Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λαογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2018

Μια αρχαιο-Μακεδονική λέξη που υπήρχε στο Πισοδέρι


Το πήλινο σκεύος γουάλα
Γράφει ο Δημήτριος Μεκάσης

Διαβάζοντας το έργο του Χάμοντ, «Το Μακεδονικό Κράτος», κάπου αναφέρει τον Μαρσύα που κάνει αναφορά στη «γουάλα», που ήταν μια πήλινη κούπα, που την γέμιζαν κρασί οι αρχαίοι Μακεδόνες και με την γουάλα και το κρασί άρχιζαν τις θυσίες προς τους θεούς. Με την γουάλα γεμάτη κρασί έκαμναν σπονδές και οι βασιλείς και ο απλός λαός. Κάθε αρχαίος Μακεδόνας είχε μαζί του μια γουάλα στην εκστρατεία, επειδή πολύ συχνά έκαμναν θυσίες στους δώδεκα θεούς.
Η λέξη «γουάλα» δεν είναι άγνωστη στα μέρη μας. Υπήρχε στο λεξιλόγιο των βλαχόφωνων Μακεδόνων. Στο Πισοδέρι υπήρχε η λέξη στο παραμύθι «Τσιτσιμόντζουλ του γουάλα». Από παιδί άκουγα για το ποντικάκι του παραμυθιού το Τσιτσιμότζουλ που έπεσε μέσα στο πήλινο σκεύος την γουάλα, και όταν ρώτησα την μάνα μου, που κατάγεται από το Πισοδέρι, μου αφηγήθηκε το παραμύθι και μάλιστα είχε και ένα σκεύος γουάλα, το οποίο φωτογράφισα και δημοσιεύω. Είναι ένα μικρό πήλινο σκεύος. Έχει ύψος περίπου 20 εκατοστά και η χωρητικότητά του μικρή.
Στο Πισοδέρι, στις μεγάλες γιορτές, που κάνουν αρτοκλασία με πεντάρτο, οι Πισοδερίτισσες πήγαιναν στην εκκλησία με την γουάλα γεμάτη με κρασί, και μετά την εκκλησία βουτούσαν τον άρτο στο κρασί και τον έτρωγαν. Η γουάλα όμως μετά το 1900, αντικαταστάθηκε από καλύτερο και πολυτελέστερο σκεύος την κανάτα ή τσινιού. Οι κανάτες ήταν εισαγόμενα σκεύη και τις προμηθεύονταν από τα υαλοπωλεία. Αυτές κυκλοφορούσαν σε διάφορα σχήματα και χρώματα.
Η γουάλα, που ήταν τοπικό σκεύος, φτιαγμένο από τους αγγειοπλάστες της Φλώρινας είχαν ένα συγκεκριμένο σχήμα και χρώμα του πηλού. Όλες οι γουάλες ήταν ίδιες. Μετά το 1900 περίπου δεν τις χρησιμοποιούσαν πια στην εκκλησία. Ήταν όμως κατάλληλες για την κουζίνα και την τοποθέτηση φαγητών που περίσσευαν και κυρίως σούπες και φασόλια. 
Μια αρχαία μακεδονική λέξη, η λέξη «γουάλα», διατηρήθηκε εκεί ψηλά στην Βίγλα και στο Πισοδέρι. Ίσως και σε αυτούς αναφερόταν ο ιστορικός Ιωάννης Λυδός (6ος αιώνας μ.Χ.) που έγραφε: «Καίπερ Έλληνες...τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνήν». Μετά την ρωμαϊκή κατάκτηση οι ηττημένοι μίλησαν την γλώσσα των νικητών.

Κυριακή 16 Ιουλίου 2017

Οι ξυλογλύπτες του Μετσόβου


Του Λεωνίδα Τζέκα

Ταξιδεύοντας στο Μέτσοβο ανακαλύπτεις πάντα κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό από την πλούσια ιστορία του.
Η «Ε.τ.Δ.» επισκέφτηκε μερικά από τα εργαστήρια ξυλογλυπτικής και εκτός από το φωτογραφικό υλικό κατέγραψε και την ενδιαφέρουσα ιστορία που έχει αυτή η τέχνη. Ο κ. Βασίλης την ώρα της συνάντησής μας «σκάλιζε» ένα τέμπλο και παράλληλα μου έλεγε πώς ξεκίνησαν όλα...

«Το ξύλο είναι υλικό ζωτικής σημασίας για το Μέτσοβο αλλά και υλικό της λαϊκής ξυλοτεχνίας, μιας τέχνης με μεγάλη παράδοση - μού λέει με τη σμιλεμένη από την πείρα φωνή του ενώ το σκαρπέλο «ζωγραφίζει» πάνω στην επιφάνεια του ξύλου.
Στο Μέτσοβο η ξυλογλυπτική τέχνη ξεκίνησε από πολύ παλιά. Η μεγάλη ακμή της μετσοβίτικης λαϊκής τέχνης άρχισε μετά το 1659, με τα εξαιρετικά πολιτικά και εκκλησιαστικά προνόμια, που απέσπασε απ' την Πύλη ο Μετσοβίτης αρχιτσέλιγκας Κύργος Φλόκας και καθιστούσαν το Μέτσοβο αυτόνομη δημοκρατία. Τότε και η ξυλογλυπτική ξέφυγε απ' τη χειροτεχνία κι ανέβηκε στον χώρο της τέχνης με τα τέμπλα, τους δεσποτικούς θρόνους, τους άμβωνες, τα προσκυνητάρια, τα κουβούκλια των επιταφίων, τ' αναλόγια, τα μανουάλια, τα παγκάρια και τα τόσα άλλα «ειδίσματα» των εκκλησιών, συνεχίστηκε απ' τον 17ο αιώνα ως τα σήμερα, κι έφτασε από γενιά σε γενιά στα χέρια των σημερινών ταλιαδόρων. Οι «κομπανίες» των ταλιαδόρων του Μετσόβου έφταναν στις πιο μακρινές πόλεις, για ν' αναλάβουν τα σπουδαιότερα έργα της ξυλογλυπτικής και να μεταλαμπαδεύσουν έτσι την τέχνη τους... Απ' τα «τεφτέρια» που κρατούσαν φαίνεται πως είχαν θαυμαστή συντεχνιακή οργάνωση, ενώ απ' τα άλλα βιβλία που κουβαλούσαν συμπεραίνουμε, πως είχαν και μια εκκλησιαστική παιδεία μαζί με τη λαχτάρα στην καρδιά, σαν εκείνους τους κραδασμούς των αγιογράφων, που στον τρουβά τους υπήρχε πάντοτε κάποια «Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης», αλλά και τα «συναξάρια» των αγίων».
Πάντως όλοι δούλευαν με μεράκι και έχοντας το ίδιο πάθος για τη δουλειά, μεγάλοι ή μικρότεροι τεχνίτες, όλοι δούλευαν με το ίδιο πάθος και την ίδια λαχτάρα ομορφιάς. Υπήρχε σε κάθε συντροφιά ο αρχιμάστορας που φιλοτεχνούσε τα σχέδια, σκάλιζε τα δυσκολότερα μέρη και παρακολουθούσε τη δουλειά των άλλων».
Καθώς άκουγα τα λόγια του μάστορα σκεφτόμουν ότι το Μέτσοβο έχει πολύ μεγάλη παράδοση στην ξυλογλυπτική τέχνη και διασώζονται ονόματα περίφημων ξυλόγλυπτων, οι οποίοι ταξίδευαν σ' όλες τις ελληνοκατοικούμενες περιοχές, στα Βαλκάνια αλλά και αλλού.
Μετσοβίτες ξυλογλύπτες όπως ο Ιωάννης Τίτρας, Σεργ. Καλδάρας, Ιω. Μπαρόσιου, Γεωργ. Αθαν. Τσουρέκας, Σπυρ. Δ. Νταφίτσης, Αναστ. Ζενέλης, Τριαντ. Μπελημπάσης, Κώστα Νάκο Κατσώρας, Δημήτριος Πούλιος ή Σιαϊτάνης, Κώτσιος Πούλιος ή Σιαϊτάνης, Ζήσης Πούλιος ή Σιαϊτάνης, Κώστας Νγκιόσανος ή Ντουλμπίος, Κώστας Σιούσιανος ή Ανωτοπίτης, Νικόλαος Γκιώνης, Γιάννης Γκιώνης, Χρήστος Γκιώνης, Γιώργης Γκιώνης είναι τα λίγα ονόματα από τα πολλά μαστόρια της περιοχής που δούλεψαν και δίδαξαν την τέχνη στους άλλους.

Τετάρτη 5 Απριλίου 2017

Ο ''Τσιάτσιος'' του Δεκαπενταύγουστου


''Τσιάτσιος'', Σαμαρίνα Γρεβενών
Το πανηγύρι της γιορτής της Παναγίας, το δεκαπενταύγουστο, συγκεντρώνει τους Σαμαριναίους από τα πιό μακρινά μέρη. Η ίδια βέβαια κινητοποίηση παρατηρείται και στα άλλα Βλαχοχώρια για το μεγάλο πανηγύρι της γενέτειρας. Τα κίνητρα είναι πολλά: βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, προσήλωση στα πατροπαράδοτα, κοινωνικές και οικογενειακές υποχρεώσεις, νοσταλγίες και καημοί, χάρες και υγιεινό κλίμα του ορεινού χωριού κ.α.
Η θρησκευτική γιορτή διαποικίλλεται με έθιμα γραφικά και πολλαπλά ενδιαφέροντα. Ιδιαίτερη δέ σημασία έχει ο χορός, που στήνεται στην αυλή της Μεγάλης Παναγίας, ο πασίγνωστος ''Τσιάτσιος'', ο χορός του χωριού, όπως, λεγόταν άλλοτε στα περισσότερα Βλαχοχώρια (coru di hoara).

Στον χορό πιάνονται εντόπιοι και επισκέπτες με ιεραρχική τάξη, γέροι, άνδρες έγγαμοι, άγαμοι, νέοι και παιδιά, χωριστά δέ και με την ίδια διακριτική διάταξη το γυναικείο φύλο, με εξαίρεση ίσως τις ανύπανδρες, ειδικά στη Σαμαρίνα. Σχηματίζονται δυό ή περισσότεροι κύκλοι ανοικτοί. Όταν τα Βλαχοχώρια είχαν πολλούς κατοίκους και ο χώρος εκτεταμένος, οι κύκλοι ήσαν επάλληλοι ή ελικοειδείς.
Ο χορός έχει τον εξάρχοντα, την ''κεφαλή'', και την ''ουρά'' (capu si coada di coru), χορεύεται δέ με την συνοδεία τραγουδιού, το οποίο είναι ηρωϊκό και αναφέρεται στη ζωή, στις περιπέτειες, πράξεις ή κατορθώματα τοπικού ήρωα, γνωστού παλληκαριού. Οργανοπαίχτες δεν υπάρχουν.
Ο χορός ανοίγει με την έναρξη του τραγουδιού. Το σημείο τούτο θυμίζει τον αρχαίο χορό με τον διθύραμβο, που ήταν θρησκευτικό τραγούδι με θέμα τη ζωή του θεού Διονύσου, όπως άλλως τε συνέβαινε και με άλλους θεούς, Απόλλωνα, Άρτεμι ή ημιθέους, ήρωες. Από το τραγούδι, που παρέμεινε για επικλήσεις, οδυρμούς κ.λπ., εξελίχθηκε αργότερα ο διάλογος.
Στον διθύραμβο ένα πρόσωπο από το χορό ανάγγελε στο κοινό το θέμα του ύμνου και ανάμεσα στις στροφές απευθυνόταν στους λοιπούς χορευτές παίρνοντας ξεχωριστή θέση. Φαίνεται ότι η εμβρυώδης αυτή κατάσταση της διαλογικής μορφής επιβιώνει ανέλικτη στον χορό του Βλαχοχωριού.

Σάββατο 11 Μαρτίου 2017

Μέτσοβο: με δύναμη από τα ψηλά


~ Φωτο: Το Μέτσοβο, χτισμένο στις βόρειες πλαγιές της Πίνδου, είναι συχνά χιονισμένο. (Φωτογραφία: Τζούλια Κλήμη)

Ζεστοί, φιλόξενοι άνθρωποι οι Μετσοβίτες. Λεβέντες, υπερήφανοι. Με την αγάπη για τον τόπο τους ξεπερνούσαν πάντα τις δυσκολίες και με τη γενναιοδωρία των ευεργετών τους διατήρησαν τον πολιτισμό και τον φυσικό πλούτο τους. Σήμερα, δημιουργούν ένα πρότυπο μοντέλο ανάπτυξης για τον οινοτουρισμό και τις διακοπές πολιτιστικών εμπειριών.

Είχα πολλά χρόνια να επισκεφτώ το Μέτσοβο των παιδικών και εφηβικών μου χρόνων και για άλλη μία φορά δεν διέψευσε τις προσδοκίες μου. Ξετρελάθηκα με τη ζεστασιά των ανθρώπων, που κάθονται ακόμα στα μπάσια γύρω από την ξυλόσομπα, από το χιονισμένο τοπίο, τα εκπληκτικά κρασιά που δοκιμάσαμε στο οινοποιείο Κατώγι Αβέρωφ, τη λεβεντιά των γηραιότερων που φορούν τη φουστανέλα στην κυριακάτικη λειτουργία, την κατάνυξη που ένιωσα στο φωτισμένο με κεριά Μοναστήρι της Παναγίας, τις πεντανόστιμες πίτες, τις μετσοβίτικες φορεσιές που φτιάχνονται ακόμα, τη φιλοξενία, τους θησαυρούς του Λαογραφικού Μουσείου που διηγούνται την ιστορία του τόπου, τα μετσοβίτικα υφαντά, τη γεμάτη γεύση του «Rossiu di munte Γινιέτς» αλλά και του μετσοβόνε.

Η αγάπη και η προσφορά στον τόπο

Πώς να μην αγαπήσεις αυτό το χωριό, που βρίσκεται χτισμένο στις πλαγιές της Πίνδου, από το βουνό της Περιστέρας έως τη Φλέγγα και το πέρασμα της Κατάρας. Μέσα στο χιονισμένο τοπίο, που εδώ δεν είναι «γεγονός» αλλά καθημερινότητα, κατηφορίζω προσεκτικά τον κεντρικό δρόμο και μπαίνω στο μαγαζί του Ευάγγελου Μπαλαμπέκου, ο οποίος φτιάχνει παραδοσιακές φορεσιές. Στον τοίχο του μαγαζιού βρίσκονται μερικά μοναδικά χειροποίητα κομμάτια, μια φέρμελη (το γιλέκο του φουστανελά που τώρα φορούν οι τσολιάδες της προεδρικής φρουράς), δίπλα της ένα μαύρο γιλέκο με γαϊτάνια, ένα γυναικείο σιγκούνι (εντυπωσιακό πανωφόρι χωρίς μανίκια) από το Ζαγόρι και ένα άλλο από τους Καλαρρύτες. Το πιο όμορφο όμως είναι ένα γιλέκο με ολόχρυσο κέντημα, μουσειακό κομμάτι, όπως μου λέει ο παλιός ράφτης. Απολαμβάνοντας τον καφέ που μου πρόσφερε, τον ρώτησα γιατί είναι δύσκολη σήμερα η συνέχεια αυτής της τέχνης στο Μέτσοβο. «Κατ’ αρχάς, η τέχνη μαθαίνεται από 12 μέχρι 16 χρόνων. Μετά, είναι αργά. Εγώ 12 χρόνων μαθήτευα 10 και 12 ώρες την ημέρα. Οταν πάει κάποιος να μαθητεύσει, δεν υπάρχει δυνατότητα να πληρώνεται. Σήμερα όλοι θέλουν να πληρώνονται».

Πιο κάτω συναντώ τον φούρνο του Τσίμπα, στον μεγάλο μαρμάρινο πάγκο είναι αραδιασμένα όλα τα τοπικά καλούδια και δεν ξέρω τι να πρωτοδιαλέξω: λαδόψωμο, μπατζίνα (ή ζυμαρόπιτα), τυρόπιτα, μανιταρόπιτα. Ο νεαρός Δημήτρης παλεύει από το ξημέρωμα να προσφέρει το καλύτερο. 

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2017

Κοσμοσυρροή στην εκδήλωση για την κοπή πίτας των Βλάχων


Χιλιάδες Βλάχοι, όλων των ηλικιών, γέμισαν ασφυκτικά το Βελλίδειο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλονίκης με αφορμή την κοπή της βασιλόπιτας της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων.

Μάλιστα, η προσέλευση του κόσμου, όπως και πέρυσι, ήταν τόσο μεγάλη που χρειάστηκε να ανοίξουν όλες οι αίθουσες του Συνεδριακού Κέντρου.

Στην εκδήλωση παρουσιάστηκαν χοροί από βλάχικους συλλόγους από όλη την Ελλάδα ενώ ακολούθησε μεγάλο βλάχικο γλέντι.

~ Δείτε φωτογραφίες και βίντεο:


Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Михаил Комбоянов извади кръста за втора поредна година - Για δεύτερη συνεχή χρονιά ο Mihail Komboyanov έπιασε τον Σταυρό των Θεοφανείων στην Πέστερα


Μετά το βουλγαρικό κείμενο, 
ακολουθεί το ελληνικό

Мишо извади кръста за втора поредна година

Пещера
За втора, поредна година Михаил Комбoянов улови кръста в ледените води на езерото в Пещера, предаде репортер на Пещераинфо. 

Общо четирима младежи се записаха в църквата "Св. Димитър" за да спазят мерките предприети за спокойното протичане на ритуала на Богоявление. Пещерските свещеници отслужиха Божествена литургия за здраве и благочестие на миряните. Към вече оповестените от Пещераинфо имена на нашите съграждани Венцислав Лилов и Михаил Комбoянов.се включи и Тодор Добрев.Пещерци си пожелаха здраве и берекет през новата година. И нарекоха както е крепко времето днес, така да е крепка и плодородна 2017 година. peshterainfo.com

O Mίσιο έπιασε τον σταυρό για δεύτερη συνεχή χρονιά

Πέστερα
Ο Mihail Komboyanov, βλαχόπουλο από τον κλάδο της Γραμμουστιάνικης οικογένειας Κομπογιάννη της διασποράς, για δεύτερη συνεχή χρονιά έπιασε τον Σταυρό στα παγωμένα νερά της λίμνης στην τελετή των Θεοφανείων της Πέστερας στη νότια Βουλγαρία!

Εγγράφηκαν συνολικά τέσσερις νεαροί στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου ώστε να τηρηθούν τα μέτρα που λαμβάνονται για την ομαλή διεξαγωγή της τελετής των Θεοφανείων. Βούτηξαν για τον Σταυρό οι: Ventsislav Lilov, Mihail Komboyanov και Todor Dobrev.
Οι πιστοί που συγκεντρώθηκαν για να παρακολουθήσουν την τελετή της κατάδυσης του Τιμίου Σταυρού και του Αγιασμού των Υδάτων με τους ιερείς της Πέστερας, ευχήθηκαν υγεία και ευημερία και σχολίασαν ότι τα ισχυρά καιρικά φαινόμενα που επικρατούν σήμερα αποτελούν προμήνυμα, όπως συνηθίζεται να λέγεται, ώστε να είναι δυνατό και γόνιμο το 2017!

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

Ένας απαξιωμένος Μεγάλος


Η ιστορία είναι φειδωλή στη χορήγηση του τίτλου του μεγάλου. Βέβαια ο όρος ιστορία είναι αρκετά θολός και ασαφής, καθώς βαρειά έχει επιπέσει επάνω του η φιλοσοφία με συνέπεια να ερμηνεύονται ιδεολογικά τόσο τα συμβάντα, όσο και τα κίνητρα των πρωταγωνιστών σ’ αυτά. 
Μέγας εκλήθη ο άγιος Βασίλειος, επίσκοπος Καισαρείας. Από την εκκλησιαστική ιστορία θα αντιτείνει κάποιος. Ορθή η επισήμανση. Στο παρόν άρθρο θα επιχειρήσουμε να δείξουμε ότι ο φωστήρας αυτός της Εκκλησίας αξίζει τον τίτλο του μεγάλου και στα πλαίσια της γενικής ιστορίας. Προς τούτο καλό είναι να αναζητήσουμε κριτήρια αντικειμενικά του μεγάλου, γενικώς αποδεκτά, ώστε να μην είναι εύκολη η αμφισβήτησή τους από συνανθρώπους μας με προσανατολισμούς διαφορετικούς από αυτόν του κρινομένου.
Αν λάβουμε υπ’ όψη ότι τον τίτλο μέγας έλαβαν τρεις στρατηλάτες, οι Αλέξανδρος, βασιλιάς της Μακεδονίας, Κωνσταντίνος, αυτοκράτωρ της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και Ναπολέων, ο Γάλλος αυτοκράτωρ, πιθανόν να οδηγηθούμε στο συμπέρασμα, εσφαλμένο οπωσδήποτε, ότι ο τίτλος αρμόζει σε επιφανείς στρατιωτικούς. Ξανατονίζουμε ότι η ιστορική αυτή τιμή δεν είναι αναγνωρισμένη από το σύνολο των ερευνητών ούτε και θα υπάρχει ποτέ ομόφωνη αναγνώριση.
Μήπως πρέπει να αναζητήσουμε αντικειμενικά κριτήρια στο χώρο της γνώσης, της μόρφωσης; Το κριτήριο αυτό είναι ισχυρό στη δυτική σκέψη, αν και ούτε φιλόσοφος ούτε επιστήμονας έλαβε αυτόν τον τίτλο. Γι’ αυτό θα επιμείνουμε στην ανάλυσή μας. Η γνώση, φιλοσοφική ή φυσική, αποτελεί στο δυτικό στερέωμα αξία καθ’ εαυτή. Ο άγιος Βασίλειος υπήρξε από τους πλέον μορφωμένους ανθρώπους της εποχής του. Ακολούθησε λαμπρές σπουδές, πέρα από την Καισάρεια, το πλέον φημισμένο κέντρο στη Μικρά Ασία, τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και στην Αθήνα, που παρέμενε το πλέον σημαντικό κέντρο γραμμάτων. Κατά μαρτυρίες συγχρόνων του διέπρεψε στις σπουδές του και αναγνωρίστηκε τόσο από συσπουδαστές του, όσο και από δασκάλους του. Είναι αυτό αρκετό, ώστε να του απονεμηθεί ο τίτλος του μεγάλου; Ασφαλώς όχι. Πρέπει να αναζητήσουμε και άλλα κριτήρια. 
Στη Δύση δεν συσχετίζονται οι γνώσεις με την βιοτή του φιλοσόφου, του ιδεολόγου ή του επιστήμονα. Μάλιστα καθώς κατά την λεγόμενη Αναγέννηση αυτή επανήλθε στον αρχαίο ιδεαλισμό, αρέσκεται στα ωραία λόγια των διανοουμένων και αδιαφορεί για το αν αυτά γίνονται και πράξη. Ακόμη, στο μέτρο που σχετικοποιείται η αξία σημαντικών ηθικών αρχών, τις οποίες προβάλλει ο ευαγγελικός λόγος, οι διανοητές οι υπέρμαχοι της ελευθεριότητας βρίσκουν ολοένα και περισσότερους οπαδούς, πρόθυμους να τραφούν με ωραία λόγια, τα οποία δεν έχουν συνέπειες στον προσωπικό τους βίο. Ο Νίτσε, ειλικρινής στις παρακρούσεις του, έφθασε να χαρακτηρίσει την ηθική ως το τελευταίο πρόσωπο του Θεού, το οποίο έπρεπε να αφανιστεί! Τέλος κατά τον 20ο αιώνα ευρέως διαδόθηκε η άποψη ότι οι επιστήμονες κατά την εργαστηριακή τους έρευνα δεν υπόκεινται σε δεσμεύσεις ηθικής φύσεως! Έτσι, ενώ η Δύση καυχάται για την «επανανακάλυψη» του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, αγνοεί το του Πλάτωνος: «Επιστήμη χωριζομένη αρετής πανουργία και ου σοφία φαίνεται». 

Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

Αναζητώντας το νόημα των Χριστουγέννων


Τα Χριστούγεννα έχουν καταντήσει στις δυτικές κοινωνίες γιορτή προετοιμασίας και μόνο. Αγνοούν γιατί προετοιμάζονται και τί εορτάζουν. Η εμπορευματοποίηση της γιορτής στα πλαίσια της καταναλωτικής κοινωνίας φαίνεται να έχει επιφέρει το τελειωτικό κτύπημα στη γιορτή προς μεγάλη τέρψη όλων εκείνων που επείγονται να περάσει ο πλανήτης μας στη μεταχριστιανική εποχή. Βέβαια κάποια στοιχεία της ακόμη μαρτυρούν την προέλευσή της. Οι δήμοι εγκαθιστούν στις πλατείες φάτνες και οι γονείς οδηγούν εκεί τα παιδιά τους να δουν τον «Χριστούλη», τον μικρό, τον ανήμπορο, τον ξεπερασμένο. Τα παιδιά θα ακούσουν και θα δουν τους μάγους, τους βοσκούς και κάποια ζώα, τα οποία ζωντανά θα αργήσουν πολύ να αντικρίσουν, καθώς οι δυτικές κοινωνίες αποκόπτονται με γοργότατο ρυθμό από τη φύση! Όμως όλα τα σχετικά με τη γέννηση του Χριστού φαντάζουν ανούσια και καχεκτικά μπροστά στον ευτραφή γέρο, ο οποίος έχει επιβληθεί με την παρουσία του και κυριαρχεί όχι μόνο κατά το εορταστικό δωδεκαήμερο αλλά και πολλές ημέρες πριν από αυτό. Και το άκρως θλιβερό είναι ότι οι ανερμάτιστοι Νεοέλληνες κατά την άκριτη εισαγωγή του στα δρώμενα της περιόδου του έδωσαν το όνομα του αγίου Βασιλείου, του κάτισχνου από την άσκηση και τον κόπο στην υπηρεσία των πασχόντων συνανθρώπων του! Το εκκλησιαστικό σώμα με ολοένα και πιο ξεψυχισμένη φωνή επιχειρεί να προβάλει το βαθύτερο νόημα της ενανθρωπίσεως του Σωτήρος. Δεν πετυχαίνει και πολλά πράγματα. Ο ευτραφής γέρος, το σύμβολο της ευμάρειας φαίνεται να αναδεικνύεται νικητής! Νικητής στις χώρες, τις οποίες επισκέπτεται ξεκινώντας από τον χιονισμένο Βορρά. Γιατί ποτέ δεν φθάνει εκεί που τα παιδάκια δεν περιμένουν παιχνίδια, τα οποία θα καταστρέψουν στο πρώτο εικοσιτετράωρο ή θα τα πετάξουν σε κάποια γωνιά μετά από ολιγόωρο παιχνίδι μαζί τους. Τα παιδιά του λεγόμενου Τρίτου κόσμου τον περιμένουν να τους δώσει λίγο φαγητό. Αλλά αυτός δεν έχει για όλους. Είναι πλασμένος από τους εύπορους για τους εύπορους. Δεν του επιτρέπουν να διαθέσει και στα παιδιά των αποκλήρων. Του τα αρπάζουν για να έχουν περίσσια τα δικά τους παιδιά, να «γιορτάζουν» τα «Χριστούγεννα» με όση γίνεται μεγαλύτερη λαμπρότητα!

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2016

Ο παπά Κλήμης Πάτσιο από την Γκραμπόβα


Γράμποβο
Βλάχος στην καταγωγή υπηρέτησε ως ιερεύς στα βλαχοχώρια στον νομό του Πόγραδετς. Επέζησε του διωγμού και εκοιμήθη περίπου 85 χρόνων το έτος 1997. Ανακαλύψαμε ότι υπήρχε μόλις το 1997, τρεις μήνες προ της κοιμήσεως του. Η κατάστασις η γνωστή που επικρατούσε στην Αλβανία δεν επέτρεψε να φθάσωμε ως το χωριό όπου έμενε για να πάρωμε την πολύτιμη ορθόδοξο μαρτυρία να την διαδώσουμε για το μέλλον. 
Όταν φτάσαμε στο Πόγραδετς μας πληροφόρησαν ότι εκοιμήθη. Δεν είναι δυνατόν να φθάσουμε στο χωριό του για να μάθουμε λεπτομέρειες από τους γνωστούς και τους συγγενείς του γιατί δεν υπάρχει αμαξιτός δρόμος. Υπήρχε ένας υποτυπώδης χωματόδρομος μέχρι ενός σημείου, μετά έπρεπε πεζή να φθάση κανείς στο χωριό του παπά-Κλήμη, όπως με πληροφόρησαν. Οι μόνες πληροφορίες σκιαγραφούν τον πατέρα Κλήμη ως ένα ταπεινό λευϊτη που εργάστηκε με ζήλο στο καθήκον του ως ιερεύς. Μετά το 1967 που απαγορεύθηκε η θρησκεία πικραμένος αποσχηματίσθηκε και δούλευε εργάτης σε κολχόζ. Μετά την πτώσι του καθεστώτος επανήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου της Αλβανίας έως ότου εκοιμήθη εν Κυρίω.

2α Συνέντευξις (3-5-2001) για τον παπά-Κλήμη Πάτσιο από 
το χωριό Γράμποβο Πόγραδετς

Ευρισκόμενος την 3-5-2001 στην Εγκληματολογική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, όπου οι αλλοδαποί έδιναν αποτυπώματα, απρόοπτα γνώρισα την κ. Μαρία Λεωνίδα Νίτσο, Βλάχα από το χωριό Μπομποστίτσα Κορυτσάς. Ευλαβής κυρία η οποία μου τράβηξε την προσοχή από τα φερσίματα της απέναντι στον ιερέα.
Διεπίστωσα ότι ήταν η εγγονή του παπά-Κλήμη Πάτσιο, Έλληνα Βλάχου, τον οποίον δεν μπόρεσα να συναντήσω και γι' αυτό και περιορίστηκα στα όσα γράφω παραπάνω. 
Άρχισα να την ρωτώ για τον παππού της (από την μητέρα της), τον παπά-Κλήμη Πάτσιο για να μπορέσω να μάθω πιο πολλά έτσι που να σκιαγραφήσω την προσωπικότητα του. 
- Μου είχε πολλή αγάπη και εκείνος μου έμαθε το ''Πάτερ ημών...'', το ''Άγιος ο Θεός...'' να το λέγω τρεις φορές. Όταν πηγαίναμε στο σπίτι του ή ερχόταν εκείνος στην Μπομποστίτσα ποτέ δεν αρχίζαμε να τρώμε άμα δεν κάναμε ''Σταυρό'' και δεν ''Σταύρωνε'' και εκείνος το φαγητό. Το ίδιο και όταν τελειώναμε. Δεν φοβόταν καθόλου. Μας έλεγε για τον άνθρωπο που θα αναστηθή. Μας έλεγε για τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Γεώργιο, τον Άγιο Δημήτριο, την Αγία Παρασκευή.
- Αλήθεια, Μαρία, πότε σας τα έλεγε αυτά;
- Εγώ πιο πολύ από το 1980 και μετά που μεγάλωσα μου εμπιστευόταν πιο πολλά. Μας μιλούσε στα βλάχικα. Στο σπίτι μιλούσαμε βλάχικα, η γιαγιά μου δεν ξέρει αλβανικά. Και σήμερα ακόμη στα βλάχικα μας μιλάει.
- Α! ζει η γιαγιά σου;
- Ναι, ναι. Είναι εδώ στην μικρότερη θεία μου, στη Θεσσαλονίκη. 
- Στη Θεσσαλονίκη; Που μένει; Μπορεί να μας ειπή για τον παππού σου; Η θεία σου που μένει; Έζησε καλά τον παππού σου; μπορεί να μας ειπή; 
- Ω! ναι. Τι λέτε. Η γιαγιά είναι καλά και θα μας ειπή πολλά, αλλά και η θεία μου είναι πιστή. Κάθε Κυριακή ζυμώνει ''λειτουργιά'' και την πάει στην εκκλησία εκεί στο Επταπύργιο που μένουν.
Λοιπόν, το απόγευμα ραντεβού στις 7 μ.μ. Μόλις τελειώσω το μάθημα στο σχολείο θά 'ρθω να πηγαίνουμε μαζί ή με τον Λεωνίδα που θα έχη σχολάση από την δουλειά. 
- Σίγουρα θα πάμε; μην τυχόν και με ξεγελάσετε;
- Πάτερ Λευτέρη, εγώ σε είδα και έτρεξα, σου φίλησα το χέρι και δεν μπορείς να ξέρης πόσο χάρηκα. Ο παππούς μου ήταν σαν εσένα. Με πήγαινε στην εκκλησία που την είχαν αυτοί του κόμματος κλεισμένη και έβλεπα τον Άγιο Ονούφρη, τον Άι Κωνσταντίνο, την Αγιομαρίνα... και μας έβαζε και φιλούσαμε την πόρτα, τον τοίχο και φεύγαμε. Η γιαγιά μας έμαθε να κρατάμε Τετάρτη και Παρασκευή... Τι λέτε; εγώ να γελάσω παπά; Όχι... όχι... αν δεν έρθη ο Λεωνίδας θα πάμε μαζί. Έχω και αδελφή εδώ και ο άντρας της ο Γιώργος είναι Βλάχος από την Σίπσκα, κοντά στην Μοσχόπολι. 

Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2016

Η Μοσχόπολη της Δασσαρητίας - Βασιλείου Κυράνη


Από το οπισθόφυλλο του Τόμου Α':
Β. Κυράνη, Ελληνο - Ηπειρωτικά
Μία από τας σπουδαιοτέρας πόλεις της Ηπείρου, κατά την διάρκειαν της τουρκοκρατίας, υπήρξεν η Μοσχόπολις της Δασσαρητίας. Η Μοσχόπολις ή Βοσκόπολις, κείται εις απόστασιν 24 χλμ., ΒΔ της Κορυτσάς. Κατά τας μαρτυρίας των διαφόρων συγγραφέων, η Μοσχόπολις συνωκίσθη περί τω 1330 μ.χ. Η πόλις αυτή της ΒΑ Ηπείρου ολίγον κατ' ολίγον αυξηθείσα και δυναμωθείσα κατέστη περίβλεπτος πατρίς των ενδοξοτέρων ανδρών του πνεύματος και του εμπορίου. Από τας αρχάς της ΙΗ' εκατονταετηρίδος οι κάτοικοι της Μοσχοπόλεως, πρώτοι μεταξύ των Ελλήνων, είδον επιλάμψαντα από του γραφικού αυτής ορίζοντος την ηώ (αυγήν) των φώτων.

Οι Μοσχοπολίται υπήρξαν οι μάλλον φιλόπονοι και ρηξικέλευθοι (φιλοπρόοδοι) εξ όλων των Ελλήνων της περιόδου εκείνης. Ανήγειρον πολυτελείς οικίας, μεγαλοπρεπείς ναούς, διάφορα κοινωφελή ιδρύματα και κατασκεύασαν ευρείας και λαμπράς αγοράς, πολλάς και ωραίας πολυκρούνους κρήνας, ως και εργοστάσια ταπήτων και εριούχων (τσόχας), τα οποία απησχόλουν μέγαν αριθμόν εργατών. Οι Μοσχοπολίται υπήρξαν άριστοι οπλοποιοί, χαλκείς, μαχαιροποιοί, σμηγματοποιοί (σαπωνοποιοί), υφανταί, κ.ο.κ. Τα εντόπια προϊόντα εξήγοντο εις τα κυριώτερα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης και ηύξανον τα εισοδήματα της Μοσχοπόλεως. Απειράριθμοι αγορασταί επλήρουν τας πλουσίας αγοράς της Μοσχοπόλεως εξ' όλων των μερών της Ηπείρου και της Μακεδονίας. Τοιαύτη και τοσαύτη κίνησις εδημιουργήθη εις την Μοσχόπολιν, ώστε πανταχόθεν της Ελλάδος συνέρρεον δι' εμπορικάς και εκπαιδευτικάς υποθέσεις. Υπολογίζεται δε ότι, κατά την ακμήν της Μοσχοπόλεως, ο αριθμός των κατοίκων της πόλεως ταύτης της Ηπείρου ανήλθεν εις τας εξήκοντα χιλιάδας ψυχών. Διά τοσούτων πλεονεκτημάτων κεκοσμημένη η Μοσχόπολις, εμφανίζεται ανυπέρβλητος, ως αξιοθαύμαστον μνημείον της Ηπείρου και πάσης της τουρκοκρατούμενης Ελλάδος. Διά τα έξοχα δε αυτής προτερήματα, και διά την σπουδαιότητα των κατ' αυτήν διαλαμψάντων λογίων ανδρών, η πόλις αύτη της Δασσαρητίας εγένετο αντικείμενον θαυμασμού του πανελληνίου και εν γένει πάντων των λογίων της τότε πεπολιτισμένης Ευρώπης.
Ούτως εχόντων των πραγμάτων, τω καιρώ εκείνω, η της Μοσχοπόλεως κατάστασις ήτο πολλώ της των άλλων Ελληνικών πόλεων καλλιτέρα και σχετικώς επίζηλος. Την φήμην ταύτην απέκτησεν η Μοσχόπολις υπέρ πάσας τας Ελληνικάς πόλεις ιδίως μετά την ίδρυσιν του Ελληνικού Τυπογραφείου, τω 1731, το οποίον υπήρξε δεύτερον μετά εκείνου της Κωνσταντινουπόλεως. Έκτοτε τοσούτον εξυψούτο η Μοσχόπολις, ώστε συντόμως ιδρύθη και Ελληνικόν Φροντιστήριον, το οποίον συν τω χρόνω απέβη μέγα φυτώριον του Ελληνισμού. Η σχολή αύτη βραδύτερον τελειοποιηθείσα μετωνομάσθη, τω 1744, Νέα Ακαδημία στεγαζομένη εις μεγαλοπρεπέστατον κτίριον με αξιόλογον βιβλιοθήκην, ένθα συνεκεντρούντο όλα τα μέχρι τότε υπάρχοντα συγγράμματα. Η σχολή αύτη της Μοσχοπόλεως μετωνομάσθη εις Νέαν Ακαδημίαν, διότι τα εν αυτή διδασκόμενα Ελληνικά, Φιλοσοφικά και Θεολογικά μαθήματα έφερον χαρακτήρα ακαδημαϊκόν.
Τοιαύτην πνευματικήν και φιλανθρωπικήν άνοδον εσημείωσαν οι Ηπειρώται ούτοι της Δασσαρητίας, ώστε τω 1750 ίδρυσαν και πτωχοκομείον εν Μοσχοπόλει. ''Η Μοσχόπολις, αναφέρει ο Κούμας, ενόσω ήκμαζεν, ημιλλάτο να γείνη έξαρχος του φωτισμού των Ελλήνων με τα κοινωφελή έργα της. Προ εκατόν περίπου ενιαυτών δεν διετήρει μόνον δύω σχολεία Ελληνικά, αλλά μετέφερεν από την Ευρώπην και τυπογραφείον, διά του οποίου εξέδιδε τα αναγκαία εις μάθησιν βιβλία''. 

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2016

Ο φτερωτός Αχελώος στα υφαντά των Αρμάνων-Βλάχων


~ Φωτο: Δωδεκάφτερος Αχελώος. Τέχνη μετσοβίτικη. Οικογ. Αναστασίου και Ιφιγένειας Γκαγκανιάρα (Ξηρολίβαδο).

Πέρα από τα υφαντά του χωριού μας και των Βλάχων της περιοχής μας, θα πάμε επιλεκτικά και στο κέντρο της βλάχικης κουλτούρας, όπως χαρακτήρισε ο Nicolas Hammond, το Μέτσοβο (la Aminciu). Εδώ η βλάχικη υφαντική τέχνη συνεχίζει να επιβιώνει στον παραδοσιακό στολισμό του σπιτιού, καθώς αναπαράγεται και για να καλύψει επιπλέον τη ζήτηση υφαντών από τους εκεί επισκέπτες.

Και πώς, αλήθεια, ν' αφήσεις απ' έξω τον δρακοντόμορφο Αχελώο του Μετσόβου, όταν στον μακρινό Ακράγαντα (Agrigento) της Ν. Σικελίας τον αντίκρισα με τη μορφή Σειλινού, όπου η πινακίδα έγραφε: il dio-fiume Acheloos (ο Θεός - ποταμός Αχελώος). Ο προβατοτρόφος δωρικός Ακράγας, που με τα πορφυρά μάλλινα υφαντά έτρεφε 150000 κατοίκους...

Φτερωτός Αχελώος

Γεωλογική ραχοκοκαλιά της Ελλάδας η Πίνδος, που σαν μεδούλι την διατρέχει ο Αχελώος, ο αλλιώς Ασπροπόταμος και βλαχιστί Albulu. Η μυθολογία και η αρχαία τέχνη τον παριστάνει ως φιδόμορφο δράκοντα, ενώ σε υφαντά του Μετσόβου παριστάνεται ως φτερωτό φίδι σε σχήμα ρόμβου (γεωμετρική τέχνη του αργαλειού) με δώδεκα φτερά. Γι' αυτό και οι Μετσοβίτισσες το λένε Arpili alu Asprupotamu (τα φτερά του Ασπροπόταμου).

Ο Αχελώος δεν ήταν απλά ο πιο μεγάλος ποταμός της αρχαίας μητροπολιτικής Ελλάδας, αλλά ήταν συμβολικά και άλλα πολλά... Η αρχαία φυσιολατρεία τον πρόβαλε ως θεό - ποταμό, που στο βάθος του συμβολισμού κρύβεται πίσω από τον Διόνυσο, τον θεό της βλάστησης, για να προσωποποιήσει την έννοια ''ρόγος'', δηλ. την ικμάδα, την υγρασία που ευνοεί την ανάπτυξη των σπαρτών και των φυτών γενικότερα.

Ο Αχελώος είναι διιπετής, δηλ. κατεβαίνει από τον Δία- ουρανό, κατά τον Όμηρο.
Παρόμοια από τον ουρανό ''πηγάζουν'' -μεταφορικά πάντα- μεγάλοι ποταμοί, όπως ο Νείλος, ο Βραχμαπούτρα και άλλοι, σύμφωνα με τη μυθολογία της Αιγύπτου, των Ινδιών και άλλων χωρών. Και καθώς τα επάνω (=ουράνια) συνδέονται με τα κάτω (=γήινα), μέσα από την αρχή της αναλογίας, ο φτερωτός Αχελώος στο μετσοβίτικο υφαντό με τις 12 φτερούγες βρίσκεται στο ρόλο του ''ουράνιου ποταμού'', του Σείριου, με τον οποίο ταυτιζόταν ο Νείλος, ενώ με το Νείλο αντιπαραβαλλόταν συχνά ο Αχελώος.
Γι' αυτό κατά την άποψη μου, οι 12 ''φτερούγες'' του αντιπροσώπευαν αρχικά τους 12 αστερισμούς του ζωδιακού κύκλου, όπου τον ρόλο του επικεφαλής, ως 13ος, είχε αναλάβει πιθανόν ο Αχελώος - Σείριος.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Αλβανοί, Αρβανίτες - Βορειοηπειρώτες


Αρβανίτες
Τα σύνορα του Ελληνισμού στο ΒΔ τμήμα της ελληνικής χερσονήσου, τα οποία ταυτίζονται με τον ποταμό Γενούσο ή κατά Στράβωνα με την Εγνατία οδό, η οποία στο μέγιστο μέρος ακολουθεί το ρεύμα του ποταμού, δεν παραβιάζονται εύκολα. Πέρα του Γενούσου υπάρχουν οι Ιλλυριοί, όπως επιβεβαιώνει την πληροφορία του Στράβωνος και η νεώτερη έρευνα με την επιστημοσύνη του ακαδημαϊκού M. Garasanin[51]. Κάτω δε του Γενούσου υπάρχουν τα ηπειρωτικά φύλα, αυτόχθονες Έλληνες, αλλά στα παράλια και Έλληνες από την υπόλοιπη μητροπολιτική Ελλάδα και την απέραντη Διασπορά.
Ο Ελληνισμός του ηπειρωτικού τούτου χώρου δεν συρρικνώνεται ούτε κατά τη ρωμαϊκή αρχαιότητα ούτε και κατά το μεσαίωνα, διότι τόσο η Ρώμη όσο και η Κωνσταντινούπολη, δηλαδή το αρχικά ενιαίο ρωμαϊκό κράτος και έπειτα το ανατολικό, το λεγόμενο Βυζάντιο, λαμβάνουν και ειδικά μέτρα προστασίας[52]. 

Για την ελληνικότητα του χώρου έως τον Γενούσο και των κατοίκων οι μαρτυρίες αφθονούν. Κατά τον Vl. Georgiev[53] η τοπωνυμία είναι πανάρχαιη και αποκλειστικά ελληνική. Κατά τον O. Masson[54] η ανθρωπωνυμία είναι ακραιφνέστατα ελληνική. Ποικίλλεται δε μετέπειτα με ρωμαϊκή[55]. Κατά τους Hammond και Papazoglou τα αρχαιολογικά ευρήματα επιμαρτυρούν την ελληνικότητα από τους μυκηναϊκούς χρόνους[56]. Διαφωτίζουν δε σημαντικά για τις επόμενες περιόδους περιπετειών του Ελληνισμού οι ιστορικές πηγές, Προκόπιος[57], Ι. Λυδός[58], Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος[59] κ.α.

Όταν τον 11ο αιώνα αναφέρονται, λόγω του γεωγραφικού και διοικητικού όρου Άρβανον - Άρβανα, Αλβανοί, δεν σημαίνει ότι οι αυτόχθονες της περιοχής αυτής δεν υπήρχαν ή είχαν εκλείψει[60]. Απλούστατα έως τότε δεν έλαβαν χώρα γεγονότα πλατύτερης απηχήσεως, ώστε να μνημονευτούν, όπως ακριβώς συνέβη με τους Βλάχους, των οποίων η γένεση σημειώνεται τεκμηριωμένα από τον 2ο αιώνα π.χ., η δε πρώτη μνεία γίνεται μόλις το 976 μ.χ.
Αυτόχθονες ελληνικής ή ιλλυρικής καταγωγής, ανάλογα με το συγκεκριμένο μέρος του Αρβάνου ή των Αρβάνων, εντεύθεν ή εκείθεν της Εγνατίας, καθώς και νεόφερτοι Σκυπιτάροι, αποτελούν τους κατόπιν Αλβανούς ή Αρβανίτες. Χρήσιμη δε τελικά, παρά τις αντιρρήσεις του Kole Luka, είναι η παρατήρηση του Stoikov: ''Αναμφισβήτητον είναι ότι η επωνυμία ''Αρβανίται'' είναι τύπος ελληνικός της αρχικής επωνυμίας ''Αλβανοί'', διά της οποίας ήτο γνωστή μερίς των Νορμανδών της Νοτίου Ιταλίας κατά τον 11ον αιώνα''. Σε σημείωση δε αναλύει: ''Διά τούτο, μόλις τεσσαράκοντα έτη αργότερον από της πρώτης εμφανίσεως των Αλβανών εις το προσκήνιον της Ιστορίας, συναντώμεν το μεταβληθέν -συμφώνως προς την ελληνικήν προφοράν του ''λ'' εις ''ρ''- εθνικόν όνομα ''Αρβανίται''. Η κατάληξις ''ίται'' εις την ελληνικήν γλώσσαν σημαίνει τόπον καταγωγής''[62]. 

Μετά την αλλογλωσσία, αυτόβουλη, σκόπιμη, αναγκαστική, τα ονόματα Αλβανός και Αρβανίτης χρησιμοποιούνται αδιάκριτα. Μάλιστα και όλη η Ήπειρος ονομάζεται Αλβανία παρά τη διαχρονική και προφανή ελληνικότητα της, οι δε Ηπειρώτες Αλβανοί. Αποκαλυπτική είναι ανταπόκριση από Κέρκυρα καταχωρισμένη στα Αρχεία της Βενετίας με ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1606. Ενώ αφορά σε Ηπειρώτη, ο οποίος φέρει και επώνυμο ελληνικό, εν τούτοις αναγράφεται: ''...σήμερα ήλθεν ένας αλβανός ονόματι Σοφιανός...''[63]. Παρόμοια δε χαρακτηρίζονται και Έλληνες εκτός Ηπείρου, όπως ο καπετάνιος Γεωργάκης Ολύμπιος κατά την παρασημοφόρησή του από τον τσάρο της Ρωσίας αποκαλούμενος Αλβανός[64], αν και κατάγεται από το Λιβάδι Ολύμπου.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Πήραμε τα βουνά με δύο τροχούς


~ Φωτο: Ο ποταμός Αώος διατρέχει το χωριό Βοβούσα Ιωαννίνων και αποτελεί ιδανική διαδρομή ράφτινγκ.

Σάκης Ιωαννίδης

Υπάρχει κάτι το απόκοσμο, κάτι το μη γήινο, όταν κοιτάς από χαμηλά τους πελώριους βράχους των Μετεώρων. Το σκούρο χρώμα τους μάθαμε ότι οφείλεται στον ψαμμίτη. Ενα πορώδες υλικό, φτιαγμένο από κόκκους άμμου, που συναντάται εκεί όπου κάποτε υπήρχαν θάλασσες, αφού έχει τη μοναδική ιδιότητα να συγκρατεί μεγάλες ποσότητες υγρών. Και η σχέση του με το Διάστημα μόνο σαθρή δεν είναι. Ο Αρχιμήδης στον Ψαμμίτη του («Αμμου Καταμέτρης») επιχειρεί να μετρήσει το μέγεθος του σύμπαντος, υπολογίζοντας τους κόκκους της άμμου που απαιτούνται για να γεμίσει το σύμπαν.

Ετσι μπορούσαμε μόνο να φανταστούμε πώς θα έμοιαζαν τα Μετέωρα και η Καλαμπάκα εκατομμύρια χρόνια προτού φτάσουμε εκεί για να ξεκινήσουμε ένα ορεινό δίτροχο road trip στα Ζαγοροχώρια με κατάληξη την πανέμορφη Βοβούσα στην κοιλάδα του ποταμού Αώου. Περάσαμε τη νύχτα στο Μέτσοβο, διαπιστώνοντας πόσο αδικούνται οι προορισμοί που έχουν ταυτιστεί μόνο με τους χειμερινούς μήνες και είδαμε ένα χωριό που σφύζει από ζωή σε προσιτές τιμές.

Το επόμενο πρωινό έπειτα από μια στάση για ανεφοδιασμό στο γραφικό χωριό Μηλιά -αναζητήστε το μικρό παντοπωλείο που είναι «κρυμμένο» σε ένα από τα σπίτια του χωριού- κατευθυνθήκαμε προς το βλάχικο χωριό Περιβόλι.

Ακολουθώντας τους δασικούς δρόμους των υλοτόμων γνωρίσαμε για λίγο την άγρια ομορφιά της Βάλια Κάλντα, της λεγόμενης «Ζεστής Κοιλάδας». Ο ήλιος χανόταν ανάμεσα στους πελώριους κορμούς της μαύρης πεύκης, τις οξιές και τα ρόμπολα και το βουνό ασκούσε πάνω μας τη μυστηριακή του γοητεία. Ο βαθμός δυσκολίας ανέβαινε κάθε φορά που συναντούσαμε μια νέα κατολίσθηση -ίσως να ρωτήσετε τους ντόπιους για την κατάσταση των δρόμων πριν ξεκινήσετε- αλλά ολοκληρώσαμε αισίως τη διαδρομή.

Στα πιο γνωστά και καλοδιατηρημένα τοξωτά γεφύρια της περιοχής συγκαταλέγεται και αυτό της Πορτίτσας στο χωριό Σπήλαιο. Ο ποταμός Βενέτικος κυλάει κάτω από το γεφύρι και τους θερινούς μήνες που πέφτει η στάθμη μπορείτε να διασχίσετε το πανύψηλο φαράγγι και να δροσιστείτε στα νερά του. Υστερα από μια βουτιά και γλυκό σύκο στην ταβέρνα του χωριού, κάναμε τον χωμάτινο γύρο του βουνού Ορλιακας -μια βατή και ωραία διαδρομή- και στάση στην Αετοφωλιά για απογευματινό καφέ με θέα τις πλαγιές της Πίνδου. Επειτα φουλάρισμα στους Μαυραναίους, από τα ελάχιστα πρατήρια βενζίνης που θα συναντήσετε στην περιοχή και διανυκτέρευση στο Περιβόλι.

Το καταφύγιο του Σμόλικα δεν ηλεκτροδοτείται. Στα δωμάτιά του διανυκτερεύουν ξυλοκόποι και εκδρομείς και για λίγο γαληνεύεις παρέα με τα αστέρια και με ένα ζεστό ρόφημα. Περνώντας από τους φιδογυριστούς δρόμους που ενώνουν τα χωριά Σμίξη, Δίστρατο, Αρματα, Πάδες καταλήξαμε στο Παλαιοσέλι και από εκεί στο ορεινό καταφύγιο. Την επομένη η πεζοπορία μέχρι τη Δρακόλιμνη μας πήρε περίπου δύο ώρες ανάβασης σε ανηφορικό μονοπάτι, αλλά το δροσερό αλπικό νερό και η θέα μάς αποζημίωσαν. Λαμβάνοντας συμβουλές για το πώς θα αποφύγουμε αρκούδες και λύκους στα βουνά από έναν πεζοπόρο που διανυκτέρευσε εκεί κατεβήκαμε και συνεχίσαμε τη διαδρομή μας προς Κόνιτσα και έπειτα Ιωάννινα.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Παλαιομανιώτισσα Ριμένα


Γυναίκα της Παλαιομάνινας
Τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα σε ένα σπίτι, στο οποίο συγκατοικούσαμε έξι γυναίκες, δηλαδή οι τρεις αδελφές μου, η μητέρα μου και η γιαγιά μας, η μάια. Υπήρχε φυσικά και ο πατέρας ο οποίος όμως, αφού δούλεψε μακριά μας επτά χρόνια στην Γερμανία, όταν γύρισε ασχολήθηκε κυρίως με εξωτερικές δουλειές στα χωράφια. Έβλεπα τον ίσκιο του συνέχεια και παντού αλλά τον ίδιο σπανιότερα. Στο σπίτι μας επίσης πολύ τακτικά είχαμε επισκέψεις από την αδελφή της μητέρας μου την Τέτα, και τις δυο της κόρες. Έτσι πολύ συχνά μαζευόμασταν όλες μαζί γύρω από την μητριαρχική φιγούρα της μάιας, είτε στην αυλή το καλοκαίρι είτε στο τζάκι το χειμώνα, κάνοντας τις περισσότερες παιδικές μου αναμνήσεις να είναι συνυφασμένες έντονα με τη γυναικεία παρουσία στις δεκαετίες κυρίως του '70 και '80, ως παιδί και ως έφηβη.
Σε αυτές τις μνήμες σημαντικό ρόλο παίζουν θυμάμαι οι συνάξεις των γυναικών, συνήθως τις Κυριακές το απόγευμα (ημέρα υποχρεωτικής θρησκευτικής αργίας) με τα σκαμνάκια μας στις αυλές με τα γεράνια και τους βασιλικούς ανάμεσα στις αυτοσχέδιες τενεκεδένιες και ασβεστωμένες γλάστρες. Κάθε φορά μπορεί να ήταν διαφορετικές αυλές, αλλά τα πρόσωπα ίδια, με πρωταγωνιστικό ρόλο να παίζουν οι γιαγιάδες με καλό αφηγηματικό λόγο, που γνώριζαν ιστορίες ανθρώπων και παλιά «αμαρτήματα» από γενιές πίσω, σαν διηγήσεις βιβλίων, τα δικά μας παραμύθια. Αυτές οι ηλικιωμένες γυναίκες είχαν και άλλους ρόλους. Μπορεί να μην ακολουθούσαν στα χωράφια τους γιους ή τις νύφες, όμως μαγείρευαν, κρατούσαν τα μωρά, τα παιδιά των παιδιών του όταν αναγκάζονταν να γίνουν μετανάστες στη Γερμανία και φυσικά είχαν επιφορτιστεί με το δασκάλεμά τους. «Ντρόμι σώμα ντρόμι μίντια / κοιμάται το σώμα κοιμάται και το μυαλό» φώναζε η ηλικιωμένη γειτόνισσα κάτω από το παράθυρό μου που είχε επιφορτιστεί με το ξύπνημα όλης της οικογένειας. 
Είχα λοιπόν την τύχη ως μικρότερη (νίκα) στην οικογένεια, να ακούω συχνά τη φράση «σαν πολλές δεν ήμαστε βγες καμιά βόλτα» που με στελνε στα σοκάκια του χωριού ή ακόμα καλύτερα μακριά από τις δουλειές των χωραφιών. Και όταν με παίρνανε που και που στην αγορά του Αγρινίου η μάνα μου δήλωνε με συγκατάβαση σε όποιον τη ρωτούσε για την οικογένειά της «αχ να ζήσεις, δεν μου έδωσε ο Θεός παιδιά, ας είναι, έχω όμως τέσσερα κορίτσια!». Αν και απείχε φυσικά από τη ψύχωση της «Φραγκογιαννούς» είχε όμως την πεποίθηση ότι ήταν άτυχη γιατί απέτυχε να γίνει «αγορομάνα». Προσωπικά ως παιδί δεν με ένοιαζε γιατί μου αρκούσε, που όταν γύριζε κατάκοπη από τα χωράφια με αναζητούσε για να με πάρει αγκαλιά, να με προλάβει δηλαδή πριν με πάρει ο ύπνος. Ήμουν στα αλήθεια τυχερή καθώς ήμουν και η μικρότερη και το κυριότερο, χωρίς αδελφό για να αποσπά ανισομερώς της αγάπη της. 
Ανασύρω μνήμες ποτισμένες με την αγωνία της μάνας μου μεταξύ του μαζέματος καπνού, βαμβακιού στο Βάλτο, ελιάς και σπιτικών δουλειών, της φροντίδας του κατάκοιτου παππού μας, να παίρνει 2-3 ασπιρίνες την ημέρα. Έτσι προλάβαινε επιπλέον στην ταράτσα του σπιτιού μας να υφάνει στον αργαλειό λίγα εκατοστά από το φύλλο της 5η 6ης 12ης ούτε που κράτησα λογαριασμό, φλοκάτης και τη μάια να τη συνοδεύει γνέθοντας ή ξαίνοντας μαλλί. Και όταν ερχόταν ο χειμώνας με λίγα κάρβουνα στο φαράσι για τα ξυλιασμένα πόδια, να προλάβει μήπως και έρθουν οι γαμπροί νωρίς και βρουν οι πεθερές τα κορίτσια της χωρίς προικιά, κλέβοντας έτσι ώρες ολόκληρες από την ξεκούραση. Για γράμματα ούτε που το φανταζόταν καθώς σήμαινε έξοδα και φασαρίες ενώ το σπίτι ήθελε χέρια και βοήθεια. Άλλωστε τα κορίτσια που έφευγαν από το σπίτι τους από μικρές ξελογιάζονταν και «ντρόπιαζαν» τα σπίτια τους εάν δεν είχαν έναν αδελφό να τις προσέχει.

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου στο Μοναστήρι - Αρχιμ. Ειρηναίος Χατζηεφραιμίδης


1. ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΗΣ 

Ο υφιστάμενος σήμερα ναός του Αγίου Δημητρίου στο Μοναστήρι κτίσθηκε το 1830. Αυτή η χρονολογία με μαύρα γράμματα υπήρχε προ ετών στη νότια είσοδο του ναού και σήμερα διαβάζεται στην εξωτερική πλευρά του αγίου Βήματος. 
Μαρτυρίες περί του ναού έχουμε ολίγες. Πηγή πολύτιμη αποτελεί το βιβλίο που εξέδωσε -για την εορτή της 100ετηρίδος του ναού- το 1930 ο Велимир T. Арсиђ (Velimir T. Arsits) με τίτλο “Црква св. Великомученика Димитрија у Битољу” (Ο ναός του Αγίου μεγαλομάρτυρα Δημητρίου στα Βιτώλια)[1]. Πέραν των ιστορικών στοιχείων και των λαϊκών παραδόσεων, περιέχει οικονομικά στοιχεία, πατριαρχικά έγγραφα, βεράτια και φιρμάνια σχετικά με την ίδρυση του ναού, καταχωρισμένα στο αρχείο της εκκλησίας. Γι’ αυτό η αξία του βιβλίου είναι ανεκτίμητη. 
Ο ναός κτίσθηκε, όπως προαναφέραμε, το 1830 στην θέση παλαιοτέρου παρεκκλησίου, τιμωμένου επ’ ονόματι του Αγίου Δημητρίου. Οι λειτουργικές ανάγκες των Χριστιανών του Μοναστηρίου εξυπηρετούνταν τότε από την εκκλησία της Αγίας Κυριακής, από το παρεκκλήσι στο νεκροταφείο του Δοβλετζίκ και από αυτό το παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου, διαστάσεων όχι μεγαλυτέρων των 8-9 μ. Η χρονολογία ίδρυσης του παρεκκλησίου είναι άγνωστη. ΄Ηδη από το 1805 διέθετε δικό του κηροπλαστείο, με διαρκώς αυξανόμενα έξοδα και έσοδα. ΄Ετσι, ενώ το 1808 η δαπάνη για τον κηροπλάστη και για το κερί ήταν 653 γρόσια και 15 παράδες, το 1825 τα έξοδα ανήλθαν σε 7.237 γρόσια, τα δε έσοδα ήσαν 10.601 γρόσια[2]. Η αύξηση των εσόδων και εξόδων του παρεκκλησίου δηλώνει ότι ο αριθμός των Χριστιανών ολοένα και αυξανόταν. Κατά μία εκδοχή, το παρεκκλήσι καταστράφηκε το 1830 από πυρκαϊά, όπως και τμήμα του Μοναστηρίου[3]. Κατ’ άλλη εκδοχή, όπως θα δούμε στην συνέχεια, στην αρχή ζητήθηκε η έγκριση της επισκευής και επέκτασης του παρεκκλησίου, το οποίο ήταν μικρό, οι δε τοίχοι του είχαν καταρρεύσει· στη συνέχεια όμως, λόγω του μεγάλου αριθμού των Χριστιανών, άρχισε η ανέγερση νέου ναού[4]. 

Γεγονός καθοριστικό για την ίδρυση του ναού αποτέλεσε η ενθρόνιση του Γρηγορίου, μεγάλου πρωτοσυγκέλλου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, ως μητροπολίτη Πελαγονίας το 1825[5]. Τον νέο μητροπολίτη Πελαγονίας συνιστούσε το πατριαρχικό και συνοδικό έγγραφο της 14.10.1825 ως «άνδρα θεοσεβούμενο, δίκαιο και μετριόφρονα, καλό γνώστη των εκκλησιαστικών θεμάτων και αντάξιο της διοικήσεως της καλυτέρας επαρχίας». Το δε σουλτανικό βεράτι καθόριζε ότι «κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρεί από τους Χριστιανούς τις εκκλησίες και τα μοναστήρια, τα οποία από τα παλαιά χρόνια βρίσκονται στα χέρια τους. Επίσης χωρίς άδεια δεν μπορούν να ελέγχονται από κανένα»[6]. 

Το 1830 ζητήθηκε η άδεια των τουρκικών αρχών για την επισκευή και επέκταση του παρεκκλησίου του Αγίου Δημητρίου. Στην έγκριση του βεζίρη διαλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, ότι «επιτρέπεται να αρχίσουν οι εργασίες για την επέκταση και επισκευή της εκκλησίας, εφιστάται δε η προσοχή όλων, ώστε κανείς να μη αναμιχθεί σε αυτή την υπόθεση». ΄Ομως οι Χριστιανοί του Μοναστηρίου, έχοντας αυτήν την άδεια, άρχισαν την οικοδόμηση νέας εκκλησίας. Αυτό εξόργισε τους Τούρκους του Μοναστηρίου, οι οποίοι απείλησαν ακόμη και την κατάσχεση της εκκλησίας. Για την κατοχύρωση, λοιπόν, των εργασιών χρειαζόταν και φιρμάνι του σουλτάνου[7]. 
Σχετικός με τις συνθήκες, υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια της Υψηλής Πύλης, είναι ο ρόλος του μεγάλου βεζίρη Μεχμέτ Ρεσίτ πασά[8]. O Μεχμέτ Ρεσίτ πασάς βρέθηκε στο Μοναστήρι κατά τα έτη 1830-18319 , για να καταπολεμήσει τους Αλβανούς ατάκτους. Στα μέσα του 1825 εμφανίσθηκαν Αλβανοί ληστές στις περιοχές Ανασελίτσας, ΄Αργους Ορεστικού, Φλώρινας, Κορυτσάς, Περλεπέ και Αχρίδος[10]. 

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

Πάνας, ο τραγοπόδαρος θεός των ποιμένων


Βοσκόπουλο με φλογέρα
Ο Πάνας ήταν ο τραγοπόδαρος θεός των ποιμένων και των ποιμνίων και κατοικούσε σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες στα βουνά της Αρκαδίας. Ήταν γιος του αγγελιοφόρου των θεών, του Ερμή και της Νύμφης Δρυόπης. Το παιδί που αυτή γέννησε είχε αποκρουστική όψη, πόδια τράγου, μυτερά αυτιά, δυο κέρατα στο κεφάλι και το προσωπό που καλυπτόταν από πυκνή γενειάδα. Η Δρυόπη μόλις τον είδε τρόμαξε και τράπηκε σε φυγή εγκαταλείποντας το παιδί της. Ο Ερμής τότε τον λυπήθηκε, τον πήρε στην αγκαλιά του και τον έφερε στην κατοικία των θεών, στον Όλυμπο. Όλοι οι θεοί μόλις τον είδαν άρχισαν να γελούν γοητευμένοι από τη μορφή του. Περισσότερο δε απ' όλους, ο θεός του κεφιού, ο Διόνυσος, που με χαρά δέχτηκε να έρθει στη συντροφιά του και τον ονόμασε Παν, επειδή οι πάντες ευχαριστήθηκαν όταν τον είδαν.

Οι ποιμένες τον θεωρούσαν ως προστάτη τους και έκαναν συχνά σπονδές και αφιερώσεις σε αυτόν. Προστάτη τους τον θεωρούσαν επίσης και όσοι μάχονταν κι αγωνίζονταν δίκαια, γιατί θεωρούσαν ότι με τη βοήθειά του θα καταφέρναν να τρέψουν σε φυγή τους εχθρούς τους, σπέρνοντάς τους τον πανικό, λέξη που προέρχεται από το όνομα του θεού. Αλλά και ο ίδιος ο Πάνας απαιτούσε από τους θνητούς να μην ολοιγορούν να του κάνουν αφιερώσεις. Ιδιαίτερα οι αρχαίοι Αρκάδες λάτρευαν τον Πάνα και τον αναγνώριζαν σαν το δικό τους θεό. Του αφιέρωσαν ιερά, όπως στο Λύκαιο και στη Μεγαλόπολη, έκτισαν βωμούς και του αφιέρωσαν μυσταγωγικές τελετουργίες προς τιμήν του, τελετουργίες που απαιτούσαν μύηση από τους νέους λατρευτές. Η μορφή του εμφανίζεται - συχνά επιβλητική και άλλοτε αινιγματική - σε ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες, σε αναθήματα, γλυπτά και σε νομίσματα.
[ ] Στις αναπαραστάσεις του ο Πάνας πάντα κρατούσε στο ένα χέρι τη σύριγγα και στο άλλο συνήθως μια γκλίτσα. Επειδή η μορφή του ήταν αλλόκοτη και τρόμαζε όσους πλησίαζε, ήταν συνήθως μόνος του, βρίσκοντας πάντα θερμή υποδοχή στην παρέα των Σάτυρων και του Διονύσου. Ο Πάνας φημιζόταν για τη μουσική και τις μελωδίες του με τις οποίες μάγευε τα ζώα, τα πουλιά και τις Νύμφες του δάσους. Αγαπούσε το τραγούδι, το χορό και το γλέντι και επιδιδόταν σε αυτά, με συντροφιά τις Νύμφες, το Διόνυσο και τους Πανίσκους.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2016

Τα έθιμα του Άι Γιάννη του Κλήδονα στις 24 Ιουνίου


Το έθιμο του Κλήδονα στους Βλάχους του Ν. Σερρών
Οι φωτιές του Αϊ Γιάννη του Κλήδονα: Tο δημοφιλέστερο έθιμο του καλοκαιριού

Η 24η Ιουνίου είναι από τις μεγαλύτερες καλοκαιρινές γιορτές της ελληνικής παράδοσης, αφού η γιορτή του Αϊ Γιάννη του Κλήδονα (ή Ριγανά, ή Ριζικάρη) συνοδεύεται από το παραδοσιακό έθιμο με το πέρασμα πάνω από τις φωτιές.

Το προσωνύμιο «Κλήδονας» προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «κλήδων» που σημαίνει προγνωστικός ήχος και χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει τον συνδυασμό των τυχαίων και ασυνάρτητων λέξεων κατά τη διάρκεια μαντικής τελετής.

Ουσιαστικά ο «Kλήδονας» σχετίζεται με μια λαϊκή μαντική διαδικασία, η οποία λέγεται ότι αποκαλύπτει στις άγαμες κοπέλες την ταυτότητα του μελλοντικού τους συζύγου.

Σύμφωνα με το έθιμο, την παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, οι ανύπαντρες κοπέλες μαζεύονται σε ένα από τα σπίτια του χωριού και μία από αυτές πηγαίνει στο πηγάδι να φέρει το «αμίλητο νερό» και στη διαδρομή μέχρι το σπίτι δεν πρέπει να μιλήσει σε κανέναν.

Στο σπίτι το νερό μπαίνει σε πήλινο δοχείο, στο οποίο η κάθε κοπέλα ρίχνει ένα προσωπικό της αντικείμενο, τα λεγόμενα ριζικάρια και στη συνέχεια σκεπάζουν το δοχείο με κόκκινο ύφασμα και το δένουν ενώ παράλληλα προσεύχονται στον Αϊ Γιάννη και τοποθετούν το δοχείο σε ανοιχτό χώρο, όπου μένει όλη νύχτα. Την ίδια εκείνη νύχτα λέγεται ότι τα κορίτσια θα δουν στα όνειρά τους το μελλοντικό τους σύζυγο.

Παράλληλα, την παραμονή της γιορτής του Αϊ Γιάννη Ιωάννη, αναβιώνει και το γνωστό έθιμο με τις φωτιές: Στη πλατεία του χωριού στήνεται μια μεγάλη φωτιά πάνω από την οποία πηδάνε όλοι οι κάτοικοι του χωριού. Σύμφωνα με την παράδοση, η φωτιά, επιφέρει την κάθαρση και οι άνθρωποι απαλλάσσονται από το κακό

Ο Άι-Γιάννης λέγεται και Ριζικάρης αφού η παράδοση λέει ότι φέρνει τύχη και γι' αυτό έπρεπε από την παραμονή οι κάτοικοι του χωριου να έχουν τακτοποιήσει όλες τις οικιακές δουλειές τους.

Επίσης ο Αϊ Γιάννης αποκαλείται και Ριγανάς, επειδή την ημέρα αυτή έβγαιναν και μάζευαν ρίγανη, η οποία έπρεπε να συλλεχθεί πρωί πρωί, πριν από την ανατολή του ηλίου, αφού πίστευαν, ότι έτσι είχε μαγική δύναμη.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

Κερασιάρης και Κερασινός για τον λαό μας ο Ιούνιος!


Βλάχικα: Τσιρισιάρου / Tsirisiaru ( = μετάφρ.: Κερασιάρης, ο Ιούνιος μήνας, ο μήνας των κερασιών) < Latin: ceraseus = Gr. κεράσι / kerasi.
Greek: Ιούνιος / Iunios
Romanian: Junie
English: June

Από το θέρος ως τις ελιές, 
δεν απολείπουν οι δουλειές!

Ο Ιούνιος συνδέεται με τον κούρο των αιγοπροβάτων, αλλά και με τη συγκομιδή των κερασιών, γι’αυτό και λέγεται και «Κερασιάρης» ή «Κερασιανός».

Ακόμη τον ονομάζουν ««(Ε)ρινιαστή» (Πάρος) ή «Ορνιαστή» (Άνδρος) διότι γίνεται οερινεασμός, δηλ. η ανάρτησις ερινεών (αγριοσύκων) από τους κλάδους ήμερων δένδρων συκής δια την γονιμοποίηση των καρπών των (ήτοι των σύκων).», καθώς και «Θερμαστή», αλλά και «Αϊγιάννη» ή «Αϊγιαννίτη», διότι άγεται κατ’ αυτόν η εορτή των γενεθλίων του Αγίου Ιωάννου«. (Φίλιππος Βρετάκος)

Κατά την επικρατούσα άποψη, ο Ιούνιος ονομάστηκε έτσι από τους Ρωμαίους προς τιμήν της θεάς Juno, που αντιστοιχεί στη δική μας θεά Ήρα κι ήταν προστάτης του συζυγικού βίου και του γάμου.

Του Ιούνη τα κεράσια

Ο Ιούνιος ήρθε και μαζί του, νάτο και το καλοκαίρι.
Ο ήλιος καίει, η θερμοκρασία ανεβαίνει, η μουντή χειμωνιάτικη ατμόσφαιρα δίνει τη θέση της στη καλοκαιρινή αύρα.
Γιατί, όσο και να λέμε πως όλες οι εποχές έχουν την ομορφιά τους, καμιά δεν συγκρίνεται με το δροσερό καλοκαίρι.

Το καταλαβαίνεις με το που θα μαζέψεις τα χειμωνιάτικα, με το που θα βγουν τα καλοκαιρινά, με το που θα σηκωθούν τα χαλιά, με το που θα κάνεις το πρώτο μπάνιο στη θάλασσα.

Σάββατο 4 Ιουνίου 2016

Η παραδοσιακή φλοκάτη


Του Δημήτρη Μεκάση

Με τα πρώτα κρύα του Φθινοπώρου οι νοικοκυρές έβγαζαν τις φλοκάτες από τα ντουλάπια για να χρησιμοποιηθούν ως σκεπάσματα και να προσφέρουν ευχάριστο και ζεστό ύπνο. Παλιά τα υπνοδωμάτια δεν είχαν θέρμανση, ακόμη και όταν κυκλοφόρησαν οι σόμπες, επειδή θεωρούσαν πιο υγιεινό τον κρύο αέρα, κατά την διάρκεια του ύπνου. Οι σόμπες ζέσταιναν τον χώρο, όμως η ατμόσφαιρα γινόταν βαριά, κάτι που απέφευγαν, ώστε το πρωί να ξυπνούν πιο ευδιάθετοι. Η φλοκάτη λοιπόν ήταν ένα από τα καλύτερα χειμωνιάτικα σκεπάσματα που κρατούσε το σώμα σε καλή θερμοκρασία, παρόλο που το κρύο του χειμώνα ήταν τσουχτερό.

Παλιά στην Φλώρινα τις φλοκάτες τις λέγαμε βελέντζες. Η λέξη βελέντζα είναι βλάχικη λέξη και πέρασε στις περισσότερες βαλκανικές γλώσσες. Η βλάχικη αυτή λέξη έγινε διαβαλκανική και έφτασε μέχρι την Ανατολή με την τούρκικη γλώσσα. Φλοκάτη και βελέντζα είναι λέξεις που δηλώνουν την ολόμαλλη χοντρή κουβέρτα με φλόκους. Υπήρχε και η βελέντζα χωρίς φλόκο, που την χρησιμοποιούσαν σαν κιλίμι. Την βελέντζα χωρίς φλόκο την έστρωναν στο πάτωμα για να είναι το δωμάτιο ζεστό.
Στα ντόπια χωρία ύφαιναν βελέντζες στον αργαλειό. Ύφαιναν δυο και τρεις λωρίδες και τις έραβαν μεταξύ τους. Μετά περνούσαν τα νήματα για να γίνει ο φλόκος. Στην συνέχεια φόρτωναν τις βελέντζες σε άλογα και τις έφερναν στην πόλη, στα βαφεία, για να χτυπηθούν στο νερό και να βαφούν. Από τα βαφεία παραλάμβαναν τις αχτύπητες βελέντζες, αυτοί που είχαν τις νεροτριβές ή μπατάνια, όπως τα λέγαμε στην Φλώρινα. Υπήρχαν μπατάνια στην Δροσοπηγή και στον Πολυπόταμο. Το μπατάνι ήταν ένα μεγάλο ξύλινο βαρέλι με χαραμάδες για να φεύγει το νερό και χωμένο μέσα στην γη. Από την πλαγιά του βουνού έρεε ένα ορμητικό ρυάκι, που το κατεύθυναν με σωλήνες από κορμούς δένδρων, και το νερό κατέληγε στο βαρέλι με ορμή, όπου ήταν οι βελέντζες, και η ορμή του νερού έδινε μια περιστροφική κίνηση. Οι βελέντζες χτυπιόταν μέσα στο νερό αρκετά εικοσιτετράωρα, και το μαλλί γινόταν χνουδωτό. Κρεμούσαν τις φλοκάτες για να στεγνώσουν και μετά με άλογα τις μετάφεραν στα βαφεία της Φλώρινας. Οι βαφείς έβαφαν τις φλοκάτες στο χρώμα που είχε επιλέξει ο πελάτης. Προτιμούσαν όμως οι περισσότεροι το κόκκινο χρώμα. Οι φλοκάτες ήταν «αθάνατες» δηλαδή άντεχαν πολλά χρόνια, και μάλιστα όταν ξαναβάφονταν στα βαφεία γινόταν σαν καινούριες.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Ευαγγελισμός - Ελληνισμός, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης



Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν,
οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μια φλόγα αστράφτει... ακούονται ψαλμοί και μελωδία...
Πετάει έν' άστρο... σταματά εμπρός εις τη Μαρία...
«Χαίρε της λέει αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε!
Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε Μαρία, Χαίρε!»

Επέρασαν χρόνοι πολλοί... 
Μια μέρα σαν εκείνη 
αστράφτει πάλι ο ουρανός... 
Στην έρμη της την κλίνη
λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι απελπισμένη,
μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει αλυσωμένη.
Τα σιδερά είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Η καταφρόνια, η δυστυχιά σέπουν τα κόκαλά της.
Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα
φέγγει κι αφήνει και περνά έν' άστρο, μιαν αχτίδα.
Ο Άγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του...

«Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς ανάστα, χαίρε».