Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική μνήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εθνική μνήμη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Δεκεμβρίου 2021

Ο Διονύσιος Πύρρος από την Καστανιά, ιστορικό βλαχοχώρι της Πίνδου

 

Του Γιώργου Ν. Παπαθανασόπουλου



Ο αρχιμανδρίτης Διονύσιος Πύρρος (1777-1853) είναι η μοναδική περίπτωση κληρικού που υπηρέτησε την Επανάσταση του 1821 ως αγωνιστής, ως ιατρός, ως θεολόγος και ιεροκήρυκας, ως δάσκαλος των ελληνόπουλων σε μαθήματα γεωγραφίας, φυσικής και χημείας και ως τεχνοκράτης, εισαγαγών στην επαναστατημένη Ελλάδα την τεχνογνωσία της κατασκευής χαρτιού και επιχειρήσαντος το 1827 να εγκαταστήσει το πρώτο χαρτοποιείο στον Μυστρά και μετά κοντά στο Άργος. Ο πολυτάλαντος αυτός κληρικός ήταν εκείνος, που το 1818 τύπωσε Φαρμακοποιία, στηριγμένη στο έργο του καθηγητού του στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Παβίας Λουίτζι-Γκασπάρο Μπρουνιατέλι (1761-1818). Όπως γράφει ο Δημ. Καραμπερόπουλος, το συγκεκριμένο βιβλίο του Πύρρου, «πρέπει να θεωρείται ως η πρώτη ελληνική Φαρμακοποιία». (Δημ. Καραμπερόπουλου «Η ιατρική ευρωπαϊκή γνώση στον Ελληνικό χώρο 1745-1821», Εκδ. Σταμούλη, Αθήνα, 2003, σελ. 292).

Ο Πύρρος γεννήθηκε στην Καστανιά Καλαμπάκας και εκάρη μοναχός στην ονομαστή Μονή Μεταμορφώσεως Μετεώρων. Στα Τρίκαλα Θεσσαλίας διδάχθηκε τα της ελληνικής γλώσσας και τα πρώτα μαθηματικά και στη συνέχεια μαθήτευσε στη Σχολή του Τυρνάβου, όπου δίδασκε ο επιφανής του Γένους ιερέας και διδάσκαλος Ιωάννης Δημητριάδης – Πέζαρος, που διακρινόταν για την κατά κόσμο σοφία του, τη λιτότητα του βίου του, και την έμπρακτη αγάπη και στοργή του στους άπορους μαθητές του.

Συνέχισε τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια ιερέας, λαβών αργότερα και το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Αφού δίδαξε για λίγο στη Χίο μετέβη στην Ιταλία, όπου το 1813 στο Πανεπιστήμιο της Παβίας έλαβε το πτυχίο της ιατρικής σχολής και παράλληλα της φιλοσοφίας. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα θετικών επιστημών σε Πανεπιστήμια της Ιταλίας και της Αυστρίας και εξασκήθηκε στην χειρουργική στο νοσοκομείο του Αγίου Αμβροσίου, στο Μιλάνο. Επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και παράλληλα με το λειτούργημα του ιατρού που ασκούσε του ανετέθησαν από το Πατριαρχείο καθήκοντα ιεροκήρυκος.

Στις 6 Απριλίου 1821, λίγες ημέρες πριν να εκτελεσθούν ο Άγιος Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, οι άλλοι Αρχιερείς, οι πρόκριτοι και αρχίσει η σφαγή των Ελλήνων στην Βασιλεύουσα ο Πύρρος, με την βοήθεια Τούρκου που εκείνος είχε θεραπεύσει, διέφυγε στο Άγιον Όρος. Εκεί έφτιαξε για τους σε επαναστατική έξαρση μοναχούς πυρίτιδα και επιχείρησε ανεπιτυχώς να κατασκευάσει δρύινα κανόνια με σιδερένια τσέρκια. Στη συνέχεια έφυγε από τον Αθω και έλαβε ενεργό μέρος στην Επανάσταση του, ως ιατρός μαχητών και αμάχων και ως ιεροκήρυκας, εμψυχώνων τους Έλληνες στον αγώνα τους. (Βλ. σχ. φυλλάδιο – βιογραφία του Διονυσίου Πύρρου του Θετταλού Μορφωτικού Συλλόγου Καστανιάς «Ο Στίνος», σελ. 4).

Οι Βαυαροί φέρθηκαν εχθρικά προς τον Πύρρο. Όπως γράφει ο ίδιος, για να τυπώσει τη Βοτανική του έκαμε δική του λιθογραφία, επειδή οι Βαυαροί «όντες φθονεροί τότε δεν με άφηνον να την τυπώσω. Πολλά έπαθον απ’ αυτούς έως ότου να την τυπώσω…» (Διονυσίου Πύρρου «Φαρμακοποιία», εισαγωγή εις επανέκδοση πρωτοτύπου εκδόσεως του 1818, Αθήνα, 1973). Από αντιπάθεια των Βαυαρών ο λόγιος αρχιμανδρίτης και ιατρός έμεινε έξω από την καθηγεσία στη συσταθείσα το 1837 Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ ήταν από τα ιδρυτικά μέλη και πρώτος πρόεδρος της «εν Αθήναις Ιατρικής Εταιρείας», που ιδρύθηκε το 1835 και «κατέστη η μήτηρ» της εν λόγω Σχολής.

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

100 χρόνια από τον θάνατο του Δημήτριου Μπατζιοτέλη από τη Σμίξη Γρεβενών


Δημήτριος Αστ. Μπατζιοτέλης

ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΩΣ ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ Η ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΠΡΟΤΟΜΗΣ ΤΟΥ ΣΤΗ ΣΜΙΞΗ

Γράφει ο Απόστολος Γ. Νούσιας
Ιατρός, Αντιπρόεδρος Συλλόγου Σμιξιωτών

Ανατρέχοντας σε αρχειακά τεύχη της εφημερίδας  μας, παρατήρησα ότι αρκετοί ήταν οι συμπατριώτες  μας που γράψανε λίγα λόγια για τη δράση και τη  ζωή του ανθυπολοχαγού Δημητρίου Μπατζιοτέλη.  Είτε με περισσότερες, είτε με λιγότερες  λεπτομέρειες, όλα τα άρθρα καταλήγουν με την  υπόμνηση ότι πρέπει να τιμηθεί, λόγω της σπουδαίας του στρατιωτικής καριέρας και του γενναίου θανάτου του, στη γενέτειρά του τη Σμίξη.
Ο Δημήτριος (Μητρολιάς) Μπατζιοτέλης, γιος του Αστέριου (Γούσιου) Μπατζιοτέγου από τον πρώτο του γάμο, γεννήθηκε το 1884 σύμφωνα με τον πρώτο εκλογικό κατάλογο της Σμίξης του 1914. Ακολουθώντας το ρεύμα της εποχής και επηρεασμένος από τις συνθήκες που επικρατούσαν στις αρχές του 20ου αιώνα, μεταναστεύει στην Αμερική μαζί με τη σύζυγο του Ευαγγελία Μπασδέκη και τη μικρή τους κόρη Ελένη το 1910. 
Τα ονόματα τους, έστω και ελαφρώς παραφθαρμένα (Matzotelos Dimitrios, Matzotelos Evaggelia, Matzotelos Eleni), τα βρίσκουμε στα αρχεία του Ellis Island, όπου δήλωσαν σαν τελευταίο τόπο κατοικίας τους τη Λάρισα και ταξίδεψαν με το πλοίο Themistocles. Με την κήρυξη του 1ου Βαλκανικού Πολέμου, το 1912, χιλιάδες μετανάστες απάντησαν θετικά στο κάλεσμα που τους έκανε η πατρίδα και γύρισαν ως εθελοντές να καταταχτούν και να πολεμήσουν. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Δημήτριος Μπατζιοτέλης, όπου γύρισε από την Αμερική μαζί με την οικογένεια του. Η ένδοξη στρατιωτική του δράση ξεκίνησε στο βορειοηπειρωτικό μέτωπο και την απελευθέρωση της Πρεμετής το 1913 όπου μπήκε επικεφαλής σώματος, συνεχίστηκε με τον αγώνα εναντίον των Βουλγάρων στο 2ο Βαλκανικό και 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο και τερμάτισε στη Μικρά Ασία απέναντι στον Τουρκικό Στρατό. 

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2021

Το Υπόμνηνα και το Ψήφισμα της Λιούντζης και της Ζαγοριάς προς την Συνδιάσκεψη της Ειρήνης του 1913


Παρακάτω σας παραθέτουμε απλοποιημένα στη νεοελληνική γλώσσα, δύο σπάνια ιστορικά έγγραφα. Το Υπόμνημα και το Ψήφισμα των ιστορικών περιοχών της Λιούντζης και της Ζαγοριάς προς την Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου το 1913. Αξίζει να αναφερθεί η καταλυτική και γενναία συμμετοχή τους στους ηρωικούς αγώνες και στην κοινωνική ανόρθωση στην ιστορική ολότητα της Ηπείρου, όπως επίσης να γίνει ευρέως γνωστό το ένθερμο πατριωτικό τους συναίσθημα.

Το υπόμνημα


16 Ιουνίου 1913

«Εξοχότατε,
Κάνοντας χρήση του δικαιώματος κάθε λαού να εκφράσει τη γνώμη του, όταν διακυβεύεται το πολιτικό του μέλλον, λαμβάνομε την τιμή να υποβάλουμε προς στην Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη, δια της μεσολάβησης της εξοχότητάς σας, το ακόλουθο σημείωμα και τις σκέψεις τις οποίες αυτό μας γεννά. Με πνεύμα αυστηρής δικαιοσύνης αυτές οι σκέψεις να χρησιμεύσουν ως αποδείξεις για τον ορισμό των συνόρων μεταξύ της Ελληνικής Ηπείρου και της Αυτονόμου Αλβανίας, της οποίας η δημιουργία σχεδιάζεται.

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

Εδεσσαίοι αγωνιστές προερχόμενοι από την περιφέρεια Κορυτσάς


Η παλιά Έδεσσα

Δέσποινας Χ. Παπαστεργίου 
Οικονομολόγος, πτ. ΠΑΜΑΚ 
Δημοσιογράφος-Ιστορική ερευνήτρια

Η προικισμένη αφειδώλευτα από την φύση Έδεσσα, χτισμένη στους πρόποδες του Βερμίου, με καταπληκτική θέα στον κάμπο, άφθονα νερά και πλούσια βλάστηση, διαθέτει πολύτιμη ιστορική κληρονομιά και παράδοση. Αποτελούσε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Μακεδονίας, γνώρισε την ύψιστη ακμή της κατά την ρωμαϊκή και παλαιοχριστιανική περίοδο, διατήρησε την σπουδαιότητά της κατά τους βυζαντινούς χρόνους και υπήρξε ακόμη και στα χρόνια της τουρκοκρατίας σημαντικό αστικό και διοικητικό κέντρο της κεντρικής Μακεδονίας(1). Αυτό είχε ως επακόλουθο την ανάπτυξη των γραμμάτων και των τεχνών. 
Επί τουρκοκρατίας το χριστιανικό στοιχείο της ήταν αρκετά υπολογίσιμο, ενώ το 1782 ιδρύθηκε το «Eλληνομουσείον», πρώτο σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Οι κάτοικοί της συμμετείχαν αποφασιστικά στην επανάσταση του 1821 και με πράξεις αυτοθυσίας και αυταπάρνησης, επιβεβαίωσαν το αδάμαστο ελληνικό πνεύμα. Τις δεκαετίες του 1860 και 1870 αποτέλεσε πεδίο συγκρούσεων μεταξύ Πατριαρχικών και Εξαρχικών. Κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, η πόλη και η ευρύτερη περιοχή ανέδειξε πλήθος μαρτύρων και ηρώων που αγωνίστηκαν για την ελευθερία. 
Στην μνήμη της τοπικής παράδοσης της Έδεσσας, στις οικογενειακές παραδόσεις και στις ιστορικές πηγές μαρτυρείται εγκατάσταση οικογενειών από την Μοσχόπολη (μετά την καταστροφή του 1769) και τα μετέπειτα χρόνια από την Κορυτσά(2), η οποία αναπτύχθηκε κυρίως μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης και των υπολοίπων χριστιανικών οικισμών της περιοχής. Τρεις κορυφαίες προσωπικότητες της πόλης που διακρίθηκαν για την γενναιότητα, το θάρρος και τις ηγετικές ικανότητες, ο Αγωνιστής του 1821 Παναγιώτης Ναούμ, ο Μακεδονομάχος Ιωάννης Τσίτσκας και η αδελφή του, Αρσακειάδα δασκάλα του Μακεδονικού Αγώνα, Λιλή Βλάχου ή Τσίτσκα, είλκαν την καταγωγή τους από την περιφέρεια Κορυτσάς. 

Παναγιώτης Ναούμ

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Χρήστος Πιτούλης

Γράφει ο Μιλτιάδης Πιτούλης,
Υποστράτηγος ε.α.

Τα τέσσερα αδέλφια, οπλαρχηγοί στη Φιλιππιάδα, στον πόλεμο του 1910-12. Από αριστερά: 
Γιώργης (ο υστερότοκος γιός), Χρήστος (δευτερότοκος), Ντίνας (πρεσβύτερος), Θωμάς (τριτότοκος).

Oι Πιτουλαίοι, ήταν μεγάλη βλάχικη φάρα και ανήκει στην υποομάδα των Βλάχων που ονομάζονται Αρβανιτόβλαχοι. Η ονομασία αυτή δηλώνει τους Βλάχους που προέρχονται από την περιοχή της Βόρειας Ηπείρου κυρίως της περιοχής Κολώνιας και Φράσερης. Ήταν χριστιανοί με ελληνική συνείδηση. Οι επιθέσεις των Τούρκων και Αλβανών εναντίων των χριστιανών Βλάχων, η καταστροφή της μεγάλης κοιτίδας τους, της Μοσχόπολης, και των υπολοίπων χριστιανικών οικισμών, τους οδήγησαν σε καθαρά νομαδικό βίο.
Oι Αρβανιτόβλαχοι ασχολήθηκαν αποκλειστικά με την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Οργανώνονται κατά Φάρες και Τσελιγκάτα στέλνουν τα προϊόντα τους στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Η φάρα των Πιτουλαίων, οργανωμένη σε τσελιγκάτο μετακινείται μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο στην ενιαία Ήπειρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από την Μοσχόπολη και τα βουνά της Κολώνιας στην οροσειρά του Γράμμου, ως τα παράλια του Ιονίου και της Αδριατικής ζώντας ως σκηνίτες. Σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Irvin Sanders στο βιβλίο του The people of rural Greece -εκδόσεις Harvard university press 1962- το τσελιγκάτο των Πιτουλαίων ήταν από τα μεγαλύτερα των Βαλκανίων.

Η οικογένεια Πιτούλη την περίοδο 1910-12 στη Φιλιππιάδα, ανακατεμένη με τον ελληνικό στρατό. 
Στο κέντρο της φωτογραφίας, καθιστοί, από αριστερά: Θωμάς, Ντίνας, Χρήστος. Πίσω, όρθιες, οι σύζυγοί τους. 

Παραμονές των Βαλκανικών πολέμων αρχίζουν στον ενιαίο Ηπειρωτικό χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι εθνοτικές συγκρούσεις. Ο Χρήστος Πιτούλης με τα άλλα τρία αδέλφια του -Ντίνας, Θωμάς και Γεώργιος, συμμετέχουν στον απελευθερωτικό αγώνα του Γιωργάκη Ζωγράφου.
Σε αναφορά του προξενείου Κορυτσάς προς το Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα σημειώνεται «Οι χριστιανικοί πληθυσμοί αισθάνονται σιγουριά με την παρουσία των αδελφών Πιτούλη» (Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών). Στρατεύονται στο πλευρό του Ελληνικού Στρατού. Έτσι, μετά την προσάρτηση της Β. Ηπείρου στο νεοσύστατο κράτος της Αλβανίας θεωρούνται personna non grata και επιλέγουν να εγκατασταθούν μαζί με άλλες νομαδικές μεγάλες φάρες καθώς και Έλληνες της Κορυτσάς και της Χιμάρας στον ελλαδικό χώρο, στην Ηγουμενίτσα. 

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2020

Η μέριμνα των Μοσχοπολιτών για την Ι. Μονή Οσίου Ναούμ Αχρίδας


Ι. Μονή Οσίου Ναούμ Αχρίδας
Οἱ πηγές γιά τήν ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας στήν Μητροπολιτική περιφέρεια Κορυτσᾶς εἶναι λίγες. Ὑπῆρχαν οἱ Κώδικες Ἱ. Ναῶν τουλάχιστον στά μεγάλα κέντρα ὅπως στή Μοσχόπολη, στήν Κορυτσᾶ, στό Βυθκοῦκι, στήν Ὑπισχία, στή Ζήτσιστα, στή Χότσιστα κ.ἄ. Τό κομμουνιστικό καθεστώς τοῦ Χότζα εἴτε τούς κατέστρεψε εἴτε τούς κατέκρυψε στά κρατικά ἀρχεῖα, ὅπου εἶναι ἀπρόσιτα στούς ἐπιστήμονες. Ὅ,τι κατορθώσαμε[6] νά ἔχουμε σέ φωτοτυπίες στό ἀρχεῖο μας στάθηκε πολύτιμο γιά νά συνθέσουμε μερική εἰκόνα τῆς ὅλης προσπάθειας τῆς Ἐκκλησίας γιά τήν ἐπιβίωση τῶν χριστιανῶν καί κατ’ ἐπέκταση τῶν Ἑλλήνων στήν ἐν λόγῳ περιοχή. 

Τό ἔτος 1662 ἡ Ἐκκλησία μερίμνησε γιά τήν Ἱ. Μονή Ὁσίου Ναούμ ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ Κώδικας[7] Ἱ.Μ. Ἁγίου Προδρόμου Μοσχοπόλεως σέ συνεργασία μέ τήν δημογεροντία τῆς Μοσχοπόλεως: 

«Ἴσον ἀπαράλλακτον ἀντιγραφέν ἐκ τοῦ Κώδικος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Προδρόμου / ἐν Μοσχοπόλει /. 
Κατά τόν καιρόν ἐν ἔτει σωτηρίῳ χιλιοστῷ ἑξακοσιοστῷ ἑξηκοστῷ δευτέρῳ <͵αχξβ΄> ἐπει/δή τό Μοναστήριον τοῦ ἁγίου Ναούμ ἔμεινεν ἔρημον χωρίς ἐπιστάτιν καί χωρίς Ἡγούμενον / οἱ Μοσχοπόλεως ἄρχοντες φιλευσεβεῖς καί εὐλαβεῖς ὄντως εἰς τά θεῖα Τεμένη καί εὐαγεῖς / οἴκους // θεία καί δυναστεία ἐσήκωσαν τόν Χατζῆ Γαβριήλ ἀπό τόν ἅγιον Πρόδρομον καί στέλνοντάς του εἰς τόν ἅγιον Ναούμ τόν ἀποκατέστησαν ἐκεῖ Ἡγούμενον διά νά ἐπιστατῇ τήν σεβάσμι/ον ἐκείνην Μονήν. Ὁ δέ Θεοδόσιος ἔμεινεν Ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Προδρόμου, ὁ δέ / Χατζῆ Γαβριήλ, ὡς ἐπῆγεν ἐκεῖ ἐκαλλώπισεν τό Μοναστήριον, ἔκτισε τόν Νάρθηκα, τό σκευο/φυλακίον, καί ἅπαντα τά ὁλόγυρα τοῦ μοναστηρίου κελλία, ... καί κάτω, τήν Πολνίτζαν / τόν Ζαμικνᾶν καί τούς πρός τήν λίμνην ὀντᾶδες, τά μαγηρεῖα, τά ἀμπάρια καί τούς πρός ἀμπελώνας / ὀντᾶδες μέ τό κλεμερλίδικο ἀχοῦρι, ὅτι μόνον τόν φοῦρνον εὑρῆκε παλαιόν καί τό μαγηρεῖον / ἄλλο δέν εἶχε / Ὁ γράψας Νικόλαος Ζωγράφου / ὁ καί Ἐπίτροπος τοῦ Ὁσίου Ναούμ / 
(Ὑπογραφή) Ὁ Κορυτζᾶς ∆ωρόθεος βεβαιοῖ / 
Ἐν Κορυτσᾷ τῇ 20 7βρίου 1875». 

Χαμένος είσαι όταν δεν σε σέβονται. Και δεν σε σέβονται όταν δεν σε φοβούνται.


Γεώργιος Παπαδόπουλος Τετράδης

Κι αυτό δεν ισχύει μόνο στη διεθνή πολιτική. Ισχύει και στίς καθημερινές σχέσεις. Με εξαίρεση τους ελάχιστους ανθρώπους που σέβονται επειδή έχουν Παιδεία. Μια μειοψηφία που ανήκει στίς προθήκες των μουσείων.

Όσοι προσπαθούν να εξαγάγουν συμπεράσματα από τη συνάντηση Μητσοτάκη- Τράμπ πρέπει να μην ξεχνούν ότι ο κόσμος έχει δύο μεγέθη: Τον μεγάκοσμο και τον μικρόκοσμο. Για τον μεγάκοσμο η συνάντηση δεν έχει καμιά αξία. Γιατί ο μεγάκοσμος παρατηρεί το ανθρώπινο είδος να εξακολουθεί μετά από 50.000 χρόνια πάνω στη Γή να σκοτώνεται και να ζει υπο καθεστώς έμφυλου φόβου για τα ίδια πράγματα. Τις πηγές και τα εδάφη. Τήν κατοχή για την επιβίωση της ομάδας και όχι του συνόλου. Και σ αυτό δεν έχει αλλάξει νοοτροπία ούτε κατ ελάχιστο.Έχει αλλάξει τεχνικές. Διαχείρισης της ίδιας νοοτροπίας. Πρόκειται για ένα πρωτόγονο είδος. Ένας εξελιγμένος πίθηκος.

Κανείς δεν ξέρει αν ο πίθηκος αυτός θα καταφέρει να σηκωθεί στό ύψος των δυνατοτήτων που του δίνει η νόηση. Γιατί του το δίνει. Και κανείς δεν ξέρει αν το "αν" συμβεί "πότε" θα συμβεί. Πάντως, σε χρόνο πολύ μακρυνό από τον δικό μας. Αν.

Κι εδώ ερχόμαστε στόν μικρόκοσμο. Στό τώρα. Στήν επιβίωση υπό αυτές τις συνθήκες. Όχι πια με κριτήρια ανθρώπινα- κατά τη δυνατότητα- αλλά πιθηκίσια. Κρητήρια ανθρωποφάγου πολέμου. Κριτήρια ψυχασθένειας.

Για να το ξεκαθαρίζουμε από την αρχή, η Ελλάδα είχε λίγες φορές στήν ιστορία της αξιοσέβαστη- για τους ξένους- εξωτερική πολιτική. Επί Ελ. Βενιζέλου, Μεταξά, Καραμανλή του Α', Παπανδρέου, Ανδρέα και Καραμανλή του Β' (λέγε με Μολυβιάτη). Και δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι προαναφερθέντες είχαν την ίδια πολιτική. "Αν θέλεις ειρήνη πρέπει να ετοιμάζεσαι για πόλεμο".

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

Οι Ηπειρώτες Βλάχοι του Φιέρι μέσα από δημοσιεύματα παλιών εφημερίδων


Η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ελευθερία Ι. Νικολαϊδου μας πληροφορεί ότιτο 1895, το Φιέρι, που ήταν κέντρο κι άλλων 7-8 βλαχόφωνων χωριών, αριθμούσε 150 οικογένειες Βλάχων(1).

O Σπύρος Τζώτζας εκ Φίερι κατεδικάσθη εις 3ετή ειρκτήν ένεκα διαφορών μετά του Βρυώνη και εκάει η μεγαλοπρεπής οικία του εν Φίερι.
Πηγή: Εφημερίδα ''Ελληνισμός'' Κέρκυρας, 6 Σεπτεμβρίου 1877, Αριθ. 12, σ. 4.

Ο Σπύρος Τζώτζας, Έλληνας βλάχικης καταγωγής από το Φιέρι, ήταν πατέρας των μαθητών της Ζωσιμαίας Σχολής των Ιωαννίνων, Γεωργίου και Χαράλαμπου Τζώτζα, όπως τεκμηριώνεται και από το αρχείο της Σχολής.

''Ο Ηπειρώτης'', Ελληνικόν Χρονολόγιον του έτους 1900, Κωνσταντινούπολις.
Συνδρομηταί:
Πέτρος Μ. Πιτσινάκης (εκ Βερατίου)
Χαράλαμπος Σπ. Τζώτζας (εκ Φίερι)
Κώστας Τζώτζας (εκ Φίερι)
Πέτρος Γκέτσης (εκ Φίερι)
Χαράλαμπος Γκοτζαμάνης * (εκ Βερατίου).

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2019

Η αλήθεια για την φωτογραφία-ντοκουμέντο του 1940



Η ιστορία μιας φωτογραφίας

Η Εποποιΐα της 28ης Οκτωβρίου 1940 και του Ελληνοϊταλικού πολέμου στην προαιώνια Ελληνική Γη της Βορείας Ηπείρου έχει αφήσει, συν τοις άλλοις, και φωτογραφικά αποτυπώματα, τα οποία νίκησαν την φθορά του χρόνου και δείχνουν το μεγαλείο του Ελληνικού Έθνους και εκείνη την ιστορική περίοδο. Μία από τις πλέον διάσημες και χαρακτηριστικές φωτογραφίες που συνδέονται με την συγκεκριμένη εποχή είναι και αυτή που κοσμεί το συγκεκριμένο κείμενο. Πρόκειται για Ελληνίδες της Πίνδου, οι οποίες καθάριζαν τον δρόμο προσφέροντας και αυτές τα μέγιστα για να διευκολύνουν την κίνηση του Ελληνικού στρατού που μάχονταν υπέρ Βωμών και Εστιών. Η φωτογραφία αυτή «έπαιξε» και φέτος σε εφημερίδες και περιοδικά. Μάλιστα, στο περιοδικό «Άγνωστη Ελληνική Ιστορία», που διένειμε η εφημερίδα «Δημοκρατία», η λεζάντα που συνοδεύει τη φωτογραφία γράφει τα εξής: «Γυναίκες στην Βόρεια Ήπειρο εργαζόμενες για τη διάνοιξη δρόμου προς διάβαση του Ελληνικού στρατού». Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική για το ποιόν των γυναικών και το μέρος στο οποίο τραβήχτηκε η συγκεκριμένη φωτογραφία.

Η φωτογραφία είναι τραβηγμένη κοντά στην περιοχή της Κατάρας (πιθανότατα στην περιοχή «Κάμπος του Δεσπότη»), ενώ σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες είναι στην είσοδο του χωριού Κουτσούφλιανη (νυν Παναγία) το οποίο βρίσκεται στη διαδρομή Τρικάλων-Ιωαννίνων. Επομένως, οι εννιά γυναίκες που απεικονίζονται στη φωτογραφία ήσαν κάτοικοι της Κουτσούφλιανης, μέλη δηλαδή του Βλαχόφωνου Ελληνισμού. Όπως οι Πρόγονοί τους, στις 13 Μαΐου 1898, έγραψαν Ιστορία, με το Ολοκαύτωμα της Κουτσούφλιανης και την φυγή όλων των κατοίκων του χωριού περνώντας τα Ελληνικά σύνορα, μην αντέχοντας την παράδοση εκ νέου του χωριού τους στον τουρκικό ζυγό, έτσι και οι γυναίκες αυτές στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων προσφέροντας, από το δικό τους μετερίζι, το δικό τους λιθαράκι στο χτίσιμο της Εποποιΐας του 1940, όπου Λαός και Στρατός έδωσαν την δική τους απάντηση στην Ιταλική εισβολή. Ταυτόχρονα, έδωσαν ένα ακόμη σκληρό μάθημα στην ιταλική προπαγάνδα, η οποία νόμιζε ότι ο Βλαχόφωνος Ελληνισμός ήταν «ρευστής εθνικής συνείδησης» (όπως θα έλεγε και ο Τζέφρι-Γιωργάκης Παπανδρέου), διαψεύδοντας οικτρά τις όποιες ελπίδες τους.

Κυριακή 31 Μαρτίου 2019

Ιστορικά στοιχεία από τον Κώδικα του Ι. Ναού της Παναγίας Ελβασανίου


Ο I. Ναός της Παναγίας στο Ελμπασάν 
Kisha e Shën Mërisë, Elbasan
Παπαστεργίου Δέσποινα

Οι εκκλησιαστικοί κώδικες των ρωμαίικων κοινοτήτων την περίοδο της οθωμανοκρατίας είναι βιβλία κοινοτικής χρήσης και συμβάλλουν στην καταγραφή της τοπικής ιστορίας, αφού μας δίνουν πληροφορίες της θρησκευτικής, εκπαιδευτικής, οικονομικής ζωής και, συχνά, αναδεικνύουν τα χαρακτηριστικά του λαϊκού πολιτισμού των κατοίκων της περιοχής στην οποία αναφέρονται.

''Εν δε το Κώδηκι της εν Ελβασανίω Μητροπολιτικής Εκκλησίας της τιμωμένης επί τη Γεννήσει της Θεοτόκου φαίνεται κατεστρωμένη πράξις του Αχριδών Μεθοδίου υπό χρονολογίαν 1759, δι' ης αποφαίνεται ο ρηθείς, όπως η Εκκλησία Νεοκάστρου (ούτω και σήμερον υπό πολλών και ιδίως εν τη Βλαχική γλώσση καλείται το Ελβασάνιον) ως ούσα απ' αρχής σταυροπηγιακή του θρόνου της Αχρίδος, διατελή και του λοιπού ως τοιαύτη.
Αυτόθι κοίται και άλλη αρχαιοτέρα πράξις υπό χρονολογίαν 1736 δι' ης δηλούται ότι, μεταβάς εις Ελβασάνιον εκ διαταγής του Αρχιεπισκόπου Αχριδών ο Βελεγράδων Μεθόδιος, επιτροπικώς εθεώρησε τον λογαριασμόν της άνω σταυροπηγιακής Εκκλησίας της Παναγίας Νεοκάστρου, επιστατήσας και εις την διά κοινής συνεισφοράς των κατοίκων Χριστιανών Ελβασανίου σύστασιν Σχολής εν αυτή τη πόλει (2).

(2) Από τότε χρονολογείται η Σχολή Ελβασανίου, ην μέχρι σήμερον, φιλοτίμως συνεισφέροντες, διατηρούσιν οι φιλόμουσοι χριστιανοί της πόλεως ταύτης. Ομοιομόρφους σχολάς διατηρούσι και οι κάτοικοι Καββαϊας, Τυρράνων και Δυρραχίου φιλόμουσοι και φιλότιμοι χριστιανοί.'' 

Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

Η ηρωική αντίσταση των Βλάχων της σημερινής Αλβανίας


Μουζακιαραίοι Βλάχοι
Πηγή φωτο: Th. Capidan, Fărșeroții
Απ’ το 2011 κυκλοφορεί στην αλβανική μετάφραση και διανέμεται ως προπαγανδιστικό μέσο στους ρουμανίζοντες Βλάχους της ανατολικής Αλβανίας (Κορυτσά, Πρεμετή κυρίως αλλά και στην Κεντρική Αλβανία), το πόνημα των αρχών του περασμένου αιώνα του Ρουμάνου διπλωμάτη Constantin N. Burileanu, ''Ι Romeni di Albania''. Η μετάφραση είναι του Βαλεντίνου Μουστάκα, αρχιτέκτονος, που είναι ο ιδρυτής και μέχρι πρόσφατα Πρόεδρος του Κόμματος των Ρουμανιζόντων Βλαχόφωνων της Αλβανίας, περί του οποίου έχουμε αναφερθεί και αναλύσει παλαιότερα.

Το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει με τη μορφή εντυπώσεων από δύο περιοδείες στα Ρουμανικά και τρεις στην Ιταλική εκδοχή, του εν λόγω Ρουμάνου διπλωμάτη με έδρα τη Ρώμη που εστάλη με συγκεκριμένη εντολή στην Οθωμανοκρατούμενη ακόμη περιοχή της σημερινής Αλβανίας, των Σκοπίων αλλά και της Μακεδονίας. Πρόκειται στην ουσία για ένα βιβλίο που επιδιώκει να διεγείρει τους Βλαχόφωνους πληθυσμούς ώστε να αποκόψουν απ’ το Οικουμενικό Πατριαρχείο, απεκδυθούν των ελληνισμό τους και την εθνική συνείδηση και προσδεθούν όπως τότε με ιδιαίτερη ένταση επιδίωκε η Ρουμανική επίσημη πολιτική στο δικό τους άρμα.

Δεδομένου ότι τμήμα του εκκλησιαστικού και διπλωματικού κατεστημένου της Ρουμανίας επανέρχεται στο σφετερισμό και τη χειραγώγηση αυτών των πληθυσμών, η μετάφραση, έκδοση και κυκλοφορία του βιβλίου αυτού (ας προσέξει κανείς την κατάχρηση: Οι Ρουμάνοι της Αλβανίας!!! παρόλο που στην αλβανική ο τίτλος του βιβλίου είναι Τρία ταξίδια) έχει τη δική του σημασία. Εξ άλλου είναι αποκαλυπτικό της σκοπιμότητας η αναφορά στην εισαγωγή του μεταφραστή, ακτιβιστή της Ρουμανικής προπαγάνδας, Μουστάκα, ότι το πόνημα του το έδωσε με την παρότρυνση κάποτε να επιμεληθεί της μετάφρασης ο πρώην Πρέσβης της Ρουμανίας στα Τίρανα Βιορέλ Στενιλέ, στη θητεία του οποίου ενεργοποιήθηκε Προξενείο επί Τιμή της Ρουμανίας στην Κορυτσά.

Τα ταξίδια του συγγραφέα του βιβλίου Μπουριλεάνου Κωσταντίνο, το 1905, 1906 και 1907 δεν έχουν ρομαντικό χαρακτήρα και ούτε απλά τη διατύπωση συμπερασμάτων από διερχόμενο διπλωμάτη. Διαπιστώνει κανείς εύκολα διαβάζοντας και παρά την φροντίδα να αποδίδει στους ανθρώπους που συναντά στα οροπέδια της Πρεμετής, της Κορυτσάς, του Πόγραδετς αλλά και του Κόλπου της Αυλώνας και τη Μουζακιά, ο Ρουμάνος διπλωματικός πράκτορας δεν καταγράφει. Απεναντίας επιδιώκει να διεγείρει και να φανατίσει ομάδες που είχαν συγκροτηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες και τους ενθαρρύνει σε παραπέρα πιέσεις ακόμη και ένοπλη βία εις βάρος των ομοεθνών τους που παρέμεναν προσηλωμένη στην εκκλησιαστική τάξη και παράδοση των πατέρων αλλά και στην ιδέα απελευθέρωσης απ’ τον Οθωμανικό ζυγό στα πλαίσια της Ελληνικής εθνικής παλιγγενεσίας.

Παρασκευή 20 Απριλίου 2018

4 Μαϊου του 1944: Τα Μεγάλα Λιβάδια στις φλόγες


Τα Μεγάλα Λιβάδια κάποτε...
Ήταν 4 Μαϊου του 1944 όταν στην τρίτη εκκαθαριστική τους επιχείρηση στο Πάικο οι Γερμανοί αποφάσισαν να πυρπολίσουν τα Μεγάλα Λιβάδια, κέντρο της Εθνικής Αντίστασης του Πάικου και έδρα του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Μέσα σε ελάχιστες ώρες τα 800 σπίτια του οικισμού έγιναν παρανάλωμα του πυρός στέλνοντας τους 4500 περίπου κατοίκους των Λιβαδίων στην οριστική προσφυγιά στους γύρω Νομούς: Κιλκίς, Πέλλας και Θεσσαλονίκης.

''... Τις μέρες που εμείς γιορτάζαμε την Πρωτομαγιά με τους Γιουγκοσλάβους και ξεκουραζόμασταν στα πράσινα λιβάδια της Τζένας, οι Γερμανοι χτένιζαν το Πάικο για να βρουν τους κρυμμένους παρτιζάνους. Μέρες ολόκληρες ακούγονταν πυροβολισμοί μέσα στις χαράδρες και εκρήξεις όλμων. Λυσσασμένοι από το πάθημα τους στη Μπέλα Βόντα πυροβολούσαν τον έρημο τόπο.
Κατά τις 5 ή 6 του Μάη δυο μεγάλα σύννεφα καπνού φάνηκαν πάνω στο Πάικο. Με τα κιάλια εξακριβώσαμε ότι οι καπνοί έβγαιναν από τα χωριά Μεγάλα Λιβάδια και Τρία Έλατα.
Οι Γερμανοί βάλανε φωτιά στα τόσο φιλόξενα για τους αντάρτες χωριά. Ο εχθρός μια και δεν βρήκε τους αντάρτες εκδικούνταν τους τόσο καλούς και φτωχούς κατοίκους των χωριών αυτών...''.
''... Και όσο βλέπαμε τους καπνούς να υψώνονται στον ουρανό σκεπτόμασταν το δράμα αυτών των ανθρώπων που τόση βοήθεια μας πρόσφεραν.
Καθώς αγνάντευα προς το Πάικο η σκέψη μου πήγε στα χωριά εκείνα. Τι έγιναν άραγε οι κάτοικοι των χωριών; Τους εκτέλεσαν οι Γερμανοί; Γλίτωσαν το θάνατο; Και σκεφτόμουν πως τα χωριά αυτά που με τόση επιφύλαξη μας δέχτηκαν στην αρχή και τόσο δέθηκαν μαζί μας με τον αγώνα τώρα τελευταία, έφθασαν να δουν τα σπίτια τους, τα νοικοκυριά τους, που τα στέριωναν μια ζωή ολόκληρη, να παραδίδονται στις φλόγες.
Όπως μάθαμε αργότερα οι Γερμανοί πετούσαν μέσα στα σπίτια μια ειδική σκόνη και δίνανε φωτιά. Τα σπίτια λαμπάδιαζαν αμέσως, ροκανίζονταν από τις αδηφάγες φλόγες, και μεταβάλλονταν τριζοβολώντας σε μαύρα και άραχλα ερείπια που έχασκαν κάτω από τον απέραντο ουρανό.
Οι Γερμανοί δεν περιορίστηκαν σ' αυτό μονάχα. Μάζεψαν όλο τον πληθυσμό και των δυο χωριών και κοπάδι, μ' ότι μπόρεσαν, οι φτωχοί άνθρωποι που γλίτωσαν απ' την πυρκαγιά, τους κατέβασαν στη Γουμένιτσα και από κει σκόρπισαν στα χωριά του κάμπου. Εκεί οι Λιβαδιώτες πέρασαν δύσκολες μέρες. Λίγοι μόνο κατόρθωσαν, αργότερα, να βγουν πάνω στο βουνό στο χωριό τους, να συμμαζέψουν κάτι από τα ρημαγμένα νοικοκυριά τους. Μα τους είχε μείνει η μεγάλη ελπίδα: Περιμένανε τη λευτεριά για να φτιάξουν καλύτερο το χωριό τους, να γίνει καλύτερη ολόκληρη η Ελλάδα...''(74).[Παραπομπή: Θανάση Μητσόπουλου, ''Το 30ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, Οδυσσέας, Αθήνα 1987]

Τι είχε προηγηθεί όμως αυτής της καταστροφής; 

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

Η σθεναρή στάση των Ελληνοβλάχων της Πελαγονίας - Γεγονότα του 1907


Πηγή φωτο: yaunatakabara.blogspot.gr
Στο βιλαέτι του Μοναστηρίου από τα μέσα του 1907 άρχισε να ατονεί η δραστηριότητα των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων, γεγονός που αφύπνισε την Μακεδονική Επιτροπή, η οποία με έγγραφο της (17 Οκτωβρίου 1907) προς τον Έλληνα πρωθυπουργό ζητούσε την αποστολή πολεμοφοδίων, 150 οπλιτών, εθνικών πρακτόρων και βέβαια ιερέων και δασκάλων.[172] Την ανάγκη για την ενεργοποίηση των ελληνικών σωμάτων στην περιοχή την επισήμανε και η ελληνική προξενική αρχή του Μοναστηρίου, η οποία τη θεωρούσε απαραίτητη για την αναδιοργάνωση του Μακεδονικού Κομιτάτου.[173]
Και ενώ όλα αυτά συνέβαιναν στο επίπεδο των Κομιτάτων και των Επιτροπών, ο ελληνισμός της Πελαγονίας αντιστεκόταν πεισματικά στις οργανωμένες επιθέσεις των ρουμανικών και βουλγαρικών σωμάτων. Ψυχή αυτής της αντίστασης ήταν το αδιαπέραστο ελληνικό φρόνημα των συμπαγών ελληνοβλαχικών πληθυσμών του Μοναστηρίου και των ελληνοβλαχικών κοινοτήτων της ευρύτερης περιοχής (του Μεγαρόβου, του Τιρνόβου, της Νιζόπολης, της Ρέσνας, του Κρουσόβου, της Μηλόβιστας κ.α.). Οι Ελληνόβλαχοι της Βορειοδυτικής Μακεδονίας στάθηκαν υπεράνω των αδυναμιών της ελληνικής κεντρικής εξουσίας, αγωνίστηκαν δυναμικά σε κάθε αλλόφυλη, αλλοεθνή, αλλόγλωσση και αλλόθρησκη προσηλυτιστική διείσδυση, πολέμησαν λυσσαλέα, ιδίως τη ρουμανική κίνηση[174], και διατήρησαν άσβεστη την ελληνική συνείδηση στο βορειότερο εθνολογικό όριο της Ελλάδας.

Αυτή την ελληνική συνείδηση των βλαχόφωνων πληθυσμών του ευρύτερου μακεδονικού χώρου την έχουμε αποτυπωμένη στις περίφημες ''διαμαρτυρίες των Κουτσοβλάχων'', με τις οποίες οι Ελληνόβλαχοι διαμαρτύρονταν για τις ενέργειες της ρουμανικής προπαγάνδας και για τη βίαια απογραφή αυτών ως Βλάχων. Αυτές οι αναφορές-διαμαρτυρίες σώζονται στα αρχεία του Πατριαρχείου, της μητρόπολης Θεσσαλονίκης κ.α. και δημοσιεύονται στην ''Εκκλησιαστική Αλήθεια'' των ετών 1904-1907[175] και εμφορούνται από το βαθύ εθνικό και θρησκευτικό αίσθημα των Ελληνόβλαχων, την ομολογία της εθνικής τους συνείδησης και της υπερηφάνειας τους που ανήκουν στο ελληνικό έθνος και στους κόλπους του Πατριαρχείου και την πηγαία και έντονη αγανάκτηση τους για την προπαγανδιστική διείσδυση της ρουμανικής προπαγάνδας.
Σε μια χαρακτηριστική διαμαρτυρία της 5ης Ιουνίου του 1907, που υπογράφεται από 1425 οικογενειάρχες Ελληνόβλαχους του Μοναστηρίου διαβάζουμε (σε ένα απόσπασμα της): ''Ημείς οι Κουτσόβλαχοι, πληρεστάτην έχοντες συνείδησιν της εθνικής ημών καταγωγής, ουδένα δέ συγγενικόν ή άλλον δεσμόν αναγνωρίζοντες μετά των Ρωμούνων κατοίκων της παριστρίου χώρας, στεντορεία, και αύθις, τη φωνή διακηρύττομεν και διά μυριοστήν φοράν επαναλαμβάνομεν ότι είμεθα γνήσιοι Έλληνες... Ουδείς πλούτος, ουδεμία δύναμις θ' αποσπάση ποτέ ημάς, ούτε από των αγκαλών της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, ήτις προ αμνημονεύτων χρόνων εγαλούχησε και εξέθρεψε ημάς πνευματικώς, ούτε από του ενδόξου ελληνικού Γένους.''[176] Οι Ελληνόβλαχοι του Μεγάροβου κλείνουν την ένθερμη διαμαρτυρία τους (12 Ιουλίου 1907) με μια συγκινητική και ''ενδόμηχο φωνή'' που ''βοά από τα βάθη της καρδίας'' τους: ''Εις τας φλέβας μας ρέει ακόμη αμόλυντον το προγονικόν αίμα. Εις τα δάση του Ολύμπου και της Πίνδου, του Βερμίου και του Περιστερίου, περιίπτανται αι ιεραί των πατέρων μας σκιαί περιφρορούσαι ημάς. Ημείς οι Κουτόβλαχοι ήμεθα, εσμέν και θα είμεθα Έλληνες. Τούτο το ορκιζόμεθα και το διακηρύττομεν, Παναγιώτατε, ενώπιον Θεού και ανθρώπων.''[177] Οι Ελληνόβλαχοι του Τίρνοβου στη δική τους διαμαρτυρία (10 Ιουνίου 1907) τονίζουν με αποφασιστικότητα ''ότι Έλληνες είμεθα και οφείλομεν να παραδώσωμεν τας ιεράς μας παρακαταθήκας, πίστιν και εθνικότητα, ακηράτους εις τας επιγιγνομένας γενεάς''[178], ενώ στη διαμαρτυρία τους οι Νιζοπολίτες (14 Ιουνίου 1907) διακηρύσσουν ότι ''ουδέποτε δε θα μας αλλοιώσωσι το φρόνημα και την πίστιν και εάν όλους τους ισχυρούς της γης διαθέσωσιν εναντίον μας, διότι το αίμα και η συνείδησις είναι αποκεκρυσταλλωμένα γνησίως ελληνικά'' και χαρακτηρίζονται οι ρουμανίζοντες ''ως βδελυραί μυιαί, συκοφαντούντες και ραδιουργούντες τους πάντας''.[179]

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Το Λιβάδι Ολύμπου και η μακραίωνη σύνδεση του με τα Σέρβια Κοζάνης


Χτισμένο αμφιθεατρικά σε μια από τις κορυφές του Τιτάριου όρους και σε υψόμετρο 1200μ, βρίσκεται το φημισμένο μας Λιβάδι ή Βλαχολίβαδο ή και Μεγαλολίβαδο. Ο Όλυμπος, το βουνό των θεών και των θρύλων, το συνοδεύει πάντα στην ονομασία του και στο γεωγραφικό του προσδιορισμό. Σε όποιο παραθύρι ή καλντερίμι του κι αν σταθείς καταλαβαίνεις ότι βρίσκεσαι στην αγκαλιά του ψηλότερου βουνού της Ελλάδας. Έχει την αρχοντιά και την παραδοσιακή ομορφιά όλων των ορεινών βλάχικων χωριών της χώρας μας και είναι σήμερα ζωντανό και ενεργό με 2000 κατοίκους, που ασχολούνται φυσικά σχεδόν αποκλειστικά με την κτηνοτροφία και τα παράγωγα αυτής.

Το Λιβάδι Ολύμπου είναι το φυσικό όριο τριών νομών (Κοζάνης, Πιερίας, Λάρισας) και ταυτόχρονα τριών περιφερειών. Την περίοδο της Τουρκοκρατίας πληθυσμιακά, έφτασε και ξεπέρασε τους 6000 κατοίκους. Διασκορπίστηκαν οι πιο πολλοί με το πέρασμα των αιώνων κυρίως στη Κατερίνη, στη Θεσσαλονίκη και τη Λάρισα, αλλά και αρκετοί σε ξένες χώρες. Με χαρακτηριστικά γνωρίσμαατά τους την περηφάνια, το πείσμα και τη φιλοδοξία, επέτυχαν σε εμπορικούς τομείς και διέπρεψαν πάρα πολλοί στην πολιτική και τις επιστήμες. Στην γενέτειρα τους, είτε επιστρέφοντας, είτε από μακριά, δώρισαν και πρόσφεραν σπουδαία ευεργετήματα.

Σημαντικό ιστορικό γεγονός για την βλάχικη κωμόπολη, αποτελεί η έναρξη της επανάστασης του Ολύμπου, από την γυναικεία μονή της Αγίας Τριάδας το 1822. Κορυφαία δε μορφή των αγώνων κατά των Τούρκων και πρότυπο αντρείας και γενναιότητας, ο Γεωργάκης Ολύμπιος. Μέλος της Φιλικής Εταιρίας με συνεχή δράση όχι μόνο στα Πιέρια και τον Όλυμπο, αλλά σε όλα τα Βαλκάνια. Δεσπόζουν ο ανδριάντας στην είσοδο και το σπίτι -μουσείο στην κεντρική πλατεία του αγωνιστή με το ηρωικό τέλος.

Για έναν αιώνα (1822-1922),η περιοχή που περικλείεται από τον Όλυμπο τα Πιέρια και τον Τίταρο, γίνεται πεδίο μεγάλων πληθυσμιακών ανακατατάξεων και μετακινήσεων, καθώς και πολύ έντονων κοινωνικών, πολιτικών και εθνικών ζυμώσεων.

Τα Σέρβια και το Λιβάδι, είναι θα λέγαμε οι δύο πόλοι μιας απόστασης, που διαδραματίζονται οι παραπάνω αλλαγές. Η διαδρομή με ενδιάμεσους σταθμούς το Νεοχώρι την Καστανιά και την μονή του Αγίου Αντωνίου Σιάπκας, κάνει στενότερες τις σχέσεις και τις συναλλαγές των κατοίκων. Πρωτίστως οι δρόμοι αυτοί οι ορεινοί θα γίνουν εμπορικοί. Έτσι θα κυριαρχήσουν και θα κορυφωθούν μέχρι και το 1970 περίπου. Τα Σέρβια αποτελούσαν για το Λιβάδι, τον πιο κοντινό προορισμό (15χλμ είναι η πραγματική τους απόσταση), με δέλεαρ, την ελκυστική αγορά, την ετήσια εμποροζωοπανύγηρη (Νιάημερο) και το εβδομαδιαίο ΄παζάρι΄. Από το Λιβάδι έρχονται στα Σέρβια για να πουληθούν κτηνοτροφικά και βιοτεχνικά προϊόντα. Αιγοπρόβατα, γαλακτοκομικά, τομάρια ζώων, μαλλί, ταλαγάνια, χαλιά, κεντητά, εκλεκτά τσαρούχια. Κάποιοι βλάχοι επίσης προσλαμβάνονται σαν εποχιακοί τσομπάνηδες. Στα Σέρβια οι Λιβαδιώτες βρίσκουν προϊόντα, αγαθά, νεωτερικά εμπορεύματα, εργαλεία, σκεύη και είδη πολυτελείας. Τα τελευταία χρόνια, αυτοδιοικητικές κεντρικές αποφάσεις και γεωγραφικές αλλαγές, θα φέρουν το Λιβάδι πιο κοντά στην Ελασσώνα και το νομό Λάρισας, χάνοντας έτσι σιγά- σιγά τις μακραίωνες εμπορικές σχέσεις και επαφές.

Σάββατο 10 Ιουνίου 2017

Ο Κρητικός ήρωας Εμμανουήλ Στ. Τριπαλίτης (Τριπολιτάκης)


Εμμανουήλ Στ. Τριπαλίτης (Τριπολιτάκης): Ο Ασηγωνιώτης ήρωας που θυσίασε τη ζωή του μαχόμενος για την υπεράσπιση του ελληνισμού της περιοχής Μοσχοπόλεως και Σίπισχας.

Οπλαρχηγός από το χωριό Κούφη Ρεθύμνης, όπου γεννήθηκε το 1889. Η οικογένειά του μετοίκησε στην Κούφη από το γνωστό ορεινό χωριό μεγάλων οπλαρχηγών των αγώνων του Έθνους την Ασή Γωνιά Αποκορώνου Χανίων, που αποτελεί τη γενέτειρα της οικογένειας των Τριπαλίτιδων (Τριπολιτάκιδων). Έλαβε μέρος στους απελευθερωτικούς πολέμους 1912-13 και εισήλθε από τους πρώτους στην απελευθερωθείσα Θεσσαλονίκη. Μάλιστα, κατά συμπλοκή με Τούρκους στη Θεσσαλονίκη σκότωσε Τούρκο αξιωματούχο, του οποίου τα ασημοποίκιλτα άρματα φορούσε έκτοτε. 

Στο Βορειοηπειρωτικό αγώνα του 1914 συμμετείχε ως Οπλαρχηγός. Του είχε ανατεθεί, από την Αυτόνομη Δημοκρατία της Βορείου Ηπείρου, η διοίκηση της περιοχής της Μοσχοπόλεως και της Σίπισκας, όπου φονεύθηκε σε ηλικία 25 ετών, μαχόμενος ηρωικά το Σεπτέμβριο του 1914, προσπαθώντας να διατηρήσει τον ελληνικό έλεγχο στην περιοχή, η οποία τότε εδέχετο ισχυρότατες πιέσεις από τις αλβανικές πολιτοφυλακές. Η σορός του θάφτηκε εκεί, σε σημείο που παραμένει άγνωστο μέχρι και σήμερα. Λίγο μετά το θάνατό του, ακολούθησε η ανακατάληψη της περιοχής από τον Ελληνικό Στρατό, τον Οκτώβριο 1914, κατόπιν συγκατάθεσης των Μεγάλων Δυνάμεων και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. 

Διασώθηκε η τελευταία του αλληλογραφία με τον εξάδελφό του Κωστή Τριπολιτάκη στην Κρήτη, με ημερομηνία τη 10η Ιουλίου 1914. Η επιστολή αναφέρει: 

Δευτέρα 5 Ιουνίου 2017

Ιστορικά μνημεία της οικογένειας Υψηλάντη στην Ουγγαρία



Dr György Antal Dioszegi

Οι Υψηλάντες διακινδύνευαν την ίδια τους την ζωή για την ελευθερία. Στη μονογραφία ''Οι Ούγγροι ουσάροι στη Μόλδοβα, 1788'' αναφέρεται ότι ''ο Τούρκος Ντιβάν Εφέντης έβγαλε πιστόλι για να πυροβολήσει τον πρίγκιπα Υψηλάντη'' με σκοπό οι Έλληνες να χάσουν τον αρχηγό τους. Η απόπειρα ματαιώθηκε χάρη στον Ούγγρο ουσάρο Szorenyi ο οποίος ''πρόλαβε τον Ντιβάν Εφέντη: την επόμενη στιγμή ο Τούρκος έπεσε νεκρός στο πάτωμα''.(1)
Ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης ήταν άρτια εκπαιδευμένος και ιδιαίτερα νοήμων. Ως Οσποδάρος (διοικητής) της Οθωμανικής Πύλης ''πάντα επεδίωκε την στρατιωτική κυρίως βελτίωση της Βλαχίας''. (Η ονομασία Βλαχία προέρχεται από τον μεσαίωνα, η περιοχή αποκαλούνταν Ουγγροβλαχία από τους Βυζαντινούς.)
Οι Γάλλοι όμως αποκάλυψαν τα σχέδια του στους Τούρκους, έτσι ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να καταφύγει πρώτα στην Τρανσυλβανία και μετά στη Ρωσία (ο γέρος πατέρας του όμως συνελήφθη κι εκτελέσθηκε για τις πράξεις του γιού του).

Ο γιός του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, Αλέξανδρος, μετά το 1818 ήθελε να ξεκινήσει την ελληνική επανάσταση έχοντας ως γνώμονα τα τελευταία λόγια του πατέρα του: ''οι Έλληνες για να είναι ελεύθεροι θα πρέπει να βασιστούν στον εαυτό τους''. Υπήρξε απόφοιτος της ρωσικής στρατιωτικής ακαδημίας, το 1812 αγωνίστηκε εναντίον των Γάλλων ως ουσάρος αξιωματικός, καθώς για την συμμετοχή του στη μάχη της Δρέσδης το 1813 διορίζεται στρατηγός κι επικεφαλής ενός ρωσικού συντάγματος ουσάρων. Αργότερα, για τον ρόλο του στην έναρξη της ελληνικής επανάστασης, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έλεγε: ''Εξετέλεσα την αποστολή μου. Εγώ έσπειρα κι άλλοι θα θερίσουν τους καρπούς''. Ο Υψηλάντης με την ''ιδέα της παλινόρθωσης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας'' ήθελε να ενώσει τον Ελληνισμό για την επιτυχία του απελευθερωτικού αγώνα, η σημαία του είχε χρώμα ''λευκό με ερυθρό σταυρό και έφερε την επιγραφή ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''.(2) (Ίδια με την σημαία του Αγίου Γεωργίου). Μετά την ήττα του Δραγατσανίου στις 19 Ιουνίου 1821, ο Υψηλάντης με τον στρατό του κατέφυγε στην Ουγγαρία μέσω του στενού Torcsvari της Τρανσυλβανίας. Ο Ούγγρος κόμης Istvan Szechenyi που τους συνάντησε στο Μπρασόβ, υποστήριζε ότι στην Νότια Τρανσυλβανία τότε βρίσκονταν περίπου 15 χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες.(3) Ο κόμης από τον Νοέμβριο του 1818 έως τον Φεβρουάριο του 1819 έκανε ένα περιπετειώδες ταξίδι στην Ελλάδα. Συμπαθούσε τον Ελληνισμό που ήθελε να σπάσει το τουρκικό ζυγό, καθώς είχε και την ευκαιρία να αισθανθεί το μεγαλείο των αρχαίων, και οι εμπειρίες αυτές θα τον οδηγούσαν να συνεργαστεί με τους Έλληνες εμπόρους κατά την Εποχή των Μεταρρυθμίσεων. Το 1821 ο Szechenyi και ο ήρωας Αλέξανδρος Υψηλάντης συναντήθηκαν και προσωπικά, πράγμα που μαρτυρούν και ιδιαίτερα ιστορικά στοιχεία. Στις 14 Απριλίου 1864 ''Ούγγροι ευγενείς της Βιέννης διοργάνωσαν έκθεση με καλλιτεχνικούς θησαυρούς για την υποστήριξη των πτωχών συμπατριωτών τους. Στο τμήμα των όπλων εκτέθηκαν επίσης το σπαθί και το τουφέκι του Υψηλάντη, που τα χάρισε ο ίδιος στον κόμη Szechenyi''.(4) Ο Υψηλάντης λοιπόν δεν κατέθεσε τα όπλα στις δυνάμεις των Αψβούργων, αλλά τα πέρασε στα χέρια του Szechenyi. Οι αυστριακοί τον φυλάκισαν στην πόλη Munkacs, σχετικά μ' αυτό σώζονται ερευνητέα έγγραφα, οι λεγόμενοι ''Φάκελοι Υψηλάντης, 1821-27. Εκλεκτά έγγραφα για την αιχμαλωσία του ηγεμόνα Υψηλάντη στην Ουγγαρία και την Αυστρία. Κιβώτιο 1ο..''(5) Όσοι γράφουν για το Munkacs αναφέρονται και στον αιχμάλωτο Έλληνα: ''από μακριά διακρίνεται ο λόφος  με το κάστρο, που υπήρξε φυλακή του Αλέξανδρου Υψηλάντη, ήρωα της ελληνικής επανάστασης''.(6)

Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

Χαιρετισμός του κ. Βασιλείου Σηφακάκη στην παρουσίαση του βιβλίου του κ. Β. Σταματόπουλου με θέμα τους Μακεδονοβλάχους


Ο συγγραφέας του βιβλίου κ. Β. Σταματόπουλος
Χαιρετισμός του κ. Βασιλείου Σηφακάκη στην παρουσίαση του βιβλίου του κ. Βασιλείου Σταματόπουλου «Οι Μακεδονοβλάχοι (17ος-19ος αι.). Έλληνες Βλάχοι στην κεντροανατολική Ευρώπη. Η αποκατάσταση της αλήθειας» που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του Συνεδρίου της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας που ήταν αφιερωμένο στη μνήμη του Ευγενίου Δούμτσα, πρώτου δημάρχου του Szentendre Ουγγαρίας.

Το θέμα των Βλάχων για τους περισσότερους Έλληνες είναι άγνωστο, ενώ για κάποιους το πολύ-πολύ να σημαίνει τους ορεσίβιους πληθυσμούς που ασχολούνται με την κτηνοτροφία. Για τους ανήσυχους όμως και συνειδητοποιημένους Έλληνες σημαίνει ένα κομμάτι του Ελληνισμού που ζούσε και ζει στην Θεσσαλία, την Ήπειρο και την Μακεδονία, που προσπάθησε να τους προσεταιριστεί η Ρουμανική προπαγάνδα και ακόμα και σήμερα το επίσημο Ρουμανικό κράτος θέλει να τους θεωρεί Ρουμάνους.

Η ενασχόληση του κυρίου Βασιλείου Σταματόπουλου με το θέμα των Μακεδονοβλάχων του 17ου-19ου αι. και των Ελλήνων Βλάχων στην Κεντροανατολική Ευρώπη δείχνει τις εθνικές του ευαισθησίες και τις ανησυχίες του για την συνεχιζόμενη σήμερα προπαγάνδα της Ρουμανίας να θεωρεί Ρουμάνους όλους τους λατινόφωνους πληθυσμούς της Κεντροανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, επομένως και τους Έλληνες. Ο συγγραφέας όμως θίγει άλλο ένα θέμα: δείχνει ότι η προπαγάνδα αυτή δεν περιορίζεται μόνο στο μητροπολιτικό χώρο, αλλ’ επεκτείνεται και έξω απ’ την Ελλάδα, όπου ζουν χιλιάδες Έλληνες Βλάχοι, διωγμένοι σε χαλεπούς καιρούς από τις εστίες τους, όπως οι Βλάχοι της Μοσχόπολης, της κατ’ εξοχήν ακμάζουσας ελληνικής πόλης πριν το 1850, που εξανδραποδίστηκε από τις θηριωδίες και τις φρικαλεότητες; των Τουρκαλβανών.

Η Ελληνοβλαχική κληρονομιά στη πόλη του Szentendre (Αγίου Ανδρέα) - Βασιλείου Σταματόπουλου


Βουδαπέστη: 7η Συνδιάσκεψη της Παγκόσμιας Βλαχικής Αμφικτιονίας.
Ομιλία του Βασιλείου Σταματόπουλου,
Οικονομολόγος-Ιστορικός Επιμελητής, πρόεδρος του Ελληνικού-Κυπριακού-Ουγγρικού Συλλόγου Φιλίας.

Κυρίες και Κύριοι
Άγιος Ανδρέας (Szentendre) 

Η Ελληνοβλαχική κληρονομιά στη πόλη του Szentendre (Αγίου Ανδρέα), αποτελεί μέχρι σήμερα ένα σημείο εξαιρετικού δείγματος του πολιτισμού από την παρουσία των σε όλη την Ουγγαρία. 
Στο Szentendre έφτασαν οι Έλληνες από τη Μακεδονία και Ήπειρο κατά το τέλος του 17ου αιώνα. Σημαντικό γεγονός υπήρξε ότι η συντεχνία τους πήρε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στις 13 Ιουλίου 1698 και το 1715 ιδρύθηκε η συντεχνία των Ελλήνων κατασκευαστών σαπουνιού με έδρα στην οδό «Görög» (Ελλήνων). Εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι την πλειοψηφία της πόλεως, την είχαν οι ομόθρησκοι Σέρβοι.
Βάσει της απογραφής του 1774 οι μόνιμοι Έλληνες κάτοικοι της πόλεως ήταν 22 που οι περισσότεροι προήρχοντο από την Μοσχόπολη, μετά την καταστροφή της από τους Τουρκαλβανούς το 1769. 
Σε επίσημα έγγραφα του δήμου, το 1772 αναφέρονται ονόματα Ελλήνων όπως «Lazarus Monasterl, Duka Kalo και Ignatius Geregh». 
Οι Έλληνες μαζί με τους Σέρβους απόκτησαν μεγάλο πλούτο και απόδειξη είναι οι εκκλησίες που δημιούργησαν σε ρυθμό μπαρόκ καθώς επίσης και τα κτήρια των εμπορικών οικογενειών τα οποία σώζονται μέχρι σήμερα. 
Το απόγειο της ακμής των Ελλήνων της πόλεως εμφανίζεται στα μισά του 18ου αιώνα όταν κάνουν την εμφάνιση τους και σε άλλες πόλεις της Αυστροουγγαρίας, συνεργαζόμενοι με όλους τους Έλληνες έμπορους, δημιουργώντας έτσι ένα μεγάλο εμπορικό δίκτυο. 
Σε αυτή την πόλη διέμενε κατά τους θερινούς μήνες και ο μεγάλος Έλληνας επίσκοπος καταγόμενος από τα Σέρβια της Κοζάνης Διονύσιος Παπαγιαννούσης, ο οποίος ήταν η αιτία για την κατασκευή των περισσοτέρων ελληνορθόδοξων ναών στην Μεγάλη Ουγγαρία καθώς και η δημιουργία της ελληνικής παιδαγωγικής Ακαδημίας στην Πέστη. 
Εδώ το 1828 απεβίωσε ο Έλληνας επίσκοπος Βούδας Διονύσιος Παπαγιανούσης ή Dioniszios Popovics και είναι θαμμένος στο σερβικό Καθεδρικό Ναό, αλλά η ελληνόγλωσση επιγραφή του τάφου του τοποθετήθηκε στο τοίχο του ελληνικού ναού της πλατείας Petőfi στην Πέστη.
Ο ναός Blagovesztenszka με την σλαβική του ονομασία που βρίσκεται στην πλατεία Fő του Szentendre είναι κοινώς γνωστός και με το όνομα «Grecska», η λέξη με υποκοριστικό υποδηλώνει «μικρό Έλληνα». Η σλαβική ονομασία είναι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Μερικοί λένε ότι η ονομασία «Grecska» προέρχεται από την επιτύμβια πλάκα με ελληνική επιγραφή που βρίσκεται στην πλαϊνή θύρα και η οποία αναφέρει ότι «ο Τολογιάννης Δημήτρης (Tolojanni Demeter), που κατάγεται από την πόλη Υπισχίας έζησε μια περιπετειώδη ζωή, απεβίωσε εκεί στις 24 Απριλίου 1759 σε ηλικία 48 ετών», αν και ήταν μόνιμος κάτοικος της πόλεως Vác. Αυτός ο ναός ονομαζόταν Ελληνικός Ναός και οι Έλληνες της γειτονιάς αυτής ήταν μέλη της ενορίας και συμμετείχαν στην οικοδόμηση του ναού. Έτσι ο δρόμος μπροστά από την εκκλησία πήρε την ονομασία οδός Ελλήνων. 
Σε ένα πρωτόκολλο του 1697 όμως μπορούμε να διακρίνουμε ένα ολόκληρο διάγραμμα κάλυψης του Szentendre στο οποίο βρίσκουμε «το Ναό των Ελλήνων» και μερικές γραμμές πιο κάτω «το Ναό των Σέρβων». Αναλύοντας το κείμενο του πρωτοκόλλου συμπεραίνουμε ότι ο ναός των Σέρβων πιθανόν να βρισκόταν στη θέση του τωρινού αναμνηστικού σταυρού του Τσάρου Λαζάρου και εκείνος των Ελλήνων στον «δρόμο που οδηγεί στο Δούναβη», στη θέση δηλαδή του ναού που υπάρχει και σήμερα.
Στους Έλληνες του Szentendre του 18ου αιώνα ανήκαν μεταξύ άλλων και οι οικογένειες των Αντρέας Χατζής (Hadzsi András), Νικόλαος Πούγιος (Pulyo Miklós), Γεώργιος Πόποβιτς (Popovics György), Θεόδωρος Μάρτον (Marton Tódor), Μιχάλης Κοσμάς (Kozma Mihály), Γεώργιος Μίλας (Mila György), Κωνσταντίνος Λάσκαρης (Laszkar Konstantin). Επίσης σημαντικές οικογένειες ήταν οι Τύρο (Lazar Tyro), Δούμτσα (Dumcsa), Νικόλα (Nicola), Πόποβιτς (Popovics) και Λούπα (Lupa).

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

Έφυγε από τη ζωή ο τελευταίος απόγονος του μεγάλου Βορειοηπειρώτη ευεργέτη Χρηστάκη Ζωγράφου


Ζωγράφειον Διδασκαλείον, Κεστοράτι Λιούτζης
Έφυγε από τη ζωή ένας από τους τελευταίους απόγονους του μεγάλου Βορειοηπειρώτη ευεργέτη Χρηστάκη Ζωγράφου, Ζωγράφος και αυτός, σε ηλικία 95 ετών. Μέχρι την τελευταία του αναπνοή φρόντιζε να μην καταπέσει τελείως το Ζωγράφειο Διδασκαλείο στον τόπο του, στο Κεστοράτι Λιούτζης. Και το έκανε, συνειδητοποιώντας, αν και απλός άνθρωπος ο ίδιος, ότι ήταν συνεχιστής μιας μεγάλης παρακαταθήκης, την οποία με όλες του τις δυνάμεις κράτησε ζωντανή και αλώβητη. 

Το Ζωγράφειο Διδασκαλείο χτίστηκε στα μέσα του 19ου αι. με χρήματα του Χρηστάκη Ζωγράφου και από τις τάξεις του αποφοίτησαν δεκάδες επιφανείς δάσκαλοι, επιστήμονες και ιεράρχες κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Και ο αλησμόνητος Σπύρος Ζωγράφος ένιωθε την πνοή και τη φωνή όλων αυτών, που μετατρεπόταν σε προσωπικό χρέος να αγωνιστεί για να μη σβήσει το πνεύμα του ευεργέτη. 

Ο τελευταίος απόγονος της οικογενείας των ευεργετών Ζωγράφων στο Κεστοράτι, Σπύρος Ζωγράφος. (Φωτ.: Σπ. Μαντάς, 2015)

Το νεοκλασικό συγκρότημα του Ζωγράφειου Διδασκαλείου στο Κεστοράτι καταστράφηκε από τους Αλβανούς εθνικιστές, συνεργάτες των Γερμανών ναζιστών στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το καθεστώς Χότζα επισκεύασε τη στέγη και διαρρύθμισε τους εσωτερικούς χώρους για να στεγάσει πλέον το γνωστό αλβανικό γυμνάσιο και λύκειο της περιοχής. 

Ο απόγονος του Χρηστάκη Ζωγράφου ζούσε μόνος σε ένα κονάκι του αρχοντικού. Είχε τα κλειδιά του ερειπωμένου κτιρίου και την καρδιά του πλημμυρισμένη με όλο το μεγαλείο του πατριωτισμού του προγόνου του. Παρά την προχωρημένη ηλικία του, ξεναγούσε όσους επισκέπτονταν το Διδασκαλείο και έδειχνε το ελληνικό αλφάβητο, το οποίο δεν κατάφεραν να σβήσουν οι σουβάδες και μπογιές του Χοτζικού καθεστώτος. Και τα μάτια του βούρκωναν, όπως θα βουρκώνουν και τώρα από τον ουρανό, βλέποντας από ψηλά πλέον ότι οι παραδόσεις του Γένους υποχωρούν.

Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

Δημιουργία αξιών των Ελλήνων της Ουγγαρίας τον 18ο-19ο αιώνα


Του Dr Gyorgy Antal Dioszegi

~ Φωτο: Ελληνικό μνήμα στο Dunafoldvar με το σύμβολο της κομπανίας.

Οι Έλληνες έμποροι του 18ου-19ου αιώνα δεν είχαν ως στόχο μόνο το κέρδος, βασικές αρχές αποτελούσαν η κοινότητα, η διατήρηση της θρησκείας και της εθνικής ταυτότητας μέσω της διδασκαλίας των ελληνικών, της ίδρυσης σχολείων και εκκλησιών. Οι Peter Toth και Tamas Glaser δηλώνουν ότι «ένας από τους πιό εξέχοντες Έλληνες της Ουγγαρίας, ο Γεώργιος Ζαβίρας, χαρακτήρισε την χώρα ως ''Μητέρα της ανοχής'' για τις εθνικότητες» (Prelude to a United Europe. Greek cultural presence in Hungary from the 10th to the 19th century. 28 March - 25 April 2008. Βουδαπέστη 2008 σελ. 12)

Διάφορες ελληνικές οικογένειες (οι Derra, Dumtsa, Janicsary, Manno, Nako, Sina, Papakosta, Papademos Charis / Szerviczky, Takiadzisz / Takatsy κ.α.) έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ίδρυση των εθνικών θεσμών (π.χ Ουγγρική Ακαδημία Επιστημών, Εθνικό Θέατρο, Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, Ασφαλιστική Εταιρεία Ουγγαρίας -οι πατριωτικές ''βάσεις'' για τη διαφύλαξη του ουγγρικού πολιτισμού), στην ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, της ατμοπλοϊας, της δημόσιας παιδείας και υγείας (μ.ά. μαιευτήρια, νοσοκομεία, βρεφοκομεία, ορφανοτροφεία, το Ίδρυμα Τυφλών), καθώς και στην αστική ανάπτυξη των ουγγρικών πόλεων όπου ζούσαν.
Στην ουγγρική επανάσταση του 1848-49 αγωνίστηκαν 60 αξιωματικοί ελληνικής καταγωγής. Ο Pal Kiss (1809-1867), γόνος ελληνικής οικογένειας από το Bihardioszeg, ανήκε στους 30 στρατηγούς της χώρας. Οι απόγονοι των Ελλήνων εμπόρων πήραν μέρος με ανδρεία στις μάχες για την Ουγγαρία και αργότερα -ως αναγνωρισμένοι, φιλειρηνικοί πολίτες- συμμετείχαν ενεργά στην τοπική και την κρατική δημόσια ζωή.
Οι απόγονοι των κάποτε Ελλήνων της Ουγγαρίας έως τα μέσα του 20ου αιώνα διαφύλασσαν έντονα την καταγωγή τους, και επιπλέον μερικοί απ' αυτούς (για παράδειγμα οι Dadanyi) διατηρούν έως και σήμερα την ορθόδοξη πίστη τους χάρη στα ουγγρόγλωσσα λειτουργικά βιβλία. Ο Steriady Teodor (Θεόδωρος Στεργιάδης), πολίτης της Tata και μέλος της ορθόδοξης κοινότητας του Komaron, εξέδωσε το έργο του ''Ευαγγέλια και Επιστολαί Κυριακών και κυριοτέρων Εορτών της Ανατολικής του Χριστού Ορθοδόξου Εκκλησίας, και βίοι της Υπεραγίας Θεοτόκου και διαφόρων Αγίων. Εξεδώθη εις Ουγγρικήν γλώσσαν υπό Θεοδώρου Στεγιάδου, εμπόρου του Vac, εις τυπογραφείον του Antal Maramarosi Gottlieb, το έτος 1802''.

Οι Έλληνες ήταν παρόντες και στην ουγγρική πνευματική ζωή. Ο κυριότερος επιστήμονας απ' αυτούς ήταν ο Γεώργιος Ζαβίρας (1744-1804), και το έργο του ''Περί Αγίου Στέμματος των Ούγγρων'' είναι το μοναδικό που γράφτηκε από Έλληνα στο θέμα αυτό. Ο Gyorgy Papp (1772-1856), έμπορος του Kecskemet, ήταν εξαιρετικός Έλληνας γλωσσολόγος (Ανθολόγιο ελληνικών κειμένων, 1844 Πέστη). Ο Gyorgy Rozvany (1819-1902), ελληνικής καταγωγής ιστορικός και δικηγόρος στο Nagyszalonta, ήταν φίλος του κορυφαίου ποιητή Janos Arany και χορηγός της λογοτεχνικής Εταιρείας Kisfaludy. Διάφορα μέλη της οικογένειας Lyka -ενεργοί παράγοντες της ελληνικής κοινότητας και του δημοσίου βίου της Πέστης- ήταν συγγραφείς, όπως ο Emil Lyka (1859-1950, Sotialis Diagnosis, 1908 Βουδαπέστη, Περί Ελληνορθόδοξης εκκλησίας, 1929 Tata) και ο Dome Lyka (1853-1937, Τρεις μήνες στην Κεϋλάνη, 1909 Βουδαπέστη). Ο Janos Pompery (1819-1884) απόγονος ελληνικής οικογένειας από το Miskolc ήταν συγγραφέας, πολιτικός, αρθρογράφος, δικηγόρος και συντάκτης του ''Κώδικα Pompery'' που περιλαμβάνει ουγγρικά ιστορικά τραγούδια του 16ου αιώνα. Ο γιός του εμπόρου Gyorgy Argenti από το Vac, Dome Argenti (1809-1893), ήταν συγγραφέας ιατρικών βιβλίων (π.χ. ''Hasonszenvi gyogymod es gyogyszertan'', τομ. 1-2, 1864 Πέστη, περί ομοιοπαθητικής).