίξε τις αστραπές σου, / κι εγώ σου στέλνω τους αϊτούς, τσολιάδες και φαντάρους, / να καθαρίσουν τις πλαγιές, να διώξουν τους φασίστες, // που μόλυναν τον τόπο μας, τα όμορφα χωριά μας”».

Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Παιδιά απ' τον Ασπροπόταμο


Γαρδίκι

Τραγούδι σε ρυθμό εξάσημο (τσάμικο)

Το ποιητικό κείμενο:

Παιδιά απ' τον Ασπροπόταμο 
κι απ' το τρανό Γαρδίκι,
κι απ' της Κουρούνας τις σπηλιές,
(κι από της Πίνδου τα χωριά)
λεβέντες παληκάρια,
Τούρκο μην προσκυνήσετε, 
οχτρό μη φοβηθείτε!

Και πώς αυτό τραγουδιέται:

Ωρέ παιδιά απ' τον Α-, ωχ παιδιά απ' τον
Ασπροπόταμο.

Παιδιά απ' τον Ασπροπόταμο, 
κι απ' το τρανό Γαρδίκι.

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Μηλίτσα στο γκρεμό (Μέτσοβο) - Βλάχικα τραγούδια


Ένα από τα πλέον διαδεδομένα παραδοσιακά τραγούδια σε 
ολόκληρη την Ελλάδα! 

Κάθε τόπος έχει δημιουργήσει τη δική του παραλλαγή. Αλλού μπορεί να χαρακτηριστεί ως "Παραλογή", αλλού ως τραγούδι "της αγάπης", ενώ σε άλλες περιοχές ανήκει στα κλέφτικα και ηρωικά τραγούδια. Είναι γνωστό και διαδεδομένο από τα Δωδεκάνησα και την Πελοπόννησο μέχρι την Μακεδονία και την ευρύτερη Θράκη και από την Κέρκυρα και την Λευκάδα έως τα βάθη της Καππαδοκίας.

Στο Μέτσοβο όπως και σε άλλα Βλαχοχώρια της Ηπείρου (π.χ. Συρράκο, Καλαρρύτες), των Τρικάλων και των Γρεβενών το τραγούδι αυτό συναντάται ως "Παραλογή", δηλ. ως πολύστιχο (συνήθως) αφηγηματικό τραγούδι με δραματικό - τραγικό περιεχόμενο και καταγωγή στην ύστερη Βυζαντινή εποχή. Σύμφωνα με τη Δόμνα Σαμίου:
"Το τραγούδι αυτό συνδέεται με την λαϊκή δοξασία ότι η ψυχή του νεκρού εξοργίζεται όταν κάποιος διαταράξει τη γαλήνη της. Η υπόθεση είναι απλή: ένας νέος, νυχτοπερπατώντας για γλεντοκόπι ή ερωτοδουλειά, ξεστρατίζει και βρίσκεται σ' ένα κοιμητήρι όπου απρόσεχτα πατάει το μνήμα ενός παλικαριού. Η αντίθεση που προκύπτει από το βέβηλο αυτό συναπάντημα του νεκρού με τον ζωντανό συνομήλικό του, τα παραπονεμένα λόγια του νεκρού μέσα απ' τον τάφο, οι αναμνήσεις από τη δική του πρότερη και χαμένη νιότη γίνονται εντέλει ένας φιλοσοφικός στοχασμός για το πρόσκαιρο και εύθραυστο της ζωής". Περιλαμβάνεται στον δίσκο "Αφιέρωμα στο Μέτσοβο - Στέργιος Μπάος".

Οι στίχοι:
Μηλίτσα που 'σουν στο γκρεμό με μήλα φουρτουμένη
τα μήλα σου - άι Μηλίτσα μου - τα μήλα σου μ' αρέσουνε
τα μήλα σου μ' αρέσουνε μα το γκρεμό φοβούμαι
κι αν το φοβά - άι Μηλίτσα μου - κι αν το φοβάσαι το γκρεμό.

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Γρίβα μ’ σε θέλει ο βασιλιάς - Ένα παρεξηγημένο τραγούδι


Ο Θεόδωρος Γρίβας (1797-1862), από τη γνωστή Ακαρνανική οικογένεια, που κυριαρχούσε στο αρματολίκι στην περιοχή της Βόνιτσας, πολέμησε κατά την Επανάσταση το 1821 ως Χιλίαρχος στην αρχή, στη Δυτική Ελλάδα, φθάνοντας -λόγω ανδρείας- να ονομαστεί Στρατηγός, τίτλο που έφερε μέχρι το θάνατό του.
Αποκορύφωση των αγώνων του αποτελεί η εξέγερση της Βόνιτσας, 4 Οκτωβρίου 1862, που έφερε τελικά την εκθρόνιση του βασιλιά Όθωνα.
Με την εκδήλωση της εξέγερσης, σχηματίστηκε Επαναστατική Επιτροπή, έγινε αρχηγός της και προχώρησε στο Αγρίνιο, όπου έμαθε ότι η Εξέγερση γενικεύτηκε σε όλη την Ελλάδα και ότι ο Όθων κηρύχτηκε έκπτωτος. 
Ο Γρίβας έφθασε στο Μεσολόγγι, έτοιμος να βαδίσει κατά της Αθήνας. 
Η προσωρινή Κυβέρνηση όμως, αγνόησε τον κυριότερο και πραγματικόν αρχηγό της Επανάστασης και έστειλε, μόνο μια αντιπροσωπεία στο Μεσολόγγι, στις 23 Οκτωβρίου 1862, για να του επιδώσει επίσημα το βαθμό του Στρατάρχη, αλλά όταν έφθασε στο Μεσολόγγι, η αντιπροσωπεία, τον βρήκαν ετοιμοθάνατο (είχαν φροντίσει να τον δηλητηριάσουν). 
Ευρισκόμενος λοιπόν, στο Μεσολόγγι το 1862, με δυο Συντάγματα Στρατιώτες κυρίως απ’ την Ακαρνανία αλλά και την Αιτωλία, τον φαρμάκωσαν, πριν έλθει στην Αθήνα να πολεμήσει και διώξει τους Βαυαρούς και τους εναπομείναντες αυλικούς και εγκαταστήσει δική του Κυβέρνηση. 
Η χρονιά αυτή, θεωρείται, η χρονική αφετηρία, που ο ανώνυμος λαϊκός Ξηρομερίτης Ακαρνάν, ποιητής-τραγουδιστής, έπλασε το τόσο παρεξηγημένο τραγούδι, το οποίο όχι μόνο δεν υμνεί την βασιλεία, αλλά αντιθέτως έχει έντονο αντιμοναρχικό χαρακτήρα μιας και ο κεντρικός του ήρωας είναι ο Θεόδωρος Γρίβας ο οποίος αγωνίστηκε με πάθος ενάντια στον Όθωνα και για την εκθρόνιση του.
Φύση ανυπότακτη και ασυγκράτητη ο Γρίβας, έμπλεξε σε πολιτικές διαμάχες και η δράση του, που χαρακτηρίζεται από την υπερβολή και το φανατισμό, συνδέεται και με κάποιες ωμότητες, όχι και λίγες. 
Το 1836 πολέμησε και συνέτριψε ένα Στρατιωτικό κίνημα στη Δυτ. Ελλάδα, που είχαν κάνει οι αδικημένοι απ’ το Βαυαρικό καθεστώς, Οπλαρχηγοί της Ακαρνανίας κυρίως, αλλά και της Αιτωλίας, όπως οι: Δήμο Τσέλιος, Γ. Μαλάμος, Ν. Ζέρβας, Ν. Στράτος, Ν. Δραγαμεστινός, Γ. Μπαϊρακτάρης, Γ. Γιολτάσης, Ν. Βασιλάκης, Φ. Κουσουρής, Δ. Παλιογιάννης, Γ. Φραγκογιάννης, Κ. Στουρνάρης, Γ. Κραβαρίτης κ.λ.π. οπλαρχηγοί. 
Από τότε και στο εξής, επειδή κατηγορήθηκε σφόδρα, έπνεε μένεα κατά του Όθωνος. 
Στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, υπέρ του Συνταγματικού Πολιτεύματος, ο Γρίβας έλαβε μέρος εναντίον του Όθωνος.

Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Σεργιάνι στα μονοπάτια της φύσης με συνοδοιπόρο το δημοτικό τραγούδι


Του Κώστα Β Αναγνώστου
Φοιτητή Πολυτεχνικού Τμήματος Μηχανικών Πληροφορικής & Τηλεπικοινωνιών

Στο λυκαυγές της 2ης δεκαετίας του 21ου αιώνα, μιας εποχής που δίκαια έχει χαρακτηριστεί ως «η εποχή των τέλειων μέσων και των συγκεχυμένων σκοπών», παρατηρούμε πως καίριοι θεσμοί της κοινωνίας μας κλονίζονται συθέμελα. Καθημερινά, ερχόμαστε αντιμέτωποι με άσχημα φαινόμενα κοινωνικής αναλγησίας. Κομφορμισμός, Υλισμός, Εγωπαθής βίος, Ξενομανία, Παγκοσμιοποίηση, Ωχαδερφισμός, απομάκρυνση από την Φύση, τα Πατροπαράδοτα, τις Τέχνες, την Εκκλησία, το Δημοτικό Τραγούδι, συνθέτουν λίγο πολύ το πάζλ του σημερινού γίγνεσθαι. Σε αυτά τα πλαίσια, αν κάνουμε μια αναδρομή στο παρελθόν, θα διαπιστώσουμε πως δυο από τους παραπάνω τομείς σεργιανούν μαζί στο μονοπάτι του χρόνου. Αυτοί δεν είναι άλλοι από τη Φύση και το Δημοτικό Τραγούδι. Δύο οντότητες άρρηκτα συνδεδεμένες διαχρονικά, με την μία να προσδιορίζει την άλλη και τις δυο μαζί να ομορφαίνουν τον πολιτισμό και την καθημερινότητά μας. Όμως, ποιά η σημασία της κάθε μίας οντότητας για τον άνθρωπο και πως το «πάντρεμά» τους επηρεάζει τη ζωή μας;

Η Φύση αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης υπόστασης, άρα και των στοιχείων που συνδέονται με αυτή. Κατ’ ουσίαν, πρόκειται για το υπερσύνολο δύο βασικών οντοτήτων. Της χλωρίδας και της πανίδας, που συνθέτουν το φυσικό περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιούμαστε, αποτελώντας έναν μικρό κρίκο αν θεωρήσουμε πως αυτό αποτελεί μια αέναη αλυσίδα.

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Ο έρωτας και η αγάπη στα δημοτικά μας τραγούδια



Ο Ησίοδος, στη Θεογονία του, θεωρεί ως αρχαιότερη θεά τη Γαία και ως αρχαιότερο θεό τον Έρωτα, που είναι ο ωραιότερος απ’ όλους τους αθάνατους, λύνει τα μέλη του σώματος, λυγάει την ψυχή και των θεών και των ανθρώπων και σβήνει την περίσκεψη από τον νου τους. Και στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, που είναι το πρώτο στην ιστορία της ανθρωπότητας δοκίμιο για τον έρωτα, ο Φαίδρος υποστηρίζει ότι η ζωή των ανθρώπων δεν πρέπει να κατευθύνεται ούτε από τους συγγενικούς δεσμούς ούτε από τα πλούτη ούτε από τίποτα άλλο, αλλά από τον έρωτα. Ο Ευρυξίμαχος, με τη σειρά του, επισημαίνει ότι ο θεός Έρωτας δεν περιορίζει τη δράση του στους θεούς και τους ανθρώπους, αλλά εκτείνει τη δύναμή του σε ολόκληρο το σύμπαν.

Παίρνοντας, στη συνέχεια, τον λόγο, ο Αριστοφάνης εκθέτει τη δική του άποψη για τον έρωτα. Λέει, λοιπόν, ότι παλιά το ανθρώπινο σώμα δεν ήταν όπως αυτό που έχουμε τώρα, αλλά ήταν διπλό. Είχαμε, δηλαδή, δύο σώματα ενωμένα σε ένα. Αλλά επειδή οι άνθρωποι τόλμησαν κάποια στιγμή να τα βάλουν με τους ίδιους τους θεούς, ο Δίας αποφάσισε να τους τιμωρήσει. Έτσι, έκοψε στη μέση τα διπλά τους σώματα κι έφτιαξε από τον καθένα δυο διαφορετικούς ανθρώπους που συμπλήρωναν ο ένας τον άλλον. Μετά τη διχοτόμηση, το κάθε σώμα αναζητούσε απεγνωσμένα το άλλο του μισό. Κι όταν το έβρισκε, το σφιχταγκάλιαζε και δεν έκανε τίποτα άλλο, παρά περίμενε να ξαναενωθεί μαζί του. Καθώς τα δυο μισά δεν νοιάζονταν ούτε για φαγητό ούτε για ύπνο, το γένος των ανθρώπων κινδύνευε με αφανισμό. Ο Δίας τους λυπήθηκε και, τοποθετώντας αντικριστά τα γεννητικά τους όργανα, όρισε να ερωτεύονται και να σμίγουν για να αναπαραχθούν. Γι’ αυτό και ο έρωτας είναι η αναζήτηση του χαμένου μας μισού. Ερωτευόμαστε γιατί ποθούμε να ξαναβρούμε τη χαμένη μας ενότητα, γιατί νοσταλγούμε, δηλαδή, την παλιά μας ολοκληρωμένη φύση.

Μετά τον Αριστοφάνη, ο Αγάθωνας τονίζει ότι ο έρωτας είναι αυτός που φέρνει την ειρήνη στους ανθρώπους και στο πέλαγος την απανεμιά και τη γαλήνη. Αυτός είναι επίσης που κοιμίζει τους ανέμους και χαρίζει τον ύπνο στα θλιμμένα κορμιά. Ο έρωτας, που εξαφανίζει την αγριότητα και μας κάνει μειλίχιους, είναι το στολίδι θεών και ανθρώπων και όλοι μας πρέπει να τον ακολουθούμε πιστά και να τον δοξάζουμε σε κάθε εκδήλωση της ζωής μας. Τελευταίος παίρνει τον λόγο ο μεγάλος ανατροπέας, ο Σωκράτης. Πρώτα πρώτα, αμφισβητεί ότι ο έρωτας είναι θεός. Είναι, λέει, δαίμονας, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε θεό και σε άνθρωπο. Γονείς του είναι η Πενία και ο Πόρος. Είναι μονίμως φτωχός και κάθε άλλο παρά ωραίος όπως τον φαντάζονται οι πολλοί. Είναι απεριποίητος, ξυπόλυτος και άστεγος. Δεν κοιμάται σε κρεβάτια και στρώματα, αλλά στο δάπεδο, στο ύπαιθρο, στους δρόμους, στα κατώφλια, έχοντας ως μόνιμη σύντροφο τη στέρηση. Είναι, σαν τον πατέρα του, πανούργος παγιδευτής των ωραίων και των εκλεκτών, γενναίος και ριψοκίνδυνος, δολοπλόκος και επιτήδειος γητευτής, που ξέρει να μαγεύει πότε με βότανα και πότε με όμορφα λόγια. Πότε δεν έχει κάτι σε απόλυτο βαθμό, αλλά βρίσκεται πάντοτε στη μέση, ανάμεσα σε πράγματα αντίθετα. Δεν είναι, για παράδειγμα, ούτε διαρκώς πλούσιος ούτε διαρκώς φτωχός, αλλά πότε πλούσιος και πότε φτωχός.

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Από τη Γράμμουστα στην λεκάνη του Στρυμόνα


13ο Συμπόσιο Ιστορίας, Λαογραφίας, Βλάχικης Παραδοσιακής Μουσικής & Χορών - Ηράκλεια Σερρών
Κυριακή 9  Σεπτεμβρίου 2012

Εισηγητής: Κωνσταντίνος Αδάμ
Διευθυντής Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Καστοριάς
τ. Πρόεδρος Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων


Εκλεκτοί προσκεκλημένοι, κυρίες και κύριοι

Οφείλω ευχαριστίες στον πρόεδρο της Ομοσπονδίας μας και την οργανωτική επιτροπή για την ευγενική τους πρόσκληση, η οποία μου δίνει την ευκαιρία να αναπτύξω αυτή την εισήγηση.   
Σίγουρα πολλοί από σας αγαπητοί φίλοι,  έλκουν την καταγωγή τους, από την Γράμμουστα, η από την ευρύτερη περιοχή του Γράμμου, αυτήν την Μητρόπολη του Βλαχόφωνου Ελληνισμού. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν μαζί μία γνωριμία με τη Γράμμουστα, έχοντας σαν βοηθό τις δυνατότητες που μας παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία.

Γεωγραφικό ανάγλυφο της περιοχής Γράμμου

Η τοποθεσία του οικισμού βρίσκεται σε ύψος 1450 μ. στην κοιλάδα που σχηματίζουν οι πηγές του Αλιάκμονα ανάμεσα στις αλπικές κορυφές.
Απαρτίζεται από τα εξής βουνά από ανατολικά  προς δυτικά: 
Λιβάδι,  Στριλιβάδι, Κοτρώνι ή Πέτρα, Φονικό, Μουτσέλι, Φρίνκα, Σακούλι Σακουλίκου, Φάγκο, Γκιζντόβα, Σκίρτσα, Ντάϊα, Ροφουϊλα, Φαρμάκι, Γκούβα, Περιφέρεια.
Έχει έκταση 200 χιλιάδες στρέμματα. Υπάρχει μικρή δασική έκταση από δέντρα οξιάς μόνο στο βουνό Γκούβα. Όλα τα βουνά είναι κατάλληλα για βοσκή. 

 Το Κλίμα είναι

Αλπικό ηπειρωτικό, κρύο τον χειμώνα με πολλά χιόνια και δροσερό το καλοκαίρι. Θερμοκρασίες από 24 έως 30 βαθμούς Κελσίου.

Άνεμοι μέτριοι έως δυνατοί. Βροχές την άνοιξη και το φθινόπωρο, ξηρασία το καλοκαίρι. Χάρη στα πολλά χιόνια οι βοσκότοποι διατηρούν το χόρτο τους πράσινο καθ' όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Γι' αυτό και οι ασχολίες των κατοίκων ήταν η νομαδική κτηνοτροφία από μέσα Μαΐου έως τα μέσα Οκτωβρίου. Εκτός από μερικούς που ασχολούνταν με την βιοτεχνία μάλλινων ειδών και άλλων όπως σιδηροτεχνίτες, σαμαράδες, ράφτες, κα.

Πρώτες ιστορικές καταβολές

Ο Γράμμος είναι τόπος καταγωγής και κατοίκησης μιας σημαντικής μερίδας βλαχόφωνων Ελλήνων,  και είναι ως γνωστός μία από τις σημαντικότερες μητροπόλεις του βλαχόφωνου Ελληνισμού.
Ο οικισμός της  Γράμμουστας ήταν το κέντρο μιας αξιόλογης ομάδας βλάχικων οικισμών που φαίνεται ότι είναι η πηγή προέλευσης των σημερινών Γραμμουστιάνων.
Όπως γράφει ο Αστέριος Κουκούδης στο βιβλίο του «Οι Μητροπόλεις και η Διασπορά των Βλάχων» (κεφάλαιο ΣΤ΄ oι Βλάχοι του Γράμμου), οι Γραμμουστιάνοι είναι ένας κλάδος του βλαχόφωνου ελληνισμού που γέννησαν οι ιστορικές συνθήκες μετά το 1769 και κυρίως τον 19ο αιώνα σε στενή σχέση με την καταγωγή τους από ένα προσδιορισμένο γεωγραφικό χώρο και την καθήλωση αυτού του πληθυσμού σε μια συγκεκριμένη πολιτισμική κοινωνική και οικονομική οργάνωση στην συγκεκριμένη ορεινή περιοχή της Πίνδου.

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

«Έφυγε η χαρά των Βλάχων» - Ένα ακόμη ανιστόρητο κατασκεύασμα της ρουμανικής προπαγάνδας


Fudzi haraua di la Armân (Έφυγε η χαρά των Βλάχων) 
O gione o xinite (παλικάρι, ξενιτεμένε)
s-pri fatsa cură fântâni (στο πρόσωπο τρέχουν βρύση)
di lacriñi upărite (από δάκρυα ζεστά)
ca si au maratsîl i–n cheptlu–alor (γιατί έχουν οι ταλαίπωροι
στο στήθος τους)
un dοr té treaca nu are (ένα πόνο που δεν περνάει)
s-kirire asteapta un popor (και ο χαμός περιμένει έναν λαό)
când dulţea-l i limbă keare (όταν χάνει τη γλυκιά του γλώσσα)

Πρόκειται για ένα τραγούδι του ρουμανίζοντα Zicu Araia από τη Σαμαρίνα (1877-1948).
Όπως, εύστοχα, επισημαίνει ο Ρωμανιστής - Βαλκανολόγος κ. Αχιλλέας Λαζάρου τέτοια τραγούδια εξυπηρετούν τη ρουμάνικη προπαγάνδα και τίποτα άλλο (Λαζάρου, 1999α, σελ.. 265).

Ποτέ οι βλαχόφωνοι Έλληνες δεν ένιωσαν ότι κινδυνεύουν με αφομοίωση εάν χάσουν τη γλώσσα τους.
Το τραγούδι αυτό δεν ανήκει στη Λαϊκή μας Μούσα.... αποτελεί κατασκεύασμα και είναι ξένο προς τους βλάχους μας.
Ειδικά ο προτελευταίος στίχος ""s-kirire asteapta un popor"" (!) δείχνει καθαρά το πνεύμα και τις αντιλήψεις που διακατέχουν τον Zicu Araia μιας και η λέξη "popor" είναι άγνωστη στους Ελληνόβλαχους αλλά πολύ γνωστή στους… Ρουμάνους !!!

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805 - 1858)


Γεννήθηκε το 1805 στο Συρράκο Ιωαννίνων. Ωστόσο η τυραννία του Αλή πασά και η καταδίωξη του πατέρα του, Χριστόφορου, από τους Τούρκους ανάγκασαν την οικογένεια του να καταφύγει στο Λιβόρνο της Ιταλίας. Εκεί σπούδασε ελληνική και ιταλική φιλολογία και αργότερα νομική, την οποία όμως δεν ολοκλήρωσε καθώς με την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 εγκατέλειψε την Ιταλία και επέστρεψε στην Ελλάδα. Έλαβε μέρος σε αρκετές μάχες εναντίον των Τούρκων, ενώ πήρε επίσης μέρος στην Έξοδο του Μεσολογγίου.
Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στον Πύργο Ηλείας, όπου είχαν καταφύγει η μητέρα και η αδερφή του. Μετά το θάνατο των γονιών του, τους οποίους έχασε μέσα σε μία ημέρα, κατέφυγε στην Αθήνα. Υπηρέτησε ως αξιωματικός του οικονομικού σώματος του στρατού. Ωστόσο έλαβε μέρος σε μία συνωμοσία εναντίον τον Βαυαρών με σκοπό την παραχώρηση συντάγματος με αποτέλεσμα ο Όθωνας να αποτρέψει κάθε πιθανότητα προαγωγής του.
Από το γάμο του το 1840 απέκτησε εννιά παιδιά, από τα οποία επέζησαν μόλις τα δύο, γεγονός που τον συνέτριψε ψυχικά. Πέθανε στις 3 Σεπτεμβρίου 1858. Το 1962 τοποθετήθηκε στα Ιωάννινα προτομή του.

Ο Γεώργιος Ζαλοκώστας χαρακτηρίστηκε θερμός πατριώτης, περήφανος και αξιοπρεπής. Από πολλούς θεωρείται ο καλύτερος ποιητής της εποχής του. Κοινή παραδοχή είναι επίσης ότι η ποίηση του σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από την οικογενειακή του τραγωδία. Ενδεικτικό είναι το σχόλιο του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, που τον χαρακτηρίζει «ποιητή του πατρικού πόνου».
Η λογοτεχνική συνεισφορά του Γεώργιου Ζαλοκώστα είναι ποικιλόμορφη. Δεχόμενος επιρροές τόσο από την Αθηναϊκή όσο και από την Κερκυραϊκή Σχολή, συνέγραψε ποιήματα τόσο στην καθαρεύουσα όσο και τη δημοτική. Πολλά από τα ποιήματά του είναι πατριωτικά, σε αυτά χρησιμοποίησε κυρίως την καθαρεύουσα και άλλα πάλι λυρικά. Πολλά από τα μικρά λυρικά του ποιήματα μελοποιήθηκαν. Ενδεικτικά αναφέρεται «Το φίλημα» (Μια βοσκοπούλα αγάπησα). Άντλησε επίσης τη θεματολογία του από την τραγική οικογενειακή του κατάσταση.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Tο παλληκάρι της Μακεδονίας όπως το ανασταίνει στη φαντασία μας ένα από τα ωραιότερα κλέφτικα τραγούδια


Οι κλέφτες και οι αρματολοί ήταν η μαγιά της λευτεριάς μας
Οι κλέφτες και γενικώτερα οι ορεινοί πληθυσμοί αντικρύζοντας σε κάθε τους βήμα τον κίνδυνο ήταν επόμενο να έχουν εμπιστοσύνη μόνο στον εαυτό τους, μόνο στα όπλα τους, που σιγά σιγά πήραν την υπόσταση αχώριστου ζωντανού συντρόφου και προσωποποιήθηκαν. Αυτοί αποκαθαίρουν τον ρύπο του ραγιαδισμού και συντελούν στην ηθική αναγέννηση του ελληνικού έθνους.
Με τη στάση τους εμπνέουν γενναία αισθήματα και δείχνουν σε όλους τον δρόμο της τιμής και του καθήκοντος. Δημιουργούν τη μορφή του ηρωικού νέου, τον μύθο του παλληκαριού, που ενσαρκώνει τα αισθήματα της αντρίκειας περηφάνειας και της αδίστακτης αντιστάσεως εναντίον των κατακτητών και των συμμάχων τους.

Ιδού το παλληκάρι, ειδικά το παλληκάρι της Μακεδονίας, όπως το ζωγραφίζει ή, καλύτερα, όπως το ανασταίνει στη φαντασία μας γεμάτο κίνηση, ζωή και φως ένα από τα ωραιότερα κλέφτικα τραγούδια, ένα διαμάντι της δημοτικής μας μούσας, το οποίο μόλις πριν από λίγα χρόνια πέρασε από το στόμα γέρου Σαμαριναίου στη δημοσιότητα και έτσι σώθηκε από τον αφανισμό. 

Τρεις περδικούλες κάθουνταν απάν' από το Σμόλκα
μοιργιολογούσαν κι' έλεγαν, μοιργιολογούν και λένε
Τ' είν' τα μπαϊράκια πούρχονται απ' τη Ρωμέϊκη ράχη;
Αφήστε τους κι ας έρχωνται, ναρθούναι παραδώθε.
Σαν ζώνει ο Γιάννης το σπαθί, σαν παίρνει το ντουφέκι,
τραβάει τον ανήφορο σαν τ' άγριο περιστέρι.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Πήρε ο Απρίλης δώδεκα για το βλαχοξεκίνημα των Ελληνοβλάχων της Ακαρνανίας στα ηπειρώτικα βουνά



Του Δημήτρη Στεργίου 


Μερικές εικόνες από την καθημερινή ζωή των Ελληνοβλάχων της Ακαρνανίας, οι οποίοι αυτήν την εποχή ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν για τα βουνά, ετοιμάζονταν για να πάρουν ένα δρόμο μακρινό, τραχύ και δύσκολο. 
Κρεμούσαν όλα τα βαριά κουδούνια και κύπρια στα γκεσέμια τράγια και κριάρια...





Σταδιακή η μόνιμη εγκατάσταση στην Παλαιομάνινα 

Αναδημοσιεύω από την εφημερίδα «Παλαιομάνινα» (φύλλο 5, σελίδες 4 και 5) το επίκαιρο άρθρο του συγχωριανού μου, συμμαθητή μου και φίλου Κώστα Γ. Κουτσουμπίνα για το «Βλαχοξεκίνημα». Θα ήθελα πριν από τη δημοσίευση αυτή να προτάξω το ακόλουθο σημείωμα: 

Από διηγήσεις παλιών γερόντων του χωριού μας προκύπτει ότι μετά το 1829 οι πρόγονοί μας ζούσαν ως «σκηνίτες» στη θέση «Παλιοκούνακα» και ότι τα πρώτα σπίτια από λασποτοίχια ή πέτρα κτίσθηκαν μετά το 1840 

Από στοιχεία και πληροφορίες γερόντων του χωριού μας σε σχετικές συζητήσεις κατά το τέλος της δεκαετίας του 1950 και τις αρχές της δεκαετίας του 1960, προκύπτει ότι η μόνιμη εγκατάσταση των βλαχοποιμένων προγόνων μας ήταν σταδιακή. Σίγουρα, άρχισε μετά την ικανοποίηση σχετικού αιτήματός τους από τον τότε κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια για «να τους δοθή μια συγκεκριμένη θέσις, η οποία ονομάζεται Μάνινα και Ποδολοβίτζα, επί Θέματος Ξηρομέρου…», δηλαδή μετά το 1829, και ολοκληρώθηκε στη δεκαετία του 1880. Υπενθυμίζεται ότι η σχετική επιστολή εστάλη από τη Ναύπακτο στις 27 Σεπτεμβρίου 1829 και υπογραφόταν από τον Αθανάσιο Δημ. Κραψίτη. 

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

Ένας αρχαιοελληνικός θησαυρός κρυμμένος στον βλάχικο λόγο και στις παραδόσεις


Όμηρος
Η ταυτότητά μας καταδεικνύεται συνεχώς με αδιάσειστα εθνολογικά, γλωσσολογικά και λαογραφικά στοιχεία από τα βάθη της ελληνικής αρχαιότητας έως σήμερα !!
Κρατήστε περήφανα στις καρδιές σας, αλώβητο, αυτόν τον μοναδικό θησαυρό και παραδώστε τον στις νεότερες γενιές. Καμιά πολιτισμική ταυτότητα, που έχει περιεχόμενο της την αλήθεια, δεν κινδυνεύει. Έτσι θα αφουγκραστούμε τους παλμούς του τόπου μας ολοζώντανα και δεν θα σβήσει τίποτα στη χοάνη της παγκοσμιοποίησης και στην ενσυνείδητη προσπάθεια παράβλεψης ή και παραχάραξης της εθνικής μας ιστορίας !!!

Η πολιτιστική μας περιπλάνηση θα ξεκινήσει με ορισμένες αξιοσημείωτες, ετυμολογικές, παρατηρήσεις του κ. Δημήτρη Στεργίου αναφορικά με τους στίχους των (βλαχόφωνων) τραγουδιών και τα έθιμα, αποκαλύπτοντας τους ανεκτίμητους θησαυρούς της ελληνοβλαχικής  κληρονομιάς.  Ευελπιστούμε ότι το ταξίδι αυτό θα συνεχιστεί  και ο αναγνώστης, μέσα από την γοητεία και τον αρχαιοελληνικό πλούτο, θα μυηθεί στην μακραίωνη ιστορία του ελληνισμού με παράλληλη αναγωγή στον καθημερινό βίο των βλαχόφωνων Ελλήνων. Η συμβολή του κ. Δ. Στεργίου είναι καταλυτική και παρέχει, με επιστημονική εγκυρότητα, την δυνατότητα βαθύτερης γνώσης και κατανόησης των επιμέρους στοιχείων που συνθέτουν το πολιτισμικό ψηφιδωτό του Ελληνισμού στον χρόνο !!!

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Παραδοσιακά τραγούδια Ξηρολιβάδου (5)


Ξηρολίβαδο - Προεστοί, πεύκα 1928
Είναι γνωστό ότι τα δημοτικά μας τραγούδια, στο πέρασμα του χρόνου, έχουν υποστεί και σώζονται σε πολλές παραλλαγές. Η παραλλαγή ενός δημοτικού τραγουδιού μπορεί να προέλθει από τον καθένα που τραγουδάει το τραγούδι το αλλάζει, είτε γιατί δεν το θυμάται, είτε γιατί το προσαρ­μόζει στη δική του ψυχική ιδιοσυγκρασία. Επίσης στο ίδιο θέμα ενός τραγουδιού μπορούμε να δούμε παραλλαγές σε διαφορετικά διαμερίσματα της χώρας μας, αλλά ακόμα και σε γειτονικά χωριά, σε μαχαλάδες και σε οικογένειες του ίδιου του χωριού.

Αν και με την πάροδο του χρόνο άρχισε να επικρατεί η (σωστή) αντίληψη περί ουσιαστικής διάσωσης και διατήρησης του αυθεντικού πρωτότυπου (και εδώ η παρέμβαση του πατέρα της ελληνικής λαογραφίας Ν. Πολίτη υπήρξε πολύ σημαντική), εν τούτοις, πολλά δημοτικά τραγούδια που έχουν συλλεχθεί και περιλαμβάνονται σε χιλιάδες συλλογών και ανθολογιών, βρίσκονται σήμερα - άλλα λιγότερο και άλλα περισσότερο - σε μια παραλλαγμένη ή και εντελώς αλλοιωμένη μορφή, σε σχέση με την πρωταρχική τους έκδοση.

Ακόμα και οι Έλληνες και ξένοι μελετητές και λαογράφοι, που κατέγραψαν (19ο &20ο αιώνα) πολλά παλιά δημοτικά τραγούδια, ήταν φυσικό να τα παραποιήσουν και να τα αλλοιώσουν, εξαιτίας των υπαγορεύσεων των τότε λογίων αλλά και προσωπικών τους επιλογών.

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Βασιλαρχόντισσα (Βασίλω αρχόντισσα) Ήπειρος


Μέτσοβο
Ηπειρώτικο τραγούδι, που αναφέρεται στην αρπαγή της κόρης του Νικολάκη Αβέρωφ, Ευδοκία, σύζυγο του Σεργίου Τζοανόπουλου από τους ληστοσυμμορίτες του Σαρακατσάνου Βαγγέλη Τάκου και του Θύμιου Γάκη στις 27 Ιουλίου 1884 στο Μέτσοβο..

Η απαγωγή έγινε μετά από προτροπή του Μετσοβίτη Γεωργίου Ντάλα και του Μεσολογγίτη Φλέγκα, που εργαζόταν στο Μέτσοβο και τον οποίο είχε ραπίσει ο Νικολάκης Αβέρωφ, επειδή πέρασε από το Κουλτούκι του Μετσόβου, όπου κάθονταν μόνο οι άρχοντες.


Οι στίχοι του τραγουδιού:

Ώρε δεν είναι κρίμα κι άδικο
Βασιλαρχόντισσα;
Δεν είναι και αμαρτία να είναι η Βασί - 
να είναι η Βασίλω, η Βάσω σε ερημιά;
Ώρε να είναι η Βασίλω μ' σ' ερημιά
Βασιλαρχόντισσα;