4. Τα μοναδικά λεξικά της κουτσοβλαχικής γλώσσας στην ελληνική βιβλιογραφία —του Κωνσταντίνου Νικολαΐδη (1909) και του Αντώνη Μιχ. Κολτσίδα (1978, 1993)— παρουσιάζουν διαχρονικά το γλωσσικό θησαυρό-πλούτο της γλώσσας στον αιώνα μας.
Περιορίζομαι σ’ αυτά και δεν αναφέρομαι στην ξένη βιβλιογραφία για δυο λόγους: πρώτον, γιατί αυτή υπακούει συνήθως στο στρατευμένο προπαγανδισμό της ρουμανικής ιστοριογραφίας, και δεύτερον, ειδικά για το λεξικό του T. Papahagi, γιατί —αναμφισβήτητα, πέρα από την επιστημονική του σπουδαιότητα— φωτογραφίζει ακαδημαϊκά την υποτιθέμενη «ιδεατή» και «ιδανική» μορφή του κουτσοβλαχικού γλωσσικού κώδικα και —πάντως— πέρα από την αμφισβητούμενη πρόθεση του συγγραφέα και των εκδοτών του, δεν δίνει παρά μια γνωστή εικόνα της γλώσσας μέχρι το 1963 ή έστω μέχρι το 1974 (β ' έκδοση). Μετά από κει δεν παρακολουθεί την πορεία της πτώσης της κουτσοβλαχικής γλώσσας, η οποία ραγδαία επήλθε στα χρόνια 1966-1996.
Έτσι, από τα πράγματα, το μεν λεξικό του Κ. Νικολαΐδη εμφανίζει την πρώτη εικόνα της κουτσοβλαχικής γλώσσας στις αρχές του αιώνα μας (1909), ενώ του Αντ. Κολτσίδα την τελευταία του αιώνα (1993).
Συγκρίνοντας τώρα αυτά τα λεξικά, διαπιστώνουμε το κοινό και βασικό τους γνώρισμα, ότι και στα δύο το μεγαλύτερο ποσοστό των λέξεων είναι ελληνικής καταγωγής.
Συγκεκριμένα ο Κ. Νικολαΐδης καταγράφει στο λεξικό του 6.657 λέξεις, από τις οποίες οι 3.460, δηλαδή το 52% του συνόλου, είναι ελληνικές (ελληνικής καταγωγής)[40].
Στο λεξικό τώρα του υπογράφοντος καταγράφονται γύρω στις 2.800 λέξεις —αλλά μόνο αυτές που ακούγονταν στα χρόνια της σχετικής έρευνας 1966-1996— από τις οποίες οι περισσότερες, σε ποσοστό περίπου 70%, είναι ελληνικής καταγωγής. Έτσι, τα δάνεια από τη λατινική —βασικά— και αντίστοιχα από άλλες γλώσσες, με το πέρασμα των χρόνων μπαίνουν σε αχρηστία και η κουτσοβλαχική προσαρμόζεται τόσο στο λεξικολογικό, όσο και στο γραμματικό σύστημα της Νεοελληνικής, από την οποία πλέον αφομοιώνεται στο μεγαλύτερο βαθμό, με αποτέλεσμα να χάνει καθημερινά την αυτοτέλειά της.
Η χρησιμότητα, αλλά και η πρωτοτυπία του λεξικού μου, στην έκδοση του 1993 —πλην της «φωτογράφησης» των «υπαρκτών» και μόνο λέξεων, έτσι όπως επιζούσαν στα τελευταία χρόνια της κουτσοβλαχικής γλώσσας— έγκειται στην πληθώρα των παραδειγμάτων από τη ζωντανή κουτσοβλαχική γλωσσική παράδοση με σχετικές έννοιες, θυμοσοφίες, αινίγματα, παροιμίες κ.ά., που ακολουθούν σχεδόν κάθε λεξικογραφούμενη λέξη[41]. Έτσι, η εργασία αυτή καταγράφεται ανάμεσα στις τελευταίες γύρω από τη μελέτη της κουτσοβλαχικής γλώσσας και μπορεί να χαρακτηριστεί ως «προσφορά» στην επιστημονική «αποτύπωση» μιας γλώσσας που δεν μιλιέται πλέον σήμερα.




