Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βλάχικο Ιδίωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βλάχικο Ιδίωμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Μαρτίου 2021

Των Βλάχων οι κοινότητες γράφουν τη δική τους Ιστορία


Ξένοι περιηγητές του 19ου αιώνα αναφέρουν με έκπληξη ότι είδαν στα βλάχικα χωριά, 
όπως το εικονιζόμενο Νυμφαίο, σχολεία και πλούσιες βιβλιοθήκες

Θοδωρής Αθανασιάδης

Κρεμασμένα θαρρείς στα ψηλότερα σημεία των βουνών, αγκαλιά με τα δάση και τα γάργαρα νερά, αλλά και τα αλπικά βοσκοτόπια, τα βλάχικα χωριά της Ελλάδας μετρούν τους αιώνες με τον δικό τους τρόπο.

Είναι ίσως οι πλέον παρεξηγημένοι Ελληνες, καθώς η λέξη «βλάχος» φέρνει στον νου του συγχρόνου και επιδερμικά μορφωμένου Νεοέλληνα κάποιον άξεστο ορεσίβιο που δεν ξέρει καλά - καλά να γράψει το όνομά του και ζει τον περισσότερο καιρό με τα πρόβατα στα απάτητα βουνά!

Είναι πολύ λίγοι αυτοί που γνωρίζουν πως οι βλάχικες κοινότητες της Ελλάδας ήταν από τα πιο πλούσιες, ακμάζουσες και πιο εξελιγμένες σε όλη την τουρκοκρατούμενη Βαλκανική χερσόνησο μέχρι και τον Μεσοπόλεμο. Μάλιστα, οι ξένοι περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα αναφέρουν με θαυμασμό και έκπληξη στα γραπτά τους ότι είδαν δίπατα και τρίπατα σπίτια, σχολεία με δεκάδες μαθητές, πλούσιες βιβλιοθήκες και κοινωνική ζωή που σε κάποιες περιπτώσεις ήταν συγκρίσιμη μόνο με αυτήν των ευρωπαϊκών πόλεων.

Περήφανοι Βλάχοι

Οι Βλάχοι ήταν πάντα σκληροτράχηλοι ορεσίβιοι, αλλά και πνεύματα ανήσυχα. Διακρίθηκαν με ό,τι καταπιάστηκαν και αποδείχθηκαν σπουδαίοι έμποροι, άξιοι δουλευτάδες, εξαιρετικοί τεχνίτες, ενώ πολλοί από αυτούς είχαν σπουδάσει στα καλύτερά πανεπιστήμια της Ευρώπης!

Οπως και οι Σαρακατσάνοι, οι Βλάχοι ήταν νομάδες κτηνοτρόφοι που οδηγούσαν τα κοπάδια τους όπου υπήρχαν πλούσια βοσκοτόπια. Το καλοκαίρι στα βουνά, σε συγκεκριμένες περιοχές και τον χειμώνα στα χειμαδιά στις πεδιάδες. Παράλληλα όμως είχαν και μόνιμη κατοικία.

Η διαφορά με τους Σαρακατσάνους, που μιλούσαν μόνο ελληνικά, είναι ότι οι Βλάχοι μιλούσαν ελληνικά, αλλά και το δικό τους γλωσσικό ιδίωμα που έχει μεν λατινικές ρίζες, αλλά χρησιμοποιεί ωστόσο και πάρα πολλές αρχαιοελληνικές και ελληνικές λέξεις (ίσως περισσότερο από το 50%). Τα βλάχικα κατατάσσονται από τους γλωσσολόγους στις λεγόμενες «νεολατινικές γλώσσες» που στηρίχθηκαν στη «λαϊκή λατινική».

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

Καίρια ερωτήματα για το «αλφάβητο» των Βλάχικων...


Συνεχίζοντας τον διάλογο σχετικά με την απόπειρα γραπτής αποτύπωσης της «Βλάχικης Γλώσσας», ο οποίος έχει λάβει πανελλήνιες προεκτάσεις, η εκπαιδευτικός Λίτσα Αναστασίου και ο υποστράτηγος ε.α. Μιλτιάδης Πιτούλης, με κοινή επιστολή τους απαντούν στον εκδότη Σταύρο Τάχη με αφορμή το σχετικό εξώδικο που έστειλε προς τον «Π.Λ.». Aναφέρουν δε τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
Είδαμε χωρίς έκπληξη το εξώδικο - απάντηση της εκδοτικής εταιρείας που έχει εκδώσει την μέθοδο της εκμάθησης των βλάχικων, η έκπληξη θα ήταν να υπήρχαν και απαντήσεις επί της ουσίας στα ερωτήματα που τέθηκαν με το άρθρο που δημοσιεύτηκε στον «Πρωϊνό Λόγο»14/01/2021 καθώς και με τις επιστολές αναγνωστών στον ενδιαφέροντα και ουσιαστικό διάλογο που ξεκίνησε η εφημερίδα σας για τα βλάχικα.
Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να είχαμε και απαντήσεις στις πολύ καίριες ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν από τον παλιό δημοσιογράφο καταγόμενο από την Αετομηλίτσα κ. Χρήστο Καρανίκα και για τις χρηματοδοτήσεις της πολυέξοδης διαφημιστικής καμπάνιας όπως ανέφερε, η οποία σύμφωνα με πληροφορίες φίλων έφτασε μέχρι την γερμανική «Ντόϋτσε Βέλε» (DW) και την γαλλική «Le Monde»!
Προσωπικά εάν ο εκδοτικός οίκος ταυτίζεται με τον συγγραφέα κ. Θωμά Τάχη δεν μας ενοχλεί, ίσως αυτό να βοηθούσε να λάβουμε απαντήσεις στα ερωτήματα που βρίσκονται στα χείλη πολλών και έχουμε λάβει και πολλά μηνύματα:
- Ποιος, με ποια εμπειρία και σε ποιο εργαστήριο κατασκεύασε το αλφάβητο στο οποίο στηρίχτηκε η μέθοδος της εκμάθησης των βλάχικων του κ. Τάχη; Αυτά δεν είχε κάνει και η ρουμάνικη προπαγάνδα πριν από έναν και πλέον αιώνα;
- Είναι δυνατόν ο οποιοσδήποτε φιλόλογος να κατασκευάζει αλφάβητο και να εγγραμματίζει μια προφορική «γλώσσα» αν παραδεχτούμε ότι τα βλάχικα είναι αυτόνομη γλώσσα γιατί κατά τις αρχές της εθνολογίας και ανθρωπολογίας αυτόνομη θεωρείται για μια φυλή ή λαό η θρησκευτική, η πολιτική και η εμπορική του γλώσσα και όχι οι τυχόν ξένες λέξεις που χρησιμοποιεί;
- Με ποια πιστοποίηση, με ποιους τίτλους σπουδών που να εγγυώνται το αποτέλεσμα και με ποιο δικαίωμα αποφασίζει κάποιος να εισάγει ξένες λέξεις ακόμα και στο ιδίωμα του χωριού του; Όλοι γνωρίζουμε ότι ο χαρακτηρισμός ενός γλωσσικού κώδικα ως γλώσσα αυτόνομη είναι και πολιτική απόφαση!
-Ο συγγραφέας του βιβλίου, εάν πραγματικά ενδιαφέρεται για την διάσωση των βλάχικων, ήδη δεν έπρεπε να έχει διευκρινίσει αυτά τα απλά πράγματα λύνοντας τις απορίες πριν καν αρχίσει την διαφήμιση ενός ομολογουμένως καλοφτιαγμένου ελκυστικού βιβλίου με το οποίο στην ουσία προχωρούν στον εγγραμματισμό των βλάχικων χωρίς την συμμετοχή της συντριπτικής πλειοψηφίας των Συλλόγων Βλάχων; Η πρωτοβουλία ελάχιστων Συλλόγων σε επίπεδο 120 και πλέον Συλλόγων Βλάχων πανελληνίως είναι αμελητέα αλλά ταυτόχρονα είναι και περίεργη όταν φαίνεται να επικροτείται κυρίως από άτομα του εξωτερικού.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

Βλαχόφωνος Ελληνισμός: Προσφορά και σκόπιμη αμφισβήτηση - Του Αντώνη Μπέζα

Βλάχοι της Σμίξης Γρεβενών

Οι θεωρίες περί ξεχωριστής εθνικότητας των Βλάχων στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη αποδείχτηκε ότι δεν είχαν καμία επιστημονική βάση και τις καλλιεργούσαν «στρατευμένοι» επιστήμονες

Η συμπλήρωση των 200 χρόνων από την εθνική παλιγγενεσία με τον απελευθερωτικό αγώνα του 1821, ξαναφέρνει στο προσκήνιο το ιστορικά αποδεδειγμένο γεγονός πως για ό,τι σοβαρό μπορεί να υπερηφανευθεί ο Ελληνισμός, την εκπαιδευτική, οικονομική ή επαναστατική δραστηριότητα, τουλάχιστον από τα τέλη του 18ου αιώνα έως την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτό οφείλεται σε καθοριστικό βαθμό στην ουσιαστική συμβολή των Βλάχων.

Από τις τάξεις τους προήλθε μεγάλο μέρος των Ορθόδοξων ιεραρχών, των δασκάλων και λογίων, των πολεμιστών του γένους στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία αλλά και πλήθος από εμποροβιοτέχνες που στελέχωσαν τις ελληνορθόδοξες κοινότητες των αστικών κέντρων της νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Παρόλα αυτά, μια σειρά από θέματα έχουν προκύψει κατά καιρούς από τα οποία θα εστιάσω στα τρία σοβαρότερα: Στην καταγωγή των Βλάχων και την ταυτότητά τους, τη λατινοφωνία τους και τον πολιτισμός τους.

Η καταγωγή και ταυτότητα των Βλάχων

Οι Βλάχοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες.

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2021

«Στράτευση» επιστημόνων και ερωτήματα για το «Βλάχικο»...


Κύριε Διευθυντά,
Συγχαρητήρια για το γεγονός ότι αναδεικνύετε προς συζήτηση το βλάχικο θέμα. Προσωπικά θεωρώ ότι υφίσταται ακόμα βλάχικο ζήτημα και έχω αρθρογραφήσει σχετικά και επανειλημμένα. Καταρχάς συμφωνώ με τις ανησυχίες που έχουν διατυπωθεί από τους Λίτσα Αναστασίου και Μιλτιάδη Πιτούλη στην επιστολή τους στην εφημερίδα σας. Θεωρώ ότι οι ανησυχίες δεν πρέπει να απαξιώνονται, ιδιαίτερα από επιστήμονες. Θα σας «ενοχλήσω» με δύο σημειώματά μου, τα οποία αποστέλλω σε δυο δόσεις για να μην κουράσουν τον αναγνώστη. Έρχομαι στο πρώτο μου σημείωμα.
• Η προσφορά των επιστημόνων στα βλαχολογικά θέματα είναι ιδιαίτερα σημαντική και όπως μας είπε σωστά ο μακαρίτης καθηγητής Γλωσσολογίας στο ΑΠΘ, Νίκος Κατσάνης, από τη 10ετία του 70 και μετά έχουν γίνει πολλές μελέτες σε υψηλό επιστημονικό επίπεδο (διδακτορικά, μεταπτυχιακά, μελέτες, βιβλία κλπ).
Είναι προφανές ότι όλοι οι επιστήμονες παγκοσμίως δεν πρέπει να είναι «στρατευμένοι» στο πλευρό ιδεολογιών, πολιτικών συστημάτων, δογμάτων κ.ά. Αν μελετήσουμε, όμως, προσεκτικά εργασίες κάποιων επιστημόνων, δυστυχώς θα διαπιστώσουμε τέτοιου είδους «στρατεύσεις». Και για να γίνω πιο συγκεκριμένος σας παραθέτω μερικά παραδείγματα από το βλάχικο θέμα:
Ο γνωστός ποιητής Κ. Κρυστάλλης στο βιβλίο του με τον τίτλο «Οι Βλάχοι της Πίνδου», εκδόσεις Δαμιανός, γράφει στη σελίδα 191: «...ο Γερμανός κ. G. Weigand, καθηγητής εν Λειψία, περιηγηθείς τους Βλάχους της Πίνδου, αλλά μισθωτός της ρουμανικής προπαγάνδας...».
Ο βαλκανολόγος-ρομανιστής, Αχιλλέας Λαζάρου, γράφει πολλές φορές στο τετράτομό του «Ελληνισμός και Λαοί της ΝΑ Ευρώπης» ότι ο G. Weigand χρηματοδοτείτο από τις Ρουμανικές κυβερνήσεις. Ως αποδεικτικό στοιχείο αναφέρει ρουμανικές εγκυκλοπαίδειες. Ενδεικτικά αναφέρω τον τόμο Β', σελ. 94: «Μεταξύ αυτών (ενν. οργάνων της ρουμανικής προπαγάνδας) αναφέρεται και ο Γερμανός G. Weigand, καθηγητής του πανεπιστημίου της Λειψίας, μνημονευόμενος και σε εγκυκλοπαίδειες (σημ. 137) της Ρουμανίας για τις χρηματοδοτήσεις από τις ρουμανικές κυβερνήσεις. [σημ. 137: βλ εγκυκλοπαίδειες: Diaconovich III, 1246, Minerva, 963, Predescu, 916]...».

Η πικρή αλήθεια για τη βλάχικη γλώσσα - Του Γιάννη Τσιαμήτρου


Γραμμουστιάνες. Γάμος της οικογένειας Φράστανλη, Ροδολίβος Σερρών.

Εσύ που παλιά κυριαρχούσες στους λόγγους, στα τσαΐρια στα βουνά, στις στρούγκες, στα μπατζιά, στις κασερίες, στις αυλές των σπιτιών, στα λιθόστρωτα καλντερίμια των παζαριών, στα πολυπληθή φαλκάρια από τα χειμαδιά στο ξεκαλοκαίριασμα και αντίθετα, στις βλαχόστρατες με τους κιρατζήδες με τ’ άλογα και τα μουλάρια από τη Πίνδο μέχρι τα Βαλκάνια, ‘τας Ευρώπας’ και ‘ως πέρα από τη Μαύρη Θάλασσα’ (νάπαρτι ντι Μάρε Λάϊ).

Εσύ που αντηχούσες πότε άγρια, πότε γλυκά, πότε συμβουλευτικά και πότε πειραχτικά στους καφενέδες, στις πλατείες και στα μαγαζιά (σαμαράδικα, ραφτάδικα, παντοπωλεία, τσαρουχάδικα, αργυροχρυσοχοΐα, χάνια κλπ), βγαίνοντας με καθαρότητα, δύναμη και διαύγεια από τα λαρύγγια των φτωχών και πλούσιων αστών, εμπόρων, εργατών, υπαλλήλων κ.ά. Αρμάνων/Βλάχων.

Εσύ που είχες τη τιμητική σου στα τραγούδια (κ΄.ντιτσι), στους χορούς (τζιόκουρι), στους γάμους (νούμτα) και στα πανηγύρια των βλαχοχωριών και μεγάλων ‘βλαχοκώμων’ της Πίνδου, του Ολύμπου, του Βερμίου, του Καϊμακτσαλάν κλπ, όπως το Μέτσοβο, το Συράκο, το Γαρδίκι, η Τζούρτζια, η Κλεισούρα, το Νυμφαίο, η Σαμαρίνα, το Περιβόλι, η Σμίξη, η Αβδέλλα, το Σέλι, το Ξηρολίβαδο, το Λιβάδι, τα Μεγάλα Λιβάδια, το Χιονοχώρι, ο Αϊλιάς κλπ, αλλά και όλων των μεγάλων πόλεων της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας στις χειμωνιάτικες εκδηλώσεις του Δωδεκαημέρου και της Αποκριάς.

Εσένα που περίμεναν με μεγάλη προσμονή να ακούσουν τα μικρά παιδιά (φιτσιόρλι) με αγαλλίαση και ευχαρίστηση, εκφρασμένη από το στόμα του παππού (αφεντημάρι) και της γιαγιάς (μαναμάρι) στην διήγηση των συναρπαστικών παραμυθιών και ιστοριών με μάγισσες και δράκους, τα βράδια στο τζάκι το χειμώνα και τις φωτιές το καλοκαίρι στο βουνό.

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021

Τα άρθρα περί «Βλάχικου» στον «Π.Λ.» και ένα «Δελτίο Τύπου» του Βασ. Νιτσιάκου…

 


• Αποφεύγει, όπως ο… διάβολος το λιβάνι, η λεγόμενη «Επιστημονική Εταιρία Μελέτης του Πολιτισμού των Βλάχων», να συμμετέχει στον ανοιχτό δημόσιο διάλογο που άνοιξε στον «Π.Λ.», σχετικά με κάποια ύποπτα παιχνίδια που συνεχίζονται εδώ και χρόνια, με «εργαλείο» τη βλάχικη γλώσσα και τον εγγραμματισμό της.
Αντ’ αυτού, ο πρόεδρος της «Εταιρίας», που εδρεύει στη Λάρισα, ο καθηγητής του Πανεπ. Ιωαννίνων κ. Βασίλειος Νιτσιάκος - με βλάχικη καταγωγή, από την Αετομηλίτσα Ιωαννίνων - επίμονα ζήτησε να δημοσιεύσει ο «Π.Λ.» ένα άρθρο του, αρνούμενος τη συμμετοχή του στον δημόσιο διάλογο, γιατί, όπως δήλωσε, έτσι θα… νομιμοποιούσε τους αρθρογράφους του «Π.Λ.»! Μας έστειλε λοιπόν ένα άρθρο του, που –όπως διαπιστώσαμε– ακριβώς το ίδιο και με τον ίδιο τίτλο είχε δημοσιεύσει δυο μέρες πριν Γιαννιώτικη ιστοσελίδα! Βέβαια, ο «Π.Λ.» δεν το έκανε δεκτό και προέτρεψε τον κ. Νιτσιάκο να απαντήσει στα όσα γράφονται περί Βλάχων και της «εταιρίας» του συγκεκριμένα και όχι γενικώς και αορίστως!
Αντί απάντησης, ο Πρόεδρος της «εταιρίας»… ευδόκησε να συντάξει και να στείλει και στον «Π.Λ.» ένα λακωνικό Δελτίο Τύπου με ανακρίβειες, λέγοντας βεβαίως τη μισή αλήθεια! Το παραθέτουμε αυτούσιο στη συνέχεια, για να βγάλουν τα συμπεράσματά τους όσοι παρακολουθούν τα περί «βλάχικου».

Χρήστου Ζ. Καρανίκα, Βλάχικη γλώσσα και ανθελληνική προπαγάνδα


Από τον παλιό δημοσιογράφο και έμπειρο ερευνητή κ. Χρήστο Ζ. Καρανίκα, Εκδότη της ιστοσελίδας «Το Εμμελές» - www.emmeles.gr, λάβαμε την ακόλουθη επιστολή, σχετικά με τη βλάχικη γλώσσα, θέμα που ανέδειξε πρόσφατα ο «Πρωινός Λόγος»:
«Κύριε Διευθυντά,
Συγχαρητήρια για το αφιέρωμά σας στην παρουσίαση της ανθελληνικής προπαγάνδας, με αφορμή την έκδοση του βιβλίου για την βλάχικη γλώσσα· τα άρθρα της Λίτσας Αναστασίου και του Μιλτιάδη Πιτούλη («Πρωινός Λόγος», 14 Ιανουαρίου 2021), δείχνουν εξαιρετική γνώση του προβλήματος, των πιθανών κινήτρων και των κινδύνων για την χώρα. Επιθυμώ μόνο να αναφέρω, μερικά πρακτικά προβλήματα και να κάνω λίγες ιστορικές αναφορές.

Το πρώτο, με ποιες δυνατότητες και διευκολύνσεις είχε τόση προβολή το βιβλίο, όταν το διαφήμιζαν πολύ συχνά σε πάρα πολλές ιστοσελίδες, ακόμη και ακριβών ημερησίων εφημερίδων, ή και διεθνών ιστοσελίδων; Ποιος πλήρωσε την διαφήμιση αυτή; Ο συγγραφέας του Θωμάς Τάχης, ή ο χρηματοδότης του, όπως αναφέρει, Όμιλος Νιτσιάκου; Κρίνεται αναγκαία η απάντηση στο ερώτημα και για λόγους εθνικής ασφαλείας.
Ο συγγραφέας επιχειρεί την ένταξη ρουμανικών και λατινικών λέξεων ή και συντάξεως στην βλάχικη γλώσσα, όπως το ομολογεί στην εισαγωγή του. Αλλά, δεν καταγράφει τις διαμαρτυρίες των ηλικιωμένων Βλάχων, ακόμη και των συγχωριανών του, ότι «αυτές οι λέξεις δεν είναι δικές μας», γιατί ελάχιστοι νέοι, αν όχι ουδείς την χρησιμοποιεί. Ποια σκοπιμότητα υπηρετεί η μέθοδος αυτή; Απαντούν ολοκάθαρα οι αρθρογράφοι σας. Αλλά είναι αναγκαία η αναφορά και στην αντίδραση των Βλάχων, που το 1992, κατά των ίδιων με τους σημερινούς υποκινητές της Βέροιας, με την συμμετοχή τού Αλέκου Καχριμάνη και των μεγάλων οικογενειών των παλαιών καπετανάτων, απέτρεψαν τον διχασμό. Αλλά, αυτοί επανήλθαν πρόσφατα με την ίδρυση, βλάχικων, ρουμανικών δηλαδή, σχολείων.

Από το βιβλίο του Θωμά Τάχη «Μαθαίνουμε τη Βλάχικη γλώσσα»

Ύποπτα παιχνίδια με τα «Βλάχικα»!


- Ποιοι, πώς και γιατί θέλουν να επιβάλλουν μειονότητα Βλάχων στην Ελλάδα
- Η χρήση της Λατινικής για τον εγγραμματισμό της Βλάχικης Γλώσσας ανησυχεί τους θεσμικούς φορείς του Βλάχικου Ελληνισμού

Αποκαλυπτικό άρθρο της Εκπαιδευτικού Λίτσας Αναστασίου και του Υποστρατήγου ε.α. Μιλτιάδη Πιτούλη

• Αν και από πολλών ετών, κάθε απόπειρα δημιουργίας «Βλάχικης Μειονότητος» στην Ελλάδα κατέρρεε σχεδόν εν τη γενέσει της, μερικοί ακόμη ονειρεύονται μια Βλάχικη Εθνότητα (!) ξεχωριστή από τον κορμό του Ελληνικού Έθνους.

Έτσι επιχειρούν με κάθε αφορμή και με διάφορους τρόπους, άμεσα ή έμμεσα, να… επαναφέρουν από το πουθενά (!) ένα ανύπαρκτο θέμα, δημιουργώντας μικρές αλλά επικίνδυνες εθνικιστικές εστίες που κάποιοι -και κυρίως οι Ρουμάνοι- προσπαθούν να εκμεταλλευτούν.
Τελευταία θέλουν να επαναφέρουν το θέμα με την έκδοση βιβλίων για τη «Βλάχικη Γλώσσα», του έως σήμερα προφορικού αυτού ξεχωριστού γλωσσικού ιδιώματος, που αναπαράγεται και διατηρείται με την μεταφορά του από γενιά σε γενιά, αλλά και διαφοροποιείται ανάλογα με την περιοχή.
Το γλωσσικό αυτό ιδίωμα θα έλεγε κανείς ότι πάντα αποτελούσε έναν τρόπο προφορικής «ενδοσυνεννόησης», αφού ούτε είχε ούτε έχει στηριχθεί σε ξεχωριστό, δικό του αλφάβητο, αλλά και για την αποτύπωσή του θα πρέπει να χρησιμοποιεί την Ελληνική Γραφή.
Τώρα έρχονται κάποιοι και χρησιμοποιώντας την Λατινική Γραφή και με την ομογενοποίηση των Βλάχων θέλουν ετσιθελικά να επιβάλουν γραπτή «Βλάχικη Γλώσσα», προκειμένου έτσι να επαναφέρουν από την «πίσω πόρτα» θέμα «Βλάχικης Μειονότητας» στην Ελλάδα!

Bιβλίο για τα Βλάχικα
Γι’ αυτό και αντιδράσεις έχει προκαλέσει η κυκλοφορία του βιβλίου του Θωμά Τάχη με τίτλο «Μαθαίνουμε τη Βλάχικη Γλώσσα» που κυκλοφόρησε πρόσφατα και απευθύνεται -σύμφωνα με το συγγραφέα- σε όσες και όσους επιθυμούν να μάθουν τα βλάχικα καθώς και σε Συλλόγους ή Πανεπιστημιακά Ιδρύματα που υποτίθεται ότι θα αναλάβουν τη διδασκαλία τους!
Στο συγκεκριμένο βιβλίο και στο πλαίσιο του εγγραμματισμού της βλαχικής, γίνεται μάλιστα χρήση του λατινικού αλφαβήτου με παράλληλη προφορά των λέξεων στα Ελληνικά, γεγονός που δημιουργεί αμφιβολίες και πολλά ερωτηματικά, με δεδομένο ότι οι Βλάχοι, από τα προεπαναστατικά χρόνια μέχρι σήμερα, έχουν στηρίξει και αναδείξει τα ελληνικά γράμματα!
Η χρήση της λατινικής για τον εγγραμματισμό της λεγόμενης βλάχικης γλώσσας αποτελεί σημείο τριβής τα τελευταία χρόνια και έχει προκαλέσει την έντονη ανησυχία και τις διαμαρτυρίες των θεσμικών φορέων του βλαχόφωνου ελληνισμού, όπως η Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων (Π.Ο.Π.Σ.Β.), ο Σύλλογος Βλάχων Επιστημόνων και η Παγκόσμια Βλάχικη Αμφικτιονία.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2020

Να μιλήσουμε πατριωτικά… για τη «βλάχικη γλώσσα»


Παρακολουθώ με έκπληξη το τελευταίο διάστημα τη συστηματική προσπάθεια ορισμένων να προωθήσουν βιβλία εκμάθησης της «βλάχικης γλώσσας» που περιέχουν μεταξύ άλλων κείμενα κατανόησης και ασκήσεις παραγωγής γραπτού λόγου. Και όλα αυτά με χρήση όχι απλά της λατινικής αλλά στοιχείων της ρουμάνικης αλφαβήτου! Θέλω λοιπόν να πω στους συμπατριώτες μου βλάχικης καταγωγής ότι αν για οποιονδήποτε λόγο δεν έμαθαν τα βλάχικα, ας μην έχουν τύψεις και σε κάθε περίπτωση καλό θα ήταν να μην ασχολούνται με τέτοιου είδους βιβλία. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να γράφει και να λέει ότι θέλει αλλά και εμείς έχουμε το δικαίωμα να υπερασπιζόμαστε τα αδιαμφισβήτητα ιστορικά και επιστημονικά δεδομένα που υπάρχουν.
Τα ιστορικά δεδομένα αποδεικνύουν πως στον κεντρικό και βόρειο ελληνικό χώρο αλλά και σε ολόκληρη τη Βαλκανική, για ότι σοβαρό μπορεί να υπερηφανευθεί ο Ελληνισμός, την εκπαιδευτική, οικονομική ή επαναστατική δραστηριότητα, τουλάχιστον από τα τέλη του 18ου αιώνα έως την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αυτό οφείλεται σε καθοριστικό βαθμό στην ουσιαστική συμβολή των Βλάχων. Από τις τάξεις τους προήλθε μεγάλο μέρος των Ορθόδοξων ιεραρχών, των δασκάλων και λογίων, των πολεμιστών του γένους στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία αλλά και πλήθος από εμποροβιοτέχνες που στελέχωσαν τις ελληνορθόδοξες κοινότητες των αστικών κέντρων της νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Οι Βλάχοι, δεν είναι ούτε το γραφικό υπόλειμμα του κτηνοτροφικού βίου των βουνών, ούτε μουσειακό είδος, ούτε εξελληνισμένοι πληθυσμοί, ούτε μειονότητα χειραγωγούμενη από επιτήδειους προστάτες, ούτε πολιτισμική ομάδα διχασμένη ανάμεσα στις εθνικές προπαγάνδες του 20ου αιώνα. Οι Βλάχοι αποτελούν γνησιότατη έκφραση του ελληνισμού, με τεράστια συνεισφορά στην οικοδόμηση της ελληνικής πατρίδας. Και οι μαρτυρίες υπάρχουν παντού: Από τα προεπαναστατικά κινήματα μετά την Άλωση, τον πρώτο πρωθυπουργό της Ελλάδας - Βλάχο στην καταγωγή - Ιωάννη Κωλέττη, τα επιβλητικά δημόσια κτίρια των Αθηνών και τους επιφανείς εθνικούς ευεργέτες, μέχρι τους άγνωστους ήρωες των βλαχοχωριών που σκοτώθηκαν για την πατρίδα στους αγώνες των Ηπειρωτών και τα χρόνια του Μακεδονικού αγώνα.
Τα επιστημονικά δεδομένα φανερώνουν ότι η λεγόμενη «βλάχικη γλώσσα», δεν είναι μια ενιαία και «κανονική» γλώσσα. Είναι ένα σύνολο από τοπικές προφορικές διαλέκτους («φαρσεριώτικη», «μετσοβίτικη», «γραμμουστιάνικη» κλπ), που δεν είναι ομογενοποιημένες, διαφέρουν ακόμη και μεταξύ γειτονικών χωριών και διαμορφώθηκαν λόγω της ρωμαϊκής και βυζαντινής λατινοφωνίας στον ελλαδικό χώρο. Λατινοφωνία Ελλήνων μαρτυρείται από την εποχή του Ιωάννη Λυδού, διοικητή της Βαλκανικής και χρονογράφου σύγχρονου του βυζαντινού αυτοκράτορα Ιουστινιανού, ο οποίος αναφέρει ότι «…καίπερ Έλληνας εκ του πλείονας όντας, τη των Ιταλών φθέγγεσθαι φωνή». Όλες αυτές οι διάλεκτοι έχουν περιορισμένο αριθμό λέξεων και δε διαθέτουν αλφάβητο και γραπτή παράδοση αφού σε αντίθεση με άλλες λατινογενείς γλώσσες που έχουν γραπτά γλωσσικά μνημεία από τον 9ο αιώνα, η «κουτσοβλαχική» παραχώρησε τη θέση της στην ελληνική γραμματεία και περιορίστηκε στην προφορική της και μόνο έκφραση.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΑΠΟΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΡΑΠΤΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΒΛΑΧΙΚΗΣ


Διαβάσαμε με πολύ προσοχή το κείμενο της γλωσσολόγου επίκουρης καθηγήτριας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο κ. Μαρίας Τσίγκου και εκείνο του κ. Γ. Χατζητέγα μέλους της Συντροφιάς Βλάχων της Αθήνας, βλ.: efsyn.gr

Οι δικές μας παρατηρήσεις είναι απόρροια των επαφών μας με πολλούς φίλους μέλη Συλλόγων Βλάχων από τα βλαχοχώρια του Ελληνικού χώρου και όχι φυσικά των Σκοπίων ή της Αλβανίας.
Ν’ αναφέρουμε επίσης ότι και οι δύο είμαστε ομιλητές του ιδιώματος της ιδιαίτερης περιοχής μας το οποίο μάθαμε από τους γονείς μας με όλες τις διαφορές που δυσκολεύουν πολλές φορές την συνεννόηση διότι η βλαχική είναι ένα σύνολο από μη ομογενοποιημένα ιδιώματα κι αυτός είναι ο πλούτος της και η ομορφιά της, η διαφορετικότητα που μας ενώνει στη μία και μοναδική πατρίδα η οποία ποτέ δεν μας καταπίεσε να μη μιλούμε τα βλάχικα όπως διατείνονται ψευδώς κάποιοι!

Μέχρι πρόσφατα η Γλωσσολογία αδυνατούσε να αποφανθεί με ποια κριτήρια ο γλωσσικός κώδικας ενός πληθυσμού χαρακτηρίζεται ξεχωριστή γλώσσα και πότε διάλεκτος ή ιδίωμα. Οπότε άλλοι παράγοντες έπαιζαν σημαντικό ρόλο όπως π.χ. η πολιτική βούληση και σύμφωνα με την γνωστή ρήση του γλωσσολόγου Μαξ Βαϊνράϊχ (Max Weinreich) «Μία γλώσσα είναι μια διάλεκτος εξοπλισμένη με στρατό και ναυτικό» που τονίζει πόσο βαρύνει ο πολιτικός και κρατικός παράγοντας σε τέτοια θέματα. Και η βλαχική δεν είχε ποτέ ούτε στρατό ούτε ναυτικό διότι ουδέποτε υπήρξε έθνος Βλάχων! Οπότε το αν είναι αυτόνομη γλώσσα η βλαχική είναι η άποψη μιας μικρής μερίδας επιστημόνων των οποίων αδυνατούμε να κατανοήσουμε τα κίνητρα της διαφωνίας τους με τους υπόλοιπους.
Βεβαίως, η σύγχρονη Γλωσσολογία επιχειρεί να επιλύσει το πρόβλημα με την υιοθέτηση μιας άλλης οπτικής με την οποία προσεγγίζεται η διάκριση «γλώσσα-διάλεκτος», με την εισαγωγή της έννοιας του «γλωσσικού συνεχούς» αλλά αυτό είναι θέμα ειδικών επιστημόνων κι όχι δικό μας.

Αν η βλαχική είναι αυτόνομη γλώσσα ή διάλεκτος ή ιδίωμα κλπ. μας είναι αδιάφορο, για εμάς τους Βλαχόφωνους Έλληνες είναι η δεύτερη μητρική γλώσσα, το πολιτιστικό στοιχείο, που μας έμαθαν οι γονείς μας παράλληλα με τα ελληνικά συνεχίζοντας την προφορική παράδοση που είχαν κληρονομήσει χωρίς να έχουν σχεδόν καμμιά γνώση για τις ιστορικές συνθήκες της Ρωμαιοκρατίας που οδήγησαν τον πληθυσμό της Πίνδου να μιλάει και αυτόν τον επίκτητο γλωσσικό κώδικα γιατί ελληνικά και μιλούσαν και έγραφαν όλοι.

Αυτή τη στιγμή οι Βλαχόφωνοι Έλληνες γίνονται άλλη μία φορά θεατές στο ίδιο έργο: να γίνονται συνέδρια για ζητήματα τα οποία τους αφορούν ΧΩΡΙΣ τους ίδιους, από μικρές αλλά δυναμικές ομάδες οι οποίες σε καμμιά περίπτωση δεν δικαιούνται να επιβάλλουν την άποψή τους στην μεγάλη μάζα των Βλαχοφώνων Ελλήνων η οποία δεν συμμετέχει! Επί ενάμιση αιώνα περίπου η Ρουμάνικη προπαγάνδα προσπάθησε να τους πείσει ότι δεν είναι Έλληνες αλλά απέτυχε διότι «σκόνταψε» στην ισχυρή προσήλωσή τους στο Ελληνικό Έθνος: και είναι γνωστός ο αυτοπροσδιορισμός τους ως Βλαχοφώνων / Λατινοφώνων Ελλήνων.

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Το ανύπαρκτο έθνος των Armâni στη Βαλκανική


Αρμάνων Ευεργετών Σύναξις. Πίνακας του ζωγράφου 
Ιωσήφ Κόττα από την Σελενίτσα Β. Ηπείρου. 
Θεσ/νίκη 1998. Ιδιωτική Συλλογή.
Γράφει η Έφη Μακρή

Κι ενώ πολλοί θεωρούσαν πως στην εποχή μας έχει εκλείψει πια η ρουμανική προπαγάνδα που ήθελε τους βλαχόφωνους Έλληνες ως απόγονους των Ρουμάνων, τα τελευταία χρόνια διάφοροι κύκλοι ασχολούνται εντόνως και συστηματικά με το ζήτημα των Βλάχων της Βαλκανικής, προσπαθώντας να τους παρουσιάσουν ως ξεχωριστό έθνος.

Με το πρόσχημα, λοιπόν, της μελέτης της γλώσσας των Βλάχων και της γραπτής απόδοσής της, ανοίγουν τον «ασκό του Αιόλου» δημιουργώντας την εντύπωση αφενός πως οι Βλάχοι της Βαλκανικής ομιλούν μία ενιαία γλώσσα και αφετέρου πως πρόκειται για μια καταπιεσμένη εθνότητα των Βαλκανίων (!)

Η ρουμανική προπαγάνδα

Ο G. Weigand, Γερμανός ρωμανιστής – βαλκανολόγος, το 1888 τύπωσε το βιβλίο του «Η γλώσσα των Βλάχων του Ολύμπου» και στη συνέχεια κυκλοφόρησε το δίτομο έργο του «Οι Αρωμούνοι», για το οποίο δήλωσε ξαφνιασμένος Ο Γ. Χατζιδάκις, ο πατέρας της ελληνικής γλωσσολογίας: «Απορώ που εύρε τους Αρωμούνους ο κ. καθηγητής».

Ο διακεκριμένος δηλαδή Έλληνας γλωσσολόγος υποστήριζε ότι ο Weigand καταχώρισε έναν ανύπαρκτο όρο, ενώ πραγματικά επρόκειτο για τον μόνο αποδεκτό από τους Βλάχους, οι όποιοι αυτοαποκαλούνται Αρωμούνοι (πρόφ. Armâni), και συμβάλλει εξαιρετικά στην απόδειξη της ελληνικότητάς τους.

Βέβαια, ο διακεκριμένος Γερμανός ρωμανιστής – βαλκανολόγος δεν ασχολήθηκε αυθόρμητα με τη μελέτη του γλωσσικού Ιδιώματος των Βλάχων του Ολύμπου. Σε συνάρτηση με την ευρύτερη ρωμανολογική διερεύνηση της Ν.Α. Ευρώπης είχε ιδρύσει στη Λειψία το «Ινστιτούτο Ρουμανικής Γλώσσας» με αδρότατες επιδοτήσεις από το κρατικό ταμείο της Ρουμανίας, χάρη στις όποιες εκδιδόταν και το περιοδικό «Balkan Archiv» και σειρά αυτοτελών συγγραμμάτων, όπως το έργο του «Οι Αρωμούνοι».

Σχετικά βέβαια με τη δράση της Ρουμανικής προπαγάνδας για το θέμα των Βλάχων και την ελληνικότητα των Βλάχων της Ηπείρου, της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας έχουμε αναφερθεί και σε παλαιότερες δημοσιεύσεις. Κι ενώ κάποιοι ίσως θεωρούν πως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έληξε οριστικά το θέμα της προσπάθειας της προπαγάνδας να παρουσιάσει τους βλαχόφωνους Έλληνες ως Ρουμάνους ή «ρουμανίζοντες», στην πραγματικότητα η δράση τέτοιων προπαγανδιστικών κύκλων στη Βαλκανική δεν σταμάτησε ποτέ έως σήμερα.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2019

Ουτοπικές εμμονές ενός καθηγητή




Γράφει ο Ιωάννης Τσιαμήτρος

Βλέπουμε με έκπληξη το σοβαρό όψιμο ενδιαφέρον του καθηγητή για τα βλάχικα. Τώρα που εξηνταρίσατε (και), κε καθηγητά, τα θυμηθήκατε και ηγείστε Εταιρείας για τη διάσωσή τους; Ποιος σας είπε ότι έχουν απαγορευτεί από τη πολιτεία τα βλάχικα; Κανένας δεν απαγορεύει κανένα να τα μιλήσει. Αν πάτε στο Μέτσοβο, θα διαπιστώσετε (ήδη το γνωρίζετε) ότι τα ομιλούν τόσο στην οικογένεια όσο και στο δρόμο. Κανένας δεν απαγόρευσε την επιστημονική ενασχόληση με αυτά, ούτε την εκπόνηση διδακτορικών διατριβών, ούτε συνεδρίων κ.ά., εδώ στην Ελλάδα. Έχουν γίνει πάρα πολλές εργασίες για τα βλάχικα τις τελευταίες δεκαετίες και κανένας φορέας, ούτε κρατικός, ούτε θεσμικός κλπ, δεν ήταν εναντίον τους. Άρα δεν είστε ο μόνος που ηγείστε κάποιας ομάδας ή ως άτομο για τέτοιο σκοπό για πρώτη φορά, ούτε εσείς και η ομάδα σας αποτελείτε κάποιες ιδιαίτερες ‘λάμψεις ζωής μέσα στο όμορφο δέντρο’.

Πραγματικά αποκτάει ενδιαφέρον η ενασχόληση σας με αυτό το αντικείμενο και μας προκαλεί ενδιαφέρον αυτό, καθώς μας κάνει πλέον να μη πλήττουμε καθόλου. Ωστόσο, μας εντυπωσιάζει το ενδιαφέρον σας για το ‘σπάσιμο’ των λαών των Βαλκανίων σε εθνοτικές ομάδες, σε ετερότητες, διαφορετικότητες, σε μειονότητες κλπ. 

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

«Περί εγγραμματισμού της βλαχικής γλώσσας» - Δελτίο Τύπου Π.Ο.Π.Σ.Β.


Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων (ΠΟΠΣΒ)
Λάρισα 03/11/2019 
Αρ. Πρωτ:155

Προς
Τον Εξοχότατο Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλο
Τον Εξοχότατο Πρωθυπουργό της Ελλάδος κ. Κυριάκο Μητσοτάκη
Τον Εξοχότατο Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων κ. Κων/νο Τασούλα
Τους Αξιότιμους Αρχηγούς των Κομμάτων
Τον Υπουργό Παιδείας
Τον Υπουργό Εσωτερικών
Τον Υπουργό Εξωτερικών
Τους Βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Τους Έλληνες Ευρωβουλευτές
Τον Πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών
Τους Περιφερειάρχες όλων των Περιφερειών
Τους Δημάρχους της Ελληνικής Επικράτειας
Τους Πρυτάνεις & Προέδρους Σχολών Ελληνικών Πανεπιστημίων
Την Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών
Τους Συλλόγους – Μέλη της Π.Ο.Π.Σ.Β.
Τις Ομοσπονδίες Πολιτιστικών Συλλόγων
Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης


«Περί εγγραμματισμού της βλαχικής γλώσσας»

Ως «βλαχική» νοείται το σύνολο των τοπικών διαλέκτων μίας μη ομογενοποιημένης και μη κωδικοποιημένης προφορικής γλώσσας προερχόμενης από τη δημώδη λατινική, όπως αυτή διαμορφώθηκε λόγω της μακραίωνης παρουσίας της λατινικής και στον χώρο της ελληνικής χερσονήσου. Δεν υπάρχει ενιαία μορφή κοινά αποδεκτή από όλες τις ομάδες των βλαχοφώνων, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις γύρω Βαλκανικές χώρες.
Η βλαχική κατατάσσεται στις λεγόμενες ρομανικές, δηλαδή νεολατινικές γλώσσες και αποτελεί διάλεκτο της λατινικής και αδελφή γλώσσα όλων των νεολατινικών γλωσσών που προήλθαν από τη λατινική (πορτογαλική, ιταλική, ουαλική, γαλλική, ισπανική, ρουμανική κλπ). Λόγω αυτής της γλωσσικής συγγένειας εθνικιστικές προπαγάνδες κατά το παρελθόν, αλλά και σύγχρονες, προσπάθησαν και προσπαθούν να τη διασυνδέσουν, με τη ρουμανική γλώσσα (ως ρουμανική διάλεκτο), χωρίς επιτυχία. Το μόνο που πέτυχαν διαχρονικά ήταν ο γλωσσικός «αποβλαχισμός» μεγάλων τμημάτων των Ελληνοβλάχων δεδομένου ότι οι ίδιοι ποτέ, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, δεν θέλησαν, όπως ήταν αυτονόητο, τον εθνικό τους διαχωρισμό από τους υπόλοιπους συνέλληνες.

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2017

Τα Βλάχικα / Αρμάνικα - Μέρος II


Επιγραφή Νεκταρίου Τέρπου
Διαβάστε: 


3. Γλωσσικές σχέσεις ελληνικών και βλάχικων

Είναι φυσιολογικό να υπάρχουν γλωσσικές σχέσεις ανάμεσα στα ελληνικά και βλάχικα γιατί, αφενός μεν όλες οι γλώσσες του κόσμου έχουν σχέσεις μεταξύ τους και αλληλοεπιδράσεις και αφετέρου ο ίδιος γεωγραφικός χώρος εξέλιξής τους το επιτρέπει. Παραθέτουμε ακολούθως απόψεις μερικών ερευνητών και ειδικών επιστημόνων:

α. Για το θέμα αυτό γράψαμε την άποψη του γλωσσολόγου Αντώνη Μπουσμπούκη στο προηγούμενο υποκεφάλαιο ‘Απόψεις διαφόρων ειδικών’. Θεωρήσαμε ότι δεν είναι δεοντολογικό να ‘σπάσουμε’ το κείμενό του.

β. Ο καθηγητής γλωσσολογίας Νίκος Α. Κατσάνης στην Εισαγωγή (σελ. κβ΄) του βιβλίου 'Οι Νομάδες των Βαλκανίων' των A. Wace & M. Thompson, εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1989, γράφει μεταξύ άλλων τα εξής: 
«…Οι σχέσεις της ελληνικής με την κουτσοβλαχική είναι μακροχρόνιες και βαθιές. Η επίδραση της ελληνικής στην Κουτσοβλαχική είναι ισχυρότερη από κάθε άλλη βαλκανική γλώσσα σε επίπεδο φωνητικό και λεξιλογικό. Φωνήματα από την ελληνική, παραγωγικές καταλήξεις, προθήματα και πάμπολλες λέξεις έχουν διαποτίσει την ΚΒ σε υψηλό βαθμό ώστε πολλοί, κυρίως ερασιτέχνες, να θεωρήσουν την ΚΒ μη νεολατινική γλώσσα. Μια συστηματικότερη μελέτη είναι δυνατόν να αποδείξει ότι το νεολατινικό αυτό ιδίωμα επικάθεται σε ελληνόφωνους ομιλητές, οι οποίοι στη συνέχεια γίνονται δίγλωσσοι…».
Ο ίδιος καθηγητής στο βιβλίο του ‘Οι Βλάχοι’, ό.π. και στο κεφάλαιο ‘Γλωσσικές σχέσεις Ελληνικής και Κουτσοβλαχικής’ (σελ. 109-115) μας πληροφορεί ότι η επίδραση της ελληνικής στην ΚΒ είναι κυρίως λεξιλογική (25-30%) και λιγότερο φωνητική και μορφολογική. Στο επίπεδο της φωνητικής τα φαινόμενα της κώφωσης (lemnu -> limnusu «ξύλο ->ξυλάκι) και της αποκοπής (musatâ->msatâ «όμορφη») που υπάρχουν στα ελληνικά ιδιώματα, υπάρχουν και στην ΚΒ. Πρέπει να σημειωθούν τα ελληνικά φωνήματα /γ, δ, θ/ που υπάρχουν και στην ΚΒ. Όσον αφορά στο επίπεδο της μορφολογίας η υιοθέτηση ελληνικών προθημάτων συμβαίνει στην ΚΒ (cacu-zburescu «κακομιλώ»), όπως και υιοθέτηση ελληνικών καταλήξεων (cafe ->cafedzi «καφές ->καφέδες», Sarmaniotu «Σαμαρινιώτης»). 
Όσον αφορά στο λεξιλόγιο ο καθηγητής επισημαίνει ότι τα αρχαιοελληνικά δάνεια στις λατινογενείς γλώσσες της βαλκανικής (άρα και στην ΚΒ) αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας και αντιπαράθεσης. Η πλευρά της Ρουμανίας, λέει ο καθηγητής, ότι μείωσε τη σημασία τους για ευνοϊκούς για αυτή (Ρουμανία) λόγους. Εκθέτει το πρόβλημα και τα ερωτήματα (τρία) που ανακύπτουν από αυτό. Νομίζουμε ότι καταλήγει στο ότι η ύπαρξη παλιών αρχαιοελληνικών γλωσσικών καταλοίπων στους Βλάχους δεν είναι δανεισμός από τη λατινική, αλλά κατευθείαν επιβίωσή τους. Για να στηρίξει αυτή την άποψή, φέρνει αρκετά παραδείγματα (mic, proaspitṷ, tšiumă, stupṷ, sterpu, sturṷ, broască cu osu, broaticu κ.α.), τα οποία βέβαια δεν θα τα αναλύσουμε για ευνόητους λόγους (δεν είμαστε γλωσσολόγοι και ο χώρος στο πόνημα μας είναι λιγοστός). Στη σελίδα μάλιστα 114 καταλήγει στο εξής: 
«…Από τα παραδείγματα που αναφέραμε πολλές λέξεις ή μάλλον όλες μπορούσαν να προέρχονται κατευθείαν από την ελληνική, ως μητρική γλώσσα των Βλάχων και όχι από την λατινική στην οποία πολλές λέξεις δεν εμφανίζονται ούτε σε γραπτά μνημεία ούτε σε επιγραφές…».

Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Βλάχικα / Αρμάνικα - Άποψη του καθηγητή Γλωσσολογίας κ. Αντ. Μπουσμπούκη


Γράφει ο Γιάννης Τσιαμήτρος
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ‘Ημερήσια‘ της Βέροιας στις 26-10-2017.

Στο σημερινό σημείωμα παραθέτουμε την ψύχραιμα επιστημονική γνώμη (υπό έκδοση) του Αντώνη Μπουσμπούκη, ομότιμου καθηγητή Γλωσσολογίας του ΑΠΘ για τα βλάχικα / αρμάνικα. Οι απόψεις ειδικών επιστημόνων είναι προφανές ότι έχουν βαρύτητα. Μάλιστα, οι ειδικοί και οι βαθιοί γνώστες της επιστήμης, που διακονούν, ποτέ δεν αποφαίνονται τελεσίδικα ότι η επιστήμη ‘μίλησε’, όπως μερικοί μη ειδικοί το κάνουν. Διότι πάντοτε ο κάθε επιστήμονας ερευνητής-μελετητής έχει τη δυνατότητα, την υποχρέωση, αλλά και το δικαίωμα να προσθέσει νέα στοιχεία, προωθώντας έτσι προς το καλύτερο την επιστήμη του. Περισσότερο μάλιστα δεοντολογικό είναι να εκθέτει τις απόψεις του προς συζήτηση σε επιστημονικά συμπόσια ή συνέδρια μεταξύ άλλων ειδικών για το συγκεκριμένο πεδίο της επιστήμης του. Έτσι ο Α. Μπουσμπούκης μας λέει: 

«…Στο χώρο της Βαλκανικής, κατά τους πρώτους αιώνες της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που οι κάτοικοί της την έλεγαν Ρωμανία και όχι Βυζάντιο, η λαϊκή λατινική άρχισε την αυτόνομη πορεία της τον 5ο μ.Χ. αιώνα. Έτσι, ανάμεσα στον 5ο με 7ο αιώνα, σύμφωνα με την Ιστορία της Ρουμάνικης Γλώσσας, δοκίμιο που συνέταξε η Ακαδημία Βουκουρεστίου (1968,15), η ρωμανική ή αλλιώς λαϊκή λατινική περνάει από τη φάση της όψιμης λατινικής στη φάση νεολατινικών ιδιωμάτων.
Πριν, όμως, από την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που συνέβη με την κατάληψη της Ρώμης (476 μ.Χ.) από γερμανικά φύλα, οπότε κόπηκε ο ομφάλιος λώρος της λατινοφωνίας ανάμεσα στην Ιταλία και στα Βαλκάνια, στις δύο απέναντι χερσονήσους ακούγονταν ρωμανικές διάλεκτοι που σχημάτιζαν την απενινο - βαλκανική γλωσσική ομάδα. 
Έκτοτε η διαφοροποίηση ήταν αναπόφευκτη ανάμεσα στα ιδιώματα των δύο χερσονήσων και γενικά με τη λατινόφωνη Δύση. Ωστόσο, ακόμα και σήμερα η νοητή γραμμή La Spezia - Rimini, που χωρίζει γλωσσικά την Κεντρική από τη Βόρεια Ιταλία, εξακολουθεί να ορίζει στα νότιά της το continuum / συνεχές της ρωμανοφωνίας, που εκτείνεται μέχρι τον βαλκανικό χώρο. ‘Έτσι, μιλάμε για νεολατινικά ιδιώματα της δυτικής Ρωμανίας (Β. Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία και Πορτογαλία) και της ανατολικής Ρωμανίας (Κεντρική και Ν. Ιταλία και Βαλκάνια). Γι αυτό, οι ιδιαίτερες ομοιότητες ανάμεσα στα ρωμανικά της Βαλκανικής και της Ιταλίας (νότια της γραμμής La Spezia - Rimini) μας επιτρέπουν την ασφαλή υπόθεση ότι τα νεολατινικά της Βαλκανικής μεταγγίστηκαν από φορείς που διακινούνταν ανάμεσα στο Bari, το Brindesi, και τ’ αντίπερα λιμάνια του Δυρραχίου, της Αυλώνας και της Απολλωνίας, όπου κατέληγαν παρακλάδια της Εγνατίας Οδού. Έτσι, τα ρουμάνικα, έξω από τα όρια της μεσαιωνικής Ρωμανίας (Βυζαντίου), τα ιστρορουμάνικα στη χερσόνησο της Ίστριας, τα μογλενίτικα ανάμεσα από Κιλκίς και Πέλλα και τα αρμάνικα της Πίνδου διαμορφώθηκαν σ’ ένα ευρύ πλαίσιο γεωγραφικού και ιστορικού χώρου, όπου οι αλληλοεπιδράσεις ήταν φυσικό επακόλουθο. Αυτό εξηγεί τόσο την ομοιότητα όσο και τη μεταξύ τους διαφοροποίηση.

Η αρμάνικη δεν είναι -ασφαλώς- κόρη της λατινικής, όπως είναι η πιο πιστή συνέχειά της, η τοσκάνικη / φλωρεντινή διάλεκτος, που αναβαθμίστηκε σε εθνική των Ιταλών γλώσσα, είναι ωστόσο εγγονή της. Εγγονές της λατινικής είναι ακόμα οι άλλες ιταλικές διάλεκτοι, τα ρουμανικά, τα γαλλικά, τα ισπανικά και τα πορτογαλικά. Εγγονή της λαϊκής λατινικής, η αρμάνικη παραμένει αρκετά πιστή σε φωνητικό, γραμματικό (μορφολογικό) και λιγότερο σε λεξικό επίπεδο, όπου ο λατινογενής πυρήνας της περιτυλίσσεται μ’ ελληνική λεξική επένδυση.

Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Επιδράσεις των αρχαίων ελληνικών στα βλάχικα σχετικά με το αριθμητικό σύστημα


Του Γιάννη Τσιαμήτρου

Είναι διαπιστωμένο ότι υπάρχει γλωσσική σχέση της Ελληνικής με τη Κουτσοβλαχική (ΚΒ) και τα τελευταία χρόνια επιφανείς Έλληνες επιστήμονες διαπραγματεύτηκαν αυτό το θέμα (π.χ. οι γλωσσολόγοι Κατσάνης Νίκος, Αντώνης Μπουσμπούκης, Ντίνας Κώστας και ο βαλκανολόγος/ρωμανιστής Αχιλλέας Λαζάρου). Οι έρευνες συνεχίζονται και περισσότερα ασφαλή συμπεράσματα θα υπάρξουν στο μέλλον σε αυτό το θέμα.

Στο παρόν σημείωμα θα ασχοληθούμε με τις επιδράσεις των ελληνικών στα βλάχικα όσον αφορά το αριθμητικό σύστημα. Οι πληροφορίες αντλήθηκαν α) από το βιβλίο των Ν. Κατσάνη & Κ. Ντίνα, με τίτλο ‘Γραμματική της Κοινής Κουτσοβλαχικής’. Έκδοση Αρχείου Κουτσοβλαχικών Μελετών., Θεσ/νίκη 1990 και β) από το βιβλίο του Αχιλλέα Λαζάρου με τίτλο ‘Βαλκάνια και Βλάχοι’, έκδοση ‘Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός’, Αθήνα 1993.

Συγκεκριμένα στο πρώτο βιβλίο οι Ν. Κατσάνης και Κ. Ντίνας μας λένε στις σελ. 67-68, σημειώσεις 1-3:
1. «…Τα αριθμητικά της ΚΒ διαφέρουν σε αρκετά σημεία από τα αντίστοιχα της δακορουμανικής. Συχνά μετά τον αριθμό δέκα χρησιμοποιούνται τα ελληνικά απόλυτα, ενώ η χρήση των ελληνικών τακτικών είναι ακόμη ευρύτερη».
2. «Από το 1-19 η αρίθμηση δεν είναι λατινική μολονότι τα στοιχεία που χρησιμοποιεί είναι λατινικά. Παρόμοια αρίθμηση συναντούμε στα αλβανικά, σλαβικά αλλά και στα αρχαία ελληνικά όπου το 11 και 12 φέρονται ως ἓνδεκα, δώδεκα (δέκα, εἷς, δύο). Από το 13 και πέρα η ταύτιση της αρχαίας ελληνικής και ΚΒ είναι απόλυτη: τρείς και δέκα = trei sprădzatsi, τέταρες και δέκα = patru sprădzatsi, πέντε και δέκα, επτά και δέκα κ.λ.π.».
3. «Η ΚΒ στον αριθμό 20 διαφοροποιείται από τη δακορουμανική, η οποία αγνοεί το λατινικό VIGINTI και χρησιμοποιεί το doauazece (DUO DECEM). Από το 21 ως το 29 η ΚΒ ακολουθεί παρόμοια αρίθμηση με την αρχαία ελληνική: εἷς και εἴκοσιν = ΚΒ unspraγingits (UNUM SUPRA VINGITI), ενώ δακορουμανικά douazeci si unu…». 

Ας έλθουμε τώρα στο σχετικό απόσπασμα του προαναφερθέντος δεύτερου βιβλίου (του Α. Λαζάρου) στις σελ. 218-219.
«…Αξιόλογη αποδεικτική (επιρροή της αρχαίας ελληνικής στα αρμάνικα) σπουδαιότητα περικλείει και το αριθμητικό σύστημα της αρωμουνικής, κυρίως από τον αριθμό 20 και μετά, του οποίου εξακριβωμένη αντιστοιχία υπάρχει μόνον στην αρχαία ελληνική και ακριβέστερα στη δημώδη. Θεωρείται δε ο αρχαιότερος τύπος του συστήματος, όπως παρατηρούν οι Schwyzer κ.ά. Αν και οι αριθμητικοί όροι τόσο στην Αρωμουνική όσο και στη Ρουμανική είναι λατινικοί, η αρίθμηση διαφέρει εντυπωσιακά. Μια μικρή αντιπαράθεση καθιστά ανάγλυφη τη διαφορά:

Λατινική
20 = viginti
21 = viginti unus, a, um (ή unus, a, um et viginti)
22 = viginti duo, duae (ή duo, duae, duo et viginti)
23 = viginti tres, tria (ή tres, tria et viginti) κ.ο.κ.

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Αρωμουνική ανθρωπωνυμία


Ρωμαϊκή αγορά Θεσσαλονίκης
Η εμφάνιση των Αρωμούνων[1], των λατινοφώνων, των Βλάχων[2], γνωστών ευρύτερα ώς Κουτσοβλάχων[3], στον βορειοελλαδικό χώρο ανάγεται στην εποχή της ρωμαϊκής κατακτήσεως. Την αλήθεια αυτή έχουν αναγνωρίσει και Ρουμάνοι, διακεκριμένοι μάλιστα ειδικοί επιστήμονες, όπως οι Vasile Pârvan[4], Radu Vulpe[5], Gheorghe Bràtianu[6], Take Papahagi[7], Emile Petrovici[8], Șextil Pușcariu[9], Dumitru Maniu[10], τελικά δέ και αυτός ο πολύς Th. Capidan[11]. Τελευταία όχι μόνο η εντοπιότητα αλλά και η ελληνικότητα των Αρωμούνων έχει αποδειχθή με διεπιστημονικά συγκλίνοντα στοιχεία[12]. ’Ήδη εκλατίνιση, άμεση ή έμμεση, Ελλήνων αποδέχονται και ικανοί 'Έλληνες επιστήμονες[13], ενώ παλαιότερα ανάλογο ενδεχόμενο αποκλειόταν λόγω της υπεροχής του ελληνικού πολιτισμού έναντι του ρωμαϊκού[14]. Είναι γνωστό ότι οι Ρωμαίοι, πριν ακόμα γίνουν κύριοι των ελληνικών χωρών, είχαν επιδιώξει τη σύναψη φιλικών σχέσεων με τις ελληνικές πόλεις καί ομοσπονδίες[15]. 'Όταν δέ υπέταξαν τήν Ελλάδα[16], μή διαθέτοντας το απαιτούμενο έμψυχο δυναμικό προς άσκηση της διακυβερνήσεως των νέων χωρών, σκέφθηκαν να αποταθούν αρχικά στην άρχουσα τάξη των Ελλήνων, για να την χρησιμοποιήσουν στή διοίκηση, στο στρατό και σ’ άλλους τομείς τής δημό­σιας και κοινωνικής ζωής. Παράλληλα αξιοποιούν κάθε ελληνικό στοιχείο[17]. Άλλως τε οί Έλληνες όλων των τάξεων δέν εννοούσαν νά εγκαταλείψουν τις πολυσχιδείς δραστηριότητές τους, κατ’ εξοχήν το εμπόριο[18], την εκμετάλλευση των συγκοινωνιακών μέσων[19], τήν εκτέλεση δημοσίων έργων κ.ά. Η κοινωνική δέ άνοδος της ελληνικής κυρίως αστικής τάξεως στή ρωμαϊκή αυτοκρατορία υπήρξε πράγματι σημαντική, δοθέντος ότι Έλληνες αναδείχθηκαν συγκλητικοί, άλλοι κατέλαβαν καί τό υπατικο αξίωμα, πάμπολλοι ανώτεροι στρατιωτικοί καί αυτοκρατορικοί διοικητικοί υπάλληλοι[20]. Συνάμα Έλληνες των κατωτέρων τάξεων, ορεινών καί πεδινών περιοχών, αποτελούν την ανεξάντλητη πηγή επανδρώσεως τών ρωμαϊκών λεγεώνων[21], όπου διακρίνονται ή τουλάχιστον εξασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες ζωής. 

Επειδή την κοινωνική εξέλιξη καί τήν ανεμπόδιστη επίδοση στο εμπόριο καί σ’ άλλα προσοδοφόρα επαγγέλματα ευνοεί ό τίτλος του ρωμαίου πολίτου, πού παρέχει ειδικά προνόμια, οί Έλληνες φροντίζουν έγκαιρα γιά τήν απόκτησή του[22], τήν οποία καί προβάλλουν έντονα λαμβάνοντας ρωμαϊκά ονόματα. Ενδεικτικά καταχωρίζουμε ελάχιστα χαρακτηριστικά παραδείγματα: 
Από την Κώ οι άδελφοί Γάιος Στερτίνιος Ξενοφών (ιατρός καί γραμματεύς του αυτοκράτορος Κλαυδίου) και Τιβέριος Κλαύδιος Κλεώνυμος, χιλίαρχος του ρωμαϊ­κού στρατού. Από τή Μυτιλήνη Μάρκος Πομπήιος Μακρινός, ύπατος. Άπο τήν Έφεσο Τιβέριος ’Ιούλιος Κέλσος Πολεμιανός, ύπατος, ό γιός του Τιβέ­ριος ’Ιούλιος Άκύλας Πολεμιανός, ύπατος, ο οποίος ίδρυσε στή γενέτειρά του τήν περίφημη βιβλιοθήκη. Από τή Νικομήδεια ο γνωστός συγγραφεύς Φλάβιος Αρριανός, επαρχιακός διοικητής καί ύπατος. Απο τήν Πέργαμο ό επίσης ιστορικός συγγραφεύς Αυλός Κλαύδιος Χάραξ, διοικητής ρωμαϊκής λεγεώνος καί ύπατος. Από τή Λήμνο ό γνωστός συγγραφεύς Φλάβιος Φιλόστρατος, τού οποίου ό γιος λεγόταν Λούκιος Φλάβιος Καπιτωλεΐνος. Από τήν Κρήτη ο Λεύκιος Φλάβιος Σουλπικιανός (Δωρίων Πολύκνις), συγκλητικός. Από τή Σπάρτη ό Γάιος ’Ιούλιος Ευρυκλής Ηρκλανός, Ταμίας, δήμαρχος, στρατηγός καί συγκλητικός. Από τήν Αθήνα ο Μάρκος Ούλπιος Ευβιότης, ύπατος, καί οί γιοί του Μάρκος Ούλπιος Φλάβιος Τεισαμενός καί Μάρκος Ούλπιος Πουπήνιος Μάξιμος. Επίσης ο Ηρώδης Αττικός, τού οποίου το πλήρες όνομα είναι Τιβέριος Κλαύδιος Ηρώδης Αττικός Μαραθώνιος. Από τα Μέγαρα Κόμμοδος Κομμόδου. Άπό τήν Αμοργό Αυρήλιος Οκτάβιος, γιος του Αυρηλίου Ερμέα. Ό ανεψιός του Πλουτάρχου, ο στωϊκός φιλόσοφος καί δάσκαλος του Μάρκου Αυρηλίου, Σέξτος κ.ά. Κατά συνέπεια, όπως προσφυέστατα γράφει καί ο ’Ιωάννης Τουλουμάκος, «από την παρουσία των Ελλήνων στη Σύγκλητο, στη διοίκηση και στο στρατό τής αυτοκρατορίας θά περίμενε κανείς καί πολιτιστικές επιδράσεις—καί φυσικά πρώτα πρώτα στη γλώσσα. Οι 'Έλληνες αξιωματούχοι τής ρωμαϊκής αυτο­κρατορίας ήξεραν λίγο πολύ όλοι λατινικά, μερικοί μάλιστα τόσο καλά, ώστε να διαβάζουν άνετα και λατίνους κλασσικούς. Λατινικά ήξεραν εξ άλλου όλοι σχεδόν οι 'Έλληνες διανοούμενοι της ρω­μαϊκής εποχής, από τον Πολύβιο και τον Ποσειδώνιο (κατά την περίοδο της ελεύθερης πολιτείας) ως τον Πλούταρχο και Φιλόστρατο, κατά την αυτοκρατορική»[23].

Τετάρτη 3 Μαΐου 2017

The verb of the Aromanian language, by Antonis Bousboukis


CONCLUSION
First extract (p. 177) of PhD in linguistics, titled’ The Verb of the Aromanian (language), by Antonis Bousboukis, Athens, 1982.

[…The Aromanian verb was strongly influenced by the Greek verb in many morphological elements, as seen in the second part. The most powerful effect, however, is observed at the semantic-syntactic level of the verb. This is an eloquent testimony that Aromanian/Vlach was profoundly ingrained by the Greek way of thinking. Thus, the semantic-syntactic functions of the all tenses remind (us) of the corresponding uses of the Greek verb. Simple Past (tense), for example, is so often used that it substitutes Present Perfect (tense) in many cases. This reminds (us) of its corresponding use in Greek language (p.75), while the Romanian language and the other Romance languages ​​use Present Perfect more frequently. Besides, the statement of a future act by Simple Present (p.62) instead of Simple Future is much rarer in Aromanian, as it is in Greek, unlike the other Romance languages.
The mood ​​of the Aromanian verb bears even stronger the stamp of Greek influence. The frequent use of the Subjunctive (mood), for example, which substituted the Infinitive (form of a verb), is result of the influence of the Greek verb (p.85). On the other hand, other Romance languages, as well as the Romanian (one), in part, preserve the use of the Infinitive. The statement of probability and possibility even with the Indicative (mood) instead of the usual Subjunctive (p.86-87) is also a result of Greek influence…]

CONCLUSION
Second extract (p. 183) of PhD in linguistics, titled’ ‘The Verb of the Aromanian (language)’, by Antonis Bousboukis, Athens, 1982.

[… Latin elements of the Aromanian concerning terms of agricultural and pastoral life (103), which do not appear in the Romanian, recommend a further indication of the formation of the Aromanian, parallel and-geographically-independent of the Romanian.
Katsanis (104) also finds matches of the Aromanian with the Tsakonian (Greek dialect), matches that ‘are phonetic, morphological and lexical. The first (phonetic) are the most frequent, while morphological and lexical ones are not that much’.
The same researcher assumes that ‘these language idioms must continue and preserve older linguistic elements, common once in the Greek world’.
All the above, along with the archaic lexical loans of the Aromanian, borrowed by the Greek (105), converge to the ascertainment that the Aromanian consists an independent branch of the Romance language in the Balkans…].

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Τα Βλάχικα / Αρμάνικα - Μέρος I


1. Η Λατινική στην Βαλκανική (Latinum Balcanicum)

Θα προσπαθήσουμε επιγραμματικά, με απλά και λίγα λόγια, να δούμε την εξέλιξη της λαϊκής Λατινικής πρώτα στην Δύση και μετά στη Βαλκανική. Γενικά όλη η προσέγγιση είναι προσαρμοσμένη να γίνει αντιληπτή από τον μέσο αναγνώστη. 
Η λαϊκή λατινική ήταν η προφορική γλώσσα όλων των κοινωνικών τάξεων της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Δεν ταυτίζεται βέβαια με την κλασική λατινική (γραπτή γλώσσα των Ρωμαίων). Μέχρι περίπου τον 8ο μ.Χ. αιώνα η γλώσσα αυτή δεν έχει πάρει μια συγκεκριμένη μορφή για να χαρακτηριστεί νεολατινική. Αυτή η περίοδος ονομάζεται από τους ειδικούς ‘ρωμανική περίοδος των νεολατινικών γλωσσών’. Από τον 9ο αιώνα στη Δύση έχουμε τις πρώτες γραπτές μαρτυρίες των νεολατινικών γλωσσών, πράγμα που αποδεικνύει ότι είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται οι νεολατινικές γλώσσες (γαλλική, ισπανική, ιταλική, πορτογαλική κλπ). Άρα, έτσι απλά, έχουμε μια ‘κοινή’ λαϊκή λατινική (ρωμανική) στη Δύση, που εξελίσσεται στη διαμόρφωση των νεολατινικών γλωσσών αυτής (Δύσης).
Το ίδιο πράγμα συμβαίνει παράλληλα και στη Βαλκανική. Η Ρωμανική (λαϊκή ‘κοινή’ λατινική) λοιπόν Βαλκανική εξελίσσεται στη διαμόρφωση των 5 νεολατινικών γλωσσών της (Δαλματική, Δακορουμανική, Ιστρορουμανική, Κουτσοβλαχική και Μεγλενίτικη).

Αυτή την Ρωμανική Βαλκανική ορισμένοι, όμως, γλωσσολόγοι (συνήθως Ρουμάνοι) την ονομάζουν Πρωτορουμανική, Αρχαία Ρουμανική, Κοινή Ρουμανική κ.ά., πράγμα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Παίζεται έτσι ένα παιχνίδι (πολιτικό), τέτοιο ώστε να δίνεται η εντύπωση ότι πρώτα γεννιέται η Ρουμανική και από αυτήν προέρχονται τα Βλάχικα, τα Μεγλενίτικα και τα Ιστρορουμανικά ως διάλεκτοί της. Είναι προφανές ότι αυτό το δόγμα (γένεση των βαλκανικών λατινικών ιδιωμάτων από ένα αρχικό πυρήνα - Δακία) εξυπηρετεί τη διεκδίκηση όλων των λατινοφώνων της Βαλκανικής από τους Ρουμάνους. 
Ιστορικά δεν στέκει αυτή η υπόθεση και δεν έχουμε κάποια μαρτυρία. Οι Ρωμαίοι κατέκτησαν τη Βαλκανική και μάλιστα πρώτα κατέκτησαν τον ευρύτερο ελληνικό χώρο, τρεις αιώνες μετά τη Δακία και είναι φυσιολογικό ο γεωγραφικός χώρος όλης της Βαλκανικής να είχε υιοθετήσει λατινοφωνία και όχι μόνο η Δακία! 

Άλλωστε, σύγχρονοι Ρουμάνοι γλωσσολόγοι δεν συμφωνούν με τον όρο πρωτορουμανική και υποστηρίζουν ότι η γένεση των ρωμανικών γλωσσών της Βαλκανικής ακολουθεί την παρόμοια με τη Δύση πορεία και οι γλώσσες της είναι αδελφές μεταξύ τους. Ο Ν. Κατσάνης (‘Οι Βλάχοι’, εκδόσεις University Studio Press, Θεσ/νίκη 2010, σελ.100) μάλιστα γράφει χαρακτηριστικά μια - γλωσσολογικού και επιστημονικού ενδιαφέροντος - σημαντική διευκρίνιση Ρουμάνας γλωσσολόγου, που υποστήριξε τον όρο ‘πρωτορουμανική’:
«…Πρόσφατο παράδειγμα είναι η περίπτωση της ελληνορουμάνας γλωσσολόγου, με έργο αναγνωρισμένο στην Ευρώπη, της M. Caragiu - Marioteanu, ελληνοβλαχικής καταγωγής αλλά όχι φιλέλληνος. Εν μέσω αφορήτων πιέσεων είχε την τόλμη να υποστηρίξει ότι το ‘πρωτορουμανική’ είναι definitio nominis και όχι definitio rei που σημαίνει ότι είναι ονοματικός προσδιορισμός, άσχετος με την ουσία του προδιορισμένου. Το definitio rei απαιτεί αντιστοιχία ονόματος και περιεχομένου, γεγονός που για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας παραβιάζεται συχνά. Παράδειγμα πρόσφατο η λεγόμενη «Μακεδονική γλώσσα» ονοματικός προσδιορισμός, άσχετος με την έννοια του όρου που στεγάζει, αφού αφορά ένα σλαβοβουλγαρικό ιδίωμα και ένα πληθυσμό σλαβικής καταγωγής, αλλά προσδιορισμός με ειδικό ιστορικό βάρος που ελπίζουν να ανασύρει από την ανυπαρξία ένα νέο έθνος…». 

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Περί Λεξικών της Κουτσοβλαχικής - Αντώνη Μ. Κολτσίδα


4. Τα μοναδικά λεξικά της κουτσοβλαχικής γλώσσας στην ελληνική βιβλιο­γραφία —του Κωνσταντίνου Νικολαΐδη (1909) και του Αντώνη Μιχ. Κολτσίδα (1978, 1993)— παρουσιάζουν διαχρονικά το γλωσσικό θησαυρό-πλούτο της γλώσσας στον αιώνα μας.

Περιορίζομαι σ’ αυτά και δεν αναφέρομαι στην ξένη βιβλιογραφία για δυο λόγους: πρώτον, γιατί αυτή υπακούει συνή­θως στο στρατευμένο προπαγανδισμό της ρουμανικής ιστοριογραφίας, και δεύτερον, ειδικά για το λεξικό του T. Papahagi, γιατί —αναμφισβήτητα, πέρα από την επιστημονική του σπουδαιότητα— φωτογραφίζει ακαδημαϊκά την υποτιθέμενη «ιδεατή» και «ιδανική» μορφή του κουτσοβλαχικού γλωσσικού κώδικα και —πάντως— πέρα από την αμφισβητούμενη πρόθεση του συγγρα­φέα και των εκδοτών του, δεν δίνει παρά μια γνωστή εικόνα της γλώσσας μέχρι το 1963 ή έστω μέχρι το 1974 (β ' έκδοση). Μετά από κει δεν παρα­κολουθεί την πορεία της πτώσης της κουτσοβλαχικής γλώσσας, η οποία ρα­γδαία επήλθε στα χρόνια 1966-1996. 

Έτσι, από τα πράγματα, το μεν λεξικό του Κ. Νικολαΐδη εμφανίζει την πρώτη εικόνα της κουτσοβλαχικής γλώσσας στις αρχές του αιώνα μας (1909), ενώ του Αντ. Κολτσίδα την τελευταία του αιώνα (1993). 

Συγκρίνοντας τώρα αυτά τα λεξικά, διαπιστώνουμε το κοινό και βασικό τους γνώρισμα, ότι και στα δύο το μεγαλύτερο ποσοστό των λέξεων είναι ελ­ληνικής καταγωγής. 
Συγκεκριμένα ο Κ. Νικολαΐδης καταγράφει στο λεξικό του 6.657 λέξεις, από τις οποίες οι 3.460, δηλαδή το 52% του συνόλου, είναι ελληνικές (ελληνικής καταγωγής)[40]. 
Στο λεξικό τώρα του υπογράφοντος καταγράφονται γύρω στις 2.800 λέξεις —αλλά μόνο αυτές που ακούγονταν στα χρόνια της σχετικής έρευνας 1966-1996— από τις οποίες οι περισσότερες, σε ποσοστό περίπου 70%, είναι ελληνικής καταγωγής. Έτσι, τα δάνεια από τη λατινική —βασικά— και αντίστοιχα από άλλες γλώσσες, με το πέρασμα των χρόνων μπαίνουν σε αχρηστία και η κουτσοβλαχική προσαρμόζεται τόσο στο λεξικολογικό, όσο και στο γραμματικό σύστημα της Νεοελληνικής, από την οποία πλέον αφομοιώνεται στο μεγαλύτερο βαθμό, με αποτέλεσμα να χάνει καθημερινά την αυτοτέλειά της. 

Η χρησιμότητα, αλλά και η πρωτοτυπία του λεξικού μου, στην έκδοση του 1993 —πλην της «φωτογράφησης» των «υπαρκτών» και μόνο λέξεων, έτσι όπως επιζούσαν στα τελευταία χρόνια της κουτσοβλαχικής γλώσσας— έγκειται στην πληθώρα των παραδειγμάτων από τη ζωντανή κουτσοβλαχική γλωσσική παράδοση με σχετικές έννοιες, θυμοσοφίες, αινίγματα, παροιμίες κ.ά., που ακολουθούν σχεδόν κάθε λεξικογραφούμενη λέξη[41]. Έτσι, η εργα­σία αυτή καταγράφεται ανάμεσα στις τελευταίες γύρω από τη μελέτη της κουτσοβλαχικής γλώσσας και μπορεί να χαρακτηριστεί ως «προσφορά» στην επιστημονική «αποτύπωση» μιας γλώσσας που δεν μιλιέται πλέον σήμερα.