ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ (ΙΕΠ) ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ
Η Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά παρακολουθεί με θλίψη και οργή μια πολιτική στο Υπουργείο Παιδείας έναντι της Ελληνικής γλώσσας αλλά και γενικότερα της Ελληνικής παιδείας, που θέτει πολύ μεγάλα ερωτήματα σχετικά με τους στόχους που επιδιώκονται.
Η πολιτική αυτή δεν αναφέρεται μόνο στη σημερινή κυβέρνηση. Εκδηλώθηκε απροκάλυπτα, από τα μέσα της δεκαετίας του ΄90, επί Κυβερνήσεως Κώστα Σημίτη, με το ψευδεπίγραφο σύνθημα του εκσυγχρονισμού και το νεόφερτο ιδεολόγημα της λεγόμενης πολυπολιτισμικής παιδείας. Ήταν ο αντίλαλος παρόμοιων συνθημάτων και ιδεολογημάτων, που άρχισαν να προβάλλονται και να διακηρύσσονται στο εξωτερικό, σε συνδυασμό με την πολιτική και την προπαγάνδα για την παγκοσμιοποίηση.
Η πολιτική αυτή συνεχίσθηκε, δυστυχώς, με μικρές διαφορές, και από τις επόμενες κυβερνήσεις, με άλλοθι την Ευρωπαϊκή ενοποίηση, την παγκοσμιοποίηση και τον υποτιθέμενο εκσυγχρονισμό.
Ειδικότερα, η πολιτική αυτή εκφράσθηκε:
α. με υποβάθμιση της διδασκαλίας της Ελληνικής γλώσσας, στη διαχρονική της συνέχεια, και απαράδεκτη περικοπή των Αρχαίων Ελληνικών στα προγράμματα σπουδών,
β. με επιτήδεια χρησιμοποίηση του ιδεολογήματος της πολυπολιτισμικής παιδείας, για την αμφισβήτηση και υπονόμευση της Ελληνικής παιδείας, της Ελληνικής εθνικής συνειδήσεως και της ίδιας της ιδέας του έθνους. Ορισμένοι μάλιστα υπέρμαχοι μιας αναθεωρητικής προσεγγίσεως της ιδέας του έθνους και του εθνικού κράτους, έφτασαν στο σημείο, ως συνεργάτες, σύμβουλοι και εντεταλμένοι συγγραφείς σχολικών βιβλίων του Υπουργείου Παιδείας, να αρνούνται τη διαχρονική συνέχεια του Ελληνικού έθνους και να υποστηρίξουν ότι αυτό δημιουργήθηκε δήθεν μετά την Επανάσταση του 1821,
γ. με αντιεπιστημονική, αντιπαιδαγωγική και ιδεοληπτική διδασκαλία της ιστορίας, με πρόσχημα τις νέες δήθεν παιδαγωγικές μεθόδους, την παγκοσμιοποίηση, την πολυπολιτισμική παιδεία, που παρουσιάζεται ως νέο αναμφισβήτητο δεδομένο και θέσφατο. Άμεσα θύματα μιας τέτοιας προσεγγίσεως είναι, προφανώς, η εθνική ιστορική συνέχεια, η καλλιέργεια εθνικής συνειδήσεως και η πραγματική διαχρονική ιστορία του Ελληνικού λαού.
Αντί οι μαθητές να διδάσκονται την ιστορία της χώρας τους και του λαού τους και παραλλήλως, σε αδρές γραμμές, την Ευρωπαϊκή και την παγκόσμια ιστορία, καλούνται να διαμορφώσουν, μέσα από μία επιλεκτική, ιδεολογικά αυθαίρετη, ελλιπή και σχετικιστική διδασκαλία της ιστορίας, μία ιδεοληπτική ταυτότητα, αποδομητική και αλλοτριωτική, προσαρμοσμένη στη Νέα Τάξη και στην παγκοσμιοποίηση.
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη διδασκαλία της ιστορίας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, διαπιστώνουμε μία νέα απόπειρα να επιβληθεί ένας τρόπος και ένα περιεχόμενο διδασκαλίας της ιστορίας, που υπονομεύουν καίρια την Ελληνική εθνική ιστορία, την ιδέα του έθνους και τη διαμόρφωση εθνικής συνειδήσεως από τους μαθητές. Ο στόχος αυτός συγκαλύπτεται επιτηδείως με αναφορές στις δημοκρατικές αρχές και στα ανθρωπιστικά ιδεώδη. Από πότε όμως η Ελληνική παιδεία βρίσκεται σε αντίφαση με τις αρχές και τα ιδεώδη αυτά; Η Ελλάδα είναι το λίκνο της δημοκρατίας και των ανθρωπιστικών ιδεωδών και δεν μπορούν αυτά να χρησιμοποιούνται ως σοφιστικό επιχείρημα για την αποδόμηση της Ελληνικής παιδείας και της Ελληνικής ιστορίας.


















